Μιά ἀνεπαίσθητα ἀνατρεπτική στιγμή

Μιά ἀνεπαίσθητα ἀνατρεπτική στιγμή

 

 

Ἡ στιγμή γιά τήν ὁποία θέλω νά μιλήσω βρίσκεται στό διήγημα «Οἱ σοῦζες», τό ὁποῖο περιέχεται στό βιβλίο τοῦ Τάσου Καλούτσα Τό Κελεπούρι. Ὅλο τό διήγημα εἶναι γραμμένο μέ σουρντίνα καί σέ μιά πρώτη ματιά δίνει τήν ἐντύπωση πώς τίποτα τό ἐξαιρετικό δέν συμβαίνει. Συνοπτικά τό θέμα εἶναι τό ἑξῆς. Ἕνα σχετικά νέο ἀντρόγυνο πηγαίνει κάποιο ἀπόγευμα μέ τήν κορούλα του νά γυμναστεῖ σ᾿ ἕνα ἐξοχικό γήπεδο. Ἐκεῖ βάζει μπροστά τό πρόγραμμά του ὥς τήν ὥρα πού μιά μικρή παρέα νεαρῶν μέ μηχανάκια τοῦ χαλάει τό κέφι. Στό τέλος ξεκινάει νά ἐπιστρέψει στό σπίτι του ἐνοχλημένο.

Τό διήγημα ὅμως κρίνεται στίς λεπτομέρειες καί γιά νά μποῦμε στό κλίμα του θά χρειαστεῖ νά ἀναφερθῶ διεξοδικά στήν ἐξέλιξή του.

Ὁ ἄντρας εἶναι παλιός ἀθλητής καί γυμνάζεται κανονικά δυό τρεῖς φορές τή βδομάδα. Ἡ γυναίκα, πού ἔχει κλείσει τά τριάντα, ἀποφασίζει νά τόν ἀκολουθήσει γιατί νιώθει νά πλαδαραίνει τό σῶμα της. Ἡ μικρή τρελαίνεται γιά τέτοιες ἐκδρομές στήν ἐξοχή. Στό γήπεδο βρίσκουν μιά ὁμάδα νεαρῶν νά γυμνάζεται κάτω ἀπό τίς ὁδηγίες κάποιου προπονητῆ  καί ἄλλους νά παίζουν δίτερμα. Ἀρχίζουν κι αὐτοί τά δικά τους, μέ τρέξιμο γύρα ἀπό τό γήπεδο καί τή μικρή ν᾿ ἀνακατεύει χώματα δίπλα στό αὐτοκίνητο. Ἔπειτα ἡ γυναίκα κουράζεται καί γυρίζει κοντά στή μικρή γι᾿ ἀσκήσεις. Ξαναρχίζει καί πάλι ἐγκαταλείπει. Ἔτσι ὥς τή στιγμή πού: «Στόν ὁρίζοντα ἁπλωνόταν θεσπέσιο τό μούχρωμα, ὅταν ξαφνικά, σά νά δόθηκε μυστικό σῆμα, οἱ ὁ μάδες τῶν νεαρῶν, τιτιβίζοντας, πῆραν νά σκορποῦν καί νά φεύγουν. Σέ λίγα λεπτά κανένα αὐτοκίνητο, ἐξόν ἀπ’τό δικό τους, δέν ἀπόμεινε στό στρογγυλό πλάτωμα, πού μετατράπηκε ἀπότομα σέ ἀλλόκοσμο τοπίο ἐρημιᾶς. Ἀντηχοῦσαν μόνο τά δυνατά, σταθερά χτυπήματα ἀπό τά πέλματα τοῦ ἄντρα καί τά φτερουγίσματα τῶν πουλιῶν, καθώς τρύπωναν σμάρια σμάρια στίς φιλλωσιές…

 

