«Ἕξεις τῆς καθαρεύουσας στόν τονισμό τῆς καθομιλούμενης

                 Οἱ «ἕξεις» τῆς καθαρεύουσας στόν τονισμό τῆς καθομιλούμενης

            Σήμερα θεωροῦμε ὅτι ἔχουμε ἀφήσει πίσω μας τήν καθαρεύουσα, ὅτι μιλᾶμε μιά σύγχρονη ἁπλή ἀστική γλώσσα, τήν καθομιλούμενη. Ὅμως δέν εἶναι ἔτσι, κάθε ἄλλο μάλιστα. Ἡ καθαρεύουσα ἔχει βαθιές ρίζες καί πολύ μέλλον. Ἄν μή τί ἄλλο ἔχουμε πολλές «ἕξεις» τῆς καθαρεύουσας στόν καθημερινό λόγο μας. Μία ἀπό αὐτές, ὄχι ἡ πιό οὐσιώδης, ἔχει νά κάνει μέ τόν τονισμό τῶν λέξεων.

 Στό λεξιλόγιο, καθώς εἶναι γνωστό, ἡ σύγχρονη καθομιλούμενη ἀποτελεῖ ἐξέλιξη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἡ συνέχειά της. Στή δομή ὡστόσο ἡ καθομιλούμενη διαφέρει ἀπό τήν ἀρχαία, καθώς μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ ἔχει διαφοροποιηθεῖ σέ μεγάλο βαθμό. «Ἡ γλώσσα πού μιλεῖ σήμερα ὁ ἑλληνικός λαός δέν ἦταν πάντα ἡ ἴδια. Σιγανές καί ἀνεπαίσθητες συνήθως ἀλλαγές μετασχημάτισαν μέσα σ᾿ αἰῶνες καί χιλιετίες τήν ἑλληνική γλώσσα, σύμφωνα μέ νόμους γλωσσικούς πού κυβερνοῦν τήν ἐξέλιξη κάθε γλώσσας. Ξεκινώντας ἀπό τόν παλιότατο ἀρχικό της τύπο πῆρε στίς διάφορες ἐποχές ποικίλες μορφές, ὥσπου διαμορφώθηκε, στούς τελευταίους αἰῶνες, στόν τύπο πού ἔχει σήμερα ἡ μητρική μας γλώσσα… […] Παράλληλα ὡς πρός τή σ ύ ν τ α ξ η, ἡ γλώσσα ἀπό συνθετική πού ἦταν πρίν γίνεται ἀναλυτικότερη, ἀφοῦ ἐκφράζεται τώρα μέ περισσότερες λέξεις ὅ,τι λεγόταν ὥς τότε μέ πλουσιότερο τυπικό…»[1] Ἀξίζει νά θυμηθοῦμε ἐδῶ πώς ἡ γλώσσα τῆς μητέρας πρός τό παιδί, ὡς ἀφετερία τῆς καθομιλούμενης, τονίστηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν Α. Δάντη. Πάντως γιά περισσότερες πληροφορίες, γιά τά πάθη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στό λεξικό καί τό δομικό πεδίο, μπορεῖ νά ἀνατρέξει κανείς στόν ὀγκώδη τόμο Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας.[2]

