Ανθολογία, 2η σελίδα

←προηγούμενη σελίδα

ΙΙΙ

Οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 δέν συνασπίστηκαν γύρω ἀπό περιοδικά, ἐφημερίδες, ἐκδόσεις, σωματεία, κύκλους κ.λπ. Οὔτε ἀνάπτυξαν στενές σχέσεις μεταξύ τους. Μολαταῦτα εἶχαν συνείδηση πώς ἀποτελοῦν μέλη μιᾶς ξεχωριστής γενιᾶς ποιητῶν. Μέσα στό ἔργο τους ὑπάρχουν πολλές συναφεῖς ἀναφορές πού τεκμηριώνουν αὐτή τήν ἄποψη. Τό ζήτημα χρήζει συστηματικῆς μελέτης, κάτι πού δέν πρόκειται νά γίνει τώρα ἐδῶ. Θά δώσω ὅμως μερικά πρῶτα στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό.

Ἕνα πρῶτο εἶναι ὁ πληθυντικός ἀριθμός τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦν πολλές φορές οἱ ποιητές μέσα στά ποιήματά τους. Δέν μιλῶ γιά τόν γαλλικό πληθυντικό τῆς εὐγένειας, οὔτε γιά τίς ποικίλες ἄλλες χρήσεις τοῦ πληθυντικοῦ,  ἀλλά γιά τόν πληθυντικό πού ἀναφέρεται σέ συνομήλικους. Ὁ Πορφύρης π.χ., στό ποίημά του «Χρόνοι», γράφει:

Διότι κακά τά ψέματα κανένας
Χρόνος δέν δουλεύει γιά μᾶς.

Αὐτό τό «μᾶς» ἔχει συγκεκριμένη ἀναφορικότητα καί δέν χρειάζεται, νομίζω, νά ἐξηγήσω ὅτι ἀφορᾶ τούς δευτερομεταπολεμικούς συνομήλικούς του. Ὁ Καρανικόλας, στό ποίημα πού ἐπιγράφεται «Διασπορά ὁμηλίκων», γράφει στόν πρῶτο στίχο: «Τότε ξεκινήσαμε σωστά ἤ μοιραῖα μαζί». Ἐδῶ, καθώς εἶναι φανερό, ὁ πληθυντικός τοῦ ρήματος «ξεκινήσαμε» ἔχει σχέση μ᾿ αὐτούς πού δηλώνει ὁ τίτλος τοῦ ποιήματος: τούς ὁμήλικους. Ὁ Λυκιαρδόπουλος ἀρχίζει τό ποίημά του «Ὑπό ξένην σημαία, Ι» μέ τούς στίχους:

Συναντήσαμε τούς δρόμους αὐτούς πρός δυσμάς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρίς νά χάσουμε σταγόνα αἷμα.

Τό δίστιχο εἶναι ἀποκαλυπτικό σχετικά μέ τό ποιούς ἀφορᾶ ὁ πληθυντικός τῶν ρημάτων «συναντήσαμε» καί «χάσουμε».  Ὁ Μάρκογλου στό ποίημά του, «Θά ζήσουμε ὅπως ἐμεῖς ξέρουμε», ἔχει τό στίχο: «αὐτή ἡ ζωή δέν εῖναι γιά μᾶς». Κοιτάζοντας κανείς ὁλόκληρο τό  ποίημα, ἀλλά καί τό ἔργο του γενικότερα, καταλαβαίνει πώς τό «ἐμεῖς» καί τό «μᾶς» δέν ἀφοροῦν κάποιους ἄλλους πέρα ἀπό τούς συνομήλικους τοῦ ποιητῆ. Ὁ Εὐαγγέλου, βάζει τίτλο σέ ποίημά του τή φράση: «Μέ παραχαραγμένη τή ζωή μας». Κι ἐδῶ πάλι τό «μᾶς» ἔχει νά κάνει μέ ὁρισμένο ἡλικιακό φάσμα. Στό συνολικό ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60, θά συναντήσουμε πάμπολες φορές παρόμοιους πληθυντικούς.

Ἔπειτα ἔχουμε ποιητές πού ἀναφέρονται ρητά στό θέμα τῆς γενιᾶς ἤ στή δεκαετία τοῦ ᾿60, ὡς δεκαετία προσδιοριστική τῆς σειρᾶς τους. Ὁ Λυκιαρδόπουλος π.χ. ἀναφερόμενος σ᾿ ἕνα ποίημά του στό φίλο του Μάριο Μαρκίδη, ἀρχίζει μέ τό ἀκόλουθο δίστιχο:

Προκαταβάλλοντας εἰρωνικά τά χρέη τῆς γενιᾶς σου
μᾶς ἀπαγόρευσες διά παντός τά δάκρυα

Ὁ Ρουμελιωτάκης κλείνει τό ποίημά του «Ἐπέτειος ᾿61», μέ τούς στίχους:

τό πῆρα πιά ἀπόφαση ἐκεῖνος [ὁ πατέρας του]
δεκαπέντε χρόνια πολιτικός ἐξόριστος
δέν ἄφησε τίποτε
νά κατακτήσω ἐγώ γιά τή γενιά μου.

Ὁ Μάρκογλου ἐπίσης κλείνει τό ποίημά του «Ἡ ἀνάγνωση, β΄», μέ τούς στίχους:

κι ἐγώ σώπαινα νιώθοντας νά βουλιάζουν μέσα μου τά λόγια,
νά σωρεύονται ὀγκόλιθοι
στό χάσμα τό μεγάλο τῆς γενιᾶς μου πού πίστεψε,
τῆς δικῆς σου [νεότερης] πού χλεύασε.

Ὁ Λεοντάρης στό ποίημά του «Ηωσήφ, βουλευτής Ἀριμαθαίας, ΙΥ», ἔχει τό δίστιχο:

Κρυφά θά φύγει δίχως νά ᾿χει
ἀφήσει οὔτε ἕνα ἴχνος ἡ γενιά μας.

Ὁ Θωμάς Γκόρπας ἐπιγράφει ἕνα ποίημά του ἀπό τή συλλογή, Τά θεάματα, «Δεύτερη μεταπολεμική γενιά». Ὁ Εὐαγγέλου στή συλλογή, Τό χιόνι καί ἡ ἐρήμωση, ἐπιγράφει ἕνα ποίημά του «Γενιά τοῦ ᾿60». Ἀξίζει νά παραθέσω τήν πρώτη στροφή του:

Ἀνάμεσα στό φαρμάκι τῆς ὀχιᾶς
καί τοῦ λύκου τό δόντι
μές στήν ὁμίχλη καί τό φόβο
μές στόν πανικό
καί ὑπό τό βλεμμα πάντα τῶν χαφιέδων
γνωρίσαμε τόν κόσμο ἐμεῖς.

Ἕνα τρίτο στοιχεῖο προκύπτει ἀπό ποιητές πού ξεχωρίζουν τό δικό τους ἡλικιακό φάσμα ἀπό τό προηγούμενο ἤ τό ἑπόμενο. Ὁ Γιώργης Μανουσάκης στό ποίημα, ἀπό τή συλλογή Ἄνθρωποι καί σκιές, πού ἐπιγράφεται «1945», μιλάει γιά τά Χανιά ὡς:

πολιτεία [πού] θυμᾶται
τόν κεραυνό πού τήν ἔκαψε,

ἀλλά δέν θυμᾶται τόν ποιητή μέσα σ᾿ ἐκείνη τήν καταστροφή. Γιατί δέν τό θυμᾶται; Διότι:

Ἐγώ, ἕνα παιδί πού δέν ἔζησε
τή φωτιά καί τό σίδερο
τῆς εἶμαι [τῆς πολιτείας] ἄγνωστος.