«Τό ἑπόμενο λεπτό ἄκουσε πρῶτα τό θόρυβο καί μετά, σηκώνοντας ἀπότομα τά μάτια, τούς εἶδε. Βρισκόταν στόν ἔννατο γύρο κι ἔνιωθε πάντα ἀκμαῖος: ἔκρυβε, λές, μιά περίεργη ζωτικότητα ἀπόψε. […] Ἡ μοτοσυκλέτα εἶχε σκάσει ἐκκωφαντικό τό μουσούδι της ψηλά στό μονοπάτι καί ζυγιαζόταν σάν πελώριο ἁρπακρικό. Μέσα σέ μιά σιγμή τό μάτι του πῆρε μιά φαρδιά κορδέλα σκόνης ν᾿ ἀνεμίζει στήν πλαγιά, σφυρίζοντας ὕπουλα, κι ἀρκετά πίσω της ν᾿ ἀκολουθεῖ ἄλλη μιά, λεπτότερη.  Βρέθηκε νά κοντανασαίνει πλάι του, κι ἀπ᾿ τό πισινό κάθισμα ἀναπήδησαν δυό κοπελίτσες, γύρω στά δεκαπέντε, μ᾿ ἔντονα μπουγιατισμένα μουτράκια· ὁ ὁδηγός, ἕνας νεαρός μέ σκοῦρα ροῦχα καί ἄψογο χτένισμα, ἔσβησε τή μηχανή. Χωρίς νά σταθεῖ ὁ ἄντρας, τούς ἔριξε μιά ἀδιάφορη ματιά.

»Ὅταν ξαναπέρασε, τούς πρόσεξε καλύτερα. Δυό ἀγόρια ἀκολουθοῦσαν ξοπίσω, μ’ ἔνα μικρότερο μηχανάκι. Κάνανε χειρονομίες καί βλαστημοῦσαν, σπάζοντας βάναυσα τή σιωπή τοῦ τοπίου.Τό πρῶτο, ξανθό, μέ φρύδια δυό ξέθωρες γραμμές, εἶχε διπλαρώσει τή μιά πιτσιρίκα πού φοροῦσε γυαλιά-καθρέφτες, καί τῆς μιλοῦσε, κοντά στ᾿ αὐτί της· κείνη κακάριζε. Τή στιγμή πού [ὁ ἄντρας] περνοῦσε μπροστά τους, ὁ νεαρός ρεύτηκε ἐπιδεικτικά.»

 

Τό ξανθό ἀγόρι συνεχίζει νά «κολλάει» στήν κοπέλα, ἡ ὁποία ἀπαντάει μέ ἄγαρμπες φράσεις -χαρακτηριστικές τῆς ἡλικίας, τοῦ τύπου καί τῆς ἐποχῆς. Τό μεγαλόσωμο ἀγόρι δέν παίρνει μέρος. Ἀντιδρώντας ὅμως μέ τόν δικό του τρόπο βάζει μπροστά τή μηχανή καί ἀρχίζει τίς σοῦζες. Κάποια στιγμή περνάει ξυστά ἀπ᾿ τό σταματημένο αὐτοκίνητο καί «χάνεται μονομιᾶς στό χαμηλό δασάκι μέ τά πεῦκα».

