Διαβάζοντας τά γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή του Ρ.Μ. Ρίλκε

 

 

 

      Διαβάζοντας τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή τοῦ Ρ.Μ. Ρίλκε

 

 

 

Ὅταν σκέφτομαι πόσα βιβλία μέ συντρόφεψαν, ἔτσι πού νά αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά τά διαβάζω ξανά καί ξανά, καταλήγω σ᾿ ἕναν ἀριθμό μικρό, δηλαδή μονοψήφιο. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά τά λίγα εἶναι καί τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή τοῦ Ρίλκε.

Τά πρωτοδιάβασα, σέ ἡλικία 21 χρονῶνν στήν ὡραία μετάφραση τοῦ Μ. Πλωρίτη,[1] κι ἔμεινα γοητευμένος. Εἶχα άκούσει πώς ὁ Ρίλκε ἦταν σπουδαῖος ποιητής, εἶχα δεῖ καί μερικά ποιήματά του, πού χωρίς νά ξέρω γιατί, τά θεώρησα ἐξαιρετικά. Ἀργότερα ψυλλιάστηκα πώς ἐκείνη ἡ πρώτη ἀντίδρασή μου στά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή ἦταν μᾶλλον ἀποτέλεσμα ἀνωριμότητας καί συμπλέγματος ἐγωκεντρισμοῦ, παρά οὐσιαστικῆς ἐπαφῆς μαζί τους. Ὅταν ἄνοιξα τό βιβλιαράκι μέ τά κείμενα τοῦ Ρίλκε, ἀσχημάτιστος καθώς εἴμουν, δέν εἶχα ἀρκετό προσωπικό ἕρμα, ὥστε νά τό σταθμίσω ἀνάλογα. Τό διάβασα λοιπόν κάτω ἀπό τήν ἐπήρεια τῆς κοινῆς ἀντίληψης ὅτι ῆταν ἕνα σημαντικό ἔργο. Ἔτσι, χωρίς τή δυνατότητα νά τό σταθμίσω κατά τρόπο προσωπικό, δέχτηκα προκαταβολικά τήν ἀξία του. Δέν τό διάβασα, μ᾿ ἄλλα λόγια, γιά νά δῶ ἄν ἔχει κάτι νά πεῖ, ἀλλά γιά νά μάθω ὄλα τά σπουδαῖα πού περιεῖχε. Κι ἐπειδή ἔβλεπα ὅτι πολλά σημεῖα του ἔβρισκαν ἀνταποκρίνονταν στήν ἀντίληψή μου, πίστεψα πώς τό ἀφομοίωσα πλήρως. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὑπῆρχε ἀπό τήν πλευρά μου ἔντονη ἡ προδιάθεση νά πιστέψω πώς οἱ σκέψεις ἑνός τόσο φημισμένου ποιητῆ ἐναρμονίζονταν μέ τίς δικές μου. Κάθε μαθητευόμενος διανοούμενος θέλει πάντα, φαντάζομαι, νά πιστεύει πώς καταλαβαίνει ἀμέσως τά κείμενα πού θεωροῦνται ἐξαιρετικά. Τό ἀντίθετο θά ἰσοδυναμοῦσε μέ παραδοχή τῆς ἀναξιότητάς του. Κάτι μέ τό ὁποῖο δέν συμβιβάζεται τό ἐγώ του. Ὅταν πρωτοδιάβασα λοιπόν τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή γοητεύτηκα. Μέ τή διαφορά ὅτι αὐτή ἡ γοητεία ἦταν προϊόν μιᾶς ἀντίδρασης πού καθαυτή ἦταν μιά μορφή αὐταπάτης.

Πέρασαν ἔκτοτε κάπου τριάντα χρόνια. Μέσα σ᾿ αὐτό τό διάστημα, ἐκτός ἀπό ὅ,τι εἶπα παραπάνω, τό διαδοχικό ξαναδιάβασμα τῶν Γραμμάτων ἔφερε στήν ἐπιφάνεια μερικά εἰδικότερα ζητήματα. Ἀνάμεσα στά ὁποῖα εἶναι καί τά παρακάτω.

