Ανθολογία, 4η σελίδα

 ←προηγούμενη σελίδα

Ζέφη Δαράκη
(1939)

Ἔργα της σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ἡ θλίψη καίει τίς σκιές μας, Νεφέλη, Ἀθήνα 1995. Ὡσάν λέξεις, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1998. Ἐκλογή (1971-1992), Ἑλληνικά γράμματα, Ἀθήνα 1999, Τό σῶμα δίχως ἀντικλείδι, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000. Τό ἀκίνητο ἐν ὀδύνη, Νεεφέλη, Ἀθήνα 2002. Τά ποιήματα, (1984-2004), Νεφέλη, Ἀθήνα 2005. Ὁ ἀπέναντι χρόνος, Νεφέλη, Ἀθήνα 2006, Σέ ὀνομάζω θά πεῖ σέ χάνω, Ἀλεξάνδρεια,  Ἀθήνα 2008

Ἐπιλογή βιβλιογρφίας: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 75, 1995, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία, 7.12.2001, «Εἰσαγωγή», στήν Ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτρη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης Ἀθήνα 2002.  Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 5.5.1996. Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 10.1.1999. Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 29.8.1999. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 23.4.1996, (τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Γ. Μαρκόπουλος, περ. «Ποίηση», τ. 7, 1996. Θ.Δ. Φραγκόπουλος, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 25.3.1997. Γ. Πετρόπουλος, περ. «Ἑλίτροχος», τ. 12, Πάτρα 1997. Στυλιανή Παντελιᾶ, περ. «Ἑλίτροχος», τ. 14, Πάτρα 1998. Περ. «Πόρφυρας», τ. 99, Κέρκυρα 2001. «Ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 30.8.2001. «Ποιητική», τ. 2, 2008.  Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 394, 1999. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Ποίηση», τ. 13, 1999. Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, περ. «Διαβάζω», τ. 398, 1999. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 18.6.1999. Ἑλένη Νούσια, περ. «Μανδραγόρας», τ. 22-23, 1999. Ὀρέστης Ἀλεξάκης, περ. «Εὐθύνη», τ. 332, 1999. Γιῶγος Παναγιώτου, ἐφ. «Ἐποχή», 4.6.2000. Μάριος Μαρκίδης, περ. «Ποίηση», τ. 17, 2001. Νατάσα Κεσμέτη, περ. «Εὐθύνη», τ. 352, 2001. Κώστας Κρεμμύδας, ἐφ. «Ἐποχή», 1.7.2001. Τάσος Πορφύρης, περ. «Σημειώσεις», τ. 55, 2001. Ἑλένη Ἀρσενίου, περ. «Πόρφυρας», τ. 103, Κέρκυρα 2002. Βασίλης Στεριάδης, Ἡ τέχνη τῆς ἀνάγνωσης, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004. Ἀπόστολος Ἀποστόλου, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005. Γιῶργος Βέης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 4.6.2006. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 459. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνκῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 327-333. Γιῶργος Μπλάνας, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 5.7.2009. Βάκης Λοϊζίδης, περ. «Κ», τ.18, 2009.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Βουλγαρικά.

ΣΤΕΚΟΤΑΝ ΕΚΕΙ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ

Στεκόταν ἐκεῖ μερόνυχτα
μῆνες καί χρόνια στεκότανε
Πότε ἀγόρι πότε γέροντας σβησμένος
στόν ἀπέναντι τοῖχο
Στόν ἀπέναντι τοῖχο
Ὁ νέος ἐκεῖνος μέ τ᾿ ἀλησμόνητα μαλλιά
τά μάτι τοῦ ὀνείρου πού ἤτανε κρατημένα μέσα μου
Στεκόταν ἐκεῖ κάτι γιά πάντα
ἄγνωστό μου
μαῦρο γυαλί τῆς ὕπαρξης

ΣΑ ΝΑ ᾿ΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ…

Σά νά ᾿ταν ὄνειρο ἐκείνη ἡ χυμένη ἐπάνω μου μέρα
Τά δάκρυα οἱ διπλωμένες εἰκόνες
Ἡ γάτα πού πήδηξε στή μέση τοῦ μεσημεριοῦ
σκοτεινή καί ἀμέτοχη
Τό βλέμμα
τό χέρι πού μοῦ ᾿δινες μέσ᾿ ἀπ᾿ τή λίμνη
Τό χιόνι πού ἄστραφτε σέ ἀδειανά ποτήρια
τά γέλια τά γράμματα πακέτα δεμένα
πάνω στά χόρτα ἡ ξαφνική πυρκαγιά
Ὁ οὐρανός μ᾿ ἕνα θόρυβο
σάν ἀπό τζάμια πού σπᾶνε
νά φυσάει στά μαλλιά τῆς κοπέλας
πού ἤμουν –κομμένα
πεταμένα σέ χρόνια
χαμένα
(Ἡ θλίψη καίει τίς σκιές μας)

ΑΝΤΙΟ ΗΤΑΝΕ

Ἔρημες λέξεις
Φαντάσματα ἀλήθειας
Ἤ ἐσύ μέ ἀποχαιρετᾶς
Θυμᾶμαι λέξεις ἀγριολούλουδα
λέξεις ποτάμια
Θυμᾶμαι λέξεις πού κατέβαιναν
Μαζί μέ τό πλῆθος
στήν ἀποβάθρα
Σέ πρόλαβα
Κρατοῦσες ἀκόμη ἐκεῖνο τόν πλάγιο
χαιρετισμό στό βλέμμα
Ὠμά χρώματα σπρῶχναν τή μέρα στό λιμάνι
Τήν ἀκουμποῦσαν πάνω στό
κλάμα ἤτανε…

Ἀντίο ἤτανε… Ἐκεῖνο τό
Ἀνίμενε
Ἀνίμενε

ΘΗΤΕΙΑ
ΙΙΙ

Πρωτόπλαστοι σάν
Αὐτό πού τραβάει καί τεντώνει τό σκοτάδι
Στό πανιασμένο πρόσωπο τοῦ τρόμου δέν
εἶναι ἡ ἰδέα
Πώς κάποτε μπορεῖ καί νά μή σέ ξανάβρισκα
παρά στά παλιά σου ἀγγίγματα
Στά πράγματά σου στά παλιά σου ἀγγίγματα
στά ροῦχα σου
Ἐπάνω στό τραπέζι τό θάμπωμα τῶν δαχτύλων
Ἀλλά αὐτό τό ἐκ βαθέων χάδι
Πού μέ ἀφήνει πάντα πρωτόπλαστη
στή μέση ἑνός λυγμοῦ
(Ὡσάν λέξεις)

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΦΤΑΙΕΙ ΛΕΓΑΜΕ

Τό καλοκαίρι φταίει λέγαμε νά πάει καί νά μή γυρίσει
μέ τούς σεισμούς καί μέ τούς καύσωνες
καί τά δῆθεν πρωτοβρόχια
καί μέ τά βρέφη τά ὀλιγόυπνα
καί μέ τά δέντρα καί μέ τά πουλιά φευγάτα
Μιλάω σάν τό παρελθόν μου σάν τό μέλλον σου

ΜΙΛΑΩ ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΟΥ
ΥΙΙ

Γι᾿ αὐτό μιλώντας ἀπευθύνομαι
ἀπευθυνόμουν πάντα
στούς φυγάδες
σέ ἀνθρώπους δίχως βεβαιότητες

Σ᾿ αὐτούς πού πήδηξαν τόν τοῖχο
ἀπό τήν ἄλλη
ψηλώνει τό πάθος

Σ᾿ αὐτούς πού ἔκαναν ἰχνήλατα βήματα στούς ἐφιάλτες τοῦ Νι-
ζίνσκυ στά ἰπτάμενα χρώματα τοῦ Βικέντιου καθώς ἡ κάμερα πέ-
φτοντας κάτω ράισε τό μαῦρο τοῦ κόσμου ἀστράφτοντας εἰκόνες
γι᾿ αὐτό ἀπευθύνομαι
ἀπευθυνόμουν πάντα
σέ ποιητές
σ᾿ αὐτό τό ἄνεργο
ἐμπύρετο μυστήριο

Ἔρχεται λένε πεθαίνοντας
τό 2000 ἄνω
(Τό σῶμα δίχως ἀντικλείδι)

ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ ΖΟΥΣΑ ΤΟΤΕ

Ἤμουν παιδί ζοῦσα τότε
σ᾿ ἕνα παρόν ἀμίλητο μέ περιέλουζε
ὁ κόσμος ἀνθοῦσε
ἀπό τούς τοίχους ἕνα φῶς κατέβαινε
πότε βροχούλα τοῦ χρόνου
πότε χρυσόμυγα

Καί τό ὅτι ἤμουνα παιδί
μέ μεγάλωνε
μέ σταματοῦσε τ᾿ ὄνειρο
σέ δεντροστοιχίες ἀτέλειωτες συζητήσεις
ἀμόλητες
δέν ἄκουγα λόγια
μοναχά ἔκανα τό σταυρό μου
πάνω ἀπ᾿ τά νερά ὀνειρευόμουνα
τήν Παναγία καβάλλα στό ἄλογο
νά μέ κοιτάζει μές᾿ ἀπ᾿ τά νερά
(Τό ἀκίνητο ἐν ὀδύνη)

ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣΑ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΟΤΑΝ

Ὅταν ἄκουσα τό κουδούνι τοῦ διαλείμματος ὅταν
τό χῶμα κάτω ἀπ᾿ τίς πατοῦσες μου
ἄκουσα τά γέλια τά παιδιά
μ᾿ ἕναν παράτονο ἦχο ὅμως ὅταν ἄκουσα
τό κουδούνι τοῦ διαλείμματος
ὄχι ὅπως τό φανταζόμουνα
σάν τό τραγούδι ἑνός ἀηδονιοῦ
γιά θαύματα ἐπί θαυμάτων

Τά παιδιά τά παλιά τά παλιά τά κλάματα
ξαναχτυποῦν τήν πόρτα
τήν ξεφλούδισε τήν ξέκανε ἡ βροχή τήν παιδεύουν τώρα
οἱ μαστόροι τοῦ χρόνου

Ἡ φωτογραφία τῆς τάξης συσκότιζε τά πρόσωπα
Τά μαθήματα τροχάδην καί ἄδειαζαν τή ζωή
Κρατᾶς ἀκόμη ἐκείνη τή φωτογραφία
ἐπιμένοντας
σέ μιά βάναυση αὐταπάτη
(Ὁ ἀπέναντι χρόνος)

ΠΡΩΙΝΟ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΠΛΩΝΕΤΑΙ

Πρωινό καί ἀναδιπλώνεται τό σῶμα
σάν κύμα ὑγραίνοντας τήν ἀνάμνηση-κορίτσι
πού ἀγαπήθηκε παράφορα
διαγράφοντας καμπύλη
ἀνατέλλοντος ἡλίου
στά ἐρείπια τοῦ καθρέφτη

ΥΠΟΓΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗ
Ι

Εἴμαστε ἐδῶ μαζεμένες ὅλες
οἱ τυφλές μέρες
οἱ πισθάγκωνα δεμένες
Οἱ δίχως ὅρια μέρες μέ
ἀναποδογυρισμένα πάνω μας
τά ὄνειρα νά μᾶς πνίξουν οἱ
ἱπποδρομίες τῶν κυμάτων οἱ
ὕαινες τῶν ἀστερισμῶν
οἱ παλιοί ὅρκοι δεμένοι κόμπους
κόμπους γύρω ἀπό
μαυρισμένα δάση φιλιῶν

Εἴμαστε ἀδῶ μελανιασμένες
ἀπό τῶν χρόνων τόν παγετό μέ ἄδειο στόμα
δέν ἔχουμε λέξεις μόνο
μεθυσμένα ὄνειρα σταματημένα
στή μέση τοῦ δρόμου ξαφνικά νά μή
θυμοῦνται
(Σέ ὀνομάζω θά πεῖ σέ χάνω)

 

Ἀλέξης Ζακυθινός
(1934-1992)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ὁ ξένος κῆπος, Δωδώνη, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γ. Μονεμβασίτης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 5.5.1993. Κατερίνα Σχινᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.6.1993. Γ. Π. Σαββίδης, ἐφ. «Τά Νέα», 28.12.1993. Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 20ο2. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 759-560. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 332-335.

ΟΙΚΟΣ

Σ᾿ ἕνα σπίτι μέσα, τό ἴδιο πάντα, μ᾿ ἀκροκέραμα
κι ἀετώματα κι ἐρειπωμένα ἀγάλματα μέ πᾶνε, ἐπίμονα
μέ πᾶνε τά ὄνειρά μου ἀπό παιδί, παρ᾿ ὅλο πού ποτέ
δέν ἔχω κατοικήσει τέτοιο σπίτι, κι ὅταν μέ τό τέλος
κάθε τέτοιου ὀνείρου μου ξυπνῶ, μιᾶς μοίρας μέσα μου
τήν αἴσθηση ἔχω, πού δέν ξέρω τί εἶναι, πώς αὐτό
τό σπίτι κάπως ἔχει ὑπάρξει κι ἴσως
πάλι ὑπάρξη κάποτε.

ΑΧΑΡΑΚΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Ἐνθάδε κεῖται ὁ πού ζητοῦσε νά δοκιμασθῆ πέρα
ἀπ᾿ τίς λέξεις, μήτε κάν στῆς ζωῆς τούς ἄγριους
στίβους ἤ στούς οὔριους τῆς ἀγάπης, ὁ πού νέο
ζητοῦσε τρόπο νά ἐκφρασθῆ, βαθύ κι ἀπρόσιτο, ὥστε
διόλου καί κανείς νά μήν μπορῆ στόν μυστικό του
εἰρμό νά εἰσδύση κι ἔτσι στήν χορεία νά λογισθῆ
τῶν ἀθανάτων, μά τόν βρῆκε ὁ θάνατος χωρίς
νά μαθευτῆ ἄν τό ἔπληξε ποτέ τόν ὑψηλό του
στόχο· πάντως τήν στιγμή τοῦ τέλους μόνο

«Ἄχ, μάνα!» ἀκούστηκε νά ψιθυρίζη.

ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ, ΔΙΗΓΗΜΑ

Ἀνέβηκε στήν κάμαρά της κι ἔμεινε ἔτσι μέσα
στό σκοτάδι μιά στιγμή ν᾿ ἀκούη βαριεστημένα
τό μουντό βουητό τῆς ἑσπερίδας ἀπ᾿ τό κάτω
δῶμα. Φυσικά θά γύριζε ξανά σέ λίγο ἀνάμεσα
στούς ξένους της, κοντά στόν σύζυγό της, ὅμως
ἀναμνήσεις ἐκεῖ δά τῆς ἦρθαν. Χρόνια πρίν
ἕνας συμμαθητής της σέ χορό τῆς τάξης τους
θυμᾶται πού τῆς ἔλεγε ὅλο, καθώς χόρευαν,
γλυκόλογα καί πώς τό ἀπόβραδο ἡ κατάπρωτη
συνάντησή τους στό παρκάκι θά γινόταν· ἕνα
κόκκινο, θυμᾶται τώρα δά, γαρύφαλο κάποια
στιγμή τῆς ἔβαλε βαθιά στό στῆθος, μάλιστα
ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ξαφνικῆς καί κάπως
βάναυσης χειρονομίας τοῦ πέταξε στά πόδια
τό γαρύφαλό του καί τό βράδι στό παρκάκι
δέν ἐπῆγε. Ὄχι, καμμιά δέν νιώθει τώρα
μεταμέλεια, μόνο ἀπ᾿ τό ποτό βαριά, τόσο πού
διόλου δέν κατάλαβε πῶς μέσ᾿ ἀπ᾿ τό παρά-
θυρο, στό χέρι τό γαρύφαλο, χωρίς κανένα
θόρυβο, χωρίς κάν ὄγκο, τίς ἀνάερες ἐλαφρά
ταράζοντας κορτίνες μόνο, μπῆκε ἐκεῖνος
ὁ ἴδιος λαῦρος ἔφηβος καί τώρα ἐμπρός της
στέκει, τό ἴδιο ἐκεῖνο λουλούδι, ὡστόσο
ἀμάραντο, παράξενα μυριστικό, μαδώντας.

ΤΑΓΚΟ

Ἡ πιστή μου ἁρμόνικα κι ἐγώ, ὁ φρενήρης
μονωδός, γεμίζομε τήν ἄπλετη αἴθουσα
ἤχους καί λυγμούς τό βράδι, ἐνῶ τό βράδι
πέφτει, κι εἶναι Ἡ μοναξιά μου τό πικρό
τραγούδι, πού ἀγαπῶ (ἄς ἀνθίζουν πλῆθος
ἔρωτες στούς δρόμους ἔξω!), γιατί
ἡ ἀγάπη μου δέν εἶναι ἐδῶ, δέν εἶναι
μήτε πίσω ἀπ᾿ τά χιλιόμετρα, σ᾿ αὐτούς
τούς στίχους μέσα μόνο, ναί, σ᾿ αὐτή
τήν μονωδία τῆς μοναξιᾶς, ἰδανική
καί προδομένη, ἀνθίζει.

ΤΕΛΟΣ

Τό κορίτσι τῆς ταινίας, ἀμέσως μόλις
ἡ ταινία τελειώση, κατεβαίνει ἀπ᾿ τό πανί
καί στήν γωνιά τοῦ δρόμου, ὁλόκληρο ἕνας
πόθος, τρέχει, ψιθυρίζοντας τόν τρυφερό
σκοπό, πού λίγο πρίν ἀπ᾿ τό μεγάφωνο
ἀκουγόταν, κι ἀπ᾿ τό χέρι παίρνοντάς με,
στήν λεωφόρο, σάν νά βιάζεται, μέ παρα-
σύρει, μά ὅταν μές στά φῶτα στρέφωμαι
νά τήν κοιτάξω, δίπλα μου δέν εἶναι πιά
καί τότε μόνο ἀληθινά τό νιώθω
Τέλος τί σημαίνει.

ΠΡΩΙΝΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Στόν κῆπο περπατώντας μέ τήν κόρη μου,
τήν κούκλα τῆς κρατῶ, καθώς διαρκῶς ἐκείνη
τρέχει στά δρομάκια καί τόν φύλακα ἔκπληκτη
κοιτάει, πού σκυθρωπός περνᾶ (περί κακῶν
ἀνθρώπων τίποτε δέν ξέρει ἀκόμη) ἤ ἀνάμεσα
στούς ἀνθισμένους θάμνους πεταλοῦδες ὅλο
κυνηγάει καί κάθε τόσο στρέφει πίσω της
νά δῆ ἄν ἠ κούκλα της στήν ἀγκαλιά μου
πάντοτε εἶναι, κι ὁ περίπατος αὐτός μας,
Θεέ μου, λέω, ποτέ νά μήν τελειώση.
(Ὁ ξένος κῆπος)

 

Βύρων Λεοντάρης
(1932)

Ἔργα του σέ βιβλία

 Ποιητικές Συλλογές: Ἐν γῆ ἁλμυρᾶ, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1996. Ἕως…, Νεφέλη, Ἀθήνα 2003.

Δοκίμια: Καβάφης ὁ ἔγκλειστος, 2η ἔκδοση συμπληρωμένη, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1997. Κείμενα γιά τήν ποίηση, Νεφέλη,  Ἀθήνα 2001.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Πανελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 5.11.1996, 20.1.2004. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 13.11.1996, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 6.2.2004. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, περ. «γράμματα καί τέχνες», τ. 79, Δεκ. 1996-Φεβρ. 1997, ἐφ. «Φιλελεύθερος», Κύπρος 13.10.1996. Δ.Θ. Φραγκοπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1671, 1997. Ἀλέξης Σταμάτης, περ. «Διαβάζω», τ. 371, 1997. Στέφανος Ροζάνης, περ. «Ποίηση», τ. 9, 1997. Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 80, 1997. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 4.5.1997. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, περ. «Σύγχρονη Ἐκπαίδευση», τ. 95, 1997. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 21.7.1998. Στυλιανή Παντελιᾶ, περ. «Πόρφυρας», τ. 86, Κέρκυρα 1998, περ. «Κ», τ. 6, 2004. Νικόλας Α. Σεβαστάκης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1705, 1998. Περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1711, 1999. Φώτης Τερζάκης, περ. «Πλανόδιον», τ. 29, 1999. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Δημήτρης Ἐλευθεράκης, ἐφ. «Αὐγή», 30.11.2003, «Αὐγή», 28.12.2003, Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 64, Θεσσαλονίκη 2004. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 1.2. 2004. Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 29.2.2004. Ἀνδρέα Μπελεζίνης, «Πρακτικά 25ου Συμποσίου  Ποίησης», Πάτρα 2006. Καί Ξένη Σκαρτσῆ, στόν τόμο τῶν ἴδιων «Πρακτικῶν». Σάββας Μιχαήλ, στόν τόμο Homo Poeticus, Ἄγρα, Ἀθήνα 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 326-328. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1245-1246. Δημήτρης Τζουμάκας, «Πρακτικά 27ου Συμποσίου Ποίησης», Πάτρα 2008.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Διαβάζω», τ. 375, 1997, (Βαγγέλης Ἀθανασόπουλος, Ἀλέξης Ζήρας, Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, Μισέλ φάις, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου). «Μανδραγόρας», τ. 25, 2001, (Γιῶργος Ἀράγης, Ἀριστείδης Βουγιούκας, Ἰάσων Δεπούντης, Χρῆστος Ἠλιόπουλος, Μανόλης Λαμπρίδης).

ΕΔΩ ΣΤΟ ΣΥΝΟΙΚΙΑΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Ἐδῶ, στό συνοικιακό νεκροταφεῖο
πού μαζευτήκαμε νά κεραστοῦμε
καφέ, παξιμαδάκι καί κονιάκ
γιά τόν ἀγαπημένο μας πού χάθηκε νέος πολύ ἐν ἀρετῆ καί θλίψει
καί λίγο πρίν στή γῆ ἀπιθώσαμε τό σῶμα του
-τό βάρος μιᾶς νεότητας ἀσήκωτο σά μεταμέλεια…-
ἡ σύναξη ἑτερόκλητη
φίλοι καί συγγενεῖς ἐγγύτεροι καί ἀπώτεροι οἱ συμμετασχόντες
-σέ τί συμμετασχόντες
καί ποιοί τώρα οἱ «ἐγγύς» καί ποιοί οἱ ἀπώτεροι…-
λόγια συμβατικά γιά τόν νεκρό, τριμμένα κι ἄλλα πού
σωπαίνονται
καί ἐγκώμια σέ παληά ἑλληνικά ὅπως συνηθίζεται
«ἀναλωθείς…», «διαπρέψας…», «ὑπερακοντίσας…»

Τό τελευταῖο αὐτό μέ λύγισε
Τί λέξη, ἀλήθεια, καί τί μοίρα
γι᾿ αὐτούς πού ξεπεράσανε τό στόχο
κι ἔτσι, ὑπερακοντίσαντες, ἀστόχησαν
Τί ἔγινε ἡ ὁρμή τους
ποῦ καρφώθηκε τό ἀκόντιο…
Δέ μέτρησε ἡ βολή τους τίποτε δέν μέτρησε

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΠΙΑ Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Ὁριστική πιά ἡ διάστασή μου μέ τό μέσα μου
Τό ᾿ξερα, κάποτε θά μέ ἐγκατέλειπε
Ἀλλά δέν ἄντεχα ψευτοπερήφανο ἔτσι νά τό βλέπω τώρα
νά τά μαζεύει καί νά φεύγει
καί νά πασχίζει πῶς καί πῶς νά μή φανεῖ ἡ μιζέρια του
Σκιές κι ἀπόηχοι
φθαρμένες σκέψεις πολυκαιρισμένα αἰσθήματα
βάσανα πού εἶχαν γίνει πιά συνήθειες
ἰδέες πού δέν ὑποπτευόμασταν τό πόσο τίποτε ἦταν
-ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος
ὁ τάχα πλοῦτος τῆς ψυχῆς…

Ὅλα θά πεταχτοῦνε τώρα στήν ἀνάμνηση
Δέν ἄντεχα Καί στράφηκα πρός τό ἔξω
Ἧταν κι αὐτό φευγάτο, ἀλλοῦ δοσμένο
τίποτε δέν περίσσευε γιά μένα

Στή ζητιανιά θά βγῶ
γιά λίγο μολυσμένο ἀέρα λίγο θόρυβο τῆς πόλης
γιά μιά βρισιά ἕνα τσαλαπάτημα μέσ᾿ στό συνωστισμό
μιά ἐπαφή μέ τό ὑπαρκτό
κι ἄς εἶναι ἡ πιό ἐξευτελιστική μου ἀπόρριψη

ἍΓΟΣ ΚΑΙ ἌΓΟΣ

Ἅ γ ο ς καί ἄ γ ο ς
Τό δεύτερο ἀντιθέτου σημασίας πρός τό πρῶτο
καί διά τοῦτο ἀκριβῶς συνεφύρθη γραφικῶς πρός ἐκεῖνο,
ὅθεν πολλάκις ἐδασύνθη μέν καί τοῦτο, ἐψιλώθη δέ καί ἐκεῖνο
καί ἐθεωρήθησαν μία καί ἡ αὐτή λέξις…

Γιά τούς λεξικογράφους τέτοιες διακρίσεις
ὄχι γιά μᾶς πού κύλησε ἡ ζωή μας ὅλο συμφυρμούς
πού ἐδασύνθημεν καί ἐψιλώθημεν ἀμέτρητες φορές
πού ὅποιες σημασίες κι ἄν πήραμε καμμιά τους δέ μᾶς ταίριαζε

Καί διά τοῦτο ἀκριβῶς
γιά μᾶς
καί ἅγος καί ἄγος
καί ἁγίασμα κι ἀγιάζι
καί ἀγώνας καί ἀγωνία
τό ἴδιο ἄγχος καί Ἄουσβιτς τοῦ λόγου καί τῆς ὕπαρξης
(Ἐν γῆ ἁλμυρᾶ)

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΠΙΑ ΜΕ ΤΑ ΤΕΡΤΙΠΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Νά τελειώνουμε πιά μέ τά τερτίπια τῆς γραφῆς καί
τῆς ἀνάγνωσης.
Τά ποιήματα συμβαίνουν.
Λοιπόν, μπορῶ νά πῶ τό τί συμβαίνει; Τό ἴδιο τό ποίημα
δηλαδή, ὄχι τό κείμενό του
Μπορῶ; ὄχι δέν μπορῶ. Κι ὄχι (ὅπως ἄλλοι θά σοῦ ποῦν…)
γιατί ὅ,τι συμβαίνει δέν εἶναι παρά αὐτό πού
τώρα ἐδῶ κεῖται
ἀλλά γιατί, ἁπλά, δεν μπορῶ

Βρίσκομαι μέσα στό συμβάν, ἀλλά ποῦ εἶναι τό κέντρο;
Φωνάζω «εἶναι κανείς ἐδῶ;…) Περίτρομη ἐρώτηση
χτυπάει κι ἀντηχεῖ στήν ἐσωτερική ἐπιφάνεια τοῦ κενοῦ

Γιατί, ἄν δέν εἶναι κανείς, ἐγώ πού ρωτάω τί εἶναι;
Ἐρώτηση μέσα στήν ἐρώτηση
παγίδα μέσα στήν παγίδα
κενό μέσ᾿ στό κενό. Ἀλλά τό κέντρο ποῦ εἶναι;

Τό κέντρο διαρκῶς διαστέλλεται
Ἔτσι ὅλους μᾶς ἐγκλείει καί μᾶς ἀποκλείει
κι ὅλα ἔτσι ἀποκτοῦν ὑπόσταση μόνο καθώς ἀπομακρύνονται
κι ἀραιώνουν
ψυχές καί σώματα ἐξαχνωμένα

…Φεύγουσαν σέ εἶδον
ἐγκαταλείπουσάν με σέ ἤγγισα
καί δέν ἐστράφης δέν ἐλέησε τά μάτια μου ἡ μορφή σου

Ἔδειξες μόνο πέρα πρός τό ἀθέατο Καί εἶδα
σέ τοίχους λεκιασμένους πού κι αὐτοί διαστέλλονταν
κι ἀπομακρύνονταν
εἶδα τά λόγια μου. Στημένα γιά ἐκτέλεση.
«Τά λόγια σου… Κοίτα, δέ θά δεχτοῦν νά τούς δέσουν
τά μάτια….» εἶπες κι ἐχάθης.

