Ανθολογία, 5η σελίδα

←προηγούμενη σελίδα

Ματθαῖος Μουντές
(1935-2000)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Νηπιοβαπτισμός, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Κυριακή Πετράκου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 69, 1993. Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1993. Κ.Ι. Τσαούσης, ἐφ. «Ἔθνος», 8.2.1993. Γιάννης Κοντός, Τά εὐγενή μέταλλα, Κέδρος, Ἀθήνα 1994. Βάιος Παγγουρέλης, περ. «Διαβάζω», τ. 346, 1994. Π.Ν. Πανταζάκος, περ. «Περίπλους», τ. 37, Ζάκυνθος 1994. Ἰωσήφ Βιβιλάκης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.2.200. Γιῶργος Μαρκόπουλος, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1473-1474. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 347-348.

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πόρφυρας», τ. 79, 1996, (Ἰάκωβος Καμπανέλης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Γιάννης Κοντός, Χριστόφορος Χριστοφής, Ἰωσήφ Βιβιλάκης, Ἀλέξης Σταυράκης).

ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ

Βλέπεις πώς δέν μπορῶ νά ξεφύγω
ἀπό τά χρόνια καί τούς μῆνες μου
θύμα τοῦ ὕψους
κουράστηκα νά καραδοκῶ
πῶς θά ἀποφύγω
τό ἐπικίνδυνο τμῆμα τῆς ψυχῆς μου.

Θά ᾿θελα νά μοῦ χαρίσεις
μιά νέα συνθήκη συμπάθειας
πού θά μέ βοηθήσει
νά ξεπεράσω τά μαῦρα σαββατόβραδα
καί τή σκληρότητα
τῆς ἀπατηλῆς μαγείας.

ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ

Εἶδα τήν Ὀφηλία καί τήν Ἀντέλα
καί τήν κυρά τοῦ βυσσινόκηπου
κάτω ἀπ᾿ τό κρύσταλλο
μέσα στά λουλούδια
καί σκέφτηκα πώς τώρα μπορεῖ
νά πάει πιά ὅπου θέλει.

Θά φέρει τό σπαραγμό καί τή φωνή της
νά εὐεργετήσουν τούς ἄλλους τόπους.

Ἦταν μιά ἐλευθερία πού τή λαχταροῦσε
καί θά τή χαρεῖ
στόν ἀδέσμευτον ἀγέρα τῶν οὐρανῶν
πού εὐλογήθηκε νά τόν κουβαλάει
ὅλ᾿ αὐτά τά χρόνια στά μάτια της.

ΚΑΤΑΝΤΗΣΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

Κατάντησα αἰχμάλωτος στόν πόλεμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀμμουδιά, ὁ χρόνος, οἱ βάρκες
τό μπλέ καί τό κεραμιδί
ὁ πέτικας πού βάφουν τά δίχτυα οἱ ψαράδες
οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις
μουσικές ἀντιστοιχίες
κι ἕνα μικρό καμπαναριό
πού σημαίνει τό παραμύθι.

Ἕνα κοριτσάκι κάθεται στή γραμμή
τοῦ ὁρίζοντα
κι ἀφουγκράζεται τό παραμύθι.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ
ΙΙΙ

Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι ὑπόθεση
ἀκαδημαϊκή
κι οὔτε ἀνθίζει μέ συνταγές
καί λιπάσματα συνόδων
καί κογκλαβίων.

Ἀστράφτει μέσα στή λάσπη
κρατώντας ἄσπιλα
τά βρώμικα σεντόνια τῶν ἀναμορφωτηρίων.

Στίς φυλακές ἀσπαίρει ἡ ἁγιότητα
στά τρίστρατα, στά στρατόπεδα
καί στά πορνεῖα
καί στά ναυάγια τῶν ἐγκάτων.

Η ΑΚΡΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ
ΙΥ

Φωτογραφία.

Μέ τό κεφάλι γερτό
τά χέρια σταυρωμένα
τό σκοῦρο παλτό λιωμένο
κάθεσαι στήν καρέλα τοῦ καφενείου.

Σέ βλέπουν τά σκυλιά τῆς Δεξαμενῆς
καί κουνοῦν φιλικά τήν οὐρά τους
σέ βλέπουν κι οἱ βάτραχοι
τῆς ἡμιμάθειας
καί κοάζουν καί παταγοῦν
ταράζοντας τή γαλήνη σου.

Ὅμως ἐσύ Γέροντα
ἄρχοντας  τῆς πενίας, ἱερουργός τῆς μακροθυμίας
μέ τή σιωπή σου τούς ἀποστομώνεις
τροφοδοτώντας στούς αἰῶνες
τόν ἱερό μύθο
στούς αἰγιαλούς τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

(Νηπιοβαπτισμός)

 

Νίκος Γρηγοριάδης
(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Μαῦρες Ἀκτές, Κώδικας, Ἀθήνα 1994. Δειγματοληψία Β΄, Κώδικας, Ἀθήνα 1996. Ἡ φωτογραφία μαζί μέ τό τελευταῖο μήνυμα, Κώδικας, Ἀθήνα 1998. Ἀνάβαση, Κώδικας, Ἀθήνα 2002, Καί στρεβλές ρίμες, Κώδικας, Ἀθήνα 2006.

Μελέτη: Ἀναγνώσεις λογοτεχνικῶν κειμένων, Κώδικας, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος Πετρόπουλος, περ. «Διαβάζω», τ. 304, 1993. Νικόλας Ταλμάν, περ. «Φιλολογική», 7-9 1995. Ἀνθούλα Δανιήλ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 24.6.1997, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 31.10.2006.  Γιῶργος Καραβασίλης, Ἐπί τάπητος, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1999. Γιῶργος Παγανός, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Παπακώστας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 18.1.2003. Περικλής Τσελίκης, περ. «Πανδώρα», τ. 19, 2006. Α.Ζ., Χ.Π., Λεξικό Νεοελληνικης Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2006, σ. 442. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 333-338. Θόδωρος Γ. Γόγολος, περ. «Πανδώρα», τ. 23, 2008.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά.

Ἀφιέρωμα: Νίκος Γρηγοριάδης, Βιβλιοθήκη τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Φιλολόγων, Ἀθήνα 1997, (Γιάννης Μότσιος, Δ. Γαβαλᾶς, Ἀνούλα Δανιήλ).

ΤΡΟΙΑ

Καθώς κοιτῶ τήν Τροία καί ὁ χρόνος
μέ σπρώχνει νά περάσω στήν Ἀσία
καί τίς πατρίδες πού καλοῦν νά προσκυνήσω,
τρέμω μήπως τοῦ Πρωτεσίλαου ἡ μοίρα
μέ περιμένει καί τό πόδι μου πατώντας
στήν ἄλλη τήν ἀκτή μέ βρεῖ τό τέλος
φαρμακερό.

Ὅμως καθώς ἔξω ἀπ᾿ τά τείχη τήν ἀνάσα
τοῦ Ἕκτορα γρικῶ πού λαχανιάζει
τρέχοντας νά γλιτώσει ἀπ᾿ τό δόρυ
τοῦ μανιασμένου Ἀχιλλέα, ἡ καρδιά μου
ἕξι φορές τό γύρω κάνει καί τό θρῆνο
σέρνει μέ τήν πολύπαθη Ἐκάβη.

Κι ὁ πόθος κι ἡ λαχτάρα νά πατήσω
τό χῶμα τῶν προγόνων μου το φόβο
νίκησε καί τραβώντας ἀπ᾿ τά βάθη
τῶν γέρικων αἰώνων ζωντανή τή μνήμη
-ὅπως ἀπ᾿ τό δισάκι του σποριάς τό σπόρο-,
τήν ἅπλωσα μ᾿ εὐλάβεια πατώντας
τά χώματα πού πάντα μέ καλοῦσαν.

(Μαῦρες ἀκτές)

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Πυκνώνει τίς ἐπισκέψεις του στή γειτονιά μέ τή
μαύρη ριγμένη στούς ὤμους του μπέρτα.

Μαζεύει ὑλικό, γιά τοῦ καθένα μας, τό βίο καί τήν
πολιτεία μας ρωτάει νά μάθει ἀβέρτα.

Ὄχι νά βρεῖ κατόχους, ὅπως παλιά,
τοῦ περβόητου ἐκείνου πιστοποιητικοῦ
τῆς νομιμοφροσύνης.

Γι᾿ ἄλλα μεριμνᾶ. Μιά δίκαιη  ἐπιτέλους ἀπονομή
στούς δικαιούχους τῆς προδομένης δικαιοσύνης.

Τρομάζουν, θορυβοῦνται οἱ ἀνίδεοι, ὄσοι δέν ἔχουν
ἀντικρίσει τήν ἄγρια καί παράξενη μορφή του.

Ἐγώ πού μιά περίοδο τόν συναντοῦσα καθημερινά
καί τόν ξέρω ἀπό τά νύχια ὥσμε τήν κορφή του,
στόν ἑνικό τοῦ μιλῶ χωρίς κανένα φόβο καί πολλές
φορές κλεφτά τόν πλησιάζω,
ρίχνω ματιές στά μυστικά κιτάπια του, νά δῶ
ἄν καί τώρα ἀκόμα τόν νοιάζω·
ἄν ἐκτιμᾶ, σάν ἄλλοτε τό θάνατό μου καί ψάχνει
νά βρεῖ γιά χάρη μου ἐλαφρύ χῶμα
κι ὅταν μέ ἐκτελέσουνε νά μ᾿ ἀναστήσει, εὔκολα
κι ἀνέξοδα τό κόμμα.

ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

Προχωρημένο δειλινό βαθιά στά μάτια, στά χείλη
φυλλορρόημα σιωπῆς.

Μοῦ εἶχες ἐκμυστηρευτεῖ τό ὄνειρό σου,
στ᾿ ἀκροθαλάσσι, τήν ἀγορά μιᾶς ἔπαυλης περιωπῆς
«Αὔριο», εἶπες, «παίρνω τά κλειδιά
κι ἀπό μεθαύριο σάν ἄρχοντας θά ᾿ρχομαι
ὅλες τίς γιορτές ἐδῶ πέρα,
κυρίως ὅμως Χριστούγεννα καί Πάσχα, ὀνειρεμένες
μέ τούς φίλους μου στιγμές τήν κάθε μέρα.

Ὤ, τί προοπτική θαυμάσια, τί ζωή!» Τόν ἄκουγα
κι εἶχα κι ἐγώ παρασυρθεῖ συγκινημένος
νά μπῶ μαζί του στό ὄνειρο μές στό ζεστό ἐκεῖνο
δείλι μαγεμένος.

Ἑτοιμαζόμουν χαρωπός εὐχή γιά καλορίζικο θερμά
ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς νά ξεστομίσω
κι ἀντίκρισα τό βλέμμα του ἀπλανές
κι ἕνα χαμόγελο σιωπῆς
κι ἔνιωσα τήν ἀνάγκη νά θρηνήσω
τό μάταιο τῆς ζωῆς, τήν ὥρα πού ἄνοιγε ὁ οὐρανός
τήν πόρτα του κι ἕνα πουλί φτερούγιζε
στό χρόνο πίσω.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Λέω ν᾿ ἀφήσω τίς ἀρνήσεις μου καί ν᾿ ἀπολαύσω
ὅλες τίς χάρες πού ἔχει αὐτο τό σπίτι.

Νά πάψω νά τροποποιῶ ὅ,τι μέ τόσο
μεράκι ἔχω μαστορέψει καί ν᾿ ἀφήσω
νά μοῦ μιλήσει ἁπλά μέ ἐγκάρδια λόγια.

Νά μοῦ προσφέρει τή βεράντα του μέ τό γεράνι,
τό λιτό του διάκοσμο. Μοῦ φτάνει
ἕνας μονάχα γνήσιος Τσαρούχης
ἤ ἕνας τραχύς καί πονεμένος Σεμερτζίδης.

Ἕνα ἁπλό τραπέζι γιά τά χειρόγραφά μου
νά ᾿χουν ζεστή φωλιά νά ἀκουμπᾶνε,
ν᾿ ἀπαγγέλλω ἀργά μέ ὑπόκρουση Βιβάλντι.

Τί κέρδισα στολίζοντάς το
ἔστω καί μέ βαρύτιμα στολίδια,
μέ σπάνιες λέξεις, μέ μουσικές
πού ἀντί νά γαληνεύουνε πιέζουν
μ᾿ ἀνωφέλευτο βάρος τήν ψυχή μου.

Τί τά θές. Ἐδῶ χρειάζεται ταλέντο.

ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Ἔχεις πιά ἀποκτήσει τό προνόμιο,
τώρα πού πάτησες κι ἐσύ τά ἑξηνταπἐντε,
νά κάθεσαι στή θέση σου ἀμέριμνος,
χωρίς ντροπή, ἄν κάποιοι συνομήλικοι
στέκονται κρεμασμένοι ἀπ᾿ τίς χειρολαβές
καί πίσω μπρός σάν νυχτερίδες ἄψυχες
ταρακουνιοῦνται πάνω σου ἀσταμάτητα.

Ξέρεις πώς δέν ἀφοροῦν ἐσένα τώρα
ὀργίλες ἄγριες ματιές καί λόγια βλάσφημα,
γιά τούς ἀλῆτες νέους, τούς ἀνάγωγους,

Αὐτά γιά σένα ἔχουν περάσει ἀνεπίστροφα.

Συλλογισμένος κάθεσαι στή θέση σου
καί ἐξετάζεις τώρα τό προνόμιο,
αὐτό σου τό πικρό προνόμιο,
πού τόσο ἀπό καρδιᾶς θά ἤθελες
μέ τά δεκάξι χρόνια σου ν᾿ ἀλλάξεις.

(Καί στρεβλές ρίμες)

 

Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ
(1939)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ἄδεια φύση, Κέδρος, Ἀθήνα 1993. Ὡραία ἔρημος ἡ σάρκα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Λυπιού, Νέο Ἐπίπεδο, Ἀθήνα 1996. Ἡ ὕλη μόνη, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001. Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003. Στόν ούρανό τοῦ τίποτα μέ ἐλάχιστα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005.

