Τόλης καζαντζής

Τόλης Καζαντζής: ἀπό τήν αὐτοβιογραφική στήν ὑποθετική ἀφήγηση.*

 

 

Ὁ Τόλης Καζαντζής γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη τό 1938. Στή θεσσαλονίκη μεγάλωσε, ἔγραψε καί πέθανε τό 1991 στά 53 του χρόνια. Ὡς πεζογράφος ἐμφανίστηκε τό 1975 ἀπό τό περιοδικό Διαγώνιος, ὅπου δημοσίεψε τό σπαστό κείμενο Ἡ κυρά-Λισάβετ, πού κυκλοφόρησε μετά σέ ἀνάτυπο. Ἀπό τό 1975 ὡς τό 1991 εἶναι 16 χρόνια, σ᾿ αὐτό τό χρονικό διάστημα πρόλαβε νά ἐκδόσει ἑφτά πεζογραφικά βιβλία καί ν᾿ ἀφήσει ὑλικό γιά ἕνα ὄγδοο, πού ἔβγαλε τό 1994 ἡ γυναίκα του Φανή Κισκήρα-Καζαντζῆ.

Τό πεζογραφικό του ἔργο ἀρχίζει, ὅπως εἶπα, μέ τήν Κυρά-Λισάβετ, ὅπου μᾶς δίνεται, σέ σύντομα, ἀλλά ἐξαιρετικά, κείμενα, ὁ βίος καί ἡ πολιτεία μιᾶς λαϊκῆς θεσσαλονικιᾶς, μά ὄχι συνηθισμένης, γυναίκας. Ἀκολουθεῖ, ἕνα χρόνο ἀργότερα, τό 1976, Ἡ παρέλαση, στήν ὁποία περιέχεται καί Ἡ κυρά-Λισάβετ μαζί μέ ἄλλα διηγήματα παρόμοιας ὑφῆς. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα τό 1980 ἀκολουθεῖ ἡ συλλογή διηγημάτων Ἐνηλικίωση. Ὡς ἐδῶ ἔχουμε κείμενα αὐτοβιογραφικά, πού ἀντλοῦν τό ὑλικό τους ἀπό τό ἐμπειρικό παρελθόν τοῦ πεζογράφου. Μέ τό τέταρτο βιβλίο του, Οἱ πρωταγωνιστές 1983, ἔχουμε ἕνα ἐπινοημένο γενικό σχῆμα πού ἀφορᾶ νεότερη ἐποχή, ἀλλά τό ἐπιμέρους ὑλικό ἔχει ὡς ἕνα βαθμό ἐμπειρικό ἄλλοθι. Γεγονός πού δείχνει ὅτι ὁ πεζογράφος δέν ἔχει ἀνεξαρτοποιηθεῖ πλήρως ἀπό τόν αὐτοβιογραφικό κόσμο του. Πάντως Οἱ πρωταγωνιστές ἀποτελοῦν μιά πρώτη προσπάθεια ὑποθετικῆς ἀφήγησης. Ἄς πῶ ἐδῶ, παρενθετικά, πώς τό παρελθόν ὡς περιεχόμενο μνήμης δέν τό ἀπαρνήθηκε ποτέ ὁ Καζαντζής, τό συναντοῦμε ἀκόμα καί στό τελευταῖο βιβλίο, τό Ματαιότης ματαιοτήτων, στό διήγημα «Ἡ ἐπέτειος». Μέ τή διαφορά ὅτι μετά τους Πρωταγωνιστές τό ὑλικό μνήμης τό συναντοῦμε ὁλοένα καί σέ μικρότερο ποσοστό. Ἐπανέρχομαι στό θέμα μου. Στό πέμπτο βιβλίο του, πού ἐκδόθηκε τό 1985 κι ἐπιγράφεται Μιά μέρα μέ τόν Σκαρίμπα, ἄν καί δέν λείπουν τά ἱστορικά στοιχεῖα, προέχει ὡστόσο ἡ ὑποθετική σύλληψη τοῦ ἔργου. Ἔχουμε λίγες μικρές παρεμβολές τοῦ «Ἀποστόλη-συγγραφέα», ὅμως τά ἐννιά δέκατα τοῦ κειμένου ἀνήκουν σ᾿ ἕνα ὑποθετικό συνειρμικό λόγο τοῦ Καζαντζῆ. Στό ἕκτο βιβλίο πού ἔχει τίτλο Καταστροφές κι ἐκδόθηκε τό 1987, συναντοῦμε ἕνα διήγημα ὁλοκληρωτικά ὑποθετικό, χωρίς ἴχνη ἀπό αὐτοβιογραφικά στοιχεῖα, ὅπου ὁ ἀφηγητής του μιλάει γιά ἕνα λογοτεχνικό ἔργο πού εἶναι ἀκατανόητο σέ βαθμό συντακτικῆς ἀρλούμπας. Ἐννοῶ τό διήγημα «Βιβλιοκριτικές ἀσκήσεις», τό ὁποῖο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς πρῶτο καθαρό δείγμα ὑποθετικῆς διήγησης. Στό ἴδιο τόμο ἔχουμε ἀκόμα τρία διηγήματα μέ ὑποθετικό χαρακτήρα. Τά διηγήματα «Ἡ προετοιμασία», «Ἡ Συνέντευξη» καί «Τό ἄγαλμα». Στό ἕβδομο βιβλίο, Τό τελευταῖο καταφύγιο πού ἐκδόθηκε τό 1989, ἔχουμε δύο διηγήματα, τό ὁμώνυμο τῆς συλλογῆς καί «Τό κυνήγι τοῦ θησαυροῦ», πού εἶναι ἐπίσης καθαρά προϊόντα ὑποθετικῆς γραφῆς. Στήν  ὄγδοη συλλογή διηγημάτων, μέ τίτλο Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πέντε ἀπό τα ὀχτώ διηγήματα εἶναι ἐπίσης κείμενα πού ἔχουν ὑποθετικό χαρακτήρα.

