Ανθολογία, 3η σελίδα

←προηγούμενη σελίδα

Ντίνος Χριστιανόπουλος
(1931)

Ἔργα του σέ βιβλία.

 Ποιητικές συλλογές: Ἑνός λεπτοῦ σιγή-Ὅλο καί πιό πολύ, Τροχός, Πάτρα 1995. Νεκρή πιάτσα. Νεώτερα ποιήματα (1990-1996), Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Τό κορμί καί τό σαράκι. Νεώτερα ποιήματα (1990-1996), Μπιλιέτο, Παιανία 1997. Ποιήματα, συκεντρωτική ἔκδοση, Γ΄ συπληρωμένη, Ἐκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998. Ἡ πιό βαθιά πληγή, Ἐκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1998. Ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη, 2004. Μικρά ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 2004. Πεζά ποιήματα, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 2004.

Πεζογραφήματα: Πίσω ἀπ᾿ τήν Ἁγιά-Σοφιά, Ἰανός, Θεσσαλονίκη 1997. Θεσσαλονίκην, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν… Ἰανός, Θεσσαλονίκη 1999. Ἐγώ φαντάρος στό χακί,  Μπιλιέτο, Παιανία 2003.

Δοκίμια, Μελέτες: Λογοτεχνικά περιοδικά τῆς Θεσσαλονίκης, Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (1850-1950), Θεσσαλονίκη 1995. Δοκίμια, συγκεντρωτική ἔκδοση, Μπιλιέτο, Παιανία 1999. Τό ρεμπέτικο στή Θεσσαλονίκη, Ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1999. Τά Ἑλληνικά τυπογραφία τῆς Θεσαλονίκης ἐπί τουρκοκρατίας, Βίβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, Θεσσαλονίκη 2000. Μελέτες γιά τό Σολωμό, Βιβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, θεσσαλονίκη 2001. Τά τραγούδια τοῦ Βασίλη Τσιτσάνη πού γράφτηκαν στή Θεσσαλονίκη ἐπί γερμανικῆς κατοχῆς, Μπιλιέτο, Παιανία 2001. Ἡ ποίηση στή Θεσσαλονίκη κατά τούς τελευταίους χρόνους τῆς τουρκοκρατίας (1860-1912), Βιβλιοπωλεῖο Ραγιᾶ, Θεσσαλονίκη 2003. Στιχάκια τοῦ στρατοῦ, Μπιλιέτο, Παιανία 2004.

Ἀνθολογίες: Διονυσίου Σολωμοῦ: Οἱ ὡραιότεροι δεκαπεντασύλλαβοι. Μπιλιέτο, Παιανία 1998. Ἀνθολογία Μακεδόνων ποιητῶν, 1860-1913, Ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2001.

Μετάφρασε: Ἀρχαῖα ἑλληνικά λυρικά ποιήματα, Μπιλιέτο, Παιανία 1994. Τό ἅγιο καί ἱερό εὐαγγέλιο κατά τόν Ματθαῖο, Τό Ροδακιό, Ἀθήνα 1997.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Περικλής Σφυρίδης, Χριστιανόπουλος-Καβάφης. Ἀποκλίσεις σέ βίους παράλληλους, Τά Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1993, Πρακτικά τοῦ συνεδρίου Ἡ ποίηση στή Θεσσαλονίκη τόν 20ο αἰώνα, Θεσσαλονίκη 2003 Φραγίσκη Ἀμπατζοπούλου, περ. «Σύγχρονα Θέματα», τ. 52-53, 1994. Μαρία Ἰατροῦ, Ἡ «Ἐποχή τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων» τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ἀνίχνευση διακειμενικῶν σχέσεων, (διατριβή), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996. Ἕλενα Ἀβραμίδου, περ. «Ἕνεκεν», τ. 14, Θεσσαλονίκη 1996. Βενετία Ἀποστολίδου, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή»,  1.2.1997. George Syrimis, περ. «Jornal of Modern Greek Stuties, τόμος 1, τ. 15, 1997. Νίκος Ξανθιώτης, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 39, Θεσσαλονίκη 1997. Christophe Chiclet, περ. «Tagesblatt», Ἐλβετία, 10.1997. Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. «Διαβάζω», τ. 384, 1998. Μάνος Λουκάκης, περ. «Μετρό», τ. 30, 1998. Ἑλένη Κιτσοπούλου-Θέμελη, Μέ θυμόν, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα 1999. Γιῶργος Μπλάνας, περ. «Ποίηση», τ. 14, 1999. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 14.1.2001. Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, περ. «Φιλολογική», τ. 77, 2001, Ματιές ἐνόλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003. Δημήτρης Κόκορης, περ. «Ἀντί», τ. 775, 2001, εισαγωγή, ἐπιλογή κειμένων, Γιά τόν Χριστιανόπουλο: Κριτικά κείμενα γιά τήν ποίησή του, Αἰγαῖο, Λευκωσία 2003, περ. «Ὁδός Πανός», τ.133. 2006, τώρα καί στό βιβλίο του ποιητικός ρυθμός: Παραδοσιακή καί νεωτερική ἔκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2003, περ. «Μικροφιλολογικά», τ. 16, Λευκωσία 2004.  Ἀλέξης Ζήρας, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 29.7.2005.  Σωτηρία Σταυρακοπούλου, περ, «Ἀντί», τ. 808, 2004. Σπύρος Κακουριώτης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 4.4.2004. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 322-325. Δ.Δ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2381-2382.

Ποιήματά του μεταφράσηκαν: Στά Ἀγγλικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ἰταλικά, Ἰσπανικά, Ὀλλανδικά, Ρουμανικά, Σερβικά, Σλαβομακεδονικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: Περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 41-42, Θεσσαλονίκη 1997, (Μαρία Ἰατροῦ, Τζώρτζ Συρίμης).  Περ. «Φιλόλογος», τ.113, Θεσσαλονίκη 2003, (Μαρία Ἰατροῦ, Περικλής Σφυρίδης, Δημήτρης Κόκορης, Θεόφιλος Ἀναστασίου). Ἐφ. «Ἡ Κυριακάτικη Αὐγή», 1.1.2005, (Κώστας Βούλγαρης, Μάκης Καραγιάννης, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Δημήτρης κόκορης, Τάσος Καλούτσας, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Νίκος δαββέτας, Γιῶργος Χρονᾶς). Περ. «Ἡ Παρέμβαση», τ. 138, Κοζάνη, 2006, (Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Περικλής Σφυρίδης). Περ. «Μπιλιέτο», τ. 11, 2007, (Βρασίδας Καραλής, Περικλής Σφυρίδης, Δινύσης Στεργιούλας, Κάρολος Τσίζεκ, Παναγιώτης Πίστας, Γιῶργος Χρονᾶς, Βασίλης Δημητράκος, Ντίνος Χριστιανόπουλος). Περ. «Φιλόλογος», τ. 133, Θεσσαλονίκη 2008, (Δημήτρης Κόκορης, Βρασίδας Καραλής, Περικλής Σφυρίδης, Μαρία Ἰατροῦ, Πολυξένη Ἀδάμ Βελένη, Θωμᾶς Κοροβίνης, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος).

