Ανθολογία, 6η σελίδα

←προηγούμενη σελίδα 

Ἀνέστης Ευαγγέλου1
(1937-1994)

Ἔργα του σε βιβλία.

 Ποιητικές συλογές: Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση, Χειρόγραφα, Θεσαλονίκη 1994. Τά ποιήματα (1956-1993), συγκεντρωτική ἔκδοση, Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μ. Παπαγιαννίδου, ἐφ. «Τό Βῆμα» 24.4.1994. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Ἀντί», τ. 551, 1994. Δ. Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή» 3.7.1994. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.7.1994. Πάνος Παναγιοτούνης, ἐφ. «Ἐλεύθερος», 12.7.1994. Χρ. Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας» τ. 4, 1994. Θ. Τζούλης, περ. «Ἐξώπολις», τ. 1, Ἀλεξανδρούπολη 1994. Θ. Κωσταβάρας, περ. «Ποίηση», τ. 4, 1994. Στέφανος Μπεκατῶρος, περ. «Παρατηρητής», τ. 27, Θεσσαλονίκη 1995. Π. Μάρκογλου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή» 15.9.1995. M. Byron Raizis, «World Literature Tuday», τόμος 69, τ. 1, 1995. Δημήτρης Μαλακάσης-Τσέκος, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 30.5.1995.  Περ, «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996. Μ. Μέσκος, περ. «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996.  Γ. Ἀράγης, περ. «Ἀντί», τ. 604, 26.4.1996. Περ. «Πλανόδιον», τ. 27, 1998. Μ. Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Δοκίμια καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999. Γ. Ἀράγης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 28, 2002, τώρα καί βιβλίο Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης 2003, περ. «Φιλόλογος», τ. 126, 2006, Ἀνέστης Εὐαγγέλου (ὁ ποιητής ὁ πεζογράφος ὁ κριτικός,) διδακτορική διατριβή, Σοκόλης, Ἀθήνα 2006. Τάσος πορφύρης, περ. «Σμειώσεις», τ. 57, 2003. Θανάσης Γεωργιάδης, ἐφ. «Ἔθνος», 19.4.2007. Ἀλέξανδρος Ἀραμπατζής, περ. «Διαβάζω», τ. 475, 2007. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.6.2007. Δ.Μ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 712. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμοςΖ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 248-252.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλοβενικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Παρατηρητής», τ. 28, Θεσσαλονίκη 1996, (Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Βασίλης Καραβίτης, Θανάσης Μαρκόπουλος, Στέφανος Μπεκατῶρος, Γιῶργος Ἀράγης, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρος Μέσκος, Γιάννης Μανωλεδάκης, Δημήτρης Καΐσης). «Ἐντευκτήριο», τ. 34, Θεσσαλονίκη 1996, (Ἀλέξης Ζήρας, Γιάννης Καρατζόγλου, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Νίκος Μπακόλας, Μάρη Θεοδοσοπούλου, Ἐγένιος ἀρανίτσης, Μαρία Κένρου-‘Αγαθοπούλου, Ε.Α. Χεκίμογλου).

ARS POETICA

Ὅχι στή μαγεία τῶν λέξεων
στή λάμψη καί στά κουδουνίσματα πού βγάζουν
ὅταν χτυπᾶ ἡ μιά στήν ἄλλη-
ὄχι στήν ἀλχημεία τῆς γλώσσας
ὄχι στό λαβύρινθο τῶν πολλαπλῶν παραπομπῶν
στήν ἀναιμική ποίηση τῶν σοφῶν ἐργαστηρίων
πού βγάζουν δεκαπέντε στίχους
καί τρεῖς σελίδες σημειώσεις γιά νά τούς στηρίξουν
ναί στίς ὑπέροχες
στρογγυλές
πολυδύναμες
τέλεια σμιλεμένες ἀπό τόν καιρό
λέξεις τῆς γλώσσας μας
καθώς κροκάλες μαῦρες στό Ἐμποριό
πού βγῆκαν λάβα φλογερή ἀπ᾿ τά σπλάχνα
τῆς γῆς μας καί τίς ἐλείανε τό κύμα
χιλιάδες καί χιλιάδες χρόνια
ὅσο νά ᾿ρθοῦν νά λάμψουν ἀπό μέσα τους
καί νά δοξάσουν πάλι τήν τρομερή καταγωγή τους
ὄχι στή μεταφυσική μέ τή γραβάτα
στήν Ἀγωνία τῆς Ὕπαρξης μέ κεφαλαῖα
στά μεγάλα συνθετικά ποιήματα
πού γράφονται στίς διακοπές τά καλοκαίρια
ὄχι στίς ἰδέες κοινῆς χρήσεως
στή ρητορεία τῆς ἀδελφοσύνης
στά γλυκερά αἰσθήματα
στά φουσκωμένα λόγια
ὄχι στόν ἀνώδυνο λυρισμό
ναί στά αἰχμηρά πράγματα
στήν ἀπαράμιλλη λάμψη τῆς ἀπόλυτης γύμνιας
στούς ἀδάμαντες τῶν δακρύων
ναί στό ζεστό
παντοδύναμο
κατακόκκινο αἷμα.

ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ᾿60

Ἀνάμεσα στό φαρμάκι τῆς ὀχιᾶς
καί τοῦ λύκου τό δόντι
μές στήν ὁμίχλη καί τό φόβο
μές στόν πανικό
καί ὑπό τό βλέμμα πάντα τῶν χαφιέδων
γνωρίσαμε τόν κόσμο ἐμεῖς.

Γιά τοῦτο εἶναι τά λόγια μας φτωχά,
δίχως ἐξάρσεις, δίχως μουσική,
κι οἱ στίχοι μας αἱμορραγοῦν συνήθως.

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ

Ἄς γράψουν ἄλλοι γιά τό ἔργο σου, ἄς ποῦν
γιά τήν Κυρά-Λισάβετ, τήν Παρέλαση,
τό Τελευταῖο σου καταφύγιο, τόν Σκαρίμπα.

Ἁρμοδιότεροι ὑπάρχουν, νά τό κάνουν.
Σ᾿ ἐμένα πέφτει ὁ κλῆρος νά θυμίσω
τήν ἄλλη σου διάσταση, τή θρυλική,
δόξα καί καύχημα τῶν μακεδονικῶν γηπέδων.

Πρωταθλητή τῶν πόνων, σέντερ φόρ
οἱ μαγικές σου ντρίπλες δέ θά ξεχαστοῦν
τό ψυχωμένο παίξιμό σου καί τά γκόλ
ἐνάντια στήν ὁμάδα τοῦ Θανάτου.

Ἤσουνα τό ἴνδαλμά μου.
Ἐσύ
στήν πρώτη ὁμάδα, χαρισματικός,
κι ἐγώ ἀναπληρωματικός, νά περιμένω.
Στίς προπονήσεις προσπαθοῦσα νά σέ μιμηθῶ
κι ἀπό τόν πάγκο σέ καμάρωμα τίς Κυριακές
καί ζητωκραύγαζα σέ κάθε ἐνέργειά σου.

Τώρα, πού ἦρθε ἡ ὥρα μου νά καθιερωθῶ
-δυόμισι χρόνια παίζω ἀνελλιπῶς
στήν πρώτη ὁμάδα-
ὁρκίζομαι σέ στάση προσοχῆς
τή θέση σου νά μήν ντροπιάσω, παλικάρι.

ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,
ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ

Ἄν πρέπει νά τελειώνει, νά τελειώνει, Κύριε-
δέν διαφωνῶ ἐπί τῆς οὐσίας πιά
δέν διαμαρτύρωμαι.

Ὅμως ἀλλοῦ
ὑπέροχα, μέ μιάν ἀ ν α κ ο π ή, συνοπτικός
-ποῦ τέτοια τύχη γιά μᾶς τούς παρακατιανούς,
γιά τή φτωχολογιά Σου- κι ἀλλοῦ
νά τόν ἀφήνεις νά ἐκτραχηλίζεται
νά ἀμαυρώνει τή φήμη Σου στούς αἰῶνες
ἐξαντλώντας ὅλες τίς διαδικασίες
περιφέροντας τήν ἀπόφαση ἀπό γραφεῖο σέ γραφεῖο
μή καί λείψει καμιά ὑπογραφή οἰμογῆς
καμιά σφραγίδα πόνου-
ὁ Λιγδιάρης;

ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ

«Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
vidi in ambulla pendere, et cum illi pueri dicerent:

Σίβυλλα τί θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν θέλω.»
Μωρέ ὄχι μόνο ἀποθανεῖν
ὄχι μόνο θελω
ἀλλά καί πάραυτα
καί ἐκλιπαρῶ ἀποθανεῖν,
καί ὄχι γιατί γέρασα τάχα
καί χαλεπόν τό γῆρας καί ἄλλα τέτοια
-σωστά, σωστότατα βεβαίως, πού φθέγγονται
ὅσοι τά ζήσανε ἐντούτοις τά χρονάκια τους-
ἀλλά γιατί
τό σῶμα εἶναι φτωχό καί δέν ἀντέχει
ἔλιωσε πιά
καί ἡ ψυχή -ἄ, ἡ ψυχή- κι αὐτή ἀνθρώπινη εἶναι
καί κάποτε λυγίζει
κι ἔχει, μέ τά λιανά χαράκια της
ὑψώσει ἤδη
λευκή σημαία.

(Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση)

Γιολάντα Πέγκλη
(1934)

Ἔργα της σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Τῆς γλυκιᾶς πατρίδας, Μαυρίδης, Ἀθήνα 1996, Ἐκλογή ποιημάτων (1964-1996), Μαυρίδης, Ἀθήνα 1996. Ἄς σταθοῦμε ἐδῶ, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

Διάφορα: Ἐπιστολές τοῦ Τ.Κ. Παπατσώνη στή Γιολάντα Πέγκλη, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1994.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Δημήτρης Κονιδάρης, ἐφ. «Ἐνημέρωση», 18.5.1994. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Δ.Μ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1760. Ἀλέξανρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 344-355.

ΗΡΩΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Αὐτή ἡ γωνιά εἶναι ὅ,τι πρέπει
γιά νά φυλαχτῶ ἀπ᾿ τά ρεύματα
καί νά πιῶ μέ αὐτοπεποίθηση τόν καφέ μου.

Γιά νά φθάσω ὅμως ὥς ἐκεῖ
πρέπει νά δοκιμαστοῦν οἱ ἴλιγγοί μου
σέ πόρτες μάταια περιστρεφόμενες
γύρω ἀπ᾿ ὅ,τι γελοῖον καί τό νόημά τους
καί νά κολυμπήσω στούς καθρέφτες τῶν διαδρόμων
μέ πανωφόρι καί χαρτοφύλακα.
μοῦ συμβαίνει αὐτό·
κάτι πού φαντάζομαι ἁπλό
εἶναι τελικά ἕνα δάσος
ἀπ᾿ τό ὁποῖο πρέπει νά βγῶ
γιατί πῆραν κιόλας φωτιά τά πρῶτα δέντρα
πλησιάζουν οἱ φλόγες τίς εὐκαιρίες πού ἐπινόησα
γιά νά λιαστῶ σάν τεμπέλης σπόρος
κάποιες ἀπ᾿ τίς ἱστορίες μου ν᾿ ἀνατρέψω
-πῶς ἀλλιῶς νά ὀνειρευτῶ;

Μ᾿ ἔκανες νά γελάσω ἀλλά δέν μοῦ ἔδωσες χαρά
αὐτό νά πεῖς
τό κακό εἶναι πώς ἡ διήγηση κοιτάζει πίσω
σ᾿ ἕνα φύλλο χαρτί στοιβάζει
τήν καταστροφή τῆς ζωῆς μας
τό ἐπιμύθιό της τό καταδικάζει σ᾿ αἰώνια λησμονιά.

Τά εἶχα ὅλα ἐπειδή τά σπαταλοῦσα ὅλα
κι ἄχ! τί ἀξίζειι ὅσο ἐκεῖνο τό
ἔτσι, γιά ἕνα τίποτα;

Ἑκατομμύρια ἥλιοι, τό φαντάζεσαι;
Παρακαλῶ, νά μέ θάψετε μέ τό βιολί μου!
Ἡ μοῖρα, βλέπεις, δέν ἐξευμενίζεται
οὔτε μέ τό μαχαίρι πού λακωνίζει
χωρίς νά φιλοσοφεῖ
οὔτε πού μέ τό κεφάλι κάτω
οἱ νυχτερίδες ὧρες
ξαναβρίσκουν τόν λυγμό στό ἴδιο μέρος
πού τό εἶχαν ἀφήσει πρίν ξημερώσει.

Ὅθεν, ἀνοίγω τήν ὀμπρέλα μου,
τίς ἰδιωτικές μου στιγμές
σάν ἱερό ζῶο μέ ἀσυλία ὅπως ὅπως διασώζω
ἔρχομαι
νά μέ κρατήσεις ἀγκάθι πού ἀνθίζει
μιά φορά τό χρόνο
-μπορεῖς;

ΑΣΥΓΧΡΟΝΙΑ
ΙΙΙ

Θά ἔχουν λακοῦβες αὐτά πού ὀνειρεύομαι
δέν δικαιολογεῖται πού ξεκινῶ τή μέρα μου
μέ τά πόδια σακατεμένα

θά ἔχουν πηγάδια, πνιγμένους περιπτεράδες
ἀλλιῶς πῶς ἐπιστρέφω
μέ τήν ἐφημερίδα μούσκεμα.

Ἤ, ἄν διευρύνω τά πάθη μου,
καί χρεωμένη ὥς τό λαιμό
καί ὀρθοστασία στά ταμεῖα
σέ προσπερνῶ ἐπειδή μέ κυνηγοῦν
ἤ γιά νά πηγαίνω πιό πέρα;

Ἀφήνουν ἕνα θάμπος τά ὁριζόντια εὑρήματα,
οἱ ἀγάπες πού σέ κάνουν καί κλαῖς
ἔχουν χρωματιστά πουλιά καί κορδέλες
ἄς μήν εἶναι δῶρα
περνοῦν ζωές καί ζωές
ὥσπου νά γίνεις ἕνας εὐτυχισμένος τρελός
ἀρκεῖ νά μήν τό ξέρεις·
οἱ ὧρες αὐτές μοῦ ἀνήκουν
τόσες φορές τά νερά τῆς συντριβῆς τους
μέ ἔλουσαν.

ΤΟ ΑΦΑΝΕΡΩΤΟ

Βυθίζομαι στό στῆθος σου
ὅπως τό ἀθῶο ζῶο στό σανό του
δέν προσφέρεται ἡ δειλία μου
νά παίξω στή μεγάλη σκηνή
τήν ἐπίλεκτη λεία
γλείφω, ἀλλά ὄχι εὐγνώμων, τό κόκκαλό μου
κακόμοιρα πάθη, πολύ νωρίς γιά γεράματα.

Ὡστόσο
ἐκδικεῖται ἡ μειοψηφία
μέ τήν ἀκαμψία της
καί μάλιστα χωρίς βικτωριανό κολάρο.

Ξέρει νά κρύβεται
στήν οὐσία της
στἠν ἀπουσία της
μέσ᾿ ἀπ᾿ τούς κρυφούς της δρόμους
ν᾿ ἀνεβαίνει στό πρόσωπο
καί νά τό ραγίζει
ἄς μοιάζει
ὅπως κάθε πόρτα πού κλείνει βίαια
μέ ἀπονιά

Ὄχι τί γράφω.
Τί διαβάζεις.

ΤΕΛΙΚΑ ΖΩ ΘΑ ΠΕΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

Τελικά ζῶ θά πεῖ θυμᾶμαι
ἄς εἶναι ἡ λεηλασία τέτοιων ρημάτων παροιμιώδης
οἱ διηγήσεις μου ἀκατάστατες
βρέξει χιονίσει ἐγώ, στό πόστο μου
κι ἄν τό πῶ ρητορικά, στόν προορισμό μου.

