Τραγούδι νο 2

 

Τραγούδι, νο 2

 

Πρέπει νά τό ἄκουσα πρώτη φορά, ὅταν στήν ὀρχήστρα ἔπαιζε καί τραγουδοῦσε ἕνας ἄνδρας κάπως προχωρημένης ἡλικίας. Ψηλός, ξεραγκιανός, λίγο καμπούρης μέ γερακωτή μύτη. Ἔπαιζε κιθάρα. Ὅταν βγῆκε στή σκηνή ἀκούστηκαν κάμποσα ἐπιφωνήματα μέ τ’ ὄνομά του, αὐτός τά δεχόταν μέ συγκαταβατικό χαμόγελο. Τόν ἔλεγαν Μπιραλλάχ. Πρέπει νά ἦταν ἀπό ἐκεῖνες τίς Δευτέρες πού ὁ Δ. Σαββόπουλος ἔφερνε στό στέκι του[1] τή Μπέλου, τόν Μουφλουζέλη, τήν Ἄννα Χρυσάφη, τόν Χοντρονάκο ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, τή Μαριώ  κι ἄλλους ἀπό τήν παλιά φρουρά τῶν ρεμπετῶν πού ζοῦσαν ἀκόμα. Ἐκεῖνο τό βράδι τό ἄκουσα ἀπό ἀνδρικές φωνές κι ἔμοιαζε περισσότερο μέ θούριο. Τραγουδοῦσε καί τό κοινό. Κάποτε, μετά ἀπό χρόνια, τό ἄκουσα ἀπό τή Στέλλα Χασκήλ.[2] Αὐτή τή φορά δέν ἔμοιαζε μέ θούριο, ἀλλά μέ σφοδρό παράπονο καί ψυχικό σπαραγμό. Τότε πρόσεξα καί τούς στίχους.

 

Σάν βγαίνει ὁ Χότζας στό τζαμί,

ἀργά σάν σουρουπώνει,

κι ὅταν θά πεῖ τό μπίρ Ἀλλάχ,

μπίρ Ἀλλάχ, τό στῆθος μου ματώνει.

 

Τέτοια στιγμή σέ γνώρισα,

στά μακρινά στά ξένα,

κι ὅταν ἀκούω μπίρ Ἀλλάχ,

μπίρ Ἀλλάχ, ὁ νοῦς μου πάει σέ σένα.

 

 

Στά βάθη τῆς ἀνατολῆς,

στή μαύρη ἐρημιά μου,

ὅταν ἀκούω μπίρ Ἀλλάχ,

μπίρ Ἀλλάχ, ραγίζετ᾿ ἡ καρδιά μου.

 

Στίχοι πού σέρνουν πίσω τους μνῆμες ἀπό ἕνα γνωστό παρελθόν. Θυμᾶται κανείς τή Βγενούλα Παλαμᾶ, τήν ἀγαπημένη θεία τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ,[3] ἡ ὁποία πιάστηκε ἀπό τούς Τούρκους στήν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγιοῦ. Βιάστηκε, κακοποιήθηκε, ἀργότερα ἀπελευθερώθηκε, ἀλλά δέν συνῆλθε ποτέ ἐντελῶς, οὔτε παντρεύτηκε. Δέν ἦταν ἡ μόνη. Πιό κοντά στούς παραπάνω στίχους εἶναι τό περιστατικό πού  ἀναφέρει ὁ Δ. Βικέλας: «Πῶς σκηναί τινες μένουν ἀνεξάλειπτοι εἰς τήν μνήμην! Ἡμέραν τινά ἐκαθήμεθα, χάριν ἀναπαύσεως, εἰς τάς μαρμαρίνας βαθμίδας πρό τῆς θύρας μιᾶς τῶν ἐκεῖ οἰκιῶν,[4] ὅτε ἄνωθεν ἐκ τοῦ καφασωτοῦ παραθύρου γυναικεία φωνή μᾶς ἀπέτεινε εἰς τήν γλῶσσα μας τόν λόγον. Δέν ἐνθυμοῦμαι τί ἐλέχθη, ἀλλά δέν λησμονῶ τόν γλυκύν ἦχον τῆς φωνῆς, οὔτε τῆς μητρός μου τήν συγκίνησιν. Ἐνόησεν ἐκ τῆς προφορᾶς ὅτι ἡ λαλοῦσα ἦτο Χία, -Χία δουλωθεῖσα ἀναμφιβόλως κατά τήν καταστροφήν τῆς πατρίδος της. Δέν ὡμίλησαν περί τοῦ παρελθόντος. Δέν ἐτόλμησαν. Ἠθέλησε μόνον ἡ δυστυχής τουρκευθεῖσα Ἑλληνίς νά λαλήση καί νά ἀκούση τήν γλῶσσαν της. Τίς οἶδεν ὁποία ὀδύνη ἐκρύπτετο ὄπισθεν τοῦ καφασίου ἐκείνου! Τῆς μητρός μου οἱ ὀφθαλμοί ἦσαν πλήρεις δακρύων ὅτε ἀπεχαιρετήσαμεν τήν ἄγνωστον νέαν. Δέν ἠκούσαμεν ἄλλοτε τήν φωνήν της».[5] Οἱ στίχοι τοῦ τραγουδιοῦ σχετίζονται μᾶλλον μέ νεότερη ἐποχή, μέ τή Μικρασιατική Καταστροφή καί τήν πυρπόληση τῆς Σμύρνης. Ὁ στιχουργός, Χαράλαμπος Βασιλειάδης, μέ καταγωγή ἀπό τή Μικρά Ἀσία (1907-1970), κάτι σχετικό θά εἶχε ἀκούσει, καθόλου παράξενο ἄλλωστε γιά τήν ἐποχή του, καί τό συμπύκνωσε σ’ αὐτούς τούς λιτούς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ. Ὁ συνθέτης Γιάννης Σταμούλης (1912;-;) ἔπιασε τή στιγμή τῶν στίχων λές καί ἦταν διαθέσιμη, λές καί ἠχοῦσε μέσα του ἀπό καιρό. Τό ἴδιο δηλαδή λιτά καί συμπυκνωμένα καί μ᾿ ὅλο τό βάρος τοῦ συναισθηματισμοῦ τους. Μοναδικότητα πού τοῦ χάρισε τό ἐπαινετικό παρατσούκλι Μπιραλλάχ. Ἔπειτα ἡ Στέλλα Χασκήλ τό προίκισε μέ τή φωνή της, πού θά πεῖ μέ τήν ψυχή της.