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό τό ‘ἀπό τήν αὐτοβιογραφική στήν ὑποθετική ἀφήγηση’ δείχνει μιά κίνηση τοῦ πεζογράφου ἀπό τή μιά μορφή ἀφήγησης πρός τήν ἄλλη. Ἀρχικά, στά τρία πρῶτα βιβλία του, εἴχαμε αὐτοβιογραφικά κείμενα, ἀκολούθησε ἕνα μεταβατικό στάδιο μέ τούς τούς Πρωταγωνιστές  καί τό Μιά μέρα μέ τόν Σκαρίμπα, γιά νά ᾿χουμε τό πρῶτο καθαρά ὑποθετικό διήγημα μέ τό «Βιβλιοκριτικές ἀσκήσεις» στό ἕκτο βιβλίο του. Στό μεταξύ διηγήματα μέ αὐτοβιογραφικό χαρακτήρα ἐξακολουθοῦσαν νά γράφονται, ὁλοένα ὅμως σέ μικρότερο ποσοστό.  Ἐνῶ ἀντίστοιχα αὐξάνονται οἱ ὑποθετικές διηγήσεις. Ὅπως εἶναι αὐτονόητο ὡς αὐτοβιογραφικά θεωρῶ τά κείμενα πού ἀναφέρονται σέ διάφορα συμβάντα πού ἔχουν ἱστορική βάση, σε γεγονότα δηλαδή πού κάποτε συνέβησαν καί ἔχουν περάσει στήν προσωπική μνήμη. Ἐνῶ ὡς ὑποθετικά κείμενα θεωρῶ ὅσα ἀφοροῦν γενονότα πού καθαυτά δεν συνέβησαν ποτέ παρά μόνο στό μυαλό τοῦ συγγραφέα πού τά ὑπέθεσε.

 

Στό τελευταῖο κείμενο τῆς τελευταίας συλλογῆς, πού ἐπιγράφεται «Τό ἄτυχο διήγημα», ὁ Καζαντζής, στήν πρώτη παράγραφό του, μᾶς δίνει κατά προσέγγιση τό γενικό σχῆμα καί τό περιεχόμενο τῶν ὑποθετικῶν διηγήσεών του. Παραθέτω τήν παράγραφο:

«Ἀπό τήν ἴδια τήν πραγματικότητα, καί ἰδίως ἀπό τήν καθημερινότητα, προτιμῶ μιάν ἄλλη πραγματικότητα. Μιά πραγματικότητα πού γίνεται κατά ‘‘μίμηση’’ καί μέ ὑλικά τῆς ἴδιας τῆς πραγματικότητας καί τῆς καθημερινότητας. Μέσα σ᾿ αὐτό τό δημιούργημά μου, πού τό ἐμψυχώνω καί τό κινῶ μέ τά δικά μου ἀποθέματα, κινοῦμε πιό ἐλεύθερα, μέ περισσότερη ἀσφάλεια· εἶμαι θέλω νά πῶ, περισσότερο ἀληθινός, περισσότερο εὐτυχής.»