Αὐτό τό σκαμνί, τό βλέπεις;
μποροῦμε νά καθόμαστε ἐκ περιτροπῆς
νύχτες ἰδίως πού μεγαλώνομε τόσο παράλογα
ὥστε διανύομε μίλια
νά ξαναχωρέσομε στήν ἡλικία μας.

Ἐγώ τό ᾿φτιαξα.
Τό παράθυρο ἐπίσης, ἄς εἶναι βορινό,
συχνά κάνομε πράγματα μέ μπορντοῦρες ἀκλόνητες
ἴσα ἴσα γιά νά μᾶς παιδεύουν.

Πιάνουν τά χέρια μου.
Ὄχι κεντήματα καί τέτοια.
Ἀντρικές δουλειές (ὅπως λέν οἱ ἄντρες)
ζόρι, χαμαλίκι, ἀτυχήματα, σέ ὅλα μέσα,
πῶς νά γίνει ἡ μέρα ἀληθινή;
πῶς νά ξεπέσεις, ἀλλά
σέ διαστάσεις ἰδεολογίας;

Καιροί πού μπάζουν ἀπό παντοῦ
ἀπ᾿ ἐκεῖ πού κατοικεῖς
ὥς ἐκεῖ πού σέ λησμονοῦν νυχτώνει
ὥρα νά δεχτοῦμε τά ὅριά μας
μέ ταπεινοφροσύνη
οὔτε ζύμη σιωπή πού πλάθει τίς σημασίες
οὔτε  τήν κρίσιμη στιγμή τραυματιοφορέας.

(Ἄς σταθοῦμε ἐδῶ)

Π. Σωτηρίου
(1939)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ὡσάν ποιήματα (ἡ συνέχεια), ἰδιωτική ἔκδοση, Θσσαλονίκη 2008.

Μελέτες: Ἡ πιό μεγάλη ἀνάμνηση.(Ἡ «λογοτεχνική τύχη» ἑνός κατοχικοῦ βιώματος στό μυθιστόρημα Ἡ μεγάλη πλατεία τοῦ Νίκου Μπακόλα), Ἀθήνα 2007.

Ἄλλα βιβλία: Ἀνδρέας Κάλβος, Μικρές Ὠδές καί ἄλλα ποιήματα, ἐπιμέλεια Παναγιώτης Σ. Πίστας, Σύγχρονοι Ὀρίζοντες, Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη 2002.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος Ἀράγης, «Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τῶν ποιητῶν τῆς Θεσσαλονίκης (καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς)», στόν τόμο Ἡ Ποίηση τῆς Θεσσαλονίκης στόν Εἰκοστό Αἰώνα, πρακτικά συνεδρίου, ἐπιμέλεια Περικής Σφυρίδης, Θεσσαλονίκη 2003, περ. «Παρέμβαση», τ. 145, Κοζάνη 2008. Βενετία Ἀποστολίδου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμος 9ος, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2004, σ. 214. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ποίησης, τόμος Ζ΄,Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 454-457.  Α. Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1810.

ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Ἀπόμειναν λοιπόν μόνο ποιήματα κι ἀσπρόμαυρες φωτογαφίες
Κι οἱ ἄνθρωποι πού πηγαίναν κάποτε
στίς πρωινές παραστάσεις μέ ἐλαττωμένες τιμές
καί στό γήπεδο ἔκοβαν εἰσιτήριο ὀρθίων

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, χαμένη, σκορπισμένη τάξη
Τά ὄμορφα μελετηρά κορίτσια πού μέ τό χρῶμα τῶν γονάτων
τους
μοιραζόμασταν τό φῶς τῶν παραθυριῶν
ἐκεῖνα τά παλιά ἀπογεύματα

Δέν πιστεύουμε λοιπόν πιά, μόνον ἀγαπᾶμε
Κι αὐτοί πού παραμένουν πιστοί στούς ποιητές
ἤ σ᾿ ὅ,τι ἄλλο πρωτοαγάπησαν
νοσταλγώντας τίμιες κι εὐτυχισμένες χρονιές
πού δέν εἶχαν δίκαιη συνέχεια
γράφοντας στίχους πού μένουν ἀμετουσίωτοι
καί συνεχῶς ἐπαναλαμβάνονται

Χαμένη γενιά κι αὐτοί, σάν μιά χαμένη, σκορπισμένη τάξη

Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΚΩΝ

Ὅπως διηγοῦνται ἄνθρωποι παλαιοί, πού τά εἶδαν ὅλα αὐτά ἐκ
τοῦ φυσικοῦ ἤ ἀπό τήν τηλεόραση, «μετά τήν ἀνέλπιστον σωτη-
ρίαν τοῦ παραπαίοντος σκάφους, ποντικοί ἤρχισαν νά ἐπανέρ-
χωνται εἰς αὐτό, μή θέλοντες νά λείψουν ἀπό ἐνδεχόμενον νέον
ἀπόπλουν. Κατά δέ τήν ἐπάνοδόν των ἔγλειφαν εἰς ἔνδειξιν
ἀφοσιώσεως τούς γυμνούς πόδας τοῦ ὡς ἐκ θαύματος διασωθέ-
ντος καπετάνιου…»

ΟΙ ΣΥΜΠΑΙΚΤΕΣ
Κατά τόν τρόπο τῶν παλαιῶν ποιητῶν

Ὅταν στά τελευταῖα λεπτά
ἀνιαροῦ καί μίζερου παιχνιδιοῦ
ἡ ξαφνική ἀντεπίθεση ἔχει γίνει
καί ὑψώνεσαι μετέωρος
ἕτοιμος νά βρεθεῖς στήν τροχιά τῆς μπάλας
ξέχασε τίς κλωτσιές πού ἔφαγες
τίς μπαλιές πού δέν πῆρες
τίς πάσες πού μοίρασες ἄσκοπα
καί βάλε τό γκόλ
ὄχι γιά νά τούς ξεσκίσεις τά δίχτυα
-τί φταῖνε οἱ ἀντίπαλοι-
οὔτε γιά νά κερδίσεις τόν ἀγῶνα
-πού μπορεῖ νά εἶνα καί πουλημένος-
ἀλλά γιά νά μήν πάει χαμένη
ἡ ὡραία αὐτή σέντρα τοῦ συμπαίκτη σου
πού σέ ὁλόκληρο τό μάτς τήν ἀποζητοῦσες

ΕΠΕΤΕΙΟΙ

Ἡ τελετή τῶν γεναθλίων μιᾶς ἐπανάστασης διακοσίων χρόνων
τό τέλος μιᾶς ἄλλης πού ἔζησε καί γέρασε ἐν ἀμαρτίαις
ἤ τό ἐκ νέου ἄνοιγμα μιᾶς προσωπικῆς κενῆς Βαστίλης

ΝΕΑ ΩΔΗ

Τό ἴδιο φῶς πλουτίζει τίς λεωφόρους τῶν πόλεων
Βίαια κινοῦνται ἐκεῖ τά πλήθη τῶν νέων θρεμμένα
ἀπό τίς ἀκτίνες τῆς ἐλευθερίας τους

Οἱ ἴδιες ματιές χαϊδεύουν τούς μηρούς καί τά στήθη
τῶν λαμπρῶν κοριτσιῶν

Εἶναι εὐτυχεῖς οἱ γενιές πού δέν γνώρισαν τή μάστιγα
τῶν ἐχθρῶν ἤ τῶν τυράννων;

Βροντοῦν ἀκόμη οἱ θεοί στίς κεφαλιές τῶν ἀχαρίστων;
Χόρτασε τό δράπανο τοῦ πλούτου νά θερίζει τά στάχυα
πού ὁ ἱδρώτας μας ὡρίμασε;

Λιγοστοί χτυποῦν ἀκόμη τή χαβαλέα λύρα τους
Γύρω τους συμπάτριδες ἀπαρνοῦνται τόν ἑαυτό τους

Κι ἀμέριμνα τρέχει ἀνεύθυνος ὁ λαός πρός τόν ἀφανισμό του

(Ὡσάν ποιήματα (ἡ συνέχεια))


Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου
(1930)

Ἔργα της σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ἡ σκοτεινή διάκεια τῶν ἡμερῶν, Διαγώνιος,  Θεσσαλονίκη 1993. Ἐπιλογές καί σύνολα (συγκεντρωτική ἔκδοση), Νησίδες, Σκόπελος 2001. Σαλκίμ, Νεφέλη, Ἀθήνα 2001. Σεντόνια τῆς ἀγρύπνιας, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Συνοικισμός σιδηροδρoμικῶν, Κέδρος, Ἀθήνα 1998. Στό δωμάτιο, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Ἡ παραίτηση, Κέδρος, Ἀθήνα 202. Οἱ μικρές χαρές, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2005.

Δοκίμια: Δοκίμια καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀνέστης Εὐαγγέλου, περ. «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκη, τ. 25. Χειμών 1993-1994. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 6-7, 1993. Ἀλέξανδρος Κοσματόπολος, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 53. Θεσσαλονίκη, 2001. Βασίλης Πάγκαλος, εφ. «Μακεδονία» 10.6.2001. Μαρία Κουγιουμτζῆ, περ. «Ἐνευκτήριο», τ. 56, Θεσσαλονίκη, 2002, περ. «Ἕνεκεν», τ. 80-90 2007.  Κώστας Γ. Παππαγεωργίου, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης Ἀθήνα 2002. Γιώργης Μανουσάκης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1760, 2003. Στυλιανή Παντελιά, «Πόρφυρας», τ. 104, Κέρκυρα, Ἰούλ.-Σεπτ. 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 15.10.2006. Ντάντη Σιδέρη-Σπέκ, περ. «Ποίηση», τ. 28, Δεκέμ. 2006. Ἄννυ Κουτροκόη, περ. «Νέα Πορεία», τ. 623-624, Θεσσαλονίκη, 2007. Α.Ζ, Θ.Κ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1079. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 258-261 καί τόμος Η΄, 2007, σσ. 123-124. Παντελής Ἀπέργης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 79, Θεσσαλονίκη, Ὀκτ.-Δεκ. 2007. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1808, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Πλανόδιον», τ. 35 Δεκ. 2002, (Κώστας Σοφιανός, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Νατάσα Κεσμέτη). Περ. «Πάροδος», τ. 19, 2008, (Μαρία Κέντρου-‘Αγαθοπούλου, Κωνσταντίνος Βάσσης, Λένα Κωνσταντέλλου, Βασίλης Ἰωαννίδης).

Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Ἄν μπεῖς κρυφά νά κλέψεις ρεπανάκια
Ἀπ᾿ τό μπαξέ τοῦ πεθαμένου γείτονα
Καί κεῖνος σηκωθεῖ μέσα στή νυχτα
Καί σοῦ προσφέρει οὖζο ἐλιές ψωμί κρεμύδι

Ἄν σοῦ χαμογελάσει ἐγκάρδια
Καί βγάλει ἀπό τίς τσέπες του μιά ρέγγα καπνιστή
Μιά τσούσκα μιά ντομάτα ἕνα ἀγγουράκι
Ὅπως ὁ μάγος βγάζει περιστέρια ἀπ᾿ τό καπέλο του

Ἄν φέρει ἕνα γραμμόφωνο
Καί ρίξει μιά γυροβολιά
πάνω στό μαῦρο του τακούνι
Καί τρίξει τό λουστρίνι του σαν πένθιμο τριζόνι
Ὄχι μήν πεῖς στό γείτονα
Ἔντρομος μήν τραπεῖς σέ φυγή
Μή δείξεις κάν σημεῖο δυσαρέσκειας
Γιατί οἱ πιό φιλόξενοι οἱ πιό αἰσθηματίες
Εἶναι οἱ πεθαμένοι στούς μπαξέδες

ΜΑΘΗΜΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ὑπόνοια τοῦ προσώπου στήν ἀρχή
Μόλις νά διακρίνεται ὁ πόνος
Ἕνα τόσο ἁπαλό στίς παρειές
Κάλυψη –τεχνηέντως- μιᾶς πληγῆς
Μέ ἀφορμισμένης τύψης ὑλικό
Βάλε κάτι σάν ρόζ γιά τή νεότητα
Πού πάντα ὑπολανθάνει

Στή θέση τῶν χειλιῶν τό σάπιο μῆλο
Μόλις νά δείχνει τό νεκρό χαμόγελο
Στά μάτια
Βάλε ἕνα χρῶμα ἐκτυφλωτικό
Ὥστε νά κρύβει καί τό ἐλάχιστο ἔρεβος

(Ἡ σκοτεινή διάρκεια τῶν ἡμερῶν)

ΣΑΛΚΙΜ

Δέν πῆγε νά δεῖ ὅταν χτίζονταν τό σπίτι
Ἦταν μιά πεθαμένη –ποῦ θά κατοικοῦσε-
Ἔπρεπε νά τό εἶχε ἐπισκεφθεῖ προτοῦ
Ὁ ἐργολάβος σαθρά θεμέλια νά ᾿χε στεριώσει
Τί πόρτες τί παράθυρα τί φεγγίτες
Φυσοῦσαν τό χῶμα ἀπ᾿ τά μαλλιά της
Σάν Εὐμενίδες πού γιά χάρη της τραγουδοῦσαν

«Ἔτσι εἶν᾿ ἡ ζωή μικρό μου πάντα ἔτσι εἶν᾿ ἡ ζωή»

Ἀπό τήν ὀροφή χρόνια ἔπεφτε πολύ τσιμέντο
Τήν ἔχτιζε βαθιά στοῦ ὑμέναιου τόν τάφο
Ἐνῶ ἐκεῖνο τό σαλκίμι σικλαμέν
Γιά κείνη χύνονταν ἀπάνω στή βεράντα
Τό ἄρωμά του ὥς τό κρεβάτι της εἰσχωροῦσε
Σέ πλήρη ὀργασμό –θανάσιμο

ΙΝΣΤΑΝΤΑΝΕ

Μόνη ἡ κυρία στό μπαλκόνι
Πίνει τήν κόκα κόλα της
Τί τήν δροσίζει;
Ὅλα τά ἀπέναντι κλειστά
Δέν ἔχει τίποτε νά δεῖ

Καί ἡ ζέστη κάνει τήν κυρία πιό μόνη
Πέφτει συχνά τό βλέμμα της
Στό κέντημα τοῦ τραπεζιοῦ
Στά δαιδαλώδη σχέδια
Τῆς ἔρχεται μιά ἀρχαία ζάλη

Ὅταν ὁ ἀγκώνας της ὁλισθαίνει ἀπ᾿ τό τραπέζι
Τρομάζει
Ἐπειδή τό ὄνειρο πού πάει νά δεῖ
Εἶναι ὅτι ἄξαφνα τήν παίρνει ὁ βαρδάρης
Μαζί μέ τό μπαλκόνι της
Βέβαια θά προτιμοῦσε ἕνα βαρκάρη

Πού κάποτε τήν πήγαινε ἀπ᾿ τή θάλασσα
Στήν ἀπέναντι ἀκρογιαλιά
Κι ἔβρισκε ἐκεῖ τόν ἐραστή της
Νά τήν περιμένει
Μέσα σέ μιά γαλάζια παραζάλη

ΚΑΘΕΥΔΕΙ
Στή μνήμη τῆς Ζ.Κ.

