Ανθολογία

Συμπληρωματικά στοιχεῖα ἤ «Ἐπίμετρο» στή δεύτερη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1050-1970). Εἰσαγωγή, Γιῶργος Ἀράγης.

             

Ἡ ἐργασία πού ἀκολουθεῖ παραδόθηκε τόν Ὀκτώβρη τοῦ 2009 στίς ἐκδόσεις Gutenberg –μετά ἀπό προηγούμενη συμφωνία τῶν κληρονόμων τοῦ Α. Εὐαγγέλου μέ τόν ἐκδότη Γ. Δαρδανό, γιά τήν ἐπανέκδοση τῆς ἀνθολογίας, μέ νέα συπληρωματικά στοιχεῖα (μετά δηλαδή ἀπό τό 1994 πού ἐκδόθηκε ἡ ἀνθολογία). Ἠ ἀνάθεση τοῦ «ἐπίμετρου» σέ μένα ἔγινε δυό χρόνια πρίν ἀπό τό 2009. Τόν Μάη τοῦ 2011 ἐπανῆλθα μέ νεότερα στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶχαν προκύψει ἤδη, ἐνῶ στό μεταξύ ἡ δεύτερη ἔκδοση δέν εἶχε πραγματοποιηθεῖ.

 Προλεγόμενα

Ι

Ἡ Ἀνθολογία τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου, Ἡ Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970), μέ «Πρόλογο» τοῦ ἀνθολόγου καί «Εἰσαγωγή» δική μου, ἐκδόθηκε τό 1994, λίγο πρίν ἀπό τό θάνατο τοῦ ποιητῆ. Οἱ κληρονόμοι τοῦ Εὐαγγέλου ἀποφάσισαν νά ἐπανεκδώσουν τήν ἀνθολογία -ἡ ὁποία δέν ὑπάρχει πιά στήν ἀγορά- συμπληρωμένη μέ νεότερα στοιχεῖα τά ὁποῖα προέκυψαν στό μεταξύ.

Ὁμολογημένο κίνητρο τοῦ Εὐαγγέλου, νά ἐκδώσει τήν ἀνθολογία του, ἦταν νά βοηθήσει στή γραμματολογική ἀποκατάσταση τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς.[1] Μιᾶς γενιᾶς, πού ἐνῶ εἶχε πλούσιο καί ἔξοχο  ἔργο, ἡ ραθυμία καί ἡ ἀμέλεια τῆς λογοτεχνικῆς μας κοινότητας τήν εἶχε ἀφήσει σιωπηλά στό περιθώριο. Μέχρι τήν ἀνθολογία τοῦ Εὐαγγέλου, ἄν ἐξαιρέσουμε ἕναν κατάλογο τοῦ Ἀλέξανδρου Ἀργυρίου τριάντα δύο δευτερομεταπολεμικῶν ποιητῶν στό περιοδικό Διαβάζω[2] καί τό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ Νέες Τομές,[3] ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά παρέμενε γραμματολογικά ἀνύπαρκτη. Μιά ντροπή βέβαια γιά τά πνευματικά μας ἤθη. Σήμερα, ὕστερα ἀπό δεκαπέντε χρόνια ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση, μποροῦμε νά ἀναρωτηθοῦμε ἄν ἡ ἀνθολογία τοῦ ποιητῆ ἐκπλήρωσε τήν ἀποστολή της. Εἶναι ἀλήθεια πώς κάποιοι δυσφόρησαν ἀπό τήν παρουσία τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλλου, γενικά ὅμως ἀναγνωρίστηκε ἡ σημασία της. Ὅ,τι δηλαδή ἐπισήμανε ἕνα ἀπαράδεκτο γραμματολογικό κενό καί ὅ,τι ἔβαζε τά πράγματα στή θέση τους. Ἔκτοτε ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά, ἤ οἱ ποιητές τοῦ ᾿60, τόσο ὡς ὅρος, ὅσο καί ὡς σημαντικός κρίκος στήν ἐξέλιξη τῆς ποίησής μας, θεωρεῖται ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ἄς σημειωθεῖ πώς ἡ ἀνθολογία αὐτή προκάλεσε (ἔχω ἰδία γνώση) τήν ἔκδοση μιᾶς δεύτερης ὁμόθεμης ἀνθολογίας ἀπό τίς ἐκδόσεις Σοκόλη.[4] Μολαταῦτα κάποια γεγονότα δέν παύουν νά μᾶς θυμίζουν τή σοβοῦσα μιζέρια μας. Στό Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας τοῦ Πατάκη λ.χ., ἐξαφανίζονται, τόσο ἡ ἀνθολογία τοῦ Εὐαγγέλου, ὅσο καί τό λῆμμα τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς. Κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τοῦ ν᾿ ἀποτελεῖ βαρύ σύμπτωμα πνευματικῆς ἀήθειας. Σέ κανένα λεξικό τοῦ δυτικοῦ κόσμου δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχει μιά παρόμοια παράλειψη -εἶναι ζήτημα τιμῆς γιά ἕνα λεξικό τό νά εἶναι ἀμερόληπτο καί ἄρτιο. Τέλος πάντων ἔλεγα πώς ἡ συγκεκριμένη ἀνθολογία σέ γενικές γραμμές ἐκπλήρωσε τήν ἀποστολή της. Κι αὐτό εἶναι τό θετικό πού μετράει, ἔστω κι ἄν ἄλλοι κι ὄχι ἕνας ποιητής θά ἔπρεπε νά εἶχαν μεριμνήσει γιά τήν ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ.

ΙΙ

Προτοῦ νά προχωρήσω, μερικά στατιστικά στοιχεῖα.

Τό 1994, ὅταν ἐκδόθηκε ἡ ἀνθολογία, εἶχαν ἤδη ἀποδημήσει τέσσερεις ποιητές ἀπό τούς ἀνθολογημένους (Ἀνδρέας Ἀγγελάκης, Γιῶργος Δανιήλ, Άλέξης Ζακυθινός, Γιάννης Νεγρεπόντης). Σήμερα, ἀρχές τοῦ 2009, σ᾿ αὐτούς τούς τέσσερις ἔχουν προστεθεῖ ἀκόμη ἕντεκα (Νίκος-Ἀλέξης Ἀσλάνογλου, Θωμᾶς Γκόρπας, Τάσος Δενέγρης, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Νανά Ἠσαΐα, Τάσος Κόρφης, Χρίστος Λάσκαρης, Γιώργης Μανουσάκης, Μάριος Μαρκίδης, Ματθαῖος Μουντές, Σπύρος Τσακνιᾶς). Ἔτσι ὁ συνολικός ἀριθμός τῶν ἐκλιπόντων ἀνέρχεται στούς δεκαπέντε, στό ἕνα τρίτο ἀκριβῶς τῶν ἀνθολογημένων. Ἀπό τούς τέσσερις, πού ἀποδήμησαν πρίν ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, εἴχαμε δύο μεταθανάτιες ἐκδόσεις ἀνέκδοτων ποιημάτων τους (Ἀλέξης Ζακυθινός, Γιάννης Νεγρεπόντης). Ἀπό τούς ἕντεκα, πού ἔφυγαν στό διάστημα 1994-2009, οἱ ὀχτώ (Τάσος Δενέγρης, Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Τάσος Κόρφης, Χρίστος Λάσκαρης, Γιώργης Μανουσάκης, Μάριος Μαρκίδης, Ματθαῖος Μουντές, Σπύρος Τσακνιᾶς) εἶχαν ἐκδόσει ποιητικές συλλογές, ὅσο ἦταν ἀκόμη στή ζωή. Ἐνῶ τρεῖς (Νίκος-Ἀλέξης Ἀσλάνογλου, Θωμᾶς Γκόρπας, Νανά Ἠσαΐα) δέν εἶχαν κυκλοφορήσει βιβλία ἐνέκδοτης ποίησης -ὁ Γκόρπας δημοσίευσε νεότερα ποιήματά του σέ περιοδικά. Ἀπό τούς τριάντα ζῶντες ἀνθολογημένους, τρεῖς (Λεωνίας Ζενάκος, Νίκος Καρανικόλας, Βαγγέλης Ροζακέας) δέν ἔβγαλαν ποιητικό βιβλίο μετά τό 1994. Δύο (Μαρία Καραγιάνη, Κώστας Πασβάντης) δημοσίευσαν ποιήματα καί ἔχουν ὑπό ἔκδοση ποιητική συλλογή. Οἱ Υπόλοιποι εἴκοσι πέντε πού βρίσκονταις τή ζωή, ἔβγαλαν ὁ καθένας ἀπό μία ὥς ἕξι ποιητικές συλλογές. Συνολικά, ἄν ἐξαιρέσουμε ὁρισμένα νέα ποιήματα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου τά ὁποῖα ἔχει ἐνσωματώσει σέ προηγούμενα βιβλία του, ὁ ἀριθμός τῶν ἀνέκδοτων ποιητικῶν συλλογῶν πού κυκλοφόρησαν ἀπό τούς ἀνθολογημένους ποιητές (ἤ ἀπό ἄλλα πρόσωπα στίς περιπτώσεις τῶν μεταθανάτιων ἐκδόσεων), ἀπό τό 1994 καί μετά[5] ἀνέρχονται στίς ἐνενήντα ἕξι (96). Παραγωγικότεροι ἀνάμεσά τους (ἐξαιρώντας τίς δύο ματαθανάτιες τῶν Ζακυθινοῦ καί Νεγρεπόντη),  ἀναδείχτηκαν, μέ ἕξι νέες συλλογές, ἡ Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, ἡ Ζέφη Δαράκη καί ὁ Τόλης Νικηφόρου. Ἕπονται, μέ πέντε συλλογές, ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης, ὁ Νίκος Γρηγοριάδης καί ἡ Κική Δημουλᾶ. Μέ τέσσερεις συλλογές, ἡ Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, ὁ Λουκᾶς Κούσουλας, ὁ Μάριος Μαρκίδης καί ὁ Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Μέ τρεῖς, ὁ Βασίλης Καραβίτης, ὁ Γιώργης Μανουσάκης, ὁ Μάρκος Μέσκος, ὁ Τάσος Πορφύρης, ὁ Τάσος Ροῦσσος καί ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος. Μέ δύο, ὁ Τάσος Γαλάτης, ὁ Τάσος Δενέγρης, ὁ Μάνος Ἐλευθερίου, ὁ Τάσος Κόρφης, ὁ Χρίστος Λάσκαρης, ὁ Βύρων Λεοντάρης, ὁ Πρόδρομος Μάρκογλου, ἡ Γιολάντα Πέγκλη, ὁ Κώστας Ροδαράκης καί ὁ Χρίστος Ρουμελιωτάκης. Μέ μία τέλος, ὁ Ἀνέστης Εὐαγγέλου, ὁ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ὁ Ματθαῖος Μουντές, ὁ Π. Σωτηρίου, ὁ Θανάσης Τζούλης, ὁ Σπύρος Τσακνιᾶς καί ἡ Λεία Χατζοπούλου.[6]

Ὅλες αὐτές οἱ συλλογές καί τά ὅποια ἀνέκδοτα ποιήματα, πού δημοσιεύτηκαν στό διάστημα τῶν τελευταίων δεκαπέντε-δεκαέξι χρόνων, ἔχουν τή σημασία τους. Ἀποτελοῦν συμπληρωματικές ψηφίδες στό ἤδη δοσμένο ἔργο τῶν ἀνθολογημένων ποιητῶν καί πολύτιμο ὑλικό γιά τούς μελετητές τους. Βεβαίως ἡ γενική εἰκόνα τῶν ποιητῶν αὐτῶν δέν ἀνατρέπεται ἀπό τή νεότερη παραγωγή τους. Μολαταῦτα ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά παραγωγή πού κορυφώνει τήν ποιητική σταδιοδρομία τοῦ καθενός. Γιά ὁρισμένους μάλιστα ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ τελευταία τους παραγωγή. Πολύ συνοπτικά θά ἔλεγα, σχετικά μ᾿ αὐτό τό θέμα, τά ἀκόλουθα,[7]  ἀκολουθώντας τή σειρά μέ τήν ὁποία ἀνθολογοῦνται οἱ ποιητές, χωρίς νά ἐξαιρεῖται ὁ Εὐαγγέλου, πού στήν πρώτη ἔκδοση ἀνθολογήθηκε, ἐκτός σειρᾶς, τελευταῖος.

Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εἶναι ἀλήθεια πώς στό ἔργο τοῦ Χριστιανόπουλου κυριαρχεῖ τό ἐρωτικό στοιχεῖο. Εἶναι ὅμως ἐξίσου ἀλήθεια πώς τό ἔργο αὐτό δέν εἶναι μονοκόμματα ἐρωτικό. Σέ ὑπολογίσιμο βαθμό, μέ τή συλλογή ἰδίως Ὁ ἀλλοίθωρος, ἔχουμε ἐποχιακές ἀναφορές στά δύσκολα κατοχικά καί νεότερα χρόνια. Ἡ ἐκφραστική του ἰδιατερότητα, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν, μετά τό πρῶτο βιβλίο του, ἀπερίφραστη, ἄμεση, λιτή καί ὀνομαστική ἀναφορά στό ἑκάστοτε ἀντικείμενό του. Αὐτή ἡ λιτότητα φτάνει κάποτε σέ ἐξαιρετικά λιγόστιχες ποιητικές μορφές,  ἀκόμα καί σέ τρίστιχες καί δίστιχες. Π.χ.:

ὅσο κι ἄν μπαινοβγαίνουν οἱ χαφιέδες
τό τάβλι συνεχίζεται ἀμείωτο

Στά νεότερα ποιήματά του, ἄν καί δέν παρατηροῦμε σημαντικές διαφοροποιήσεις ἀπό τήν προηγούμενη παραγωγή του, ἔχουμε ὡστόσο μερικές διακριτές ἀποκλίσεις. Ὁ λόγος του, ἐξαιρουμένης τῆς πρώτης συλλογῆς του, γίνεται κατά τι μεταφορικότερος καί στοχαστικότερος. Ὁ κοινωνικός προβληματισμός ἐπίσης κερδίζει ἔδαφος. Ἐπιπλέον ἔχουμε ἤδη κείμενα μέ ἐθνικό περιεχόμενο.

Ὁ Βασίλης Καραβίτης, μέ τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του κινεῖται στήν εὐθεία προέκταση τῶν ἀμέσως προηγούμενων. Ὀξύτερα ὅμως κριτικός ἀπέναντι στό περιβάλλον, στήν ἐποχή καί στίς ἰδέες. Μένοντας ἔξω ἀπό τά ἱστορικά τεκταινόμενα, ὅπως ὅλη ἡ γενιά του, ἀπελεθερωμένος ἀπό ὁποιεσδήποτε βλέψεις καί δεσμεύσεις, ἀσκεῖ τόν ποιητικό λόγο χωρίς κρατούμενα. Ἔντονα εἰρωνικός, συχνά σαρκαστικός, ἄλλοτε δηκτικός,  ἀνυποχώρητα κατήγορος, καί φυσικά ὀργισμένος. Γιά νά πεῖς τά σύκα σύκα καί τή σκάφη σκάφη, χρειάζεται ἀσκητική ἀντίληψη γιά τή δουλειά σου, πού θά πεῖ νά μείνεις μακριά ἀπό τήν κοσμική πλευρά τοῦ λογοτεχνικοῦ γίγνεσθαι. Ὁ Καραβίτης ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς πιό παραδειγματικές περιπτώσεις ἐλεύθερου ποιητικοῦ λόγου καί προσωπικῆς στάσης. Στόν τομέα τῆς ἔκφρασης διακρίνεται γιά τήν εὐθύτητα, τή σαφήνεια καί τό ἀπερίφραστο τῆς γραφῆς του, μέ προεκτάσεις ὡστόσο πέρα ἀπό τό ρητό ἐπίπεδο.

Σπύρος Τσακνιᾶς. Στήν περίπτωσή του τό ποιητικό ὑποκείμενο μιλάει σάν κάποιος πού γύρισε ἀπό τήν κόλαση ἤ πού γλίτωσε ἀπό θανατηφόρο λοιμό καί θέλει νά ξεχάσει. Κι ἐνῶ εἶναι βαθύτερα ταραγμένος μιλάει συγκρατημένα, χαμηλόφωνα καί ἤρεμα. Μιλάει ἔντονα μεταφορικά, σάν νά μήν συμβαίνει καί τίποτε ἐξαιρετικό, σάν νά πρόκειται γιά καταστάσεις καί γεγονότα συνηθισμένα. Χωρίς ὀρθόδοξο εἰρμό, συχνά μέ σωρευτικό τρόπο. Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτά, δέν κρύβεται κανείς ἀπό τἡ μνήμη του. Ἔτσι, μέσα στήν τάχα ἄσχετη ἀναφορικότητα τοῦ λόγου, βγαίνουν στήν ἐπιφάνεια θραύσματα τοῦ παρελθόντος. Σπασμένες εἰκόνες, μισά λόγια, μισές σκέψεις. Ἄν τά συνδέσεις ὅλα αὐτά σχηματίζεις μιά σύνθεση ἀλληγορική τῶν δύσκολων μεταπολεμικῶν χρόνων. Κι εἶναι, καθώς πιστεύω, ἐπίτευγμα τό νά καταφέρεις νά μιλήσεις μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο γιά τίς πληγές πού ἄφησε πίσω της ἐκείνη ἡ ἐποχή. Μέ τό τελευταῖο του βιβλίο, Ὁρατότης μηδέν, συνεχίζει πάνω στήν χαραγμένη πορεία ἀπό τό προηγούμενο ἔργο του.

Ἡ Κική Δημουλᾶ μέ τά πέντε τελευταῖα βιβλία της συνεχίζει τό δρόμο πού ἄνοιξε μέ τό Χαῖρε ποτέ, τήν κορυφαία, καθώς πιστεύω, ποιητική στιγμή της. Δέν πρόκειται γιά ἀλλαγή προσανατολισμοῦ, ἀλλά γιά ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις σέ σχέση μέ τό κεκτημένο ποιητικό ἔργο της. Ἔτσι ὁ λόγος της γίνεται τώρα περισσότερο ἀναλυτικός, πιό ἐναργής, καί γι᾿ αὐτό πιό βατός ἀπό τή πλευρά τοῦ ἀναγνώστη. Ταυτόχρονα καί ἡ θεματική ἀνάπτυξη τῶν κειμένων της κάνει ἕνα βῆμα μπροστά. Ἔχουμε ἐπιπλέον μεγαλύτερη ροπή πρός τήν εἰρωνική θέαση τοῦ κόσμου καί συχνά ἕνα μόλις αἰσθητό μειδίαμα πάνω ἀπό τά γραφτά της. Ἕνα μειδίαμα πού, παρ᾿ ὅλη τήν εἰρωνία, στέκει καλοσυνάτο, θυμίζοντας κάπως ἐκεῖνο τοῦ Τσέχωφ. Παρατηροῦμε ἀκόμα ὅτι ἔρχεται πιό κοντά στά πρακτικά συμβάντα τῆς τρέχουσας ζωῆς, γίνεται πιό παροντική, χωρίς νά χάνει πάντως τήν ἐπαφή της μέ τό ἱστορικό παρελθόν. Πάντα βέβαια μέ τόν ἔντονα μεταφορικό λόγο της, τίς λεκτικές ἀνατροπές, τίς σημασιακές ἐμβαθύνσεις, αἰφνιδιάζοντας τόν ἀναγνώστη μέ τούς ἀπροσδόκητους συσχετισμούς πραγμάτων καί ἐννοιῶν.

Τάσος Κόρφης. «Ἡ ποίηση τοῦ Κόρφη», ἔχω γράψει στήν  ‘‘Εἰσαγωγή’’ τῆς πρώτης ἔκδοσης, «κινεῖται ἀνάμεσα στή μοναξιά, στόν πόθο τῆς γυναίκας καί τή θάλασσα». Σ᾿ αὐτά θά μποροῦσε νά προσθέσει κανείς τόν ἐρωτικό αἰσθησιασμό, ὡς ἀναπόληση καί νοσταλγία, ἐνῶ, γιά τη μοναξιά του, ὅτι συχνά παίρνει τή μορφή τῆς στέρησης, λόγω τῆς ἀναγκαστικῆς παραμονῆς του μακριά ἀπό ἀγαπημένα πρόσωπα καί ἀπό τίς δυνατότητες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ μαθητεία τοῦ ποιητῆ εἶχε σαφή προσανατολισμό πρός τούς ποιητές τοῦ ᾿20, τούς ὁποίους ἀγάπησε καί μέ τούς ἀσχολήθηκε σέ πολλά μελετήματά του. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ προηγούμενη ποίησή του ἔχει κάτι ἀπό τό κλίμα τῶν ποιητῶν ἐκείνων. Βαθύτερα ὅμως ἡ σχέση του μαζί τους ἦταν κάπως «φιλολογική», μιά καί τοῦ ἔλλειπε ὁ ζωτικός δεσμός μέ τά ἐποχιακά πεπραγμένα τῶν δευτερομεταπολεμικῶν χρόνων. Στίς δυό τελευταῖες συλλογές του μπορῶ νά πῶ ὅτι πλησιάζεει οὐσιαστικότερα τούς ποιητές τοῦ ᾿20, καθώς γίνεται πιό πραγματιστής, ἀγγίζοντας πτυχές τῆς τρέχουσας σημερινῆς πραγματικότητας.

Ἡ Ζέφη Δαράκη εἶναι, ἀνάμεσα στούς ἀνθολογημένους, ἡ πολυγραφότερη ποιήτρια, μέ εἰκοσιπέντε συλλογές στό ἐνεργητικό της. Μέ τίς τελευταῖες ἕξι συνεχίζει τήν πορεία πού ἀκολουθοῦσε στά ὥριμα χρόνια της. Τώρα πάντως μόλις συναντοῦμε πλάγιες ἀπηχήσεις ἀπό τό ἀπώτερο παρελθόν, ἐνῶ προέχει ὁ προβληματισμός πάνω στά ἀδιέξοδα τῆς ζωῆς. Τῆς ζωῆς ἀπό τήν μεριά τοῦ ἔρωτα, τῆς σχέσης μέ τό ἄλλο φύλο καί τόν ἄλλο γενικά, τῆς ἐπαφῆς μέ τά πράγματα, τῆς καθημερινότητας. Ἡ ἀναζήτηση νοήματος, μέ ὅ,τι προκαλεῖ, ἀπό κάποια ἄποψη, τό ποιητικό ἐγώ, συνιστᾶ τή βασική λεωφόρο τῶν γραφτῶν της. Πρόκειται βέβαια γιά μιά ἀγωνιώδη ἀναζήτηση, πού συνεχίζεται μέ ἀμείωτη ἔνταση ἀπό τήν ἀκάματη ποιήτρια. Κάτι πού ἀντανακλᾶ στό λόγο της, πού ἀσκεῖται στά ὅρια τοῦ ἄρρητου καί τοῦ ρητοῦ, ἔτσι πού νά θυμίζει κάποτε  ὑπερρεαλιστική γραφή, ἄν καί δέν νομίζω πώς ἡ γραφή της θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ποτέ ὑπερρεαλιστική.