 

Τί θά πεῖ ὅμως γράφω ὑποθετικά; Πρῶτα πρῶτα σημαίνει ὅτι δέν γράφω κείμενα πού ἔχουν χαρακτήρα ἱστορικῆς μαρτυρίας, δέν γράφω κείμενα τά ὁποία ἀντλοῦνται εὐθέως ἀπό τή μνήμη μου ἤ, ἀλλιῶς, κείμενα πού δέν ἀποτελοῦν μέρος τῆς αὐτοβιογραφίας μου. Σύμφωνοι, ἀλλά τά ὑποθετικά γραφτά ἀπό ποῦ ἀντλοῦν τό ὑλικό τους ὥστε νά ᾿ναι πειστικά καί μάλιστα νά ᾿ναι κανείς «περισσότερο ἀληθινός», ὅπως λέει ὁ πεζογράφος; Δέν πορίζονται τό ὑλικό τους ἀπό τό εἶναι τοῦ λογοτέχνη; Ἀσφαλῶς τό πορίζονται ἀπό τό εἶναι τοῦ λογοτέχνη καί ἀπό τό ἐποχιακό περιβάλλον του. Ἄλλά τότε, ἄν δηλαδή ἔτσι συμβαίνει, ποιά εἶναι ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν αὐτοβιογραφική καί στήν ὑποθετική ἀφήγηση; Μιά πρώτη διαφορά εἶναι ὅτι στήν ὑποθετική ἀφήγηση ἔχουμε ἐλευθερίες πού δέν ἔχουμε στόν αὐτοβιογραφικό λόγο. Στό ἐπίπεδο τῆς ὑποθετικῆς γραφῆς ἔχεις τή δυνατότητα νά ἀναφερθεῖς σέ πράγματα πού δέν λέγονται αὐτούσια, λόγω τῶν ἠθῶν καί ἐθίμων, τῆς συμβατικῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς, τῶν νόμων καί τῆς συνάφειας μέ τήν τρέχουσα ζωή. Ἄν π.χ. ὁ Καζαντζής, ἀντί νά γράψει τό διήγημα «Βιβλιοκριτικές ἀσκήσεις», ἔγραφε, μέ τό ἴδιο σατιρικό καί χλευαστό πνεῦμα,  ἕνα κείμενο πάνω σέ συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἔργο, θά ἦταν πιθανόν νά μπλεχτεῖ σέ μιά δικαστική περιπέτεια. Καί πάντως σίγουρα θά προκαλοῦσε ἀντιδράσεις. Ὑπάρχει ὅμως, ἀναφορικά μέ τό παραπάνω διήγημα καί τήν ὑποθετική γραφή, κάτι οὐσιαστικότερο: ἴσως ὁ Καζαντζής νά εἶχε πάρει ἀφορμή ἀπό κάποιο συγκεκριμένο γραφτό, ὡστόσο θά παρατηρήσουμε ὅτι συχνά στό διήγημά του γενικεύει καί ὅτι στό τέλος μιλάει περισσότερο γιά ἕνα σύμπτωμα πού ἀφορᾶ πολλούς καί ὄχι μόνο ἔναν πεζογράφο. Παραθέτω:

«Ὅμως εἴπαμε πρός τό παρόν· τό γε νῦν ἔχον, δηλαδή, ἐπιδόθηκε [ὁ φανταστικός συγγρφέας Α.Τ.] μέ ἄκρα, εἶν᾿ ἀλήθεια, σ᾿ ἕνα εὐτυχέστατο ἔργο περισυλλογῆς τῶν ἀναγκαίων μέσων χαρίζοντάς μας αὐτόχρημα ἕνα διόλου εὐκαταφρόνητο ἔργο-παιγνίδι. Ἕνα παιγνίδι διαρκές, ἀνελέητο, σκωπτικό, σκαμπρόζικο, τσαχπίνικο, μπριόζικο, ἀνέμελο, ὅπως εἶν᾿ ὅλα αὐτά πού καθημερινά τεκταίνονται μέσα σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο τῆς ἐλεεινῆς συναλλαγῆς, τοῦ τσαρλατανισμοῦ, τοῦ ἐμπαιγμοῦ, τῆς ἀπάτης, τῆς ἀχαλίνωτης καί σπουδαιοφανοῦς τιποταλογίας μέσα στά χέρια αὐτῶν τῶν σκύλων, πού ἀκομποῦν ἀσύστολα τό ἄθλιο καί ξετσίπωτό τους σκυλοτόμαρό τους πάνω σέ κεῖνα πού μας ἀπομείνανε σάν μόνος τρόπος καί λόγος παρηγοριᾶς καί ὕπαρξης.»

Ὅπως γίνεται φανερό, ἐδῶ πρόκειται περισσότερο γιά ἕνα γενικότερο σύμπτωμα παρά γιά μιά περίπτωση. Κι αὐτό εἶναι τό πλεονέκτημα τῆς ὑποθετικῆς ἀφήγησης, ὅτι μπορεῖ νά δίνει μορφή σέ γενικά συπτώματα, σέ λανθάνουσες καταστάσεις, σέ συνολικά φαινόμενα κι ἐπίσης νά δίνει ἔδαφος σέ ἐνορατικές ἐμπνεύσεις. Αὐτό πού θέλω νά πῶ εἶναι πώς στήν ὑποθετική γραφή ἔχουμε δυνατότητες πού δέν τίς ἔχουμε στήν ἀντίστοιχη αὐτοβιογραφική. Πράγματι στήν τελευταία, τήν αὐτοβιογραφική, ἔχουμε ὁρισμένους σοβαρούς περιορισμούς. Πρῶτα πρῶτα τό ὑλικό τοῦ αὐτοβιογραφικοῦ μεταλλείου δέν εἶναι ἀναξάντλητο. Λίγο πολύ ὅλοι οἱ αὐτοβιογραφικοί πεζογράφοι τόν αἰσθάνονται αὐτόν τόν περιορισμό σάν ἕνα εἶδος συγγραφικῆς κλεψύδρας. Ἄλλοι, δοκιμάζουν νά ξανοιχτοῦν στόν ἀνοιχτό χῶρο τῆς φαντασίας καί ἀποτυχαίνουν, ὅπως ὁ Μπεράτης, ἄλλοι, ὅταν βλέπουν τά ἀποθέματά τους νά παίρνουν τέλος, σιωποῦν, ὅπως ὁ  Βιζυηνός, ἄλλοι πελαγοδρομοῦν στόν ἀφρό, γράφοντας ἔργα χωρίς μέλλον. Ἕνας ἄλλος περιορισμός τῆς αὐβιογραφικῆς γραφῆς εἶναι τό περιορισμένο εὖρος της, τό γεγονός ὅτι σε μιά ἐμπειρική ζωή δέν χωροῦν τά πάντα.