Μετάφρασε: Σέιμους Χήνυ, Τά ποιήματα τοῦ βάλτου, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1996. Μ. Λέρμοντοφ, Ἕνας ἥρωας τοῦ καιροῦ μας, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Α. Πούσκιν, Εὐγένιος Ὀνέγκιν, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Ἰωσήφ Μπρόντσκι, Ποιήματα τῆς Θείας Γέννησης, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003. Μ. Μάρτς, Ἐξαφάνιση, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004. Σόουλ Μπέλοου, Ἄδραξε τή μέρα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2004. Βίκρωρ Πελέβιν, Τό κίτρινο βέλος, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004.

Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Βαγγέλης Χατζημασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 9.6.1993. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 11.8.1993. Δημήτρης Πανουσάκης, Ἐφ. «Ριζοσπάστης», 9.9.1993. Γιάννης Τσιώλης, περ. «Ποίηση», τ. 2, 1993. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 3, 1994. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ἕλληνες μεταπολεμικοί συγγραφεῖς, Πατάκης, Ἀθήνα 1995. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τά Νέα», 16.1.1996, τώρα καί στό βιβλίο του ἀνισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1999. Ἡρακλής Παπαλέξης, περ. «Διαβάζω», τ. 363, 1996.  Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 367, 1996. Νίκος Δαββέτας, εφ. «Τό Βῆμα», 3.5.1998. Ἀλέξης Ζήρας, εφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.8.1998. Ἄλκηστις Σουλογιάννη, περ. «Διαβάζω», τ. 391, 1998. Ντίνος Σιώτης, εφ. «Τό Βῆμα», 12.7.1999, ἐφ. «Τό Βῆμα», 6.7.2003. Ἄντεια Φραντζή, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης 2002. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Πανδώρα», τ. 17, 2005. Α.Ζ. Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 8.  Ἁλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 316-318. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ποιητική», τ. 2, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Ποιητικές συλλογές καί ποιήματά της στά Ἀγγλικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Δανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Ὀλλανδικά, Ρωσικά, Σουηδικά, Τσέχικα.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ἑλίτροχος», τ. 15, Πάτρα 1998, (Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Γιῶργος Ἀράγης, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Ἀλέξης Σταμάτης, David Costantine, Daniel Weissbort). Περ. «Ἥλιος», τ. 6, Ρόδος 2004, (Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Γιῶργος Ἀράγης, Ἀλέεξης Ζήρας, Ἀγγελική Κώτη, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Γιάννα Μπούκοβα, Ἀλέξης Σταμάτης, Ἄντεια Φραντζῆ, Μικέλα Χαρτουλάρη).

Η ΦΡΑΣΟΥΛΑ

Εἶναι ὁ ἥλιος σάν καθρέφτης σήμερα
πού οἱ κηλίδες ἀπό πίσω ἔχουν περάσει
μπρός κι ἕνα μουντό σχῆμα στέκει
στή θέση τοῦ εἰδώλου.

Τό ζωογόνο περιεχόμενο τῆς βλάστησης
οἱ ἐκδηλώσεις πάθους
καί οἱ ὡραῖες διακοσμήσεις τῆς φθορᾶς,
ὅλα κουράζουν τήν ὥρα τούτη
πού ἀκίνητη μοιάζει μέ ζῶο
ὅταν αὐτό ὀσφραίνεται τήν τελευταία του στιγμή,
ἄν καί δέν ξέρει τί μυρωδιά
μπορεῖ νά ᾿χει τό θεῖο!

Καί ξαφνικά, μέσα σ᾿ αὐτή τή σούπα τῆς ὕπαρξης,
μία φρασούλα ἀνεβαίνει στόν ἀφρό
ἀπ᾿ τά τρίσβαθα τοῦ βάλτου τῶν ὀνείρων.

Ἀναπάντεχη, ξεχασμένη, ναζιάρα, παιδική,
μέ τούς φθόγγους της ἀχάλαστους στό χρόνο,
μία φρασούλα-χρυσόμυγα
μπῆκε ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτό παράθυρο:
«Φτού ξελευτερία!»

(Ἄδεια φύση)

ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποτέ μου δέν κατάλαβα τήν ἄνοιξη
-φάνηκε καί ἀπό ἄλλα ποιήματα-
γι᾿ αὐτό κι ὅλες οἱ παρεξηγήσεις μέ τή σάρκα
τήν ἐλπίδα, τήν αὐτογνωσία μέσα στό χρόνο.

Ποτέ μου δέν κατάφερα νά ἰσορροπήσω
τό ἐτήσιο θαῦμα
μέ τήν αἰώνια σιωπή·
τήν ἀλήθεια τοῦ ἀνανεούμενου ἄνθους
μέ τόν ἕνα καί μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα τό καινούργιο πράσινο
καί πῶς ὁ παγωμένος ἀέρας ἔκπληκτος
μπρός στίς διαχύσεις τῆς φύσης
κάνει ἕνα βῆμα πίσω.

Τό φῶς ἀκκίζεται σέ μικροκρυμμένες κορφές
κι ἐγώ βρέθηκα πάλι
ἐκτός θέματος.

Τό θέμα εἶναι ἕνα:
Τό προσωπικό σῶμα
κι ὁ ἀπρόσωπος χαμός του.

ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Στ᾿ ὄνειρό μου ἀπόψε
τόν καλοῦσα μέ τ᾿ ὄνομά του
τοῦ μιλοῦσα στόν ἑνικό
μέ μιά οἰκειότητα πού ποτέ
δέν μοῦ εἶχε ἐπιτρέψει ὥς τότε.

Ἄχ ἐσύ, τοῦ ᾿λεγα
καί τήν ποιητική ἄδεια τοῦ ζητοῦσα
ν᾿ ἀποσυρθεῖ ὁ νοῦς μου
ἀπ᾿ τά ἐγκόσμια κάλλη τοῦ συνομιλητῆ μου
ν᾿ ἀδειάσει τό κεφάλι μου
ἀπό εἰκόνες πού περιέχουν ἁφές
φωνές ὅλο γεύσεις ἀπό χείλια πατικωμένα μέ νύχτα.

Νά ᾿μαι στή σκέψη ἁγνή, ἁγνή παραμιλοῦσα
νά μή θέλω τίποτα ἔξω ἀπό σένα.

Προμηνύονται κι εὐτυχισμένες μέρες
σκέφτηκα μές στή λογική τοῦ ὕπνου
τώρα πού ἐρωτεύτηκα τό θάνατο.

(Ὡραία ἔρημος ἡ σάρκα)

ΛΥΠΙΟΥ
[ΙΥ]

Ἐδῶ ὅλες οἱ ἀποτυχίες τῆς νιότης
γίναν σιωπηλές πλατεῖες
τά κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οἱ τελευταῖοι κακόμοιροι ἔρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι πού πλανιόνται στά σοκάκια.

Κάτι χειρότερο ἀπό γερατειά,
ἡ χώρα τούτη κατοικεῖται ἀπό νιάτα ἀμεταχείριστα.

[ΥΙΙ]

Ὅ,τι χάνεις μένει μαζί σου γιά πάντα
κι ἡ Λυπιού εἶναι μιά χώρα πού ἔφτιαξα
γιά νά ᾿μαι πάντα ἕνα μ᾿ αὐτά πού ᾿χω χάσει
ὅταν πιάνουν ἐκεῖνα τ᾿ ἀβάσταχτα σούρουπα
κι εἶναι σάν νά περιμένεις τό κουδούνι τοῦ σχολείου
νά χτυπήσει, τό μάθημα πάλι ν᾿ ἀρχίσει
μιά ἀκόμη ἄσκηση πάνω σέ ἄγνωστο θέμα.

Κοιτᾶς χάμω τῆς αὐλῆς τό τσιμέντο, τά χαλίκια
τινάζεις τά ψίχουλα ἀπ᾿ τό κουλούρι στή μπλέ ποδιά
καί μπαίνεις στήν τάξη·
μπαίνεις στή μονοτονία τοῦ ἄγευστου χρόνου
στήν ἀοριστία τῆς ὕπαρξης
πού ξέρω, λίγο ἀλλοιωμένη,
τή συναντᾶς πάλι πρός τό τέλος.

(Λυπιού)

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

                                                     Στόν Σ.Π.

Γιατί ψυχή μου δέν τόν ἐρωτεύεσαι;

Θά περνᾶς ὡραῖα μέσα σου
κανείς δέν θά σέ σκουντάει
τή θέση νά σοῦ πάρει στήν οὐρά τῆς χαρᾶς.

Κι ὄταν μέ τό δικό του φῶς
θά ᾿ναι περιχυμένος αὐτός, ἐσύ θά λούζεσαι ἀπό μακριά
μακρι᾿ ἀπ᾿ τή φυσικότητα τοῦ ἥλιου καταρράχτη.

Δέν θά τρέμεις: Ποῦ πάει; Ποῦ κοιμᾶται;
Ἤ ἄν θά σέ ξανακαλέσει ἡ φύση σέ γάμους
σέ γιορτές ἐαρινές.

Τή φωτογραφία μόνο θά κοιτᾶς
καί θά πετᾶς.

Ὅμως ποτέ δέν βλάστησε ἀληθινά τό ψέμα
στ᾿ ἀγροτεμάχιο τῆς ζωῆς
οὔτε ἡ φτιαχτή ἀνειροπόληση
βοήθησε κανέναν
τή δύσκολη ἐκείνει στιγμή
ὅταν ἀπότομα διακόπτεται
ἡ κυοφορία τοῦ μέλλοντος.

ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ
2

Ξέσπασ᾿ ἡ βροχή σήμερα
σ᾿ ἕνα ἀκατανόητο ὑβρεολόγιο.

Στό γυαλί τῆς Τιβί οἱ κινήσεις
τῶν ἀνθρώπων χωρίς ἦχο:
χαμόγελα, σώματα, ἀγκαλιές,
χειραψίες, δέσιμο γραβάτας, μπουνιές…

Δέν ἄκουγα τά λόγια
καί μοῦ φαινόταν παράλογη
ἡ γραφειοκρατία τῆς ὕπαρξης.

Γιατί, γιατί αὐτός ὁ γλυκός ἀφηρημένος;

Μέ τί συντάσσεται τό πάθος;

Φαίνεται λησμόνησα τό συντακτικό
τῆς νιότης.

(Ἡ ὕλη μόνη)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΘΝΗΤΟΥ

«Θά ᾿ναι ἀνώτερου ἐπιπέδου ὁ ἔρωτάς μας»
εἶπε ὁ ἀραχνοΰφαντος ὅπως ἔφευγε
καί τά μάτια του κατρακυλοῦσαν
στά χείλη μου πού ἔσταζαν ποιήματα.

Τί ἐννοοῦσε δέν κατάλαβα· ἡ ἀλήθεια εἶναι
πολλά δέν καταλαβαίνω τελευταῖα…

Νά, ὁ σκυφτός ἐκεῖ πού μέ κάθε λεπτομέρεια ἐξηγεῖ
πόσο ζεστό θέλει τό φαγητό του.

Τό φόρεμά της ἡ ἄλλη κουμπώνει
μέ τόση προσήλωση, λές κι ἀπ᾿ αὐτό
ἐξαρτᾶται ἡ ζωή της ὅλη.

Τόση ἀκρίβεια στίς ἀπαιτήσεις
μόνο μιά ἐξασφαλισμένη αἰωνιότητα
θά μποροῦσε νά δικαιολογήσει.

Ἄχ, κοίτα κείνη τή χοντρή
πού μόλις κινεῖται
κι ὁ σύντροφός της ἀκόμα χειρότερα σέρνεται…

Κι ὅμως αὐτή ἡ τελειωμένη θηλυκιά
οὔτε κόκκο ἄμμου τόσο δά
δέν ἀνέχεται στήν ἄμεμπτη πατούσα της.

Πρέπει ὁ ἀρσενικός της πιρουέτες νά κάνει στόν
ἀέρα
φτάνει νά τῆς ξεπλύνει τό σαντάλι τέλεια.

Μά, νά, ἔρχεται, μέ πλησιάζει τυχαῖα
ντυμένη πιά ἡ κυρία. Δέν ξέρει βέβαια
πώς τήν περιγράφω.

Ἔτσι κι ὁ Θεός, σκέφτηκα, ἄν ὑπῆρχε
δέν θά ξέραμε ποτέ ἄν ἡ φαντασία του μᾶς γεννάε
ἤ μᾶς περιγράφει καί γελάει.

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Νά σέ βλέπω πρέπει ποῦ καί ποῦ
γιά νά τελειώσω τό ἄπραχτο ἔργο μου
καί νά μέ ἐμπνέει γιά ιά στιγμή
κάτι λίγο διαφορετικό
ἀπό τήν ἔλλειψή σου.

Ναί, ἡ ἡρωίδα δέν βγῆκε ἀκόμη
στό μπαλκόνι· ὅλα ἦρθαν στραβά
καί καμιά ψευδαίσθηση
δέν τήν ὁδήγησε στήν καλοσύνη.

Ἀλήθεια, πῶς νά περιγράψεις τή φύση
ὅταν σ᾿ ἔχει ἀποκηρύξει;

Στήν πρεμιέρα τῆς βροχῆς
μέ καλεῖ καμιά φορά
ἤ στῶν ἐποχῶν τά γυρίσματα.

Τίποτα δέν μοῦ λένε τά φεγγάρια·
μόνο ὅταν ἀγγέλλουν ἀέρα δυνατό
φοβᾶμαι μήν παρασυρθῶ
μήν ἀνασηκωθῶ ἀπό τό χῶμα
καί ἐλπίσω.

Ἕλα νά σέ βλέπω ποῦ καί ποῦ
κι ὅταν μέ βρίσκεις νά πετάω ἀπό χαρά
εἶναι πού βλέπω ἀκόμη καί σ᾿ ἐσένα
τήν ὕαινα τοῦ χρόνου
σουρνάμενη στό δέρμα
σημάδια αἰωνιότητας ν᾿ ἀφήνει.

(Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος)

ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
ΙΙΙ

Θέλω νά γράψω ἕνα ποίημα
γιά τήν πρώτη φορά πού βέθηκα γυμνή
χωρίς νά ᾿μαι πιά μικρή
γιά τά μάτια τοῦ ἄντρα
πῶς μέτραγαν τίς ἀτέλειές μου
πρίν τίς ξεπεράσουν
γιά τά δάχτυλα πού ἀκολουθοῦσαν τά μάτια
γιά τόν πρῶτο πόνο, τό πρῶτο ἄνθος
ὅταν ἄνοιξε μές στό σκοτάδι πού μέ χάιδευε σάν φῶς
γιά τά ροῦχα, τόσο ἐνοχλητικά μετά
γιά τά φαγητά πού ξύπναγαν πιά
μιάν ἄλλη πείνα.

Θέλω νά γράψω ἕνα ποίημα
γιά τήν πρώτη φορά…

Ἀλλ᾿ οὔτ᾿ ἡ ψυχή μου τή γεύση αὐτή
δέν ἔχει συγκρατήσει.

(Στόν οὐρανό τοῦ τίποτα μέ ἐλάχιστα)

 

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία
(1932)

Ἔργα της σέ βιβλία

 Ποιητικές συλλογές: Μετά τά τριάντα, στό συγκεντρωτικό τόμο Πενήντα (196-2006), Γαβριηλίδης Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Ὁ πρίγκιπας Μιχάλης, Πατάκης, Ἀθήνα 1997. Ἡ Ἄννα καί οἱ θαυματουργές λέξεις, Πατάκης, Ἀθήνα 2000.

Παιδικά: Τό διπλανό σπίτι, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Τό σχολεῖο τοῦ κόσμου, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Ὁ Μάνος καί ὁ Ὀσμάν ταξιδεύουν, Φυτράκης, Ἀθήνα 2002. Τέσσερα παιδιά σάν ἐσᾶς, Ἀθήνα 2002.

Θεατρικά: Πανδοχεῖον Ἑσπεράντο, Bilateral, Ἀθήνα 2004. Φυλακή, Bilateral, Ἀθήνα 2004.

Μετέφρασε: Pete Johnson, Ὅλα γιά τή σωτηρία τοῦ μπαμπᾶ, Πατάκης, Ἀθήνα 2002. Deborah Ellis, Στόν ἀγώνα γιά τό ψωμί, Πατάκης, Ἀθήνα 2004. Deborah Ellis, Πόλη ἀπό λάσπη, Πατάκης, Ἀθήνα 2005.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Kristoffel Demoen, Didactica Classica Gandensia, Γάνδη 1995.  Διονύσης Καρατζᾶς, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 357-360. Θανάσης Ζωγράφος, περ. «Ἀργοναύτης», τ. 17, 2006. Β.Δ.Α., Χ.Ν., Λεξικό τῆς Νεοελληνκῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1362-1363. Δημήτρης Μποσινάκης, περ. «Πάροδος», τ. 14, Λαμία 2007.

ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ

Αὐτό τό τοπίο δέν εἶναι γνήσιο
σίγουρα πρόκειται γιά ἀπομίμηση τοῦ χώρου
ὅπου πιασμένοι ἀπό τό χέρι σεργιανούσαμε
καί ὅλα λούζονταν σέ φῶς ροδαλό
βράδυ–πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι
ὅπου οἱ ψίθυροι σκέπαζαν τή βουή τῶν δρόμων
οἱ ἄνεμοι καταλάγιαζαν σάν ἥμερα σκυλιά
ἡ μπόρα γινόταν δροσοστάλες στά μαλλιά μας.

Εἶναι κακέκτυπη ἀπομίμηση.
Μόνη ἀλήθεια
τό τοπίο στή μνήμη μας.

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΠΟΤΕ

Δέν ξέρω πῶς ἔγινε νά φύγεις
δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ
κι ὅλη μέρα νά ὑφαίνω τήν ἀπουσία σου
μ᾿ ἕνα βαρύ στιμόνι δίχως νῆμα
κι ὅλη νύχτα νά ξαγρυπνῶ
μήπως γυρίσεις κι ἐγώ δέ σέ ἀκούσω
ἄν καί
πῶς μπορεῖ νά γυρίσεις
δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ.

ΣΗΜΕΙΩΣΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ

Σημείωσα στό νοῦ μου
ὅλα τά πράγματα πού θά ἤθελα νά κάνω στή ζωή μου
πού πίστευα ὅτι μπορῶ νά κάνω
πού θά ἤθελα νά εἶμαι
καί ἴσως μποροῦσα νά γίνω.

Ὅμως πραγμάτωσα ἐλάχιστο κομμάτι ἀπ᾿ ὅλα αὐτά.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι σύντομη
καί πρέπει νά λάβουμε ἀποφάσεις
πρίν ἔρθει ὁ Ἀφέντης
καί ἀκυρώσει τήν ὁρμή μας.

Σημείωσα στό νοῦ μου ὅλους τούς ἀνθρώπους
πού θά ἤθελα ν᾿ ἀγαπήσω στή ζωή μου
πού πίστευα ὅτι μπορῶ ν᾿ ἀγαπήσω
κι ὅσα θά ἤθελα νά γίνω γιά χάρη τους.

Κατόπιν ἀγάπησα μόνο ἐσένα.

Ἔ, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀγάπησα κι Ἐκεῖνον.

Κι ἀκόμα τόν παιδικό μου φίλο,
καί τόν ἀπελπισμένο ἄντρα.

Πάντως ἕνα ἐλάχιστο κομμάτι ἀπ᾿ ὅσους
μποροῦσα ἴσως, καί σίγουρα
θά ἤθελα νά ἀγαπήσω.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι σύντομη
κι οἱ ἐπιλογές πρέπει νά γίνουν
πρίν ἔρθει ὁ Ἀφέντης καί διαγράψει
ἀκόμα καί τά σημάδια στό νοῦ μας.

ΕΙΜΑΙ ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Εἶμαι δυό γυναῖκες.

Ἡ μία κατοικεῖ στό πατρικό της πάντα σπίτι
φροντίζει τίς γλάστρες, κουρδίζει τά ρολόγια
ταΐζει τά παιδιά –τά παιδιά της
παραστέκει στά πρῶτα βήματα τοῦ μωροῦ
στά τελευταῖα τοῦ παπποῦ
παίρνει στά χέρια
τό κουρασμένο κεφάλι τοῦ ἄντρα της
κι ἐκεῖνος νιώθει ἀναπαυμένος
νιώθει ὅπως ὁ ἔφηβος πού ἦταν
τήν ἡμέρα τῆς γνωριμιᾶς τους
ἀγγίζει μιάν ἄκρη ἀθανασίας
κι ἀποκοιμιέται γαλήνιος.

Τότε ἐκείνη ξεγλιστράει ἀπ᾿ τό κρεβάτι,
λύνει τά μακριά μαλλιά της
τά μάτια της μεταμορφώνονται ἀπό ἄστρα σέ ἥλιους
ἡ ἄλλη γυναίκα δέ λάμπει –φλέγεται
διαβάζει τά νέα τοῦ κόσμου
ἀκούει μουσική ἀπό τόπους στίς ἄκρες τῆς γῆς
ξυπόλυτη διασχίζει λιβάδια καί δάση
πετά πάνω ἀπό στέγες, ἐπάνω ἀπό σύνορα
κι ἐπισκέπτεται τόν ἀγαπημένο της στή φυλακή του
τό ναύτη ἀγαπημένο της στή μέση τοῦ ὠκεανοῦ
πενθεῖ τό νεκρό της ἀγαπημένο –
τουφεκισμένο, στραγγαλισμένο, κρεμασμένο
βρίσκει καιρό καί στέκεται στή θέση τους
στήνει ὁδοφράγματα,
κοιμίζει τά ὀρφανά μιλώντας στή γλώσσα τοῦ καθένα
πάνσοφη ἀπό ἀγάπη κι ἀπό ἔκσταση
ὅμως πάντα ἐπιστρέφει τήν αὐγή ἐλαφροπερπάτητη
βγάζει τή μαγική της κάπα
δένει κότσο τά μαλλιά της, σκύβει στό κρεβάτι
ἀγγίζει τό ἤρεμο μέτωπο τοῦ ἄντρα της
καί τοῦ ἑτοιμάζει πρωινό
προτοῦ ξυπνήσει τούς ἄλλους τῆς φαμίλιας.

ΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

Ἡ γενιά τοῦ μεσοπολέμου τοῦ σαράντα τοῦ πενήντα
ἡ σχολή τῆς Θεσσαλονίκης
ἡ ἀνήσυχη γενιά τοῦ ἑβδομήντα
οἱ δημοτικιστές κι οἱ καθαρεύοντες
οἱ θρησκευόμενοι κι οἱ στρατευμένοι
οἱ ἐπαγγελματίες συγγραφεῖς
κακῶς διακείμενοι πρός τούς ἐρασιτέχνες
οἱ θεατρικοί συγγραφεῖς μέ τήν ἑταιρεία τους
καί οἱ μεταφραστές μέ τή δική τους
ὅσοι γράφουν γιά παιδιά πού εἶναι μόνο παιδιά
ἤ γιά μεγάλους πού εἶναι μόνο μεγάλοι
χωριστά στούς καταλόγους ἐκδόσεων φυσικά
τά λογοτεχνικά περιοδικά καθένα μέ τόν κύκλο του
κι ἴσως ἀκόμα μέ τήν ἀπόχρωσή του
οἱ ποιητές πού γράφουν εἰδικά γιά ποιητές
καί ἀποφεύγουν τά ἄλλα εἴδη ἐκτός
κι ἄν πρόκειται περί αὐτοβιογραφίας
βιάσου νά τοποθετηθεῖς
οἱ κυρώσεις βαριές γιά νά μήν πῶ θανάσιμες
ἄν ἐκπέμπεις πειρατικά,
ἀπό μεταβαλλόμενη συχνότητα –
κινδυνεύεις νά μήν ὑπάρχεις, νά μήν ὑπῆρξες
νά μήν ὑπάρξεις ποτέ.

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ

Ρωτιέσαι τί εἶναι ποίηση.

Οἱ λέξεις πρέπει νά εἶναι ὁμόηχες, λές.

Νά παρηχοῦν ἡ μιά τήν ἄλλη, νά τήν παραλλάζουν.

Ὁ ρυθμός κάθε φράσης
ν᾿ ἀντιστοιχεῖ μέ τό ρυθμό τῆς ἄλλης.

Τά νοήματα νά ἐπανέρχονται παραλλαγμένα.

Οἱ λέξεις νά μή κυλοῦν σάν χείμαρρος.

Ὑπάρχει προμελετημένη θέση γιά κάθε μιά.

Ἡ ποίηση δέν εἶναι ποταμός.

Βρίσκεται πέρα ἀπό τή λύπη καί τή χαρά.

Εἶναι μετά τή φύση. Μετά τά φυσικά.

Κι ἐγώ, Νανά, ἕναν αἰώνα σοῦ χτυπῶ τήν πόρτα
χτυπῶ τίς πόρτες γενικά
καταμεσήμερο, ἀξημέρωτα, μέσα στήν ἄγρια νύχτα
ἕναν αἰώνα κραυγάζω, ἐκστατική, καθημαγμένη
χωρίς παρηχήσεις
ἕναν αἰώνα δέν ξέρω
ἀνακαλύπτω μέ κάθε ποίημα πού φτάνει ὥς ἐμένα
τί εἶναι ἡ ποίηση.

(Μετά τά τριάντα)

 

Γκόρπας Θωμᾶς
(1935-2003)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Τά ποιήματα (1957-1983), συγκεντρωτική ἔκδοση, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1995, Κέδρος, Ἀθήνα 2006.

Πεζογραφήματα: Ἰσιδώρα! Ἰσιδώρα!, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 1995.

Μτάφρασε: Claude Delafosse, Ἡ εἰκόνα, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1993. Beatrice Andre-Salvini κ.ἄ., Ἡ αὐγή τῶν πολιτισμῶν, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1994. Franςoise Cachin, Γκωγκέν,  ἐγώ ἄθελά μου ἄγριος, Δεληθανάσης, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας:  Δώρα Μέντη, στόν τόμο Μεταπολεμική πολιτική ποίηση, Ἀθήνα 1995. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.12.1995. Βαγγέλης Χτζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 3.1.1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 11.7.1995 (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Μιχάλης Σταφυλᾶς, ἐφ. «Μεσολογγίτικα Χρονικά», 7.5.1998. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.8.2000, περ. «Ἐντευκτήριο», Θεσσαλονίκ 2003.  Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλυθεροτυπία», 23.2.2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.4.2003. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περ. «Σημειώσεις», τ. 56, 2002. Κώστας Κρεμμύδας, περ. «Ἀντί», τ. 771, 2002. Γιῶργος Μαρκόπουλος, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Τριάντης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 2.4.2003. Θ. Μ. Πολίτης, περ. «Παρουσία», τ. 24, 2003. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 349-351. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 407-408.

Ἀφιερώματα: «Παρουσία», τ. 18, 2001, (Β. Ἀναγνωστόπουλος, Νικόλαος Κασσαβέτης, Γιάννης Κουβαρᾶς, Κώστας Ξυγκᾶς-Νερομανιώτης, Ἀγγελική Σταθοπούλου). «Ἡ Λέξη», τ. 176, 2003, (Θωμᾶς Γκόρπας, Γιῶργος Μαρκόπουλος, Γιῶργος Χρονᾶς, Ἀγγελική Κωσταβάρα). «Μανδραγόρας», τ. 33, 2005, (Γ. Βέης, Δ. Δασκαλόπολος, Γ. Κοντός, Μ. Μέσκος, Ἀλεξάνδρα Μπουφέα, Π. Νοῦτσος).