ΕΝΑΣ ΕΥΗΘΗΣ ΜΑΛΩΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

«Δέ λέω, ἔχετε δίκιο. Ὅμως κι ἐσεῖς τί κάνατε ὥς τώρα
γιά ν᾿ ἀποτρέψετε τίς πυρκαγές; Μήπως κινητοποιηθή-
κατε καθόλου; Μήπως δημιουργήσατε ὁμάδες πυρασφάλ-
ειας; Μήπως ἐλέγχετε τούς ὕποπτους πού σᾶς πλη-
σιάζουν; Δέν καταλάβατε λοιπόν πώς δέ μπορεῖτε νά
ἀφήνεστε παθητικά στόν ὁποιονδήποτε τυχόντα; Καί πῶς
καταλογίζετε σέ μᾶς ἀδιαφορία, ὅταν ἐσεῖς ὄχι μόνο
κοιμᾶστε ὄρθια ἀλλά μᾶς λέτε κι ἀπό πάνω: ‘‘Μά τί
θέλετε ἐπιτέλους; Πῶς κινητοποιεῖται ἕνα δέντρο; Τί ἄλλο
μποροῦμε νά κάνουμε  ἐκτός ἀπό λουλούδια καί καρ-
πούς;’’»

ΓΕΛΙΕΣΤΕ

Ἕνας  ὡραῖος  ἄντρακλας  μοῦ  ἔφερε  ἕνα τετράδιο μέ
στίχους τραγουδιῶν του. Σέ κάποιο ἀπ᾿ αὐτά, ἀπευθυνό-
ταν «σ᾿ ἕναν ποιητή ὁμοφυλόφιλο» καί τοῦ ᾿λεγε πώς
εὐχαρίστως θά τοῦ ξέσκιζε τόν κῶλο, ἄν ἔτσι τόν βοηθοῦσε
νά γράψει ἕνα ποίημα. Πῆρα μολύβι καί σημείωσα ἀπό
κάτω: «Γελιέστε ἄν νομίζετε πώς ἔτσι γράφονται τά
ποιήματα. Τό ποίημα δέ βγαίνει ἀπ᾿ τό ξέσκισμα τοῦ
κώλου, ἀλλά ἀπό τό ξέσκισμα τῆς ψυχῆς».

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΜΠΛΟΥΖ

Κάτι μέ τραβοῦσε κοντά του, μοῦ φά-
νηκε μάλιστα πώς μέ ἤθελε κι αὐτός.
Καί σκέφτηκα νά γράψω γιά χατήρι του
τήν ἱστορία τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας
του. Πλούσια ἱστορία, μέ συνάρπασε:
σπουδαῖο ὀχυρό ἐπί Βυζαντίου, γνώρισε
δόξες· μετά, ἐπί τουρκοκρατίας, ἡ κα-
τάπτωση· σήμερα, μιά παραμεθόρια ἐ-
ρημιά.

Μέ πάθος ρίχτηκα στό γράψιμο. Ὅσο
κρατοῦσε ἡ ψευδαίσθηση πώς θά ἀντα-
ποκρίνονταν, ἔγραφα μέ ἀγαλίαση γιά
τή βυζαντινή ἀκμή· μά ὅταν μπῆκα
στήν τουρκοκρατία, ἀπελπίστηκα: ἡ
σχέση δέν περπατοῦσε. Μέ χίλια ζόρια
μπόρεσα νά τελειώσω  τό κομμάτι γιά
τή σύγχρονη ἐρημιά.

Μαρτύρησα νά τό καθαρογράψω. Ὅλα
πηγαίναν ἄσχημα. Μοῦ φέρθηκε χειρό-
τερα καί ἀπό Τοῦρκος. Ὅταν στό τέλος
τοῦ ἔδωσα τό χειρόγραφο, εἶχα πέσει
πιό πολύ κι ἄπ᾿ τήν πατρίδα του· βού-
λιαξα μές στήν ἐρημιά.

(Ὅπως πρωτοδημοσιεύτηκε στό περ. «Ποίηση», τ. 24, 1994)

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ

Μιά διαδήλωση κατεβαίνει στήν Τσιμισκῆ. Ὁ κόσμος
βρῆκε θέαμα. Μονάχα ἕνα κοπρόσκυλο δέ δίνει σημασία.
Πέτυχε ἕνα κόκαλο σέ μιά σακούλα καί προσπαθεῖ νά τήν
ξεσκίσει. Δείχνει εὐτυχισμένο. Δέν περιμένει τίποτα ἀπ᾿
τίς ἰδεολογίες.

ΣΤΑΥΡΟΚΟΠΙΕΤΑΙ

Στρογγυλοκαθισμένη, προσέχει τίς ἐκκλησίες πού περνᾶμε
καί κάθε λίγο κάνει εὐλαβικά τό σταυρό της. Δέ βλέπει τό
ἑτοιμόρροπο γεροντάκι, πού στέκεται ὄρθιο μπροστά της
κοντεύοντας νά καταρρεύσει σέ κάθε τράνταγμα τοῦ
λεωφορείου.

ΑΡΒΥΛΕΣ ΚΑΙ ADIDAS

Περνώντας ἀπό τό Βαρδάρι, εἶδα σέ ἕνα παπουτσάδικο
κάποιον νεαρό, πού πουλοῦσε ἀρβύλες καί φοροῦσε
adidas. Σκέφτηκα: «Ἤ οἱ ἀρβύλες πήρανε τήν κάτω
βόλτα, καί οὔτε αὐτοί πού τίς πουλοῦν δέν τίς φοροῦν, ἤ
ἔχουν ζήτηση, πού τίς πουλοῦν κι αὐτοί ἀκόμα πού
δέν τίς φοροῦν».

(Νεκρή πιάτσα)

ΕΞΥΠΟΝΟΕΙΤΑΙ

Δίπλα στόν ἀνδριάντα τοῦ ἥρωα Κασομούλη, πού
ἀγωνίστηκε στό Μεσολόγγι, ὁ Δῆμος Θεσσαλο-
νίκης ἔστησε μιά φωτεινή διαφήμιση τῆς κόκα-
κόλα. Τό σλόγκαν ἐξυπονοεῖται: «Ἐδῶ δέν εἶναι
Μεσολόγγι, εἶναι Τέξας».

ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ

Εἴκοσι χρόνια μετά τήν τουρκική εἰσβολή στήν
Κύπρο, ὁ Κίσινγκερ λέγεται ὅτι δήλωσε τά ἑξῆς:
«Ἄν θέλουμε νά πλήξουμε τούς Ἕλληνες, θά
πρέπει νά τούς πλήξουμε στή γλώσσα, στή θρη-
σκεία τους, καί στά πνευματικά καί ἱστορικά τους
ἀποθέματα». Μέ ἄλλα λόγια, εἶναι σάν νά ὁμο-
λογεῖ πώς δέν κατάφερε μέ τίποτε νά ἐξουδετε-
ρώσει ἠθικά τούς Ἕλληνες· ὅ,τι πέτυχε, τό πέτυ-
χε μονάχα μέ τή δύναμη τῶν ὅπλων.

Τέτοιες ὁμολογίες καθαρμάτων, σέ ἐθνική αὐτο-
γνωσία πρέπει νά μᾶς φέρνουν. Κι ἄς μήν ξεχνᾶμε,
μέσα στή λιγοψυχία μας, αὐτά τά τέσσερα πού
οἱ κίσινγκερ φοβοῦνται ἀπό μᾶς.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Τό 1955, μετά τά σεπτεμβιανά, ἕνας δημοσιογράφος
ρώτησε τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα μήπως θά ἔπρεπε νά
φύγει πλέον τό πατριαρχεῖο ἀπ᾿ τήν Κωνσταντινούπολη.
«Γιατί;» εἶπε ὁ πατριάρχης. «Μά ἔχετε μείνει πιά ἐλά-
στοι ἑδῶ», ἀπάντησε ὁ δημοσιογράφος. «Πράγματι,
μείναμε λίγοι», εἶπε ὁ πατριάρχης· «ὅμως ξεχνᾶτε πόσα
ἑκατομμύρια εἶναι οἱ πεθαμένοι κάτω ἀπ᾿ τά πόδια μας;
Αὐτούς δέν τούς ὑπολογίζετε; Μαζί μ᾿ αὐτούς εἴμαστε
πάρα ποιλλοί».