Μολαταῦτα σέ καμιά περίπτωση δέν μποροῦν νά ὑποτιμηθοῦν οἱ ἐπιδόσεις τῆς αὐτοβιογραφικῆς ἀφήγησης. Κάθε ἄλλο. Στήν νεοελληνική πεζογραφία ἰδιαίτερα ἔχει τήν τιμητική της. Ἔχουμε πλούσια συγκομιδή καί πολλά σπουδαῖα ἔργα. Θυμίζω ἐνδεικτικά: Αὐτοβιογραφία τῆς Ε. Μουτζάν Μαρτινέγκο,  Ἀπομνημονεύματα τοῦ Γ. Μακρυγιάννη, διηγήματα τοῦ Ε. Ροΐδη, τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ, τοῦ Α. Παπαδιαμάντη, Ἡ στρατιωτική ζωή ἐν Ἑλλάδι, Ἱστορία ἑνός αἰχμαλώτου του Σ. Δούκα, Δύσκολες νύχτες τῆς Μ. Ἀξιώτη,  Λεονής τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ. Τό νούμερο 31328 τοῦ Η. Βενέζη, Τό πλατύ ποτάμι καί τό  Ὁδοιπορικό τοῦ ᾿43 τοῦ Γ. Μπεράτη, Τειχομαχία τοῦ Θ. Φραγκόπουλου, διηγήματα τοῦ Δ. Χατζῆ, Πεζογραφήματα τοῦ Γ. Ἰωάννου, διηγήματα τοῦ Χ. Μηλιώνη, κ.ἅ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἄν καί δέν ἔχουμε εδῶ, τα πολλά, ἐκτενή, πεζογραφήματα φαντασίας πού ἔχουν ἄλλες χῶρες, δέν εἴμαστε ὡστόσο καί ἐντελῶς χωρίς ἔργα φαντασίας. Θυμίζω πάλι ἐνδεικτικά: Θάνος Βλέκας τοῦ Π. Καλλιγᾶ, Ἡ πάπισσα Ἰωάννα τοῦ Ε. Ροΐδη,  Λουκής Λάρας τοῦ Δ. Βικέλα, Ὁ Ζητιάνος τοῦ Α. Καρκαβίτσα, Φθινόπωρο τοῦ Κ. Χατζόπουλου, μυθιστορήματα τοῦ Κ. Πολίτη, Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες τοῦ Σ. Τσίρκα, Τό τρίτο στεφάνι τοῦ Κ. Ταχτσῆ, Τό κιβώτιο τοῦ Α. Ἀλεξάνδρου, κ.ἄ. Πέρα ἀπό αὐτή τήν ταξινόμηση σέ δυό κατηγορίες συγγραφέων, ἔχουμε καί μιά τρίτη κατηγορία ἀπό πεζογράφους πού ἔχουν γράψει ἐξαιρετικά αὐτοβιογραφικά πεζά, ἀλλά καί θαυμάσια πεζά φαντασίας, ὅπως π.χ. ὁ Ε. Ροΐδης, ὁ Α. Παπαδιαμάντης, ὁ Α. Καρκαβίτσας,  ὁ Σ. Τσίρκας, ὁ Κ. Ταχτσής, κ.ἄ. Σ᾿ αὐτή τήν τρίτη κατηγορία ἀνήκει καί ὁ Τόλης  Καζαντζής.

Γιά τόν Καζαντζή, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά μιλήσω γιά ἀφήγηση φαντασίας, μίλησα γιά ἀφήγηση ὑποθετική. Διαφορά, σέ γενικές γραμμές, δέν ὑπάρχει. Ἔχω ὡστόσο τήν ἐντύπωση πώς ὁ πεζογράφος κατά ἔναν τρόπο πειραματίζεται ἤ, ἄν θέλετε, αὐτοπειραματίζεται. Ἐννοῶ ὅπως περίπου πειραματίζεται ἕνας βιολόγος ἐρευνητής, ὅταν, κάτω ἀπό τό μικροσκοπικό φακό βάζει, μέσα σέ εἰδικό περιβάλλον, δύο διαφορετικούς μικροοργανισμούς καί παρακολουθεῖ μετά πῶς  ἀντιδροῦν μεταξύ τους. Λοιπόν, ἄν πάρουμε τό διήγημα «Τό κυνήγι τοῦ θησαυροῦ» ἀπό τή συλλογή Τό τελευταῖο καταφύγιο, παρατηροῦμε τά ακόλουθα. Ἕνα πρόσωπο, ὁ ἀφηγητής, μπαίνει σέ μιά μεγάλη αἴθουσα, πού είναι ἐντευκτήριο ἑνός συλλόγου. Ἐκεῖ πῆγε κατά λάθος, νομίζοντας ὅτι σ᾿ αὐτή τήν αἴθουσα θά γινόταν τά ἐγκαίνια μιᾶς ἔκθεσης ζωγραφικῆς πού τόν ἐνδιέφερε πολύ. Διαπιστώνοντας τό λάθος του, ἐνοχλημένος πιά, ρίχνει μιά ματιά στόν κοινότοπο διάκοσμο  τῆς αἴθουσας. Ἀρχικά τίποτα δέν τραβάει τήν προσοχή του καί μᾶλλον βαριέται. Ξαφνικά ὅμως, σέ μιά ἄκρη, σάν κάτι παρατημένο καί ἄχρηστο, παίρνει τό μάτι του κρεμασμένο στόν τοῖχο ἕναν παλιό πίνακα ζωγραφικῆς. Ἦταν ἕνα τοπίο,  τέτοιο ὅμως πού τό κάρφωσε σύξυλο στόν τόπο. «Παρατηροῦσα», λέει ὁ ἀφηγητής «ἀκίνητος -γιά πόση ὥρα;- αὐτόν τόν ἔξοχο πίνακα καί ἀναλογιζόμουν, πόσο θά ὀμόρφαινε ἡ ζωή μου ἄν τόν εἶχα ἀποκλειστικά δικό μου…». Καί πράγματι αἰσθάνεται σφοδρή ἐπιθυμία νά τόν ἀποκτήσει. Ἔτσι στήνεται τό σκηνικό μιᾶς πειραματικῆς σκηνοθεσίας. Τί θά κάνει ἔπειτα  ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τί πιθανότητες ἀνοίγονται προστά του, τί εἶναι ἐνδεχόμενο, ἀνάμεσα σέ διάφορες ἐκδοχές, νά συμβεῖ;  Αὐτά τά παρακολουθοῦμε στή συνέχεια.