Η ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ…

Ἡ ματαιότητα. Ἡ νοσταλγία σπιτιῶν καί δρόμων. Μακριά καλο-
καίρια τῆς Ἀθήνας μέ κοντομάνικο ἄσπρο πουκάμισο. Νά γυρίζω
μέ τό τελευταῖο λεωφορεῖο ἤ μέ ταξί τοῦ μερακλῆ πού νιώθει ἄνε-
τος καί πλούσιος καί εἶναι. Καί νά μή μέ πιάνει ὕπνος. Νά καίγο-
μαι νά γράψω καί νά μήν μπορῶ. Νά καίγομαι. Νά λείπουν ὅλα.

Ἄν δέν ἔλειπαν πῶς θά ὑπῆρχαν ἀκόμα;

Μήπως μᾶς ἀγαπᾶνε πεθαμένους μέσα στά ποιήματα; Πόσα χωρᾶ-
νε μέσα στά ποιήματα; Πῶς ἀερίζονται πῶς δροσίζονται πῶς
ζεσταίνονται πῶς κάνουν Ἄχχχ… Χωράει ἕνα καλοκαιρινό εὐκά-
λυπτο μέσα σ᾿ ἕνα ποίημα; Μέσα σέ χίλια ποιήματα;

Τί θά κρατοῦσα τότε ἄν δέν κρατοῦσα ἕνα εὐκάλυπτο γι᾿ ἀργότε-
ρα; Σάν τίς ἀγάπες τίς ἀλάβωτες κι ἀμόλυντες. Τά κρασιά τῆς
κραιπάλης εἶναι ἀνεπιθύμητα τώρα. Ἡ γεύση μου ὅμως ζεῖ ἀκόμα.

(Περιοδικό «Παρουσία», τ. 18, 2001)

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΘΩΜΑΣ…

Δέν εἶμαι ὁ Θωμᾶς πού λέτε ὅτι ξέρετε
δέν εἶμαι ὁ ποιητής πού λέτε ὅτι θαυμάζετε
δέν εἶμαι καταπληκτικός δέν εἶμαι ἀνεπανάληπτος
οὔτε θηρίο τῆς ἐρήμου οὔτε σκύλος πού δαγκώνει…

Μέσα μου ἕνα ἄνθος ἀπολέμητης μοναξιᾶς
καί τά πικρά φύλλα τῆς καρδιᾶς γεμάτα
δροσερές πηγές λυγμῶν.

Σώζομαι ἄν σώζομαι τελικά χάρη σέ κάποιες τέχνες
ταπεινές πού ξέρω: τοῦ τσιγάρου τοῦ ξενυχτιοῦ
τῆς νοσταλγίας καί τῆς ἀθανασίας τόσων
ὡραίων πραγμάτων πού περνᾶνε ἀπαρατήρητα…

Ψάχνω γιά νέες ἀγάπες πυρετωδῶς καί ὅταν δέν
τίς βρίσκω τίς φαντάζομαι ὥσπου νά τίς βρῶ…

Γράφω ποῦ καί ποῦ ποιήματα μερικά ἀπ᾿ τά πολλά
πού ὀνειρεύομαι καί βάζω μέσα σ᾿ αὐτά δικά μου καί
δικά σας ὄνειρα γιά τά ὁποῖα ἐσεῖς καί ντρέπεστε
καί ὑποφέρετε φοβᾶστε καί σιγά σιγά πεθαίνετε…

ΕΝΩ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ…

Ἐνῶ οἱ πάντες γλείφουν καί ξερογλείφουν τό ἔπος τῆς αὐτοκίνητης
καθημερινότητας ἐμεῖς παραμένουμε ἁλιεῖς μαργαριταριῶν.

Ἡ μιά γυναίκα βγαίνει μέσα ἀπό τήν ἄλλη ἀλλά κάποτε μιά γυναί-
κα ἔρχεται καί σπάει τόν κανόνα καί σπάει τούς ὁρίζοντες πάνω στά
παρθενοποιημένα ἐκ νέου χείλη της καί σπάει τόν τσαμπουκά μιᾶς
σχεδόν ἀειθαλοῦς θλίψεως. Κ᾿ ἔρχονται νύχτες πλούσιες ἀπό τό ἀσή-
μι τῶν περασμένων ἡμερῶν πλούσιες ἀπό τό χρυσάφι τῶν μελλο-
ντικῶν πηχτές ἀπό ἀηδονίσιες σιωπές καί βλέμματα λάμποντα
λάμψεις
σπέρνεις καί θερίζεις
χαμογελᾶς καί πάλι ὅπως στό ὄνειρο πού δέν κατάφερε νά φάει
ἡ τραγωδία.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΘΛΙΨΕΙΣ…

Ἀνάμεσα σέ δυό θλίψεις παίζονται τά πάντα
ἀπό δῶ ἡ θλίψη τῆς ζωῆς ἀπό κεῖ ἡ θλίψις τοῦ θανάτου…

Δυό σκοτάδια κάποτε ὀλίγον δροσερά καί κάποτε
ἄσπρα κι ἀγέλαστα σάν χειμωνιάτικα φεγγάρια…

Καί ἡ χαρά; Ἄ, ἡ χαρά εἶναι σάν τό μεροκάματο

Δόξα Σοι ὁ Θεός καί μεροδούλι μεροφάι…

Γιά ποιούς μιλάω ποιούς σκέφτομαι καί ποιούς
ὅσο μπορῶ κι ὅταν μπορῶ ἀγαπάω; Συγχωρέστε με
μεγάλη κουβέντα ἀλλά θά τήν πῶ Τό ταξίδι συνεχίζεται
χωρίς σταθμούς χωρίς ἀεροδρόμια χωρίς λιμάνια…

Καί τό μυαλό ἐξαντλεῖται καί ἡ μνήμη καί ἡ ἀναπόληση
ὅλα ἀπαιτοῦν νά μένουν γιά λίγο μόνα νά χαλαρώνουν
καί νά ξεκουράζονται πρίν ξαναριχτοῦν στήν περιπέτεια
πού ἄλλοι τή λέν τό θαῦμα τῆς ζωῆς καί ἄλλοι
ὁ φόβος τοῦ θανάτου… Ὦ Ἐμπειρίκο ὦ Καβάφη
ἄστρα μοναδικά γιά παρέα παλιόφιλοι τά ἔχετε πεῖ
ὅλοι ἐμεῖς οἱ ταμένοι προσπαθοῦμε νά τά ποῦμε
σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο τόν ἐπά πού νοσταλγεῖ τόν κάτω…

ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ…

Νοστάλγησα λαβράκι βραστό μέ πατατοῦλες αὐγολέμονο
νά μοσχοβολάει καί ν᾿ ἀνασταίνει.

Νοστάλγησα Ἐπιτάφιο στήν πόλη μου.

Νοστάλγησα γκιουβέτσι στό φοῦρνο.

Νοστάλγησα ξινόγαλο.

Νοστάλγησα ρεβανή τῆς μάνας μου.

Νοστάλγησα τσιγάρο ἀπό τό πακέτο τοῦ πατέρα μου.

Νοστάλγησα συζήτηση γιά τό Νίτσε καί τόν Ντοστογιέφσκι μέ
τόν Γιῶργο Κοτσίρα καί τόν Γιῶργο Φαγκόπουλο.

Νοστάλγησα νά μέ πιάσει ἡ βροχή στό δρόμο νά περπατάω μές
στή βροχή καπνίζοντας.

Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στό Μεσολόγγι.

Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στήν Ἀθήνα.

Νοστάλγησα κορίτσια νοστάλησα γριές νά κάθονται στά σκαλιά καί
σέ σκαμνιά ἔξω ἀπό τό σπίτι καλοκαίρια ἀλησμόνητα ἐνῶ πέφτει ὁ
ἥλιος ἐνῶ πέφτει τό βράδυ φαντασίες καί παραμύθια ἑνωμένα μέ
κρυφές λαχτάρες καί σκληρές πραγματικότητες.

Ὅλα εἶναι χώρια καί μαζί λοιπόν ἄσπρα καί μαῦρα ξεχασμένα καί
ἀξέχαστα ἀγαπημένα καί περιφρονημένα.

Καί ἡ ποίηση δέν λέει νά τελειώσει. Ὁ οὐρανός στή γῆ ἡ γῆ στόν
οὐρανό τό ἴδιο κάνει.

Μυρουδιές τοῦ σώματος μυρουδιές τῆς τάξης μυρουδιές τῆς ἐξοχῆς
μυρουδιές τοῦ καφενείου καί τῆς ταβέρνας τοῦ θαλάμου καί τῆς
κρεβατοκάμαρας.

Ἔβγα Γκόλφω στό μαντρί Τοῦ Κίτσου ἡ μάνα κάθονταν ὁ Γιάννος
κ᾿ ἡ Παγώνα γαλλικά τραγούδια ἀπό τό Ράδιο Λουξεμβοῦργο καί
τό Ράδιο Μόντε Κάρλο Ζορρό Ντάν Φόουλερ καί τό περιοδικό Ἑλλη-
νόπουλο τοῦ Νίκου Τσεκούρα.

Προσπαθῶ νά διασχίσω μιά σήραγγα καί νά βγῶ στό φῶς ἤ προ-
σπαθῶ ἀπό τό σκοτάδι τῶν ἡμερῶν μας νά μπῶ σέ μιά σήραγγα
γεμάτη φῶς;

Καί ἀγάπη.

(Περιοδικό «Ἡ Λέξη», τ. 176, 2003)

 

 Κώστας Πασβάντης
(1938)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 419-421.

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Μνήμη Καρυωτάκη

Στήν ἐπαρχία πού ἔζησα παλιά, οἱ Κυριακές
ἔμοιαζαν μέ ἀργόσυρτες κηδεῖες.

Συχνά ἐρήμωνε τούς δρόμους μιά βροχή,
ἐπίμονη καί σιγανή, ὅπως ὅλες οἱ βροχές
θαρρῶ στήν ἐπαρχία.

Καί ἡ σιωπή ἀκίνητη στή μέση τοῦ δρόμου,
ψόφιο σκυλί.

Καμπάνες τοῦ ἑσπερινοῦ ἀργότερα.

Ὅλα τόν τραγικό τους αὐτόχειρα ἀνακαλοῦσαν·
τά σκυθρωπά, κλειστά μαγαζάκια στή σειρά
τό νυσταγμένο φαρμακεῖο στή γωνιά
τό μακρυνό τοῦ τρένου σφύριγμα.

Ἄ, Κυριακές τῆς ἐπαρχίας πού ἔζησα παλιά,
καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, βαρετές.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ

Ὁ κοκκινολαίμης στό μπαλκόνι
Σάββατο ἀπόγευμα, ψιλόβροχο.

Στό δωμάτιο, μουσική τοῦ Νίνο Ρότα
ἀπό ταινίες πού ἀγαπήσαμε.

Λίγα πράγματα στή ζωή ἀρκοῦν.

Ὅπως χτές, νά ποῦμε, πού ὁ κοκκινολαίμης
στό μπαλκόνι ἦρθε καί κάθισε χαρούμενος
καί συντροφιά μοῦ ἔκανε λίγη ὡρίτσα.

Καί ὁ χειμωνιάτικος ἥλιος στό δωμάτιο
πῆρε χτές μιάν ἄλλη ζεστασιά, ἔφερε
μιάν ἄλλη θαλπωρή.

(Ἀπό τήν ἀνθολογία τοῦ Τάσου Πορφύρη

Ἀνθολογία τῆς βροχῆς, Τροπικός-Παπαδόπουλος, Ἀθήνα 2003)

ΕΙΧΑΜΕ ΣΧΕΔΙΑΣΕΙ, ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Εἴχαμε σχεδιάσει, κάπου στό φθινόπωρο
στήν Πόλη ἕνα ταξιδάκι.

Νά ξαναδοῦμε, εἴπαμε, ἀγαπημένα μέρη.

Τελαυταία φορά εἴχαμε ἀνέβει, βραδάκι
στοῦ Γαλατᾶ τόν Πύργο. Ἀπό ψηλά
μέσα στή νύχτα καί στά φῶτα καί σάν ὄνειρο
τόν Βόσπορο βλέπαμε καί τήν Ἁγια-Σοφιά καί τά μεγάλα τζαμιά.

Ὅλα σάν μιά βεγγέρα, σ᾿ ἕνα ταξίδι κάπου.

Καί ἡ Πόλη σέ ἀπόσταση στοχασμοῦ.

Καθόμαστε σιωπηλοί, μπροστά μας ἕνα φλυτζάνι τσάι.
κάποια στιγμή σ᾿ ἀκούω πού ψιθυρίζεις:

«Ὄμορφη εἶν᾿ ἡ ζωή, ὅμως ὁ καιρός τρικλίζοντας πάει,
θά μᾶς ξαναδοῦνε οἱ δρόμοι οἱ παλιοί;»

Ἀπρόσμενα ἦρθαν τά πράγματα
καί ὅλα ἀναποδογύρισαν.

Στράφι τά σχέδια πῆγαν καί οἱ προσμονές,
ἄκαρπες καί οἱ προσπάθειες –οἱ μεληδόνες
πού λέει ὁ ποιητής.

Τό φθινόπωρο, λοιπόν, ἦρθε καί πέρασε ἀλλιώτικα.

Μή σχεδιάζεις ἄλλο γιά τό αὔριο,
ποιός ξέρει πόσο αὔριο μᾶς ἀπομένει;

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΝ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Τά κοτσυφάκια τά λάλα
(Α. Παπαδιαμάντης)

Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,
κότσυφας πίνει νεράκι·
στά μάτια κοιταζόμαστε λιγάκι
νιώθοντας καί οἱ δυό μας διψασμένοι.

Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς,
κότσυφας βρῆκε κλαρί καί κάθισε·
ὄμορφα πού κελάιδησε
ἀκούγοντας τήν ἄνοιξη κοντά.

-Γαλάζια πού εἶν᾿ ἡ θάλασσα μελαχρινό τό κύμα.