Ἡ πολιτεία στήν περίπτωση αὐτή ἀφορᾶ ἡλικίες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἐκείνη τῆς  πρώτης μεταπολεμικῆς γενιάς, στίς ὁποῖες δέν ἀνήκει ἡ μικρότερη δική του ἡλικία. Ὁ Τάσος Γαλάτης, στό ποίημα «Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες» τῆς ὁμώνυμης συλλογῆς, θυμᾶται μεταξύ ἄλλων:

Ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες
στήν Καλογραίζα τοῦ ᾿47, ᾿48 καί 49
μέ τή δική του σφραγίδα ὁ καθένας
ἀπ᾿ τό μεγάλο μακελειό

Τότε, τόν καιρό τοῦ «μεγάλου μακελειοῦ», ὁ ποιητής κι οἱ συνομήλικοί του κυνηγοῦσαν μέ τίς σφεντόνες τους πουλιά -ὄχι ὅμως καί χωρίς καμιά σχέση μ᾿ αὐτό τό «μεγάλο μακελειό».  Ὁ Π. Σωτηρίου στό ποίημά του «28η Ὀκτωβρίου 1980» κάνει διπλή διάκριση, ξεχωρίζει τή δική του ἀπό τήν προηγούμενη καί τήν ἑπόμενη γενιά. Τό ποίημα εἶναι ἀνθολογημένο στό λῆμμα τοῦ ποιητῆ πού βρίσκεται στά παρόντα «Συμπληρωματικά στοιχεῖα στή δεύτερη ἔκδοση» καί θεωρῶ περιττό νά τό ἀντιγράψω πάλι ἐδῶ. Θά ἀντιγράψω ὅμως, ἀπό ὅσα ἔγραψα ἀλλοῦ γιά τό ποίημα[1], τά σχετικά μέ τό θέμα πού συζητῶ: «Περισσότερο ἴσως ἐνδιαφέρον», ἔγραφα,  «παρουσιάζει ὁ διαχωρισμός τῶν γενιῶν. Τό ’’Δέν γνωρίσαμε οὔτε ἐμφύλιους, οὔτε θαύματα’’, δέν νομίζω πώς θά τό ἔλεγε ἕνας ποιητής τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς, ἔστω καί μεταφορικά. Γιατί καί σέ ἐμφύλιο πῆρε ἐνεργά μέρος ἡ γενιά αὐτή καί ‘‘θαύματα’’ γνώρισε τόν καιρό τῆς ἀντιστασιακῆς της ἀνάτασης. Στόν ἐμφύλιο δέν πῆραν μέρος οἱ δευτερομεταπολεμικοί, ἀφοῦ ἦταν τότε μικρά παιδιά. Ὁ ὑπαινιγμός συνεπῶς τοῦ Σωτηρίου εἶναι σαφής: ἀνάμεσα στήν πρώτη καί στή δεύτερη μεταπολεμική γενιά ὑπάρχει ἱστορικό καί ψυχολογικό χάσμα. Μέ τόν ἀμέσως ἑπόμενο στίχο ‘‘μοναχά μιά ἐπιστάτευση [γνωρίσαμε], κι αύτή τόσο ἄδοξη’’ γίνεται, πέρα ἀπό ἄλλα, σχετικός διαχωρισμός ἀπό τήν ἑπόμενη γενιά τοῦ ᾿70: στήν ‘‘ἄδοξη’’ ἐπιστράτευση τοῦ 1974 ἡ πλειονότητα τουλάχιστο ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿70 δέν πῆρε μέρος λόγω ἡλικίας». Ὁ Μαρκίδης στό ποίημά του «Πρός τί ἡ πίκρα;», πού μολονότι βρίσκεται ἐπίσης ἀνθολογημένο στά παρόντα «Συμπληρωματικά στοιχεῖα στή δεύτερη ἔκδοση», θά χρειαστεῖ νά παραθέσω ἕνα μέρος, γιά τό λόγο ὅτι εἶναι ἐξαιρετικά εὔγλωττες ἡ αἰχμές του. Πρῶτα ὁλόκληρη ἡ πρώτη στροφή:

Νά καρφώνετε, μᾶς εἶπε, τίς λέξεις σας σάν πρόκες.
Γερή συμβουλή, ὅμως ποῦ νά τίς καρφώσουμε;
Νά πάρετε μαζί σας νερό, σᾶς περιμένει μεγάλη ξηρασία –
δέν εἴχαμε ἐντούτοις ὄρεξη νά διασχίσουμε πάλι τήν ἔρημο. Ξεχερσώσαμε τό μέλλον μας
δέν μᾶς κάνει πιά οὔτε κρύο οὔτε ζέστη.

Ὁ πρῶτος στίχος τῆς στροφῆς παραπέμπει σέ στίχο τοῦ Ἀναγνωστάκη, ἀπό τό ποίημά του «Ποιητική», τῆς συλλογῆς Ὁ στόχος. Ὁ τρίτος στίχος τῆς στροφῆς παραπέμπει σέ δυό στίχους τοῦ Κατσαροῦ, ἀπό τό ποίημά του «Θά σᾶς περιμένω», τῆς συλλογῆς Κατά Σαδδουκαίων. Πρέπει νά πῶ ὅτι ὁ Ἀναγνωστάκης καί ὁ Κατσαρός, στά ποιήματά τους, δέν ἀπευθύνονται στή δευτερομεταπολεμική γενιά. Ὁ Μαρκίδης ὡστόσο χρησιμοποιεῖ τά λόγια τους σάν νά ἐπευθύνονταν στούς δευτερομεταπολεμικούς. Καί τό κάνει, μέ ἀντιθετικό πνεῦμα, γιά νά δείξει τή μεγάλη ἀπόσταση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στίς δυό γενιές. Κάτι πού φαίνεται σαφέστερα σέ τρεῖς στίχους ἀπό τήν ἑπόμενη στροφή τοῦ ποιήματός του. Σ᾿ αὐτούς τούς στίχους, ἀπευθυνόμενος πρός τούς πρώτους μεταπολεμικούς, μέ κάποια δόση συγκαλυμμένης δηκτικότητας, παρατηρεῖ:

Μήν πικρένεστε λοιπόν πού δέν ὁμοιοκαταληκτήσαμε
μέ τά ποιήματά σας.
Εἴμαστε ἡ ἀσυνέχεια τῶν συλλαβῶν σας.

Διάκριση, ἀλλά ἀπό τούς νεότερους, κάνει κι ὁ Μάρκογλου στό ποίημά του «Ἡ ἀνάγνωση, β΄» στό ὁποῖο ἀναφέρθηκα παραπάνω.

Ὅπως ἔχω πεῖ νωρίτερα οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές, ἄν καί δέν συνασπίστηκαν μεταξύ τους, εἶχαν ὡστόσο συνείδηση πώς ἀποτελοῦσαν μιά ξεχωριστή γενιά, διαφορετική ἀπό τήν προηγούμενη καί τήν ἑπόμενη. Αὐτή ἡ συνείδηση τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά δυό δεδομένα πού χαρακτηρίζουν τήν ἰδιαίτερότητά της. Τό ἄλλο προέρχεται ἀπό τά γενικά γνωρίσματα τοῦ συνολικοῦ τους ἔργου. Γι᾿ αὐτά ἔχω μιλήσει στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης. Εἶχα πεῖ ἐκεῖ ὅτι, πέρα ἀπό τούς ἰσχυρούς ἱστορικοκοινωνικούς προσδιορισμούς, ἔχουμε ἐπιπλέον τρία γενικά διακριτικά γνωρίσματα στό λόγο τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν. Εἶναι ἡ ἀντιλυρική ὑφή τοῦ λόγου τους. Ἡ ἀπουσία τοῦ ὑπερρεαλιστικοῦ τρόπου ἀντίληψης καί γραφῆς. Καί ἡ αἰχμηρή ἔκφρασή τους.

