Ὁρισμένα ἔκθετα μᾶς ἐκθέτουν

 

Ὁρισμένα ἔκθετα  μᾶς ἐκθέτουν

                                  (Σχόλιο τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος)[1]

                                               

 

Ἐννοῶ ὅτι μᾶς ἐκθέτουν ἀπό πολιτισμική ἄποψη, γιατί δείχνουν, ἄν ὄχι κάτι ἄλλο, τήν ἀμεριμνησία μας γιά κάποια ζητήματα πού ἔχουν κάποια σημασία. Θά ἀναφέρω, συνοπτικά, τρία παραδείγματα.

α) Πέρυσι, στίς 13/5/2013, στήν ἐκδήλωση πού ἔγινε στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Δήμου Ἰωαννιτῶν γιά τόν πεζογράφο Χ. Μηλιώνη, μιλώντας γιά τό ἔργο του, ἀναφέρθηκα σέ ἕνα διήγημά του. Μεταφέρω ἐδῶ τό ἀπόσπασμα πού ἀφορᾶ τό θέμα μας. «…Πῆγε ὁ νοῦς μου στήν πατρίδα μου, σ᾿ ἐκεῖνο τό ἄλλο ἀπομεινάρι τῶν Νορμανδῶν, ἕναν ἀσήμαντο κυλινδρικό πύργο τοῦ Βοημούνδου, μισογκρεμισμένο, κάτι σάν ἐγκαταλειμμένο πολυβολεῖο, ἄς ποῦμε, στήν ἄλλη ἄκρη τῆς ἐξάπλωσής τους, στό Κάστρο τῶν Ἰωαννίνων. Καί παρεκεῖ ἡ Τάφρος τοῦ Βοημούνδου, τά ‘‘λακκώματα’’ πού λέγαμε καί τά λένε ἀκόμα, μολονότι τώρα πιά ἔχουν γεμίσει πολυκατοικίες». Ὁ Βοημοῦνδος, γιός τοῦ Ροβέρτου Γισκάρδου, κατέλαβε τά Γιάννινα τό 1082 κι ἔμεινε στήν Ἤπειρο μιά εἰκοσαετία περίπου. Σήμερα ὁ πύργος του στήν Ἀκρόπολη τοῦ Κάστρου, παραμένει σάν «μισοκρεμισμένο […] πολυβολεῖο», χωρίς καμιά ἐπιδιόρθωση καί χωρίς καμιά πινακίδα πού νά ἐνημερώνει τούς ἐπισκέπτες περί τίνος πρόκειται. Κι ὅμως εἶναι κι αὐτός ἕνα, μικρό ἄν θέλετε, μνημεῖο πού ἀνήκει στή ἱστορία τῆς πόλης μας.

Ἕπειτα ἡ Τάφρος τοῦ Βοημούνδα στά Λακκώματα καί ὄχι μόνο.[2] Ἐπιχωματισμένη γιά νά γίνουν πολυκατοικίες, ξεχασμένη, ἄγνωστη… Ἀναρωρτιέμαι τί θά συνέβαινε ἄν τά Γιάννινα δέν ἦταν μιά ἑλληνική πόλη, ἀλλά ἀνῆκε στήν Ἰταλία, στή Γαλλία, στήν Ἀγγλία, στήν Τσεχία, στή Γερμανία ἤ σέ κάποιο σκανδιναβικό κράτος. Γιατί αὐτό πού βλέπουμε στούς Εὐρωπαίους, ὅπως καί στούς Ἀμερικανούς ἄλλωστε, εἶναι ὅτι ἐκτιμοῦν καί φροντίζουν καί τά παραμικρά μνημεῖα τοῦ τόπου τους.[3] Στήν περίπτωση τῆς Τάφρου τοῦ Βοημούνδα, τό λιγότερο πού θά ἔκαναν θά διατηροῦσαν τουλάχιστο ἕνα κομμάτι, ἄς ποῦμε 20-30 μέτρα, θά τό ἀνακαίνιζαν, θά τοποθετοῦσαν ἴσως στέγαστρο καί θά ἔβαζαν μιά ταμπέλα μέ τό ἱστορικό της.

β) Ὁ Ἀλεξανδρος Πάλλης καταγόταν ἀπό τά Γιάννινα, μᾶλλον ἀπό τό νησάκι τῆς Παμβώτιδας. Γεννήθηκε στόν Πειραιά κι ἔζησε γεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στό ἐξωτερικό (Ἰνδία-Λονδίνο). Θεωροῦσε ὅμως τό ἑαυτό του Γιαννιώτη καί στή διαθήκη του ἄφησε ἐντολή νά θαφτεῖ ἡ στάχτη του στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Ὅπως καί ἔγινε. Κάτω ἀπό τό Κάστρο, κάτω ἀπό τό Ἀσλάν τζαμί, δίπλα στήν ἄσφαλτο, ὑπάρχει ἡ προτομή του σέ ψηλό βάθρο, μέ τό πρόσωπό του νά βλέπει πρός τό νησάκι. Ἐκεῖ ὅμως στό νησάκι δέν θυμίζει τίποτα τήν μνήμη του. Κι ὁ τάφος του; Ὁ τάφος του βρίσκεται στή Μονή Φιλανθρωπινῶν, μέσα σ᾿ ἕνα ἐσωκήπι, πού δέν ἔχει κανονικό πέρασμα γιά νά φτάσει κανείς ἐκεῖ πού εἶναι τρεῖς σταυροί μέσα σέ ἄγρια χόρτα. Ἀπό αὐτούς ὁ νότιος ἀκρινός ἀνήκει στόν ποιητῆ, ὁ βόρειος ἀκρινός ἀνήκει στόν γιό του[4] καί ὁ μεσαῖος στόν πρόγονό του Ἰωάννη Μπαλάνο. Δέν ξέρω πόσοι γνωρίζουν ποῦ βρίσκεται  ὁ τάφος τοῦ Πάλλη. Μᾶλλον λίγοι ἤ ἐλάχιστοι. Ἴσως καλύτερα, γιατί ἔτσι οἱ πολλοί ἀγνοοῦν μέ πόση ἀνυποληψία ἀντιμετωπίζεται ἡ μνήμη ἑνός πατριώτη ποιητῆ, «πρωτοπαλίκαρο», ὅπως ἔχει χαρακτηριστεῖ, τοῦ δημοτικισμοῦ, μεταφραστή τῆς Ἰλιάδας  καί ἄλλων ἔργων.