Δέν χάνεται ἡ ζωή, ἀλλάζει μονάχα βῆμα,
καινούργια φυλλωσιά φοράει·
βιαστική καί τούτη ἡ ἄνοιξη ποῦ τάχα πάει;

-Δέν ἀναβάλλεται ἡ ζωή,
πόσο τό αὔριο ν᾿ ἀργοπορήσει.

ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ

Δυό φίδια σταυρωτά
Ὀκτώβρης στήν ἀρχή του. Ἥλιος δειλινός φιλοτεχνοῦσε χρώματα κοκκινωπά
στίς προσόψεις τῶν σπιτιῶν καί κάπου ξεκινοῦσε κελάιδημα κοκκινολαίμη.
Ξαφνικά λύνεται ἄνεμος δριμύς, χτυποῦν καμπάνες, ἔξαλλα χειρονομοῦν
τά δέντρα.

Καί μυρίζω χῶμα καί ἄλλο χῶμα, φτιαριές, βάρυνε τόσο πού δέν μπορῶ νά
γυρίσω στό ἄλλο πλευρό. Νυχτώνει καί σκοτάδι καταπίνω.

Καί φαίνεται ἡ πομπή, ἀκούω λυγμούς. Ὕστερα πάλι καμπάνες καί ὁλοένα πιό
μακρινός τοῦ κόσμου ὁ ἦχος.

Καί εἶχαν βγεῖ ἄστρα ἐπιτύμβια στόν οὐρανό.

Καί ἐρχόταν ἀπέξω μυρωδιές, τό ρετσίνι τοῦ πέφκου καί τό γιασεμί.

Ὅταν βγῆκα ἐπάνω εἶδα ὁ οὐρανός καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε.

(Περιοδικό «Τό Δέντρο», τ. 141-142, 2005)

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης
(1938)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ξένος εἰμί καί ἄλλα ποιήματα, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2002. Δέν εἶναι τίποτα καί ἄλλα ποιήματα, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2008.

Δοκίμια: Ἀσκήσεις αὐτογνωσίας, Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2008.

Ἐπιλογή κριτικογρφίας: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.2.2003. Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1756, 2003. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 20.6.2006. Γ. ΠΕΡ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1947. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα

2007, σσ. 440-445. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 40, 2009.

Ἀφιέρωμα: «Λυχνάρι», τ. 10, 2003, (Νίκος Ἀντωνάτος, Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἔλσα Λιαροπούλου, Στέλιος Μαφρέδας, Γιῶργος Μπαλοῦρδος, Ἀλεξάνδρα Μπουφέα, Εἰρήνη Πολίτη).

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τό καλοκαίρι τέλειωσε
καί τό φθινόπωρο δέν ἦλθε ἀκόμη
κι οἱ μέρες εἶναι σάν ἱστός ἀράχνης,
κλεινουν-κλείνουν,
κι ὅπως ἡ νύχτα πλησιάζει καί τό βλέπω
ὁ νοῦς μου πάλι ἐπιστρέφει στά παλιά,
στά ἐπειδή, στά διά ταῦτα,
στίς μείζονες καί τίς ἐλάσσονες προτάσεις·
μά πιό πολύ στούς φίλους μου γυρίζει,
πού ἦταν ἄνοιξη,
πού ἦταν καλοκαίρι,
πού μοσχοβόλαγε θυμάρι ἡ Ἀττική
κι ἐμεῖς καλπάζαμε στόν ἐλαιώνα γιά τή θάλασσα,
γιά τό ἐνθάδε καί γιά τό ἐπέκεινα.

Τό καλοκαίρι τέλειωσε
καί τό φθινόπωρο δέν ἦλθε ἀκόμη
κι ὅλη ἡ ζωή ἀπό ἕνα στίχο κρέμεται.

Ἠλέκτρα, ἕνα ἀγόρι νά ᾿χα
νά μεγαλώσει, νά μεστώσει,
νά λάβει ἐκδίκηση γιά τοῦτο τό ἀπόγευμα.

ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ

                            Στόν Τάσο Καπερνάρο

Ξένος εἰμί καί μισθοφόρος-
κάθε φορά πού στή στροφή βλέπω τή θάλασσα
τό νιώθω.

Ὅλη τή μέρα πολεμῶ σέ ξένο τόπο
τά βράδια, κάτω ἀπό τό λύχνο,
καθώς μέ πιάνει ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας
συγγράφω τήν ἀνάβασή μου.

Ξένος εἰμί καί μισθοφόρος-
ἄν τή διαβάσετε νά εἶστε ἐπιεικεῖς,
στήν ἐποχή μου
δέν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νά πεθάνεις.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Χ.Κ.Τ., ἐτῶν σαράντα, ἐπίκουρος καθηγητής,
μέ εἰδικότητα στό δίκαιο τοῦ ἀνταγωνισμοῦ
καί τή ναυαγιαίρεση.

Σπίτι στά βόρεια προάστεια,
σπίτι παραθαλάσσιο,
σκάφος ἀναψυχῆς
ἤ τρίς εἰς θάνατον,
ὅπως προφητικά εἶχε προτείνει ὁ Ἐπίτροπος
εἴκοσι χρόνια πρίν,
ὅταν ὁλόφωτα σφυρίζαν τά καράβια στό λιμάνι.

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Μοῦ λέν νά πάρω ἕνα σκυλί-
καλό σκυλί καί φύλακας.

Τώρα τί νά τό πάρεις τό σκυλί,
ἀφοῦ τό ξέρεις,
θ᾿ ἀρχίσει πάλι ν᾿ ἀλυχτάει ὅλη τή νύχτα
καί θά ᾿ρχονται οἱ χωροφύλακες χαράματα
νά παίρνουν τόν πατέρα σου.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Δρόμοι τῆς παγωμένης μνήμης
μιλῆστε ἀπόψε γιά τό Νίκο Πάιρα
καί τή ζωή του·
γιατί πολέμισε, γιατί νικήθηκε.

Κάποια στιγμή εἶναι στό ἀναρρωτήριο,
ὕστερα χάνεται.

Καί γιά τό Γιάννη πέτσα,
ἐτῶν πενήντα,
πού σέρνεται στά καφενεῖα τῆς Βέροιας,
λαχειοπώλης,
μέ μιά ταυτότητα πρωτοετοῦς τῆς Νομικῆς,
κιτρινισμένη.

Καί γιά τούς ἄλλους,
αὐτούς πού ἔρχονται μόνο τή νύχτα·
γιατί πολέμισαν, γιατί νικήθηκαν.

Κι ἐγώ πού δέν πολέμησα, ποιός εἶμαι
καί τί ζητῶ σ᾿ αὐτή τή ραψωδία τῶν νικημένων.

ΜΟΝΟ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ἀπό τοῦ Βάρναλη τίς μέρες
ὥς τά μεσάνυχτα τοῦ Γκόρπα
πολλά ἀλλάξανε·
τῆς γῆς οἱ κολασμένοι δέν βρυχῶνται,
ἡ καβαλίνα κι ἡ ροδακινιά ἐξωστρακίσθηκαν
καί τό κρασί δέν εἶναι ἄρωμα καί πτῆσις καί ἀφρός·
μόνο οἱ γυναῖκες,
ἄ, οἱ γυναῖκες, δύστυχε Θωμᾶ,
ὅσο περνοῦν τά χρόνια γίνονται πιό ὄμορφες
καί πιό φασίστρες
καί πράγμα φυσικό
μᾶς βασανίζουν περισότερο.

Ο ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Κάποτε ναί τό πίστευα κι ἐγώ,
πώς ὁ δεσμός πού τόνε λένε γόρδιο
εἶναι ἀξεδιάλυτος
καί μόνο τό σπαθί τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη
δίνει τή λύση.

Ἵσως ἔτσι, ἴσως ἀλλιῶς, μικρή μου Μαρία,
μά τώρα ξέρεις
μέ τό δικό σου στοχασμό καί μέ τά δάκρυα
πώς μόνο τό σπαθί τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη
ἤ ὅποιοδήποτε σπαθί ἤ ἐγχειρίδιο
τόν κόμπο πού ἀνεβαίνει στό λαιμό μας,
ὅταν σφυρίζουν τά καράβια στό λιμάνι,
τόν κόμπο τό δικό μας,
δέν τόνε ξεδιαλύνει.

(ξένος εἰμί καί ἄλλα ποιήματα)

ΑΛΛΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Ἀναφορά στόν Διονύσιο Σολωμό

Γέμισε ὁ κόλπος καραβάκια ξύλινα-
ἀπ᾿ τήν προβλήτα οἱ θεατές τά καμαρώνουν.

Μέ φουσκωμένα τά πανιά, περήφανα κι ὡραῖα-
ἀπ᾿ τήν ἐξέδρα οἱ θεατές χειροκροτοῦνε.

Ὅμως ψυχή μου μήν παραδοθεῖς
καί μή σέ παίρνει τό παράπονο.

Ἄλλα καράβια εἶναι αὐτά, ἄλλα πανιά
καί ἄλλη θάλασσα.

Ἐσύ δέ σήκωσες ποτέ λευκό πανί,
μήν τό ξεχνᾶς.

Κι ἄσε τό ποίημα νά κλείσει ὅπως τό θέλει,
ἥσυχη γιά τή γνώμη σου ἀλλ᾿ ὄχι γιά τή Μοίρα.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ

Δέν εἶχε πολεμήσει στό Μαραθώνιον Ἅλσος,
ἦταν ὅμως πολίτης τῆς Φλωρεντίας.
Γι᾿ αὐτό, ὅταν τόν κάλεσαν νά ἐπιστρέψει
βάζοντας μετάνοια
καί ὁμολογώντας ὅτι ἔσφαλε
στήν πλήθουσα ἐκκλησιά τοῦ Ἅη Γιάννη,
ἀρνήθηκε.

Ἄν βρεθεῖ ἄλλος τρόπος
πιό ταιριαστός στή δόξα τοῦ Δάντη
ἔρχομαι ἀμέσως καί μέ βῆμα ὄχι ἀργό,
ἀπάντησε,
ἐνῶ ἠ καρδιά του μάτωνε ἀπό τή νοσταλγία.

Δέν γύρισε στή Φλωρεντία-
ἔτσι ὅμως, Ἀναγνώστη, Μικρέ μου Πρίγκιπα,
περάσαμε
ἀπό τό σκοτεινό Μεσαίωνα στήν ἔνδοξη Ἀναγέννηση
καί ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς ποιήσεως.

Στίχοι πού ἐπίσης μοῦ ἀπάγγειλε ἕνα βράδυ στή ἐξορία
ὁ Γιάννης Δραγωνέτης,
ὅταν φοβήθηκε ὅτι ἔχανα τό θάρρος μου.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ

Δέν εἶναι τίποτα,
εἶναι ἡ πόρτα σου, πού ἀνοιγοκλείνει μόνη της,
ὅπως καί χθές.

Δέν εἶναι τίποτα,
εἶναι ἡ θεία σου Ἀγγελική, πού ἔχει πεθάνει ἀπό χρόνια
καί εἶναι μόνη της.

Δέν εἶναι τίποτα,
εἶναι τά χρόνια σου, πού ἐπιστρέφουν
καί διεκδικοῦν τά δικαιώματά τους.

Δέν εἶναι τίποτα,
εἶναι μεσάνυχτα καί εἶναι ἀργά, πολύ ἀργά
γιά νά φοβᾶσαι.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1437 Μ.Χ.

Παραλλαγή

Κάθιδροι φτάναν οἱ μαντατοφόροι
ἀπ᾿ τήν Ἀσία
καί φέρναν τά μηνύματα.

Καί καταλάβαινε.
Ἔβλεπε τά μικρά πουλιά
πού φέρνουν τή βροχή
νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν σύστοιχα.

Καί καταλάβαινε.
Δέν τή φοβότανε τήν καταιγίδα ὁ Αὐτοκράτορας
οὔτε τόν κεραυνό,
τούς Ἐνετούς, τούς Γενουάτες
καί τήν ἕρπουσα βροχή φοβότανε,
πού εἶχε σαπίσει τά χωράφια ἀπό χρόνια
καί τόν κλειστό περίκλειστο Κεράτιο Κόλπο
καί τήν ἁλυσίδα του.

(Δέν εἶναι τίποτα καί ἄλλα ποιήματα)

 

Θανάσης Τζούλης
(1932)

Ἕργα του σέ βιβλία.

 Ποητικές συλλογές: Καί γάμον τοῦ Ἕβρου τοῦ ποταμοῦ, Μανρδαγόρας, Ἀθήνα 1996.

Μελέτες: Μελετήματα γιά τήν ψυχνάλυση, Μπαρμπουνάκης, Θεσαλονίκη 1992. Ψυχανάλυση καί λογοτεχνία, Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 1993, β΄ἔκδ. συμπλ., Ἀθήνα 1995.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 30.10.1996. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ἐφ. «Τά Νέα», 14.1.1997. Γεωργία Λαδογιάννη, περ. «Μανδραγόρας», τ. 16-17, 1997. Εὐάγγελος Αὐδίκος, περ. «Πόρφυρας», τ. 97, Κέρκυρα 2000. Ι.Ν. Βελισαράκης, περ. «Μανδραγόρας», τ. 25, 2001. Γιῶργος Βέης, «Εἰσαγωγή» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 2168. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 261-264.

Ποιήματά του μεταφραστηκαν: Ἀγγλικά, Σουηδικά.

Ἀφιέρωμα: «Μανδραγόρας», τ. 8-9, 1995, (Θανάσης Τζούλης, Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, Ι.Ν. Βαλισαράκης, Γιῶργος Βέης, Κώστας Γουλιάμος, Ἕκτωρ Κακναβάτος, Σπ. Κανιούρας, Διονύσης Καραντζᾶς, Ἠλ. Κεφάλας, Δημήτρης Κονιδάρης, Θανάσης Β. Κούγκουλος, Ἠλίας Κουτσοῦκος, Παντελής Κρανιδιώτης, Μάριος Μαρκίδης, Μ.Γ. Μερακλής Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, Σάββας Μιχαήλ, Ἁνδρέας Μπελεζίνης, Θανάσης Ντόκος, Περικλής Παγκράτης, Γιάννης Πανούσης, Δήμητρα Παυλάκου, Θέμης Τασούλης).

ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ

Ἔχω ἀνάγκη νά κάνω τό σταυρό μου
ὅπως τά φροῦτα βγάζουν τό χρῶμα πιό ἔξω ἀπό τό
σφυγμό τους
κι αὐτό εἶναι κίνδυνος ὅπως καί κάθε ἔρωτας
πού ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα ἀλλά ὄχι καί τό μέτρο
(τό ἀπαγορεύει ὁ πρωτόκλητος Ἡράκλειτος
πού ἀστραγάλιζε μέ τά παιδιά νά τά σώσει ἀπό τό πλῆθος)

Τώρα καταλαβαίνω λέω
πῶς ἀπό τή λέξη μόνος γίνεται ἡ Μονή
πού ἔχει συλλείτουργο

ΟΠΩΣ ΓΥΜΝΩΝΑ ΧΛΩΡΟ ΣΠΙΤΙΣΙΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Ὅπως γύμνωνα χλωρό σπιτίσιο καλαμπόκι
ζοῦσα τήν παρθενία τοῦ καρποῦ
χωρίς τό ἐλάχιστο κενό ἀνάμεσα στό στάχυ
ὁλόιδια μέ τά καπούλια τοῦ μουλαριοῦ
πού καμπύλωνε τό βλέμμα ὅπου τά ἄγγιζε
κι ἔβγαινε μέ ρίζες καί λύχνο ἐπάνω
ὁλόκληρο φυτώριο γιά μεταφύτευση
κι ἀνάμεσα μηλίτσα στό γκρεμό τά μῆλα φορτωμένη

ΖΩΗ

Ὅπως κάθεται γυναίκα ὄμορφη στά χέρια τῆς φύσης
ὅλη ἀπό χῶμα πού πλάθεται καί γυρίζει ἐντός
τό σχῆμα της νά κρατάει τό ἀμίλητο νερό
καί φέγγει ἕνα λιβάδι παπαροῦνες ἀνάμεσα
πού εἶναι ὄρθρος σάρκας μέ τό ὑγρό ἀγγεῖο της
νά σκουραίνει ἀγροδίαιτο ὅσο πού βλέπεις
τή λευκότητα τῆς εὐωδιᾶς καί τή φλόγα της
σάν φέτα ἔλατου πού στάζει πρίν ἀπό τό μυστήριο
καί δέν εἶναι ὄν πού νά μή θέλει σάρκα ἡ σάρκα του

ΟΡΑΜΑ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ

Καί ἐγώ ἑάλων
Κωνσταντίνος Λάσκαρις

Εἶδα τούς τρεῖς κτίτορες νά ἐπιφαίνονται στόν Ἕβρο
τόν κελλιώτη καί πρωτοβεστιάριο Γεώργιο Φραντζή
μέ τό χειρόγραφο αἷμα καί τήν κατάμονη κάρα
πού ζητοῦσε ἕναν χριστιανό
νά τήν ξενυχτήσει
τό Δούκα τό χρονογράφο πού ἔφευγε
μέ τόν Ἰωάννη Ἰουστινιάνη πρός τά Ἄνω τῆς Πόλης
(ἦταν ἡ μόνη εἰσοδοέξοδος πού ἔμενε)
καί μάζευαν κληματίδες
νά κλείσουν τή φθορά τῶν τειχῶν ἀπό τή μεγάλη λουμπάρδα
ἀλλά καί τίς πληγές τους πού ἦταν καί τῶν ἄλλων
καί τό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη ὀλίγο πίσω ἀπό τό βασιλέα του
πού ἔτρεχαν νά τεντώσουν τή χροντρή ἅλυσο οἱ δυό τους
μέ ὀλίγα μειράκια ἀπό τή μιά μεριά τοῦ λιμιώνια
ἕως τήν ἄλλη
γιά νά μήν ἐμπεῖ ὁ ἀμιράς
καί οἱ τρεῖς λιβάνιζαν τό χαμένο κεφάλι
κι ἔχτιζαν πάνω του τό ἴδιο χαμένες μονές
μέ σχῆμα λυπητικόν
πού ἔδειχναν
πρός τήν Κυρία τῶν Ἀγγέλων

Ο ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ Ο ΚΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ Ο ΕΒΡΟΣ

Τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη

Ἐπειδή βλάστησα καθώς λέει ὁ Βιζυηνός ὁ Θράκας
ἀνάμεσα στόν Ἀχέροντα καί τόν Καλαμά πού εἶναι τά
λαδοχώρια
μέ σημάδεψε ἡ συνήθεια νά δίνω ἀπό λίγο λαδάκι
στούς νεκρούς
ἰδίως αὐτούς πού εἶναι ἐκπρόθεσμοι
καί παίζουν τήν τυφλόμυγα ὥς ἀργά νά ἡμερώσει ὁ ζόφος
σ᾿ αὐτό τό ἐλάχιστο πού ἀρχίζει τῆς μέρας ἡ ἀνάρρωση

Κι αὐτοί (οἱ νεκροί ἐννοῶ πού περνοῦν μέ φύλλο ἀπορίας
ὅπως τούς γνώρισα ἀργότερα στόν Ἕβρο
τό ἴδιο ἐκπρόθεσμους)
μοῦ δίνουν τό δικαίωμα ἀπό νωρίς
νά λέω τή λέξη φέγγος καί ἰδίως νά τήν προσδοκῶ
σ᾿ αὐτό τό ἐλάχιστο τό ξαναλέω πού ἀρχίζει
τῆς μέρας ἡ ἀνάρρωση
καί μπαίνει ἡ συνομιλία ἀνάμεσα στά τρία ποτάμια
ὅπως τό οὐράνιο τόξο

ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

Κάθε φορά πού ὁ κυρ Ἀλέξανδρος γύριζε στό ὕπαιθρο
εὕρισκε καί τά ἔσωζε μ᾿ ἕνα βλέμμα τῆς γλώσσας του
χρώματα ἰδίως αὐτά ἀπό τή γῆ πού τά ἔλεγαν δίφορα
κι ὅπως τά ἄγγιζε γίνονταν παραχρῆμα οἰνωπό
τό προσωπό του
ἀπό αἰδώ πού ἦταν τά χρώματα ἀσκεπῆ
ὅπως καί ἡ γύρη τους πού ἔπεφτε στά μέλη του
καί ἰδίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον Ἕβρου τοῦ ποταμοῦ)

Γιώργης Μανουσάκης
(1933-2008)

 Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ἄνθρωποι καί σκιές, Ἀστρολάβος/Ἐὐθύνη, Ἀθήνα 1995. Στ᾿ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2003. Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα: Ἕνα κρανίο καρφωμένο στό κιγκλίδωμα, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1999. Ὅταν τό πέλμα μας ἐταίριαζε μέ τό χῶμα, Φιλολογικός σύλλογος «Ὁ Χρυσόστομος», Χανιά 2000. Ὁ Ἐθελοντής, Κίχλη, Ἀθήνα 2008.

 Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἁγνή Φραγκίστα, περ. «Τό Δέντρο», τ. 89, 1995. Β. Κωνσταντίνος, περ. «Νέα Πορεία», Θεσσαλονίκη, 8.10.1995. Νίκη Κώτσιου, περ. «Διαβάζω», τ. 357, 1995. Τάσος Πορφύρης, περ. «Σημειώσεις», τ. 46, 1996. Κ. Γάλλος, ἐφ. «Χριστιανική», 29.8.1996. Κώστας Γ. Παπαγεωγίου, περ. «Γράμματα καί τέχνες», τ. 79, 1997, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά», Σοκόλης , Ἀθήνα 2002. Γ. Καραβίδας, εφ. «Ριζοσπάστης», 18.9.1997. Θανάσης Παπαθανασόπουλος, περ. «Ἔρευνα», τ. 46, 2003, ἐφ. «Χανιώτικα Νέα», 1.2.2006. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 16.4.2004, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 29.9.2006. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 4, Λαμία 2004. Ἠλίας Κεφάλας, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 1.3.2004.  Γιῶργος Βέης, περ. «Διαβάζω», τ. 454, 2004. Σταμάτης Φιλιππίδης, Ἀλέξης Πολίτης, περ. «Θαλλῶ», τ. 16, Χανιά 2005. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1324-1325. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 373-376.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Γαλλικά, Ἰσπανικά, Οὐγγρικά, Πολωνικά, Τουρκικά.

Ἀφιερώματα: «Ἑλλωπία», τ. 5, Χανιά 1996, (Τίτος Πατρίκιος, Σταμάτης Φιλιππίδης, Δημήτρης Βεζονιαράκης). «Νέα Ἑστία», τ. 1820, 2009, (Γιώργης Μανουσάκης, Σταῦρος Ζουμπουλάκης, Μαρίνα Ἀρετάκη, Βαρβάρα Ρούσου, Ἐλπινίκη Νικολαδάκη-Σουρῆ, Ἀλέξης Πολίτης, Σ.Ν. Φιλιππίδης, Ἀντώνης Περαντωνάκης, Γιῶργος Ἀράγης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Κώστας Κουτσουρέλης, Λάμπης Καψετάκης, Ἀγγελική Καραθανάση).

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ

Μνήμη Μάριου Βολακάκη

Τρίτο θρανίο στή σειρά τή μεσιανή.

Μαλλιά ξανθά καί τό χνούδι τό πρῶτο
νά πασπαλίζει μέ χρυσόσκονη τό πανωχείλι.

Τόν θυμοῦμαι ὅπως στήλωνε τά διάφεγγά του
μάτια μέσ᾿ στά δικά μου, διεσταλμένα
ἀπό τήν πίεση κάποιας ἀπορίας,
ἄλλοτε πάλι μέ τήν ὄψη ὁλόφωτη
ἀπ᾿ τή χαρά γιά μιά σωστή ἀπάντηση.

Ἀκούω τή λυγερή φωνή του του νά διαβάζει:
«Δημάρατε, οἷον ἐφθέγξατο ἔπος
ἄνδρας χιλίους στρατιῇ τοσῇδε μαχίσεσθαι.»

Δέν πάει καιρός πού εἶδα σέ φωτογραφία
σειρές τά μνήματα νεκρῶν πού φυτευτῆκαν
στή γῆ τῆς Κύπρου. Σέ μιά πλάκα
διάβασα τ᾿ ὄνομά του. Κι ἀπό κάτω:

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΕΚ ΧΑΝΙΩΝ. ΕΠΕΣΕ ΤΗι 17-8-74

Τρίτο θρανίο στή μεσιανή σειρά.

Ποῦ νά ᾿ξερα πώς τόσο γρήγορα
θα διασκελοῦσε τήν ἀπόσταση
ἀπό τήν παιδικότητα ὥς τό θάνατο.

1947

Βαριά κορμιά ἱδρωμένα
μέ στρίμωχναν καί μέ ζουλοῦσαν
ἀπ᾿ ὅλες τίς μεριές. Κάποιοι
μιλοῦσαν ἀδιάκοπα. Ἄλλοι σιωπηλοί
ἀνάσαιναν μ᾿ ἕνα γοργό σφυριχτόν ἦχο.

Πολλοί τεντώναν τούς λαιμούς των
γιά νά δοῦν. Ἐγώ
ἔβλεπα τόν οὐρανό.

«Θά τόν κρεμάσουν, λέν, ἀνάποδα
ἀπό τό στύλο τοῦ ἠλεχτρικοῦ».

«Θά μπήξουν σ᾿ ἕνα πάσσαλο
τό κομμένο κεφάλι».

Δέν ξέρω τί ἔγινε ἀπ᾿ ὅλα τοῦτα

Τό κύμα τῶν μεγάλων μ᾿ ἔσπρωχνε
μιά ἐδῶ, μιά ἐκεῖ. Τό μόνο
πού ᾿βλεπα πάντα ἦταν ὁ οὐρανός.

Σά διαλύθηκε τό πλῆθος κοίταξα ὁλογύρω
ὅμως δέ εἶδα τίποτα ἀπ᾿ τό θέαμα.

Πρόλαβα μόνο μιά πλατιά κηλίδα αἷμα
πρίν ρίξει κάποιος χωροφύλακας ἐπάνω της
μιά φτυαριά ἀσβέστη.

(Ἄνθρωποι καί σκιές)

ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

Εἶπα: Δέ θέλω νά σᾶς ξέρω.

Δέ συμμετέχω στή ζωή σας
μένω μακριά ἀπό τά ἐγκληματά σας
τίς σφαγές καί τούς ἀνδραποδισμούς
τῶν συνανθρώπων σας.

Θά κατοικήσω ἐδῶ, σέ τούτη τήν καλύβα
μακριά ἀπό κάθε ποταπό
πέρα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀτιμάζει
τόν ἄνθρωπο. Μόνος
μέ τίς ἀέτιες σκέψεις τῶν σοφῶν
μέ τά ζεστά, εὐγενικά
αἰσθήματα τῶν ποιητῶν.

Ὅμως ποῦθε ἔρχεται τοῦτο τό αἷμα
πού γλιστρᾶ κάτω ἀπό τήν πόρτα μου;

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ἄν ζητᾶς τήν ἀνάκουστη μουσική
αὐτήν πού ὑψώνει στό καθάριο
φέγγος τήν ψυχή, πρέπει νά κάμεις
μακρινό ταξίδι.

Νά περάσεις
πελάγη ἀγριεμένα, νά διασχίσεις
τήν ἀνίσκιωτη ἔρημο, νά μπεῖς
στό βαθύ δάσος μέ τά κλαδιά
τά πλεγμένα, νά νιώσεις
τό μέγιστο φόβο
τή ἄκρα ἀπελπισία.

Τότε μόνο θ᾿ ἀκούσεις τό βιολί
πού παίζει δίχως νά τό κρατοῦν
χέρια, τό φλάουτο πού ἠχεῖ
χωρίς νά τ᾿ ἀγγίζουνε χείλη

Κι ἡ μουσική θά ᾿ναι ἡ σιωπή.