ΚΙ ΑΞΑΦΝΑ ΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΝΑ ΛΕΙΠΑΜΕ

Κι ἄξαφνα σάν ἀπό παντοῦ νά λείπαμε καί νά μᾶς ἔλειπε
τό πᾶν
Καί βγήκαμε στήν ἔξω νύχτα
ξεπροβοδίζοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον
μ᾿ αὐτά τά λίγα πού μποροῦμε βήματα μέσα στή μοναξιά
ὅσων μᾶς ἀφήνουν μόνους

Μέναμε ἐκεῖ ἀπόντες καί νά μή χωρίζουμε
μέ τά ποτήρια μας στό χέρι
ἕνας πολυέλαιος κρεμάμενος μόλις ἀγγίζοντας τή γῆ
φύλλα κρυστάλλινα πού ἠχοῦσαν καί τρεμόφεγγαν
νά στάζουμε κρασί στό χῶμα
καί νά καλοῦμε τίς ψυχές μας

Σέ σταυροδρόμι δίχως δρόμους
μᾶς χάσατε σᾶς χάσαμε
πάνω μας ἡ φτερούγα τ᾿ οὐρανοῦ ἀνεμοζυγιάζεται

Πρός τά ποῦ γέρνει τό ἄδικο;
Ἄλλα γιά τῆς ψυχῆς τά κρίματα κι ἄλλα γιά τοῦ κορμιοῦ
τά ζύγια
ὅπως κι ἄν μοιραστοῦμε τή μετάνοια δέ θά γαληνέψουμε

Ἀφότου διασπάστηκε τό χάος μᾶς ὁρίζει ὁ χωρισμός
Εἴμαστε μοναξιές καταραμένες
Ἡ γένεση εἶναι τό ἄγος
Ὡραῖα κορμιά καί λυπημένα
ρωτούσατε ἄν πεθαίνουν οἱ ψυχές. Αὐτές μόνο πεθαίνουν

Ἀγλάισμα γιά σᾶς ἡ λύπη
μά οἱ ψυχές λυποῦνται ἕως θανάτου
Ἕως… Στό ἕως κι ἐμεῖς κρεμάμενοι μόλις ἀγγίζοντας

τή γῆ
σέ σταυροδρόμι δίχως δρόμους
περιδινούμενοι σ᾿ ἕνα ντελίριο πένθους κλώθοντας
κόκκινα νήματα καί μαῦρα γιά ἕνα ἀπό τά πρίν χαμένο
μέλλον

Δέν ἤθελα χρησμούς καί ὁράματα, ζητοῦσα
ἄλλο πιά νά μή παρασταίνεται τό δράμα. Νά τελεῖται.
Νά βγοῦν τά πρόσωπα ἀπό τή μορφή τους
νά βγοῦν τά λόγια ἀπό τόν ἦχο τους μέ σάρκα καί ὀστά
νά ᾿ρθοῦν νά μ᾿ ἀνταμώσουν… Καί δέν ἦρθαν.

Στό ψυχοχάρτι ἦταν σβησμένο τ᾿ ὄνομά μου
Τό φύλλο πού ἔπεσε μπροστά μου… Τό σήκωσα και τό
ξανάδωσα στό δέντρο
Κι ἐκεῖνο δέν τό πῆρε

ΕΝΑΣ Ο ΒΙΟΣ ΚΙ ΑΓΥΡΙΣΤΟΣ

Ἕνας ὁ βίος κι ἀγύριστος κι ὅλα του ἀμετάκλητα
ὅ,τι εἴπαμε καί πράξαμε δέ σβήνει οὔτε ξεγίνεται
μά ἡ μνήμη βολοδέρνει ὅλο στό κακό.

Γιατί, ποιός λογαριάζει τό καλό ποιός τό θυμᾶται
τό ρίχνεις στό γιαλό καί χάνεται
μά τό κακό πῶς νά χαθεῖ πού εἶναι χαμός
μέ τίποτα δέ σβήνει οὔτε ξεγίνεται
γιά πάντα μένει καί μᾶς τυραννάει.

Καί δέ μιλῶ γιά τύψεις.
Αὐτές λίγο-πολύ ὅλους μᾶς βολεύουν
εἶναι κρυφές οἱ τύψεις δέν ἐκτίθενται καί
δέν σέ έκθέτουν
δέ σοῦ στεροῦν ὑπόληψη κι αὐτοεκτίμηση
μυθοποιοῦν τά κρίματά σου καί τά παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
μέ νέες πάντα ἑρμηνεῖες καί ἐκδοχές
καί στό ἄλλοθι τοῦ θεατῆ τοῦ ἑαυτοῦ σου
νιώθεις σιγά σιγά νά γίνεται ἡ συγκίνησή σου
αἰσθητική
ἐν τέλει μιά ποιητική τοῦ ἤθους
-κι ἄν σέ τρελαίνουν κάποτε σέ ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τί εἶναι κι ἔνιωσες ποτέ σου;
Αὐτή δέν κρύβεται ἐκτίθεται καί σ᾿ ἐκθέτει σέ
φτυσιές καί λιθοβολισμούς
αὐτή δέν ἔχει ἀντισήκωμα
δέν τήν καλύπτει τίποτε στό πρόσωπό σου
καί στή γυμνή της θέα ἐξαγριώνονται
ὅσοι δέν ντρέπονται ἤ φοβοῦνται νά ντραποῦν,
οἱ ἀνώδυνοι καί ἀνεπαίσχυντοι κι εἰρηνικοί,
καί σοῦ χυμοῦν μέ λύσσα νά σέ ξαποστείλουν
σέ ἀνεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τί εἶναι κι ἔνιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν᾿ ἀνοίγει νά σέ καταπιεῖ ἡ γῆ
ντροπή
πού ἔζησες
στόν κόσμο ἐτοῦτον.

ΓΛΥΚΥΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Γλυκύς ὁ θάνατος δέν εἶναι πουθενά.
Λοιπόν, γιατί ὄχι εἰς τήν ξένην γῆν, ὅπου καί πιό σεμνή
ἡ μετάστασή μας
χωρίς ἐξόδια ἐγκώμια καί συχώρια
κι ὁ ξένος οὐρανός ἴσως πιό δίκαιος κριτής;

Δέν τήν κατάλαβα ποτέ τήν ἀπευχή τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου
– σά νά μήν ἤξερε τί ξενιτειά εἶναι κι ἡ γενέθλια γῆ,
ἡ γενέθλια μέρα μας κι ἡ μητρική μας γλώσσα…

Καί πῶς ζητᾶμε ἀπό τή μοίρα μας «νά μή…»
ἀφοῦ αὐτή μπορεῖ μόνο νά γράφει κι ὄχι νά ξεγράφει
κι εἴμαστε τό εἰλητάριό της
μπρός-πίσω νά μᾶς ξετυλίγει καί νά μᾶς τυλίγει
καί δέν ὁρίζει τό ἄγραφο

Αὐτά τίς νύχτες σκέφτομαι ὅπως γράφω καί ξεγράφω
ἐπιστολές σέ φίλους
πού χρόνια τώρα ζοῦν ἤ πέθαναν σέ ξένη γῆ σέ ξένη
ὥρα καί σέ ξένη γλώσσα
-πῶς κόπηκε σέ χρόνια ὁ χρόνος
πῶς κόπηκε σέ γλῶσσες ἡ μιλιά
πῶς ἔγιναν μεσημβρινοί τά μεσημέρια
καί σκόρπισαν παρέες καθώς τραβήξανε καθένας τή
δική του τύχη
κι τράπουλα μοιράστηκε
…ἐπιστολές σέ φίλους τοῦ «ἐξωτερικοῦ»
ἐνῶ εἶναι μέσα μου, στό «ἐνταῦθα».

Καί δέ μέ νοιάζει πού σέ ξένη γλώσσα γράφω
ὀνόματα καί διευθύνσεις
μά ἐκεῖ στήν ἡμερομηνία τά χάνω
γιατί ἀλλοῦ εἶναι αὔριο ἀλλοῦ εἶναι χτές
κι ἐδῶ εἶναι σήμερα
σήμερα καί σήμερα
(Ἕως…)

 

 Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
(1936)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Τά ποιήματα τοῦ Μανδαρίνου, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2002.

Δοκίμια: Ἄνθρωπος στή θάλασσα. Συνειρμοί καί προκηρύξεις, Ὕψιλον /Βιβλία, Ἀθήνα 1995. Μετασολωμικά. Μορφές καί ἰδέες στά Ἑπτάνησα κατά τά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, Ἔρσμος, Ἀθήνα 2001. Ὁ Κάντιος καί τά Βαλκάνια. Ἀσκήσεις λογικῆς, Ἀθήνα 2002.

Ἀνθολογία: Ἡ ποιητική τοῦ παλιάτσου. Ἀπό τόν Φιλύρα στόν Σκαρίμπα, (Δοκίμιο ἀνθολογίου), Ἔρασμος, Ἀθήνα 1999.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 6.8.1995. Μάριος Μαρκίδης, περ. «Ποίηση», τ. 9, 1997. Μάρκος Μέσκος, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 54, 1998, (τώρα καί στό βιβλίο του, Προσωπικά κείμενα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000). Στέφανος Ροζάνης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.9.2001. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 28.1.2003. Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 14.2.2003. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1290-1291. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 399-403.

ΤΣΕ
ΥΙ

ἀπό τήν παιδική ἡλικία τοῦ Ε.C.G.
Ἐρχόμαστε ἀπό στέππες ἀμετάφραστες
παίζοντας μέ δίψα τήν ψυχή μας
καί χάνοντας μονότονα σ᾿ ὅλα τά χρώματα
ἐξόριστος ὁ μεσοπόλεμος στά μεταπολεμικά ξερονήσια
καθυστερούμενες σφαῖρες θερίζανε πρώιμα στάχυα
ἡ ἄλγεβρα πυροβολοῦσε τά παγωμένα θρανία
πέφτανε ψυχοῦλες πέφτανε κορμάκια
ζητήσαμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό
κι αὐτός μᾶς ἔστειλε στόν θεολόγο

Ἐλπίδα καμμιά
καμμιά ἐλπίδα δέν εἴχαμε ἀντίκρυ στ᾿ ἄγρια ταμποῦρλα
-σᾶς φέρνουμε τώρα τόν ἦχο τῆς βροχῆς
καί τήν ἀνείπωτη σιωπή τῶν κίτρινων σελίδων

Δέν μεγαλώσαμε εὔκολα
καπνίζαμε τσιγάρα στούκας καί διαβάζαμε  τόν Ζαρατούστρα
ξορκίζαμε τό κατηχητικό στά ὑπόγεια τοῦ Γκόρκυ καί τοῦ Ζορρό
ὑπόγεια δικά μας προαιώνια ἑλληνικά
-δέν μεγαλώσαμε εὔκολα
φορᾶμε πάντα ροῦχα κατοχικά
κρυώνει ἀκόμα ἡ ψυχή μας
καπνίζουμε ἐφημερίδες μεθᾶμε μέ μελάνι
μᾶς πνίγουν οἱ καπνοί κι οἱ λέξεις μᾶς στενεύουν
ἐρχόμαστε ἀπό πολύ μακριά

Ὁ Ζαρατούστρα κλαίει ὁλομόναχος
στά παλιά μας θρανία.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΥ
ΙΙΙ

Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό
τόσο τρυφερά
μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα
στό πιάνο
ὅλα παιγμένα
πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.

Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου
κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια
ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

ΥΙΙ

σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ
τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως. Ὡριμάζο-
ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.
Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –
κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ
κυνικός –ἁπλῶς  ἡ  πείρα  ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε  ὅλα  τά τε-
χνάσματα. Κάπου-κάπου,  μονάχα, τό  σῶμα θυμᾶται  τό ἀδέξιο
ποίημα  πού  ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα  παλιό μυστικό πού ἡ τέ-
χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.

ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ
Ι

Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα
γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον
γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες
γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις

Γιατί
στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου
τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή
…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε
τήν πόλη καί τή θάλασσα
τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει

Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα
ἡ θάλασσα σέ πίστεψε
ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια

Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο
οὔτε μέ τήν ἀγάπη.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου)

ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ
1
ΑΝΑΦΟΡΑ
τοῦ Μάριου

Προκαταβάλλοντας εἰρωνικά τά χρέη τῆς γενιᾶς σου
μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα

Ἐγώ ὅμως πρέπει ἐξάπαντος νά σοῦ γράψω
διότι δέν ἔχω χρόνο
διότι δέν μοῦ ἀπόμεινε δεκάρα τσακιστή
ἀπό τά χρυσά φεγγάρια τῆς νιότης μας
διότι κουράστηκα νά βλέπω τούς πάντες νά σέ προσ-
περνοῦν ἀκροποδητί
χλευάζοντας τήν προσήλωσή σου στήν αἰσθητική
τῆς βραδύτητας

Φεύγοντας πῆρες τό βλέμμα σου ἀπό πάνω μου
ὅμως αὐτοί πού σέ διαδέχτηκαν στήν ψυχή μου
δέν κληρονόμησαν καί τήν ἐξουσία σου πάνω της

Καί πρέπει τώρα νά τά βγάλω πέρα μέ τούς ἀνέμους
ἀλλά ὄχι παλεύοντας στά μαρμαρένια ἁλώνια
μά μπεκροπίνοντας στά σκαλοπάτια τῆς Κίρκης

Ἔτσι ἀφήνω τό δεντράκι σου ἀπότιστο στή βούληση
ἀδιάφορων κηπουρῶν
στό τίποτα τοῦ λιβανιοῦ στό πουθενά τῆς δόξας

Διότι γέρασα καί δέν ἀντέχω πιά νά διώχνω τά σκυλιά
ὁπού σάν ἔγνοιες μέ κυκλώνουν νύχτα-μέρα

Ἤρθανε χρόνια δίσεχτα, πρίγκηπα
ραγίσανε τά κάστρα μας
ἦρθε τό μέλλον μαῦρο

Μά ἐσύ μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα.

4

ΦΥΓΗ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

τοῦ Ἀνδρέα –θύμηση κι ἐμπνοή

Ὅ,τι μετρᾶς στά κύματα βγαίνει λιγότερο κάθε φορά
Ὥρα νά φεύγουμε λοιπόν πρίν φτάσει ἀπό τή Βιέννη
ὁ κύριος ἐκεῖνος μέ τό κατσαβιδάκι τῆς ψυχῆς
καί κάνει βίδες ὁλόκληρο τό Ρίλκε

Νά φύγουμε νά φύγουμε
καί νά ᾿ναι σάν νά μήν ὑπήρξαμε ποτέ
στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα
ρεμπέτες ναυτικοί κομμουνιστές
ὅλο τό ρόκ τῆς ἐποχῆς μας
στάχτη τῆς ὀμορφιᾶς στόν ἄνεμο τῶν ἄστρων
πόση Ρωσία χύθηκε στή θάλασσα τοῦ ὕπνου μας
πόση Σερβία κοκκίνισε τήν ἀθωότητά μας
ρεμπέτες ναυτικοί κομμουνιστές

ὅλο τό ρόκ τῆς ἐποχῆς μας σ᾿ ἕνα χαμένο στοίχημα

Ἄ, ἔπρεπε νά ᾿χεις ἤδη τελειώσει
πρίν ἐξαργυρωθεῖ ὥς τή στερνή σταγόνα του τό φῶς
πού σοῦ χρωστοῦσε ὁ ἥλιος
ἀφοῦ ἐσύ δέν τσιγκουνεύτηκες ποτέ σου, πῶς
βρέθηκαν μέσα στίς τρύπιες τσέπες σου τόσα
προσχήματα ζωῆς;

Καμμιά παράταση, λοιπόν, καμμιά παράταση
πέτα τούς ἄσους πού σοῦ χάρισε ὁ θεός σου
σέ βλέπουν πιά οἱ θύελλες τοῦ χρόνου
σέ δείχνουνε ὅλοι οἱ δεῖχτες τῆς βροχῆς

Καί ποῦ μπορεῖς νά πᾶς κυνηγημένε μου
ἀνάμεσα στά δάκρυα τῶν σκυλάδικων
μές στούς καπνούς τούς βρόντους καί τίς ἀστραπές
ἑνός ὁλόμαυρου μέλλοντος;
ἦταν ἀργά ἦταν ἀργά ἀπ᾿ τήν ἀρχή
βασιλέας τώρα τό κέρδος μουγκρίζει
καί ὁπλίζει ἀριθμούς ὁ αἰώνας
τό κακό ἀναβαίνει στά ὕψη
τά ὁράματα γίνανε γύψοι
-τσακισμένο φτερό τῆς τρυγόνας
τρεμοσβήνεις καί φεύγεις σάν χάρη
στό φιλί στό κρασί στό φεγγάρι

(Περιοδικό «Σημειώσεις», τ. 67, 2008)

 

Ὀρέστης Ἀλεξάκης
(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ἀγαθά παιχνίδια, Συνέχεια, Ἀθήνα 1994. Νυχτοφιλία, Ὁ Μικρός Ἀστρολάβος, Ἀθήνα 1995, Ὑπῆρξε, (Ἐπιλογή ὰπό ὅλες τίς πρροηγούμενες συλλογές καί ἀπό τήν ἀνέκδοτη συλλογή Ὁ ἀπόπλους), Ἀπόστροφος,  Κέρκυρα 1999. Μοῦ γνέφουν, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2000. Ὁ μεταμφιεσμένος χρόνος, (συλλεκτικό φυλάδιο ἐκτός ἐμπορίου), Ἀθήνα 2005. Ὁ θίασος στήν ἐξέδρα, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2006.

Μελέτη: Τά σονέτα τοῦ Κωνσταντίνου Θεοτόκη, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια, Ἀθήνα 1998.

Μετάφρασε: Ἀπό τά γερμανικά: Ρόλφ Ντῆτερ Μπρίνκμαν, «Πένθος στό μπουγαδόσκοινο» καί «Ἕνα ἀπ᾿ τά κλασσικά», περ. «Εὐθύνη«, τ. 284, 1995. Ἐπίσης, Γιόρκ Φάουζερ, «Τό βάρος τῆς Ψυχῆς», περ. «Εὐθύνη», τ. 293, 1996.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Π.Χ. Χατζηδάκης, ἐφ. «Σύγχρονη σκέψη», Ἰάν.-Φεβρ. 1994. Ὑπῆρξε, περ. «Σύγχρονα βήματα», τ. 116, 2000. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 16.2.1994. Θ. Δ. Φραγκόπουλος, περ. «Νέα Ἑστία», 1.5.1994. Δημήτρης Κονιδάρης, ἐφ. «Ἐνημέρωση», Κέρκυρα 9.3.1994. Ἄντεια Φραντζῆ, περ. «Μανδραγόρας», τ. 6-7, 1995. Τάσος Γουδέλης, περ. «Τό Δέντρο», τ. 111, 2000. Νίκος Δαββέτας, «Τό Βῆμα», 7.5.2000. Χρύσα Σπυροπούλου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 15.2.2000. Γιώργης Μανουσάκης, περ. «Πόρφυρας», τ. 95-98, 2000. Κωνσταντίνος Βάσσης, περ. «Νέα Πορεία», τ. 548-550, Θεσσαλονίκη2000. Χρύσα Σπυροπούλου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 21.7.2000. Γιῶργος Βέης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 17.10.2000. Περικλής Παγκράτης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μετααπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Σταῦρος Ἀμπελᾶς, περ. «Ραπόρτο», τ. 39, Ζάκυνθος 2006. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Πάροδος», τ. 10, 2006. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Πανδώρα», τ. 20, 2007. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 56. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 409-413.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά.

Ἀφιέρωμα: Ἀκρότης ὁριζόντων.-Προσεγγίσεις στήν ποίηση τοῦ Ὀρέστη Ἀλεξάκη ( Νατάσα Κεσμέτη, Νένα Ι. Κοκκινάκη, Εὐτυχία-Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Χρύσα Σπυροπούλου), Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2004.

ΠΡΟΣΒΛΕΠΩ

Προσβέπω
στήν προσήνεια τῶν πουλιῶν
στῶν παιδικῶν πηγῶν
τή μνημοσύνη

ΚΟΙΤΩ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΑ ΣΟΥ

Κοιτῶ μέσα στά μάτι σου
τό φῶς
μέσα στό φῶς
το σκοτεινό κυκλώνα

(Νυχτοφιλία)

ΔΥΟ ΜΟΝΟΚΟΝΔΥΛΙΕΣ

β. Τό συμβάν

Ἦταν τό σπίτι σκοτεινό κι ἡ θύρα
μισάνοιχτη καί μπῆκα σά νά μ᾿ εἶχε
φωνάξει κάποιος ἀπ᾿ τό βάθος ὅμως
κανείς δέν ἦταν μόνον ἄδειοι τοῖχοι
σοβάδες γκρεμισμένοι καί σπασμένα
τῶν προκτητόρων ἔπιπλα καί σκόνη
πού γέμιζε τό στόμα καί τό στῆθος
κι ἔψαχνα ψηλαφώντας στό σκοτάδι
χωρίς νά ξέρω τί κι ἀναζητοῦσα
κάποιον πού δέν ἐγνώριζα καί μόνον
ὅταν καί πάλι βρέθηκα στοῦ δρόμου
τήν καταχνιά καί τά λιωμένα φώτα
σά νά ᾿χα ἀπό ᾿να λήθαργο ἐπιστρέψει
θυμήθηκα
καί μέτρησα τά χρόνια
κι εἶδα πώς εἶχα χάσει τή ζωή μου

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Ξέρω πώς εἶσαι μέσα μου
κι ὡστόσο
θαρρῶ πώς ἀπ᾿ τόν ἔξω κόσμο θά ᾿ρθεις

Ἀκούω τά βήματά σου νά πλησιάζουν
ἀπό τά βάθη μακρινοῦ διαδρόμου

Ἄλλοτε λυπημένα μέ κοιτᾶς
μέσ᾿ ἀπ᾿ τό φῶς φανταστικῆς ὀθόνης
μοῦ δείχνεις ἕνα πέτρινο πηγάδι
κι ἕνα παιδί στό φιλιατρό
νά κλαίει

Κάποτε σκοτεινιάζεις καί γεμίζεις
τόν ὕπνο μου κεριά καί μαῦρα ροῦχα
καί σέ φοβᾶμαι μέσα στήν ἀγάπη
καί σέ φοβᾶμαι
μέσα στήν ἐλπίδα

Ὅμως
καμιά φορά
χαμογελᾶς
μέ τόση τρυφερότητα μέ τόση
παιδική μνήμη
πού ἄξαφνα
διακρίνω
-κάπου στά βάθη τῶν
διαλογισμῶν
κάπου στά μάκρη ἑνός
χαμένου κόσμου-
πρόσωπα πού ἐξαγνίζονται στό φῶς
πράγμα πού ἐξαχνίζονται
στή δόξα

Σάν νά ᾿χει κάπου ὁ χρόνος νά σταθεῖ
Σάν νά᾿ χει κάπου κι ὁ Θεός
πατρίδα

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΕΣ

Κοιτᾶς μές᾿ ἀπ᾿ τό τζάμι τή βροχή
καί μοῦ θυμίζεις νυχτωμένη πόλη

Παίζεις στό πιάνο καί
παιρνοῦν ἐλάφια
μέσ᾿ ἀπ᾿ τό σπίτι γίνομαι
ποτάμι
κυλάω ἀργά
νωθρά
στίς καλαμιές σου
μέ χίλια παρακλάδια σέ τυλίγω

Κάποτε γδύνεσαι ἁπαλά πλαγιάζεις
δίπλα μου, κάποιος μέσα ξεκαρφώνει
τό σκοτεινό κιβώτιο δέν
σέ μέλλει,

θέλεις νά δεῖς τό φονικό μαχαίρι
νά μυριστεῖς τό δέρμα του φονιᾶ
ν᾿ ἀκούσεις τήν κραυγή
τοῦ σκοτωμένου

(Ὁ ἀπόπλους)

Ο ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΜΠΝΕΕΤΑΙ

Μπολιβάρ
εἶσαι ὡραῖος σάν Ἕλληνας
Τά σώματα νά ᾿ναι γυμνά
Μόνο τό φῶς νάν τά σκεπάζει
Τό πέλαγος ν᾿ ἀσπρογαλιάζει
Καί νά λικνίζει τά βουνά
Δύση στό βάθος ν᾿ ἀνατέλλει
Φτερά νά κρύβουν τό κενό
Σ᾿ ἕνα βαθύπλωτο οὐρανό
Ν᾿ ἀνθοφορεῖ λευκή νεφέλη

Χρυσάρμενο σκαρί νά ὀργώνει
Σάν πάχνη ἐνείρου τόν ἀφρό
Στητό στήν πλώρη νά θωρῶ
Τόν Μπολιβάρ νά ξεσπαθώνει

ΤΟ ΠΑΙΔΙ

Κάποιος μές στόν ὕπνο μέ φωνάζει
Καί ξυπνῶ σέ λάθος ἐποχή
Μέ βαραίνει ἀγιάτρευτη ἐνοχή
Νυχτωμένο σπίτι μέ στεγάζει
Ἔπιπλα-σκιές μέ συντροφεύουν
Σκυθρωποί καθρέφτες-θυρωροί
Στούς διαδρόμους κέρινοι φρουροί
Τῶν νεκρῶν τήν εἴσοδο ἐποπτεύουν
Δέν θυμᾶμαι κι οὔτε περιμένω
Ζῶ σ᾿ ἕνα φαιόχρωμο κενό
Σάν ἀπ᾿ τό παρόν μου νά περνῶ
Σ᾿ ἕναν ἄλλο χρόνο-πετρωμένο
Μόνο σάν γυρνῶ στό προσκεφάλι
Τό παιδί ἀπ᾿ τό μέλλον μέ κοιτᾶ
Δακρυσμένο πάλι καί ρωτᾶ
Ποιός ἀπ᾿ τό πηγάδι θά τό βγάλει

(Μοῦ γνέφουν)

ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΞΥΛΙΑΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΥΟ

Τήν τρίτη μέρα ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τό κρύο
βρήκαμε κάποιο
χάνι κι ἀπαγγιάσαμε. Δέσαμε τ᾿ ἄλογα στό στάβλο, τά ταΐσα-
με καί μαζευτήκαμε τριγύρω στή φωτιά. Μᾶς ἔφεραν ζεστό
ζωμό, κρέας στά κάρβουνα ψημένο καί κόκκινο κρασί λιαστό.