Στό μεταξύ, ἀπό τήν ὥρα πού ἡ προσωδία τῆς ἀρχαίας  ἀντικαταστάθηκε ἀπό τόν τονισμό τῶν λέξεων, εἴχαμε διαφοροποίηση στήν ἐκφορά τῶν φωνήεντων. «Ἡ διάκριση τῶν φωνηέντων καί τῶν συλλαβῶν κατά τό χρόνο τους στηριζόταν στήν ἀρχαία ἐποχή σέ πραγματική διαφορά τῆς προφορᾶς, πού ξεχώριζε φωνήεντα προφερμένα μέ πιό μακριά  καί μέ πιό κοντή φωνή. Στή νέα γλώσσα ἡ διαφορά αὐτή εἶναι ἀνύπαρκτη.»[3] Μ᾿ ἄλλα λόγια στήν καθομιλούμενη δέν ὑπάρχουν μακρά καί δίχρονα φωνήεντα, γιατί ὅλα τά φωνήεντα προφέρονται μέ τήν ἴδια χρονική διάρκεια. Τό ὠμέγα λ.χ. καί τό ὄμικρον λέγονται μέ τήν ἴδια χρονική συντομία. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὅλα τά φωνήεντα στήν καθομιλούμενη εἶναι βραχέα. Γεγονός πού ἀλλάζει τή θέση τοῦ τόνου σέ ἀρκετές λέξεις. Πολλοί π.χ. γράφουν «καθομιλουμένη», σάν νά ᾿ναι τό φωνήεντο «η» τῆς κατάληξης μακρό, ἐνῶ δέν εἶναι. Στήν καθαρεύουσα τό «η» αὐτό θεωροῦνταν μακρό, ὅπως στήν ἀρχαία, καί ὁ τόνος κατέβαινε στήν  παραλήγουσα. Τό ἴδιο θά λέγαμε γιά τή φράση «δευτέρου παγκοσμίου πολέμου», κι ἐδῶ ἡ λήγουσα δέν εἶναι μακρά καί δέν ὑπαρχει λόγος νά κατεβαίνει ὁ τόνος στήν παραλήγουσα. Ὅπως προανάφερα, σήμερα λέμε, ὅτι δέν μιλᾶμε καθαρεύουσα, ὅμως τό λιγότερο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι πολλές δομές τῆς καθαρεύουσας παραμένουν σέ χρήση. Δέν μιλῶ γιά τήν κυριλέ γλώσσα τῆς τηλεόρασης, τῶν δημοσιογράφων καί τῶν πολιτικῶν, ἀλλά γιά τή γλώσσα ὅσων μιλοῦν τή σύγχρονη καθομιλούμενη. Ὅσων δηλαδή βρίσκονται κοντά στόν σύγχρονο προφορικό λόγο.

            Μά, γιατί, θά ἔλεγε κάποιος, νά παίρνουμε μέτρο τόν προφορικό λόγο καί ὄχι τόν γραφτό; Μεγάλο ζήτημα. Ἐδῶ δυό λόγια μόνο. Γιατί ἡ μήτρα τῆς γλώσσας εἶναι ὁ προφορικός λόγος. Κάτι πού τόσο καλά μᾶς τό εἶπε ὁ ἀρχαῖος Πλάτων στό ἔργο του Φαῖδρος, ὅπου ὁ γραφτός λόγος λέγεται «εἴδωλον» τοῦ προφορικοῦ.[4] Ἄλλωστε σήμερα, γιά τούς εἰδικούς τῆς γλώσσας, ἡ μητρική ἰδιότητα τοῦ προφορικοῦ λόγου θεωρεῖται κοινός τόπος. Τό ἐρώτημα ὅμως πού προκύπτει εἶναι ἄν ὑπάρχει κἄν σήμερα προφορικός λόγος. Φυσικά ὄχι προφορικός λόγος τοῦ βουνοῦ καί τοῦ κάμπου, ἡ δημοτική πού λέγαμε ἄλλοτε,  ἀλλά τῆς σύγχρονης ἀστικῆς μας ζωῆς. Θαρρῶ πώς ἡ προφορική μιλιά πάντα βρίσκει τρόπο νά ἐκδηλώνεται. Σκέφτομαι τό ἐμπειρικό κεφάλαιο τῆς ζωῆς μας. Αὐτό πού ἀφορᾶ πρῶτα τίς πρακτικές μορφές ἐργασίας, ὅσους δουλεύουν στά διάφορα συνεργεῖα, τά ἐργοστάσια, τίς βιοτεχνίες, τίς βιομηχανίες, τούς μεροκαματιάρηδες λ.χ. τούς οἰκοδόμους, τούς ταξιτζῆδες, τούς λαχειοπῶλες, κ.λπ. Ἔπειτα τίς παρέες, τίς διασκεδάσεις, τά γλέντια, τούς παιδικούς σταθμούς, τίς παιδικές χαρές, τίς κουβέντες μέσα στά σπίτια,  τίς μεταδόσεις ἀθλητικῶν ἐκδηλώσεων, τίς διαφημίσεις, ἀκόμα καί τούς διαδικτυακούς τόπους φέις μπούκ καί τουίτερ,[5] καί φυσικά τό θέατρο, τίς θεατρικές παραστάσεις, κ.λπ. Ἐνόσω ἔχουμε στόμα καί μιλᾶμε εἶναι ἀδύνατο νά ἐκλείψει ὁ προφορικός λόγος, ἀρκεῖ νά στήνουμε ἀφτί καί νά τόν ἀκοῦμε ἐκεῖ πού ἀρθρώνεται. Ὄχι πολύ συχνά, εἶναι ἀλήθεια, τόν ἀκούμε καί σέ δημόσιες συζητήσεις. Γιατί δημόσια ἐπικρατοῦν ἄλλες τάσεις καί ἡ κυριλέ ἀχυρολογία: ὁ λόγος τῶν εἴκοσι τόσων στερεότυπων λεκτικῶν, ὅρα καί τηλεοπτικές εἰδήσεις. Σκεφτεῖτε π.χ. τήν καταχρηστική χρησιμοποίηση τοῦ οὐσιαστικοῦ «διαδικασία», κατά κανόνα μάλιστα ἀνακριβόλογα, ἤ τοῦ ἐπιρρήματος «πραγματικά», πού  χρησιμοποιεῖται πλεοναστικά καί ἀναίτια…