γ) Τό Θεογέφυρο. Πάνω ἀπό τόν ποταμό Καλαμᾶ, δυτικά τῆς Ζίτσας, κάτω ἀπό χωριό Λίθινο, βρίσκεται τό φυσικό γεφύρι πού ἐξυπηρέτησε τήν περιοχή γιά πολλούς αἰῶνες. Οἱ ἄνθρωποι τῶν προηγούμενων αἰώνων σεβάστηκαν αὐτό τό ἀχειροποίητο γεφύρι καί τό προστάτεψαν. Ὅ,τι ὅμως σεβάστηκαν οἱ αἰῶνες δέν τό ἐκτίμησε ἡ σύχρονη βαραβαρότητα πολιτῶν καί παραγόντων. Γύρω στά 1975 (δέν ξέρω ἀκριβῶς τή χρονολογία) κάποιος ἔριξε τσιμέντο στήν πάνω ἐπιφάνεια γιά νά περάσει αὐλάκι μέ νερό. Ἀργότερα τό αὐλάκι ἀπομακρύνθηκε ἀλλά ὄχι τό τσιμέντο. Μάλιστα γιά νά μην φαίνεται ἡ ἀσκήμια ἔριξαν χῶμα καί τό σκέπασαν. Στό Χῶμα ὅμως φυτρῶσαν δέντρα πού οἱ ρίζες τους, ὅπως καί τό νερό νωρίτερα, διαβρώνουν τήν ἐπαφή ἀπό τούς δίδυμους βράχους τοῦ γεφυριοῦ. Κι ἔπειτα, σάν ἀντισταθμιστικό μέτρο, οἱ ὑπεύθυνοι (;) ἔφτιαξαν σκαλοπάτια, γιά νά κατεβαίνει ὁ κόσμος καί νά βλέπει τό θεογέφυρο ἀπό τό κάτω μέρος του. Προφανῶς οἱ ἰθύνοντες κι οἱ πολίτες θεωροῦν πώς αὐτό ἀρκεῖ. Ὅσο γιά τό πάνω μέρος καί τήν προστασία τοῦ γεφυριοῦ, καμιά μέριμνα. Ἔχω γράψει στόν Ἠπειρωτικό Ἀγώνα δυό φορές γι᾿ αὐτό τό ἀχειροποίητο μνημεῖο, πού εἶναι δῶρο τῆς φύσης. Αὐτή εἶναι ἡ τρίτη φορά. Ἀλλά, καθώς φαίνεται, καί ἑκατό φορές νά γράψει κανείς ἀπευθύνεται «σέ ὦτα μή ἀκοώντων». Μά τώρα, θά ἔλεγε κάποιος, ἔχουμε οἰκονομική κρίση καί δέν εἴμαστε γιά ἔξοδα. Πράγματι, ἀλλά καί ὅταν δέν εἴχαμε κρίση τί κάναμε; Ἄρα δέν εἶναι τό πρόβλημα ἐκεῖ. Τό πρόβλημα εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀξιόλογης παιδείας κι ἡ χαμηλή πολιτισμική μας στάθμη.

 

Πεδινή 4/9/2014

 

 

 

 

 

 

 

[1] Στάλθηκε σέ τοπική ἐφημερίδα καί δέν δημοσιεύτηκε

[2] Ἡ Τάφρος τοῦ Βοημούνδα, πού περιέβαλε τήν πόλη, περνοῦσε πίσω ἀπό τό Νοσοκομεῖο Χατζηκώστα. Ὅταν ἤμουν μαθητής στό γυμνάσιο ἦταν ἀκόμα ὁρατή καί ἀρκετά βαθιά.

[3] Θυμᾶμαι τώρα κάτι πού εἶδα στό Λονδίνο. Ἕνας φίλος μου, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου, μέ ὁδήγησε μιά μέρα σ᾿ ἕνα σημεῖο τῆς πόλης ὅπου ὑπῆρχε μεγάλη ἀναμνηστική πλάκα, γιά ἕναν Ἕλληνα πού εἶχε ζήσει ἐκεῖ πρίν ἀπό τρεῖς-τέσσερεις αἰῶνες. Τίποτα σημαντικό, ἀλλά ἀξιοπρόσεχτο γιά τή μέριμνα τῆς πολιτείας.

[4] Ἐπίσης Ἀλέξανδρο Πάλλης (1883-1975, νομικό, πού, ὅπως ἔμαθα, ἐρχόταν συχνά στό νησί.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.