Χρόνια μέ ἀπασχολεῖ αὐτή ἡ ἀπάντηση. Ὀρθοδοξία κι
ἑλληνισμός ἐπιβιώνουν μέ τά ἑκατομμύρια τῶν πεθαμέ-
νων τους. Αὐτό περίπου νιώθω καί ἐγώ. Τώρα πού πιά
ξεράθηκα ἐρωτικά, οἱ δώδεκα ἀλησμόνητοι ἔρωτές μου
ὄχι μόνο μοῦ φαίνονται πολλοί, ἀλλά τούς νιώθω νά ὑπάρ-
χουν ὁλοζώντανοι. Τόσο, πού ἐξαιτίας τους κρατιέμαι ὁλο-
ζώντανος κι ἐγώ.

ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΟΙ 1924

Στό βαπόρι μέ τούς ἀναλλάξιμους γιά τή Θεσ-
σαλονίκη, οἱ Πόντιοι ἀπ᾿ τό πρωί τό εἶχναν ρίξει
στήν καζάσκα. Ἡ μάνα μου, πού εἶχε ἀνεβεῖ ἀπό
τήν Πόλη, τούς ἔβλεπε καί δέ μποροῦσε νά τό
χωνέψει. «Ἐμεῖς τά χάσαμε ὅλα· πατρίδα, σπί-
τι, συγγενεῖς –αὐτοί ποῦ τό βρίσκουν τό κέφι;»
ρώτησε ἕναν γέροντα ἀπό τήν Τραπεζοῦντα, πού
κάθονταν δίπλα της. «Κόρη μου», τῆς εἶπε ἐκεῖ-
νος, «ἐσύ τί θά ᾿κανες ἄν ἔχανες τόν ἄντρα σου
τήν ἴδια μέρα  πού θά εἶχες γεννητούρια; Θά ἔκλαι-
γες ἤ θά χαιρόσουν; Κι ἐμεῖς τά χάσαμε ὅλα, μά
βρήκαμε τή λευτεριά μας. Γι᾿ αὐτό χαιρόμαστε».

Ἡ μάνα μου δέν ἀπάντησε, μπερδεύτηκε. Μέσα
της ὅμως σάλευε μιά ἀπορία: «Μήπως ἐκεῖνο πού
μετράει πιό πολύ δέν εἶναι τό νά βρεῖς τή λευτε-
ριά σου ἀλλά τό νά μή χάσεις τό χῶμα σου;»

(Ἡ πιό βαθιά πληγή)

  

Βασίλης Καραβίτης
(1934)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Τά ἀγαθό σκοτάδι, Κέδρος, Ἀθήνα 1997. Τοῦ προσώπου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003. Βίος Ἀπορητικός, Κέδρος, Ἀθήνα 2005.

Μετάφρασε: Kenneth Koch, Γιά τήν ὀμορφιά, περ. «Πλανόδιον», Ἀθήνα 1993. Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μιά ποιητική διαδρομή, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογρφίας. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 28.5.1997, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 4.2004, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 72, Θεσσαλονίκη 2006. Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 6.7.1997, 25.1.1998. Ἀντώνης Σκιαθᾶς, περ, «Ἑλίτροχος», τ. 13, Πάτρα 1997. Μάρη Θεοδοσοπούλου, ἐφ. «Ἐποχή», 19.101997. Σπύρος Τουβέλης, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 143, 1998. Ὀρέστης Ἀλεξάκης, περ. «Εὐθύνη», τ. 314, 1998. Γιάννης πλαχούρης, περ. «Κεντρών», τ. 3, 1998. Γιάννης Βαρβέρης, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά,  τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Γιάννης Κουβαρᾶς, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 11.11.2003. Γιῶργος Κορδομενίδης, ἐφ. «Ἀγγελιαφόρος», Θεσσαλονίκη 29.2.2004. Ἠλίας Κεφάλας, ἐφ. «Ἠ Καθημερινή», 27.4.2004, ἐφ. «Αὐγή», 14.11.2004.. Ἀλέξης Ζήρας, περ. «Ποίηση», τ. 26, 2005. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 27.11.2005. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 27.1.2006. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 1019. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 383-387.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΥ

Κάποιος μιλάει βροντερά
κι οὔτε πού ἀκούγεται φωνή.

Κάποιος πιάνει ἤχους ἀνάκουστους
κι οὔτε πού σκέφτεται τή μουσική.

Κάποιος ὀσμίζεται ἀόρατο καπνό
κι οὔτε πού ὑποπτεύεται φωτιά.

Κάποιος βλέπει ἐπιτέλους τόν οὐρανό
κι ἀποφασίζει: θάλασσα ἤρεμη

Βιβλία ἀμέτρητα, σελίδες ἄπειρες
γράφονται ἔτσι ἀβασάνιστα
γιά ἑκατομμύρια ἀθώους ἀναγνῶστες.

Στό τέλος κι αὐτοί συναυτουργοί ἀτιμώρητοι
μαζί μέ τούς ἀναίσθητους γραφοφονιάδες
μέσα στή μόνιμη ἀμνηστία πού ἀνέκαθεν
κλώθει παθητικά γιά θύτες καί γιά θύματα
ἡ μικρόχαρη, ἀνεκτική μας ἱστορία.

ΤΟΥΣ ΑΣΧΗΜΟΥΣ ΕΞΑΙΡΩ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Νάρκισσους δέν μᾶς θέλησε ἡ μοίρα μας
ὡς ἄνθη περίκλειστα γιά λίγο ν᾿ ἀπολαύσουμε
τή θεία ἐκείνη αὐταπάτη
κάποιας δικῆς μας ὀμορφιᾶς
πού τόν καιρό τόν ἄπληστο ζαλίζει.

Μέσ᾿ ἀπό μᾶς ὡστόσο
διασώθηκε ὅπως ὅπως ἡ ζωή κι ἐπέζησε
ὅταν, ἀφήνοντας πίσω της
τό κουρντισμένο ρολόι τῆς φύσης,
δέ στάθηκε ἱκανή νά γίνει
οὔτε  ρυθμός ἀδύνατος
οὔτε χλομή συνείδησή της.

Κι ἄν ὅπως σέ κακό καθρέφτη
οἱ ὡραῖοι ἐπίγονοι
βλέπουν περίφοβοι στό πρόσωπό μας
τόν ἄθλιο σωσία τους
κι ἄν δέν χωρᾶμε οὔτε στγμή
στά μέτρα τῆς σκληρῆς αἰσθητικῆς τους,
ἄς ξέρουνε καλά κι ἄς τό δεχτοῦνε:
ἐμεῖς ἀκόμα τρέφουμε ἀσυνείδητα
τίς πρῶτες, ἔφηβες ἰδέες τους,
διάτρητες τώρα καί παροπλισμένες
γιά νά στηρίξουν τ᾿ ἀκριβά τους σχέδια.

Κι ἐμεῖς, ἀνέγγιχτοι ἀπ᾿ τήν τυφλή διάρκεια,
ὅταν κοπάσουν οἱ αἰφνιδιασμοί τῆς ὀμορφιᾶς,
ἀπορρυθμίζουμε πάνω μας καί ματαιώνουμε
τις ὕπουλες ἀδιάκριτες ἐπιθέσεις τοῦ κενοῦ.