Ἐννέα καί πλέον ἡμέρες καθεύδει
Πορεύεται ἀλλιῶς μέσα σέ ἐννέα καί πλέον μοναξιές
Σέ μιά ἄλλη πορεία ἀνοίγει δόμους
Ὁδοιπορώντας ἐκεῖ τῆς ἀνοίγονται δρόμοι διφορετικοί

Ἐκείνη ἀνοίγει τό δρόμο
Βγαίνει ἀπό τό σπίτι της πρωί πρωί
Ἀπ᾿ τήν ὁδό Γραβιᾶς ξανοίγεται πρός τή θάλασσα
Μέ βήματα ὁριστικά πεζοπορεῖ

(Παπούτσια μαλακά χαμηλά ἀθόρυβα)

Γλάροι τή χαιρετοῦν μέσα ἀπ᾿ τά γαλανά νερά
Πηγαίνει παραλιακῶς στήν ἀγορά –μονάχη-
Ἀπ᾿ τόν δικό της βιβλιοπώλη ζητάει
Τό ἀζήτητο τῆς δικῆς της ἀναζήτησης
Στήν ἀγορά Μοδιάνο μπαίνει ἀπαραιτήτως
Γιά νά θαυμάσει τά φροῦτα καί τά λαχανικά

«Τί ἐπιθυμεῖ ἡ κυρία;»

Γυρίζει ἀλλοῦ τό πρόσωπό της
Ἐκείνη στέκεται πιό πολύ
Γιά τῶν σχημάτων καί τῶν χρωμάτων
Τήν ἔκσταση
Καί γιά κείνη τήν ἀκόρεστη εὐωδιά τους
Πού τήν μεθάει ἡδονικά

Ἀργότερα μπαίνει στό δικό της «ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ»
Νά πιεῖ ἕνα τσάι μέ λίγο κονιάκ
Νά ξεκουραστεῖ ἀπό τήν πολλή ὀμορφιά
Ὕστερα παίρνει τόν δρόμο
Πού δέν τήν ἐπιστρέφει πιά στό σπίτι.
(Σλκίμ)

ΟΝΤΟ-ΛΟΓΙΚΑ
2
        Ὁ νεκρός ἔχει τό αἷμα σου

Ποιός ξέρει τί μέρα θά φυτρώσει αὔριο
Ποιοί ὀδόντες θά τρίξουν στήν ἔρημη μυλόπετρα
Κίτρινη σκόνη στά ὡραῖα μαλλιά σου
Σβησμένη βροχή ἀπ᾿ τήν πυρκαγιά σου
Τί μαχαίρι στά δόντια
Κίνδυνος θάνατος γιά τό μικρό καλοκαίρι μου

Ὁ νεκρός ἔχει στό αἷμα σου ἔχει τή μελαγχολία σου
Στά παλίμψηστα δέντρα ἐνεδρεύει ὁ πυροδότης
Ὁσία μου ὑπόσχεση μοιάζεις μέ προδοσία

ΛΑΜΠΕΡΗ ΑΣΑΦΕΙΑ

Ποιός πιστεύει σ᾿ ἕνα φιλί πού ἀκόμα εὐωδιάζει;
Ὤ ἕνα φιλί δέν εἶναι παρά ἕνα ὑγρό μυστικό
Μουσική σκοτεινή ὅταν ἀκούγεται τό βράδυ
Πηγαίνει καί χάνεται μές στόν ἀχό

Μιᾶς λαμπερῆς ἀσάφειας καί μένει ἐκεῖ
Λυπημένη καί μόνη
Ποιός παρακαλεῖ ποιός κλαίει κρυφά
Γιά τό χαμένο νόμισμα –νεκρό

Κλειδί γιά νά κλειδώσεις τήν πληγή
Δέν ἔχεις καί τραλαλά πηγαίνεις
Στά ρηχά νερά με τίς ἐλαφρές πέτρες
Τίς ἄδειες μποτίλιες τά ὀξειδωμένα σύρματα

Σκουπίδια ἐρτζιανά μέ σαπίζουν ὥς τό στόμα
Τά κύματά σου λάμνουν ὀκνά
Πάνω ἀπ᾿ τή φωτεινή μου ἄβυσσο
Ἀπό ὥρα σέ ὥρα κι ἀπό φιλί σέ φιλί
Δέν ξέρεις τί φίδια θά φυτρώσουν στήν αὐλή σου

(Σεντόνια τῆς ἀγρύπνιας)


Ἀνδρέας Ἀγγελάκης
(1940-1991)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιάννης Κοντός, Τά εὐγενή μέταλλα, Κέδρος, Ἀθήνα 1994. Δημήτρης Πλάκας, περ. «Ὁδός Πανός», τ. 93-94, 1997. Γιάννης Βαρβέρης, Σωσίβια λέμβος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης,  Ἀθήνα 2002.  Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 8-9. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 278-282.


Κυριάκος Χαραλαμπίδης
(1940)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Μεθιστορία, Ἄγρα, Ἀθήνα 1995. Δοκίμιν, Ἄγρα, Ἀθήνα 200. Αἰγιαλούσης ἐπίσκεψις. Ἕνα ποίημα καί ἕνα σχόλιο, Ἄγρα, Ἀθήνα 2003. Κυδώνιον μῆλον, Ἄγρα, Ἀθήνα 2006.

Δικίμια: Ὀλισθηρός ἱστός, Ἄγρα, Ἀθήνα 2009.

Μετάφρασε: Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ τρεῖς ὕμνοι, Ἄγρα, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μιχάλης Τσιανίκας,περ. «Ἀκτή», τ. 20,Λευκωσία, 1994. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 31.5.195, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.12.1997 Ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.10.2000. Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 357.11.1995. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.5.1995. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 22.8.1995, (τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999). Λευτέρης Παπαλεοντίου, περ. «Διαβάζω», τ. 257, 1995, ἐφ. «Ἡ Σημερινή», 23.7.1995, περ. «Μικροφιλολογικά», τ. 13, Λευκωσία 2003. Θ.Δ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1637, 1995. Μιχάλης Πιερής, περ. «Ὁ Πολίτης, τ. 7, 1995, περ. «Ποίηση», τ. 6, 1995. Σάββας Παύλου, περ. «Ἀκτή», τ. 25, Λευκωσία 1995. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 13.10.1996. Ὄλγα Σελλᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 17.11.1996. Μάριος Βύρων Ραΐζης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1679, 1997.  Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ποίηση», τ. 17, 2001. Anna Maria Gull, Πρακτικά Α΄Συμποσίου Μεταφραστῶν Κυπριακῆς Λογοτεχνίας, Λευκωσία 2001, σσ. 143-148. Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 23.5.2006. Εὐριπίδης Γαραντούδης, ἐφ. «Τά Νέα», 15-16.7.2006.. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2340-2341. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 264-268.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Σουηδικά, Φιλανδικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Θέματα Λογοτεχνίας», τ. 12, 1999, (Χρίστος Ἀλεξίου, Ἔρη Σταυροπούλου, Κυριάκος χαραλαμπίδης). Περ. «Ἡ Λέξη», τ. 163, 2001, (Γιάννης Δάλλας, Λουίζα Χριστοδουλίδου, Κυριάκος Χαραλαμπίδης). Περ. «Πόρφυρας», τ.124, Κέρκυρα 2007, (Σπύρος Α. Εὐαγγελάτος, Σ.Ν. Φιλιππίδης, Γιῶργος Κεχαγιόγλου, Μ.Γ. Μερακλής, Ἀνθούλα Δανιήλ, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νάκης Σκορδίλης, Κώστας Μπαλάσκας, Μιχάλης Τσιανίκας, Δώρα Μέντη, Ζήνων Ζαννέτος, Εὐριπίδης Κλεόπας, Ἀνδρέας Βοσκός, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Λουίζα Χριστοδουλίδου, Ἀγάθη Γεωργιάδου, Martin McKinsey, Ἀνδρέας Χατζησάββας, Σάββας Παύλου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Νίκος Πετράκης, Χρῆστος Σιοπαχάς, Γιῶργος Κ. Μύαρης).

ΠΡΟΣ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΝ

Ὄχι, δέν εἶναι γιά τά στρατηγικά συμφέροντα. Εἶναι γιά νά
διαφυλάξουμε τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Κουβέιτ. Ἔχετε ἀκούσει
τά τελεταῖα χρόνια ἄλλη μεγάλη χώρα πού νά εἰσβάλει καί
νά κυριεύσει ἄλλη χώρα;      

ΝΤΑΓΚΛΑΣ ΧΕΡΝΤ
(Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν τῆς Βρετανίας)

Ἄν ἀποτείνετε σέ μένα τήν ἐρώτηση,
ὁμολογῶ πώς δέν ἔχω ἀκούσει.
Ἐξάλλου ἐγώ στήν Κύπρο κατοικῶ. Καί ποῦ νά ξέρω;
Ἐσεῖς μέ τέτοια περιωπή, γνώση καί μόρφωση
κι ὁμολογεῖτε ἄγνοια. Θά ᾿ταν ντροπή
νά καμωθοῦμε τούς πολύξερους κι αὐθαίρετα
νά ὑπερβοῦμε τά ὅριά σας· ὄχι, αὐτό δέ γίνεται.

Γνωρίζουμε τή θέση μας κάτω ἀπ᾿ τόν ἥλιο.
Τόν βλέπουμε συχνά μέ τήν ὀμπρέλα του
νά προχωρεῖ μεσούρανα, μοναχικός δουλέμπορος.

Ποιός ἔχει ἄλλωστε τό σθένος τό δικό του
νά συγχρωτίζεται μέ τόσους μαύρους;

Καί κεῖνοι, μά τήν Παναγιά, Ἐξοχότατε,
πανάρχαιο φῶς τρισμέγιστο σωρεύουν
σ᾿ ἕνα βουνάρι ἄχερα· ἐνθυμίζουν
τῶν ἄστρων καί τῶν νήσων Οἰνουσῶν
τῆς Μεσογείου τ᾿ ἀκατανόητα.

Κι ὁ ἥλιος ὁ δικός σας -μέ τήν ἄδειά σας-
θαυματουργός, μαζεύει τίς ἀκτίνες του
ἀρνούμενος πρωτότυπα νά γένει
-ὁ περινούστατος- φωτός κατοικητήριον.

Ἔτσι τό θέλουν τῆς ψυχῆς σας, φαίνεται,
οἱ βαμβακοφυτεῖες.

Νά εἶσαστε καλά
καί τέτοια νά μᾶς λέτε νά μαθαίνουμε.
Καί νά μᾶς δείχνετε, παρακαλῶ, τό φῶς
πάνω στό χάρτη, γιά νά ξέρουμε κι ἐμεῖς
τί πρέπει νά πιστεύουμε καί πότε.

Χωρίς ἐσᾶς , Ἀνατολή καί δύση
θά ᾿χανε λιγοστέψει καί χαθεῖ.
Θά εἶχε τοῦ κόσμου ἡ πίστη ξεραθεῖ
καί τά φρυγμένα χείλια τῶν ἀγγέλων
καί τά τρεμουλιασμένα δάχτυλά τους
δέ θά μποροῦσαν δίκτυα νά κρατοῦν.

Ἀλλά εὐτυχῶς ὑπάρχετε· γιά Πάντα.
Κι αὐτό πού μᾶς παιδεύει τό διαμάντι
πεδουκλωμένο μέ τό φῶς ἐκκρίεται
σάν τή ρητίνη ἀπ᾿ τό κορμί μας –βάρος!

Συγχώρεσέ μας τούς φτωχούς βλογιοκομένους.
κερνᾶμε καί καφέ· αὐτό μποροῦμε.

(Μεθιστορία)

ΤΡΕΣ ΠΟΡΤΕΣ

Στή Θεοφανώ καί τόν Δαίδαλο Κυπρή
Ἡ μία πόρτα εἶναι αὐτή. Κοιτᾶχτε πῶς ἐμβαίνω:
Τήν ἀνοίγω μέ τό κλειδί. Νά τό κλειδί. Κρατεῖστε
νά δεῖτε πῶς βαρεῖ. Στά μέρη τά δικά μου
τό λέγουμε «ἀννοιχτάριν». Θυμᾶστε τό τραγούδι:

«Ἀππήδησα τοῦ ποταμοῦ τζί ἐπάτησα ἀννοιχτάριν
τζί εἶπαν μου πώς ἐφίλησα τήν κόρην τοῦ μουχτάρη».

Ἡ μία πόρτα εἶναι αὐτή λοιπόν. Ἡ ἄλλη, ἀντιστέκεται,
τήν σπάζω, λές καί εἶμαι τεθωρακισμένο.
Νά καί τά ξύλα νά καί τα σανίδια.
Τά παραδείγματα πολλά καί γιά τίς δυό πότες.
Ἄς πάρουμε ἀπ᾿ τά ἕτοιμα, τήν ἐποχή πού ἦταν
οἱ Ἕλληνες κι οἱ Τοῦρκοι στά μαχαίρια.

Πρῶτο παράδειγμα: Ἕνας Τοῦρκος φεύγοντας
κατά βορρά λαλεῖ στό γείτονά του:

«Ἀνέστη, πάρε τά κλειδιά μου, τάιζε
τίς ὄρνιθες καί τά κουνέλια, πότιζε τά δεντρά μου».

Τό δεύτερο παράδειγμα: Στόν Καραβά ἕνας Ἕλληνας
ἔτρεχε ἀλαλιασμένος νά γλιτώσει

«γυμνός καί τετραχηλισμένος», ὅπως εἶπε
τό ἄστρο τῆς αὐγῆς πού τόν θωροῦσε.
Καί εἶχε ἀφήσει ἀλλόκοτο κλειδί
στήν πόρτα ἐπάνω. Κι ὅμως ἦταν πράξη
σωστή, κατά τή γνώμη μου· συλλογιόταν
πού ἄν ἔπαιρνε μαζί του τό κλειδί,
τοῦ ξένου ἡ χέρα θά ἔσπαζε τήν πόρτα·
τήν εἶχε μαστορέψει αὐτός περίτεχνα –
καί μέ τί μοῦτρα σπίτι θά γυρνοῦσε;

Τό τρίτο καί φαρμακερό παράδειγμα:Ἕνας Τοῦρκος
μέ τή χανούμισσά του πῆγε στήν κυρία
Μακρίδη, κερυνιώτισσα κυρά,
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κώδωνα. Τῆς λέει:

«Σπίτιν σου τσόκ γκιουζέλ· δικόν μας τώρα.
Κανίσσιν ἔκαμέν μας το ἡ Μητέρα
Πατρίδα· τά κλειδκιά, κοκόνα, δῶσε,
τήν πόρταν, ζάβαλλί μου, νά γλιτώσεις».

«Δέν σᾶς τά δίνω τά κλειδιά, σπάστε τήν πόρτα!»

Καί τώρα, κύριοι ἔνορκοι, ἐρωτῶ:
Ποιός εἶχε ἀπό τούς τρεῖς τό δίκαιο πράξει;
Ἐκεῖνος πού μέ θέρμη καί φιλία
ἔδωκε τά κλειδιά στό γείτονά του
νά τοῦ ποτίζει τά κτηνά καί τά δεντρά του;

Ὁ ἄλλος πού ἀφῆκε τό κλειδί
νά μήν τοῦ καταστρέψουνε τήν πόρτα
πού μέ ἀγάπη ἐφύτεψε καί τέχνη περισσή;

Ἡ τρίτη, πού τή λέγαν Ἰουλία,
καί τό εἶχε κάλλιο νά ριχτεῖ στόν τάφο
μαζί μέ τό κλειδί της, ἔστω και ἄν
οἱ πύλες τοῦ Ἅδου καί οἱ αἰώνιοι μοχλοί
θά συνετρίβοντο ἀπό τόν Τοῦρκο;

(Δοκίμιν)

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΟΝ

Ὁ βασιλιάς γεμάτος πορφυρώματα
τή νύχτα πού κοιμοῦνται τά νερά
κοιτάζει τ᾿ ἀμαυρά βουνά περίβλεπτα
καί περιστέρια πού ᾿χουν στά φατνώματα
ὀλίγα περισσεύματα ἡλίου.

Χαμαίζηλα πουλιά καί λόγιοι ἥλιοι
ἄστρα πολύπτυχα
καλλόκοσμα βουνά
γενετικά νερά
ἐνωτισθεῖτε.

Ὁποία παραμόρφωση τῆς φύσης
μές σέ χρυσή τῆς τέχνης κούνια νά κοιμᾶσαι!

Τοῦ Τόπ Καπί τό θαυμαστό μαργαριτάρι
στό μέλλον θέλει ἀπό τό χέρι ἀκυρωθεῖ
τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου τό δεξί.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΣΤΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ

Κόσμος πολύς μαζώχτηκε ν᾿ ἀκούσει
τήν ποίηση στό Ἀττικό Μετρό·
Λογῆς λογῆς πολιτικοί καί καλλιτέχνες,
ἀκόμη καί ποιητές -ἀνάμεσά τους
καί μιά γυναίκα πού χωρίς τά χάλκινα
λωρία τῆς Σιωπῆς ἐκατρακύλα.