Μά, θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς, χρειάζεται νά μιλοῦμε γιά τήν ἰδιαιτερότητα μιᾶς ποιητικῆς γενιᾶς, δέν πρόκειται γιά κάτι αὐτονόητο; Ὄχι δέν εἶναι αὐτονόητη ἡ ἰδιαιτερότητα καμιᾶς λογοτεχνικῆς γενιᾶς. Ἄν δέν ἔχουν μελετηθεῖ καί δέν ἔχουν ἀναλυθεῖ μέ εὐκρίνεια τά χαρακτηριστικά τῆς ἰδιαιτερότητάς της, δέν μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά ξεχωριστές λογοτεχνικές γενιές. Πρέπει πάντως νά παρατηρήσω σχετικά, κάτι πού τό ἔκανα καί στήν «Ἐσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης. Τό γεγονός δηλαδή ὅτι οἱ ποιητές, καί οἱ λογοτέχνες γενικότερα, εἶναι ἰδιόμορφες προσωπικότητες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Σέ ὅλη τή νεοελληνική λογοτεχνία δέν ὑπάρχουν δυό πανομοιότυποι λογοτέχνες, οὔτε θά ὑπάρξουν ποτέ. Οἱ λογοτεχνικές γενιές, ἤ οἱ ὁμήλικες περίπου σειρές λογοτεχνῶν, διακρίνονται ἀπό τί ἄλλες ἀπό τό διαφορετικό τους ἡλικιακό φάσμα, ἀπό γενικά ἐποχιακά γνωρίσματα καί ἀπό κοινά χαρακτηριστικά τοῦ ποιητικοῦ τους λόγου. Ἐποχιακά γνωρίσματα μέ τή διπλή ἔννοια: ὅτι (οἱ γενιές) εἶναι σημαδεμένες ἱστορικά ἀπό τήν ἐποχή τους καί ὅτι παίρνουν ὁρισμένη στάση ἀπέναντι στήν ἐποχή τους. Συνεπῶς ἡ διάκριση σέ λογοτεχνικές γενιές σέ καμιά περίπτωση δέν βασίζεται στήν ὁμοιότητα τῆς προσωπικότητας καί τοῦ ἔργου τῶν λογοτεχνῶν. Οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές γιά παράδειγμα εἶναι ἐξαιρετικά διαφορετικοί μεταξύ τους, πράγμα πού συμβαίνει πάντα μέ τούς ποιητές καί γενικότερα μέ τούς λογοτέχνες πού συνιστοῦν ξεχωριστές σειρές, ταυτόχρονα ὅμως παρουσιάζουν ὁρισμένα γενικά γνωρίσματα ποιητικῆς γενιᾶς. Παρουσιάζουν δηλαδή γενικούς, ἀλλά διακριτούς, ἐποχιακούς καί γλωσσικούς προσδιορισμούς.

Σύμφωνα μέ τά γενικά γνωρίσματα τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα ἡλικιακό φάσμα ποιητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἕνα εὐδιάκριτο κρίκο στήν ἐξέλιξη τῆς νεοελληνικῆς ποίησης. Πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ἔχω κάνει στό παρελθόν τρεῖς ὁμιλίες, τό 1997, τόν Ἀπρίλη του 2004 καί τό Νοέμβρη τοῦ ἴδιου ἔτους. Μιά νέα ἀναφορά στό θέμα θά ἦταν ἐπανάληψη τῶν ὅσων ἔχω πεῖ σ᾿ αὐτές τίς ὁμιλίες, γι᾿ αὐτό, θά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά χρησιμοποιήσω ἐν μέρει παρακάτω τό κείμενο τῆς τελευταίας ὁμιλίας. Ὄχι δηλαδή αὐτούσιο, ἀλλά μέ περικοπές καί ἀλλαγές.

(Ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά ὡς βαθμίδα τῆς νεοελληνικῆς ποίησης στόν 20ο αἰώνα -ἰδιαίτερα γνωρίσματα)[2]

 Ἀπό ὁρισμένη ἄποψη ἡ νεοελληνική ποίηση εἶναι ἡ ἐξελικτική πορεία διαδοχικῶν ποιητικῶν σειρῶν ἤ κλάσεων ἤ γενιῶν. Τοῦτο σημαίνει πώς ἡ κάθε ποιητική σειρά εἶναι παιδί τῆς προηγούμενης. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ξεκινάει ἀπό τά κεκτημένα τῆς προηγούμενης (καί γενικότερα τῶν προηγούμενων), ἀλλά ὥς ἕνα βαθμό καί ἀπό κάποια ἄποψη τά προεκτείνει. Παίρνει, θά λέγαμε τή σκυτάλη ἀπό τήν προηγούμενή της σειρά καί τήν πηγαίνει ἕνα βῆμα πάρα πέρα. Ἔτσι κάθε νέα ποιητική σειρά φέρνει πάντα κάτι καινούργιο. Ἕνας κρίκος στήν ἁλυσίδα τῶν ποιητικῶν γενιῶν εἶναι καί ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τή θέση της σ᾿ αὐτή τήν ἁλυσίδα, θά χρειαστεῖ νά δοῦμε συνοπτικά τά κύρια γνωρίσματα τῶν προγενέστερων ποιητικῶν γενιῶν. Κανονικά, ἡ ἀναφορά στίς προγενέστερες γενιές, θά ἔπρεπε ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τούς Φαναριῶτες. Ἐδῶ ὡστόσο ἡ ἀρχή θά γίνει ἀπό τήν πρώτη σειρά τοῦ 20ου αἰώνα, ἀπό τή σειρά δηλαδή τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν.

Οἱ μεταπαλαμικοί ποιητές –Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ἰωάννης Γρυπάρης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Λάμπρος Πορφύρας κ.ἄ.- κάνουν μερικά βήματα πέρα ἀπό τήν ποιητική γενιά τοῦ 1880, πού εἶναι ἡ γενιά τοῦ Παλαμᾶ. Ἕνα τέτοιο βῆμα εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς ποίησης ἀπό τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία τοῦ προγονισμοῦ καί τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Παραμένουν ὅμως δημοτικιστές , ὅπως οἱ ποιητές τοῦ ᾿80, ἀντλώντας τό πραγματολογικό ὑλικό τῶν κειμένων τους κυρίως ἀπό τήν ἑλληνική ὕπαιθρο. Ἕνα ἄλλο βῆμα εἶναι ὅτι ἀφήνουν πίσω τους τόν ἐξωστρεφῆ ρητορισμό τῶν ἀμέσως προηγούμενων σειρῶν. Δέν εἶναι πιά ποιητές ἐξώστη, ἀλλά ποιητές ἐσωτερικοῦ χώρου. Δέν φωνάζουν, ἀλλά μιλοῦν σχετικά χαμηλόφωνα. Πράγμα πού σημαίνει κατά ἕνα τρόπο ὅτι στρέφονται περισσότερο πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο. Τέλος μέ πρωτεργάτη τό Χατζόπουλο, εἰσάγουν μέ συνέπεια τό γαλλικό συμβολιστικό κίνημα στήν Ἑλλάδα. Μέ συνέπεια: κυρίως ὅσον ἀφορᾶ τό γράμμα τοῦ συμβολισμοῦ, ἐνῶ ὡς πρός τό ἀποτέλεσμα, γιά λόγους κατανοητούς, μᾶλλον ὑστέρησαν.