«Σέ λίγο ἐκτινάχτηκε μέ δύναμη ἀποκεῖ, ἕνα μέτρο τουλάχιστο πάνω ἀπό τό ἔδαφος. Ἁλώνιζε τό πλάτωμα τώρα, πότε μπρός πότε πίσω του, μέ τή ρόδα συνέχεια ψηλά. Τά κορίτσια ἄναψαν τσιγάρο καί τό ἀπολάμβαναν μέ βαθιές ρουφηξιές. Ὁ ξανθός ξαναδιπλάρωσε τή μιά. ‘‘Ἔει, τρελέ!’’, τόν ἄκουσε ὕστερα ὁ ἄντρας νά στριγγλίζει, μέ φωνή τραβηγμένη· ἄν καί τούς χώριζε ἀρκετή ἀπόσταση, ἦταν σίγουρο πώς ἀπευθυνόταν σ᾿ ἐκεῖνον, γι’αὐτό στράφηκε. Τούς εἶδε νά προσπαθοῦν νά πνίξουν μεταβίας ἕνα γέλιο, κι ἔπειτα ὁ νεαρός σήκωσε τήν παλάμη του στό ὕψος τοῦ ὤμου, χαιρετώντας τάχα κάποιον πού βρισκόταν στήν ἴδια μακρινή εὐθεία, πέρα ἀπ᾿ τό σῶμα τοῦ ἄντρα -κι ἐκεῖ, φυσικά, δέν ὑπῆρχε κανείς. Μή μπορώντας νά βασταχτεῖ ἄλλο ἡ κοπέλα, τόν ἔσπρωξε, κρύβοντας τίς χοῦφτες της τό πρόσωπό της. Καθώς τούς πλησίασε, ὁ ξανθός τή σκούντησε κι ἐκείνη τόν βλαστήμησε. ‘‘Ὁ θεῖος τό παίζει δρομέας. Τή βρίσκει μέ τό τρεχαλητό’’, τῆς σφύριξε. Μόλο πού ἡ ἀπόσταση ἦταν ἐλάχιστη, προσποιήθηκε πώς δέν ἄκουσε τά λόγια τους. Κι ἄλλωστε, τί νά κάνει; Νά τούς πεῖ πώς αὐτός ὁ χῶρος δέν ἦταν κατάλληλος γιά τό κέφι καί τά καμώματά τους; Τοῦ φανόταν μάταιο. Τύχαινε σήμερα νά ᾿ναι μόνοι τους· τίς περισσότερες φορές, συνήθως, κουβαλιοῦνταν κι ἄλλες οἰκογένειες ἐδῶ. Ὄχι μόνο δέν τούς λογαριάζανε, ἀλλά ἔνιωθε πώς καί ἡ παρουσία του ἀκόμη τούς ἐνοχλοῦσε. Ἡ ὄρεξή του γιά τρέξιμο χανόταν σιγά σιγά. Ἀπ᾿ τήν ἄλλη, κάτι τόν κέντριζε νά συνεχίσει, τόν πείσμωνε νά δοκιμάσει τά ὅρια τῆς ἀντοχῆς του. Ἦταν φανερό, πήγαινε ἀπόψε γιά ρεκόρ γύρων. Μέ μιά πλάγια ματιά διαπίστωσε ὅτι ἡ γυναίκα καί τό παιδί εἶχαν κλειστεῖ μέσα στό ἁμάξι, κι αὐτό τόν στεναχώρησε.

»Ἕνας ἀκόμη κοκκινομάλλης, μέ στενά κυρτά γυαλιά, κατέφθασε πάνω στό μικροσκοπικό μηχανάκι του. Ἡ παρέα τόν ὑποδέχτηκε μέ ἐιρωνεῖες καί ξεφωνητά».

Τά ἀγόρια ἀνοίγουν μιά βάναυση συζήτηση γιά τόν «γέρο» τοῦ Στήβ. Ὁ ἴδιος ὁ Στήβ συνεχίζει τίς ριψοκίνδυνες σοῦζες του, ἐνῶ οἱ κοπέλες πού τόν παρακολουθοῦν ἐκδηλώνουν τόν ἐνθουσιασμό τους γιά τίς ἐπιδόσεις του μέ διάφορες ἐπιφωνηματικές φράσεις. Ὁ ἄνδρας ἔχει κάνει περισσότερες ἀπό κάθε ἄλλη φορά γύρους στό γήπεδο κι αἰσθάνεται ὅτι μπορεῖ νά συνεζίσει. «Ὑπολόγιζε ἄλλους δύο, ἔτσι μαλακά, στό ρελαντί. Ὅμως αὐτό πού ξαφνικά μεγάλωσε τήν ἀκεφιά του, ὅσο κι ἄν φανεῖ παράξενο, ἦταν πού ἐκεῖνο τό ἀγόρι τό φώναζαν Στήβ. Ὡραῖο καί ψηλόκορμο παλικάρι, λεβεντόπαιδο, σκέφτηκε ὁ ἄντρας, καί νά τό φώναζαν Στήβ. Ἴσως ἦταν λάθος νά κρίνει ἀπ᾿ τήν ἐμφάνιση, ἀλλά τοῦ φάνηκε πώς ἀρκοῦσε αὐτό, γιά νά καταλάβει τί κρυβόταν πίσω ἀπό τοῦτο τό ἄχαρο, ξενικό ὄνομα. Καί τί κινδύνευε σχεδόν ὁριστικά νά χαθεῖ.