Τουλάχιστο μᾶς ἀποζημιώνει
τό βιολοντσέλο κι ἡ φτερούγα πού τό κάνει
νά βγάζει βόγκο ἐρωτικό, τήν ὥρα
πού ἀνεβοκατέβαιναν ὠτακουστές
οἱ ἐπιβάτες καί ρυθμίζαν τά ρολόγια τους
οἱ χελιδόνες τῆς ἰσημερίας.

Στιγμή ὅπου τό φῶς ἰσορροπεῖ
μέ τό σκοτάδι. Τοῦτο μαρτυρεῖ
καί τή μεγάλη προσοχή μέ τήν ὁποία
ὁ πιό καλός ἀκροατής (ἄγρυπνο μάτι)
τ᾿ ἀπορροφοῦσε ὅλα· ὄνομα: κιονόκρανο.

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑ

Τά κόκκινα μῆλα δηλώνουν
πώς ὅλα τά κοράκια εἶναι μαῦρα.
Γιά ν᾿ ἀποφύγουμε λοιπόν τά λάθη
τό ἀσφαλέστερο εἶναι νά στηρίξουμε
τήν ἀνακάλυψή μας σέ θεωρίες
πού πιθανόν νά μήν ἀποδεικνύονται.

Τά κόκκινα κοράκια εἶναι μαῦρα
ἐφόσον ραμφίζουν ἕνα μῆλο.
Τό μῆλο ἀδυνατεῖ (ὡσάν βαρήκοο)
τόν ἦχο τῆς τρομπέτας νά συλλάβει.

Δέν εἶναι δηλαδή σέ θέση νά ἐξηγήσει
ποιές ἀναμνήσεις βάφουν τό ὑποκείμενο,
ποιά μῆλα τήν είδή τῆς γλώσσας φθείρουν,
ποιοί ταραξίες ἐνεργοποιοῦν
τά λάθος ἐρωτήματα.

(Κυδώνιον μῆλον)

ΚΑΗΜΕΝΕ ΜΠΑΧ

Ὁ καημένος Μπάχ ὅλη τήν ὥρα
συρρίκνωνε τόν ἥλιο στό μπαστούνι του,
ἔπαιρνε κάτι βότσαλα καί τά ᾿ριχνε
στή λιμνοθάλασσα τῆς μουσικῆς του.

Τόσο πολύ γνοιαζόταν γιά τόν ἄνθρωπο
πού θά ᾿μενε ἀκόμα καί χωρίς
περούκα καί χωρίς κεφάλι ὁ Μπάχ
προσφέροντας ἐκεῖνο π᾿ ἀγαποῦσε.

Κάτι ψευδάγγελοι τόν κατηγόρησαν
ὅτι καθώς ἐγύριζε τό πε-
ρισκόπιο τῶν ἡδονῶν του (ἤχων του)
ρουθούνιζε σάν ταῦρος καί μασούλιζε.

Κάποιοι δέ πάλιν –ἀλιγάτορες νομίζω-
κουνώντας τήν οὐρά τους τόν τυμπάνιζαν.

Ὁ καημένος Μπάχ δέν ἤξερε ποιός εἶναι
ὁ ρόχθος τοῦ πελάου, δέν ἤξερε θαρρῶ
νά διατάζει τ᾿ ἄστρα καί νά γράφει
σ᾿ αἰσχυντηλό οὐρανό τό παραμύθι του.

Ὄχι πώς ἦταν παντελῶς ἀνάξιος.
Ἡ μουσική του –δόξα σοι ὁ Θεός!-
σόδειαζε κάθε χρόνο ὑπέροχα σπαρτά.

Καί τά κελάρια του εἶχαν λέει κρασί μελύρρητο
καί τά μποστάνια του ἄνθιζαν, μέ τό νεράκι
νά γαργαλᾶ τά πράσινα προγούλια τους.

Ἕνας πετιόταν φρύνος, ἕνας κύκνος,
μιά πεταλούδα δυόμισι ἡμερῶν.

Δυσμάς ἡλίου ἁλώνιζε τή νύχτα
χωρίς περικοπές… Καημένε Μπάχ!

(Περ. «Πόρφυρας», τ. 124, Κέρκυρα 2007)


Μάνος Ἐλευθερίου
(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Τό νεκρό καφενεῖο, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1997. Ἡ πὀρτα τῆς Πηνελόπης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

Πεζογραφήματα: Τό ἄγγιγμα τοῦ χρόνου, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1994. Ὁ καιρός τῶν χρυσανθέμων, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2004. Ἡ γυναίκα πού πέθανε δυό φορές, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2006. Ἡ μελαγχολία τῆς παρίδας μετά τίς εἰδήσεις τῶν ὀκτώ, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2007. Ἄνθρωπος στό πηγάδι, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2008.

Ἐπιμέλειες: Ἐνθύμιον Σύρου, Γνώση, Ἀθήνα 1993. Τό θέατρο στήν Ἑμούπολη τόν εἰκοστό αἰώνα, Α΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1993, Β΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1995, Γ΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 1998, Δ΄τόμος, Δῆμος Ἑρμούπολης 2000. Νεοκλασική Ἑρμούπολη, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2000. Ἑρμούπολη: μιά πόλη στή λογοτεχνία, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2004.

Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Μάριος Μαρκίδης, στό βιβλίο του, Τό μαῦρο καράβι, Ἐρατώ, Ἀθήνα 1994. Χρίστος Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 8.1.1995, περ. «Περίπλους», τ. 48, 1999. Γιῶργος Βέης, περ. «Διαβάζω», τ. 388, 1998, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.1.1998. Γιῶργος Ξενάριος, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία, 22.3.2002. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.11.2004. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 612-613. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 273-277.

Ἀφιέρωμα: «Βιβλιοθήκη», ἔνθετο τῆς ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.5.2004 (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Γιῶργος Ξενάριος, Μάνος Ἐλευθερίου: συνέντευξη στήν Ἕλενα Χουζούρη).

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

Ὄχι μονάχα ἐκεῖνο πού εἴμαστε κι ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπό μᾶς
ἤ ὅ,τι ἀγωνιζόμαστε νά φαίνεται
ἀλλά μαζί μας σέρνουμε καί τίς μορφές τῶν ἄλλων
πού μέ τά χρόνια γίνονται ἴσκιος ἀνάμνησης
μαζί μας σέρνουμε σημάδια καί κομμάτια τους
τό αἷμα, τήν ἀγάπη τους, τήν περιφρόνησή τους
τά πάθη καί τά μίση τους καί τήν ἐκδίκησή τους
αὐτά πού χάσαμε σέ τρόμους καί κινδύνους­-
ὅσα κερδίσαμε σέ μάχες βιαστικές, τυραννικές
κι ὅσες μᾶς ἔδωσαν χαρές περαστικές οἱ ἀθάνατοι.

Ἔτσι σιγά σιγά χτίζεται σῶμα καί ψυχή.
Ἔτσι σιγά σιγά τό πρόσωπό μας.

ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ

Δέκα καί τέταρτο βραδάκι γιασεμιοῦ
κι οἱ ἀστυνόμοι ἀχνίζουν τρόμους καί θανάτους.
Γιά ποιούς ὑπήρξαμε;

Μόνο ἡ ἄνοιξη προνόησε γιά τούς χαμένους φίλους.
Ἤ μήπως ἦταν αὐταπάτη
ὅλα ἐκεῖνα πού κατάργησαν τούς στίχους μας
κι ἡ ὀμορφιά τους ἐξευτέλισε τά ἐγκώμια;

Βραδάκι γιασεμιοῦ καί μές στούς οἴκους ἀνοχῆς
παίζουν πασιέντζες.
Γιά ποιούς ὑπήρξαμε;

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Μεγάλη Ἑβδομάδα ἦταν στή νεότητά μου
καί τό θυμᾶμαι γιατί στό αυλιδάκι ἑνός γειτόνου
ξημέρωναν οἱ πασχαλιές τῆς δυστυχίας μου.

Πέρασαν χρόνια. Πάλι ἀπόγευμα προχωρημένο
καί καθόμουν στή βεράντα ἑνός καφενείου
3ης Σεπτεμβρίου καί Βερανζέρου γωνία
(ὑπάρχει ἀκόμη· σκοτεινό καί μεταποιημένο)
καί στόν ὁρίζοντα ταξίδευε τό χρῶμα τό χερουβικό
ἀλλά τότε εἶχα τήν αἴσθηση τῆς ἀπόλυτης εὐτυχίας
γιατί εὐτυχία πρέπει νά ἦταν τέτοια ὀδυνηρή
ἄγνοια τοῦ μέλλοντος
κι ἦταν ἀδύνατο νά προνοήσω πόσοι γνωστοί
καί φίλοι μου
θά κρεμαστοῦν ἀπ᾿ τό ταβάνι.

Ὅλα θυμίζουν Μεσοπόλεμο καί μουσικές μιᾶς αὐταπάτης
μέ ὀργανοπαῖκτες γυάλινους καί μόβ τῆς πασχαλιᾶς.

ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ἀνοίγουμε παλιά συρτάρια καί τό μέλλον ἔρχεται.
Κοκάλινες πόρπες, ἀσημένιες ἀγκράφες, κουμπάκια
γυάλινα
ἐπισκεπτήρια καί λογαριασμοί τηλεφώνου
(μέ πόσους μιλήσαμε;)
καρφίτσες καί κλωστές καί τραπουλόχαρτα
ὅπως αἰσθήσεις μιᾶς νίκης καί κάποιας ἄνοιξης
μέσα στόν ὕπνο.

Ἀνοίγουμε παλιά συρτάρια καί μπουκαλάκια
τῶν ἀρωμάτων
γελᾶς μέ τίς μόδες μιᾶς ἐποχῆς
κεντημένα φορέματα μέ χάντρες καί πούλιες
στό βαθύ ντεκολτέ νά πέφτει διπλό περιδέραιο
καί στό δωμάτιο τό φῶς κρεμεζί-
ὅπως σέ κάποιο τραγούδι.

Μένει νά ἐξηγήσουμε γιά ποιάν ἄνοιξη μιλᾶμε
καί ποιός ἐν πάση περιπτώσει μᾶς ὑποδύεται.

(Τό νεκρό καφενεῖο)

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Ἀκυρώνει τά χρόνια ἡ στιγμή στό ξαφνικό
τηλεγράφημα: «Ἀσθενεῖ βαρέως φθάσε».

Πέφτει ἡ βελόνα ἀπ᾿ τό χέρι πού ράβει τό στρίφωμα.
Πέφτουν οἱ βελόνες ἀπ᾿ τά χέρια πού πλέκουν δαντέλες.
Τά χέρια πού στύβουν λεμόνια.
Ὅταν ἀνάβουν τή λάμπα καί γυαλίζουν μπακίρια.
Ὅταν ἁπλώνουν σεντόνια στό σκοινάκι
πού θά σέ πνίξει χρόνια μετά.

Ὅταν πλένουν μέ φύλλο συκιᾶς τά ποτήρια.
Νά σιδερώνουν πουκάμισα. Νά καθαρίζουν λεκέδες
μέ τό βρασμένο δεντρολίβανο.

Ἡ σταγόνα τό αἷμα ἀπ᾿ τό δάχτυλο πού χτύπησε
σ᾿ ἕνα ἀόρατο καρφάκι.
Τά χέρια πού χειροκροτοῦν πλανόδιους θιάσους
καθώς γυαλίζουν οἱ πούλιες καί σκοτεινιάζουν τά φτερά
κι ἀστράφτουν τά πόδια τά θεϊκά μιᾶς χορεύτριας
μές στά ἐρείπια μιᾶς ζωῆς πού θά συρθεῖ ὡς τό σταυρό.

Ἄχ πόσο πόσο ἡ ὀμορφιά εἶναι ὑπόσχεση θανάτου.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΣΕ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ

Νομίζει πώς περιπολεῖ μέσα σέ ναρκοπέδιο.
Ἄδικη ἐποχή ἀχάριστη πατρίδα.
Στήν ἄραχλη ἐπαρχία
πῶς ἀποχαιρετᾶ κανείς τόν ἑαυτό του.

Ἐλάχιστοι τοῦ ἀπάντησαν γιά τά ποιήματά του.
Σάν νά τοῦ στέλνανε συλλυπητήρια.
Ὁ κάθε κάλπης τοῦ ᾿δινε μιά θέση
γιά τή λησμονιά.

Κι ὅμως γι᾿ αὐτά ἔφτυσε αἷμα νά τά γράψει.
Τοῦ καίγονταν τά χέρια μόλις τ᾿ ἄγγιζε.
Στήν Κόλαση περπάτησε νά βρεῖ τήν κάθε λέξη.
Μέ τούς Ἀγγέλους ὁδοιπόρησε καί
(αὐτό κι ἄν εἶναι ἀλήθεια)
πολλοί ἀπ᾿ τούς ἁγίους τοῦ ὑπαγόρευαν
σεβαστικά καί τί καί πῶς θά γράψει.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Ὅταν ἔξω στούς δρόμους λιγόστευε τό φῶς
ἐκεῖνος ἄναβε χρυσάνθεμα σέ κρύπτες μυστικές τοῦ μέλ-
λοντός του.

Πολυελαίους γιά νά τρομάζει τίς σκιές.
Καί ἑλληνικά μιλώντας
ἔβγαινε ἀπό τό μεσαίωνα τοῦ σώματός του.

Μιά νύφη κατέβαινε τίς σκάλες ἀκροπατώντας
-ξύλο παλιό καί τρίζει σάν παράπονο-
ντυμένη τούλια καί ἀραχνοΰφαντα καί μουσικές
σάν κάτι αἰώνιο διαρκῶς ἀποχαιρετώντας.

Ἄχ νοσταλγία μέσα στά πένθη σάν ἀκροβάτης.
Πού σέρνεις γυάλινες βιτρίνες μέ τίς πομάδες
τά δηλητήρια καί μέ τ᾿ ἀρώματα τῶν φαρμακείων
ἀφοῦ ὅλα δείχνουν πώς δέ θά νικήσουμε τόν Ἄγγελό μας
δεῖξε τουλάχιστον τό ἔλεός σου σ᾿ αὐτά τά χρόνια
τῆς μεγάλης αὐταπάτης
ν᾿ ἀξιωθοῦμε νά μιλᾶμε κι ἐμεῖς ἑλληνικά
ἀνασύροντας λέξεις καί αἰσθήματα
κι ἀπ᾿ τά σκουπίδια.

(Ἡ πόρτα τῆς Πηνελόπης)


Τάσος Γαλάτης
(1937)

Ποιητικές συλλογές: Ἀνιπτόποδες καί Σφενδονῆτες, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2005. Ὁ σημειωμένος, Τυοωθλητω, Ἀθήνα 2005.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ζωή Κατσιαμπούρα, περ. «Φιλολογική», τ. 75, 2001. Γιάννης Κουβαρᾶς, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2000. Τασούλα Καραγεωργίου, περ. «Πλανόδιον», τ.39, 2005, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 12.2.2006. Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1789, 2006. Σωτήρης Πατάκας, περ. «Ὀροπεδιο», τ. 1, 2006. Μαρία Τοπάλη, περ. «Παράγραφος», τ. 3, 2006. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περ. «Σημειώσεις», τ. 63, 2006. Χρίστος Ρουμελιωτάκης, περ., «(Δε)κατά, Ἄνοιξη 2007. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 349-350. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ποίησης, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 304-308. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 25.1.2008. Κώστας Κρεμμύδας, περ. «Μανδραγόρας», τ. 40, 2009.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά.