Ἐκεῖ ὅπου ὡραῖοι κι ἄσχημοι μαζί
καλούμαστε στό τέλος νά συνυπάρξουμε.
Κι ἀπρόοπτα ν᾿ ἀγαπηθοῦμε.

(Τό ἀγαθό σκοτάδι)

ΤΟ ΣΤΟΜΑ

Κι ἔτσι, μέ τόν καιρό ἀντίδρομο ὅλες τίς ἐποχές,
τῆς λύπης τό ἀπόσταγμα χωρίς ἀντίδοτο
κατακαθίζει κάποτε στήν γλώσσα καί λιμνάζει.

Κι ὅλα τά χείλη παρότι συγκομίζουν κάτι
ἀπό τήν γεύση τοῦ ἔρωτα ἤ κάποιας ἄλλης
ὀμορφιᾶς
δέν σπεύδουν κι ἄς ἐπείγει νά τή συγκρατήσουν.

Κι ἐνῶ ἡ περιπέτεια τοῦ προσώπου ἀνεξάντλητη
κάθε φορά τελειώνει ξαναρχίζοντας
κι ἐνῶ οἱ αἰσθήσεις ἀτονοῦν κατάκοπες
σ᾿ ἕνα στροβιλισμό ἀπό ἀκατάληπτα μηνύματα
τό στόμα ὡς ἁρμόδιο ν᾿ ἀποφανθεῖ στό τέλος,
νά συνοψίσει ἔστω σέ μιά λέξη σημαδιακή
τό τραγικό θέατρο τοῦ ἀδηφάγου κόσμου
διαλέγει τώρα ἀμήχανο μιά νεκρική σιγή.

Καί ἀρνεῖται νά μιλήσει.

ΕΣΧΑΤΑ ΜΑΛΛΟΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

                                        Στή Νίκη Χατζηδημητρίου

Πῶς ἄφησα νά μοῦ συμβεῖ
ὁλόκληρη ἡ ζωή μου;
Θ᾿ ἀφήσω τώρα καί τό θάνατο
νά μοῦ συμβεῖ;
Σά νά ᾿ταν νά μέ συντρέξει
γιά ὅ,τι μοῦ συνέβη;
Γιά ὅ,τι ἀκόμα
μοῦ συμβαίνει;
Γιά ὅ,τι μοῦ μένει
νά συμβεῖ;

(Τοῦ προσώπου)

ΑΔΙΚΑΙΩΤΑ

ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΤΑΛΕΝΤΑ;

Κουράστηκε κι ἄς ἀξιοποιεῖ στό ἔπακρο
Τό μόνο φανερό ταλέντο του: νά ἐξωραΐζει
ἀδιάκοπα ἄπειρες ἱστορίες πένθους.
Στίς μικρές πικροθάλασσες τῆς λύπης πού ξεμένουν,
μόλις διακρίνονται κάθε φορά φτωχά ναυάγια
τά ἄλλα παρθενικά, ἀδοκίμαστα ταλέντα του.
Ξυλάρμενα κι ἐξαντλημένα δέν ἀναρωτιοῦνται
ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πού μᾶς ὑποσχέθηκαν,
γιατί ἀργεῖ κι αὐτό τό διάλειμμα τῆς μικρῆς χαρᾶς;

ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΠΕΣΜΕΝΑ ΑΜΥΓΔΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΝΑ

Μ᾿ ἕνα ἄγουρο χλωρό κουκούτσι μέσα μας
πρίν τό τυλίξει ἡ αἰθάλη ἀπ᾿ τούς ἀντίξοους καιρούς,
ποιός μοχθηρός ἄγγελος θά μποροῦσε νά προδικάσει
τήν ἄθλια μεταλλαγή μας σ᾿ ἕναν πικρό καρπό;

Δική σου ἐπινόηση ἤμασταν, πρωταγωγέ Κύριε,
δέν ἦταν ἑπόμενο νά πιστέψουμε, σ᾿ ὅλα πρωτόπειροι,
ὅτι ἔχεις περιλάβει στίς καλές προδιαγραφές σου
καί τή δική μας σίγουρη, λαμπερή καρποφορία;

Δέν ἔπρεπε νά περιμένουμε ὅτι θά στηρίξεις τό νεοφώτιστο
δέντρο μας διώχνοντας τά ζιζάνια καί τ᾿ ἀδηφάγα πουλιά,
τόν ἔμφυτο τρόμο μας ἀκυρώνοντας πρίν γίνει παγετός
τῆς λύπης πού ἀπό νωρίς νέκρωσε τίς τρυφερές του ρίζες;

Μετρᾶμε τώρα κι ἐμεῖς στά πεσμένα πικραμύγδαλα
τοῦ κήπου σου, θλιβερά τεκμήρια μιᾶς ἀβοήθητης βοτανικῆς,
χωρίς νά ξέρουμε ἄν θλίβεσαι γιά τήν ἄχαρη μοίρα μας
κι ἄν ἀναρωτιέσαι ποτέ μήπως ἀξίζαμε καλύτερη τύχη.

ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΜΗΠΩΣ

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΨΗ ΜΑΣ ΦΥΣΗ;

Προφῆτες, μάρτυρες καί ἅγιοι μᾶς ἐγκαλοῦν κατά καιρούς
ταράζοντας ἀπρόσκλητοι τήν ταπεινή, ἀκύμαντη ζωή μας.
Ἐντολοδόχοι, φαίνεται, ὑψηλῶν σκοπῶν ἀπό ἀόρατες δυνάμεις
δείχνουν ὅλοι τους ὑποδείγματα θεόπνευστων προορισμῶν
πού ὥς τά τώρα ἀγνοούσαμε καί ἄφρονες ἀποδεχτήκαμε
μιάν ἄσκοπη καί στείρα ἐπιβίωση χωρίς νόημα.

Πολλοί ἀφήνονται καί πείθονται ὅτι πρέπει ν᾿ ἀλλάξουν,
ἐνῶ λίγοι ρεαλιστές καχύποπτοι δέν παύουν νά ρωτᾶνε
μήπως τό σχέδιο τῆς δημιουργίας ἔχει λαθέψει ἄσχημα καί
σ᾿ ὅλους μας μένει νά πληρώσουμε τό κόστος τῆς ἀποτυχίας;

(Βίος Ἀπορητικός)

Σπύρος Τσακνιᾶς
(1929)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ὀρατότης μηδέν,  Στιγμή, Ἀθήνα 1992. Τά ποιήματα, (1952-1992), (συγκεντρωτική ἔκδοση), Στιγμή, Ἀθήνα 2000.

Κριτικές: Πρόσωπα καί μάσκες, (1998-1999), Νεφέλη,  Ἀθήνα 2000.

Διάφορα: A PROPOS, Ἀναστοχασμοί καί σχόλια, Στιγμή, Ἀθήνα 1995.

Μετάφρασε: Ὄσκαρ Οὐάιλντ, Στοχασμοί, Στιγμή, Ἀθήνα 1993.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ντόκος, περ. «Διαβάζω», τ. 303, 1993. Παναγιώτης Στ. Φωτίου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 69, 1993. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 1.2.1993. Τάκης Μενδράκος, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 11.4.1993. Μισέλ Φάις, περ. «Ἐντευκτήριο», τ. 26, Θεσσαλονίκη 1994. Ἐφ. «Ἐλεύθερος τύπος», 10.7.1994. Βασίλης Καλαμαρᾶς, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 7.5.1999. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 9.5.1999. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία τοῦ ἰδίου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Α.Ζ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 2202-2203. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 421-426.