(Στ᾿ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης)

ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

ὀνόματα πού ἐπιπλέουν
στόν ὠκεανό τῆς λήθης:
Κόριννα, Πράξιλα, Μοιρώ,
Ἀνύτη, Ἤριννα, Ψάπφα.

Φιγοῦρες χωρίς πρόσωπα
καθεμιά μέ τό φωτοστέφανό της
νά πλαισιώνει ἕνα κενό.

Μύθοι ἀκολουθοῦν τά ὀνόματα
καί σπαράγματα στίχων
πού μεγεθύνουν τό αἴνιγμα
ἀντί νά τό λύνουν:
Ἔρος δ᾿ ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὡς ἄνεμος κάτ᾿ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.
ἀλλ᾿ ἐπιπάντων
ἐλπίδας οὐλομένα Μοῖρ᾿ ἐκύλισε πρόσω.
χὥτι μέ νύμφαν εὖσαν ἔχει τάφος εἴπατε καί τό.

Ποιά νά ᾿σουνα
Τελέσιλλα, Νοσσίς, Κασσία;

Τά μάτια ἀναζητοῦνε  μιάν εἰκόνα
νά συμπαρασταθεῖ στούς στίχους σας
καί δέ βρίσκουν παρά
ἕν᾿ ἀκέφαλο ἄγαλμα
στήν αὐλή τοῦ μουσείου
ἕνα ἰωνικό κιονόκρανο
γερμένο στή χλόη.

Ἴσως νά κράτησε τό στεναγμό σας
τό κύμα πού σβήνει
στόν ἀμμουδερό κόρφο
τήν πύρα τῆς ψυχῆς σας
ὁ κάμπος μέ τίς παπαροῦνες.

Ποιός θά σταθεῖ ἄντικρυ στή Μοίρα;
Μουσάων ὀλίγη τις ἀηδονίς.
Ἀηδονίδες τῆς ποίησης
οἱ ρανίδες τοῦ λόγου σας
θά αἰωροῦνται γιά πάντα στό φῶς
πάνω ἀπ᾿ τήν κόνιν τῶν σωμάτων.

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ
ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΡΙΣΤΗ

Κυκλωμένος ἀπό χιλιάδες ἀνάσες
σήκωσε τό πόδι ὁ ἡμιθεος.

Ἡ μπάλα, ὑπάκουος δέχτης
τῆς ἀλύγιστης θέλησής του,
ἔγραψε τήν ἀπόλυτη εὐθεία
ἀπ᾿ τόν ταρσό ὥς τά δίχτυα.

Ἀπ᾿ ὁλόγυρα ὑψώθηκε ἰαχή
μυριόστομη κι ἀκατασίγαστη.

Πάνω ἀπ᾿ τό γήπεδο
φάνηκαν ὄντα φτερωτά
Νίκες καί Δόξες
καθώς στούς οὐρανούς τοῦ Tiepolo.

Κι ἐνῶ τά θεῖα πόδια
ἄφηναν τό γρασίδι
στήν ἄνοδο ἐν θριάμβω, οἱ ὀπαδοί
τῆς χαμένης ὁμάδας σφεντόνιζαν
κέρματα καί μπουκάλια στό διαιτητή.

Τότε ἦταν πού ἀπ᾿ ἕνα συννεφάκι
ὁ πατέρας τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καί τ᾿ ἀληθινοῦ
ἅπλωσε τό δεξί του χέρι
μ᾿ ἀνοιχτά τά δάχτυλα.

ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ»

Ἐπαρχιώτης, πού ἐπιμένει ἀκόμη
νά κατοικεῖ ἐν ἐπαρχία,
χωρίς καμίαν ὡς ἐκ τούτου
«ἀξίαν ἀνταλλακτικήν»
γιά ὅσους κατοικοῦν ἐν τῶ Ἄστει,
γράφει –ὁ ἀφελής- ποιήματα
χωρίς νά λάβει ὑπ᾿ ὄψιν του τά τελευταῖα
φιγουρίνια τῆς ποίησης πού φτάνουν
ἀπό τήν Ἀμερική καί τήν Εὐρώπη,
καί τούς τυπώνει –ὁ ἀφελέστατος-
καί μᾶς τούς στέλνει (ἐδῶ πιά τοῦ ταιριάζει
ἕνα ἐπίθετο μέ γόμωση ἰσχυρή
ὡσάν ἐκεῖνο τό προσφιλές
σέ μαθητές καί σέ φαντάρους).

Δόλιος ὁ σκοπός του: ν᾿ ἀποσπάσει
κριτικές καί δημοσιεύσεις
γιά νά ᾿μπει στή χορεία τῶν ποιητῶν.

Ἔ, ὄχι! Ποῦ ἀκούστηκε;
Χωρίς χτυπήματα τῆς πόρτας τῆς κρυφῆς
χωρίς τό σύνθημα καί τό παρασύνθημα
ἐδῶ δέν μπαίνουν.

(Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα)

 

Γιῶργος Δανιήλ
(1938-1991)

 Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιῶργος βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, Ἐπί πτερύγων Βιβλίων, τόμος Α΄, Σοκόλης, Ἀθήνα 1995, σσ. 125-129. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 455-456. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 239-242.

                

Τάσος Ροῦσσος
(1934)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Τό πλοῖο φάνασμα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Τό κυνήγι τῆς ἀλεποῦς, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Πρός Λεύκιον, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα:καιρός τῆς Λίζε, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1993. Φωτογραφία μέ πολύ κίτρινο καί ἄλλα διηγήματα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1994. Ἡ πηγή τοῦ τσακαλιοῦ, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1995. Ὁ Ὀδυσσέας (μυθιστορία), Καστανιώτης, Ἀθήνα 1996. Τό δέκατο τρίτο τοπίο, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Ἡ ἀποστολή, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1999. Ὁ λόφος, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001. Αὐτός στό πέτρινο σπίτι, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2003.

Παιδικά: Ἕνα σύννεφο πού τό λέγαν Κοσμᾶ, Καστανιωτης, Ἀθήνα 2005.

Μετάφρασε: Σοφοκλέους, Οἰδίπους Τύραννος, Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Εὐριπίδου, Κύκλωψ, Ἄλκηστις, Ἀνδρομάχη, Ἡρακλῆς μαινόμενος, Ἱππόλυτος. Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Ἀριστοφάνους, Ὄρνιθες, Κάκτος, Ἀθήνα 1993. Σαίξπηρ, Τρικυμία, Δωδώνη, Ἀθήνα 1993. Ἀριστοφάνους, Εἰρήνη, Ἐκκλησιάζουσες, Θεσμοφοριάζουσες, Ἱππῆς, Βάτραχοι, Κάκος, Ἀθήνα 1994. Σενέκα, Οἰδίπους, Φαίδρα, Μήδεια, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2000. Πινδάρου, Ἐπίνικοι, Κάκτος, Ἀθήνα 2001. Ρουφίνου, Ἐπιγράμματα, Ἑστία, Ἀθήνα 2002.

 Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 12.10.1993.  Δ.Θ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1634, 1995. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 19.11.1996. Γιῶργος Βέης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1725, 2000. Γιάννης Βαρβέρης, «Παρουσίαση», στή ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Βασίλης Ρούβαλης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 20.9.2003. Γιῶργος Πολ. Παπαδάκης, περ. «Πνευματική Ζωή», τ. 59, 2004. Κώστα Γεωργουσόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 11-12.3.2006.  Στάντης Ρ. Ἀποστολίδης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.4.2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 353-257. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1949-1950.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Ἐσθονικά, Ἰσπανικά, Πολωνικά.

ΕΠΕΙΔΗ

Ἐπειδή μέ τήν ὁρμή τῆς καρδιᾶς
μεγαλώνουν οἱ μαρμαρυγές τῶν ἄστρων,
ἐπειδή ρωτώντας διαιρεῖς τά πράγματα
κι ἀνατριχιάζει πιό κοντά σου τό χάος,
ἐπειδή ρωτώντας παλλαπλασιάζεις τό ἄγνωστο
κι οἱ πληγές περισσότερες,
ἀκολούθησε μόνο τό ἔνστικτο
καί τό ταξίδι
θά σέ φέρει στήν ἄκρη,
ἐκεῖ πού ὁ κάθε φθόγγος
σκιρτᾶ ὁλοζώντανος
πρίν φορέσει τό ἰδεόγραμμα
πρίν γίνει ἐντάφιο αἴνιγμα,
πτηνό μυθῶδες τῆς οὐτοπίας.

ΛΕΞΕΙΣ

Δέ μοῦ χρειάζονται οἱ μεταξοσκώληκες
πού τρέφονται μέ τήν πράσινη ζωή τῶν δέντρων.

Ἔχω ἀνάγκη ἀπό λέξεις αἰχμηρές
μέ πολυάριθμες κοφτερές αἰχμές,
σάν τά κομμένα γυαλιά
πού σέ ματώνουν ὅταν τά σφίγγεις,
πού πολλαπλασιάζουν τόν ἥλιο,
διαθλοῦν τά τοπία
κι ἀκοῦνε τήν ψυχή τῶν πουλιῶν
πρίν γίνει κελαηδισμός.

Λέξεις γιά τήν ποίηση κατάλληλες.

ΟΤΑΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΙ

Ὅταν ἐπισκέπτομαι τά ὄνειρα,
τά τοπία τους θαμπώνουν,
μιά πηγή πού κρύβεται
τό νερό της σταλάζει σέ σπηλιές,
λουλούδια χάνουν τά χρώματά τους,
λίγο ἀκόμη καί θά γίνουν
μάτια τῆς λησμονιᾶς,
λόγια πού χόρτασαν σιωπή,
ἀρώματα τῆς ἀπουσίας.
ἐπισκέπτομαι τά ὄνειρα,
βουνά πού ἐρείπωσαν χωρίς πατημασιές,
δέντρα μέ σκελετούς πουλιῶν
γιατί δέν τά εἶδε κανείς,
δέ φούσκωσε στό λαιμό τους ἡ αὐγή,
δέν τά ξύπνησε θηλυκός ἄνεμος.

«ΕΑΝ»
Ι

Γράφω καί σ᾿ ἔχω στό μυαλό μου,
ἕνα πελώριο «ἐάν»
καί ξάφνου ἀνακαλύπτω
πώς ὁ ἤλιος ἐνδιαφέρεται γιά μένα
κι ἡ θάλασσα κυματίζει ζωντανή τώρα
κι ὁ ἀγέρας μιλάει
καί τόν καταλαβαίνω μόνο ἐγώ.

Σέ περίμενα δικό μου καθρέφτη,
μέ τήν ἀνάμνηση στρογγυλή στό κεφάλι μου,
σπίτι ἀρχαῖο μέ κούρους καί κόρες
καί τίς πόρτες ἀνοιχτές στήν ἐξοχή.

ΙΙ

Τώρα ἔγινες ὅ,τι ἤσουν,
ἕνα γκρίζο «ἐάν» μέσα στή μνήμη.

Μκρότερη στό ἀνάστημα,
μέ τό κίτρινο φόρεμα πάντα,
μέ τά χέρια λιγνά,
κατάλληλα γι᾿ ἀποχαιρετισμούς.

Ἐάν τολμοῦσα νά χτυπηθῶ μέ τό φεγγάρι,
ἐάν δραπέτευα μέ τή μουσική,
ἐάν ἄφηνα τόν ἑαυτό μου ἀνυπεράσπιστο
στήν πίσω σελίδα τῆς ἐφημερίδας,
τότε θά μποροῦσα νά σέ ἀναθρέψω ζωντανή·
μιά δεύτερη καρδιά δίπλα στή δική μου.

ΙΣΑΒΕΛΑ
Μνήμη Ν. Ἐγγονόπουλου

Θέ σέ πῶ Ἰσαβέλα
πού σημαίνει μαῦρα μαλλιά,
μαῦρα μυγδαλωτά μάτια ἐπίσης
καί φουστάνι κόκκινο
ἀπό τήν Καστίλη.

Ὅλα ὅσα τέλος πάντων παράγει
ὁ ἐρωτικός συνειρμός τῆς ρέμβης.

Ὅμως
τό στιλπνό βότσαλο
πού τό χαϊδεύει τό κύμα μπροστά μου
ὀνομάζει τόν ἑαυτό του
Ἰσαβέλα κι ἐκεῖνο.

Ἔτσι τουλάχιστο ἀποκρίνεται
στό φλοῖσβο,
στίς φωνές τῶν παιδιῶν,
στίς μακρινές φάλαινες.

Ὥστε Ἰσαβέλα σημαίνει
ἔνταση,
πολλαπλασιασμός τοῦ συναισθήματος
καί τότε ἡ ρέμβη
παίρνει εὔκολα μορφή,
γίνεται μάτια,
φουστάνι,
βότσαλο.

(Τό κυνήγι τῆς ἀλεποῦς)

29

Λέγεται, Λεύκιε, ὅτι κάποτε ὁ Ζεῦξις
ἐζωγράφισεν ὥριμα σταφύλια μέ τόσην
φυσικότητα καί ἀληθοφάνειαν, ὥστε
ἐξαπάτησε καί τήν ἴδια τήν Φύση.

Τά πουλιά φτερούγιζαν διαρκῶς γύρω
ἀπό τήν εἰκόνα, γιά νά ραμφίσουν
τούς χυμώδεις καρπούς. Τέτοιος ἄθλος
τῆς τέχνης, τέτοιο θαῦμα εἶναι βεβαίως
ἀνεπανάληπτον. Ὅμως ὅσο τό συλλογίζομαι,
τόσον ἀδυνατῶ νά λύσω τό δίλημμα.

Ποῖος κατόρθωσε τοιαύτην μέθεξιν,
τοιαύτην θαμαστήν ἐξομοίωσιν φύσεως
καί τέχνης; Τό τάλαντον ἤ ἡ τεχνική;

47

Ἀναλογίζομαι, Λεύκιε, τάς στιγμάς
τοῦ ἔρωτος. Ὄχι ἐκείνας πού ἡ μνήμη
ψιμυθιώνει μέ τήν σκόνη τοῦ χρόνου,
ἀλλά ἐκείνας πού αἰφνιδίως ἀνίστανται
ἐκ τοῦ σκότους καί ἀπαιτοῦν ὅ,τι
τούς ἀνήκει. Καθ᾿ ὁδόν μέ ἐκοίταξεν
ἄγνωστη  γυναίκα καί ἀντιπαρῆλθεν.