Ἀλέξης Ζακυθινός. Γιά τόν Ζακυθινό θά μποροῦσα νά πῶ πέντε λέξεις καί νά τελειώσω: μοναξιά, ἀθυμία, νοσταλγία, μελαγχολία, ἐνάργεια. Ὅμως μ᾿ αὐτές τίς πέντε λέξεις δέν λέω τίποτα γιά κείνη τή διακριτική ψυχή πού δοκιμάζει τή λεπταισθησία της στά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἡ ποίηση τοῦ Ζακυθινοῦ θυμίζει κατά κάτι τή λεπτή μελαγχολική διάθεση τοῦ Ὄσκαρ Μιλόζ. Ὅμως δέν μένει στή νοσταλγική ἀναπόληση, ὅπως ὁ Μιλόζ, κάνει ἔνα βῆμα παραπέρα διαλύοντας τελικά τήν ἀχλύ τῆς νοσταγικῆς στιγμῆς, μέ τό τρυπάνι τοῦ στοχασμοῦ του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πέρα ἀπό τήν ἔφεση τῆς ἀναπόλησης, ἔχουμε ἀρκετά κείμενα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τό παρόν. Γενικότερα θά ἔλεγα πώς ὁ ποιητής αὐτός, μέ τό ἀνικανοποίητο πού τόν κατέχει, μοιάζει μέ μέλισσα πού γυρίζει ἀπό λουλούδι σέ λουλούδι, χωρίς νά βρίσκει τό νέκταρ πού ζητάει. Ὁ λόγος του καθ᾿ ὅλα εὐκρινής, δέν ἀφήνει  σκοτεινά σημεῖα. Μέ τήν τελευταῖα του συλλογή δέν ἀλλάζει βέβαια πορεία, ἁπλῶς φτάνει στό κορυφαῖο σκαλί τῆς δουλειᾶς του.

Βύρων Λεοντάρης. Ἡ ποίησή του διέγραψε μιά καμπύλη ἀπό τό ἰδεολογικό πιστεύω τῆς ἀριστερᾶς ὥς τά ὑπαρξιακά καί ποιητικά μεῖον πού ἀποτελοῦν στόχο τοῦ ὕστερου ἔργο του. Βέβαια δέν πρόκειται γιά αἰφνίδιο ἅλμα ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο, ἡ ἀλλαγή ἦρθε μετά ἀπό μακρόχρονη περίοδο ἀναζητήσεων καί προβληματισμοῦ. Κεντρική θέση στό ἔργο του, εἴτε δηλώνεται ἄμεσα εἴτε ὑποδηλώνεται ἔμμεσα, κατέχει τό ἱστορικό τραῦμα τῆς γενιᾶς του. Γενικότερα ὁ χῶρος τῆς ἱστορίας ἀποτελεῖ γιά τό Λεοντάρη βασικό πεδίο τριβῆς καί προβληματισμοῦ. Πάντως οἱ ὅποιες διαφοροποιήσεις συνελέστηκαν στό ἔργο του ὑπῆρξαν προϊόν δοκιμασίας πάνω στήν πρακτική πλευρά τῆς ζωῆ καί τῆς γραφῆς. Μέ τίς τελευταῖες συλλογές του δέν πραγματοποεῖ νέα ἀλλαγή πορείας, ἁπλῶς κινεῖται ἔντονα ἀνωδικά. Ἡ ἀναζήτηση τῶν ὑπαρξιακῶν καί ποιητικῶν ὁρίων, μέσα πάντα στά ἐποχιακό κλίμα, φτάνει νομίζω ἐδῶ στό μή περαιτέρω. Μ᾿ ἕνα λόγο μοντερνιστικό, συχνά ὑπαινικτικό,  αἰχμηρό ὥς καί ὀργισμένο, φορτισμένο μέ πολλή ἀπογοήτεψη καί πίκρα.  Ποιοτικά, ἡ καμπύλη τῆς ποιητικοῦ του λόγου, πού ἀρχικά κινήθηκε σέ χαμηλά ἐπίπεδα καί ἀργότερα ἀκολούθησε ἀνοδική πορεία, ἔχει προσεγγίσει ἤδη τήν κατακόρυφη κατεύθυνση.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Ὁ Μίλτος Σαχτούρης, πέρα ἀπό τό δραματικό στοιχεῖο, ἀνατρέπει τή συμβατική πραγματικότητα μέ εἰκόνες. Ὁ Λυκιαρδόπουλος τό κάνει μέ ἔλλογο τρόπο.

Ζητήσαμε βοήθεια ἀπό τόν Θεό
κι αὐτός μᾶς ἔστειλε στόν θεολόγο

Κεντρικό σημεῖο στήν ποίησή του, ὅπως καί γιά τήν πλειονότητα τῶν συνομηλίκων του, ἡ ἱστορική ἀπραξία. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐδῶ δίνεται μέ ἀσυνήθιστη ὀξύτητα. Στόχος του ἔκτοτε εἶναι ὁ ὑποκριτικός συμβιβασμός μ᾿ ἕνα ἀνάξιο, ἠθικά διαβρωμένο, παρόν. Καί τά προσωπικά ζητήματα; Καί σ᾿ αὐτά καί παντοῦ προέχει ἡ ἀσυμβίβαστη στάση, πού μπορεῖ νά ἐκδηλώνεται μέ ποικίλους τρόπους, τόσο θετικά, ὅσο καί ἀρνητικά. Σ᾿ ἕνα χαλασμένο κόσμο, σοῦ μένει αὐτό τό ἐλάχιστο: νά δείχνεις τήν παθολογία του. Πρέπει νά ὑπολογιστεῖ ὅτι ἡ γενική ὀπτική τοῦ ποιητῆ ἔχει ἀριστερή ἀφετηρία, ἔστω κι ἄν δέχεται κι αὐτή τά πικρά βέλη του. Τό ποιητικό ἐγώ ἀπογοητευμένο ὥς ἐκεῖ πού δέν παίρνει, ἐκφράζεται εἰρωνικά, πολύ αἰχμηρά καί ὀργισμένα. Ἡ τελευταία συλλογή τοῦ ποιητῆ συνεχίζει τή γραμμή τῆς προηγούμενης δουλειᾶς του. Μέ τήν παρατήρηση, πώς ἄν καί τά χρόνια περνοῦν, ἡ ἀνατρεπτική ὀξύτητα, ἀντί νά ὑποχωρεῖ, μᾶλλον αὐξαίνει.

Στήν περίπτωση τοῦ Ὀρέστη Ἀλεξάκη δέν ἔχουμε ἀλλαγή πλεύσης, ἔχουμε κάποιους μορφικούς πειραματισμούς καί βέβαια μιά ἐμπειρότερη ματιά στόν ποιητικό του ἀντικείμενο. Ὁ στοχαστικός λυρισμός του παραμένει πάντα σταθερό γνώρισμα τοῦ λόγου του. Κάτι ὡστόσο πού δέν ἔχει ἐπισημανθεῖ εἶναι ἡ μεταφυσική μνήμη, ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, πού συναντοῦμε στά κείμενά του. Μιά μνήμη πού λές κι ὁ ποιητής ἔχει ζήσει μιά προηγούμενη ζωή, ἀπό τήν ὁποία ἀφυπνίζεται ξαφνικά στίς ἀφιλόξενες  μέρες μας. Θαρρῶ πώς αὐτή ἡ μνήμη ἀπό ἄλλη ἐποχή, ἤ ἄλλη περίοδο, ἀποτελεῖ ἕναν ὀξύ ἐνορατικό τρόπο ποιητικῆς λειτουργίας. Ἐξαιρετικῆς γενικότερα σημασίας γιά τόν ποιητικό λόγο, καθώς ἀνοίγει ἕνα δρόμο γιά πολλές παράπλευρες πραγματώσεις. Τέτοιες πού συναντοῦμε στό ποιητικό σῶμα, εἴτε γιά ἐρωτικά θέματα πρόκειται, εἴτε γιά κοινωνικά, εἴτε γιά ὁτιδήποτε ἄλλο.

Λουκᾶς Κούσουλας. Δέν ἔχουμε διαφοποποιήσεις, οὔτε γενικές, οὔτε εἰδικές. Ὁ Κούσουλας συνεχίζει τήν διπλή τεχνοτροπική πορεία του μέχρι τό τελευταῖο βιβλίο του, Τό φεγγάρι τοῦ Ὑμηττοῦ. Ἀπό τό ἕνα μέρος ποιήματα αὐτοδύναμα καί ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ποιήματα-«σχόλια» σέ ξένους στίχους ἤ φράσεις. Στήν πρώτη περίπτωση ἔχουμε ποιήματα κλασικῆς μορφῆς, συνταγμένα συνήθως σέ πρῶτο πρόσωπο, μᾶλλον μονολογικά, στά ὁποῖα προέχει τό συναίσθημα. Στή δεύτερη περίπτωση ἔχουμε ποιήματα μιᾶς καθ᾿ ὅλα ἰδιότυπης, ὅσο καί εὑρηματικῆς, μεθόδου, τά ὁποῖα συνιστοῦν ἀνταποκρίσεις σέ ξένα κείμενα. Σ᾿ αὐτά, πού κατά κανόνα εἶναι συνταγμένα σέ τρίτο πρόσωπο, προέχει ἡ κριτική, ἡ εἰρωνία καί τό χιοῦμορ. Ἀλλιῶς θά τά λέγαμε σπιρτζόζικα διακειμενικά σχόλια, ἀλλά ποιητικῆς ὁπωσδήποτε στάθμης. Μέχρι σήμερα δέ φαίνεται νά ἔχουν ἐκτιμηθεῖ κατά τήν ἀξία τους.

Τάσος Πορφύρης. Σέ γενικές γραμμές οἱ προσανατολισμοί τοῦ Πορφύρη εἶναι παρόμοιοι μ᾿ ἐκείνους τοῦ Μέσκου. Εἰδικά ὡστόσο, ὡς ἰδιοσυγκρασίες, εἶναι καθ᾿ ὅλα ἀσύμπτωτοι. Ἡ χοϊκότητα τοῦ Πορφύρη συνιστᾶ μιά περιπαθή αἰσθησιακή σχέση μέ τή φύση, εἴτε, συχνότερα, μέσα ἀπό τίς ἀναμνήσεις τοῦ χωριοῦ του, εἴτε σέ παροντικό χρόνο. Μέ τό ἀστικό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας οὐδέποτε συμβιβάστηκε καί ἀποτελεῖ ἀφορμή γιά νά θυμᾶται ἀντιθετικά καί νοσταλγικά τόν κόσμο τῆς ὑπαίθρου. Στή νεοελληνική ποίηση, ἄν ἐξαιρέσουμε τόν Κρυστάλλη, δέν ἔχουμε ἄλλη περίπτωση τόσο παθιασμένου νόστου. Συχνά ὁ νόστος αὐτός συνδυάζεται μέ τόν, ἀριστερῆς ἀφετηρίας, κοινωνικό προβληματισμό τοῦ ποιητῆ καί τίς ἀναμνήσεις του ἀπό τήν τή δύσκολη ἐποχή τῶν νεανικῶν του χρόνων. Διάχυτος εἶναι ἐπίσης μέσα στό ἔργο του ὁ ἐρωτικός αἰσθησιασμός του. Μέ τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του δέν ἀλλάζει ρότα ὡς πρός τό προηγούμενο ἔργο του. Ἁπλῶς δίνεται ἔργο ὡριμότητας, μέ κορυφαία, καθώς πιστεύω, στιγμή τή συλλογή του Τά λαβωμένα.