Ἀφιέρωμα: Ἐντευκτήριο, τ. 59, Θεσσαλονίκη 2002, (Σπύρος Τσακνιᾶς, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τίτος Πατρίκιος, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου).

ΤΑΞΙΔΙ

Δάσος  ἀπό σημύδες ἄσπρο
ποταμόπλοιο μές στήν ὁμίχλη
μέ παίρνει σάν τραγούδι πρωινό
σάν σύννεφο λευκό κι αὐτό
γιά μιά διαδρομή σέ πικροθάλασσες
ἀσημένιες μέ ἄφωνες παλίρροιες
τρικάταρτα καράβια δεμένα χρόνια
σκουριασμένους ναούς μιᾶς δόλιας προσευχῆς
στό τέρμα τῆς λευκότητας ὅμως
δέν ἔχω διαβατήριο ἔχω
μιά παλιά φωτογραφία
κανείς δέ μέ ἀναγνωρίζει
μένω ἀκίνητος ἐνῶ
τό ἄσπρο μου τοπίο ταξιδεύει.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Ἐσύ τώρα πιά δέ φοβᾶσαι
τίς ἀλλαγές τίς μεταπτώσεις
δέ σέ τρομάζει τ᾿ ἀνεξιχνίαστο παρελθόν
ἡ νάρκη τοῦ παγωμένου ἀγγέλου
πού σβήνει καθώς ἡ σβησμένη φωτιά
ἀνίκανη νά ζεστάνει τά φερά του
τόν τυλίγει μέ τά νυσταγμένα βλέμματά της
ἐσύ
βολεμένος στή σοφίτα μιᾶς ξεχασμένης ἱστορίας
προφυλαγμένος ἀπ᾿ τούς ἀνεμοστρόβιλους
τῶν ὀνείρων
ἀρκεῖσαι στή γλύκα μιᾶς μακρινῆς μουσικῆς
πού μπαίνει ἀπ᾿ τό φεγγίτη μέ τή μυρωδιά
τῶν ξινόμηλων
σάν τρυφερή δυστυχία πού διώχνει τόν πόνο
σάν ἐξημερωμένο ἀερικό
πού τρίβεται στά κρύα πόδια σου
μ᾿ ἐμπιστοσύνη.

ΕΛΠΙΔΑ

Τελικῶς ἀποφάσισα νά μήν ἀλλάξω κατοικία
εἶναι ὡραῖα ἐδῶ κάτω τίς αὐγουστιάτικες νύχτες
τό φεγγάρι ἀσημώνει τά ὄνειρα
σηκώνει τό βάρος ἀπ᾿ τούς ἐφιάλτες
λευκαίνει τά μαῦρα φτερά τῶν ἀγγέλων
πού ἀνεβαίνουν στόν οὐρανό ἀπ᾿ τήν καπνοδόχο
γιά ν᾿ ἀποφύγουν τόν φιλύποπτο φρουρό
οἱ ἄγγελοι προστάτες μας ἐξάλλου
γνωρίζουν χίλιες μυστικές διόδους
μιά νύχτα θά ξανακατέβουν πάλι
θά σκάψουν ἀθόρυβα φαρδιά κανάλια
θά κάνουν τή φυλακή μας
πλωτή.

ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Δέ μ᾿ ἀλαφιάζει πιά τό φῶς
κι ἡ στίλβουσα ἱλαρότης του
ἔτσι μέ τ᾿ ἀπολιθωμένο μειδίαμα τῆς μάνας
ἀποσπασμένο ἀπ᾿ τό οἰκογενειακό ἄλμπουμ
ἀφήνω τά δάκρυα νά μέ ὁδηγοῦν
σέ παθιασμένη ὑποταγή
ὅταν
μέ καίει ἡ ντροπή
γιά τ᾿ ἁμαρτωλά
παιδικά μου χρόνια
κάποτε θά μιλήσω γιά ὅλ᾿ αὐτά

θά εἶναι Σάββατο βράδυ καί θά βρέχει
τά τριαντάφυλλα θά κοκκινίζουν
μέχρι πυρακτώσεως
κι ὕστερα θά ᾿ρθει ἕνας ἄνεμος φονιάς
νά τσακίσει τά στάχυα νά πληγώσει
τά τρυφερά μάτια τῶν ἄσημων κοριτσιῶν
πού τριγυρνοῦν στούς δρόμους τῶν σαββατιάτικων
ὀνείρων.

ΠΡΙΝ ΑΠ᾿ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Νυχτερινό ἀσήμι θησαυρέ μου
ἔλα νά σκεπάσεις τήν ἀνήσυχη νεκρόπολη
ν᾿ ἀλλάξεις τήν κατεύθυνση τῶν μαύρων ποταμῶν
τό ξέρεις οἱ νεκροί δέν συνετίζονται
κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τήν ὕστατη ἀλήθεια
προχωρούσαμε λαχανιασμένοι
σ᾿ ἕνα ὄνομα δίχως τόπο
μέ την ὅραση κουρασμένη
ἀπ᾿ τήν ἀνταύγεια τῶν ὑψηλόκορμων εὐχῶν
μᾶς τύφλωναν τόσα δάκρυα
πῶς νά ξεδιαλύνουμε τό ἀπύθμενο μυστήριο
λαχανιασμένοι λοιπόν ἀπό τόση ἀκινησία
περιμένοντας μιά πελώρια θεραπευτική βροχή…

(Ὀρατότης μηδέν)

  

Κική Δημουλᾶ
(1931)

Ἔργα της σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ἡ ἐφηβεία τῆς λήθης, Στιγμή,  Ἀθήνα 1994. Ἑνός λεπτοῦ μαζί, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1998. Ποιήματα, (συγκεντρωτική ἔκδοση), Ἴκαρος, Αθήνα 1998. Ἦχος ἀπομακρύνσεων, Ἴκαρος,  Ἀθήνα 2001. Χλόη θερμοκηπίου, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005. Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2007.

Πεζογραφήματα: Ἐκτός σχεδίου, Ἀθήνα 2004.

Διάφορα: Ὁ φιλοπαίγμων μύθος, (Ὁμιλία κατά τήν ἀναγόρευσή της μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν), Ἴκαρος,  Ἀθήνα 2003.

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Εὐριπίδης Γαραντούδης, εφ. «Ναυτεμπορική», 4.7.1991. Εὐγένιος Ἀρανίτσης, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 30.11.1994. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ἐφ. «Τά Νέα», 21.3.1995, (τώρα καί στό βιβλίο του, Ἀνισόπεδες Διαβάσεις, Ἀθήνα 1999). Βρασίδας Καραλής, περ. «Διαβάζω», τ. 356, 1995. Χρῆστος Ἠλιόπουλος, περ. «Μανδραγόρας», τ. 8-9, 1995. Πέννυ Ἀποστολίδου, περ. «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 83, 1998. Γιὼργος Κοροπούλης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 30.3.1999. Στέφανος Ροζάνης, περ. «Ποίηση», τ. 13, 1999. Κώστας Γ. Παπαγεωργόυ, ἐφ. «Ἐλευθεοτυπία», 29.6.2001, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία του ἰδίου, Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002, ἐφ. «Ἐλευθεροτυπία», 27.5.2005. Ἀγάθη Γεωργιάδου, Ἐριέττα Δεληγιάννη, «Ἑλληνικά Γράμματα», 2001. Νίκος Δαββέτας, ἐφ. «Τό Βῆμα», 3.6.2001. Δημήτρης Χουλιαράκης, ἐφ. «Τό Βῆμα», 20.2.2005 Νίκος Λάζαρης, περ. «Νέα Ἑστία», τ. 1785, 2006. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2005, σσ. 328-332. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 498-499. Γιάννης Παπακώστας, περ. «Κ», τ. 17, 2008.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν: Στά Ἀγγλικά, Γαλλικά, Βουλγαρικά, Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ἰταλικά, Σουηδικά.