Ἀκολουθοῦν οἱ ποιητές τοῦ 1920 –Ρῶμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Οὐράνης, Κώστας Καρυωτάκης, Τέλλος Ἄγρας, Μῆτσος παπανικολάου κ.ἄ.- πού ἀποτελοῦν μιά ρηξικέλευθη γενιά. Προσυπογράφουν τή χειραφέτηση τῆς ποίησης ἀπό τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία, τό χαμηλόφωνο λόγο, κι ὥς ἕνα βαθμό τό συμβολισμό τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν. Ταυτόχρονα ὅμως παίρνουν ἐξαιρετικές πρωτοβουλίες. Περνοῦν στήν ποίηση τό ἀστικό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας ὅπου ζοῦσαν. Μέ τήν ἐνέργεια αὐτή αἵρεται ὁ διχασμός τῶν δημοτικιστῶν ποιητῶν, ἀνάμεσα στόν τόπο καί στό χρόνο τῆς προσωπικῆς τους ζωῆς τους, καί στόν τόπο καί στό χρόνο τῆς ποίησής τους. Ἐνῶ ζοῦσαν (οἱ δημοτικιστές) στή δυτικότροπη ἀστική Ἀθήνα, ἡ ποίησή τους ἦταν προσανατολισμένη πρός τήν παραδοσιακή ὕπαιθρο. Ἔπειτα, οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, ἔδωσαν προτεραιότητα στά προσωπικά τους ἐμπειρικά δεδομένα, προσγειώνοντας τήν ποίηση στήν κοινωνική καθημερινότητα. Ἐπιπλέον υἱοθέτησαν τήν ἀστική γλώσσα ὡς ἐκφραστικό ὄργανο τῆς ποίησης καί γενικότερα τῆς ζωῆς. Χρησιμοποίησαν δηλαδή τή γλώσσα μέ τήν ὁποία εἶχαν μαζί της ἄμεση ἐμπειρική σχέση -ὄχι ἔμμεση, ὄχι νοητή, ὄχι βιβλιακή. Ἡ καθαρεύουσα δέν ἦταν γλώσσα κοινωνικά φορτισμένη. Ἡ δημοτική τῆς ὑπαίθρου ἦταν, ἀλλά ὡς γλώσσα τῆς ὑπαίθριας ζωῆς, ὄχι ὅμως κι ὡς γλώσσα τῶν ἀστῶν δημοτικιστῶν. Ὁ Δροσίνης π.χ., γέννημα καί θρέμμα τῆς Ἀθήνας, ἔγραφε μιά γλώσσα μέ τήν ὁποία δέν εἶχε ἄμεση, ἐμπειρική, σχέση μαζί της, ἀλλά ἔμμεση, βιβλιακή. Οἱ δημοτικιστές δέν εἶχαν ὀργανικό δεσμό μέ τή γλώσσα πού χρησιμοποιοῦσαν, γιατί δέν ταυτίζονταν κοινωνικά μαζί της. Ἀστοί γραφιάδες αὐτοί, γλωσσικά ὑποδύονταν περίπου τούς ἀγρότες καί τούς βοσκούς. Σημαντική λεπτομέρεια ἐδῶ εἶναι ὅτι οἱ δημοτικιστές δέν εἶχαν ἀκριβῶς προφορική γλώσσα τή δημοτική τῆς ὑπαίθρου. Αὐτή τή δυσαρμονία, ἀνάμεσα στήν προσωπική ζωή τῶν ποιητῶν καί στό ἄμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ἀπό τή μιά μεριά, καί στήν ἀναντίστοιχη γλώσσα πού ἔγραφαν, ἀπό τήν ἄλλη, ἦρθαν νά διορθώσουν οἱ ποιητές τοῦ ᾿20. Ἔτσι γιά πρώτη φορά ἡ νεοελληνική ποίηση γράφεται μέ γλώσσα κοινωνικά φορτισμένη ἀπό τό κοινωνικό περιβάλλον τῶν ποιητῶν. Καί τήν πρωτοβουλία τους αὐτή τήν προσυπέγραψαν ἔκτοτε οἰ μεταγενέστερες ποιητικές γενιές.

Μετά τούς ποιητές τοῦ ᾿20 ἦρθε ἡ γενιά τοῦ ᾿30 –Τάκης Παπατσώνης, Γιῶργος  Σεφέρης, Ὀδυσσέας Ἐύτης, Γιάννης Ρίτσος, Νικόλαος Κάλλας, Γιῶργος Σαραντάρης, Νίκος Ἐγγονόπουλος κ.ἄ. Ἡ γενιά αὐτή μπορεῖ νά πεῖ κανείς υἱοθέτησε ὅλες τίς κατακτήσεις τῆς προηγούμενης γενιᾶς: ἀστικός χῶρος καί χρόνος, ἐμπειρική σχέση μέ τό πραγματολογικό ὑλικό, ἐμπράγματος ἀστικός λόγος, κοινωνική εὐαισθησία, πραγματισμός… Ὑῆρξε ὅμως, καί πρέπει νά τό ποῦμε ἐδῶ, μιά κάποια ἐρωτοτροπία της μέ τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία. Ὄχι εὐθέως, ἀλλά πλαγίως ἀπό τήν πλευρά τῆς ἑλληνικότητας. Τί εἶναι ἡ ἑλληνικότητα; Ἔγινε λόγος γιά τό ἑλληνικό φῶς, τήν ἑλληνική γλώσσα, τίς λαϊκές μορφές τέχνης… Ἀκριβῶς ὄμως τί συνιστᾶ τήν ἑλληνικότητα ἔμεινε ἀδιευκρίνιστο. Ἀπό τήν πλευρά τῆς ἑλληνικότητας εἴχαμε, θά ἔλεγε κανείς, ἕνα πλάγιο πισωγύρισμα πρός τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία, χωρίς τεκμηρίωση ὑπολογίσιμη καί χωρίς συνέχεια. Οἱ ἑπόμενες γενιές ἔμειναν ἀδιάφορες καί δέν ἔδωσαν συνέχεια σ᾿ αὐτό τό θέμα. Ἄσκησαν μάλιστα καί ἀρνητική κριτική. Ἡ προσφορά ὡστόσο τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 βρίσκεται ἀλλοῦ. Πρῶτα πρῶτα στό γεγονός ὅτι εἰσηγήθηκε ἔγκαιρα τό μοντερνισμό (Παπατσώνης, Σεφέρης, Σαραντάρης, Ἀντωνίου) καί τόν ὑπερρεαλισμό (Κάλλας, Ἐλύτης, Ἐμπειρίκος, Ἐγγονόπουλος) στήν ποίησή μας. Τό κυριότερο ὡστόσο δέν εἶναι ὅτι εἰσηγήθηκε αὐτά τά πρωτοποριακά ρεύματα στά καθ᾿ ἡμᾶς, ἀλλά ὁ τρόπος πού τά ἀφομοίωσε καί τά ἔκανε ποιητική πράξη. Δέν τά μιμήθηκε δηλαδή ἐξωτερικά, ὅπως οἱ Φαναριῶτες π.χ. τό ρομαντισμό, ἀλλά τά πέρασε στήν ποίηση ὀργανικά, μέσα ἀπό τήν ἐντοπιότητά της. Ἔτσι μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἡ γενιά τοῦ ᾿30, ἀπό τό ἕνα μέρος, συγχρόνισε τήν ἑλληνική ποίηση μέ τήν εὐρωπαϊκή καί, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πραγμάτωσε ἀξιόλογο ποιητικό λόγο. Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο πού συνδέεται μέ τή γενιά τοῦ ᾿30 εἶναι ἡ καθιέρωση τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Ἐλεύθερο στίχο εἶχαν χρησιμοποιήσει περιστασιακά καί ποιητές τῶν προηγούμνων γενιῶν (Παλαμᾶς, Δροσίνης, Χατζόπουλος, φιλύρας κ.ἄ.) ὅμως τώρα, μέ πρωτοπόρο τόν Παπατσώνη, ὁ ἐλεύθερος στίχος δέν ἀποτελεῖ πιά μιά σπάνια ἐξαίρεση, ἀλλά ἕνα γενικό κανόνα. Καί, ὅπως ξέρουμε, ὁ ἐλεύθερος στίχος ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νά ἔχει τήν εὔνοια τῶν ποιητῶν.