Ἀφιερώματα:  Περ. «Λυχνάρι», τ. 6, 2006, (Ἔλσα Λιαροπούλου, Ἐριφύλη Σαμουηλίδου-Βλάχου).  «Ὀροπεδιο», τ. 4, Χειμώνας 2007-2008, (Λουκᾶς Κούσουλας, Γιῶργος Γώτης, Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἔλσα Λιαροπούλου, Ξάνθος Μαϊντᾶς, Μαρία Μαρκαντωνάτου, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Θανάσης Βασιλείου, Λουκᾶς Θεοδωρακόπουλος, Στάθης Κουτσούνης).

ΑΝΙΠΤΟΠΟΔΕΣ ΚΑΙ ΣΦΕΝΔΟΝΗΤΕΣ

Θέλω νά πεθάνω γιά νά μήν πονῶ·
ὁ μόνος στίχος ἀπό τά παλιά ρεμπέτικα
πού τραγουδῶ συχνά πυκνά
καμιά φορά κραυγάζοντας
καί κάποτε μέ οὐρλιαχτά στό ἔρμο σπιτικό μου.

Μά τότε ἤτανε ἀλλιῶς
τότε ὁ θάνατος ἦταν ἀκόμη ἀνύπαρκτος
κι ἄς ἔτρεχε ποτάμι τό αἷμα στά βουνά
κι ἄς στέναζαν οἱ φυλακές κι οἱ ἐξορίες
κι ἄς ἔφτασε τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης
τό μήνυμα στήν ἐκκλησιά
πάνω πού ὁ στεντόρειος Παπα-Στρατῆς
βγάζοντας τόν Ἐσταυρωμένο
βοοῦσε τό «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου»
πώς πάει, ὁ πατέρας μου σκοτώθηκε
στό ἄγριο μακελλειό τῆς Βαμβακοῦς
κι ἡ μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη ἀπ᾿ τό στασίδι.

Τότε πού παίρναμε τήν κατηφόρα γιά τό ρέμα
ὁ Μπάτης, ὁ Κουσκούνης, κι ὁ Μπουμπούνας
ἡ Νίκη τοῦ Μαλαφέκα, τό ἀγοροκόριτσο
ὁ Κατραμάδος κι ὁ Τιγκίρης
κι ἄλλοι πολλοί μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας
ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελλειό
καί τινες μάλιστα ἐξ αὐτῶν
ἐντός ὀλίγου ποδοσφαιριστές δαφνοστεφεῖς
ἀνά τό Πανελλήνιον
ξυπόλητοι, μέ τίς πατοῦσες μαῦρες ἀπό τό λιγνίτη
τραγουδώντας τό ἡρωικό

«εἴμαστε ἀλάνια»(δίς)

στίς ἀνθισμένες λυγαριές τῆς ποταμιᾶς
ψάχνοντας ποιός θά βρεῖ τό πιό γερό τσατάλι
γιά νά ταιριάξει τή σφεντόνα του.

Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες
στήν Καλογραίζα τοῦ ᾿47, ᾿48 καί ᾿49
μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας
ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελλειό
κι ὅλοι μας διαλεχτά παιδιά μέσα στήν πιάτσα.

Ο ΜΕΙΖΩΝ

Δέν θά σέ ἀπαλλάξω
κι ὄχι βέβαια γιά τίς πόζες καί τά γουναρικά σου,
ἀνθρώπινα εἶναι τοῦτα καί τά συμμερίζομαι·
ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω.

Οὔτε θά σκώψω τίς δηλώσεις σου
γιά τήν παρέλαση τῶν τεθωρακισμένων στήν κόκκινη
πλατεία
ἤ τούς ὕμνους γιά τόν δικό σου Φύρερ·
ἔστω πώς ἤσουν μαγγωμένος στό δόκανο τῆς ἱστορίας
καί κάτι ξέρουμε κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί γι᾿ αὐτό
δίχως νά μοστράρουμε τά δικά σου εὔσημα.

Δέν θ᾿ ἀπαλλάξω τήν ἀλαζονεία σου
κι ὄχι γιατί στό βάθος μέ ὅσα ἔπραττες καί ἔγραφες
μοναδική σου σκέψη κι ἔγνοια στάθηκε
πώς νά παραμυθιάσεις τούς ἀνίδεους Ἀντιοχεῖς
αὐτούς πού σέ χειροκροτοῦσαν
καί σέ ἀνακήρυσσαν μείζονα καί μέγιστο.

Ἀλλά γιατί δέν δίστασες νά χρησιμοποιήσεις
καί νά ἐκπορνεύσεις ἀκόμα καί τό κάλλος
πού τόσο λυσσαλέα θήρευες σέ ὅλη σου τή ζωή
ἐπενδύοντας τά πάθη καί τίς φαντασιώσεις σου
ὄχι ἀσφαλῶς ποιητικῆ ἀδεία
μά γιατί ἔτρεμες περιδεής ἀπό τό φόβο τῶν Ἰουδαίων,
σύ ὁ ἐπαναστάστης, ὁ ἔκδοτος στίς ἐξορίες.

Ἔλα, πέταξε πιά τίς μάσκες, γδύσου τίς εὐτέλειες
τραγούδα μου καί πάλι τό μελαχρινό ναυτόπουλο
καί τούς ἀγῶνες ἱστιοπλοΐας
σ᾿ ἐκεῖνο τό βεβαρυμένο καλοκαίρι
ἀπό τήν καταχνιά τοῦ φασισμοῦ
στό ἐναέριο Φάληρο τοῦ Μεσοπολέμου.

Καί τώρα χαῖρε!
Τό ὀγκῶδες καί ἀνοικονόμητο ἔργο σου
σέ παρασύρει, σέ παρέσυρε ἤδη σάν τόν Τιτανικό
σέ βυθό ἀνελεήμονα
κι ὅσο γιά τούς Ἀντιοχεῖς
αὐτοί θά βροῦν ἐξάπαντος ν᾿ ἀναγορεύσουν ἄλλους
μείζονες καί μέγιστους
νά περπερεύονται, νά φυσιοῦνται καί νά κομψεύονται
μάλιστα δέ μέ περισσότερη χάρη ἐνδεχομένως ἀπό σένα·
μά ἐγώ θά μείνω μόνος καί ἀπαρηγόρητος
γιατί θά ἔχεις ἤδη καταλάβει
πόσο στό βάθος σέ ἀγαπῶ καί πιθανόν νά σέ θαυμάζω.

Ο ΑΜΑΛΑΚΙΣΤΟΣ
Χ.Ρ.

Ἐσύ δέν κάνεις γιά δῶ
εἶσαι ἀκόμη «ἀμαλάκιστος», τοῦ εἶπαν
καί τόν ἔδιωξαν.

Ἦταν δέν ἦταν ἕντεκα χρονῶ
καί πῶς νά τά ᾿βγαζε πέρα μέ τά θηρία τῆς λαχαναγορᾶς·
μά ποῦ νά ἤξεραν
τήν εὐδόκιμη μετ᾿ οὐ πολύ θητεία του
στό θανάσιμο γιά τά ἤθη ἐκείνου τοῦ καιροῦ ἁμάρτημα
-μιά ἱστορία ἐξίσου ὀδυνηρή
ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος-

Θά ᾿βρισκε ἀλλοῦ δουλειά
θά χτυποῦσε ἄλλες πόρτες
τί ἄλλο τοῦ ἔμενε μέ τόν πατέρα του στίς ἐξορίες
καί τή μανούλα του ὁλημερίς στίς φάμπρικες.

Μοῦ ἀφηγήθηκε τό περιστατικό χρόνια μετά
ψημένος πιά γιά τά καλά μέ τίς δικές του ἐξορίες
τή δικηγορική καί τά κρυφά χαρτιά του,
διόλου τουτέστιν «ἀμαλάκιστος»!

Λευκόθριξ
γάστρων ὀλίγο λόγω τῆς οἰνοφλυγίας
μ᾿ ἕνα μπαλονάκι στήν καρδιά
στ᾿ ἄπατα πνιγμένος
ἀπό τή μαλακία τῆς λεγόμενης μεταπολίτευσης.

ET INARCADIAEGO…

Περιεργάζομαι τίς ἑλληνάδικες ἀκρογιαλιές
τούς δῆθεν κίονες, τά κάλπικα ρουμάνια·
τό σπουδαιοφανές φλαμανδικό τοπίο
πού δεσπόζει αὔθαδες στήν αἴθουσα ἀναμονῆς
μοῦ δίνει τέλος τή χαριστική βολή.

Ζῶ, εἶναι βέβαιο, σέ μιάν ἀνύπαρκτη πατρίδα
ἐδῶ σ᾿ αὐτούς τούς τοίχους, σ᾿ αὐτές τίς κίβδηλες πλαγιές
ἀφήνουν τή στερνή πνοή τους
οἱ σάτυροι καί οἱ βοσκοί τῆς Γορτυνίας
τ᾿ ἀγόρι πού ἔτρεχε στίς ὄχθες τοῦ Μυλάοντα
ὁ ἔφηβος πού κολυμποῦσε στίς πηγές τοῦ Λούσιου.

Κι ἐγώ ἕνας πάππος
ἕνας Σειληνός ξεδοντιασμένος
τρεκλίζοντας στίς ἐρημιές τῆς λεωφόρου.

(Ἀνιπτόποδες καί σφενδινῆτες)

ΕΣΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ

Ξέρω πώς δέ θ᾿ αργήσει ἐκεῖνος ὁ καιρός
θά ᾿ρθει μιά μέρα πού δέ θά κελαηδοῦνε στόν Κολωνό
τά ἀηδόνια
οἱ κρόκοι καί οἱ νάρκισσοι τοῦ Κηφισοῦ τίς ὄχθες δέν
θά μυρώνουν
κι ὅπως ἄλλοτε οἱ Ὀλύμπιοι ἀφάνιζαν τά ἔργα τῶν
θνητῶν
κι ἐκεῖ ὅπου βίγλιζαν τῶν Ἀχαιῶν τά κάστρα
λιθάρια μόνο καί ξερόκλαδα ἔγλειφε στό ρέμα του
ὁ Σκάμανδρος
σιμώνει τώρα, ἔφτασε τό τέλος γιά τά ἔργα τῶν θεῶν
ὁ Ἰλισσός δέν εἶναι πιά ἐδῶ,
δέν εἶναι ὁ Κηφισός, ὁ Ἠριδανός δέν εἶναι
μαύρη ταφόπλακα τό πέρασμα τούς σκέπασε ἀπ᾿ ἄκρη
σ᾿ ἄκρη
καί πιά ποῦ ν᾿ ἀκουμπήσει, νά σταθεῖ
ποιός εἶναι ὁ λόγος νά φτάσει στήν Ἀθήνα
ἕνας γέροντας τυφλός κι ἐξόριστος
γυρεύοντας ἀναπαμό στό δάσος τό μυριόκαρπο
καί στό βαθυμελάχρινο κισσό τό μέτωπο νά δροσερέψει
κι οὔτε πιά θά ᾿χει νόημα
νά ᾿ναι κανείς Θηβαῖος ἤ Κορίνθιος
καί νά ἐπιμένει γέροντας στό γεροντικό ραβδί του
ν᾿ ἀντιστέκεται πεισματικά στήν ἐξορία.

Η ΚΑΣΤΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

Δέν μοῦ ξεφεύγουν, τούς ἀναγνωρίζω ἀμέσως
στά πεζοδρόμια, στά λεωφορεῖα, στή λαϊκή.
Θαυμάζω τήν ἠθοποιία, τό ὑποκριτικό τους τάλαντο
πῶς ξεγελοῦν καί συγκινοῦν τόσο κοσμάκη·
καμώνονται τόν σπαστικό, στρεβλώνουνε τά πόδια
σωριάζονται συχνά σάν σεληνιαζόμενοι ἀφρίζοντας
ἤ προκαλοῦν τόν οἶκτο μ᾿ ἕναν παγωμένο μορφασμό
σάν παραπληγικοί.

Δέν τούς ἐνοχλεῖ τό ἐξεταστικό μου βλέμμα
μέ προσπερνοῦν ἀδιάφοροι σάν νά μήν μέ προσέχουν
λές καί περιφρονοῦνε τή δική μου ἐλεημοσύνη·
μά ἐγώ ὑποψιάζομαι πώς κάτι ἄλλο ἴσως νά συμβαίνει
τί ἀκριβῶς δέν ξέρω, μά πάντα καταλήγω στήν ἴδια
ὑπόθεση·
μπορεῖ νά θεωροῦν ὅτι ἀνήκω στή δική τους κάστα
ὅτι σέ λίγο σέ κάποιο ἄλλο περιβάλλον θά ὑποκρίνομαι
κι ἐγώ
ἐξίσου ἐπιτυχημένα παίζοντας τό δικό μου θέατρο.

Γι᾿ αὐτό ἀλλάζω ὕφος, γίνομαι γενναιόδωρος
ρίχνω ἐπίτηδες στό ἄθλιο σακουλάκι τους τόν ὀβολό μου
ξέροντας πώς τέτοιοι ρόλοι καί χειρότεροι μοῦ
ἐπιφυλάσσονται
κι ὄχι περαστικοί ὅπως στό δικό τους τό σινάφι
μά πιό ἐπώδυνοι καί μόνιμοι
ὥσπου νά γίνω ἀποδεκτός ὁριστικά στήν κάστα τῶν
τυφλῶν.

(Ὁ σημειωμένος)

 

Νίκος Καρανικόλας
(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 339-340.


Μάριος Μαρκίδης
(1940-2003)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Μεταξύ Σινά καί Αἰλείμ,Ἔρασμος, Ἀθήνα 1993. Ποιήματα μέ ἡμερομηνία λήξεως, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Βαποράκια, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Παρά ταῦτα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2001.

Πεζογραφήματα: Ἄλλα μέρη, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1996.

Δοκίμια: Ὁ ἐξανθρωπισμός τῆς γλώσσας, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1993. Τό μαῦρο καράβι, Ἐρατῶ, Ἀθήνα 1994. Σπουδές στή σημασία, Πλέθρον, Ἀθήνα 1995. Τό μέσα καί τό ἔξω. Ἐπιστροφή στή φωλιά τοῦ κούκου, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1998. Ἤ τοῦ ὕψους ἤ τοῦ βάθους, Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 1999. Λογοδοσία. Διαδρομές στήν παραψυχολογία καί τήν ψυχανάλυση, Ἐξάντας, Ἀθήνα 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γ.Δ. Σπαθάρας, περ. «Περίπλους», τ. 42, Ζάκυνθος 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 12.3.1996 (καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999.) Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας], τ. 12-13, 1996. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 9.7.1996. Γιῶργος Βέης, περ. «Ποίηση», τ. 8, 1996. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 48, Θεσσαλονίκη 1999, ἐφ. «Ἐλεθευθεροτυπία», 25.1.2002. Γιάννης Ζέρβας, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.1.2000. Βασίλης Καλαμαρας, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.12.2001,  ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.7.2003. Γιάννης Παπακώστας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 16.7.2002. Εὐριπίδης Γαραντούδης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1338. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 321-327.

ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΟ

Πρῶτος νά περάσει μέσα ὁ δεκαπενταετής πλοίαρχος
ὕστερα νά μπεῖ σκονισμένος ὁ Ἰβανόης ἀφήνοντας τ᾿
ἄλογό του στήν πόρτα

Ὁ καλός μας ἐπίσκοπος Μυριήλ νά καθίσει σ᾿ αὐτή
τήν καρέκλα
καθ᾿ ὅν χρόνον ὁ Μάριος
θά ξεδιπλώσει μιά βουτηγμένη στό αἷμα του σημαία
πρός ἀπόδειξιν
τῆς προδοσίας τοῦ βασιλόφρονος παπποῦ του

Ὁ Τόμ Σῶγιερ, τό πειραχτήρι, θά πετάξει ἕνα ποντίκι
στό παράθυρο
καί θά βγεῖ νά τόν κυνηγήσει μέ τή σκούπα ἡ κυρία
Θεναρδιέρου
ἡ γριά Φραγκογιαννού
(πού ἔχει ρόνια νά μιλήσει στίς γειτόνισσες)
κι ἡ ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα

-Τόσο πολύ τούς σκέφτομαι ὥστε θά μέ βαρέθηκαν.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός χαρταετοῦ
πού δέν εἶχα ποτέ.