            Σύμφωνα μέ τά παραπάνω ἡ καθομιλούμενη συνδέεται, τό λέει καί ἡ λέξη, μέ τήν προφορικότητα. Τό ζήτημα εἶναι ἄν θά τῆς ἀποδώσουμε ὅ,τι τῆς ἀνήκει: τή δομή της, τήν ἠχητικότητά της, τήν εὐλυγισία της, τόν τονισμό της. Τό τελευταῖο τό βλέπουμε καθημερινά νά ᾿ναι κολλημένο στίς «ἕξεις» τῆς καθαρεύουσας, ἀπό τίς ὁποῖες δέν βλέπω πῶς θά ἀπαλλαχτεῖ. Δέν πρόκειται βέβαια γιά καμιά «διαμάχη» γλωσσική, ἁπλῶς ἔτσι ἐξελίχτηκαν τά πράγματα, πού μετά ἀπό διακόσια χρόνια, βρισκόμαστε στό σημείο νά ἀναζητοῦμε τή γλωσσική πραγμάτωση πού πρότεινε ὁ Δ. Σολωμός  μέ τήν ποίησή του καί, θωρητικά, μέ τόν Διάλογό του.  


[1] Νεοελληνική Γραμματική, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ἰνστιτοῦτο Νέοελληνικῶν Σπουδῶν, Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 1, 3.

[2] Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας. Ἀπό τίς ἀρχές ἕως τήν ὕστερη ἀρχαιότητα, ἐπιστημονική ἐπιμέλεια Α. -Φ. Χριστίδης, Κέντρο Ἑλληνικῆς Γλώσσας, Ἱνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν  Σπουδῶν,  Θεσσαλονίκη, 2001, σσ. (ἰδίως οἱ σελίδες) 457-467, 516-520, 958-971, 1065-1068.

[3] Νεοελληνική Γραμματική, ὅ.π., σ. 40.

[4] Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος,  Πλάτωνος Φαῖδρος, Εἰσαγωγή, ἀρχαῖο καί νέο κείμενο μέ σχόλια,  Ἀθήνα 21968, σ. 450, στό 276a8- 9.

[5] Οἱ διαδικτυακοί τόποι περιέχουν γραφτά κείμενα, ἀλλά μέ ἔντονη προφορικότητα.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων, Σχόλια. Bookmark the permalink.