Ἀμέσως ἔπειτα ἀκολουθεῖ ἡ πρώτη μεταπολεμική γενιά -Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Μιχάλης Κατσαρός, Δημήτρης Παπαδίτσας, Τάκης Σινόπουλος, Μίλτος Σαχτούρης, Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Γιώργης Παυλόπουλος, Νίκος Καροῦζος, Τάσος Λειβαδίτης κ.ἄ. Ἡ σειρά αὐτῶν τῶν ποιητῶν βασίστηκε στίς κατακτήσεις τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20 καί τοῦ ᾿30. Ἀναφορικά μέ τή γενιά τοῦ ᾿30, ἀκολούθησε τήν αἰσθητική τοῦ μοντερνισμοῦ της καί, σέ μικρότερο ποσοστό, τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ της. Ἐπίσης καί τήν τεχνική τοῦ ἐλεύθερου στίχου. Τί ἀλλάζει ὅμως μέ τόν ἐρχομό τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς; Πρῶρα πρῶτα ἔχουμε νά κάνουμε μέ ποιητές, στήν πλειονότητά τους, ἀριστερούς. Γιά τήν ἀκρίβεια ἀριστερούς αἱρετικούς. Μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν εἶναι κομματικά ἐνταγμένοι -ἐκτός ἀπό τό Λειβαδίτη πού καθυστερημένα ἀπομακρύνθηκε κι αὐτός ἀπό τήν κομματική ὀρθοδοξία-, ἀλλά ἀριστερούς ὑπό τήν προσωπική αἵρεση τοῦ καθενός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι τηροῦν κριτική στάση στά γεγονότα. Γεννημένοι οἱ περισσότεροι στή δεκαετία τοῦ ᾿20, ἦταν ἔφηβοι στήν κατοχή. Καθώς ἡ ἐποχή τότε τό εὐνοοῦσε, πίστεψαν σ᾿ ἕνα καλύτερο μέλλον καί πολλοί, μέ τήν ὁρμή τῆς νιότης τους, πῆραν μέρος στήν Ἀντίσταση. ἀγωνίστηκαν γιά τά πιστεύω τους, ἀλλά τελικά διαψεύστηκαν κι ἔμειναν μέ κομμένα τά φτερά τῶν ἐλπίδων τους. Αὐτό σφράγισε τόν ψυχισμό τους, ἀλλά καί τήν ποίησή τους. Ἔχοντας ὑπόψη αὐτά μπορῶ νά πῶ ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορά πού μιά ποιητική γενιά συνδυάζει τά λόγια μέ τή δράση. Μέ τούς ποιητές αὐτούς κατεβαίνει, θά ἔλεγε κανείς, ἡ ποίηση στό πεζοδρόμιο. Κατεβαίνει ὅμως χωρίς νά προδόσει τήν τέχνη, κρατώντας ψηλά τή σημαία τῆς ποιότητας. Μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 περνάει, ὅπως εἶπα, στήν ποίηση ὁ ἐμπράγματος λόγος, μέ τήν πρώτη μεταπολεμική γενιά περνάει ὁ λόγος τῆς δράσης. Μιᾶς δράσης ὅμως σταματημένης πρόωρα κάπου ἐκεῖ στό τέλος τῆς Ἀντίστασης καί τό πρῶτο διάστημα τῆς ἀπελευθέρωσης. Φυσικά οἱ ποιητές ἐξακολουθοῦσαν νά γράφουν σέ ὥριμη καί ὑπερώριμη ἡλικία, ἀλλά ὁ τροχός τῆς ἱστορίας σταμάτησε γι᾿ αὐτούς σέ κεῖνα τά χρόνια.

Ἐρχόμαστε τώρα στό καθαυτό θέμα τοῦ κειμένου, τή δεύτερη μεταπολεμική σειρά ποιητῶν ἤ ποιητῶν τοῦ ᾿60. Τήν ἀπαρτίζουν ποιητές πού γεννήθηκαν ἀπό τό 1929 μέχρι τό 1940, οἱ ὁποῖοι, στήν πλειονότητά τους, ἐμφανίστηκαν στά γράμματα τή δεκαετία τοῦ 1960. Σημειώνω ἐνδεικτικά: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κική Δημουλᾶ, Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Τάσος Πορφύρης, Γιάννης Νεγρεπόντης, Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, Θωμάς Γκόρπας, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Πρόδρομος Μάρκογλου κ.ἄ. Στό σημεῖο τοῦτο θά χρειαστεῖ νά παραθέσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης.        Ἔλεγα λοιπόν, γιά τίς ἱστορικές συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔζησαν οἱ ποιητές αὐτοί τά ἀκόλουθα: «Τά παιδιά πού γεννήθηκαν στή δεκαετία τοῦ 1930 ἄρχισαν νά παίρνουν συνείδηση τοῦ κόσμου μέσα στόν πόλεμο, στήν Κατοχή καί στήν Ἀντίσταση. Μπῆκαν στήν ἐφηβεία τους στά χρόνια τοῦ Ἐμφύλιου καί ἀνδρώθηκαν στή διάρκεια τῆς μετεμφύλιας ψυχροπολεμικῆς περιόδου. Γνώρισαν τήν ἀναλαμπή τοῦ 1-1-4 καί ἀμέσως μετά ἔζησαν τό κλίμα τῆς ἑφτάχρονης δικτατορίας καί τῆς μεταπολίτευσης. Ἡ μεταπολίτευση τά βρῆκε στό μεσοστράτι τῆς ζωῆς τους. Γιά κάθε γενιά, φυσιολογικά, ἔρχεται κάποτε ἡ ὥρα νά πάρει τή σκυτάλη ἀπό τήν προηγούμενη, νά τήν προωθήσει στό μέτρο τῶν δυνάμεών της καί νά τήν παραδόσει ἀργότερα στήν ἑπόμενη. Ἐννοῶ τή σκυτάλη τοῦ ρόλου της μέσα στό ἱστορικό γίγνεσθαι τοῦ τόπου της. Ἔρχεται δηλαδή ἡ ὥρα πού παίρνει στά χέρια της τήν τύχη καί τήν εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ της καί τοῦ τόπου της. Φυσιολογικά ἔτσι συμβαίνει. Ἡ γενιά ὅμως γιά τήν ὁποία μιλῶ, ὅπως θά φάνηκε ἀπό τήν παραπάνω ἀπαρίθμηση τῶν συνθηκῶν, ἔζησε μέσα σέ καταστάσεις ἀνώμαλες. Καταστάσεις πού, ἄν ἐξαιρέσουμε τό πολύ σύντομο διάστημα τοῦ 1-1-4, τῆς στέρησαν οὐσιαστικά κάθε ἐνεργό ρόλο στό ἱστορικό γίγνεσθαι τῆς χώρας. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὡς γενιά δέν πῆρε ποτέ θέση στό προσκήνιο τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἡ ποιοτική πλευρά τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, πέρα ἀπό τίς ἐξωτερικές συνθῆκες, εἶναι ὅτι οἱ ὅροι γιά μιά ὁποιαδήποτε  θετική δράση, ὑπῆρξαν, γενικά καί εἰδικά, ἀρνητικοί. Γιατί τό ζήτημα δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἡ δεύτερη μεταπολεμική γενιά δέν ἀνέβηκε στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Εἶναι ὅτι ἔζησε σ᾿ ἕνα περιβάλλον πού τῆς στέρησε τή δυνατότητα νά δραστηριοποιηθεῖ δημιουργικά. Πορεύτηκε λοιπόν σάν παρίας τῆς ἱστορίας. Καί εἶναι σάν νά παίχτηκε πάνω στό σῶμα της μιά παρτίδα ἀλλότριων σκοπῶν. Ἡ κριτική ἔχει ἐπισημάνει τήν ἱστορική ἰδιαιτερότητα τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς. Γιά τόν παραμερισμό της ἀπό τά συντελούμενα στόν καιρό της χαρακτηρίστηκε ‘‘χαμένη γενιά’’[3], ἐνῶ ἡ κατάσταση μέσα στήν ὁποιά πορεύτηκε θεωρήθηκε ‘‘παθολογική’’[4]».

Μιλώντας κανείς, σέ περιορισμένα χρονικά ὅρια, γιά τό ποιητικό ἔργο μιᾶς σειρᾶς σχετικά ὁμηλίκων ποιητῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νά σχηματοποιήσει. Εἶναι ἕνας ἀναγκαῖος ὅρος. Ἀλλιῶς θά χρειαζόταν ἕνα κατά πολύ ἐκτενέστερο κείμενο γιά νά παρουσιαστεῖ τό ἴδιο θέμα διεξοδικά. Λοιπόν. Ἡ σχέση τῆς ποιητικῆς γενιᾶς τοῦ ᾿60 μέ τίς τρεῖς προγενέστερές της –τήν πρώτη μεταπολεμική, τοῦ ᾿30 καί τοῦ ᾿20- ἔχει μέ λίγα λόγια ὡς ἑξῆς.