Θέλοντας τώρα νά μιλήσω γιά τό τραγούδι καθαυτό αἰσθάνομαι ἀμήχανος. Πῶς νά μιλήσεις γιά μιά σύνθετη πραγμάτωση πού συνιστᾶ ἀσυνήθιστο ἐκφραστικό γεγονός; Θά προσπαθήσω νά διασκεδάσω τήν ἀμηχανία μου προστρέχοντας στό ἀπόσπασμα τοῦ Βικέλα. Θά ὑποθέσω, μ’ ἄλλα λόγια, ὅτι πρόκειται γιά τό τραγούδι μιᾶς περίπτωσης, ὅπου ἡ «τουρκευθεῖσα Ἑλληνίς» λέει συνοπτικά τήν ἱστορία της, ἀφήνοντας νά ἐννοηθοῦν ὅλα τ᾿ ἄλλα. Μιά ἱστορία σκλαβιᾶς, ἀλλά καί χαμένης ἀγάπης. Παρακολουθώντας κανείς τόν κυματισμό τῆς μελωδίας νιώθει κάτι σάν τό τέντωμα τῆς χορδῆς ἑνός τόξου. Ἀρχικά τό σταδιακό τέντωμα ὥς τό ἀνώτερο σημεῖο στόν τρίτο στίχο καί τήν ἐπανάληψη τῆς φράσης «μπίρ Ἀλλάχ». Κι ἔπειτα τό τίναγμα τῆς χορδῆς (πού ἀγγέλλεται μέ τίς νότες «τό», «ὁ», «ρα» τῶν τέταρτων στίχων) σάν ἔκρηξη ἀβάσταχτου καημοῦ. Αὐτόν τόν κυματισμό, ὅπως μᾶς τόν δίνει ἡ φωνή τῆς Χασκήλ, ἀδύνατο νά τόν ἀποδώσει κάποιος μέ λόγια. Γιατί δέν εἶναι μόνο ὁ κυματισμός τῆς ἔντασης, εἶναι καί ἡ αἰσθαντικότητα τῆς φωνῆς, οἱ λαρυγγισμοί καί οἱ ἀλλαγές τοῦ χρωματισμοῦ της.

Γενικότερα, τό τραγούδι «Μπίρ Ἀλλάχ», πέρα ἀπό τήν αὐτάρκεια καί τήν ἰδιαιτερότητά  του, μοῦ θυμίζει τά ὅσα ἔγραψε ὁ Λιοῦ Γιουρένεκ ὅτι ἔγιναν στήν προκυμαία τῆς Σμύρνης τόν Σεπτέμβρη τοῦ 1922.[6]

[1] Στό Κύτταρο, Ἠπείρου καί Ἀχαρνῶν.

[2] Εὐτυχῶς πού ὑπάρχει τό διαδίκτυο καί μποροῦμε νά ἀκοῦμε πρῶτες ἐκτελέσεις παλιῶν τραγουδιῶν. Θυμίζω πώς ἡ Χασκήλ τραγούδησε σέ πρώτη ἐκτέλεση, πέρα ἀπό ἄλλα, τό «Κάποια μάνα ἀναστενάζει» καί τό «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».

[3] Ἀπό αὐτήν ἄκουσε πολλά ὁ μικρός Κωστής γιά τήν Πολιορκία καί τήν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγιοῦ.

[4] Παρά τόν Βόσπορον.

[5] Δημήτριος Βικέλας, Ἡ ζωή μου, Ἑκάτη, Ἀθήνα 2003, σ. 54.

[6] Λιοῦ Γιουρένεκ, Ἡ μεγάλη φωτιά. Σμύρνη, Σεπτέμβιος 1922, Ψυχογιός, Ἀθήνα 2016.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.