«Τήν τέταρτη φορά, μέ ξέφρενο σπινιάρισμα, χίμηξε καταπάνω του καί τόν ἀνάγκασε νά τραβηχτεῖ, ἔκπληκτος, στά πλάγια. Καλπάζοντας, σάν ἄλογο ἀφηνιασμένο, ἡ μηχανή κατευθυνόταν πρός τό ἀνάχωμα. Ὁ ἄντρας στάθηκε ἀσάλευτος· τοῦ κόπηκε κάθε διάθεση καί, χαμηλώνοντας τό βλέμμα του, προχώρησε μουδιασμένα πρός τό αὐτοκίνητο.Μπῆκε μέσα, βρόντηξε τήν πόρτα κι ἔβαλε μπρός. Ὁ ἄλλος πραγματοποιοῦσε πέρα μακριά τό ριψοκίνδυνο σάλτο του, παραλίγο ὅμως νά φάει τά μοῦτρα του. Ὁ ἄντρας εἶχε ἐπισημάνει σ᾿ ἐκεῖνο τό σημεῖο τήν ἄκρη ἑνός θαμμένου σωλήνα νά προεξέχει καί ὑπέθεσε πώς εἶχε σκοντάψει πάνω του, Τή γλίτωσε κι αὐτή τή φορά σκἐφτηκε.

»Συναντήθηκαν ἐκεῖ πού τό μονοπάτι ἔπαιρνε ν᾿ ἀνηφορίζει. Κόβοντας ταχύτητα, τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά παρατηρήσει ἀπό κοντά τά μάτια του: γυάλιζαν ἀπό σκληρότητα· καί, φυσικά, ὁ νεαρός δέν θά τόν ἄφηνε νά διαβεῖ πρῶτος ἀπ’τό στενό πέρασμα. Μ᾿ ἕνα ἀπότομο τίναγμα, πέρασε σύρριζα ἀπό τό αὐτοκίνητο, βγάζοντας ξαφνικά  -αὐτός ὁ τόσο μουλωχτός μέρχι τώρα- μιάν ἄγρια πολεμική κραυγή, πού ἁπλώθηκε στόν ἀέρα σάν παράξενη ἰαχή θριάμβου. Προσέχοντας σέ πρῶτο πλάνο, μέσα ἀπ’τόν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου, τό μελαγχολικό προσωπάκι τοῦ παιδιοῦ, τόν παρακολουθοῦσε νά ξεχύνεται ὁλοταχῶς, ἀλαλάζοντας, κατευθείαν πρός τήν ὁμάδα τῶν ἄλλων, πού χοροπηδοῦσαν σάν νευρόσπαστα στό βάθος.»