Μέ τήν πρώτη μεταπολεμική συνδέεται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τη μεριά τοῦ ἀριστεροῦ φρονήματος καί τοῦ κοινωνικοῦ προβληματισμοῦ. Μέ τή διαφορά πώς οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 εἶναι περισσότερο κριτικοί ἀπέναντι στήν κομματική ὀρθοδοξία καί στήν πολιτεία της. Σύμφωνα μέ τή δική τους πικρή πείρα θέτουν τά πάντα κάτω ἀπό τό κριτήριο τοῦ ἱστορικοῦ περιθωρίου τους. Θυμοῦμε μιά σχετική κουβέντα τοῦ Δημήτρη Χατζῆ – ἑνός ἀνθρώπου τῆς πρώτης ματεπολεμικῆς γενιᾶς. Στίς 3.3.1977, στίς ἐκδηλώσεις τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου «Ὥρα», ὁ Χατζής  -ἡ βραδιά ἦταν ἀφιερωμένη στό ἔργο του- ἀποκάλεσε κάποια στιγμή, μέ ἐπαινετικό πνεῦμα, τή δεύτερη μεταπολεμική γενιά «χαμένη γενιά». Σέ ἐρώτηση, πού ἔγινε κατά τή συζήτηση στό τέλος, γιατί τήν ὀνόμασε ἔτσι, ἀπάντησε περίπου ὡς ἑξῆς. Τήν εἶπα «χαμένη γενιά» γιατί, ἐνῶ μέ τήν κριτική στάση της ἀπέναντι στίς δοτές ἰδέες μᾶς βοήθησε νά ξεπεράσουμε τά ἰδεολογικά κλισέ, ἡ ἴδια δέν καρπώθηκε τό μεράδι τῆς ζωῆς πού τῆς ἀνῆκε. Μιά ἄλλη διαφορά, τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν ἀπό τούς πρωτοπολεμικούς, εἶναι ὅτι οἱ δευτερομεταπολεμικοί δέν ἔχουν δεθεῖ συναισθηματικά μέ καμιά ἱστορική στιγμή, ὅπως οἱ πρωτοπολεμικοί μέ τήν περίοδο τῆς Ἀντίστασης. Οἱ δευτερομεταπολεμικοί, ὅπως δέν εἶχαν καμιά συμμετοχή στά ἱστορικά γεγονότα, ἔμειναν ἀνάλογα ἀδέσμευτοι ἀπό τά ἱστορικά συμβάντα. Διαφορές ἔχουμε ἐπίσης, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, στόν τεχνοτροπικό καί στόν ἐκφραστικό τομέα.

Ἀναφορικά μέ τή γενιά τοῦ ᾿30, οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 παίρνουν ὡρισμένες ἀποστάσεις. Δέν ἐννοῶ ὡς πρός τή στάση τους ἀπέναντι στόν κόσμο πού εἶναι τελείως διαφορετική καί δέν συζητιέται κάν, ἀλλά ὡς πρός τήν αἰσθητική τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ καί τοῦ μοντερνισμοῦ. Στούς δευτερομεταπολεμικούς ὁ ὑπερρεαλισμός δέν πέρασε σχεδόν καθόλου. Ἀσφαλῶς τό προϋποθέτουν, ἀλλά δέν τόν ἔβαλαν σέ ἐφαρμογή, ὅπως ἔγινε, καί στό βαθμό πού ἔγινε, μέ τούς πρωτομεταπολεμικούς. Διαφοροποίηση ἔχουμε καί στόν τομέα τοῦ μοντερνισμοῦ. Ὁ λόγος τοῦ ποιητικοῦ μοντερνισμοῦ εἶναι συχνά κάπως ἀσαφής καί σκοτεινός. Τοῦτο εἶναι μέσα στίς ἀρχές του, δέν ἀποτελεῖ ἀθέλητη ἀνεπάρκεια. Λοιπόν, οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές, σύμφωνα μέ ὅσα εἶχαν νά ποῦν, χρειάζονταν νά εἶναι κατά τό δυνατόν σαφεῖς. Γι᾿ αὐτό κι ὁ λόγος τους, ἄν καί προϋποθέτει τό μοντερνισμό, δέν ἀκολουθεῖ τή συνταγή του παρά μόνο σχετικά. Καί τοῦτο γιατί ὁ προσανατολισμός τους ἀπέναντι στό ποιητικό ἀντικείμενο ἦταν πολύ διαφορετικός ἀπό ἐκεῖνον τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30. Ὅσον ἀφορᾶ τέλος τόν ἐλεύθερο στίχο, οἱ δευτερομεταπολεμικοί ποιητές τόν χρησιμοποίησαν σέ μεγάλη ἔκταση.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ σχέση τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20. Ἁνάμεσα στίς δυό ἐποχές ὑπάρχει μιά σημαντική ἀναλογία. Κι οἱ δυό γενιές βρέθηκαν οὐσιασικά στό περιθώριο τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων. Ἡ προγενέστερη γιά τό γεγονός τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, πού γιά ἕνα διάστημα σταμάτησε τόν τροχό τῆς ἱστορίας στήν Ἑλλάδα. Ἡ μεταγενέστερη γιά τίς συνθῆκες πού ἐπικράτησαν στά χρόνια της. Τήν ἀναλογία ἀνάμεσα στίς δυο ἐποχές τήν ἔχει τονίσει στήν ἀκόλουθη στροφή ὁ Βύρων Λεοντάρης:

-Εἴμαστε μεσοπόλεμος, σοῦ λέω,
ἀνίατα μεσοπόλεμος… Ἄς πᾶμε
λοιπόν κι ἀπόψε, ἄς πᾶμε πάλι κάπου
νά χορέψουμε καί νά σκοτωθοῦμε…

Μέ ἀνάλογο πνεῦμα θά μιλήσει ὁ Μαρκίδης:

τί μεγάλοι πού φτάσαμε ὥς ἐδῶ

εἴμαστε οἱ βραδυφλεγεῖς ἐπίγονοι τοῦ σπλήν

Τό ἴδιο ὁ Ἐλευθερίου:

Ὅλα θυμίζουν μεσοπόλεμο καί μουσικές μιᾶς αὐταπάτης

Κι ἐπίσης ὁ Λυκιαρδόπουλος καί ἄλλοι ποιητές θά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο θέμα. Ὑπάρχει δηλαδή κάποια ἀναλογία κλίματος ἀνάμεσα στίς δυό γενιές. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι ὁ ποιητής που, μέ μεγάλη διαφορά μάλιστα, συναντοῦμε συχνότερα μέσα στά κείμενα τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 εἶναι ὁ Κώστας Καρυωτάκης. Κι ἐδῶ θά πρέπει νά τονίσουμε  τήν εἰλικρίνεια τοῦ αἰσθήματος πού δίδαξαν οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 καί πέρασε στίς ἑπόμενες γενιές, ἰδιαίτερα ὅμως στήν πρώτη μεταπολεμική καί συνεπέστερα στή δεύτερη μεταπολεμική.

Στό σημεῖο τοῦτο μιά γενικότερη παρατήρηση πού συνάγεται ἀπό τά προηγούμενα. Οἱ ποιητές τοῦ ᾿60 στηρίχτηκαν στά κεκτημένα τῆς προγενέστερης νεοελληνικῆς ποίησης, χωρίς νά ἀνατρέξουν σέ ξένα αἰσθητικά ρεύματα. Κι εἶναι ἡ μοναδική σειρά ποιητῶν πού στάθηκε τόσο αὐτοδύναμα ἰθαγενής.