Πᾶμε τώρα σ᾿ ἕνα ἄλλο ὑποθετικό διήγημα, «Τά λασπωμένα παπούτσια», ἀπό τή συλλογή Ματαιότης ματαιωτήτων. Ἐκεῖ τά πράγματα εἶναι πιό ἁπλά: ἕνα πρόσωπο, ὁ ἀφηγητής πάλι, μπαίνει μέ καταλασπωμένα τά παπούτσια στό σαλόνι ἑνός ξενοδοχείου πολυτελείας. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς αἴθουσας τόν σταμπάρουν ἀμέσως. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀρχικοί ὅροι τῆς πειραματικῆς σκηνοθεσίας. Τί θά συμβεῖ ἔκτοτε, ποιά θά εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ μέν καί τῶν δέ; Ἔτσι πλέκεται τό διήγημα. Μίλησα ὅμως μόνο γιά δυό διηγήματα αὐτῆς τῆς κατηγορίας. Ἀλλά μπορῶ νά πῶ ὅτι ὅλα τά διηγήματα τῆς κατηγορίας αὐτῆς ἔχουν, σε γενικές γραμμές, τήν ἴδια σκηνοθετική ἀρχή, γιά νά ἐξελιχτοῦν μετά κατά τήν ἱδιαιτερότητα τῆς καθεμιᾶς περίπτωσης. Τό ἴδιο περίπου συμβαίνει καί στό Μιά μέρα μέ τόν Σκαρίμπα. Στό σημεῖο αὐτό ἴσως θά ἔλεγε κανείς, ὡραῖα, στά διηγήματα αὐτά ἔχουμε μιά σκηνοθετική ἀρχή κι ἔπειτα τήν ἐξέλιξή τους. Μά αὐτό ὅλο δέν εἶναι προϊόν φαντασίας; Βέβαια εἶναι προϊόν εὑρηματικῆς φαντασίας, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει κι ἕνα χαρακτήρα σάν νά πρόκειται κάπως σάν ὑπόθεση ἐργασίας. Τοῦτο συνάγεται καί ἀπό ἐπιμέρους τμήματα τῶν διηγημάτων. Π.Χ. στό «Κυνήγι τοῦ Θησαυροῦ», ὅπου ὁ ἀφηγητής, ἄν καί ἀπουσιάζει ἐκείνη τήν ὥρα ὁ ὑπάλληλος, δέν παίρνει ἀμέσως τόν πίνακα, γιατί χρειάζεται κάτι νά τόν τυλίξει γιά νά μήν φαίνεται. Ἐπιστρέφει λοιπόν τό ἄλλο βράδι μέ μιά πλαστική  σακούλα. Μπαίνει στό ἐντευκτήριο καί βλέπει τόν  ὑπάλληλο ἀποκοιμισμένο πάνω στό γραφεῖο του. Καί τότε κάνει τήν ὑπόθεση πώς, ἄν πήγαιναν ὅλα καλά, ἡ κλοπή θά εἶχε αἴσιο τέλος. Παραθέτω:

«Στό τέλος, δηλαδή, θά βρισκόμουνα ἀνάλαφρος καί τρισευτυχισμένος, ἔξω στόν καθαρό ἀέρα, μέ κεῖνον τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό παραμάσχαλα, μέσα στήν πλαστική σακούλα πού τή χάιδευα μές στήν τζέπη μου χιλιοτυλιγμένη, παίρνοντας, θαρρεῖς, θάρρος καί κουράγιο, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ κυνηγημένοι κακοποιοί στόν κινηματογράφο, πού χαιδεύουν συνέχεια μέσα στήν τζέπη τῆς καμπαρτίνας τους τίς καμπυλότητες ἑνός περιστρόφου. Τό πράγμα ἄρχισε, μάλιστα, νά μέ διακεδάζει, καθώς ἔβλεπα κιόλας μέ τήν φαντασία μου ἐκεῖνον τόν φουκαρᾶ  τόν ὑπάλληλο νά ἐξακολουθεῖ νά κοιμᾶται τοῦ καλοῦ καιροῦ, τήν ὥρα πού μέ χέρια τρεμάμενα ἀπ᾿  τήν ἀπερίγραπτη συγκίνηση θά κρέμαγα τόν πίνακα στό σπίτι μου.» Μέτρησα ἄλλες τέσσερεις τέτοιες ὑποθετικές ἐκτροπές μέσα στό ἴδιο διήγημα. Κάτι ἀνάλογο  συναντοῦμε καί σέ ἄλλα διηγήματα τῆς ἴδιας κατηγορίας.

Φτάνοντας ἐδῶ μένει νά πῶ δυό λόγια πάνω σ᾿ ἕνα θέμα πού ἔθιξα περαστικά νωρίτερα. Εἶπα ὅτι Καζαντζής ἀνήκει στήν τάξη τῶν πεζογράφων πού γράφουν μέ τήν ἴδια ἐπιτυχία, τόσο αὐτοβιογραφικά ἔργα, ὅσο καί ἔργα ὑποθετικά. Ἄραγε δέν μποροῦν ὅλοι οἱ αὐτοβιογραφικοί πεζογράφοι νά κάνουν τό ἴδιο;  Ἄν κρίνουμε ἀπό τήν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς πεζογραφίας, φαίνεται πώς ὁρισμένοι πεζογράφοι δέν μποροῦν νά πραγματώσουν ἔργα φαντασίας ἄξια λόγου. Στό ἐρώτημα πού προκύπτει, ποῦ ὀφείλεται  δηλαδή αὐτό,  θά ἔλεγα  ὅτι ἁπλῶς εἶναι ζήτημα δωρεᾶς. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι δέν εἶναι πρόβλημα θέλησης ἀλλά τάλαντου. Ὁρισμένοι τά καταφέρνουν, ἐνῶ ἄλλοι δυσκολεύονται. Ψόγος δέν ὑπάρχει, ἀρκεῖ νά φτάνει κανείς σέ ἀξιόλογες παραγματώσεις, εἴτε μέ τή μιά μορφή ἀφήγησης καταπιάνεται εἴτε μέ τήν ἄλλη. Ὁ Καζαντζής πάντως γύρεψε νά περάσει ἀπό τη αὐτοβιογραφική στήν ὑποθετική ἀφήγηση. Τό δοκίμασε καί τελικά τό πέτυχε με ἄριστα ἀποτελέσματα. Σύμφωνα μάλιστα μέ τήν πρώτη παράγραφο ἀπό τό τελευταῖο κείμενο τοῦ τελευταίου βιβλίου του, θά ἔλεγα πώς τή μετάβαση αὐτή τήν ἔνιωσε σάν μιά ἔξοδο σέ ἀνοιχτό χῶρο ἤ σάν μιά μορφή ἀπελευθέρωσης. Εξοῦ καί ἡ ευφορία τοῦ ἀποσπάσματος πού σας διάβασα ἀπό τό «Ἄτυχο διήγημα» περί ‘ἐλευθερίας’ καί ‘εὐτυχίας’.

 

 

*Κείμενο εἰσήγησης στή Διημερίδα πού ὀργάνωσε ἡ Φιλοσοφική Σχολή στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης, στίς 13καί 14 Δεκεμβρίου 2016, γιά νά τιμήσει τόν Τόλη καζαντζῆ.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.