Ἔκτοτε προσπαθῶ νά διευκρινίσω
τήν ἀναίτιον συγκίνησιν, τίς εἰκόνες
πού περιπλέουν τήν συνείδησή μου,
ἰδίως μίαν φευγαλέαν αἴσθησιν
νεανικοῦ βήματος δορκάδος
κι ἕνα ὑδατῶδες ὄνομα: Καλλιρρόη.

49

Ἡ ποιητική ἅμιλλα, Λεύκιε, περιέχει
ἀρκετήν ματαιοδοξίαν. Θαυμάζομεν
ξένους ὡραίους στίχους κι εὐθύς
γεννᾶται ἡ παρόρμησις νά γράψουμε
καλύτερους. Αὐτό μέ ὁδήγησεν
εἰς τήν σύνθεσιν ποιήματος. Κάτι ὅμως
ἐσκίαζε τήν συνείδησή μου. Ἐνόμιζα
ὅτι ἡ ἔμπνευσις δέν ἦτο αὐθεντική,
σάν νά ἐπρόκειτο γιά μακρινό δάνειον,
σάν ν᾿ ἀκουγόταν μία ξένη φωνή
μές στήν φωνή μου. Ἀγωνιῶ καί διερευνῶ
τίς πλέον ἀπόμακρες μνῆμες, τά πλέον
δαιδαλώδη ἐρείπιά των, γιατί,
ὅπως γνωρίζεις, ἡ κρυπτομνησία εἶναι
μέγας τῆς ἐμπεύσεως παραχαράκτης.

(Πρός Λεύκιον)

 

Πρόδομος Χ. Μάρκογλου
(1935)

Ἕργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δέν γράφτηκαν, Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1993. Ὀνείρων κοινοκτημοσύνη, Νεφέλη, Ἀθήνα, 2002.

Πεζογραφήματα: Σπαράγματα (νουβέλα), Νεφέλη, Ἀθήνα 1997. Διέφυγε τό μοιραῖον, διηγήματα,  Νεφέλη, Ἀθήνα 2003. Καταδολίεση, μυθιστόρημα, Κέδρος, Ἀθήνα 2006.

 Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Παρέμβαση», Κοζάνη 6.1993, περ. «Πολιτιστικά Δρώμενα», τ. 17., Βέροια 1997, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1738, 10.2001, τώρα καί στό βιβλίο του Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 62, Θεσσαλονίκη, 9.2003, περ. «Φιλολογική», τ. 96, Θασσαλονίκη 2006.  Ἀντώνης Κάλφας, εφ. «Ἡ Αὐγή», 6.3.1994. Μάρη Θεοδοσοπούλου, «εφ. «Ἐποχή», 20.3.1994. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Νέο ἐπίπεδο», τ. 23-24, 1996. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εφ. «Ἐλευθερωτυπία», 4.12.1996. Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 370, 1997. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», τ. 628, 14.2.1997. Βερονίκη Δαλακούρα, εφ. «Ἡ Καθημερινή», 8.4.1997. Γιάννης Κουβαρᾶς, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 38, Θεσσαλονίκη 1997, εφ. «Ἡ Καθημερινή», 14.10.2003.  Γιῶργος Φρέρης, περ. «Παρατηρητής», τ. 30, Θεσσαλονίκη 1998. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.  Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», 7.2.2003, περ. «Ὁ Πολίτης», τ.128, 2004, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005.   Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, εφ. «Ἡ Αὐγή», 16.2.003. 2003, περ. «Κ», τ. 4. 2004.  Γιῶργος Παναγιωτίδης, περ. «Μανδραγόρας», τ.32, 2004. Γιῶργος Παγανός, περ. «Κ», τ. 7, 2005. Α.Ζ. «Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Πατάκης, Ἀθήνα 2007. σσ. 1338-1339. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, «Ἱστορία τῆς Ἑληνικῆς Λογοτεχνίας», Τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 291-298

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Νέο Ἐπίπεδο», τ. 33-34, 1996, (Γῶργος Ἀράγης, Σπύρος Τσακνιᾶς, Πρόδρομος Μάρκολγου). Περ. «Ἡ Λέξη», τ. 164-165, 2001, (Πρόδρομος Μάρκογλου, Βασίλης Βασιλικός, Τάσος Καλούτσας, Γιῶργος Ἀράγης). Πρ. «Παρέμβαση», τ. 143, Κοζάνη 2008, (Θανάσης Μαρκόπουλος, Περικλής Σφυριδης, Πρόδρομος Μάρκογλου).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΠΟΥ ΔΕ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ

Καλπάζει ἡ θάλασσα στόν κυματοθραύστη
Μάρτης τοῦ ᾿73
Ἄκουγα βήχα κι ἕνα κλάμα
Χαμηλές φωνές
Νύχτα ἐφιαλτική μέσα στό ποίημα
Ἕνα ποίημα πού γκρεμιζόταν τό πρωί
Ἐνῶ τό βράδυ τό σφήνωνα μέ λέξεις
Φυσάει
Ἀγέρας μπερδεύει τά χαρτιά
Ὁ διάδρομος πού λέω
Στήν αὐλή καπνομάγαζου φτάνει, στόν καφενέ τοῦ
Ἀνθήλαου
Στό βάθος τό μπορντέλο τῆς Πόπης
Κάτω ἀπό τήν ἀκακία δίπλα στό ρέμα
Ἔγραφα γιά μιά γυναίκα πού χρόνια μέ βασάνισε
Σ᾿ ἕνα ἄλλο ποίημα
Καλοκαίρι τοῦ ᾿55 κι ἡ θάλασσα μέ ἀχινούς
Σ᾿ ἕνα ἄλλο ποίημα
Γαλάζια μάτια φώτιζαν τίς λέξεις στό χαρτί
Ἔγραφα
Ὁ χρόνος τότε σάν ἀσβέστης φούσκωνε
Τρίζαν τά δοκάρια τοῦ μυαλοῦ
Γυρίζω στά βουβά χαρτιά, Ὀκτώβρης τοῦ ᾿67,
Στό χαμηλό δωμάτιο διαλυμένα ποιήματα
Κι ἡ πόλη μιά παγίδα
Κοιτῶ τόν κῆπο
Δέντρα γυμνά
Πέτρινος τοῖχος σπαρμένος γυαλιά
Πέρα ἡ θάλασσα στάχτη
Che καί Ἄρης στήν ἴδια εὐθεῖα
Λαίμαργες φωνές κι ἕνα φῶς διαρπαγῆς
Ἐρημία σπέρνει ἡ σιωπή τῆς γνώσης

Ἔγραφα:
Χωρίς ἐσένα ἡ ἀράχνη τοῦ ἥλιου τῆς μέρας θηλιά
Κι ὁ οὐρανός μαῦρος καταρράκτης
μέχρι τά μάτια πλημμυράω
Μέχρι τήν τελευταία στροφή τοῦ ἐγκεφάλου,
Στά μαγεμένα μάτια ἡ γυμνή Σελήνη ἔμεινε
Τότε
Λίγο πιό πέρα, μετά ἀπό χρόνια
Σέ κεῖνα τά κατάλοιπα ἔβρεχε
Ἔβρεχε καί σάρωμε στό λιθόστρωτο φύλλα
Ἄναψα τσιγάρο
Ἀπ᾿ τό στενό μέ τίς τριανταφυλλιές
Ἔφτασε τυλιγμένος στό γρίζο παλτό
Ὁ Φώτης
Λυπημένα μάτια ὑγρά στό λίγο φῶς:
Μήν πετσοκόβεις, εἶπε,
Ἄσε ἐπίπεδα καί κώδικες,
Γράφε…,

Καθίσαμε στό τραπέζι
ἔσταζαν φύλλα τῆς ἀκακίας, ἄσπριζε τό οὖζο
Ἔμεινε σέ κεῖνα τά χαρτιά τοῦ ᾿70 ἡ φωνή τοῦ Φώτη
Ἔτσι ἔγραφα ἕνα ποίημα πού γκρεμιζόταν τό πρωί
Ἐνῶ τή νύχτα τό σφήνωνα μέ λέξεις.

ΚΑΙ ΜΕΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ
Στόν Ἀνέστη Εὐαγγέλου

Καί μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο
Αὐτό πού δρώντας πάλι φορτίζει τίς ψυχές
Ἀνακυκλώνεται φουσκώνει τό ἄσπρο φῶς
Ἐδῶ σημαίνεις ἐκεῖ πλέον εἶσαι ἀφανής
Ἀμετάκλητα ὄνειρα ἀποτρόπαια σφραγίζουν
Πῶς νά ὑπερβεῖς τό σῶμα σου μέ λέξεις
Λίγο τό φῶς, βαθύ σκοτάδι
Καί περιστρέφει ὁ ἔρωτας τίς ψυχές
Τίς χαράζει
Δέ μιλιέται, σιωπᾶ καί μᾶς καταδικάζει
Ἐνῶ τό εἴδωλο στόν καθρέφτη εἶναι ἕνας ἄλλος
Καί βλέπω στό χαμηλό νερό μέ τή σελήνη πάνω,

Ἔζησες γιά ἕνα τίποτε;
Πολλούς βρῆκαν στή γύρα τά δρεπάνια
Προτοῦ δοθεῖ ἀπάντηση
Ὄχι γι᾿ αὐτά τά συντελεσμένα
Ἀλλά γιά κεῖνα τά ἄλλα πού δέν ἔγιναν
Κι ὅλα βούλιαξαν στό αἷμα
Πικρή ἐποχή, μίζερος ἀἐρας
Ἔρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν
Καί τό παρόν πιό θλιβερό κι ἀπ᾿ τή σελήνη
Περισότερο μάταιο κι ἀπ᾿ τό θάνατο
Συντροφοι μιᾶς ἄλλης ὑποσχημένης ζωῆς
Ἐνοχή πράξεων ἀνατρέπει τό δοσμένο νόημα
Κόκκινη σημαία ἀπελπισμένο σύνορο ὀνείρων
ὑποστέλλει

Σέ ποιό μουσεῖο αὐτή πού σάρωνε ἐξουσίες
Χέρια τήν ἀναρριπίζουν στόν ἄλλο αἰώνα
Ἀπρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα ὀργῆς
Θάλασσες καί βράχοι μνῆμες προσωπικῆς χαρᾶς
Θάλασσες τώρα βοῦρκοι, φιλτραρισμένα ὑπερκέρδη
καί φέγγει βαλσαμωμένος ἥλιος δειλινοῦ
Ἐδῶ χωρίς ἀπόφαση μένεις χωρίς φωνή
Σ᾿ ἀνένδοτη προσαρμογή
Κι ὅ,τι ἔχει κατατεθεῖ οὔτε ὁ θάνατος ἀναιρεῖ
Στό τώρα καί στό πουθενά
Καί συγκρούονται κι ἀναπαράγονται κι ἀλλάζουν
Ἀλλοῦ δέν ἔχει

Τέλος μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο
Αὐτό πού δρῶντας φορτίζει τίς ψυχές.

(Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δέ γράφτηκαν)

ΕΝΥΠΝΙΟΝ

Ἕνα φάντασμα πλανιέται τίς νύχτες
Ἔκτοτε διανύσαμε συμπαντικά μεγέθη
Ἄστεγοι ἀπό καταβολῆς κόσμου
Στό χάσμα ζήσαμε ἱστορίας καί οὐτοπίας
Στά χρόνια τῆς ἐπαγγελίας δοθήκαμε θεληματικά
Κ᾿ εἴδαμε μέ γνώση ἐκείνη νά μεταλλάζει σέ προδοσία
Καθώς γενιές δαπανήθηκαν λίπασμα τῆς ἱστορίας
Τό μέλλον τώρα στήν ἄνυδρη βουλιάζει ἔκταση τῆς
ἐποχῆς

Πῶς ἄνθρωποι χωρίς μνήμη θά μᾶς διαδεχτοῦν
Χρῆστες ἐθισμένοι ἡδονῶν στό τώρα καί στό πουθενά
Πῶς λησμονημένα ὅλα θά ξεχαστοῦν στή σιωπή;
Παγωμένος φυσᾶ ἀγέρας καί τρίζουν τά τζάμια.

ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ

Μαζεύεις τά παλιά χαρτιά, ὅλες τίς παλιές ἐγγραφές
Χαρτιά πού πάνω τους χαράχτηκε μιά μόνη λέξη
Μαρτυρίες ὀδύνης ἀφόρητης, ὀρύγματα τῶν ἡμερῶν
Τῶν ἡμερῶν πού γδέρνοντας τό σῶμα σου περάσαν
Σφραγίζεις τά κιβώτια, κλειδώνεις τό δωμάτιο
Στόν ὑπόνομο ρίχνεις τό κλειδί, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ποιητής
Τή συνείδηση ἀφήνεις τῶν ἐγγραφῶν στήν ἐκδοχή
τρωκτικῶν

Στίς πολλαπλές ἑρμηνεῖες σιωπῶν κι ἀφανισμῶν
Ἐκεῖ ἀμνήμονες μετά ἀπό χρόνια θά τά διαβάσουν
Ἀνερμήνευτη θά μένει ἡ ἐκδοχή τῆς φωνῆς σου
Θά μένει τό αἷμα πετρωμένη κηλίδα πυρετικῶν ὀνείρων
Κ᾿ οἱ λέξεις ἀκατανόητες θά σέ προδίδουν στόν καιρό
Βουβά ὅλα θά ξεχαστοῦν ὁδεύοντας στήν ἀνακύκλωση;

(Ὀνείρων κοινοκτημοσύνη)

←προηγούμενη σελίδα                                         …η συνέχεια στην επόμενη σελίδα→

Advertisements