Κορίτσια μέσα σέ καπνούς καί ἀχλή τοῦ ὀνείρου χτυποῦσαν
ντέφια καί χορεῦαν ξέφρενα. Φάγαμε κι ἤπιαμε κι ἀπέ μᾶς
πῆρε ὁ ὕπνος ἐκεῖ στήν ἴδια θέση πού καθόμαστε.
Τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος λήγοντας ξυπνήσαμε.

Ἀπόβλητοι ὅλων τῶν παραμυθιῶν.
Στά χιόνια πάλι.

Σ᾿ ΕΙΔΑ ΚΑΙ Μ᾿ ΕΙΔΕΣ…

Σ᾿ εἶδα καί μ᾿ εἶδες ὅμως δέ μέ γνώρισες.

Καί πῶς
νά μέ γνωρίσεις ὅπως εἴμουν, ἕνας ζητιάνος κουρελής καί
βρώμικος καί μέ κεφάλι ξυρισμένο, ἀνάμεσα σέ τόσους εὐγε-
νεῖς προσκεκλημένους, πού μπρός στή θύρα τοῦ σπιτιοῦ σου
συνωστίζονταν καί μέ ὑποκλίσεις, χειραψίες καί τέτοια, περ-
νοῦσαν μέσα στήν κατάφωτη αἴθουσα. Ὅμως ἀργότερα,
καθώς καί πάλι βγῆκες, κάποιον ἐπίσημο θαρρῶ νά ὑποδε-
χτεῖς –λαμποκοπώντας στό λαμέ σου φόρεμα μέ τίς ἀστρα-
φτερές του διαμαντόπετρες- τό βλέμμα σου ἔπεσε ξανά σέ
μένα, κι ὅπως τήν ὥρα ἐκείνη οἱ θυρωροί μέ πρόσωπα στεγνά
μέ σταματοῦσαν, πάρτε τόν κύριο πίσω στήν κουζίνα καί
δῶστε του νά γευματίσει κι ὅσο κρασί θελήσει νά πιεῖ, τούς

εἶπες καί συμπονετικά μοῦ χαμογέλασες -ἤ μήπως κιόλας
λίγο τρυφερά;- τόσο πού νόμισα πώς μέσα στῆς ματιᾶς μου
τή λάμψη κάτι γνώρισες, ἀπ᾿ ὅταν
ἔνδοξος καί περιφανής
τό στιβαρό μου τότε χέρι ἁπλώνοντας
ἀπό βαθύ πηγάδι σέ τραβοῦσα.

(Θίασος στήν ἐξέδρα)

 Λουκᾶς Κούσουλας
(1929)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Νέα ποιήματα, Δόμος, Ἀθήνα  1996. Τό πουκάμισο τό θαλασσί, Διάμετρος, Χαλκίδα 2000. Τά ποιήματα (1962-2002), συγκεντρωτική ἔκδοση, ὅπου καί ἡ ἀνέκδοτη συλλογή Ἐπίνικοι, Δόμος, Ἀθήνα 2003. Τό Φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2008.

Πεζογραφήματα: Γιά τά Μαῦρα μάτια, Νεφέλη, Ἀθήνα, 1994.

Δοκίμια: Ἄνθρωποι καί κτήνη, Νεφέλη, Ἀθήνα 1993. «Φιλοσοφικότερον καί σπουδαιότερον», Δόμος, Ἀθήνα 1999.

Μεταφράσεις: Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Νεφέλη, Ἀθήνα 1994-1996. Πλάτωνος Ἀλκιβιάδης Α΄καίΒ΄, Πόλις , Ἀθήνα 2001.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Νένα Κοκκινάκη, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 23.12001. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 23.2.2001. Γιιῶργος Δ. Παγανός, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης 2002.  Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Κ», τ. 5, 2004. Γιῶργος Βέης, περ, «Κ», τ. 5, 2004. Μαρία Τοπάλη, περ, «Ποίηση», τ. 24, 2004. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης 2007, σ. 1153. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης 2007, σσ. 283-290.

Ἀφιέρωμα: Λουκᾶς Κούσουλας, Βιβλιοθήκη τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Φιλολόγων, Ἀθήνα 1998, (Ἀγγελική Στασινοπούλου-Σκιαδᾶ, Γιῶργος Δ. Παγανός, Λουκᾶς κούσουλας).

Καί τό νά ξέρεις πώς ὑπάρχει ἥλιος, αὐτό
εἶναι κιόλας ὅλη ἡ ζωή.

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Μά ὅλη ὅλη ἐφόσον τό ξέρεις
πώς ὑπάρχει ἥλιος· μά ἀφόσον τό ξέρεις…

Γιατί τά κομμάτια της,
τά ξεροκόμματα μᾶλλον, τῆς ζωῆς
πού μᾶς πέφτουν,
καί τή βγάζουμε ὅπως ὅπως μαζί της,
δείχνουν τό ἄλλο: τί δύσκολη
ἐπιστήμη εἶναι ὁ ἥλιος.

Κράτησε ὡστόσο
αὐτό: πώς ὑπάρχει.

Πώς ὅ,τι καί νά γίνει,
κι ἄν μαγαρίζουν τόν κόσμο
οἱ Μπερνάρηδες καί οἱ ἄλλοι,
κάπου ὁ ἥλιος ὑπάρχει
καί λάμπει· μακάρι
καί σύρριζα στό μυαλό σου.

(Νέα ποιήματα)

Ὅπου κρεμοῦσε ὁ κλέφτης τό σπαθί του,
κρεμάει ὁ γύφτος τό βρακί του.

ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΟ
                   α΄

Τά ἔχει αὐτά ἡ διαλεκτική
Καί μή πρός κακοφανισμόν…
Τό μόνο ἔκτακτο στήν ὑπόθεση,
ἡ στερνή γνώση μάλλον εἶναι
ὅτι μποροῦσε ὁ εὐλογημένος κι αὐτός,
ὁ κλέφτης ἐννοῶ, νά πρόσεχε λίγο
ποῦ κρεμάει τ᾿ ἄρματά του.

Θά γλυτώναμε κάμποσα παρατράγουδα

                   β΄

Ποῦ ὅμως ἐκεῖνος…

Στά τρία πλάτανα πρῶτα,
τά γνωστά ἐκεῖνα τά τρία ἀράδα ἀράδα,
στά ἔλατα ὕστερα καί τίς ὀξιές,
στό τέλος καί στήν ἐκκλησιά!

Ἐκεῖ νά λειτουργιῶνται κτλ. …
Ἑπόμενο ἦταν πλέον νά μή μείνει
ξεβρώμιστο τίποτα.

*

Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἔνιωσα τή ζωή μου τόσο
δικαιωμένη ὅσο πάνω στή γέφυρα ἑνός πλοίου.

ΕΛΥΤΗΣ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος
                     α΄

Μέ τόν Ἀνδρέα Ἐμπειρίκο παρέα,
τόν καιρό δικό μας,
στή γέφυρα τοῦ πλοίου ἐκτός βάρδιας,
ἀπαγγέλοντας τίς μικρές κυκλάδες,
ἀφρίζοντας τήν ἄσπρη θάλασσα
-δέν εἶναι καί ἡ χειρότερη θέση
νά νιώσει κανένας ἀνάλογα· μακάρι
κι ἄν πρόκειται γιά στεριολλαδίτη!

                     β΄

Ἀνάλογα λέω ἄν κι ὄχι ἀκριβῶς ἀφοῦ,
ἀντί ζωή χαρισάμενη ἄς ποῦμε,
βγαίνει στή μέση αὐτό τό δικαιωμένη.

Πῶς ἔτσι δικαιωμένη δηλαδή…

Ἀμφισβήτησε μήπως κανένας τό δικαίωμά του,
προηγήθηκε καμιά δοκιμασία στό ἀμπάρι,
ὑπηρέτησε στό πολεμικό ναυτικό μήπως
ὁ ἀνθυπολοχαγός τῆς Ἀλβανίας…

*

Ἀνεπίληπτα ἐπῆρε τό μαχαίρι
ὁ Ἀτζεσιβάνο. Κ᾿ ἤτανε ἡ ψυχή του
τήν ὥρα ἐκείνη ὁλάσπρο περιστέρι.

Κτλ, κτλ. …

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Ἡ αὐτοκτονία τοῦ Ἀτζεσιβάνο μαθητῆ του Βούδα

 Ἄν θέλει κανείς τό πιστεύει
ὅτι μπορεῖ νά πηγαίνουν μαζί
τό «ἀνεπίληπτα» μέ τό «μαχαίρι»
-ἀλλά καί τίς ρίμες πού ἀκολουθοῦν,
μέ τό ἀστέρι, τό ἀγέρι καί τράβα κορδόνι.

Τοῦ Βούδα ἤ ἄλλου μαθητής, ἄς εἶναι,
στήν καλύτερη περίπτωση, συχωρημένος
ὁ Ἀτζεσιβάνο ὁ καημένος…

(Τό πουκάμισο τό θαλασσί)

Εἰς τό ἐρχόμενον, ἐάν μοῦ φθάσει ἡ ζωή
Καί ἡ τύχη μοῦ δώσει ἀρκετήν ἡσυχίαν,
Θέλω (…) προβάλειν στίχους.

ΚΑΛΒΟΣ, Ἐπισημειώσεις στίς Ὠδές

Καί οἱ μέν στίχοι
δέ φάνηκαν πουθενά.
Ὅσοι ὅμως δύνονται,
ἔξω ἀπό ποιήματα καί διαβάζουν
τά σκοτεινά σχέδια μιᾶς ζωῆς
πού γέρασε χωρίς νά λάβει ἀρκετή ἡσυχία,
φαντάζονται: τί φοβερό
βόδι μάγγωσε τή φωνή του.

Καί –γιά νά γίνουμε ἀναλυτικοί.
Ὅσο ἀφορᾶ λοιπόν τή ζωή, τό ἐνδεικνυόμενο
μάκρος της γιά τούς στίχους
-γι᾿ αὐτούς πρόκειται τώρα-
ἑβδομήκοντα κι ἑπτά συναπτά
εἶναι πολλά· (γιά ν᾿ ἀφήσουμε
πού ἡλικίες καί στίχοι εἶναι ποσά
ἀντιστρόφως ἀνάλογα).

Ἡ ἡσυχία πάλι, ἀρκετή ἤ πόση
-ἄς μήν πολυσκαλίζει κανένας
οὔτε τά κατ᾿ αὐτήν-
ἡ κανονική ἄς ποῦμε ἡσυχία,
κατά πόσον αὐτή εὐνοεῖ τά ποιητικά
κι ὄχι τά σκάνδαλα καί οἱ μπελάδες
εἶναι μᾶλλον ἀμφίβολο.

Παραδείγματα περιττεύουν.
Ξανά οἱ φαντασίες.
Φαντασίες ὑποθέσεις καί ρεμβασμοί.
Μήν ἦταν καλύτερα ἔτσι; Πού ἔδωσε
μιά κι ἔξω τό δικό του ρεκόρ –τά δικά του
μέτρα γιά νά κυριολεκτοῦμε-
κι ἀπεσύρθη στήν ὥρα του; Μήν πέτυχε
τήν ἀγαθή μερίδα, κανένα
καταφύγιο ἀφθόνητο ἴσως…

(Ἐπίνικοι)

ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΥΧΑΙ, Β΄

Καθώς -ἔτσι τό θέλησε ἡ κατάρα-
δύσκολα πλέον ἀκούω μουσική ἀφοῦ
δέ θέλω οὔτε μπορῶ
νά τῆς παραδοθῶ,
νά μέ πάρει (ὅπως οἱ νεαρές ἀλκυόνες
τον γέρικο κηρύλο στή ράχη τους),
νά μέ ταξιδέψει· καθώς πάλι,
μέ τόν ἀντιπερισπασμό της,
στόν ξεπεσμό της αὐτόν,
παραστέκει τίς διαδρομές μου ὅταν,
ἀναγκαστικά,
πηγαινόρχομαι μέ τό ΦΙΑΤ· κι ἄλλοτε,
σέ φανάρια σινιάλα λωρίδες,
σχεδόν ἀνακλαστικά,
ἁπλώνω τό χέρι μου στά CD
πού θωρακίζουν τίς πόρτες· τή μιά
πέφτοντας σέ «λαϊκά», σαχλά,
καί μαγευτικά ὅμως
-«μῆλο μου κόκκινο ρόϊδο βαμμένο»-
κι ἄλλοτε πάλι
στούς παλιούς δασκάλους, στή μουσική μου
-«Μουσική, γαλήνια μουσική…»
τοῦ φίλου τῆς ἐφηβείας μου Ζάν Κριστόφ-
καί συνεπιβαίνει τώρα
στό πάτημα τοῦ κομπιοῦ -ἄχ,
τί μᾶς ὅριζαν τά κακά πνεύματα…

Σέ φορτηγά πλάι καί δίκυκλα,
στά «ἔργα» καί στά σύνεργά τους,
ἄλλοτε ἀνάκουστη,
καί λιγοθυμισμένη τοῦ θανατᾶ,
καί μόνο σέ κανένα φόρτε της
διεκδικώντας τήν προσοχή μου,
μισό τουλάχιστο αὐτί,
κι ἀλίμονό μου ἄν ὁλόκληρο -ἄχ,
τί μέλλονταν τῆς ἀθάνατης τέχνης,
τῆς πρώτης τῶν μουσῶν…

(Τό φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ)

  

Τάσος Πορφύρης
(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποητικές συλλογές: Τά λαβωμένα, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1996. Σῶμα κινδύνου, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2004. Ἔρημα, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 2008.