Ἀφιερώματα: «Ἐντευκτήριο», τ. 57, Θεσσαλονίκη 2002, (Β. Ἀμανατίδης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Π. Μπουκάλας, Σοφία Νικολαΐδου, Τ. Χατζητάτσης). «Διαβάζω», τ. 435, 2002, (Βρ. Καραλής, Π.Δ. Μαστροδημήτης, Μ. Τσιανίκας, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Β. Χατζηβασιλείου).

ΕΠΕΙΓΟΝ

Μοῦ ζήτησε ταυτότητα γιά τό γνήσιον τῆς μορφῆς.
Νεαρόν τό ἔτος τῆς ἐκδόσεως
μέ σφραγίδα τῆς ἀστυνομίας, νόμιμα
καμάρωνε τῆς γεφυρούλας μύτης τό σηκωμένο φρύδι.

Μᾶς κοίταξε καχύποπτα ὁ ὑπάλληλος
φορώνας ἀμέσως χειροπέδες
στίς μεγάλες διαφορές μήν ξεφύγουν.

Ὕστερα μᾶς ἄδειασε βίαια καί τίς δυό
στό ἐκκοκκιστήριο τῆς συγκρίσεως
γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.

Μιά κοίταζε στά γλήγορα ἐμένα
καί μιά ἐκείνη ἐπίμονα σά νά μέ ρωτοῦσε
ἄν μέ γνώριζε. Μά ἡ φωτογραφία γιά νά λάβει
τό ὕπατο χρίσμα τῆς ἀμετάβλητης
δίνει ὅρκο βαρύ νά μή γνωρίζει μήτε τά πρίν
μήτε τά ἔπειτά της.

Γέμισε ὁ τόπος ἀποφλοίωση.

Σκυμμένος στό καθῆκον ὁ ἀνακριτής
πῆρε ἀργά ἀργά νά ξεβιδώνει
μιά μιά τίς ἐσοχές τῆς ἀμυδρότητας
μήν ἦταν ἐκεῖ μέσα κρυμμένη ἡ ὁμοιότης.

Τρέμοντας ἐγώ μήπως χαθοῦνε τά βιδάκια
ὕψωσα φωνή ἀγανακτήσεως
συντομεύετε κύριέ μου συντομεύετε
ὅσο ἀργεῖτε τόσο χειροτερεύει
τό δύσβατο ἔργο τῆς ἀναγνώρισης.

Μή ξεχνᾶτε ὅτι μετά τό μεσονύκτιο
πέφτει διπλή ταρίφα ὁ χρόνος στό ρολόγι
διπλά καί τρίδιπλα κυλᾶνε τά χιλιόμετρα
στό πρόσωπο.

Ἐπιτέλους, πρώτη φορά σας εἴδατε νεότητα
νά μήν ὁμοιάζει διόλου μέ τήν ἀπώλειά της;

ΠΛΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ

Γεμάτη μέσα πίστη.
Βγαίνουν στήν πόρτα λιβάνια
ἡμιλιπόθυμα ἀπό τήν ἱερόητα τῆς ζέστης.
Μπῆκα κι ἐγώ νά προσκυνήσω τά πάθη σου
τ᾿ ἀνθεκτικά Χριστέ μου
-τά δικά μου ὡς ἐκλείπει καπνός ἐκλιπέτωσαν.
Ὅτε τήν προσοχή τοῦ θρήνου μου ἀπέσπασε
ὁ ἱερεύς, ἐκεῖ μπροστά στήν πύλη ὅπου ἀνεπέμπετο
ὡς ὕμνος λυγερός τό παράστημά του
καλόγερο στάχυ ταμένο σέ μονή ὀμορφιᾶς.

Ὠχρά ἡ ἡλικία του, φθινόπωρο πού εἶναι
στά μισά ἀκόμα τοῦ χρυσοκίτρινου δρόμου.
Τό πετραχήλι τῆς μορφῆς κεντημένο
μέ λίθους πολυτίμους ὀφθαλμῶν
σάν γκριζωπά ἀμφίβια βραχάκια ἐντός
ἀπόμερου κολπίσκου ὅπου ἐλούονταν
ὁλογυμνες σκιάσεις ἄπιστων ρεμβασμῶν.

Πένθιμα σφαγμένο στή μέση τό μέτωπο
ἀπ᾿ τό δρεπανηφόρο καλυμμαύχι.
Ἄ, τό ἀκάλυπτο ἥμισυ, τό διασωθέν
ὡς σπάνια ὕβρις εὐωδίαζε
κατά παντός θανάτου. Ἀμήν.

Ἀμήν τῆς φωνῆς του ὁ παφλασμός
σάν ἐλαφριά ἡδονική ὀδύνη θαλασσινοῦ νεροῦ
ὅταν τό χειρουργεῖ ἀθέατο ἀφέγγαρο
τό πέρασμα μιᾶς μεσονύκτιας βάρκας.

Τρέμοντας ὑψώνει τό ἐνσαρκωμένο δισκοπότηρο
σά ν᾿ ἀνεβάζει πρός τό φῶς
εὔθραυστο πηγούνι κοριτσιοῦ καλά κρυμμένο
σ᾿ ἑνός ἐρωτικοῦ βλέμματος τό ἡμίφως.

Τί μυσταγωγική ἀρρενωπότης ἕνα τίκ πού
θήλαζε κρυφά λαίμαργη φυγή μέσ᾿ ἀπ᾿ τό μάγουλό του
δαγκώνοντας μέ ρυθμό θυμώδη τούς μῦς τῶν τροπαρίων
καί τῶν ψαλμῶν ἐφ᾿ ὧν ἴσως ἀθέλητα ἐτάχθη.
ἀκατανίκητη ἡ ἕλξη τῆς συσπάσεως τό δέ
σχηματιζόμενο ἐξ αὐτῆς λακκάκι
μεγάθυμη κοιλότης πειρασμοῦ. Τόσο ὥστε
τῆς μάνας σου Χριστέ μου ἡ νεάνις ἀπεικόνιση
σέ παράτησε βρέφος ἀκόμα παιδί της
κι ἔσκυψε καί τόν φίλησε ἐκεῖ
στίς ὄχθες τοῦ ἁγιάσματός του.

Καί γώ ἄν εἶχα τό ἐλεύθερο νά εἴμουνα εἰκόνα
καθ᾿ ὁμοίωσιν τῆς νεότητάς μου
τό ἴδιο ἀκριβῶς θά ἔκανα Χριστέ μου.

(Ἑνός λεπτοῦ μαζί)

ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΑΞΙΑ

Διάβασα μιάν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα
ἐπιστημονική ἐξακρίβωση
ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι
εἴμαστε ἐπί τῆς γῆς τά μόνα πλάσματα
πού κλαῖνε.

Κι ἔνιωσα ὑπερήφανη πού
μόνον ἡ δική μας ἐσωστρέφεια διαθέτει
τόσο ἐκδηλωτικούς συνάνθρωπους ἀδένες.