Μπορεῖ νά ἔπαιζα στά μάρμαρα τοῦ Θησείου πού
δέν εἶχαν στό μυαλό τους παρά μόνο πῶς
-μέ χρόνια μέ καιρούς-
θά ξαναγύριζαν στό χῶμα

Μπορεῖ νά ἦταν δικό μου τό σινεμά Κόσμος (μηχα-
νουργεῖο νομίζω σήμερα) πού ἔσβησε μιά Κυρια-
κή ἀπόγευμα τά φῶτα του κι ἐπρόβαλε τό ἔργο

Παπούτσι ἀπό τόν τόπο σου
Μπορεῖ νά ἔφτανε καί τό πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μαρί-
νας ὁπότε ἄρχιζε νά ὑποκύπτει τό καλοκαίρι καί
μοῦ ἀγόραζαν
κάθε χρόνο ἕνα τόπι
καί παγωτό Ἔβγα καί μαλλί τῆς γριᾶς

Τό βράδυ στρώναμε νά κοιμηθοῦμε στήν ταράτσα κι
ἄκουγα τό τράμ
νά κατεβαίνει τήν ὁδό Ἑρμοῦ τρικλίζοντας

Χτυπώντας ἕνα γλυκό καμπανάκι μόλις φρέναρε στούς
Ἁγίους Ἀσωμάτους
σά νά τό περίμεναν προκειμένου νά συντάξουν τήν
ἀναφορά τους οἱ λυμφατικοί ἅγιοι

Τί ἄλλο θυμᾶμαι;
Θυμᾶμαι τό Σινεάκ ὅπου ὁ Ἄμποτ ἔπαιζε μισή ὥρα
σφαλιάρες μέ τόν κουτό Κοστέλο
ἐνῶ λίγα λεπτά κατόπιν ἔρχονταν τά Ἐπίκαιρα κι ὁ
γενναῖος ἐθνικός μας στρατός τσάκιζε τούς συμ-
μορίτες
καθ᾿ ἥν ὥραν ἡ βασίλισσα Φρειδερίκη ἐγαινίαζε ἀρά-
δα παιδουπόλεις
ὅπου χαρούμενα ὀρφανά φιλοῦσαν τό χέρι της μ᾿ εὐ-
γνωμοσύνη

Θυμᾶμαι ἐπιπροσθέτως τό βιβλιοπωλεῖο Ἀετός στήν
ὁδό Βουκουρεστίου
πού κάθε τρίτη τοῦ μηνός
-ὅταν κατεύθανε ἡ σύνταξη-
ἡ χοντρή γιαγιά μου ἀποκτοῦσε κύρος στόν Οἶκο τῶν
Ἄσερ καί τότε εἴχαμε Μόγλη τό παιδί τῆς ζού-
γκλας, Δασκάλα μά τά χρυσά μάτια καί Φιλέας
Φόγκ

Σιρκούρ τόν Θαλασσινό
Βούγκ Ζαργάλ
καί λουκουμάδες κατά τήν ἐπιστροφή στό ζαχαροπλα-
στεῖον ὁ Κρίνος

Θυμᾶμαι τίς μπλέ κόλλες πού μοῦ ἔντυναν κάθε Σε-
πτέμβρη τά τετράδια. Τίς ἐτικέτες μέ τό ὄνομά-
μου, τήν πλάκα καί τό κοντύλι μου, τίς πένες χῆ-
νες μου, τήν ἀπέραντη ἀπελπισία μου ὅταν ἅ-
πλωνε τρίχες τό μελάνι

Θυμᾶμαι μιά φορά πού ἔλειψε λίγες μέρες ἡ μάνα
μου καί νόμισα πώς ἐγώ ἔφταιγα
Τίς γκαζές μου, τά μολυβένια στρατιωτάκια μου, τίς
χαλκομανίες μου, τή δασκάλα μου δεσποινίς Οὐ-
νία
-σαράντα χρόνια ἄκλιτη

Ὅλα αὐτά θυμᾶμαι πώς εἶχα:
Μά χαρταετό δέν ἀμόλυσα ποτέ.

(Ποιήματα μέ ἡμερομηνία λήξεως)

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Στοά Ἀρσακείου, μέρες Ἀνοίξεως τοῦ  1997

Ἐμεῖς πουλᾶμε στήν ἄλφα τιμή, ἄλλοι πουλᾶνε στή βῆτα.
Δικαίωμά τους, δικαίωμά μας.
Βαραίνει ὁπωσδήποτε στήν ἀγορά τό ὄνομά μας
-ζήτημα σχετικό ἡ νίκη καί ἡ ἥττα.

Ἡ ἥττα μάλιστα σήμερα «τραβάει»:
Τί ραγισμένοι δρόμοι, τί ἀσβεστωμένα συνθήματα.
Τά πιό καλά εἶναι τά γκρινιάρικα ποιήματα
κι ὁ Σεφέρης πού δέν μοῦ ἀπαντάει.

Τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ὅλοι μας πουλᾶμε.

ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΠΙΚΡΙΑ;

Νά καρφώνετε, μᾶς εἶπε, τίς λέξεις σας σάν πρόκες.
Γερή συμβολή, ὅμως ποῦ νά τίς καρφώσουμε;
Νά πάρετε μαζί σας νερό, σᾶς περιμένει μεγάλη ξηρασία –
δέν εἴχαμε ἐντούτοις ὄρεξη νά διασχίσουμε πάλι τήν ἔρημο.
Ξεχερσώσαμε τό μέλλον μας
δέν μᾶς κάνει πιά οὔτε κρύο οὔτε ζέστη.

Ὥστε μή βασανίζετε ματαίως τόν ἑαυτό σας καημένες σάλπιγγες
φροντίστε κάποτε καί τή δική σας ὑγεία.

Τό γε νῦν ἔχον οὔτε ξηρασία στά μέρη μας οὔτε τίποτα.
Μήν πικραίνεστε λοιπόν πού δέν ὁμοιοκαταληκτήσαμε
μέ τά ποιήματά σας.

Εἴμαστε ἡ ἀσυνέχεια τῶν συλλαβῶν σας.
Παραδεχτεῖτε ὅμως καί σεῖς πώς δέν ὑπήρξατε ἀναπίδεκτοι μαθήσεως.
Κι ἄν δέν βάζουμε πρωί-βράδυ θερμόμετρο
εὐθύνεστε ἐν μέρει:

Μᾶς κλιματίσατε καλά.

(Βαποράκια)

ΤΟ ΑΝΕΚΑΘΕΝ

Ἡ διάγνωση ἦταν ἀμείλικτη: βαρειά ἡττοπάθεια.
Δέν θυμᾶμαι τότε ποιός συγγενής πρώτου βαθμοῦ
ράγισε τή φωνή του
ὡσάν νά ἔφταιξε
ὠσάν νά φταίξαμε.

Καί σέ τί μπορεῖ νά φταίξαμε;
Τί μεγάλοι, ψιθύρισε, πού φτάσαμε ὥς ἐδῶ
πόσους καί πόσους Ἀπρίληδες δέν κηδέψαμε.

Εἶναι πολύ ἀργά.
Ἀλλά, τόν παρηγόρησα,
εἶναι ζήτημα τοῦ DΝΑ
τῆς κληρονομικότητας.

Ὅλοι στήν οἰκογένειά μας γνωρίζαμε
ὅτι ἀνέκαθεν
ἦταν
πάρα πολύ ἀργά.

ΟΙ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΕΣ ΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ

Οἱ ὁμοιοκαταληξίες δυναστεύουν τά ἀδύνατα πνεύματα
Ντεκαντάνς, γράφω τό ὄνομά σου ἀνορθόγραφα.
Τά ἄτεχνα τά μεταθανάτια σονέτα!…

Ὁ Μαβίλης θά μᾶς κρεμάσει ἀνάποδα.
Συνελόντι εἰπεῖν
εἴμαστε οἱ βραδυφλεγεῖς ἐπίγονοι τοῦ σπλήν.

(Παρά ταῦτα)


Βαγγέλης Ροζακέας
(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 302-34.

Κώστας Ροδαράκης
(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Δυό ἐκδοχές τῆς Ἀριάδνης, (σύνθεση), Ἀθήνα 1992, Ἐρωτικά ποιήματα, Ἀθήνα 1995.

Πεζογραφήματα: Καλώνδας κόραξ, Ἀθήνα 1994.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Π.Σ.Γεμελής, Ἀρχές καί θεωρίες τῆς παραβίασης στόν κόσμο τῶν «Ἀποσπασμάτων». Μιά ἀπόπειρα προσέγγισης στό ἔργο τοῦ Κώστα Ροδαράκη, Ἀθήνα 2002. Ε.Β., Θ.Κ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1931. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 308-311.

[Ἀπόσπασμα]

-Πές μου γιά ᾿κεῖνο  τό παλιό ψέμα, πού ἀκόμα τραγουδᾶ στ᾿
αὐτιά μου τό τραγούδι τῶν τύψεων, στά μάρμαρα καί στά
μωσαικά τῆς νιότης … Θυμᾶσαι; -Ἦταν τότε πού γύριζα στίς
ἐρημιές κοιτάζοντας  την ἀπεραντοσύνη, στό βάθος τῶν
ἀξέχαστων ματιῶν σου. Τό λιβάδι, ἔνιωθε τήν ἁπαλοσύνη τῶν
βημάτων σου, καί τό μεταξένιο δίχτυ δεμένο στήν ἄκρη τοῦ
λαιμοῦ σου, ἔδιωχνε ὅλα τά μικρά ἐφήμερα ἔντομα. Σέ κάθε
πέρασμά σου ἕνα κοπάδι μικρές χρυσόμυγες σ᾿ ἀκολουθοῦσαν.

Ὅλα σέ ἀγαποῦσαν!

Μέ ρωτοῦσες γιά τό χελιδόνι, πού ἀκουμποῦσε ξυστά μέ τά φτερά
του τά νερά τῆς παλιᾶς στέρνας.

[Ἀπόσπασμα]

Καί βρέθηκα μόνη στήν παλιά του γειτονιά. Καί πῆρα πάλι
τό λεωφορεῖο, γιά νά πάω νά δῶ τή φίλη του τήν Ἀνθούλα. Κι
εἶδα καί τόν Λυτρωτή του, πού τόν περίμενε τίς Κυριακές πίσω
ἀπό τήν ἀγορά, γεμάτος σίδερα (μέ κεῖνα πού σκορπᾶνε τό
κακό), ἀκόμα ἐκεῖ νά στέκει. Κι ἀπό μακριά ἀκουγόταν ἕνα
γνωστό ἀλλά ἀπόκοσμο τραγούδι πού ἔλεγε γιά ἕνα κορίτσι,
πού ὅλο τό βράδυ τό στόλιζαν μέ περιδέραια καί μαργαριτά-
ρια, γιά νά τό σύρουν τό πρωί γυμνό στά ἀγκάθια καί στίς
πέτρες.

Καί μόλις ἄρχισε νά φέγγει, ἔπεσε μιά ψιλή βροχή καί ὅλοι
εἶχαν φύγει. Κι ὅσο ἀνενόχλητες στίς πλάκες τῆς αὐλῆς, σεριάνι-
ζαν δυό χρυσαλίδες χρυσοκέρατες, ἐκεῖνος μπροστά τους καυ-
χιόταν, γιά τό κουράγιο πού εἶχε, νά χτυπάει ἕναν ἄνδρα μέ δε-
μένα τά χέρια.

(Δυό ἐκδοχές τῆς Ἀριάδνης)

36 [Ἀπόσπασμα]

Ἔχουν περάσει χρόνια. Μά σά νάσουν καί δικιά μας
ἱστορία. Ψηλά στά κάγκελα τῆς πόρτας
τοῦ καφενείου πού συχνάζουμε
στή θέση πάνω πού κρεμᾶμε κάθε ἄνοιξη τό Μάη

Τό ψάθινο καπέλο σου
φορτωμένο ἀκομα τριαντάφυλλα καί ἥλιο
ἴσια στά μάτια μᾶς κοιτᾶ
ἔτσι γιά νά μᾶς θυμίζει, κάποτε τ᾿ ὄνομά σου, τό νόημά σου
ἴσως καί τό θησαυρό τῆς φυγῆς σου

62

Τήν ἀπουσία σου
θρηνοῦσα μιά ζωή

Ὄχι ἐσένα!

68

Τελικά δέν ἔμεινε χαρτί
πού νά μή γράψω πάνω δυό λόγια γιά σένα

Τά γράμματα σβήνουν γρήγορα
πολλοί χάθηκαν πιό ὁριστικά
-μέ τά ρολόγια τους σταματημένα σ᾿ ἕναν ἄλλο χρόνο
καί τά πανωφόρια τους κρεμασμένα-
«καί μόνο καμιά φορά ἀπό τά καπέλα τους
ἀκούγεται μιά μουσική

-Οἱ ἄνθρωποι μᾶς σπίλωσαν
ἴσως γιά νά μᾶς διαφυλάξει ἀκέραιους
ἡ ἀνωνυμία τῆς ἱστορίας».

72

Τόση τελειότητα ἦταν ἕνα μαρτύριο!
Γιαυτό
χίλιες φορές ἔγραψα τ᾿ ὄνομά μου στούς τοίχους
μήπως καί μέ θυμηθοῦν

Τόσοι δικοί μου φύγανε γιά πάντα
Κι ἀπ᾿ ὅλες τίς γνωριμίες
προτίμησα φιλίες πιό φανταστικές

Τά καράβια ἄς ποῦμε ἤ τά ρολόγια
πού μαζί μέ τό αἷμα
ὑπόσχονται καί λίγη ἀπεραντωσύνη
στούς ἄδειους κόσμους πού βαδίζουμε.

76

Τοῦ Τ.Λ.

Ἀπό τό 203 Δωμάτιο
πρῶτα ἔφυγες ἐσύ
ὕστερα ἡ γυναίκα μέ τό γκρίζο φόρεμα
ὕστερα ἡ ἡσυχία τῶν ἄστρων πού κάπου κάπου
τή διέκοπτε τό σφύριγμα τοῦ τραίνου

Καί κάθε νύχτα, ἡ ἴδια ἀνάμνηση
σάν νάχε γυρίσει ἀπό ἄλλη ζωή
πού τήν σμπλήρωνε, ὁ στεναγμός τοῦ ἀέρα
καί ἡ ἁπαλή ἐρημιά τοῦ φεγγαριοῦ.

(Ἐρωτικά ποιήματα)

Τάσος Δενέγρης
(1934-2009)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Τό πνεῦμα τῆς ἄμυνας, Πατάκης, Ἀθήνα 1999. Μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος, (στό συγκεντρωτικό τόμο Μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος, ποιήματα  1952-2008), Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2008.

Μετάφρασε: Ὀκτάβιο Πάζ, Ἡ πέτρα τοῦ ἥλιου καί ἄλλα ποιήματα, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2993. Οὖγο Γκουτιέρες Βέγα, Ἄσματα τοῦ Δεσποτάτου του Μορέως, Θερβάντες, Ἀθήνα 1993, Φρανσίσκο Μπρίνες, Ποιήματα τῆς παλιάς Ζωής, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2000. Ἰσαάκ Βάσεβις Σίγκερ, Ὁ σκλάβος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999, ἐφ «Ἡ Καθημερινή», 15.8.1999, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 13.3.2009.  Μισέλ Φάις, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 48, 1999. Γιῶργος Βέης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1718, 1999, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 9.4.2000. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 479. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τομος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 413-418. Γιῶργος Μαρκόπουλος, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 10.3.2009. Βαγγέλης Χατζηβασιλεἰου, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1822, 2009.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Κορεατικά, Οὐγγρκά, Πορτογαλικά

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΣΗΤΟ ΦΟΝΙΑ ΝΤΟΥΦ

Στό πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη
Ντουφεκίζουν τόν ξένο φονιά
Πρίν τή μέρα χαράξει ὁ ἥλιος
Μέ βροχή καί πηχτή καταχνιά.