Ἀνθολογίες: Πολυφωνικόν. Ἀνθολόγιον ἠπειρώτικης ποίησης, Νομαρχιακή Αὐτοδιοίκηση Ἰωαννίνων, Ἰωάννινα 2001. Ἀνθολογία τῆς βροχῆς, Ἀθήνα 2003.

Πεζογραφήματα: Ἡ δοντάγρια (διηγήματα), Σοκόλης, Ἀθήνα 2006.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλεθεροτυπία», 18.9.1996. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 6.12.1996. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 18.2.1997. Κώστας Βούλγαρης, περ. «Ὁ Πολίτης», 7.11.1997, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 17.4.2001.  Γιῶργος Ἀράγης, περ. «Μικρόπολις» Ἰωαννίνων (ἔνθετο «Ἐφημερίδα»), 14.11.1997. Περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 82, Νοέμ. 1997-Ἰαν. 1998. Θανάσης Τζούλης, περ. «Ἐξώπολις» Ἀλεξανδρούπολης, τ. 8-9 χειμών. 1997-1998. Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία «Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά» τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Τασούλα Καραγεωργίου, περ. «Πλανόδιον», τ. 38, Ἰούν. 2004. Χρυσούλα Σπυρέλη, περ. «Παρέμβαση», Κοζάνη, τ. 136, Ἰούν.-Ἰούλ.-Αὔγ. 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 345-346. Χ.Δ., Θ.Κ., «Λεξικό  Νεολληνικῆς Λογοτεχνίας», Πατάκης, 2007, σσ. 1859-1860. Κώστας Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία» («Βιβλιοθήκη»), 24.10.2008. Νίκος Ἀντωνάτος, περ. «Σημειώσεις», τ. 68, 2008. Ἀγγελική Σιδηρᾶ, περ. «Κ», τ. 18, 2009.

Ἀφιέρωμα: «Πάροδος», τ. 21, Λαμία 2008, (Γιώτα Ἀργυροπούλου, Σπύρος Θεριανός, Νατάσα Κεσμέτη, Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Κώστας Ριζάκης, Χρυσούλα Σπυρέλη, Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς, Χρίστος Δάλκος, Τασούλα Καραγεωργίου, Τάσος Πορφύρης).

ΕΞΟΔΟΣ

Μοίρασε τίς τελευταῖες σφαῖρες στούς συντρόφους
Ὅλος ὁ ἀγώνας ἕνας μεγάλος νεκρός ἀνάμεσά τους
Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν προσκύνησαν ὅλοι
Κλαίγοντας καί τράβηξαν κατά τό μέλλον ὁ
Καθένας ἐξουσιάζοντας τό δικό του θάνατο καθώς
Σέ κάποια σελίδα της τούς εἶχε στήσει καρτέρει

Ἡ Ἱστορία.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Φυλλομέτρησα παλιά βιβλία γιά νά σέ συναντήσω
Δυσκολεύτηκα νά σ᾿ ἀναγνωρίσω καθώς σ᾿ εἶχαν ντύσει
Τόσα στολίδια τόσες ρίμες τό φόρεμα πεταμένο στήν ἄκρη
Οἱ μπογιές στό πρόσωπο ἀνακατεμένες μέ δάκρυα κι ἕνας
Ἔρωτας ἀποκαμωμένος ὕστερα ἀπό ἕνα μπουκάλι φτηνό
Κρασί μέ χαμένες ἐκεῖνες τίς «μικρές ἄσπρες φωνές»
Ἀνάμεσα στίς ἀπεγνωσμένες κραυγές τῆς πτώσης στό
Βάραθρο τῆς ἀπελπισίας ποιός μίλησε γιά φεγγάρια
Κι ἀνοιχτούς ὁρίζοντες; Ἐσύ γνώρισες τούς σκοτεινούς
Δρόμους τοῦ πάθους μισή ἐνοχή καί μισή λαχτάρα
Μέ τό φιλί ἀνάμεσα ἀπαγχονισμένο ξεφωνίζοντας
Σ᾿ ἔρημες στοές γκρεμίζοντας τούς βράχους τῆς μοναξιᾶς
Ναρκοθετώντας περιοχές ὅπου ἀνίδεοι μηρυκάζαν
Τόν βολικό ἔρωτά τους πῶς κατάντησες ἔτσι ἀνάμεσα
Σ᾿ ἕναν σύζυγο καί σ᾿ ἕνα γραφεῖο πῶς πάχυνες.

ΟΙ ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ

Ὅλα τά πρόσωπα καί τά τοπία του Βιβλίου εἶναι
Πραγματικά· μπορῶ νά σᾶς ὁδηγήσω μέ κλειστά μάτια
Στό ποτάμι μέ τίς πέστροφες καί στή βελανιδιά μέ
Τόν κρεμασμένο καπετάνιο· οἱ βαθιές ρυτίδες παραπέμπουν
Στά βαθύσκιωτα φαράγγια τοῦ Νόστου.

ΙΥ

Ἀφανισμένο δάσος μέ τ᾿ ἀγρίμια του καί τά πουλιά χαμένα
Μπετόν ἀπό τά βάθη τῶν ὁριζόντων ὥς τίς σπηλιές τοῦ
Στήθους καί τίς πικρές ρίζες τοῦ φιλιοῦ· φυσάει
Μυρίζει παλιό φθινόπωρο καθυστερημένα μῆλα
Στό ψηλότερο κλωνί τῆς μνήμης καί σύννεφα
Μαῦρα σύννεφα καί τό ποτάμι θολό κι ἀγριε-
μένο νά κατεβάζει κούτσουρα ἀπό καστανιές νά
Παίρνει τό παλιό γιοφύρι· τί θέλουν τοῦτες οἱ εἰκόνες
Καί μέ τυραννοῦν ἐγώ ὅπως ὅλοι ἔδωσα τό μοιράδι μου
Ἀπό τό λιβάδι τῆς μνήμης γιά ἕνα τεσσάρι τί
Θέλει ἐτούτη ἡ ἀνεπιθύμητη ζυγιά ἀπό τά ὄργανα
Μπαίνει στόν ὕπνο μου κάθεται σταυροπόδι τό βιολί
Μέ γυροφέρνει τό λαοῦτο μοῦ πετάει τίς σαΐτες του
Τό κλαρίνο βρίσκει τίς παλιές πληγές καί τίποτα
Πιά δέν μέ σώζει ἐνῶ ἐγείρεται ἀπό τόν μεση-
μεριάτικο ὕπνο τῶν κοπαδιῶν ἀναμαλλιασμένο
Κι ἄγριο τό ντέφι ἕτοιμο γιά τή χαριστική βολή
πού με ἀποτελειώνει.

ΧΑΜΟΚΕΡΑΣΑ

Ὁρισμένοι ἀπό τούς θεατές ψάχνουν γιά ἄδειες θέσεις
Κι ἄλλοι ἀνέμελοι κατεβαίνουν ζευγάρια στό διάδρομο
Συζητώντας περί ἀνέμων καί ὑδάτων σταματώντας
Γιά λίγο κοιτάζοντας ἕνα γύρω ἐπιτέλους κυριαρχώντας
Στό χρόνο τους ἡ ἔναρξη τῆς προβολῆς θ᾿ ἀργήσει μόλις
πού σκορπίστηκαν στήν αἴθουσα οἱ μικροπωλητές
Μέ τίς σοκολάτες τούς ξηρούς καρπούς τά ἀναψυκτικά
Κι ἐκεῖνος μόλις μπαίνει ψάχνει ἐναγώνια γιά τήν
Ἔξοδο κινδύνου καί γιά μιά θέση κοντά της κάθεται
Τακτοποιώντας τήν καπαρντίνα στά γόνατά του ἥσυχος
Γιατί ἄν συμβεῖ κάτι π.χ. ἄν πάρει φωτιά ἡ αἴθουσα
Ἤ κάποιος ἀποφασίσει νά μαχαιρώσει κάποιον ἔτσι
Ὅπως βρίσκεται κοντά της ἡ μάζα τῶν θεατῶν θά τόν
Παρασύρει πρός τήν ἔξοδο γιατί αὐτός  εἶναι ἀνίκανος
Νά βρεῖ τό δρόμο ἀπορροφημένος ἀπό τήν ὑπόθεση
Τοῦ ἔργου καί τό τοπίο κυρίως αὐτό ὅταν ὑπάρχουν
Ποτάμια μέ καθαρά νερά δάση μέ βελανιδιές
Μέ σκίουρους καί πουλιά κι ἀνάμεσα στίς φτέρες
ἀγριοφράουλες αὐτές πού πιάναμε ἁπαλά μέ τά δάχτυλα
Νά μή μᾶς λιώσουν -θυμᾶσαι;- καί τίς λέγαμε
Χαμοκέρασα.

ΑΡΗΣ

Πῶς παραβίασες τήν πύλη τῆς αἰωνιότητας
Στ᾿ ἄσπρο σου ἄλογο καβάλα μαυρίζοντας
Περισσότερο τό σκοτάδι τά ὄνειρά μας εἶναι
Γκρεμός πρόσεχε ἄν γλιστρήσεις θά πέσεις
Δεκαπενταύγουστο στό χοροστάσι μέ τήν τηλε-
όραση τό βίντεο τό κλαρίνο τοῦ Χαλκιά νά
Ζητᾶ βοήθεια ἔτσι φυλακισμένο στήν κασέτα
Καί λίγους σύντροφους συνταξιούχους στόν καφενέ
Νά ἐξαγοράζουν τίς τελευταῖες τους μέρες
Κερνώντας νερωμένο τσίπουρο τό Χάρο.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
ΥΙ

Ἡ ποίησή μου ἔγινε κιόλας σαράντα χρόνων τή θυμᾶμαι
Νά μπουσουλάει στίς σελίδες τῶν περιοδικῶν  καί νά τήν

Κυνηγῶ μήπως μοῦ ξεφύγει καί περάσει στό περιθώριο
Τοῦ χειρογράφου μεγαλώνοντας δέν ἔκανε εὔκολα παρέες
Μονάχα μέ ὁρισμένες συνομήλικες συναντιόταν σέ κανένα
Ταβερνάκι δέν ἔγινε ποτέ τοῦ συρμοῦ οὔτε οἱ φίλες της

Ἄλλωστε καί τώρα μένει σπίτι διαβάζει παλιά γράμματα
Ἀκούει Μολδαύα σέ δίσκους ἀπό βινύλιο –τά παράσιτα
Εἶναι πρωινό ξύπνημα πουλιῶν κι ἀχός ἀπό καταρράχτες-
Βλέπει παλιές ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες πού τά λένε ὅλα

Ἡ ποίησή μου ἔγινε σαράντα χρόνων κι ἀρχίζει νά γκριζάρει.

(Τά λαβωμένα )

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

«Τί μᾶς ξεσήκωσες ἀπό τήν Αἴγυπτο»; τοῦ ἔλεγαν, «γιά νά
πεθάνουμε ἀπό τή δίψα ἐμεῖς καί τά παιδιά μας καί τά ζῶα
μας;»

Ἔξοδ. ΙΖ΄, μετ. Β. Τσάκωνα καί Μ. Κωνσταντίνου

Ἀγαπητέ Ἄγγελε:
Παρ᾿ ὅλο πού φαινομενικά σέ μένα ἀπευθύνεσαι
Μέ ἀλλλεπάλληλα ἐρωτηματικά ὡς ριπές καταιγιστικές
Προσάπτοντάς μου κατηγορίες πού μποροῦνε νά μέ
Καθίσουν στό σκαμνί ἐνῶ τόν ἑαυτόν σου ἐνοχοποιεῖς
-Ὅρα καί τήν ὁμολογία σου εἰς τό τέλος τοῦ ποιήματος-
Δίδοντας ὅμως τήν ἐντύπωση εἰς ὅποιον δέν σέ γνωρίζει
Ὅτι μέ χρησιμοποιεῖς πρός ἴδιον ὄφελος ἀμφισβητώντας
Τήν ἀθωότητά μου ἐμφανιζόμενος ὡς Ἄγγελος κραδαίνων
Ρομφαίαν κατηγορώντας με διά τήν συγγραφήν βιβλίων
Ἐνῶ καλῶς γνωρίζεις πώς εἶναι τό μόνο πού μοῦ

Ἀπέμεινε –μᾶς ἀπέμεινε- ὅλων ἡμῶν τῶν ἀνυποτάκτων
Ξηροκεφάλων τῶν καταδικασθέντων ἐρήμην τῶν ὀνείρων μας
Πού χαθήκαμε χωρίς νά πέσει ντουφεκιά ἐνῶ μποροῦμε ἀκόμα
Νά ψιθυρίζουμε  τό πρωί ὄμορφη μέρα! ὅσοι πεθάναν χτές θά τό ᾿χουνε
Μετανιώσει καί μέ τή διάθεση καί τό πεῖσμα τοῦ μικροῦ

Παιδιοῦ πού ζώνεται τό ξύλινο σπαθί του νά ξαμολιόμαστε

Στό ξάγναντο μέ τούς ἀνεμόμυλους.