Εἶναι ὅμως ὥρα νά περάσουμε σέ  ὁρισμένα εἰδικότερα γνωρίσματα τῶν συγκεκριμένων ποιητῶν. Τό ἔργο λοιπόν τῶν ποιητῶν αὐτῶν, σ᾿ ἕνα ἐποπτικό κοίταγμα, παρουσιάζεται ὡς ἔργο διαμαρτυρίας. Μιᾶς διαμαρτυρίας πού φτάνει κάποτε στά ὅρια τῆς καταγγελίας. Ἡ ὅλη στάση τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿60 κλιμακώνεται χοντρικά σέ τέσσερις βαθμίδες. Τή βαθμίδα τῆς στέρησης, τή βαθμίδα τῆς ἀπογοήτευσης, τή βαθμίδα τῆς φενάκης ἤ ἀπάτης, τή βαθμίδα τῆς ἐξέγερσης καί τῆς ὀργῆς. Ἐδῶ θά ἐπιμείνω στήν τελευταία βαθμίδα πού, ἀντίθετα ἀπό τίς προηγούμενες τρεῖς, δέν εἶχε ἀναπτυχτεῖ ἱκανοποιητικά στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης.

Τή δεκαετία τοῦ ᾿60 εἴχαμε, σέ ἄλλες χῶρες (Ἀμερική, Ἀγγλία, Σοβιετική Ἕνωση) τή λεγόμενη «λογοτεχνία τῆς ὀργῆς» ἤ τό κίνημα τῶν «ὀργισμένων νέων». Στήν Ἑλλάδα αὐτό τό ρεῦμα δέν πέρασε. Δέν εἴχαμε κάτι ἀντίστοιχο, οὔτε ὑπῆρχαν ἐδῶ οἱ ἀνάλογες κοινωνικές, πολιτικές καί πολιτισμικές συνθῆκες. Ὅμως ἡ ὀργή δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο στήν ποίηση, συχνά λανθάνει μέσα σέ κείμενά της. Ὅταν π.χ. ὁ Σεφέρης ἔλεγε, «ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει», λάνθανε καί μιά ἰδέα ἐξέγερσης στό λόγο του. Ἔχουμε ἐπιπλέον κείμενα ποιητικά ἐξαιρετικά ὀργισμένα, ὅπως π.χ. πολλά κείμενα τοῦ Βάρναλη. Τέλος πάντων, αὐτό πού θέλω νά πῶ εἶναι πώς ἡ ὀργή στούς ποιητές τοῦ ᾿60 εἶναι ἀποτέλεσμα πηγαίας ἀντίδρασης καί ὄχι ἀποτέλεσμα κάποιου συρμοῦ τῆς ἐποχῆς. Ἄν πῆρε κάπως ἔντονο χαρακτήρα μέσα στό ἔργο τους αὐτό εἶναι κατανοητό ἀπό τή σχέση τους μέ τήν πραγματικότητα. Ἡ ἀντίδραση σ᾿ αὐτή τήν πραγματικότητα κυμάνθηκε ἀπό τήν ἁπλή δυσφορία ὥς τήν ἐξέγερση, κι ἀπό τήν ἐξέγερση ὥς τήν ἀκραία ἐπιθετική στάση, τήν ἐκδήλωση ὀργῆς. Ἡ τελευταία, ἡ ἐκδήλωση ὀργῆς, πού ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά ἔτσι καθαρά καί σέ τέτοιο βαθμό στή νεοελληνική ποίηση, θ᾿ ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο τῶν ἑπόμενων σελίδων.

Θά πρέπει νά θυμόμαστε πάντα πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ ποιητές καί ὄχι μέ ρήτορες. Ἡ δουλειά τους συνεπῶς εἶναι νά κάνουν ποίηση, καί μάλιστα καλή ποίηση, καί ὄχι κηρύγματα. Λοιπόν στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλῶ οἱ ποιητές μένουν μακριά ἀπό τό ἔδαφος τῆς ρητορείας ἐκφράζοντας τήν ἀντίδρασή τους μέσα ἀπό ὁρισμένη μετάθεση. Τί κάνουν ἀκριβῶς; Ἁπλά καταφεύγουν σ᾿ ἕνα ριζοσπαστικό τρόπο ἔκφρασης. Πολλοί ποιητές ἔχουν μιλήσει πικρά καί ὀργισμένα γιά τήν ἐποχή καί τό περιβάλλον τους. Ἔχουν μιλήσει ὅμως ὀρθόδοξα. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀναφέρουν κάθε φορά τά στοιχεῖα τῆς ἐποχῆς καί τοῦ περιβάλλοντος πού προκαλοῦν τή δυσαρέσκειά τους. Ἀναφέρουν τό ἴδιο τό ἀντικείμενο τῆς δυσαρέσκειάς τους, τήν αἰτία, θά λέγαμε, τοῦ κακοῦ. Ὁ Σεφέρης, γιά παράδειγμα, στό ποίημα πού ἀρχίζει μέ τό στίχο, «Ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει», λέει γιατί καί πῶς τόν πληγώνει ἡ Ἑλλάδα. Τό ἴδιο ὁ Κατσαρός στό ποίημά του, «Ἡ διαθήκη μου», πού εἶναι ἕνα ποίημα πού δέν κρύβει τήν ὀργή του, ὀνομάζει ὅ,τι θεωρεῖ κολάσιμο. Στήν περίπτωση ὅμως πού ἔχουμε μετάθεση, ὅπως συμβαίνει μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿60, τό ἀντικείμενο τῆς πίκρας καί τῆς ἐξέγερσης δέν δηλώνεται, οὔτε ἄμεσα οὔτε ἔμμεσα. Δέν γνωστοποιεῖται καθόλου. Κι αὐτό ἀκριβῶς συνιστᾶ τώρα τήν ἐκφραστική καινοτομία τοῦ συγκεκριμένου ποιητικοῦ λόγου. Ἑνός λόγου ἀκραίας ἀποδοκιμασίας τοῦ ἐποχιακοῦ περιβάλλοντος. Πῶς γίνεται αὐτό; Γίνεται ὡς ἑξῆς: οἱ ποιητές, γιά ὅ,τι πικρό, σκληρό καί αἰχμηρό βίωσαν, ἐκφράζονται μέ ἀνάλογη ἔνταση, ὄχι στηλιτεύοντας τίς αἰτίες τοῦ κακοῦ, ἀλλά ἀντιμετωπίζοντας πικρά, σκληρά, καί αἰχμηρά ἀπευθείας τά σύμβολα τῆς ζωῆς, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς τρυφερότητας καί τῆς τέχνης τους. Πρόκειται γιά μιά μετάθεση πού δείχνει, καθώς πιστεύω, δύο πράγματα γιά τούς ποιητές. Πρῶτα ἕνα βαθύ ψυχικό τραῦμα. Κι ἔπειτα τήν ἀναζήτηση μιᾶς ἀπόλυτα ἰσοδύναμης ἔκφρασης αὐτοῦ τοῦ τραύματος. Κάτι πού σημαίνει ὅτι ἐκφραστικά οἱ ποιητές γύρεψαν νά πᾶνε ἕνα βῆμα πάρα πέρα ἀπό τό ἐκφραστικό ἀποτέλεσμα πού τούς πρόσφερε ἡ ἀναφορά στά βιωματικά τους δεδομένα. Νά πᾶνε, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἕνα βῆμα πάρα πέρα ἀπό τό γνωστό παρδοσιακό τρόπο ἔκφρασης τέτοιων καταστάσεων. Ἔτσι φτάνουμε σ᾿ αὐτή τήν ἀκραία ἐκφραστική πραγμάτωση, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό μιά ἐκλεπτισμένη ἐκδήλωση ὀργῆς. Νά δοῦμε πῶς πραγματώνεται στήν πράξη. Τά βέλη στήν περίπτωση αὐτή ἔχουν στόχο εἴπαμε τά σύμβολα τῆς ζωῆς, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς τρυφερότητας καί τῆς ποίησης.

α) Ἄς ἀρχίσουμε ἀπό τό φῶς πού εἶναι πηγή καί σύμβολο ζωῆς.