Γιάννης Νεγρεπόντης. Ἡ ποιητική του πορεία ὑπῆρξε κάπως τεθλασμένη: ἀπό μιά ἀριστερῆς ὀπτικῆς κοινωνική διαμαρτυρία πέρασε ἀργότερα στόν ἰδεολογικό σκεπτικισμό καί τόν ὑπαρξιακό προβληματισμό. Οἱ τρεῖς πρῶτες συλλογές του (Πρόσωπα καί χῶρος, Καθημαγμένοι, Δωρήματα) ἀφοροῦν τήν πρώτη περίοδο, τῆς ἄμεσης ἤ ἔμμεσης κοινωνικῆς διαμαρτυρίας. Μεσολάβησε ἕνα ἐρωτικό βιβλίο (Ἅδιον οὐδέν ἔρωτος) κι ἕνα ἀντιστασιακό (Φυλάττειν Θερμοπύλας), γραμμένο στή Λέρο, ὅπου εἶχε ἐξοριστεῖ ἀπό τή Χούντα τῶν συνταγματαρχῶν. Καί ἀκολούθησαν οἱ δυό τελευταῖες, ὅσο ζοῦσε, συλλογές (Συνάντηση, Περσεφόνη), μέ τίς ὁποῖες διαφοροποιεῖται στρεφόμενος πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο. Τά κείμενά του τά διακρίνει ἡ στρωτή γλώσσα καί ἡ σαφήνεια τῆς ἔκφρασης. Ἡ μεταθανάτισα ἔκδοση ποιημάτων του ἀποτελεῖ ἕνα ἀντιπροσωπευτικό δεῖγμα τῆς ὅλης πορείας του. Κατἀ κανένα ὅμως λόγο, ὅπως τό δείχνουν τά ἀνθολογημένα ποιήματα, δέν ἀποτελεῖ μιά περιττή ἔκδοση.

Μάρκος Μέσκος. Παραμένει πάντα, μαζί μέ τόν Τάσο Πορφύρη, ὁ πιό χοϊκός ἀπό τούς συνομηλίκους του ποιητές. Ἄν καί ἔζησε ἀπό μικρός καί μέχρι σήμερα σέ ἀστικά κέντρα (Ἔδεσσα -ὁ ἴδιος ἐπιμένει στήν παλιά ὀνομασία τῶν Βοδενῶν-, Θεσσαλονίκη, Ἀθήνα, Θεσσαλονίκη), εἶναι ζηλωτής τῆς ὑπαίθρου. Καί ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς ἁπλῆς φυσιολατρείας, ἀλλά μέ βαθειά ἐνστικτώδικη ἔφεση. Ἀπό τή φύση ἀντλεῖ μεγάλο μέρος ἀπό τό πραγματολογικό ὑλικό τῶν κειμένων του. Παράλληλα ἀνατρέχει στό καυτό ἱστορικό παρελθόν, ἰδίως σέ στιγμές χαρακτηριστικές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Συνηθέστερα πάντως κατά τρόπο ὑποδηλωτικό. Μιά ἄλλη πτυχή τοῦ ἔργου ἔχει νά κάνει μέ τόν κοινωνικό προβλησματισμό του, ἐνῶ ἀπό τήν ὅλη σύνθεση δέν ἀπουσιάζει τό ἐρωτικό στοιχεῖο. Σέ ὅλα αὐτά τί ἔχουν νά προσθέσουν οἱ τρεῖς τελευταῖες συλλογές του; Ἐκτός ἀπό τό πρόσθετο ποιητικό σῶμα, μιά μελαγχολική νότα, καθώς τά πράγματα σκιάζονται ἀπό τή φθορά καί τόν ἀνέφικτο θάνατο.

Ὁ Ματθαῖος Μουντές συνιστᾶ «ἀλλουνοῦ παπά βαγγέλιο», μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ποιητικό του ἔργο ἔχει θεολογικό ἰδεολογικό βάθρο. Γενικά πρόκειται γιά ἕναν ὀρθόδοξο χριστιανικό ὑπαρξισμό, ἀλλά μέ κοσμικές προεκτάσεις. Δέν παρουσιάζεται, ἀλά Κίργκεγκαρ, ὡς ἄτεγκτος ἀναζητητής τῆς θείας οὐσίας, ἀλλά σάν ἕνας μεσογειακός πιστός, συνομιλητής τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς. Ὑπάρχει βέβαια αἴτημα ἐξαγνισμοῦ καί ἀσκητισμοῦ, ἀλλά μᾶλλον στό ἐπίπεδο τοῦ λόγου παρά τοῦ σκληροῦ βιώματος, ἐνῶ λανθάνει μιά ἀρκετά αἰσθησιακή κράση. Μοντερνιστής ἀπό τήν πλευρά τῆς ποιητικῆς του, κάποτε μέ φραστικές ἀκροβασίες. Ἀρκετές φορές ὁ λόγος του προδίνει βουλητική ἀφετηρία, γεγονός πού ἀδυνατίζει τό ποιητικό ἀποτέλεσμα. Ἡ τελευταία του συλλογή συνεχίζει τήν προηγούμενη δουλειά του, ἀλλά μέ μεγαλύτερη ἀπόκλιση πρός τόν πραγματισμό καί μέ περισσότερη αἰσθητική ἐπιτυχία.

Ὁ Νίκος Γρηγοριάδης καί στά νεώτερα ποιήματά του δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τίς βασικές του θέσεις: τόν ἔρωτα καί τό ἱστορικό τραῦμα τῆς γενιᾶς του. Πιό ἁδρός ὡστόσο γλωσσικά μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων καί πιό στοχαστικός, κάποτε ἀπολογιστικός πάνω στά πεπραγμένα τοῦ βίου, ὅπου τά λίγα καλά ἀξίζουν περισσότερο ἀπό τά πολλά ἐντυπωσιακά ἤ μάταια. Ὑπάρχει ἐπιπλέον ἕνα μεγαλύτερο θεματικό ἄνοιγμα, μέ τό ταξίδι στίς χαμένες πατρίδες (Μαῦρες ἀκτές)  καί μέ τήν κάπως ρητορική συνθεση Ἀνάβαση, πού ἀναφέρεται στή φύση καί στήν ἱστορία τοῦ τόπου. Καλύτερη στιγμή του ἀπό τά νεότερα βιβλία του, καθώς πιστεύω, τό τελευταῖο του βιβλίο Καί στρεβλές ρίμες, ὅπου, μεταξύ ἄλλων, στοχάζεται πάνω στίς μικρές ἀπολαύσεις καί στίς ματαιοδοξίες τῆς σύγχρονης ἀστικῆς ζωῆς.

Ἡ Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ, μέ ἕξι νεότερες συλλογές, ἔχοντας ἤδη πίσω της κάπου ἄλλα ἑφτά βιβλία, συνεχίζει ἀνοδικά τήν ποιητική της πορεία. Ἀνοδικά, γιατί δέν σταμάτησε νά βυθομετράει, ὁλοένα ἐντελέστερα, τό πολύπτυχο ἀντικείμενό της. Τό σῶμα, τόν ἔρωτα, τή μοναξιά, τό θάνατο, τό ὑπαρξιακό πρόβλημα τῆς ζωῆς. Νά βυθομετράει τό ἀναξάντλητο μέσα της καί νά φέρνει στήν ἐπιφάνεια πολύτιμα εὑρήματα. Κάνει ἐντύπωση αὐτή ἡ ἀκάματη προσπάθεια χαρτογράφησης τῆς μύχιας ἐνδοχώρας της, ἐνῶ ἀπό τή μεριά τοῦ ἀναγνώστη θαρρεῖ κάθε φορά κανείς πώς ἐξάντλησε τό μεταλλεῖο της. Μέ μιά ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια, ἔχοντας κατακτήσει τό ἐκφραστικό της ὄργανο ἀπό νωρίς καί διαγράψει μέ σαφήνεια τά ὅρια τῶν στόχων της, ἀνεβαίνει σκαλί σκαλί τήν κλίμακα τῆς ποιητικῆς ὡριμότητάς της. Δέν μπορῶ νά πῶ ὅτι μέ τά νεότερα βιβλία της ἀλλάζει πορεία, μπορῶ ὅμως νά πῶ ὅτι, μέσα στό γενικότερο πλαίσιο τοῦ προβληματισμοῦ της, μᾶς δίνει τίς ὡριμότερες στιγμές τοῦ ἔργου της.

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία. Ὅ,τι προέχει στά κείμενά της εἶναι ἡ ἐρωτική διάθεση. Σ᾿ ἕνα πρῶτο πλάνο, ὡς γήινη ἔφεση πρός τό ἐρωτικό ἄλλου. Σ᾿ ἕνα δεύτερο πλάνο, ὡς ἐπιθυμία δυνητικῶν ἐρωτικῶν πραγματώσεων μέ γήινες προϋποθέσεις, σάν κάτι πού θά ἦταν δυνατό νά συμβεῖ. Καί σ᾿ ἕνα τρίτο, ὑποθετικά, ὡς ἰδανική ἐκδοχή τοῦ ἔρωτα, πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Πάντα μέ ἀρκετή δόση παθητικῆς τρυφερότητας. Χωρίς νά ἀγνοεῖ βέβαια τήν πεζή πραγματικότητα, πρός τήν ὁποία στρέφονται, ἀποκαρδιωτικά, πολλές φορές τά κείμενά της. Πρέπει νά πῶ ὅτι ἡ Χατζοπούλου, ἄν καί κατεξοχήν ἐρωτική ποιήτρια, δέν ζεῖ ἐρήμην τῶν κοινωνικῶν δεδομένων τοῦ καιροῦ της. Κι αὐτό σημαίνει πώς σ᾿ ἕνα ποσοστό τοῦ ἔργου της ἔχουμε εὐδιάκριτες κοινωνικές αἰχμές. Ἡ γραφή της εἶναι στρωτή, καθαρή καί ἐναργής. Μέ τήν τελευταία συλλογή της δέν ἀλλάζει πορεία, ἁπλῶς εἶναι περισσότερο πραγματιστική καί αἰσθητά ὡριμότερη.