Λέω -ὑπόθεση κάνω-
ἄν εἴμουνα δεντράκι μέ λεμοναθούς
κι ἔδενε ὁ ἀνθός μου σέ λεμόνι
κι ἕνας καυτός ἀέρας διψασμένος
γιά κάτι ζουμερό
στρίβοντας τό λαρύγγι τοῦ κλαδιοῦ
ἔκλεβε τό λεμόνι
τό ἔκοβε στή μέση
μέ τῆς μικρῆς κλοπῆς τό παιδικό
ἀθῶο σουγιαδάκι
τό ζούλαγε μέ δύναμη
νά στάξουν οἱ χυμοί
στό στόμα τῆς φρυγμένης
ὀρθάνοιχτης πνοῆς του
καί κατά λάθος ἀπ᾿ τό ζούλιγμα
σταγονιδίων τσούξιμο ἁψάδα πεταγόταν
στό μακρινό μάτι
-ὅσο μακριά θέλεις
πετάγεται ἡ εὐχή-
ἴσως -ὑπόθεση κάνω-
νά τήν εἰσάκουγαν
οἱ δακρυγόνοι ἀδένες σου.

(Χλόη θερμοκηπίου)

ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ

Μικρόσωμο νεαρό ζευγάρι.
Ἐκπατρισμένη τῶν ματιῶν ἡ καταγωγή.
κάπου στήν ἐπιβίωση θά δουλεύουν
-φημίζεται γιά τήν ἀξιοσύνη της
ἡ ὑποταγή.

Μέ ἄδεια καλοκαιρινή.
Ἐλεύθερα τώρα τά χέρια νοικοκυρεύουν
τά παραμελημένα χάδια τους.
θαυμάζω τί ἐπιδέξια ξαπλώνουν τά δάχτυλα
στοῦ παιχνιδιοῦ τους τό κρεβάτι
σφιχτά δεμένα
σά νά πλέκουν γελαστά καλαθάκια
μέ πόθου συστροφή τά γεμίζουν
τά ξηλώνουν κι ἀπ᾿ τήν ἀρχή τά πλέκουν
σά νά κουράστηκε τώρα ὀ νέος
ἴσως απ᾿ τήν πολλή ἐλευθερία τῆς πλοκῆς
λίκνιζε χαρούμενα καί τό πλοῖο
γέρνει κι ἀποκοιμιέται
πάνω στό ἀριστερό του σκουλαρίκι
ξύπνια ἐκείνη ἀκόμα
κοιτάζει γιά λίγο τό κοιμισμένο χέρι του
κι ἀργά προσεκτικά μήν τό ξυπνήσει
στόν ὦμο της τό φέρνει
κι ἀπάνω του γέρνοντας
γλυκά κι αὐτή ἀποκοιμιέται.
τί εὔχρηστο μαξιλάρι ἡ ἀγάπη
κατάλληλο
γιά κάθε ταξίδι τοῦ πόνου στό σῶμα
γιά κάθε ἡλικίας ὄνειρα
γιά κάθε εἴδους νύστα
ἀπαραίτητο
γιά τό σπίτι
γιά τό στοχασμό
γιά τό λεωφορεῖο
γιά τό πλοῖο καί γιά ὅ,τι
μᾶς πνίγει.

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά
ἔλα πάρε καί μένα
βέβαια παιδί δέν εἶμαι
ἄλλο ζήτημα τώρα
ἄν ὅλο ζητῶ
ὅλο θέλω
ὅλο ρωτῶ τό ἀκατανόητο
γιατί
γιατί δέν εἶναι θάλασσα ἡ ξηρά
γιατί δέν εἶναι τρυφερή ἡ ξηρασία
γιατί ὅταν προσθέτω
λίγο πιό ἔντονο κόκκινο στό κόκκινο
τό κέρδος μου ξεβάφει
σάν παιδί τσιρίζω
τό θέλω τό θέλω
εἶναι δικό μου
ἀλλά παιδί δέν εἶμαι
ἄλλο ζήτημα τώρα
ἄν τή νύχτα κλαίω
καί σά νά εἶμαι παιδί πού
ἀκόμα δέν μιλᾶ
δέν ξέρω νά ἀρθρώσω ἄν πονάω
ἤ ἄν ἀπορῶ
ναί παιδί δέν εἶμαι
ἄλλο θέμα ἄν
ὅταν μοῦ φωνάζουν
μή ἐκεῖ, μή, κάνει τζίζ
ἐγώ ὅλο ἐκεῖ βάζω τό χεράκι μου
εἶμαι περίεργη νά καεῖ τό χεράκι μου
κι ἐπειδή αὐτό τό ἀναφαίρετα
δικό μου λάθος
ποτέ του δέ θά μεγαλώσει
γι᾿ αὐτό λέω χεράκι μου ἀντί χέρι.

(Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)

Τάσος Κόρφης
(1929-1994)

Ἔργα του σέ βιβλία.

Ποιητικές συλλογές: Ἐγκώμια, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1993. Ποιήματα-Β΄, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1997, (ὄπου ἡ μεταθανάτια συλλογή Χρυσάνθεμα).

Πεζογραφία: Δελτίο συμβάντων, Τά Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995.

Ἐπιλογή κρικογραφίας: Γιάννης Κουβαρᾶς, περ. «Πόρφυρας», τ. 70, Κέρκυρα 1994. Τώρα καί στό βιβλίο του, Ἐπί πτερύγων βιβλίων, Ἀθήνα 1995. Γιολάντα Πέγκλη, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 125, 1995. Ρήγας Καππάτος, περ, «Γράμματα καί Τέχνες», τ. 76, 1996. Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. «Διαβάζω», τ. 376, 1997. Ὀρέστης Ἀλεξάκης-Γιάννης βαρβάρης, Γιά τόν Τάσο Κόρφη, Εὐθύνη, Ἀθήνα 1997. Γιῶργος Μαρκόπουλος, περ. «Θέματα Λογοτεχνίας, τ. 15, 2002, «Παρουσίαση» στήν ἀνθολογία, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης, Ἀθήνα 2002. Θ.Κ., Λεξικό τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σσ. 1131-1132. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 340-344.-

Ἀφιέρωμα: Περ. «Πόρφυρας», τ. 71-72, Κέρκυρα 1995, (Κώστας Στεργιόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Ὀρέστης Ἀλεξάκης, Δημήτρης Κονιδάρης).

ΤΗΣ ΑΝΕΛΠΙΣΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Τόσα χρόνια νά χαραμίζεις τή ζωή σου
Περνώντας ἀπό χέρι σέ χέρι σάν ἀδιάφορη χειραψία
Δραπετεύοντας περίτρομος στ᾿ ἀδιέξοδα τῆς νύχτας
Μέ τό κορμί σου ματωμένο ἀπό διαδοχικές συνουσίες.
Καί ξαφνικά, ἐντελῶς ἀπρόοπτα, νά παίρνεις τό δρόμο
γιά τά καράβια,
Ν᾿ ἀνεβαίνεις κουρασμένος τά σκαλοπάτια πού ροβόλησες
κάποτε,
Καί νά σμίγεις μέ τόν Πολικό στούς καθρέφτες
τοῦ ἀστρολάβου.
Τόσα χρόνια χτυπημένος στά βράχια σάν τό χταπόδι
Ἄδικα περιμένοντας μιά παλάμη γύρω
Ἀπό τή φλόγα τοῦ κεριοῦ· τόν ἴλιγγο τῆς συγκίνησης.
Καί ξαφνικά, ἐντελῶς ἀπρόοπτα, ν᾿ ἁρπάζουν φωτιά
τά ροῦχα σου,
Ὅπως τή νύχτα τοῦ Ἅη-Γιάννη οἱ δρόμοι ἀπό παλίρροιες
ἄστρων,
Καί, ξεχνώντας τούς πεθαμένους, πού θορυβοῦν ἐντός σου,
Νά παίρνεις τυφλός, χωρίς μνήμη, τούς δρόμους, παραβιάζοντας
Σκουριασμένα παράθυρα καί γράφοντας ποιήματα.