Καθώς ξαναδιάβαζα ἀπό καιρό σέ καιρό τό βιβλίο τοῦ Ρίλκε, παρατηροῦσα, μέ κάμποση ἀμηχανία, πώς ὀρισμένα σημεῖα του ἦταν σάν νά τά διάβαζα γιά πρώτη φορά. Εἴμουν σίγουρος πώς τά εἶχα διαβάσει τίς προηγούμενες φορές, ὄσο εἴμουν ἐπίσης σίγουρος πώς μοῦ εἶχε διαφύγει ἡ σημασία τους. Ὄχι πώς δέν τά θυμόμουν ὁλωσδιόλου -ἄν καί ὥς ἕνα βαθμό συνέβαινε κι αὐτό-, ἀλλά πώς τά εἶχα προσπεράσει μέ ἀλαφιά καρδιά. Μιά παρατήρηση πού εἶχα τήν εὐκαιρία νά τήν ἐπαληθέψω, ἄλλωστε, καί σ᾿ ἄλλες ἄλλες ἀναγνώσεις ἀγαπητῶν κειμένων. Θά φανεῖ  ἴσως τραβηγμένο νά πῶ ὅτι καί σήμερα, διαβάζοντας τά Γράμματα, διαπιστώνω ἀφομοιωτικά κενά. Κι ὅμως, ἄν θέλω νά εἶμαι εἰλικρινής, θά πρέπει νά ὁμολογήσω πώς ἔτσι συμβαίνει. Ἐνῶ τείνω νά πιστέψω πώς ἔχω ἀφομοιώσει ὁλοκληρωτικά τό βιβλιαράκι, μιά νέα ἀνάγνωση ἔρχεται νά μοῦ ἀποκαλύψει νέα σημεῖα τά ὁποῖα παραμένουν περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι πίστευα ἀνοιχτά προβλήματα.

Κάτι ἄλλο πού τό εἶδα ἀρχικά ἐπιπόλαια, βάρυνε μέ τόν καιρό μέσα μου καί δέν ἔπαψε ἔκτοτε νά μέ ἀπασχολεῖ, ἔχει σχέση μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μίλησε ὁ Ρίλκε στόν Κάπους. Ὁ Κάπους ζήτησε, σάν ἄπραγος, τή γνώμη τοῦ φτασμένου ποιητῆ γιά τά πρωτόλεια στιχουργήματά του. Ὁ Ρίλκε εἶχε τότε ὐπογραφή: ἔργο καί φήμη. Εἶχε συνεπῶς τό περιθώριο νά μιλήσει στόν σχετικά νεαρό ἀποστολέα του ἀπό τό ὕψος τῆς θέσης πού τόν τοποθετοῦσε ἡ ἀναγνωρισμένη ἀξία του. Μολαταῦτα ὁ Ρίλκε ἀγνόησε τήν ὑπογραφή του, τό ἔργο καί τή φήμη του. Ἄφησε στήν ἄκρη τόν μανδύα τοῦ ἀναγνωρισμένου ποιητῆ καί ἀποκρίθηκε στόν συνομιλητή του μέ ἀνυπόκριτη ταπεινωσύνη. Στάθηκε δηλαδή «ἐνωπιος ἐνωπίω» μέ τόν ἑαυτό του, ἀκριβοζυγιάζοντας τίς ὅποιες ζωτικές ἀλήθειες εἶχε ἀποκομίσει ἀπό τήν μέχρι τότε ποιητική πορεία