Οὔτε δάκρυ νά λάμψει τό μάτι
Ἤ λυγμός νά θολώσει τό νοῦ
Σκοτεινή σάν σπηλιά ἡ μορφή του
Μακρινή σάν τή σκιά τοῦ Βουνοῦ.

Νά τοῦ δέσουν τά μάτια του ἀρνήθη
Στό δοκάρι ἐστάθη στητός
Τοῦ τρυπῆσαν οἱ σφαῖρες τά στήθη
Κι ἐσκορπίστηκε σάν κουρνιαχτός.

Κίνητρό του δέν ἦταν τό χρῆμα
Φονικό καί λαχτάρα σκοπός
Καί πού γράφω ἐτοῦτο τό ποίημα
Ὁ ἀχός εἶναι ἀκόμη νωπός
Ἀπό αὐτή τή θολή ἱστορία
Ἀπ᾿ τήν τόσο μοιραία σφαγή
Ἀπ᾿ τό αἷμα πού χύθηκε ἀναίτια
Κι ἀπ᾿ τοῦ κόσμου τήν κατακραυγή.

Ἀρκετοί θά τά βάλουν μαζί μου
Θά σκεφτοῦν πώς ὑμνῶ τό φονιά
Πώς τά ἔχω τελείως χαμένα
Ἤ μέ δέρνει φριχτή ἀπονιά.

Πρέπει ὅμως νά τούς διευκρινίσω
Πώς ὁ νάρθηκας τοῦ ποιητῆ
Εἶναι ὁ χῶρος πού βρίσκεται πίσω
Ἀπ᾿ τό μάτι τό νοῦ καί τό αὐτί.

Εἶναι ἡ ἄλλη πλευρά τῶν πραγμάτων
Ἡ ἀθέατη στό δικαστή
Μία στάλα συμπόνιας κι ἀγάπης
Στό φονιά τόν τρελό τό ληστή.

Τόσο αἷμα καί πάλι δέν φτάνει
Ντουφεκίσαν τόν Ντούφτ τό φονιά
Στό πεδίο βολῆς τοῦ Ἁϊ-Γιάννη
Μέ βροχή καί πηχτή καταχνιά.

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Μιά τρομερή ἐνέργεια
Ἀποφαίνεται κι ὅλα στή γῆ
Ξαναγυρνοῦνε τά δώρα.

Συνέχεια τώρα
Μέ πλοῖα ταξιδεύω κι ἀεροπλάνα
Καί κάθε μέρος μοῦ δίνει
Τήν ταπεινή του βοήθεια.

Νά τίς ξεχάσω
Θέλω τίς μέρες ἐκεῖνες
Τῆς προϊστορίας
Τότε πού
Τό φυτικό βασίλειο κατεῖχε
Τά μυστικά
Καί παντοδύναμα τέρατα
Στά ὅρια τοῦ γελοίου
Βουλιάζαν στά τέλματα.

Νά ταξιδέψω θέλω
Μέ πλοῖα καί ἀεροπλάνα
Καί μέ τό νοῦ νά ξαναβρῶ
Ἐκείνη τή μικρή ροδιά
Στά παγωμένα πόδια τοῦ ἀνδριάντα
Ἡ νοσταλγία τοῦ μέλλοντος
Ν᾿ ἀνθίσει.

(Τό πνεῦμα τῆς ἄμυνας)

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ
ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑΣ

Μεγάλη ἦταν ἡ ἄνοιξη βαρύ τό φῶς τῆς νύχτας
Καί τό ἰσχνό της πρόσωπο ἤτανε δίχως αἷμα.

Ἕνας δικός μας σκοτεινός ἀπ᾿ τίς μεγάλες ἔννοιες
Μεγαλωμένος μές στή σκιά καί μές στήν παραζάλη
Ἔβαλε στό κεφάλι του αὐτό πού δέν τολμῆσαν
Ἄλλοι αἰῶνες τώρα ἑφτά οὔτε νά φανταστοῦνε.

Δέν ἦταν τόσο ταπεινό τό μύχιο κίνητρό του
Τό εἰκόνισμα τό ἤθελε γιά νά τό προσκυνάει
Μονάχος του στά σκοτεινά στ᾿ ἀριστερά τοῦ χρόνου.

Κι ἔτσι καθώς χωρίς νερό μέ τήν καρδιά σφουγγάρι
Σκεφτότανε τή μέθοδο κι ἐμέτραγε τίς παύσεις
Γλιστρήσανε τ᾿ ἀφεντικά καί τόν κτυποῦν στό ὦμο:
Ἕλα μ᾿ μᾶς νά ζεῖς ἐδῶ ἀφοῦ τόσο σοῦ ἀρέσει
Τό εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς πού τό ᾿χουμε κερδίσει
Σέ νόμιμο πλειστηριασμό πρίν χρόνους ἑφτακόσιους.

Κι ὁ σκοτεινός ἐφώτισε κι ἀστράφτει τό σπαθί του
Τούς πελαγώνει τήν καρδιά κι ἄψυχους τούς γκρεμίζει
Κι ἐσώθηκαν πού ἔχουνε τήν Πίστη ἀνδρειωμένη
Ἐγλίτωσαν οἱ ναυαγοί κι ἐψήλωσαν οἱ νάνοι.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003

Κι ἕνας πηχτός ἀγέρας φέρνει γύρα
σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Κι εγώ ἀνησυχοῦσα τίς προάλλες
Γιά τόν καιρό πού ἐρχόταν νά προβάλει
Τίς ὅποιες ἀπαιτήσεις του
Πιεζόμενος κι αὐτός ἀπ᾿ τήν ἀνάγκη
Καί γι᾿ ἄλλες χίλιες δυό
Αἰτίες ἀπαστράπτουσες
Ἀνησυχοῦσα.

Μπῆκε ὁ Νοέμβρης στήν ὥρα του
Μέ δυό ἐκλείψεις
Χωρίς βροχές
Σκόνη πολλή στήν πρωτεύουσα
Χάος καί σύγχυση
Κι ὅταν νυχτώνει
Στήν τηλεόραση βλέπω
Τίς σκοπιμότητες
Νά διαπληκτίζονται
Σάν ὄρνια σάν κυράτσες.

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Ἄτεγκτη ἀρχιτεκτονική
Πού τή ζέστανε ὅμως
Ἡ ζωή τῶν κατοίκων της.

Πλατεία Santa Croce
Μέ πολλά μαγαζιά καί ὑπόστεγα
Δρόμοι καί σπίτια ψηλά
Κι οἱ τουρίστες ποτάμι
Σάν μία διαδήλωση
Πού ἀγνοεῖ τό σκοπό της
Μπροστά γυναίκα ὁδηγεῖ
Κρατώντας μιά ταμπέλα
Ἀπό χαρτόνι
Ὑπερτεροῦν Ἰάπωνες
Ἀκόρεστοι ἀκούραστοι
Πειθαρχημένοι
Κοντεύβει μεσημέρι
Τό κρύο εἶναι ὑποφερτό
Ὁ Michelangelo δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει
Εἶναι γιγάντιος καί δέν χωράει στήν καρδιά μου
Ὑπάρχουν ὅμως οἱ ἄλλοι πού συγκινοῦν
Καί μᾶς ὀξύνουν
Συναισθήματα
Πού νομίζαμε
Πώς εἶχαν πεθάνει
Ὁ Bronzino φέρ᾿ εἰπεῖν
Δηλαδή τά πορτρέτα του
Ἤ ὁ Luca Signorelli
Μέ τόν Ἐσταυρωμένο καί τήν
Μαγδαληνή
Ἡ θλίψη πού παραμένει ἀναλλοίωτη
Μέσα στούς αἰῶνες
Τίποτα τό πομπῶδες
Μυστήριο καί σοβαρότης.

Ἀκάματη ἡ Γιάννα
Διψάει νά δεῖ
Στά καφενεῖα δέν σχολιάζουμε
Αὐτά πού μόλις εἴδαμε
Θά χαζεύουμε τούς θαμῶνες
Ὅπως τόν ἡλικιωμένο μέ τόν μπερέ
Φιγούρα προπολεμική καί κάπως ξεπεσμένη
Τό γκαρσόνι τοῦ μιλᾶ μέ σεβασμό
Κι αὐτός ἀπολαμβάνει
Τίς τρεῖς γυναῖκες
Πού κουβαλοῦν
Τσάντες μεγάλες
Ἀπό οἶκο μόδας.

(Ὅταν μιλάει ὁ ἀγριόχοιρος)

Τόλης Νικηφόρου
(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία

Ποιητικές συλλογές: Τό διπλό ἄλφα τῆς ἀγάπης, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1994. Τήν κοκκινόμαυρη ἀνεμίζοντας τῆς οὐτοπίας, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1997. Χῶμα στόν οὐρανό, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1998. Γαλάζιο βαθύ σάν ἀντίο, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1999. Ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη πού ὀνειρεύεται, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2002. Ὁ πλοηγός τοῦ ἀπείρου, συκεντρωτική ἔκδοση, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2004. Μυστικά καί θαύματα, Μανδραγόρας, Ἀθήνα 2007.

Πεζογραφήματα: Τά μάτια τοῦ πάνθηρα, Θεσσαλονίκη 1996. Νόστος,  Νέα Πορεία,  Θεσσαλονίκη 2000. Ἡ γοητεία τῶν δευτερολέπτων, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2001. Τό κίτρινο περπάτημα στά χόρτα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2005. Ἡ ἐξαίσια ἡδονή τοῦ βιασμοῦ, Νεφέλη, Ἀθήνα 2006.

Παραμύθια: Σοτοσαπόλ ὁ χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Μ., 1996.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Χρ.Ἀρνομάλλης, ἐφ. «Μακεδονία», Θεσσαλονίκη 10.5.1998. Γ. Ἀνυφαντής, ἐφ, «Νέοι Καιροί», Καρδίτσα 21.6.1998. Κ.Ν. Πλαστήρας, «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκη 2000. Βασίλης Ἰωαννίδης, «Πανδώρα», τ. 7, 2000. Γιῶργος Κεχαγιόγλου, «Πόρφυρας», τ. 104, Κέρκυρα 2002. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, περ. «Μανδραγόρας», 20.11.2007. Γιῶργος Πολ. Παπαδάκης, περ. «Πνευματική ζωή», τ. 150, 2003. Γιῶργος Παναγιωτίδης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 30. 2003. Γιάννης Καρατζόγλου, περ. «Ποίηση», τ. 24, 2004. Αὐρ. Εὐστρατιάδης, περ. «Πανδώρα», τ. 16, 2005. Μ. Σταφυλλᾶς, περ. «Πνευματική Ζωή», τ. 163, 2005. Χ.Δ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1574-1575. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 367-370. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Πόρφυρας», τ. 125, 2007.

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πάροδος», τ. 29, Λαμία 2009 (Τόλης Νικηφόρου, Παντελής Ἀπέργης, Παναγιώτης Ἀργυρόπουλος, Παναγιώτης Γούτας, Ἀλέξης Ζήρας, Γιῶργος Χ. Θεοχάρης, Ἀφροδίτη Κοΐδου, Δημήτρης Κονιδάρης, Ἄννυ Κουτροκόη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Κώστας Κρεμμύδας, Λένα Κωσταντέλλου, Φούλα Λαμπελέ, Εὐτυχία-Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Ἀπόστολος Λυκεσᾶς, Δημήτρης Χρ. Μποσινάκης, Νίκος Μυλόπουλος, Κώστας Ριζάκης, Ζωή Σαμαρᾶ, Μαρία Σκουρολιάκου, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Γρηγόρης Τεχλεμεντζής, Πόλυ Τζωρτζοπούλου).

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Ρουμανικά.

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ, 2

θίασος παιδικός τῆς γειτονιᾶς
πού ἀνέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στό παλκοσένικο τοῦ δρόμου
ἐνῶ ἀκατάπαυστα ἡ βροχή χειροκροτοῦσε
στό τσίγκινο ὑπόστεγο τοῦ Μπεμπελέκου
ὁδός καί πρόσβαση καί χωματένιο ἁλώνι
ὁ μέγας ἄλλοτε Μητσαίων ποταμός
πού πήγαζε στά ὄρη τῆς Ἀμύντα
κι ἐξέβαλε στήν ὠκεάνια πλατεία
ὅπου χιλιάδες χρόνια πρίν καταποντίστηκαν
ἀρχαῖες ἀγορές κι ἀγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ὁ κόσμος ὅλος
ἐνῶ τά ποντοπόρα πλοῖα διασχίζουν
τό ἄγριο κύμα τῆς Ἀγνώστου Στρατιώτου
καί ναυλοχοῦν στό βορεινό λιμάνι Ὀλύμπου
διάσημα ὀνόματα ἠθοποιοί καί ναῦτες
χλωμά παιδιά τῆς στέρησης μέ ματωμένα πόδια
πεισματικά πού ἀγκυροβόλησαν
σέ κάποια ἀσπρόμαυρη φωτογραφία
καί ἀξιώθηκαν νά μή γνωρίσουν
τήν καταισχύνη τῶν μεγάλων
τά ὄνειρα πού μείναν ὄνειρα
κι ἔτσι διατήρησαν τό ἄρωμα τοῦ ὀνείρου
στά μαγεμένα στενοσόκακα τῆς μνήμης

(Τό διπλό ἄλφα τῆς ἀγάπης)

ΛΟΥΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

λουσμένη στά δεκαοχτώ σου χρόνια θά σέ περιμένω,
λουσμένη στήν ὁμίχλη ὅπως τό σαββατόβραδο, ἕνα
ὄνειρο τοῦ φανοστάτη πάνω ἀπ᾿ τή θάλασσα, ἐκεῖ
πού ὁ δρόμος μόλις ἄρχισε, ἐκεῖ πού κάνει ἡ δίψα τό
ἀδύνατο νά ἀνθίσει, ἐκεῖ πού ἡ προσμονή θαμπά
φωτίζει χιλιάδες μυστικά καί θαύματα

ΣΠΙΤΙΑ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥΣ

σάν μιά θλιμμένη γκρίζα πινελιά, σπίτια παλιά, ἀκέ-
ραια, μέ τά μεγάλα τους παράθυρα κλειστά, εὐ-
γλωττα στή σιωπή τους, καθώς μιά παιδική σκιά ἀπό
τότε τή στέγη ἀγγίζει καί σάν ἐπίκληση αἰωρεῖται.
σπίτια ἀδιάλλακτα στή μοναξιά τους, μεταξωτή ἀνε-
μόσκαλα στόν οὐρανό

(Χῶμα στόν οὐρανό)

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ

νάμασταν, λέει, τραγούδι σέ παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σέ καλοκαιρινό ψιλόβροχο, ἕνα λιβάδι μέσα
στήν ὁμίχλη πού ὀνειρεύεται. ἤ μήπως νάμασταν
ἐκεῖ ψηλά τά κεραμίδια πλάι στήν καπνοδόχο τήν
ὥρα πού ὄρθιος ξαποσταίνει ὁ πελαργός. κι ὕστερα,
λέει, νά φύτρωναν κόκκινα, κατακόκκινα φτερά
στούς ὤμους μας, στά μάτια μας ἕνας κιτρινισμέ-
νος χάρτης γιά τόν οὐρανό. νά ταξιδέψουμε πέρα
ἀπ᾿ τόν πόνο καί τόν θάνατο. νάμασταν, λέει, μέ
κόκκινα φτερά ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη πού
ὀνειρεύεται

ΠΡΟΔΟΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Στίς ἴδιες λέξεις ἐπανέρχομαι μονότονα
αὐτές πού ἔκαναν κουρέλι οἱ αἰῶνες
οἱ ἴδιες λέξεις ἀπό μέσα μου ἀναβλύζουν
κόκκινο καί βαθύ γαλάζιο, ἐπανάσταση
ἀγάπη, ὄνειρο καί θαύματα τοῦ κόσμου
χῶμα στόν οὐρανό καί μυστικά, ἐλευθερία
καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ πατρίδα πού εἶναι φῶς
καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ψυχή μου πού εἶναι φῶς
στίς ἴδιες λέξεις ἐπανέρχομαι μονότονα
στό αἷμα μου καί στό ἄγνωστο πού εἶμαι