Ἄν τό κείμενο τελείωνε σ᾿ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο, θά εἴχαμε ἕνα πολύ καλό διήγημα. «Οἱ σοῦζες» τοῦ Τάσου Καλούτσα θυμίζουν κάπως τό θαυμάσιο ἐκεῖνο κινηματογραφικό ἔργο Νέα Ὑόρκη ὥρα τρεῖς (μετά τά μεσάνυχτα). Ἐκεῖ δυό νεαροί ἀλῆτες μπαίνουν μέσα σ᾿ ἕνα βαγόνι τοῦ νυχτερινοῦ Ἠλεκτρικοῦ σιδηρόδρομου καί μέ τήν ἀπειλή ἑνός στιλέτου καταξεφτιλίζουν τούς πάαντες, ἀδιάκριτα ἀπό φύλο, ἡλικία, ἀξίωμα, κ.λπ. Ἐδῶ οἱ νεαροί, μέ κορυφαῖο τόν Στήβ, τσαλαπατοῦν ἕνα ἀντρόγυνο, πού βγῆκε μέ τήν κορούλα του στήν ἐξοχή νά γυμναστεῖ. Ἡ ὀπτική γωνία, ἀπό τήν ὁποία παρακολουθοῦμε τήν ἀφήγηση, εἶναι  ἐκείνη τοῦ ἀφηγητῆ παντογνώστη. Ὅσο προχωρεῖ ὅμως ἡ δράση περιορίζεται ὀλοένα σέ ὀπτική γωνία ἀφηγητῆ θεατῆ πού ἀνάγεται τελικά σέ ἀφηγητῆ πρωταγωνιστῆ. Ἄν καί τό κείμενο δηλαδή εἶναι διατυπωμένο σέ τρίτο πρόσωπο, ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά τά πάντα μᾶς δίνονται μέσα ἀπό τά μάτια, τήν αἴσθηση καί τή σκέψη τοῦ ἄντρα. Καί τό κείμενο κορυφώνεται τή στιγμή πού ὁ ἄντρας παρατηρεῖ τήν κατάληξη τῆς κακῆς συνάντησης, τόσο στή δική του πλευρά -στό πρόσωπο τῆς κορούλας του-, ὅσο καί στήν «ἀντίπαλη» -στόν χορό τῶν νεαρῶν πού πανηγυρίζουν. Αὐτός ὁ περιορισμός τῆς ὀπτικῆς γωνίας στό βλέμμα τοῦ ἄντρα, ἔχει νά κάνει, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, μέ τό γεγονός ὅτι θά χρειαστεῖ νά φορτιστοῦν, ὅσο γίνεται πιό ἔντονα, οἰ τελευταῖες σειρές τοῦ κειμένου, πού παράλειψα νά παραθέσω παραπάνω. Στό κινηματογραφικό ἔργο Νέα Ὑόρκη ὥρα τρεῖς, ὅπου ὑπάρχει σταθερή ὀπτική γωνία ἀφηγητῆ θεατῆ, ἔχουμε διαδοχικά τρεῖς καθαρές καταστάσεις. Πρπωτα ἐκείνη τῶν ἀστῶν πού εἶναι μέσα στό βαγόνι τῆς νυχτερινῆς ἁμαξοστοιχίας. Ἄνθρωποι σοβαροί, καθώς πρέπει, μέ διάφορα μάλιστα κοινωνικά ἀξιώματα οἱ πιό πολλοί. Ἡ δεύτερη κατάσταση προκύπτει ἀπό τήν ἀναπάντεχη εἰσβολή τῶν νυχτερινῶν ἀλητῶν, πού ἀνατρέπει βίαια τήν προηγούμενη, ἀπογυμνώνοντας τούς συγκεκριμένους ἐπιβάτες ἀπό κάθε ἴχνος θάρρους, σοβαρότητας, ἀξιοπρέπειας καί ἀλληλεγγύης. Ἡ τρίτη κατάσταση ἔρχεται ἀπό ἐκεῖ πού δέν τήν περίμενε εὔκολα κανείς. Ἀπό ἕνα ἄτομο πού δέν εἶχε νά ὑπερασπίσει κάτι περισσότερο -γυναίκα, ὄνομα, ἀξίωμα- ἀπό τήν ἀτομική του ἀξιοπρέπεια. Ὁ τελευταῖος ἐπιβάτης, πού δέχεται τήν προσβολή ἀπό τόν πλάνητα μέ τό στιλέτο, εἶναι ἕνας νέος πού ὑπηρετεῖ τή θητεία του καί ὁ ὁποῖος, ἄν θυμᾶμαι καλά, εἶναι ἀδειοῦχος ἐξαιτίας κάποιου ἀτυχήματος γιά τό ὁποῖο ἔχει τό ἕνα του χέρει σέ γύψινο νάρθηκα. Ἡ ἐμφάνισή του φανερώνει ἕναν σεμνό νέο, καθόλου παλικαρᾶ, μᾶλλον μέσης κοινωνικῆς προέλευσης, πού εἶναι ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄοπλος. Ἐντούτοις ἀντιδράει στήν προσβολή, μέ συνέπεια νά τοῦ ριχτεῖ ὁ βιαστής μέ τό στιλέτο. Ἀκολουθεῖ σύντομη συμπλοκή κατά τήν ὁποία ὁ στιλετοφόρος ἀφοπλίζεται καί δέρνεται ἄγρια. Ὁ βοηθός του τότε τό σκάει φοβισμένος καί στό βαγόνι ξανάρχεται ἡ γαλήνη καί ἡ ἀσφάλεια. Ξανάρχεται ὅμως ἀφοῦ ὁ νέος μέ τόν γύψο στό χέρι ἀρνηθεῖ τά συγχαρητήρια τοῦ παρακαθήμενου συνομήλικού του καί κατά προέκταση ὅλων τῶν ἄλλων συνεπιβατῶν. Ἔτσι, «δι ἐλέου καί φόβου», τελειώνουν τά παράγματα στήν ταινία.