του. Σάν νά ἔκανε γιά λογαριασμό του ἕνα εἶδος πευματικοῦ ἀπολογισμοῦ. Γιά τοῦτο τά Γράμματα αὐτά, μολονότι ἐξ ὁρισμοῦ συμβουλευτικά, ἔχουν κατεξοχήν ἐξομολογητικό χαρακτήρα. Αὐτός ὁ λόγος ὁ χωρίς ὑπογραφή -χωρίς κοσμικές διακρίσεις, χωρίς ἄμβωνα, χωρίς θετική ἀξιολογική αὐτοπαραδοχή- δέν στάθηκε τόσο βολικό παράδειγμα. Πρῶτα πρῶτα γιατί εἶχα μάθει τό μάθημα ἀλλιῶς. Εἶχα διαποτιστεῖ ἀπό τό πνεῦμα τῆς καθημερινῆς σκιαμαχίας τῶν ὑπογραφῶν στή δημόσια καί στήν ἰδιωτική ζωή μας. Κι εἶχα συνηθίσει νά ἐκτιμῶ θετικά τόν φωτοστέφανο τῶν ὑπογραφῶν. Τό βιβλιαράκι τοῦ Ρίλκε μπροστά σ’ αὐτή τή μαθητεία, πού εἶχε τήν ἀφετηρία της στά πρῶτα σχολικά χρόνια, φάνταζε σάν αἵρεση. Μιά αἵρεση πού, κι ὅταν συνειδητοποιεῖς τή μαθητεία σου στίς ἐπηρμένες ὑπογραφές, παραμένει καθαυτή ἕνα δύσκολο παράδειγμα. Εἶναι σχετικά εὔκολο νά τό ἐννοήσεις καί νά τό ἐπαινέσεις, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι πολύ δύσκολο νά τό ἐφαρμόσεις φυσικά καί ἀπροσποίητα στήν πράξη. Ὅταν λ.χ. ἔχεις κάτι νά πεῖς, ὄχι ἀπαραίτητα σημαντικό, καί θέλεις νά τό πεῖς ἀπροσχημάτιστα, κι ἔχεις λογικά ἀρνηθεῖ τήν ἐξωστρέφεια, θά ἔχεις νά ἀντιμετωπίσεις τόν μυστικοσύμβολο τοῦ ἑαυτοῦ σου. Τόν παναχοῦ παρόντα συνήγορο τοῦ «πολύτιμου» ἑαυτοῦ σου, πού ξεφυτρώνει κι ἐκεῖ πού δέν τό φαντάζεσαι: πίσω ἀπό μιά ἀποστροφή, ἀπό μια φράση, ἀπό μιά λέξη, ἕνα σημεῖο στίξης… Κι ὅταν ξεφυτρώνει ἔτσι λαθραῖα, σημαίνει πώς κάπου στό ἀσυνείδητό σου ἐκείνη ἡ ὑπόθεση μέ τίς ὑπογταφές δέν ἔχει ξεπεραστεῖ. Μιά ἱστορία πού δέν ἔχει τέλος ἄν δέν ἔχεις τήν αὐτάρκεια τοῦ Ρίλκε. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος τί ἀξίζει αὐτή ἡ ζωή, ἄν τή δεῖ κανείς ὑποθετικά ἀπό τίς τελευταῖες της στιγμές, ἄν δέν τείνει πρός τά ἐκεῖ πού δείχνει τό παράδειγμα τοῦ ποιητῆ;