Θωμάς Γκόρπας. Εἶναι ὁλόκληρος μέσα στό ἱστορικό πλέγμα τῆς γενιᾶς του, ἀλλά μέ τό δικό του ἰδιότυπο τρόπο. Στό ἔργο του ἔχουμε ἕνα ποιητικό ἐγώ αἱρετικοῦ ἀριστεροῦ, στερημένου ἀπό πολλά, τιμητῆ τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων, ἐπιθετικοῦ, σχεδόν ἀναρχικοῦ, εἰρωνικοῦ, σαρκαστικοῦ καί ὀργισμένου. Ταυτόχρονα τόν χαρακτηρίζει ἕνας ντόμπρος αὐθορμητισμός, ἀπελευθερωμένος ἀπό τίς κοινωνικές συμβάσεις κι ἐπίσης μιά ἀρκετά λαϊκή αἴσθηση τῆς ζωῆς κι ἕνας κάπως ἁδρός αἰσθησιασμός. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, μέσα σ᾿ αὐτή τήν σκληρή ποιητική στάση, λανθάνει ἀρκετή τρυφερότητα γιά ἄψυχα καί ἔμψυχα καί ἄλλο τόσο προσωπικό παράπονο γιά τίς διακρίσεις τῆς τύχης. Ὅλα αὐτά δοσμένα μ᾿ ἔνα λόγο ἀπερίφραστο, πληθωρικό, προκλητικό, κάποτε πλατυαστικό καί κάποτε σχεδόν χύμα. Ὁ ποιητής, θά λέγαμε, ἁπλώνει τό χέρι του νά πιάσει χρυσάφι, ἀλλά πιάνει ταυτόχρονα καί χῶμα. Τά ἀνέκδοτα ποιήματα, πού δημοσιεύτηκαν σέ περιοδικά, μετά τό 2000, δέν ἀλλάζουν πορεία, προσθέτουν ἁπλῶς ποιητική ὕλη στό προηγούμενο ἔργο τοῦ ποιητῆ.

Κώστας Πασβάντης. Εἶναι ὁ πιό σεφερικός ἀπό τούς συνομηλίκους του. Ὁ Σεφέρης τόν παίδευσε, ἀλλά καί τόν παίδεψε ὥσπου νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τή σκιά του. Ὅμως καί πέρα ἀπό τό Σεφέρη ἔχει ἀνοίξει διάλογο μέ πολλούς λογοτέχνες, τῆς νεοελληνικῆς γραμματείας κυρίως. Στίς πρῶτες συλλογές του περιπλανιέται στό μακρινό, συχνά μυθολογικό, παρελθόν. Μέ τήν τέταρτη, καί τελευταία μέχρι σήμερα, συλλογή του, Ἡ πόλη φεύγει, προσγειώνεται στά νεότερα χρόνια, βρίσκει καλύτερα τόν ἑαυτό του καί μαζί τά προβλήματα τῶν συνομηλίκων του. Γυρίζει στά δύσκολα, κι ὡστόσο νοσταλγικά, παιδικά του χρόνια στήν Καβάλα, ἐνῶ ἀπομακρύνεται ψυχικά ἀπό τή ζωή τῆς Ἀθήνας, ὅπου διαμένει μόνιμα. Σέ ὅλη τό ἔργο του ὑπάρχει ἔντονο τό ἐρωτικό στοιχεῖο, καθώς καί, ἀρκετά, τό φυσιολατρικό. Ἡ φωνή τοῦ Πασβάντη εἶναι σιγανή, φιλική, κάπως κουρασμένη, μοιάζει μέ μονόλογο καθ᾿ ἑαυτόν, -κάτι πού ἡ ἐναργής γραφή του τό ὑποβάλλει εὐδιάκριτα. Στά ἀνέκδοτα ποιήματα πού δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, ἄν ἐξαιρέσουμε τήν κάποια, γνωστή ἀπό πρίν, θλίψη, δέν ὑπάρχει ἴχνος ἀπό τό Σεφέρη. Τό κλίμα ἔχει μᾶλλον καρυωτακική ἀπόκλιση. Ὅμως ὁ κύριος στόχος τώρα φαίνεται νά εἶναι, καθώς στό μεταξύ τά χρόνια περνοῦν, ἕνας ἀπολογισμός πεπραγμένων. Τί ἀξίζει πιά καί τί δέν ἀξίζει, τί μένει καί τί δέν μένει, τί πραγματοποιεῖται καί τί ὄχι…

Χρίστος Ρουμελιωτάκης. Σ᾿ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο ἔζησε τόν κλῆρο τῆς γενιᾶς του ὡς ἀριστερό θήραμα -ὁ ἴδιος, ἐκτός ἀπό τίς ἐξορίες τοῦ πατέρα του, ἐκτοπίστηκε ἀπό τή Χούντα στή Γυάρο καί στή Λέρο. Σ᾿ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο τήν ἔζησε ὡς παντοειδῆ στέρηση, καί σ᾿ ἕνα τρίτο ὡς ἰδεολογικό μεταπολιτευτικό σκεπτικισμό. Τά ποιήματά του, εἴτε ἀφοροῦν προσωπικά δεδομένα εἴτε ἱστορικά εἴτε καθημερινά, δίνονται ἀπό τή σκοπιά τοῦ θύματος, πάντα ὡστόσο συγκρατημένα καί κάπως θυμοσοφικά. Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες εἶναι δυνατός ὁ ἔρωτας; Μά ναί, ὁ ἔρωτας χωράει παντοῦ. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐδῶ χρωματίζεται ἀρκετά ἀπό τίς συγκεκριμένες συνθῆκες. Ἰδαίτερη προτίμηση τοῦ ποιητῆ ἀποτελοῦν ἱστορικά πρόσωπα πού, ὅπως κι ὁ ἴδιος, δέν σήκωσαν «λευκή σημαία». Πρόσωπα δηλαδή πού ἀντιμετώπησαν τό ἠθικό δίλημμα, ὑποταγή μέ ἀνταλλάγματα ἤ ὄχι μέ βαρύ τίμημα, καί ἀποφάσισαν τό δεύτερο. Τό λόγο τοῦ ποιητῆ τόν συνθέτουν μετρημένα λόγια, ὅσα κάθε φορά εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ἐκφραστική ἐπάρκεια τῶν κειμένων. Γιά τοῦτο ὁ λόγος του εἶναι ἐξαιρετικά πυκνός κι ὠστόσο ἀσυνήθιστα ἐναργής. Τά παραπάνω ἀφοροῦν ὅλο τό ἔργο τοῦ Ρουμελιωτάκη: τίς τέσσερεις ποιητικές συλλογές του. Δέν ξεχώρισα τίς δυό τελευταῖες, ἐπειδή αὐτές ἀποτελοῦν, ποσοτικά καί ποιοτικά, τό σημαντικότερο μέρος τῆς μέχρι τώρα δουλειᾶς του.

Θανάσης Τζούλης. Κρίνοντας κανείς ἐπιφανειακά θά ἔλεγε πώς ὁ Τζούλης δέν ἀνήκει στό κλίμα τῶν συνομηλίκων του ποιητῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς δέν ἔχουμε ἀπερίφραστες, ξεκάθαρες, ἀναφορές σ᾿ αὐτό τό κλίμα. Εἶναι ὅμως ζήτημα γραφῆς. Ἡ γραφή του δέν μᾶς δίνει μέ εὐθύ τρόπο τό ἀντικείμενό της. Πρόκειται γιά τήν πιό ὑπερρεαλιστική γραφή μεταξύ τῶν ἀνθολογημένων ποιητῶν. Χωρίς νά εἶναι καθαρά ὑπερρεαλιστική, ἔχει ὡστόσο ὑπερρεαλιστική ἀπόκλιση. Ἄν θέλουμε λοιπόν νά δοῦμε τό ἀντικείμενο, τό «τί», αὐτῆς τῆς γραφῆς, θά πρέπει νά τό ἀναζητήσουμε στό ἐπίπεδο τῶν ὑποδηλώσεων. Ἐκεῖ ὁ κερματισμένος λόγος τοῦ ποιητῆ ἀφήνει νά διαφανεῖ, σάν μέσα σέ ἡμιονειρική κατάσταση, ἡ σχέση του μέ τήν ἐποχή του, ἡ σχέση του μέ τήν ποιητική παράδοση, ὁ διάλογός του μέ τό θάνατο καί ὁ λανθάνων αἰσθησιασμός του. Μέ τό τελευταῖο βιβλίο του δέν ἔχουμε ἀλλαγή στήν ἐκφραστική τακτική. Ἔχουμε ὅμως μιά σαφή παρουσία νόστου. Τό βλέμμα τοῦ ποιητῆ γυρίζει στά πατρικά ἐδάφη, στό χωριό του καί στήν εὐρύτερη περιοχή, κοντά σέ οἰκεῖα πρόσωπα, καταστάσεις καί γεγονότα.

Γιώργης Μανουσάκης. Στήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης εἶχα τοποθετήσει τό Μανουσάκη στήν Τρίτη κατηγορία, στήν κατηγορία δηλαδή τῶν ποιητῶν μέ τίς λιγότερες ἐποχιακές μαρτυρίες. «Στό Μανουσάκη», ἔλεγα «ἔχουμε ὁρισμένες ἀναφορές στό παρελθόν. Γενικότερα ὅμως δέν ἔρχεται σέ ἀποφασιστική ρήξη μέ τό περιβάλλον, ὅπως οἱ ποιητές τῆς πρώτης καί τῆς δεύτερης κατηγορίας.» Τώρα, ἔχοντας ὑπόψη τίς τρεῖς τελευταῖες συλλογές του, δέν ἔχω τήν ἴδια γνώμη. Γιατί ὁ Μανουσάκης, χωρίς ν᾿ ἀπαρνηθεῖ τήν ἐσωστρέφειά του, διαχωρίζει πιά τή θέση του ἀπό τό περιβάλλον (ὄχι τό φυσικό βέβαια), ἐνῶ τόσο ὁ κοινωνικός προβληματισμός του, ὅσο καί ἡ σχέση του μέ τήν ἱστορική τύχη τῆς γενιᾶς του ἐκφράζεται ἀρκετά δηλωτικά. Ἀλλά καί  ὑποδηλωτικά, ὅπως στούς παρακάτω στίχους ἀπό δύο διαφορετικά ποιήματα.

Ἐγώ, ἕνα παιδί πού δέν ἔζησε
τή φωτιά καί τό σίδερο,
τῆς εἶμαι ἄγνωστος [τῆς πολιτείας].

Ὅμως ποῦθε ἔρχεται τοῦτο τό αἷμα
πού γλιστρᾶ κάτω ἀπό τήν πόρτα μου;

Λοιπόν, στήν περίπτωση τοῦ Μανουσάκη, ἔχουμε νέα στοιχεῖα, σύμφωνα με τά ὁποῖα παίρνει, μέ κάποια καθυστέρηση,  θέση ἀνάμεσα στούς ποιητές τῆς Δεύτερης κατηγορίας τῆς «Εἰσαγωγῆς».