Γιατί κι ὁ χρόνος γέρων εἶναι
καί κυφός
κι ὅση σοφία θησαύρισες καπνός καί σκόνη
Δέ μένει παρά λίγο σάπιο φῶς
Κι ὁ σκοτεινός ληξίαρχος πού ζηγώνει

Γιά «σάπιο φῶς» κάνει λόγο ἐδῶ ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης, ἐνῶ ἡ Κική Δημουλᾶ δηλώνει ἀπερίφραστα:

Ἀλλά ἔρχεται τό φῶς,
κι ἔρχεται ἡ εὐκρίνεια σάν προδότης.

β) Τό φῶς βέβαια μᾶς τό δίνει ὁ ἥλιος, ὁ ἥλιος πού γίνεται τώρα στόχος:

ὁ ἥλιος κουρελοῦ στά καπνισμένα τζάμια,

θά πεῖ ἡ Ζέφη Δαράκη, ἐνῶ ἡ Μαρία Καραγιάννη:

Κομματιασμένος ἥλιος καίει τή ζωή μας
καί μ᾿ ἑκατό λεπίδια ἑτοιμάζει τήν ἐπιστροφή

Κι Πρόδρομος Μάρκογλου θά ὑπερθεματίσει:

Κι ὁ ἥλιος μαύρη πλεκάνη στόν οὐρανό.

Κι ὁ Τάσος Ροῦσσος:

Κι ὁ ἥλιος
τροχίζοντας τά μαχαίρια του

Καί πιό ψηλά μισοκαμένο κάρβουνο
θαμπός τρίχινος σάκος ὁ ἥλιος
γιομάτος ψόφιες ἀκρίδες.

γ) Φῶς μᾶς χαρίζει, ἄν καί ὄχι δικό του, καί τό φεγγάρι. Τό φεγγάρι πού στή ζωή καί στήν τέχνη ἔχει πολύ ἀγαπηθεῖ. Ὅμως:

Φεγγάρια κυνηγιοῦνται ἀμείλικτα

θά πεῖ ἡ Μαρία Καραγιάννη, ἐνῶ ἡ Ζέφη Δαράκη:

Ἕνα σαπισμένο φεγγάρι λίμναζε στήν ψυχή μας

Ὁ Τασος Πορφύρης:

Ἦταν τότε πού τό φεγγάρι τρόχιζε τά δόντια του στ᾿ ἄσπρα
σύννεφα

Κι ὁ Πρόδρομος Μάρκογλου:

Τό φεγγάρι πού ὀνειρεύεσαι
εἶναι μιά πληγή

Καί τό παρόν πιό θλιβερό κι ἀπ᾿ τή σελήνη

Παρόμοια ὁ Τασος Ροῦσσος:

καί τό φεγγάρι ἐπίμονο κοράκι

δ) Ἡ δύση μέ τά χρώματά της εἶναι μᾶλλον ἡ πιό ὄμορφη καί νοσταλγικά φορτισμένη ὥρα τῆς μέρας. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι γιά τόν Κώστα Ροδαράκη:

Κάθομαι στό παράθυρο κοιτώντας ὧρες  τήν κοινότοπη δύση. Ἡ
νύχτα πέφτει ὁλοταχῶς καί τό τοπίο ἀλλάζει θέση σάν ἐφιάλτης.

Οὔτε ἀσφαλῶς γιά τήν Κική Δημουλᾶ, ὅταν δηλώνει μέ κάποια ἀμφιθυμία:

Κι ἔτσι μπορῶ νά σταθῶ
στό ὕψος μιᾶς ρεμβαστικῆς οὐδετερότητας
γιά ν᾿ ἀπολαύσω ἀνενόχλητα
αὐτό τό κάθαρμα τή δύση

ε) Ἄλλο στόχο ἀποτελοῦν οἱ λέξεις καί οἱ στίχοι:

ἐνέδρες φονικές μέ τριγυρίζουν,
σελίδες στό κενό γυρνοῦν καί τρίζουν
πορτόφυλλα στόν ἀέρα δίχως πόρτες
λέξεις λέξεις φονιάδες καί προδότες…

Θά πεῖ ὁ Βύρων Λεοντάρης. Κι ἀλλοῦ:

Ἡ Τέχνη ἕνας πανικός μπροστά στήν πραγματικότητα
Κι ὅμως
πέρα ἀπό διαφορές ἤ ἀναλογίες
πέρα ἀπό παρασκήνια καί λεπτομέρειες
ξανά τοῦτο τό δίλημμα πού μπλέκει τήν ψυχή
«μέ τόν ἐπίτροπο ἤ μέ τόν κατηγορούμενο
μέ τόν ἰατροδικαστή ἤ μέ τό θύμα;»
κι ἡ ἀπάντηση παντέρμη καί πικραμένη ἀνάμεσα σέ τούτους
τούς χαφιέδες στίχους.

ζ) Θά τελειώσω μ᾿ ἕνα ποίημα τοῦ Μάριου Μαρκίδη. Ἀντικείμενό του εἶναι ὅ,τι πιό τρυφερό, ὄμορφο κι ἀξιαγάπητο ὑπάρχει στίν κόσμο, μιά ἀρτιγέννητη ὕπαρξη. Τό ποίημα ἐπιγράφεται «Νανούρισμα»:

Ἔλα ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά καί πάρε το
ἔλα γριά μέ τά φριχτά δόντια καί πάρε το
ἔλα Τζών Σίλβερ
ἔλα ἄσπλαχνε Ἰαβέρη
ἔλα Φοῦ Μανσοῦ, Ἐμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη τοῦ Νόττιγκχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ἐλάτε γαμῶτο καί πάρτε το
καί μήν τό ἀφήσετε μέχρι τό πρωί.

Τά παραδείγματα πού χρησιμοποίησα δέν ἀποτελοῦν παρά ἕνα μικρό μέρος ἀπό ὅσα προσφέρουν τά κείμενα τῶν δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν. Εἶναι ὡστόσο ἐνδεικτικά τοῦ πνεύματος ἀπό τό ὁποῖο πήγασαν καί τό όποῖο τά διέπει. Ἕνα πνεῦμα ἀκραίας ὀργῆς. Ἰδιαίτερα θά ἤθελα νά σταθῶ στήν αἰτία, τήν πραγμάτωση καί τήν ἀξία αὐτοῦ πού ὀνόμασα μετάθεση. Ἀπό πρώτη ἄποψη μοιάζει νά εἶναι μιά ἔμμεση μορφή ποιητικῆς ἔκφρασης. Ἄν τή δεῖ ὅμως κανείς γενετικά, ἀπό τό πῶς προκύπτει, εἶναι μιά ἀπολύτως ἄμεση ἀντίδραση. Γιατί δέν κάνει ἄλλο ὁ ποιητής ἀπό τό νά μεταφέρει ἀπευθείας τήν ἐσωτερική του κατάσταση στόν ἐξωτερικό κόσμο. Νά προβάλλει δηλαδή σέ ἐξωτερικά φαινόμενα τήν ἐσωτερικότητά του ἤ, ἀλλιῶς, νά χρωματίζει τά ἔξω μέ τά χρώματα τῆς ψυχῆς του.


[1]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ἡ ποίηση τοῦ Π. Σωτηρίου», περοδικό Ἡ παρέμβαση, τεῦχος 145, Κοζάνη 2008. σ. 38.

[2]. Τίτλος ὁμιλίας πού ἔγινε στή Βιβλιοθήκη «Καίτη Λασκαρίδου», τήν 17ην Νοεμβρίου 2004.

[3]. Παναγιώτης Μουλᾶς, «Νέοι ποιητές τῆς Θεσσαλονίκης», περιοδικό Ἐνδοχώρα, τεῦχος 10, Γιάννια 1961, σ. 599.

[4]. Χριστόφορος Μηλιώνης, «»Η παθολογία μιᾶς γενιᾶς», «Φιλολογική Καθημερινή», 25.7.1976.

Advertisements