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά
Κουρνιάσαν οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί
Γλίστρησαν στίς φωλιές τους ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές
Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή
Βορεινή βαράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν
Προσμονή τῆς μπόρας ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς
Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη
Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι
Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς
Μεταξοσκώληκες  καθώς ροκάνιζαν τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς
Στό διπλανό δωμάτιο εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ στίς ἀναμνήσεις μας
Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν ἄφωνοι κεραυνοί
Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας
Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί

Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

(Σῶμα κινδύνου )

ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ

Ὁ πετεινός σαρώνει τ᾿ ἀπομεινάρια τῆς νύχτας
Ἀπό τόν περίβολο  τοῦ πρωινοῦ σκοντάφτοντας σέ
Σκοτεινές φωλιές ἀπό νυκτόβια καθυστερημένα
Ζευγάρια στό ἔλεος τοῦ λυκαυγοῦς κι ἀπ᾿ τήν κορφή
Τοῦ Πάπιγκου ἀνατέλλει ἡ Μάνα μ᾿ ἕνα δεμάτι
Χρόνου παραμάσχαλα γιά τά ἀποκλεισμένα ἀπό τό
Χιόνι ζωντανά καί στῶν παιδιῶν τά μάτια πουλιά
Καί κελαϊδίσματα ἀπό τά διανυκτερεύοντα δέντρα
Τῆς ἀνοιξιάτικης κοιλάδας στίς πλαγιές σκαρισμένα
Γιδοπρόβατα στοιχειωμένες εἰκόνες μέσα μου καί οἱ
Νωπές τοῦ Μετρό τῶν ἀποστραπτόντων ναῶν τῶν
Τροφίμων τοῦ δρομέα τοῦ Βαρώτσου πού τόσα χρόνια
Διένυσε μονάχα τήν ἀπόσταση ἀπό στήν Ὁμόνοια μέχρι τήν
Πλατεία Χίλτον προσπερνώντας τήν πλατεία μέ τό κίβδηλο ὄνομα
«Συντάγματος» κι ἀνάμεσά τους ξεκινώντας ἀπό
Ἀνεξερεύνητες πηγές τῆς νιότης μας νά ζωντανεύει
Τό τοπίο ἕνα παρηγορητικό ποτάμι ξεπλένοντάς
Μας ἀπό ὅλες τίς βρωμιές τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου.

ΠΑΜΒΩΤΙΔΑΣ ΝΕΟ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ

Λίμνη ὥς σ᾿ ἀγναντεύω λέω πώς εἶναι ψέματα κι ὁ βυθός σου
Ανθίζει ὅπως ἡ ὄψη σου ἡλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό
τό κάστρο

Λικνίζεται ἀγκυροβολημένο στά νερά σου τά πουλιά κόβουν
λωρίδες τό

Γαλάζιο γιά τίς φρέσκες πηγές μας αὐτά θέλω νά σκέφτομαι
ἀλλά

Δέν μ᾿ ἀφήνουν οἱ Ἀλῆ-τες τῆς ἱστορίας πού τροφοδότησαν μέ
θρύλους τά σκοτεινά νερά ποντάροντας στή μεγαλοψυχία σου

Ὅμως καιρός νά πετάξεις τό σαλιωμένο δεφτέρι μέ τά λαθραῖα
Γεγονότα καί στό καινούργιο νά περάσεις τό νέο Μαρτυρολόγιο
Ἀρχίζοντας ἀπό τόν Γιοσέφ Ἐλιγιά μισόν Ἐβραῖο κι ὁλόκληρον

Ἕλληνα πού σοῦ ᾿γραφε ποιήματα ἀπό τό κιλκίς καί τό
Ἀργυρόκαστρο

«Ρίχνοντάς τα στόν ἀποχωρισμό γιά νά γεμίσει»: «Ὦ ἐσύ γλαυκή
Παμβώτιδα πού πλάι σου ἀναμετροῦσα ὅλους τούς χτύπους τῆς
καρδιᾶς

Καί τούς ρυθμούς τῆς πλάσης» ἔφυγε στά τριάντα του ἀφήνοντας
Ὀρφανή τή Μάνα νά θρηνεῖ γιά τόν μονογενῆ της κι ὁ Σαμπεθάι
Καμπιλής Ἄννας καί Καϊάφας οὔτε κάν Πιλάτος κι ἀπό κοντά

Βάλε καί τό Σιούλα τό Ταμπάκο κι ὅλους τούς Ταμπάκους πού τά
Δάκρυά τους ἁλμύρισαν τά νερά σου καί τόν Γιάννη Μπεράτη
Νά σέ πλουτίζει μέ τό «πλατύ ποτάμι» του καί κράτα ἑνός

Πρωινοῦ σιγή νά περάσουν στήν αἰωνιότητα ἡ Εὐτυχία Πρίντζου
Μέ τούς συντρόφους της ἡ λιανή Μαργαρίτα Περδικάρη καθώς
Πατώντας στίς μύτες τῶν ποδιῶν της γράφει τό σύνθημα στόν
τοῖχο

Τοῦ ἑτοιμόρροπου αἰώνα: «Καληνύχτα ντέ»! Κι ὁ Λεωνίδας
Ράφτης

Ἀτενίζοντας ἀπ᾿ τό Μπιζάνι τά Φραστανά ἀξημέρωτα νά τά
βυζαίνει
Ἡ Νεμέρτσκα μισοκρυμμένα στόν κόρφο της καί μιάν ἔναστρη
Νύχτα στεῖλε τά παρόχθια νερά σου στήν πολιτεία ἀνηφορίζοντάς
την
Ἀβέρωφ νά χαθοῦν στήν Ἀνεξαρτησίας καί στά γύρω σοκάκια μέ
τά
Γκαλντερίμια τά σιδεράδικα τ᾿ ἀσημουργεῖα κι ὕστερα ἄς
φθάσουν ὥς τό
Χάνι τοῦ Κώτσιο-Λάμπρου νά προλάβουν τόν Ρόβα πού ξεκινάει
γιά
Τή Βλαχιά -μισοτραβηγένες κουρτίνες στόν ὀντά καί κλαρίνο
γιά τόν
Ἀποχωρισμό- τό πρωί τ᾿ ἀφεντικά βγάζοντας τά κεπέγκια τῶν
μαγαζιῶν τους
Θ᾿ ἀναρωτιοῦνται: ποῦ βρέθηκε τόση ὑγρασία μία τέτοια ξάστερη
Νύχτα;

(Ἔρημα )

 

Λεωνίδας Ζενάκος
(1932)

 Ἐπιλογή βιβλιογραφίας: Γιῶργος Βέης, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά  τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 771. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 339-343.

 

Γιάννης Νεγρεπόντης
(1930-1991)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Λίγο μετά τή σιωπή, (μεταθανάτια ἔκδοση), φιλολογική ἐπιμέλεια Δήμητρα Α. Δημητρᾶ, Καλειδοσκόπιο, Ἀθήνα 2001.

Πεζογραφήματα: Εἶμαι ἕλλην, τό καυχῶμαι καί ἐξ αὐτοῦ μύρια ὅσα κακά ἕπονται, (μεταθανάτια ἔκδοση), Καστανιώτης, Ἀθήνα 1992.

Παιδικά: Τά ὄνειρα τῆς Ἀντέλας, (μεταθανάτια ἔκδοση), Μελία, Ἀθήνα 1992.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Ἀλέξης Ζήρας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 211.1992. Κώστας Γεωργουσόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 22.11.1999. Γιῶργος Ἀράγης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1547-1548. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Στ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα, 2007, σσ. 151-353.

ΣΕ ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Ι

Τά ἴδια λόγια, τό ἴδιο σχῆμα
τῶν χειλιῶν, οἱ αὐτές χειρονομίες.

Κάποτε –πότε;- ἔχουμε ξανασυναντηθεῖ.

Τό ἴδιο, ἡ ἴδια αἴσθηση,
αὐτό τό πράο βλέμμα τοῦ θανάτου·
εἶναι σάν νά ᾿χουμε -ὅπως πρόκειται-
πολλές φορές μέσα στό χρόνο βυθιστεῖ.

Γι᾿ αὐτό καλύτερα νά μοῦ μιλᾶς
γιά τά λουλούδια…

ΥΙ

Ἐχθρός ὁ χρόνος μαζί μας παίζει
παιχνίδι χωρίς νόημα
ὥς τήν ἐξάντηση τήν ἔσχατη.

Μά γίνεται στιγμή
πού ἡ ψυχή μας ὅλη
τά πικραμένα χείλη μας ξανοίγει
σ᾿ ἕνα χαμόγελο εὐδίας.

Ταξιδεύουμε τότε στόν ἄπειρο χρόνο
τό φίλο μας ὠκεανό τόν ἀπέραντο.

ΤΟΠΙΟ (ἀπό τήν ἑνότητα: Τῆς ἐξορίας).

Φθινόπωρο· κομμάτια γκρίζας θάλασσας,
ἀνασασμῶν ἀπό λουλούδια πού εἶναι καί δέν εἶναι·
κομμάτια ἀπό χρώματα τόσο εὐπαθῆ
πού κινδυνεύουν διαρκῶς νά καταποντισθοῦν
μές στό τυχαῖο λίκνισμα
ἑνός ξεθωριασμένου φύλλου.

Τό βράδυ τό φεγγάρι σπαρταρᾶ
στά σύρματα.

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ (ἀπό τήν ἑνότητα: Καθημαγμένων συνέχεια).

Κάπου στήν ἄκρη τοῦ μυαλοῦ του
ἐκείνη. Ἐκείνη νά τόν περιμένει
ὅταν ἡ ὥρα τόσο ὡραία
τόσο μοναδικά καταδική του
(γιά λίγο, τόσο λίγο -ὅμως τί ἔνταση·
ἔφηβος, ἴδια ὥρα, κι ἄς πᾶνε τόσα χρόνια.

Ὁ χρόνος πετρωμένος καί μόνο τό κορμί του
ἄγαλμα ζωντανό, ἀτέλειωτο στά πέρατα·
μι᾿ ἀόριστη, ὁλόκληρη ὡσόσο, ζῶσα ἐπιθυμία).

Μπροστά του ἕνα ζευγάρι κουρασμένο·
κι οἱ δυό δεμένοι σέ μιάν εὔγλωττη σιωπή
μίσους, ἀπέχθειας κι ἀδιαφορίας
-σχέση καμιά μαζί τους, ὄχι.

Ὅμως, στό βάθος τοῦ μυαλοῦ του ἐκείνη,
ἐκείνη νά τόν περιμένει
γλυκιά, καλή καί τρυφερή
(ναί, εἶναι ἡ δικιά του κι εἶναι ὁ δικός της,
μιά σίγουρη συνέχεια τοῦ κορμιοῦ του.

Μά ἡ σάρκα σιωπηλή ἀπό καιρό).

Ὁ πανικός· ἡ ὥρα: ἐκείνη θά τόν περιμένει.

Κι ὁ ἔρωτας μιά προσπάθεια
ἡ σάρκα του νά σπάσει τή σιωπή της
(γιατί γιά ἐκείνης δέν τό συζητοῦν…)
πού μέ τά χρόνια ὅλο καί βαθαίνει
ἕως ἐκείνη τοῦ θανάτου τή σιγή…

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΕ ΝΕΑΡΟ, ΕΠΙΔΟΞΟ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ Ἤ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗ (ἀπό τήν ἑνότητα: Δοκίμιο).

Ἄν ἔκανα διήγημα αὐτή τήν ἱστορία
θά ᾿πρεπε ὄμορφα νά τή διηγηθῶ
καί τότε θά ᾿λεγα, ὅσο πιό ὄμορφα μποροῦσα,
πῶς γνωριστήκαμε τό καλοκαίρι
ἀγαπηθήκαμε φθινόπωρο
γιά νά χωρίσουμε καταμεσῆς χειμώνα
-χωρισμό μ᾿ ἕνα μίσος κι ἀηδία,
ἐρειπωμένοι κι ἄγνωστοι ὅσο ποτέ.

Ἄν ἤθελα νά γράψω μυθιστόρημα,
τότε θά ᾿πρεπε νά τά γράψω πειστικά
-τό πότε γνωριστήκαμε, σέ ποιά ἐποχή
τέλειας ἐγκατάλειψης
κι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον πιάστηκε
σά σέ σανίδα σωτηρίας.

Πῶς, γδαρμένοι
ἀπό τίς τελευταῖες συμβατικότητες,
ἀφήσαμε κι οἱ δυό μέ πάθος
τόν ἔρωτά μας νά μᾶς παρασύρει
στίς πρῶτες-πρῶτες ρίζες μας,
στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ.

Ἔπρεπε νά πληρώσουμε·
τό προπατορικό μᾶς κυνηγοῦσε,
μαζί κι ἡ ἑλληνική μας οἰκογένεια.

Ὁ χρόνος θά ᾿παιζε μεγάλη σημασία
καί φυσικά τά ἐπεισόδια τῆς ἀγάπης μας
(ἄ, πόσο ἀγαπηθήκαμε, πόσο τήν ἀγάπησα
-ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μου τόσο πιεστικό…).

Μά θά ᾿θελα γι᾿ αὐτή τήν ἱστορία
νά γράψω ἕνα ποίημα.