(Ἕνα λιβάδι μέσα στήν ὁμίχλη ὀνειρεύεται)

ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ

ἄν ἦταν ξαφνικό φτερούγισμα οἱ λέξεις
καί ἁπαλή σκιά
στά κουρασμένα βλέφαρα τοῦ ὁδοιπόρου
κι ἀκόμη ἄν ἦταν
ἦχος καί λάμψη
πράσινη ἐπίκληση τῆς γῆς στόν οὐρανό
λέξεις κοινές
κι ὅμως ἐκστατικές σάν θαῦμα
τότε θά ἔγραφα ἕνα μικρό τραγούδι
νά ψιθυρίζει καί ν᾿ ἀστράφτει
στά δέντρα ὅπως τά φύλλα

θά ἔγραφα ἕνα βελούδινο ἄγγιγμα
αἰνίγματα καί μυστικά στό φῶς

Ν᾿ ΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

ν᾿ ἀκούγεται ἀπό μακριά μιά φυσαρμόνικα
καί νά χαμογελάει μιά γλάστρα στό μπαλκόνι
ἀχνά μές στό ψιλόβροχο νά ξημερώνει Κυριακή
τό χῶμα νά μυρίζει γειτονιά
καί ὁ ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ἕνας χαρταετός νά ὑψώνεται πάνω ἀπ᾿ τά κάστρα
νωχελικά νά κατεβαίνεις τήν Ἀριστοτέλους
νά κάθεσαι σέ καφενεῖο τῆς παραλίας
πίσω ἀπ᾿ τά τζάμια νά ρουφᾶς
ἀργά, πολύ ἀργά τόν τούρκικο
καί νά καπνίζεις ἕνα, δυό, τρία τσιγάρα
μέ τόν καπνό νά σέ τυλίγει σάν ὁμίχλη
κοιτάζοντας τά ψαροκάικα καί πιό βαθιά τή θάλασσα
ν᾿ ἀκούγεται ἀπό μακριά μιά φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά νά ἀναδύονται στό φῶς
νά ὀνειρεύεσαι ταξίδια

(Μυστικά καί θαύματα)

Νανά Ἠσαΐα
(1934-2003)

Ἔργα της σέ βιβλία.

Πεζογραφία: Ἡ μόνη δυνατή περιπέτεια, Δελφίνι, Ἀθήνα 1994.Ἡ ἱστορία τότε καί τώρα, Δελφίνι, Ἀθήνα 1997. Ἡ ἄγνωστη περιπετεια τῆς ψυχῆς, Λιβάνης, Ἀθήνα 1998. Μιά ἐρωτική σχέση παραλλαγή μιᾶς ἄλλης, Κέδρος, Ἀθήνα 2001. Διαχωριστική γραμμή (μεταθανάτια ἔκδοση, ἐπιμέλεια Δημήτριος Κ. Κούσιος), Ἀθήνα 2004.

Μετάφρασε: Ἔρμαν Ἔσσε, Αὐτοβιογραφικά κείμενα, Ἀθήνα 1995. Λουίζα Μ. Ἄλκοτ, Μικρές κυρίες, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ ἰδίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 817-818. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 381-383.

Χρίστος Λάσκαρης
(1931-2008)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Τέλος προγράμματος, Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Δωμάτιο γιά ἕναν, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα, 2001. Ποιήματα (συγκεντρωτική ἔκδοση), Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Βασίλης Τζανακάρης, περ. «Γιατί», τ. 249, Σέρρες 1996. Θανάσης Μαρκόπουλος, περ. «Παρέμβαση», τ. 13, Κοζάνη 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τά Νέα» 6.2.1996. Στέλιος Μαφρέδας, εφ. «Ἡ Αὐγή», 23.11.1996. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αυγή», 23.11.1997. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 41-42, Θεσσαλονίκη 1997. Νίκος Καββαδίας, εφ. «Ἐθνικός Κήριξ» 17.6.2002. Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 2, 2003, περ. «Παροδος», τ. 6, 2005. Ἀργύρης Χιόνης, εφ. «Ἡ Αὐγή» 11.1.2004. Στέλιος Λουκᾶς, περ. «Τό Δέντρο», τ. 133, 2004. Κώστας Καπέλας, εφ. «Τό Βῆμα»12.3.2005. Σπύρος Θεριανός, περ. «Μανδραγόρας», τ. 33, 2005 Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 77, Θεσσαλονίκη 2007. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1223-1224. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 435-440.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Ἀλβανικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Όλλανδικά, Ρωσικά, Σέρβικα, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Ὁροπέδιο», τ.2, Χειμώνας 2006-2007, (Λουκᾶς Κούσουλας, Σωτήρης Σαράκης, Κώστας Σοφιανός, Ἀργύρης Χιόνης, Χρῆστος Λάσκαρης, Στάθης Κουτσούνης).«Πλανόδιον», τ. 45, 2008, (Ἀργύρης Χιόνης, Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Ἀντώνης Περαντωνάκης, Σπύρος Θερειανός, Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης, Ἀγελική Σιδηρά, Ἡρώ Νικοπούλου, Γιάννης Πατίλης).

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίλυπη γίνεται ἡ ψυχή μου
τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς,
ὅταν ὁ ἥλιος
πίσω ἀπό τίς πολυκατοικίες χάνεται.

Αὐτό τό αἴσθημα
τό ζοῦσα ἔντονα παιδί,
καθώς
-πάλι Ἀπόγευμα Κυριακῆς-
μετά ἀπό ᾿ναν περίπατο στήν ἐξοχή
μπαίναμε σιωπηλοί
στούς σκιερούς δρόμους τῆς πόλης.

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Δάβαζα ἕνα ποίημα γιά τήν ἄνοιξη,
ὅταν τήν εἶδα
νά ἔρχεται ἀπό μακριά:
μισή γυναίκα,
μισή ὄνειρο.

Κατέβαινε τό μονοπάτι κάτω
στεφανωμένη
μέ ἄνθη κερασιᾶς.

Τότε κατάλαβα
τί δύναμη ἔχουν τά ποιήματα.

ΣΤΟ ΠΩΙΝΟ ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟΣ

Εἶναι ὡραῖο νά ὑπάρχεις
στό πρωινό ἀκουμπισμένος.

Ἀλλά νά ὑπάρχεις
δέν εἶναι εὔκολο.

Χρειάζεται μιά καρδιά ἀθώα.

ΕΠΑΡΧΙΑ

Πέρασε καί τό τελευταῖο τρένο.
Τά ὄνειρα
τραντάχτηκαν γιά μιά στιγμή
μέσα στίς κάμαρες
κι ὕστερα ἡσυχία,
τίποτα.

Ἔξω τό φεγγάρι
ἔγλειφε τούς τοίχους.

(Τέλος προγράμματος)

ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Ἔρχεται ὁ θάνατος καί κάθεται δίπλα μου,
τελευταῖα
ὅλο καί πιό συχνά ἔρχεται
καί κάθεται δίπλα μου
κάθεται ἀμίλητος,
μέ τό χέρι του
πάνω στό γόνατό μου.

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

Μές στό μυαλό μου ἕνας κῆπος
σπουργίτια φτερουγίζουν
μ᾿ ἕνα πανέρι
κι ἕνα τεράστιο ψαλλίδι μαῦρο
ἡ μητέρα μου
κόβει τριαντάφυλλα καί ντάλιες
κάθεται ὁ πατέρας μου
στήν πεντακάθαρη αὐλή
(θά εἶναι Κυριακή)
κι ἐγώ
(ἑξήντα χρόνια τώρα)
στό χωματόδρομο νά τρέχω.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Ἕνα ἀπ᾿ τά παράθυρα
ἔβλεπε στόν ἀκαλυπτο-
ἐκεῖ τίς Κυριακές τόν βρίσκαμε
ὅλο μελαγχολία
νά κοιτάζει κάτω
ἕναν ἀκάλυπτο βρώμικο
πού ὅμως
μέ λίγη φαντασία
καί νοσταλγία ἀβάσταχτη,
τόν μεταμόρφωνε σέ κῆπο
τόν κῆπο τό θαμμένο μέσα του.

ΛΥΠΗ

Στό ἀπέραντο γαλάζιο
νά πάει καί νά κατοικήσει
δέ μπορεῖ.

Κάθεται ᾿δῶ
καί τ᾿ ἀγναντεύει λυπημένος.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ

Ὄμορφη,
σχεδόν μιά καλλονή,
πού σάν αἰθέρια φαντάζει.

Μά ὅταν τήν πλησίασε
τοῦ παρουσιάστη μιά γυναίκα ἀκαλλιέργητη
καί λαϊκή
πού ἔπρεπε
μέ φτηνά πράγματα νά τή θαμπώσει.

(Δωμάτιο γιά ἕναν)

Μαρία Καραγιάννη
(1936)

Ποιητικές Συλλογές: Ὑπό ἔκδοση: Ὁ γυρολόγος τῆς ἐρήμου.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀντώνης Δ. Ἀντωνίου, «Ἔλευσις», τ. 7-8, Βόλος 1995. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θανάσης Τριαρίδης, «Φιλολογική Βραδυνή», 14.2.2004. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1021. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 403-406.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Γερμανικά, Ἰσπανικά.

Ἀφιερώματα: Νομική(οί) καί ποίηση, (τρεῖς συναντήσεις στό Α.Π.Θ.), ἐπιμέλεια Γιώτα Κραβαρίτου, Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 2006, (Γιώτα Κραβαρίτου, Αἰκαερίνη Δούκα-Καμπίτογλου, Θανάσης Τριαρίδης, Μαρία Καραγιάννη). Περ. «Πάροδος», Λαμία 12-2008, (Μαρία Καραγιάννη, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζῆ).

ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Καθώς ἡ ὁμίχλη
μέ τή θάλασσα
τόν οὐρανό ἔχει σμίξει
οἱ περιπατητές πού ἀργά γλιστροῦν
ἤ ὄρθιοι στέκουν στήν ἀκτή
σάν κρεμασμένα ἀγάλματα
στό τίποτα
μονάχα μ᾿ ἕνα λανθασμένο βῆμα
μ᾿ ἕνα μονάχα βῆμα
ἀπρόσμενα μπορεῖ καί νά βρεθοῦν
στά σκοτεινά νερά

Ἔτσι κι ὅταν στή μέθη του
παραμιλάει ὁ λόγος
γλιστράει κι αὐτός ἀδέξια
μές στή δική του ὁμίχλη
σάν δίχως ἦχο
καί ἀκατάληπτος
ἐξαερώνεται στό χάος

Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Ὁ ποιητής
πραματευτής καί γυρολόγος τῆς ἐρήμου
τήν ἄπληστη λευκότητα τῶν ἡμερῶν του
πού ἀπόμειναν
καί τήν ἀζήτητη πραμάτεια του
τήν διαλαλεῖ μέ ἤχους
ἀκατάληπτους
τό ἄνυδρο πρόσωπο
τό φροντισμένο προσωπεῖο
σέ ἄβυσσο τό ἀφήνει νά κυλάει
καί μίμος πιά μοναχικός
μέ ἄναρθρα κρόταλα κραυγῶν
χειρονομεῖ ἀνακόλουθα
ἱερουργεῖ τίς ξεχασμένες σημασίες
τίς λέξεις του ἀρχέγονες
ἀπεγκλωβίζει στό κενό
στήν ἄχνα
τῆς ἀργῆς του ἐκπνοῆς
νά φωσφορίζουν

(Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 58, Θεσσαλονίκη 2002)

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κήτη ἑρπετά πουλιά
ἀπερίγραπτα
μέ ἐπικαλύψεις ἀπό μέταλλο
καί ρόδα
παφλάζουν σέ μιά ἥσυχη
θάλασσα πού ἀδειάζει
ποῦ;

Φεγγάρια κυνηγιοῦνται
ἀμείλικτα
κι ἕνας πράσινος ἥλιος
μέ πάταγο πέφτει
στόν ἀνθισμένο πυθμένα

Κι ἄξαφνα
λόγος ἀκούγεται σπασμωδικός
ἀπ᾿ τά ἔγκατα
στίχοι ἀκατάληπτοι σέ ἐπιμειξία
μέ τίς φωνές τῶν νεκρῶν μου

ΜΗΝ ΕΡΧΕΣΑΙ

Μήν ἔρχεσαι μαζί μου
ἐκεῖ ὅπου πηγαίνω
Θά δεῖς ἀλλόκοτα ἄνθη
νά ἐκτοξεύουν
κοιμισμένα βρέφη,
μιά λέαινα θά δεῖς
νά μπαινοβγαίνει
σέ ἀσφαλισμένα σπίτια,
βαρειά ἀπό τή χόρταση
θά τή δεῖς καί σύ
νά τριγυρνάει τρεκλίζοντας

Κι ὅσα δέν ἄκουγες
ἀπ᾿ τ᾿ ἀκουόμενα
ἐκεῖ θά τά ἀκοῦς,
κι ἀπ᾿ τά βλεπόμενα
ὅσα δέν κοίταζες
ἐκεῖ θά τά κοιτάζεις

Καί δίχως νά τό θέλεις
θά βρεθεῖς καί σύ
ὑποταγμένος
στόν ἄγγελο τελώνη
πού ἀδέκαστος
σάν πληρωμή γυρεύει
τή μνήμη σου
στά ἄδυτα
σέ ἄσπρα διαρκῶς φτερά
νά τήν καρφώνει

(Στό συλλογικό τόμο Ὅσο κρατάει ἡ ἀνάγνωση… στή μνήμη τῆς
Ἀντωνίας Κατσιαντώνη-Πίστα, Θεσσαλονίκη 2005)

ΟΛΑ ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΟΝΤΑΙ ΔΙΑΡΚΩΣ

ὅλα ἀναμοχλεύονται διαρκῶς·
ὄνειρα εἶναι πού τά κοιτᾶς
καί τά ἀκοῦς, ἐν ἐγρηγόρσει,
θαλασσινά τοπία, δάση μέ ξέφωτα
μέ φτέρες νά θροοῦν
καί νά λικνίζονται στούς ἴσκιους
κι ἄξαφνα πλήθη νά περνοῦν κι ἀγάλματα
κι ἀγαπημένοι παρελαύνουν
ἀπό τραπέζια γιορτινά ἐπιστρέφουνε
κι ἀπό νεκρόδειπνους,

μέ νεύματα ταραγμένα μᾶς καλοῦν
κλαῖν καί μιλοῦν ἀνάκουστοι
ἐξάπτονται ριγοῦνε καί σκοντάφτουν
κι ὅπως τούς παίρνει τυραγνισμένη θύμηση
ἥμερα ἀναγέρνουν
κι ὡσάν σκιές σέ ἀνάληψη
νέφος σινδόνα οὐράνια
αἴφνης τούς σκεπάζει

(Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 77, Θεσσαλονίκη 2007)

ΣΤΙΣ ΑΓΡΥΠΝΙΈΣ

Στίς ἀγρυπνίες ἀκούγεται
τό σούρσιμο· πῶς τεντωμένα
τά σώματα
ἐκλιπαροῦν σώματα ἄλλα,
ν᾿ ἀποσυρθεῖ γιά λίγο
κατευνασμένη ἡ μοναξιά
νά βυθιστοῦνε τά κορμιά
ἡσυχασμένα,
στή λησμονιά τοῦ ὕπνου

Η ΠΕΡΑΣΜΡΝΗ ΜΑΣ ΖΩΗ

Σάν ἀστραπές νυχτερινές,
φεγγάρια φαγωμένα
ἀπό σύννεφα βαριά,
ἡ περασμένη μας ζωή
στή μνήμη

(Περ. «Πάροδος», τ. 17, Λαμία 2007)

←προηγούμενη σελίδα