Τάσος Ροῦσσος. Μολονότι πασίγνωστος ἀπό τίς θεατρικές μεταφράσεις του ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, τά λατινικά καί τά ἀγγλικά, ὡς ποιητής δέν προσέχτηκε ἰδιαίτερα. Στοχαστικός, ἀλλά συγκινημένος, ὁ ποιητικός λόγος τοῦ Ρούσσου ὑφαίνεται ἀπό ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, ἐρωτικές ἀνιχνεύσεις, κοινωνικές αἰχμές, προβλήματα ποιητικῆς -δείγματα ἐξαιρετικῆς παιδείας. Ἄν καί ξεκινάει συνήθως ἀπό κάτι πού ἔχει ἐμπειρική ἀφετηρία, ἡ τάση του εἶναι νά τό ἀνάγει στίς μεταφορικές ἐκδοχές του. Γνωστός ποιητικός τρόπος, πού στό Ροῦσσο φτάνει σέ ἐπίπεδο δεξιοτεχνίας. Στά νεότερα βιβλία του θά τά βροῦμε ὅλα αὐτά. Ὅμως, ἄν ἐξαιρέσουμε τή συλλογή Τό πλοῖο-φάντασμα, ἔχουμε τώρα μεγαλύτερη ἀπόκλιση πρός ἕνα λόγο εἰς ἑαυτόν. Ταυτόχρονα ἡ πολύχρονη ποιητική ἄσκησή του τοῦ ἐπιτρέπει ἤδη νά δίνει πιό κατασταλαγμένα αἰσθήματα, ζυγισμένα στήν πλάστιγκα του ἔσω εἶναι του. Ἔτσι φτάνουμε σέ συνθέσεις ὁλοκληρωμένες, στρογγυλές θά ἔλεγα, πού θυμίζουν τήν πληρότητα τῶν καβαφικῶν ποιημάτων.

Πρόδρομος Μάρκογλου. Τό ἔργο του ἔχει σαφή κοινωνικό προσανατολισμό, μέ ἀριστερή ἰδεολογική ἀπόκλιση. Πάντα ὡστόσο ξεκινάει ἀπό ἐμπειρικά δεδομένα. Ἡ μέχρι τώρα πορεία του, ἀπό συλλογή σέ συλλογή, χαρτογραφεῖ τίς φάσεις πού πέρασε ὁ τόπος μας ἀπό τόν ἐμφύλιο ὥς καί τή μεταπολίτευση. Φυσικά μέσα ἀπό τίς ταυτόχρονες δικές του φάσεις, ἀπό τά παιδικά καί νεανικά του χρόνια στήν Καβάλα τῶν καπνομάγαζων μέχρι τή σημερινή μας ἀστική καταλωτική περίοδο. Ὁ λόγος τοῦ Μάρκογλου εἶναι ἰδιότυπος, ἄν καί κοινωνικῆς κατεύθυνσης, ὀργανώνεται μέ σπαστό ἤ ἀποσπασματικό τρόπο, ἔτσι πού νά μήν ἀναπτύσσεται θεματικά. Ἄλλο γνώρισμά του εἶναι ἡ ἀκραία αἰχμηρότητά του: ἕνας λόγος πού ἀποπνέει  ἀπογοήτευση, ὀδύνη[8], ἀγανάκτηση καί ὀργή. Μέ τίς τελευταῖες δυό συλλογές του δέν ἀθετεῖ τόν κοινωνικό του προσανατολισμό, οὔτε τήν ἰδιότυπη γραφή του. Ὅμως κάτι ἀλλάζει. Προχωράει, πέρα ἀπό τίς προηγούμενες πραγματεύσεις του, σ᾿ ἕναν ἰσολογισμό πεπραγμένων ἀνάμεσα στό παρελθόν καί στό παρόν, ἀναφορικά μέ τά ἱστορικά δεδομένα, τή ζωή του καί τήν τέχνη του.

Ἀνέστης Εὐαγγέλου. Ἀνήκει στούς κοινωνικά προσανατολισμένους ποιητές τῆς γενιᾶς του, μέ ἔκτυπα τά βασικά γνωρίσματα τῆς στέρησης, τῆς φενακισμένης ζωῆς,  τοῦ ἱστορικά ἀπόβλητου, τῆς ἀρνητικῆς στάσης ἀπέναντι στό ἄξενο παρόν, κ.λπ. Ἀντιδρώντας στό κλίμα πού συνθέτουν τά γνωρίσματα αὐτά, στρέφεται πρός ὅ,τι θά περίμενε κανείς νά ἦταν μιά φυσιολογική ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων. Πρός ὅ,τι θά ἦταν ἕνας ἐπιθυμητός κόσμος. Αὐτά σέ πρῶτο πλάνο, γιατί σέ δεύτερο καί τρίτο, ὅπως σέ κάθε ποίηση ἄλλωστε, παίρνουν σειρά τά ὑπαρξιακά καί τά ἐρωτικά ζητήματα. Στάθηκε ἔντονα ἀλληλέγγυος πρός τούς συνομηλίκους του συνοδοιπόρους. Μέ τή γραφή του ἄρθρωσε ἕνα λόγο στρωτό, καθαρό, ἀπέριττο κι ἀστόλιστο, ἀλλά ἐκφραστικά καθ᾿ ὅλα ἐπαρκή. Στήν τελευταία του συλλογή ἔχουμε σαφή θεματική ἀλλαγή, καθώς σ᾿ αὐτή προβάλλει, μέ τήν πιό ἄμεση μορφή του, τό θέμα τοῦ θανάτου. Στήν προτελευταία συλλογή, Ἡ ἐπίσκεψη καί ἄλλα ποιήματα, εἶχε περάσει ἤδη ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου. Ὄχι ὅμως ὡς προσωπικό, σωματικό καί ψυχικό μαρτύριο πάνω στό κρεβάτι.

Γιολάντα Πέγκλη. Τό ποιητικό της σύμπαν εἶναι σύμπαν πού βλέπεται μέσα ἀπό θρυμματισμένο καθρέφτη. Θέλω νά πῶ ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπό μιά πληθώρα ποικιλόμορφων ψηφίδων. Ἔτσι δίνεται τό ἔσω ἑνός, ἀνικανοποίητου καί ἀγχώδους, ποιητικοῦ ἐγώ πού συνέχεται ἀπό τό ἐρώτημα ποιός εἶμαι, ποιός εἶναι ὁ κόσμος. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά παρορμητικούς μονόλογους μιᾶς μοναχικῆς ὕπαρξης. Μονόλογοι πάνω στή βράση τῆς ἔμπνευσης, μέ μεγάλη λεκτική ἐλευθερία καί κάποτε μέ δυσνόητους συνδυασμούς ψηφίδων. Καθόλου ὡστόσο ἠχηρούς ἤ ρητορικούς. Ὁ ἀναγνώστης παρακολουθεῖ νά τοῦ μιλάει κάποιος ἀπό δίπλα του, ἰδιότυπα μέν, ἀλλά χαμηλόφωνα καί ἐμπιστευτικά. Ἀπό τίς δυό ὕστερες συλλογές τῆς ποιήτριας, ξεχωρίζω τήν τελευταία ὡς πιό προχωρημένη καί κατασταλαγμένη ἀπό κάθε ἄποψη. Μᾶς δίνει, ἀπό τήν ὀπτική γωνία μιᾶς γυναίκας, τήν πραγματογνωσία τοῦ σπιτιοῦ της, τῆς κάπως προχωρημένης ἡλικίας της καί φυσικά τῶν πεπραγμένων τοῦ βίου της.

Π. Σωτηρίου. Ἡ ὀπτική του γωνία καθορίζεται ἀπό τήν τύχη τῆς γενιᾶς του. Μέσα σ᾿ αὐτό τό πλαίσιο μᾶς δίνει τή δική του ἐκδοχή πάνω σέ ὅσα ἔγιναν καί γίνονται. Ἔτσι, πέρα ἀπό τίς ἱστορικές διαπιστώσεις, ἀσκεῖ ὀξύ ἔλεγχο στό παρόν. Ἱδίως πρός τήν πλευρά τῆς ἐλεγχόμενης συμπεριφορᾶς τῶν ὁποιωνδήποτε δῆθεν ἰδεολόγων, ἀριστερῶν (στόν εὐρύτερο χῶρο τῶν ὁποίαων ἀνήκει καί ὁ ἴδιος) καί μή. Τήν ποίησή του τή διατρέχει ἕνα κοινωνικό δέον ἠθικῆς τάξης, πού συχνά παρουσιάζεται ὡς αἴτημα προσωπικῆς ἀκεραιότητας. Ἔχοντας μαθητέψει ἰδιαίτερα στόν Καρυωτάκη καί στόν Ἀναγνωστάκη, ἐκφράζεται μέ πολλή πίκρα, ἀρκετή εἰρωνία, σαρκασμό καί κάποτε ὀργή. Πάντα μέ γλώσσα ἁπλή, στρωτή καί ἐναργῆ. Ἡ τελευταία του συλλογή συνεχίζει, θά ἔλεγα, εὐθύγραμμα τίς τρεῖς προηγούμενές του. Ὁ Σωτηρίου ἀνήκει στούς ὀλιγογράφους ποιητές τοῦ ᾿60, ἀλλά μέ ὑπολογίσιμο δραστικό ἐκτόπισμα.

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ὅπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στήν ἀνθολογία του, τό ἔργο τῆς Μαρίας Κέντρου-Ἀγαθοπούλου χαρακτηρίζεται ἀπό αὐτό πού θά ᾿λεγε κανείς ἐπιγραμματικά: μεταφυσική τῆς καθημερινότητας. Χωρίς νά ἀγνοεῖ τή σχέση της μέ τό παρελθόν καί τά κοινωνικά προβλήματα τοῦ καιροῦ της, ὁ κύριος στόχος της εἶναι ἡ σημασία, τό βάρος καί οἱ φυγές, τῆς πεζῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί τοῦτο χωρίς νά γίνεται διανοητική ἤ δυσνόητη ἡ γραφή της. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, οἱ τέσσερεις τελευταῖες συλλογές τῆς ποιήτριας, κινοῦνται στήν προέκταση τοῦ προηγούμενου ἔργου της. Μέ μιά οὐσιώδη ὡστόσο διαφορά: ὅτι μέ τίς τελευταῖες συλλογές της μᾶς δίνει τήν ποιοτική κορύφωση τῆς δουλειᾶς της. Ἄργησε κάπως νά ἔρθει αὐτή ἡ κορύφωση, ἀλλά σημασία ἔχει ὅτι τελικά ἦρθε.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Στό μετά τό 1994 ἔργο του δέν παρατηρεῖται κάποια ριζική ἀλλαγή, ἔχουμε ὡστόσο μιά ἐξελικτική συνέχεια. Μέ κύρια στοιχεῖα αὐτῆς τῆς ἐξελικτικῆς συνέχειας τήν περισσότερη νηφαλιότητα, τήν ἐναργέστερη γραφή, τήν διεύρυνση τοῦ θεματικοῦ πεδίου, τόν εἰρωνικότερο  λόγο. Τό ἱστορικό τραῦμα τοῦ ποιητῆ ὑπῆρξε τό δράμα τῆς Κύπρου μετά τήν τουρκική εἰσβολή τοῦ 1974. Στά νεότερα ποιήματά του τό τραῦμα αὐτό δέν ἀπουσιάζει, ἁπλῶς ἐκφράζεται στοχαστικότερα, πιό κατασταλαγμένα, μέ περισσότερη συναισθηματική ψυχραιμία. Ὁ λόγος, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, παρουσιάζεται ἀνάλογα κατασταλαγμένος, ἀποδίνοντας ἐναργέστερα τόν ἑκάστοτε στόχο του. Ἐπιπλέον ὁ κύκλος τῶν ποιητικῶν ἀναφορῶν διευρύνεται, καθώς αὐξαίνει ἡ τάση νά ἐκτείνεται πέρα ἀπόν τόν κυπριακό χῶρο, στόν ἑλλαδικό καί τόν παγκόσμιο. Τέλος, τή συναισθηματική ἔνταση τοῦ προηγούμενου ἔργου τήν καλύπτει, ὥς ἕνα βαθμό τώρα, ἡ εἰρωνικότερη στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στά ἱστορικά καί μή συμβάντα.