Κάτι ἄλλο πού μέ σταμάτησε ἦταν ἡ ἀρνητική στάση τοῦ Ρίλκε ἀπέναντι στόν ἀναλυτικό λόγο. Τή στάση αὐτή τήν εἶδα τόν πρῶτο καιρό περισσότερο σάν μιά προσωπική ἰδιοτροπία. Ἦταν ὡστόσο φανερό πώς ὁ Ρίλκε, τόσο ἔμμεσα, ἀποφεύγοντας νά πραγματευτεῖ ἀναλυτικά τά κείμενα τοῦ Κάπους, ὅσο καί ρητά, σέ ὁρισμένα σημεῖα, ἀρνιόταν τήν ἀξία τῆς ἀνάλυσης ὡς ἐργαλεῖο μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά εἰσδύσουμε στό λογοτεχνικό ἄδυτο. Καί μάλιστα τήν ἀρνιόταν ἀποφασιστικά καί μέ πλήρη συνέπεια. Στό πρῶτο γράμμα, ἀφοῦ λέει στόν Κάπους ὅτι ἀδυνατεῖ να δεῖ τά γραφτά του σάν κριτικός, περνάει ἀμέσως στό θεμελιῶδες αἴτημα τοῦ νά γράφει κανείς ἀπό ἐσωτερική ἀνάγκη καί σύμφωνα μ᾿ αὐτή. Τό «σύμφωνα μ᾿ αὐτή» ἀναφέρεται στή διατύπωση, στήν ἔκφραση, γιά τήν ὁποία μιλάει σέ δυό σημεῖα. Στά ὑπόλοιπα γράμματα ἀναφέρεται κατεξοχήν στίς προϋποθέσεις πού ἀφοροῦν τήν ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας: μοναξιά, περισυλλογή, εἰλικρίνεια, αὐτοπαραδοχή, καρτερία, διαθεσιμότητα ἀπέναντι στά ἐξωτερικά καί στά ἐσωτερικά γεγονότα -καί ἀντιθετικά, προσοχή στήν ἐπιτήδευση καί στή συμβατικότητα. Κι ὅλα αὐτά μέ ἀντικειμενικό σκοπό τή «μεταμόρφωση», κάτι πού θά λέγαμε διαφορετικά, μέ σκοπό τήν ἀναζήτηση τοῦ αὐθεντικοῦ ἑαυτοῦ τοῦ Κάπους -καί κατά προέκταση τοῦ καθένα. Τελικά δηλαδή ὁ Ρίλκε δέν πραγματεύεται ἀναλυτικά τά κείμενα τοῦ Κάπους, οὔτε θέτει γενικότερα τέτοιο ζήτημα. Ἀντίθετα λέει στόν φίλο του νά διαβάζει, ὅσο γίνεται, λογότερα θεωρητικά κείμενα. Ἄν δεῖ κανείς αὐτή τή στάση τοῦ ποιητῆ, μέ ὄσα ἔμαθε στό σχολεῖο ἤ μέ βάση τίς γνώσεις πού ἀπόκτησε ἀπό τά διάφορα ἐγχειρίδιο αἰσθητικῆς, θά τή θεωρήσει ἀσφαλῶς ἀνεξήγητη ἤ ἀδικαιολόγητη. Ἄν μάλιστα τυχαίνει νά εἶναι ὀπαδός τῶν σύγχρονων θεωριῶν πού ἀναπτύσσονται στόν δυτικό κόσμο, θά τραβήξει πιθανότατα μιά μονκοντυλιά στά Γράμματα καί θά τά διαγράψει. Εἶναι ὅμως τόσο ἁπλό; Ὁ Ρίλκε δέν ἦταν κανένας ἄκαπνος, ἀπό τήν πρακτική τῆς λογοτεχνίας, θεωρητικός. Εἶχε, ἀποδειγμένα, δεσμό αἴματος μέ τή λογοτεχνία καί ὄχι δεσμό «κατά συνθήκην» -κι ἡ γνώμη του στή ζυγαριά τῆς ἐγκυρότητας βαραίνει περισσότερο ἀπό τίς γνῶμες τῶν θεωρητικῶν. Ὅ,τι ἡ συμβατική γλώσσα ἔχει τή δυνατότητα νά ἀναλύει, ἀναφορικά μέ τά λογοτεχνικά ἔργα, ἔχει χαρακτήρα ὁμόλογο καί ἄρα συμβατικό. Αλλά τά συμβατικά συστατικά τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων δέν ἀφοροῦν τή λογοτεχνική ἰδιαιτερότητά τους. «Ἕνα ἔργο τέχνης», γράφει στό πρῶτο γράμμα ὁ Ρίλκε, «εἶναι ἄξιο μόνο σάν ξεπηδάει ἀπό μιά ἀνάγκη. Γιά νά τό κρίνεις, πρέπει νά δεῖς ποιά εἶν᾿ ἡ πηγή του». Κι ἡ πηγή του, ὅπως τήν ἐννοεῖ ὁ ποιητής, δέν εἶναι συμβατικό δεδομένο ὥστε νά ἐπιδέχεται θεωρητική ἀνάλυση. Παραλλάζοντας τόν Καρυωτάκη θά ἔλεγα, ἀταίριαστα γιά τήν περίσταση ρητορικά, κάπως ἀντίστοιχα: ποιητική ἰδιοφυΐα πόσο δύσκολα δέχεται κανείς τό δίδαγμά σου! Ὁ Ρ. Μπάρτ ἔφαγε μιά ζωή γιά νά καταλάβει πώς ἦταν πλάνη νά πιστεύει πώς ἦταν δυνατό νά ὑπάρξει «ἐπιστήμη τῆς λογοτεχνίας».