ΤΟΥ ΑΡΩΜΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ἄρωμα γυναίκας, πού, γιά μιά στιγμή, διέκοψες τή
μοναχική μου προσήλωση
Στά φαντάσματα τοῦ παρελθόντος, γεμίζοντας
Μέ κρουνούς ἡδονῆς τήν ἄδεια στέρνα
Τῆς ζωῆς μου, ἐσύ ὄσφρηση -μαχαίρι
Πού αἰφνίδια εἰσχώρησες στή νεκρή γῆ
Ζητώντας μιά φλέβα γιά νά φουντώσεις
Πυροτεχνήματα, ἐσύ λέξη – κλειδί
Λησμονημένης ἐπωδοῦ ἀπό ἀρχαῖο παιάνα
Πέρασες καί χάθηκες μέσα στό πλῆθος.
Ἔρχονται στιγμές πού σέ θυμᾶμαι, ὅταν πλάνης
γιά πλάνες γυρίζω
Σέ δρόμους πού ἄλλαζαν κατεύθυνση κι ἐρήμωσαν
τά σπίτια τους,
Καί γίνεσαι ἕνα μαζί μου, σκέπαστρο καταφυγῆς,
Ἀχός μουσικῆς σέ ἄγρια νύχτα βιασμῶν,
Ἀστέρι πού πέφτει σέ ἄδειες παλάμες,
Ριπή σκοπευτηρίου σέ διάτρητο στόχο,
Θαμπόφεγγη ἐλπίδα
Ρημαγμένης ζωῆς.

ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Κοσμική δεξίωση ποιητῶν
Καί, βέβαια, ἡ ποίηση δέν ὑπάρχει ἐδῶ
Στα πολυτελῆ σαλόνια μέ τή λαϊκότροπη μουσική,
Στούς ἐπώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στήν κοσμική ἠθοποιό,
Πού μέ συγκινημένη, τάχα, φωνή ἀπαγγέλλει
Τά ὀνόματα τῶν διάσημων ξένων ποιητῶν: Ἑνός φίλου
Τοῦ Πώλ Ἐλυάρ, ἑνός μεταφραστῆ τῆς Βίβλου
Κι ἐκείνου τοῦ παμπόνειρου Ναπολιτάνου
Μέ τό ψαλιδισμένο μουστακάκι καί τά πανοῦρα μάτια.
Καημένε Κέρουακ, ἐσύ πού ξέρεις πόσο μεγάλοι
Εἶναι οἱ δρόμοι, πού δέν ὁδηγοῦν πουθενά,
Κι ἀκροβατεῖς σέ μιά τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριοῦ, περιφρονώντας κάθε ἐξουσία
Γιά τή νύχτα, ἐσύ ἐρωμένε κι ἐραστή,
Κρίνο τῆς θάλασσας, πού ἀνοίγεις καί πεθαίνεις
Τήν ἴδια στιγμή, ἐφήμερο ἔντομο,
Ὁδήγησέ μας ἀπό τά μονοπάτια τοῦ θανάτου
Στήν πραγματική ζωή.

(Ἐγκώμια)

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΣΠΑΝΙΑ

Δέν μπόρεσα νά διαβάσω τό γράμμα σου: Ἐπανα-
λήψεις καί σβησίματα
Ψηφία καί λέξεις ἑνωμένες, ἡ σπουδή
Γιά ἕνα στερνό μήνυμα, μεσάνυχτα,
Νεκρός, σχεδόν, σ᾿ ἕνα πάρκο τῆς Νέας Ὑόρκης.
Τώρα στήν ξενητιά ἀποκρυπτογραφῶ τίς λέξεις σου,
Μαθαίνω τά συνώνυμα τῆς ἐρημιᾶς, τή σημασία
Τῶν μεγάλων προτάσεων, πού ἄδικα τρεκλίζουν
Σ᾿ ἕναν ἀδιέξοδο μονόλογο, βλέπω
Τήν ἔντρομη σκιά σου στό γραμμένο χαρτί.
Καί εἶναι, ὅπως τότε, μεσάνυχτα σέ σπίτι τυφλῶν
Μέ τό σκυλί νά οὐρλιάζει κυνηγώντας τήν οὐρά του,
Μέ τό λευκό τοῖχο νά ὑψώνεται καί νά κλείνει τό
Δρόμο,
μέ τόν τρελό βιολιστή να παίζει τόν ἴδιο σκοπό,
Καί τά τραῖνα νά φεύγουν,
Περνώντας πάνω ἀπό τό σῶμα μου.

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Καί πάλι μόνος στό ἴδιο γραφεῖο. Ἕτοιμος ν᾿ ἀκούσω
Τή διαταγή στά μεγάφωνα. Τό κουδούνι τοῦ Στρατηγοῦ.
Βρέχει ἐρημιά στίς Βρυξέλλες. Ἱδρωμένα τά τζάμια
Ἀπ᾿ τίς ἔμπυρες νύχτες μου καί τό ψύχος τοῦ δρόμου.
Θέλω ἀπέναντι νά διαβῶ, μά τό κανάλι βαθύ
Κι ἐσύ, νιόκοπη βάρκα, φοβᾶσαι νά περάσεις,
Μή πάρουν φωτιά τά μαλλιά σου, μή λιώσουν τά
ροῦχα σου,
καί μείνεις γυμνή σάν τό δέντρο
Πού μάγεψαν οἱ ἀστραπές καί φλεγεται
Γιά τό ἀψύ μπαχάρι.
(Χρυσάνθεμα)

Νίκος-‘Αλέξης Ἀσλάνογλου
(1931-1996)

Ἐπιλογή κριτικογραφίας: Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος. περ. «Παρατηρητής», τ. 29, Θεσσαλονίκη 1996, Ματιές ἐν ὅλω, Σοκόλης, Ἀθήνα 2003, Νίκος Γ. Ξυδάκης, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 15.9.1996. Ἄντεια Φραντζῆ, περ. «Ἀντί», τ. 615, 1996. Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, περ. «Ἡ Λέξη», τ. 135, 1996 (καί στό βιβλίο της Δοκίμα καί δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος, 1999). Βερονίκη Δαλακούρα, ἐφ. «Ἡ Καθημερινή», 2.7.1996. Γιῶργος Φρέρης, ἐφ. «Ἡ Αὐγή», 9.8.1998. Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, περ. «Ὁδός Πανός», τ.99-100, 1998.  Σωκράτης Κ. Παπαγεωργίου, Τό τέλος μιᾶς ἀρχῆς, Ὁδός Πανός, Ἀθήνα 1999. Ἄντεια Φραντζῆ, «Παρουσίαση», στήν ἀνθολογία Ἡ Δεύτερη μεταπολεμική Γενιά τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Σοκόλης Ἀθήνα 2002. σσ. 109-128. Α.Ζ., Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 2001. Ἀλέξανρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος ΣΤ΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2007, σσ. 337-339, καί τόμος Ζ΄, σσ. 225-227.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν: Στά Γερμανικά, Ἰσπανικά, Ὀλανδικά.

Ἀφιέρωμα: «Ἐντευκτήριο», τ. 36, Θεσσαλονίκη 1996 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Ε.Α. Χεκίμογλου Ἀλέξανδρος Ἴσαρης, Κατερίνα Καριζώνη).

←προηγούμενη σελίδα                                              …η συνέχεια στην επόμενη σελίδα→