Μάνος Ἐλευθερίου. Ἡ ποίησή του βρίσκεται, στό σύνολό της, μέσα στόν κεντρικό κορμό τῆς γενιᾶς του. Τόσο ἀπό τή μεριά τῆς ἱστορικῆς μνήμης, ὅσο καί ἀπό τή μεριά τοῦ παρόντος. Ἡ μνήμη φέρνει πίσω χαρακτηριστικές στιγμές ἀπό τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, στιγμές φορτισμένες ἀπό φονικά, ἀπό φόβο, ἀπό ἀνέχεια, ἀπό χαμένους φίλους. Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς μνήμης τό ποιητικό ἐγώ συντάσεται πάντα μέ τό μέρος τοῦ θύματος. Τό παρόν, τίποτε περισσότερο ἀπό μιά χαμένη ὑπόθεση, «γιά ποιούς ὑπῆρξαμε;» θά πεῖ ὁ ποιητής, διαχωρίζοντας τή θέση του ἀπό τήν παροντική ἀναλγησία. Ὅλα αὐτά δοσμένα μέ λόγο μοντερνιστικό, ἐξαιρετικά ἐλλειπτικό, μέ πολλά ὑπερλογικά ἅλματα, συχνά αἰχμηρό καί κάποτε ὀργισμένο. Οἱ δυό τελευταῖες συλλογές τοῦ ποιητῆ δέν ἀνατρέπουν τά βασικά δεδομένα τοῦ προηγούμενου ἔργου του. Τό ἐπιπλέον στήν προκείμενη περίπτωση ἔχει νά κάνει μέ τήν ἐπιπλέον ὡριμότητα, πού θά πεῖ μέ τήν ποιοτική ἐξέλιξη τῆς ποίησής του.

Ὁ Τάσος Γαλάτης, μέχρι τό 1986, εἶχε βγάλει τρεῖς ποιητικές συλλογές. Καί ξαφνικά τό 2005 ἔβγαλε δυό μαζί τήν ἴδια χρονιά. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά καρπό πολύχρονης δουλειᾶς.Τά χαράγματα τοῦ 1986 κάπως προϊδεάζουν γιά τά νεότερα ποιήματά του. Ἡ ποσότητα καί ἡ ποιότητα ὅμως τῆς ποιητικῆς ὕλης ἀπό τά δυό τελευταῖα βιβλία του συνιστοῦν, συγκριτικά μέ τά προγενέστερα, ποιητικό ἅλμα. Βέβαια δέν λείπει καί τώρα ἡ σχέση μέ τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, μάλιστα ἐντείνεται. Δέν λείπει ὁ γενικότερος κοινωνικός προβληματισμός. Δέν λείπουν οἱ «ἀνιπτόποδες καί σφενδονῆτες» τῆς Καλογραίζας. Οὔτε ἡ ἀγάπη του γιά τήν πελοπονησιακή ὕπαιθρο. Οὔτε ἡ στερημένη ζωή τῆς γενιᾶς του. Ὅ,τι βαραίνει πιά στήν ποιητική ζυγαριά, μέ τίς δυό τελευταῖες συλλογές του, εἶναι ἡ ὡριμότητα πού τίς χαρακτηρίζει. Ὁ σκεπτικισμός πάνω στήν πραγματογνωσία τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ἡ ἔμμεση κριτική ἐκ τῶν ἔσω τῆς ἀριστερᾶς. Μιά ὑφέρπουσα μελαγχολία γιά τήν γενική παρακμή τοῦ τόπου. Ἡ ἐκφραστική ἐπάρκεια μέ μιά ἐκ βαθέων κουβεντιστή ἀφηγηματική γραφή. Ὁ διακριτός χαρακτήρας μιᾶς ἰδιαίτερης κειμενικῆς φωνῆς ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ταυτότητα ἑνός  ξεχωριστοῦ λόγου.

Μάριος Μαρκίδης. Γιά τά τέσσερα τελευταῖα βιβλία του μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά μιά σχετική διαφοροποίηση ἀπό τά προηγούμενα. Ἐννοῶ ὅτι τά διακρίνει πολύ περισσότερο, καί θά ᾿λεγα καθοριστικά, ἡ εἰρωνική, σαρκαστική καί σατιρική διάθεση πού τά διέπει. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά μιά ἔντονα κριτική στάση ἀπέναντι στά ἱστορικοϊδεολογικά πεπραγμένα τῆς ἐποχῆς. Μιά κριτική, ὅπου, οἱ ὅποιες θεματικές καί μή ἀναφορές του, ἀφήνουν νά διαφανεῖ ἡ ἀπογοήτεψη, ὁ κλαυσίγελος καί ἡ συγκαλυμμένη ὀργή του. Δέν ἔχει νά ὑπερασπιστεῖ τίποτε τό κοσμικό, δέν αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά συνηγορήσει γιά κάποια συλλογική ἀλήθεια, νιώθει ἔξω ἀπό τό κοινωνικό καί σιναφικό παιχνίδι καί γι᾿ αὐτό ἐλεύθερος νά μιλήσει δηκτικά καί χωρίς ἐπιφυλάξεις. Μ᾿ ἕνα λόγο φυσικά ἀρκετά ἐναργῆ, πού νά ὑπηρετεῖ τό πνεῦμα τῆς κριτικῆς στάσης του.

Κώστας Ροδαράκης. Στό προηγούμενο ἔργο του ἔχουμε διακριτές  κοινωνικές ἀναφορές, καθώς ἐπίσης ἀναφορἐς στό θέμα τῆς γενιᾶς του. Ἔτσι πού, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, νά προκύπτουν κείμενα μέ ἐποχιακές αἰχμές. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν λείπει τό ἐρωτικό καί τά ὑπαρξιακό στοιχεῖο. Ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ, αἰχμηρός ἤ ὄχι, ἔχει χαρακτήρα διαμαρτυρίας καί κάποτε καταγγελίας. Γι᾿ αὐτό καί ἀρκετά συχνά εἶναι μεγάλης ἔντασης. Στά τελευταῖα βιβλία του ἔχουμε ὁρισμένες μικρές μετατοπίσεις, ὄχι  ὅμως μικρῆς αἰσθητικῆς σημασίας. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές προέχει τό γεγονός ὅτι κερδίζει ἔδαφος ἡ ἐσωστρέφεια. Τό ποιητικό ἐγώ κι ὅταν μιλάει σέ τρίτο πρόσωπο ἔχει πυξίδα τό ἔσω εἶναι του. Ἔπειτα, χωρίς νά λείπουν μνεῖες στό καυτό παρελθόν, προέχει τώρα ἡ ἐρωτική ἀναπόληση. Κι ὁ λόγος γίνεται πιό χαμηλόφωνος, ὑποδηλωτικός καί ὑποβλητικός. Αὐτά τά νεότερα στοιχεῖα, ὅπως ἀντιλαμβάνεται κανείς, ἔχουν νά κάνουν μέ τήν ὡριμότητα τοῦ ποιητῆ.

Τάσος Δενέγρης. Αὐτό πού βγαίνει πρός τά ἔξω ἀπό τίς δυό τελευταῖες συλλογές του δέν εἶναι ἄγνωστο ἀπό τό προηγούμενο ἔργο του. Εἶναι μιά παγωμένη κλοουνίστικη μάσκα ἑνός ὑπερευαίσθητου ἐγώ. Ὑπάρχει σ᾿ αὐτή τή μάσκα ἕνα μόλις διακριτό μειδίαμα, ἐναρμονισμένο μέ τήν ὅλη παράσταση πού δίνεται πάνω στή σκηνή. Μιά παράσταση πού, μέ παιγνιώδη τρόπο, δείχνονται τά μικρά καί τά μεγάλα, κυρίως ὅμως τά μικρά, παράταιρα τῆς καθημερινῆς  ζωῆς. Τό πράγμα μοιάζει ἀρκετά διασκεδαστικό, μά ἄν καλοπροσέξουμε θά καταλάβουμε πώς πρόκειται γιά ἀντεστραμμένο δράμα. Ὁ διακριτικά περιπαικτικός λόγος κρύβει στό βάθος ἄπειρη πίκρα, ἄσφαλτη ἔνδειξη τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν οἱ συχνές εἰρωνικές, σχετλιαστικές καί σαρκαστικές αἰχμές τῶν κειμένων. Δεῖγμα ὀξείας κριτικῆς στάσης ἀπέναντι στόν κατεστημένο κόσμο μας. Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἔλεγα πώς ἡ ποίηση τοῦ Δενέγρη ἔχει κάτι ἀπό τό πνεῦμα πού χαρακτηρίζει τό θεατρικό ἔργο τοῦ Σάμουελ Μπέκετ Περιμένοντας τόν Γκοντό. Μέ μιά γραφή πάντα, στό ρητό ἐπίπεδο, ἐξαιρετικά λιτή καί διαυγή.

Γιά τόν Τόλη Νικηφόρο οἱ ἕξι τελευταῖες συλλογές του ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία. Γιατί μ᾿ αὐτές συντελεῖται κατεξοχήν ἡ ἀλλαγή τῆς πορείας τήν ὁποία πραγματοποίησε τήν τελευταία εἰκοσαετεία: ἀπό τή μαγιακοφσκική καί ριτσική κοινωνική ἀντίληψη, στόν τρυφερό ρομαντισμό τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Χωρίς νά ἐξαφανίζεται παντελῶς ἡ παρελθοντική ἰδεολογική μαθητεία του, στρέφεται σαφῶς πρός καταστάσεις θελκτικά οἰκεῖες ἤ νοσταλγικά ἐπιθυμητές. Μέ δυό λόγια, βρισκόμαστε πιά μπροστά σ᾿ ἕνα ποιητή πού ἕλκεται ἀπό, ἔστω καί δυνητικά ἤ ὑποθετικά, εὐφρόσυνες στιγμές. Μιά τάση πού φτάνει κάποτε νά ἀγγίζει καταστάσεις εἰδυλλιακές:

«…, ἕνα κορίτσι τρυφερό,
ξανθό μέ ἄσπρα χέρια, σέ μακρινό παράθυρο γιά
λίγο, σάν παραστρατημένο ὄνειρο.»

Στό πλαίσιο βέβαια αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Νικηφόρου, ὁ ἔρωτας, ὅπως εἶναι φυσικό, ἔχει τήν τιμητική του.

Χρίστος Λάσκαρης. Ἡ ποίησή του ἔχει κάτι ἀπό τήν ταπεινωσύνη, τήν τρυφερότητα, καί τή μελαγχολία τοῦ Λάμπρου Πορφύρα. Ὁ Λάσκαρης ὡστόσο ἀρέσκεται σέ λιγόστιχα, ἐπιγραμματικά, κείμενα, σέ μικρά κομψοτεχνήματα θά ἔλεγε κανείς. Ἀσκεῖ τήν εὐαισθησία του θηρεύοντας στιγμιότυπα ἀπό τίς ἐρωτικές ἤ τίς κοινωνικές του ἐμπειρίες, χωρίς νά ἐξαιροῦνται ὑποθετικές ἀναφορές στά θέματά του. Γενικά πρόκειται γιά ἕναν λεπταίσθητο ποιητή, πού ἀκινητοποιεῖ φευγαλέες στιγμές καί πού ἀλλιῶς θά ἔμεναν ἀπαρατήρητες.  Μ᾿ ἕνα λόγο λιτό ὥς ἐκεῖ πού δέν παίρνει ἄλλο. Μέ τίς δυό τελευταῖες συλλογές του, ἀναφορικά μέ τόν βασικό προσανατολισμό του, δέν ἀλλάζει ρότα. Ὅμως μέσα στή μελαγχολική καρτερικότητα, πού δέν τοῦ ἔλειπε στό προηγούμενο ἔργο του, περνάει τώρα μιά δυσοίωνη σκιά. Ἡ σκιά τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου του.