Στό κείμενο τοῦ Καλούτσα ἔχουμε ἐπίσης τρεῖς διαδοχικές καταστάσεις. Ἡ πρώτη μᾶς δίνεται ἀπό τήν ἀρχή τοῦ διηγήματος μέχρι τό σημεῖο πού ἐρημώνει τό γήπεδο καί εἰσβάλλουν οἱ νεαροί μέ τά μηχανάκια. Ἡ δεύτερη ἀρχίζει ἀπό τή βαθμιαία ἀνατροπή τῆς πρώτης -ἀπό τή στιγμή πού ἀκούγεται ὁ θόρυβος τῆς μηχανῆς- καί τελειώνει ἐκεῖ πού σταμάτησα τήν ἀντιγραφή τοῦ κεμένου. Ἡ τρίτη, ἀντίθετα ἀπό τήν ἀντίστοιχη τοῦ κινηματογραφικοῦ ἔργου, δέν εἶναι τόσο αἰσθητή καί μπορεῖ, σέ μιά πρώτη ματιά, νά περάσει ἀπαρατήρητη. Ἄν ὁ Καλούτσας εἶχε ὡς πρότυπό του τό Νέα Ὑόρκη ὥρα 3, θά ἔπρεπε νά βάλει κάποιον περαστικό, ἤ κάτι τέτοιο, νά δείρει τούς νεαρούς καί νά τούς διώξει, μιλώντας μάλιστα ἐπιτιμητικά στόν ἄντρα γιά τήν ἀνοχή του. Ἐδῶ ὅμως τά πρόσωπα καί οἱ καταστάσεις εἶναι διαφορετικές, γι᾿ αὐτό ἐπίσης καί ἡ λύση. Ὅπως ἔχω πεῖ, στό κείμενο τοῦ Καλούτσα ἡ ὀπτική γωνία τοῦ ἀφηγητῆ συγκλίνει ὁλοένα πρός τίς ἀντιδράσεις τοῦ ἄντρα στίς ὁποῖες καί περιορίζεται τελικά. Ἔτσι: μετά τό προσπέρασμα τοῦ Στήβ «σύρριζα ἀπό τό αὐτοκίνητο», ὕστερα ἀπό τήν «ἰαχή τοῦ θριάμβου» του καί τούς πανηγυρισμούς τῶν ἄλλων, «Καθώς ἀπομακρυνόταν πιά ὁ ἄντρας, μισόκλεισε τά μάτια, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ὀλοκληρωνόταν στή φαντασία του: συνεχίζοντας τό δρόμο της ἡ μαινόμενη ἀνθρώπινη βολίδα, ἔβρισκε διάνα τόν στόχο της κι ἔσκαγε, σάν πραγματικός καμικάζι, στό μουντό ξεψυχισμένο ἀπόγευμα».

Χωρίς αὐτές τίς σειρές θά εἴχαμε, ὅπως προανάφερα, ἕνα πολύ καλό διήγημα. Μαζί μ᾿ αὐτές πᾶμε ἕνα βῆμα παραπέρα. Γιατί πραγματοποιοῦν, ἀνεπαίσθητα, ἀλλά διαβρωτικά, τήν ὑπέρβαση τῆς δεύτερης κατάστασης. Τήν τελείωση δηλαδή τοῦ κείμενου μέ τήν ἀποθέωση τῆς βάρβαρης συμπεριφορᾶς τῶν νεαρῶν, ὡς ὑποδήλωση ὅμως ὅτι ἐμπεριέχει δυνάμει τή μοιραῖα κατάληξή τους. Γεγονός πού συνεπάγεται κι ἐδῶ, ἀπό διαφορετικό δρόμο, τά συναισθήματα τοῦ οἴκτου καί τοῦ φόβου.

 

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Γράμματα καί Τέχνες, τεῦχος 60, Ἀθήνα 1990.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.