Καί γιά νά γράψω ποίημα
θά ᾿πρεπε νά τήν πῶ
ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε μέσα-μέσα μας.

Τά μάτια της, ὁ τρόπος πού χαμογελοῦσε,
ἡ ἔκπληξή της, ἡ δική μου ἔκπληξη

θά ᾿πρεπε νά πῶ·
σέ κάθε τῆς ἀγάπης μας στιγμή
αὐτή ἡ σιγουριά τοῦ ἀνεπανάληπτου.

Κι αὐτό, μ᾿ αὐτή τήν ἱστορία
δέν τό μπορῶ.

(Λίγο μετά τή σιωπή)

Μάρκος Μέσκος
(1935)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Χαιρετισμοί, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1995. Ψιλόβροχο, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000. Ἐλεγεῖες, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005.

Πεζογραφήματα: Μουχαρέμ, Νεφέλη, Ἀθήνα 1999. Τό φωτοστέφανο τοῦ νεωτέρου Ἀγίου Βοδενιώτη τοῦ λαϊκοῦ, (ἰδιωτική ἔκδοση) 2002. Νερό Καρκάγια, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005.

Δοκίμια: Προσωπικά κείμενα, Νεφέλη, Ἀθήνα 2000.

Ἀνθολογήσεις: Τέος Σαλαπασίδης, Δώδεκα ποιήματα, Θεσσαλονίκη 1993. Βικτωρία Θεοδώρου, Γαμήλιο δῶρο, Γνώση, Ἀθήνα 1995. Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Ὅμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στόν ἴδιο τόπο, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 2000. Κλεῖτος Κύρου, ἀλλά ἡ ἀφή πές μου πῶς γίνεται νά διασωθεῖ, Ἑρμῆς Ἀθήνα 2000.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Μάρη Θεοδοσοπούλου, Μισσέλ Φάις, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, περ. «Διαβάζω», τ. 364, 1996. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 30.4.1996, (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 14-15, 1997. Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Παρατηρητής», τ. 31, Θεσσαλονίκη 1998. Μιχάλης Γκανᾶς, Βασίλης Παπᾶς, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 53, 1998. Δήμητρα Παυλάκου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 13.8.1998. Γιῶργος Α. Πναγιώτου, ἐφ. «Ἡ Ἐποχή», 6.6.1999. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 23.7.1999. Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 82, 2000. Παντελής Μπουκάλας, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 23.1.2001, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 25.1.2005. Χρύσα Σπυροπούλου, περ. «Διαβάζω», τ. 415, 2001. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 18.11.2001. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002.  Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 344-345. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1393-1394.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἐβραϊκά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ὁ Πολίτης», τ. 53, 1998, (Α. Ἀργυρίου, Μ. Γκανᾶς, Β. Παπᾶς). Περ. «Πάροδος», τ. 28, 2009, (Μ. Κέντρου-᾿Αγαθοπούλου, Θ. Γλυκοφρύδη-᾿Αθανασοπούλου, Ἀγάθη Γεωργιάδου, Γιῶργος Γεωργούσης, Ἀγγελική Γιαννέλου, Ἀνθούλα Δανιήλ, Μπάμπης Δερμιτζάκης, Κώστας Δεσπινιάδης, Σπύρος Θεριανός, Ἠλίας Κεφάλας, Μαρία Κουγιουμτζῆ, Γεωργία Λαδογιάννη, Alicia Villar Lecumberri, Βασίλης Λέτσιος, Γεωργία Μάνιου, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Δώρα Μέντη, Μ.Γ. Μερακλής, Γιῶργος Κ. Μύαρης, Τάσος Πορφύρης, Μανόλης Πρατικάκης, Θεοδόσης Πυλαρινός, Κώστας Ριζάκης, Σωτήρης Σαράκης, Ἐλπινίκη Νικολουδάκη-Σουρῆ, Κυριάκος Χαραλαμπίδης).

ΕΝΔΕΙΑ

Ἔμεινα στή στέπα. Ἔμεινα.

Εὐχαριστημένα τά λουλούδια ποτισμένα στόν κῆπο ἡσυχάζουν
δέν ἔχουν θλίψη λάμπει τους ἡ ταπεινή ὀμορφιά· τό
μνῆμα τῆς Παρθένου περιμένει μά ὀ Γκογκό νταής ξεχασμένος
τά περιστέρια του σχεδιασμένα στούς τοίχους ἐπιζοῦν –τί φρίκη!

Ποντικοί μυριάδες πέρασαν τό ποτάμι· ἐκεῖνος σάρωνε τούς δρόμους
ἔμεινε ἐκεῖ. Κάτω ἀπ᾿ τά φύλλα σεντονάκια τοῦ ὀνείρου πού
συνήθως πουντιάζει· ἕνα φού ἕνα τόσο δά τῆς στάχτης
καί πάρτον γιά τόν ἄλλο κόσμο. (Ἀκούραστο φεγγαράκι
πάρε ρακί καί πότισέ τον ἀπό ψηλά. Χαρτζιλίκι μηδαμηνό
τῆς εὐσπλαχνίας σου – ἄν ξανάρθουμε ἐδῶ θά τό θυμηθεῖ).

Ἄν ξανάρθουμε! Πρός τό παρόν μακρινό φωτάκι στό παρεκκλήσι
τέσσερις ὑβίσκοι ἀνθίζουν ἀπό τήν ἀνατολή ἕως τή δύση
τοῦ ἡλίου, τόσο μόνο. Καί τό λαδάκι τόσο τοῦ ἔρμου Κωνστα-
ντίνου, μπράτιμοι γύφτοι τὄπαν. Σάμπως φτώχεια, στό παλιό πεταμένο
παπούτσι κατουρᾶνε οἱ βροχές, μέ τά δικά μας τραγούδια χωρεύουν.

ΣΤΕΡΝΑ

Σάν τά στερνοπαίδια τόν μονογενή μας καί τή μοσχοθυγατέρα
τοῦ γείτονα, τρομοκρατημένα αἰσθήματα γλώσσα ξερή καί πάθη
ἐδῶ καί τώρα ξημεροβραδιάζουν ἀραχνιασμένα (Μάριε τί κάνουμε).

Βασανισμένοι τῶν γραφῶν ἀδερφοί λύση καμιά δέν προβάλλει
τρυπώνουν τά σφυρίγματα στίς χαραμάδες καί σιτάρι στ᾿ ἀμπάρια
γιά τό τραπέζι τοῦ ἀλλότριου μέλλοντος· θλίψη στενόχωρη
ὥς τά στερνά. Ποὖναι τά λάθη μας ποῦ οἱ ἀντρειωμένοι ποῦ
ἡ νιότη κι ὁ κακός καιρός μας –ποιός θά μπλοκάρει
τίς νοσταλγίες; Μήπως πρέπει νά ξεθάψουμε τό τελευταῖο
φυσίγγι; Δυστυχῶς–εὐτυχῶς ὁ θάνατος ἀνοιχτή πληγή φίλε.

ΧΩΡΙΣ ΘΕΜΑ

Βαρκούλα μανούλα ποῦ πᾶμε;

Λέγαμε πάντα ἀγάλματα δέν ὐπάρχουν κόκαλα μόνο
μιά χλόη πού γέρνει πάλι στό χῶμα κι ἄγρια πουλιά
(ὅσα ξέφυγαν)· ἄπιστης χαρμολύπης ἐν τέλει ἡ σιγαλιά
πλάγιασε μαλακά στό ἀλεύρι καί θέρο καί καταχείμωνο.

Πάλι ρωτᾶς τί ἀπόμεινε; Κονάκι κλειστό στήν πόρτα ἁλυσίδα
(θά φύγουμε ἀπ᾿ τό σπίτι τελευταῖοι) τά ὑπόλοιπα βήματα
κάπου ἐδῶ γύρω ξερός πηλός στά χέρια κάποιου κανατᾶ-
ψιθύρισε λοιπόν κι ἐσύ γνωστόν καί ἄγνωστον εἶδος ἡ ἐλπίδα.

Βάρκα πού μπάζει ἀπό παντοῦ καί τά ποντίκια ἔχουν λακίσει
(πόσοι ἄραγε κατάλαβαν;) δεμένος εἶναι ὁ κόσμος, τρομάζει, ἐνῶ
μεγάλη ἡ τρομερή σιωπή γιά ὅλους μά ὄχι μερίδιο κοινό·
δικαιο θἆναι νἄρθουν τά πάμπολλα νερά πού ἔχει Φύση
ὅ,τι ὀνομάστηκε κακό, πλημμύρα ἀτέλειωτη ἀπό μάγισσα βροχή
ἴχνος κανένα μήν ἀφήσει – νά πάει στό διάβολο ἤ νά γυρίσει
πίσω ἡ Ἐποχή;

(Χαιρετισμοί)

ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ
ΙΥ

Φαντάζεται συχνά τόν θάνατον -ὄχι λάσπες- λιβάδια νερά
ἀνθισμένα δέντρα καί πουλάρια· στή ράχη τους ἐσύ περνώντας
τό ποτάμι· (ἐδῶ τίποτε δέν προδόθηκε, ὅλα περάσανε καί ὅλα
μεῖναν).

ΧΧΥΙ

Μή σέ σκεπάσει καμιά λησμονιά
ἡ γκρίζα στάχτη μέ τούς ἀνέμους νά φύγει
καί τό πρόσωπό σου κανείς μή μολέψει·
ἤσουν παιδί, μονάχα τῆς Καλλιόπης
στά Βοδενά στή συνοικία Χουνικάρ γεννημένος
μιᾶς Τρίτης κάποιο πρωί.

ΧΧΧΥΙΙ

Τά χρόνια περνοῦν τά κύματα φεύγουν
δέν θά γυρίσουν πίσω ποτέ
τά δέντρα χάνονται καί καθρέφτες σπασμένοι
στό νερό βουλιάζουν ἀμετάκλητα
ταξίδι ἐπιστροφῆς δέν ἔχει.

Τά μάτια ἀλλάζουν κι ἀσπρίζουν τά μαλλιά
ἀβέβαια βήματα στό ἄγνωστο πᾶνε
γιά ᾿κεῖ πού δέν ἀγαπιοῦνται καί χωρισμένοι
στό χῶμα κλαῖνε γιά πάντα-
ξένης χώρας θά ᾿ναι τό λουλούδι πού φυτρώνει.

L

Ἀρουραῖοι, σκουλήκια, ἔντομα θαρρεῖς νεκρά
μουρμουρητό τῆς χλόης καί πουλιά στό πήγαινε-ἔλα
κάπου στή βραγιά κάπου στό λησμονημένο χωριό
τό πέρασμά σου ἀπό μακριά στούς λόφους
μέ τά φουσκωμένα μάτια τῶν πρόωρων ἀνθῶν
(γιατί κλαίγοντας σέ φιλοῦσα).

LXY

Μεγαλώνει τό φεγγάρι νύχτα φωτεινή τοῦ Αὐγούστου
μυρίζουν τ᾿ ἄγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου
γιατί στά Βοδενά
ἡ ἀγαπημένη μου κοιμᾶται.

LXIX

Γειτόνισσα ἦταν· συχνά ἀκουμποῦσε
στό παράθυρό της σιγοτραγουδώντας.

Ὑπολείμματα παλαιῶν φιλοδοξιῶν ὅταν
νεαρή κοπέλα πήγαινε τάχα στή χορωδία
τῆς μικρῆς ἐπαρχιακῆς πόλης κι ἀκόνιζε
τή φωνή της

(Ψιλόβροχο)

ΦΩΝΕΣ

Φωνές τῆς θάλασσας καί τῶν κυμάτων μύριες ἀπειλές
ἄγρια μπόρα τετρασκότεινη καταιγίδα τίς φωνές σας ἀκούω
πρωί στό μετανιωμένο ἀκρογιάλι πού φλοῖσβο τό φλοῖσβο
σπρώχνει τό νερό καί παίζει· ἄνεμος κι ἀέρας κυνηγημένος
γιατί γιά ποιόν γιά ποῦ τό μήνυμα ψηλά μακρυά τ᾿ ἀστέρια τί
θά ᾿ρθει τί θά φύγει τί θά χαθεῖ γιά πάντα μιά βελανιδιά
συλλογισμένη στήν ἄκρη τοῦ δάσους ὀξιές ἀπό τίς δυό πλευρές
κλεισμένη παλάμη καί πλατάνια ὅρκοι στίς ρεματιές σάν
ψεῦδος καί σάν ἀλήθεια ἀνάμεσα τίς φωνές σας ἀκούω· σάν
λύκος σάν τσακάλι σάν τελευταία ἀρκούδα τό σφύριγμα τό φῶς
τό κύμα θλιμμένο πουλί κι ὁ βόμβος γύρω ἀπό τούς στήμονες·
ἦταν θηλυκό τό στέρνο ἦταν κραυγές ἀγώνων (μάταιων) ἤτανε τί;

Πῶς ἔμειναν στό στῆθος μου γιατί ἀνατριχιάζει ἡ σκόνη;

ΑΚΟΜΑ

Ξεχασμένος ὁ γρύλος
ἄσπρες παταλοῦδες στά πέταλα τῶν λουλουδιῶν
γυρίζει ὁ καιρός πρῶτες ψιχάλες
χειμώνιασε.

Φῶς ἀργυρό ὑπάρχει ἀκόμα
μέρα γαλάζια στόν οὐρανό
καί σύννεφο χαιρετισμῶν ἀκόμα ὑπάρχουν.
Λευκό στό σκοτάδι, τό μαῦρο φῶς.
(Ἐλεγεῖες)

←προηγούμενη σελίδα                                              …η συνέχεια στην επόμενη σελίδα→