Μαρία Καραγιάννη. Ἡ ποίησή της ἀντικατοπτρίζει ἕνα ρημαγμένο κόσμο. Ὅπου τίποτε δέν εἶναι κανονικό καί τίποτε δέν εἶναι πλῆρες, -ὅλα ἔχουν χάσει τήν ἀκεραιότητά τους καί τόν προορισμό τους. Ὡς περιβάλλον τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ὁ κόσμος αὐτός εἶναι ἀπόλυτα ἀνοίκειος: ἄνυδρος, ἄγονος καί ναρκοθετημένος. Πρόκειται φυσικά γιά τό μεταφορικό ἰσοδύναμο μιᾶς προσωπικῆς αἴσθησης, προϊόν γενικότερων συνθηκῶν ἀλλά καί ἰδιοσυγκρασιακῆς ἰδιαιτερότητας. Δέν λείπει τό ἱστορικό παρελθόν ἀπό τά κείμενα τῆς Καραγιάννη, οὔτε λείπουν τά νεότερα χρόνια, ὅμως, καί στή μιά καί στήν ἄλλη περίπτωση, ἡ ἰσορροπία τῶν πραγμάτων ἔχει χαθεῖ. Κάτι περισσότερο, ἡ ἴδια ἡ ζωή ἔχει χάσει τό νόημά της, καθώς πορεύεται χωρίς προορισμό μέσα σ᾿ ἕνα ἄξενο περιβάλλον. Καθόλου παράξενο ἔτσι πού ἡ παρουσία τοῦ θανάτου, μέ τήν ἔννοια τοῦ καθημερινοῦ ἀδιεξόδου καί τῆς φθορᾶς, δέν σπανίζει. Ὁ λόγος τῆς ποιήτριας, κατά τό ἀντικείμενό του, εἶναι ἀποσπασματικός, μέ εἰκόνες σχηματισμένες ἀπό αἰχμηρές ψηφίδες. Τά δημοσιευμένα ἀνέκδοτα ποιήματά της φαίνεται νά ἀκολουθοῦν τόν ἴδιο δρόμο μέ τό προηγούμενο ἔργο της, μέ ἀνάλογη βέβαια ὡριμότητα.

Μερικές παρατηρήσεις πάνω στά προηγούμενα.

Στίς σύντομες σκιαγραφήσεις τῶν ποιητικῶν ἔργων πού προηγήθηκαν ἔχουμε τό περιθώριο νά κάνουμε μερικές γενικές παρατηρήσεις. Ἄν θεωρήσουμε ὅτι τό, μετά τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, νεότερο ἔργο τῶν ποιητῶν ἀποτελεῖ δείκτη ἐξέλιξης ἤ δείχνει κατεύθυνση πορείας, τότε  βλέπουμε τά ἑξῆς.

α) Ἡ γενική τάση, τῶν 38 ποιητῶν πού ἔδωσαν νεότερα κείμενα στή δημοσιότητα, ἔχει κατεύθυνση ἀπό τόν ἱστορικοκοινωνικό προβληματισμό πρός τόν καθημερινό-ὑπαρξιακό. Μιλῶ ἁπλῶς γιά μιά κάποια τάση, πού δέν σημαίνει ὅτι οἱ ποιητές κόβουν τούς δεσμούς μέ τό ἱστορικοκοινωνικό παρελθόν τους. Ἄλλωστε ἔχουμε ἀρκετούς πού μένουν ἀμετακίνητοι στίς ἀρχικές θέσεις τους. Σέ μία μάλιστα περίπτωση, αὐτήν τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ἔχουμε στοιχεῖα καί ἀντίθετης κατεύθυνσης: χωρίς νά πάψει νά εἶναι ἐσωστρεφής ποιητής, στράφηκε καί πρός τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο δηλαδή ἀπό τόν Τόλη Νικηφόρου, ὅπου ἔχουμε σαφή ἀναπροσανατολισμό: ἀπό τήν κοινωνική πρός τήν ὑπαρξιακή κατεύθυνση. Πάντως νομίζω πώς ὑπάρχει αὐτή ἡ σχετική τάση πρός μιά πιό παροντική-ὑπαρξιακή ἀντίληψη τοῦ ποιητικοῦ ἀντικειμένου. Ἐννοεῖται πώς οὐδέποτε ἔλειψε στό παρελθόν, ἀπό κανένα ποιητικό γραφτό, τό ὑπαρξιακό ὑπόβαθρο, ἀφοῦ εἶναι πάντα στήν ποίηση καί γενικότερα στή λογοτεχνία «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ». Ἴσως ὅμως, στή συγκεκριμένη περίπτωση, ἡ σωρευμένη πείρα τῆς ζωῆς νά συνέβαλε μέ τά χρόνια πρός μιά περισσότερο καθημερινή θεώρηση τοῦ ποιητικοῦ ἀντικειμένου. Πρός ἕνα ἰδιωτικότερο κοίταγμα τῶν πραγμάτων. Γεγονός πού συνεπάγεται καί κατά μιά βαθμίδα ὑπαρξιακότερη ἀντίληψη τοῦ παροντικοῦ γίγνεσθαι.

β) Μιά δεύτερη παρατήρηση εἶναι ὅτι, παρά τά χρόνια πού βαραίνουν στίς πλάτες τῶν ποιητῶν, ἡ παραγωγικότητα καλά κρατεῖ. Καί ὄχι ἁπλά καί τυπικά, ἀλλά μέ ποιοτικά γνωρίσματα μιᾶς συνεχοῦς ἀνοδικῆς τροχιᾶς. Σέ ὡρισμένες περιπτώσεις μάλιστα (Ἀγγελάκη-Ρούκ, Ἀλεξάκης, Γαλάτης, Δημουλᾶ, Ἐλευθερίου, Καραγιάννη, Κέντρου-Ἀγαθοπούλου, Λεοντάρης, Μανουσάκης, Μαρκίδης, Πέγκλη, Πορφύρης, Ροδαράκης, Ρουμελιωτάκης, Ροῦσσος, Χατζοπούλου) μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά τήν ὡριμότερη δουλειά τους. Ἔτσι δέν εἶναι ἀβάσιμο νά ὑποθέσουμε πώς, ἄν ὁ θάνατος δέν εἶχε μεσολαβήσει, οἱ πεθαμένοι ποιητές θά συνέχιζαν μέ ἀξιώσεις τό πρόωρα σταματημένο ἔργο τους.

γ) Μιά τρίτη παρατήρηση εἶναι ὅτι σημαντικό ποσοστό τῶν ποιητῶν κατέχεται ἀπό πνεῦμα ὀργῆς ἔναντι τῶν ἱστορικῶν πεπραγμένων. Γι᾿ αὐτό τό θέμα ὅμως θά γίνει ξεχωριστά λόγος σέ ἑπόμενες σελίδες.

δ) Μιά τέταρτη παρατήρηση εἶναι ὅτι στά νεότερα γραφτά τῶν ποιητῶν μπαίνει ἀπό τήν πόρτα τῆς καθημερινότητας τό ζήτημα τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Ὄχι βέβαια ὥς εὐπρόσδεκτη κατάσταση, ἀλλά ὥς μιά ἐξέλιξη πού ὁδηγεῖ στήν ἀνθρώπινη ἀλλοτρίωση. Ἔτσι, στό βαθμό πού περνάει τό ζήτημα στά νεότερα κείμενα, προκαλεῖ ἀρνητικές ἀντιδράσεις, κυρίως εἰρωνικές ἤ ἀποστροφῆς.

…η συνέχεια στην επόμενη σελίδα


[1]. Τόν ὅρο «γενιά» ἐδῶ, ὅπως καί ἀλλοῦ, τόν χρησιμοποιῶ συμβατικά.

[2]. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, «Σχέδιο γιά μιά συγκριτική τῆς μοντέρνας ἑλληνικῆς ποίησης», περιοδικό Διαβάζω, τ. 22, 1979, σ. 47.

[3]. Νέες Τομές, Ἀφιέρωμα στή δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τ. 1, Ἀθήνα 1985.

[4]. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Ἡ δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, ἀνθολογία-γραμματολογία, ἐκδόσεις Σοκόλη, Ἀθήνα 2002.

[5]. Τό «ἀπό τό 1994 καί μετά» δέν ἀκριβολογεῖ, γιατί περιέχονται καί συλλογές πού κυκλοφόρησαν νωρίτερα ἀπό τό 1994 ἤ καί κατά τό 1994, χωρίς νά προλάβουν νά ἀνθολογηθοῦν ἀπό τόν Εὐαγγέλου. Οὐσιαστικά δηλαδή πρόκειται γιά βιβλία πού ἔμειναν ἔξω ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας, ἔστω κι ἄν κυκλοφόρησαν πρίν ἀπό τό 1994 ἤ κατά τό 1994.

[6]. Ἀπό τήν ἀπαρίθμηση τῶν ὀνομάτων γίνεται φανερό ὅτι ἀναφέρομαι ἀποκλειστικά στούς ποιητές πού ὑπάρχουν στήν πρώτη ἔκδοση τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλου. Τοῦτο ἀποτελεῖ ρητό ὅρο τῶν κληρονόμων του: ὅτι δηλαδή στό «᾿Επίμετρο στή δεύτερη ἔκδοση» δέν θά ἀφαιρεθοῦν ἀνθολογημένοι ποιητές ἀπό τόν Εὐαγγέλου, οὔτε θά προστεθοῦν ἄλλοι.

[7]. Ὁ ἀναγνώστης θά πρέπει νά ἔχει ὑπόψη του, πέρα ἀπό τόν «Πρόλογο» καί τήν «Εἰσαγωγή» τῆς πρώτης ἔκδοσης, τίς «Παρουσιάσεις» στήν ἀνθολογία τοῦ Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, κι ἐπίσης τήν «Εἰσαγωγή» καί τίς ἐξαιρετικές ἀναφορές τοῦ ἀνθολόγου στόν καθένα ποιητή ξεχωριστά, ὅπου γίνεται λόγος γιά τούς τριάνταεννιά ἀπό τούς σαράντα πέντε ποιητές τῆς ἀνθολογίας Εὐαγγέλου.

[8]. «Ποιητή τῆς κοινωνικῆς ὀδύνης» τόν χαρακτήρισε ὁ Ἀνέστης Εὐαγγέλου, στήν κριτική του «Ἕνας αὐθεντικός ποιητής τῆς κοινωνικῆς ὀδύνης», Κατάθεση ᾿73, Μπουκουμάνης, Ἀθήνα 1973, τώρα καί στό βιβλίο του Ἀνάγνωση καί γραφή, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1981.

…η συνέχεια στην επόμενη σελίδα

Advertisements