 

Τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή εἶναι ἀσφαλῶς κείμενα θεωρητικά. Ὁ Ρίλκε, θέλοντας νά μιλήσει γιά τό ποιητικό γεγονός, ἦταν ἀναγκασμένος νά χρησιμοποιήσει ἔλλογη διατύπωση. Ἕναν λόγο συνεπῶς νοητό, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόταν στό συνειδητό τοῦ συνομιλητῆ του. Σκοπός του ὡστόσο δέν ἦταν νά ἀναπτύξει ὁρισμένη λογική ἐπιχειρηματολογία ἤ ὁρισμένο σύστημα ἰδεῶν. Σκοπός του ἦταν νά ὑποδείξει τήν πέρα ἀπό τήν καθαρή νόηση ὀντότητα τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος. Μολαταῦτα ἡ ἔλλογη ὑφή τῶν Γραμμάτων εἶναι δυνατό νά σταθεῖ παραπλανητική. Ἡ παιδεία μας, γενικά, εἶναι ἰδεοκρατική καί τό μυαλό μας ἔχει τήν τάση νά βλέπει παντοῦ λογικά οἰκοδομήματα.Ἔτσι εἶναι ἐνδεχόμενο νά δεῖ κανείς τά Γράμματα σάν ἕνα σπουδαῖο ἐγκόλπιο ἰδεῶν. Νά τά ἐκτιμήσει σάν μιά πρωτότυπη συλλογιστική καί νά ἱκανοποιήσει τήν προδιάθεσή του νά οἰκειοποιηθεῖ ἀπό αὐτά ἐξαιρετικά διανοήματα. Ὁ Ρίλκε ὅμως, στά δέκα γράμματά του πρός τόν Κάπους, μιλάει οὐσιαστικά γιά ἕνα πράγμα: γιά τήν ἐσωστρέφεια ἐκείνη πού, δυνητικά, ὁδηγεῖ στή «μεταμόρφωση», στόν αὐθεντικό ἑαυτό τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά σηκώσει ἄγκυρα γιά τό ταξίδι τῆς ποίησης. Μιλάει, μ᾿ ἄλλα λόγια, γιά μιά ἐξέλιξη πού ἔχει ἐμπειρικό παρονομαστή. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή, ὅσο καί νά μετράει τά λόγια του ὁ ποιητής, ὅσο καί νά λέει καθαρά ὅ,τι ἔχει νά πεῖ, τά Γράμματα εἶναι δυσκολότατα κείμενα. Γιατί εἶναι ἀδύνατο νά μπεῖ κανείς στό πνεῦμα τους, χωρίς νά διαθέτει κάτι τί ἀπό τίς ἐμπειρικές προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες γράφτηκαν. Κι αὐτές οἱ προϋποθέσεις δέν εἶναι διανοητικῆς κατηγορίας. Ἐνῶ διανοητικές συνήθως διαθέτουν οἱ διάφοροι θεωρητικοί πού ἐξηγοῦν τά πάντα ἀραδιάζοντας λογικά ἐπιχειρήματα. Σύμφωνα μ᾿ αὐτά, ἄν κάτι χρειάζεται γιά νά ἔρθεις σέ ἐπαφή μέ τά Γράμματα, αὐτό εἶναι ἕνα, στοιχειῶδες ἔστω, βιωματικό ἕρμα. Κι ὄχι μόνο τοῦτο ἀλλά καί ἡ προσέγγιση τῶν κεμένων νά γίνει ἀπό τήν ὀπτική γωνία αὐτοῦ τοῦ ἕρματος. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἀρχίζει πάλι μιά ἱστορία δίχως τέλος. Κάθε βῆμα πού θά κάνει κάποιος πρός τή δοσμένη κατεύθυνση -κάθε προσωπική, μικρή ἤ μεγάλη, κατάκτηση- θά τοῦ ἀποκαλύπτει ὅλο καί περισσότερα εὑρήματα ἀπό τήν ἐνδοχώρα τῶν κειμένων. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τά Γράμματα, ὅταν διαβάζονται ἀπό καιρό σέ καιρό, μοιάζουν μέ τήν πέτρα πού πέφτει στό νερό καί ἀνοίγει ἐπάλληλους κύκλους. Κάθε νέα ἀνάγνωση, κατά τό μέτρο τῆς ἀναταπόκρισής μας, κι ἕνας νέος κύκλος.

 

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Γράμματα καί Τέχνες, τεῦχος 55, Ἀθήνα 1988.

 

 

[1] Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή, μετάφραση Μάριο Πλωρίτη, ζ΄ ἔκδοση, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1978.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.