Στοιχεῖα καί θεωρίες

Στοιχεῖα καί θεωρίες

Α΄

ι

«…μιάν ἀγιάτρευτη λατρεία γιά τό συγκεκριμένο, τό ἐμπειρικό, αὐτό πού μπορεῖ νά ἐξακριβωθεῖ.

»…μιά ἐνστικτώδης δυσπιστία γιά τό ἀφηρημένο, τό μή χειροπιαστό, τό ὑπερφυσικό.»[1]

 

 

Ἄν ρωτήσεις ἕνα μαθητή τῆς Γ΄ Λυκείου τί γνώμη ἔχει γιά τόν Διονύσιο Σολωμό, θά σοῦ ἀπαντήσει πιθανότατα πώς εἶναι ἕνας ἐπιφανής ποιητής (ἤ μεγάλος ἤ κορυφαῖος ἤ κάτι τέτοιο). Ἄν ρωτήσεις ἔπειτα πῶς ξέρει ὅτι ὁ Σολωμός εἶναι τόσο σπουδαῖος ποιητής, ὁ μαθητής θά ἔχει νά πεῖ ὅτι τό ἔμαθε στό σχολεῖο του, ἀλλά καί στό σπιτικό κι εὐρύτερο περιβάλλον του. Δέν ἀποκλείεται νά πεῖ ἀκόμα ὅτι ὁ Σολωμός ἔγραψε τήν «Ξανθούλα», τή «Φαρμακωμένη», τόνὝμνο εἰς τήν ἐλευθερίαν, τούς Ἐλεύθερους πολιορκημένους, ὅτι ὕμνησε τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κι ὅτι εἶναι ὁ ἐθνικός μας ποιητής… Ἀπό τέτοιες ἤ παρόμοιες ἀπαντήσεις θά ἔλεγε κανείς πώς ἡ ποιητική ἀνωτερότητα τοῦ Σολωμοῦ εἶναι γενικά παραδεχτή καί αὐτονόητη. Τό γιατί συμβαίνει ἔτσι φαντάζομαι πώς οὔτε ὁ μαθητής οὔτε ὁ φιλόλογος καθηγητής του θά ἦταν εὔκολο νά δώσει ἐμπεριστατωμένη ἀπάντηση. Δέν θά ᾿χαν ὅμως καμιά ἀμφιβολία πώς ἡ ποιητική μεγαλωσύνη τοῦ Σολωμοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητη, ἀφοῦ αὐτό εἶναι γενικά παραδεχτό κι ὁ ποιητής θεωρεῖται κάτι σάν ἐθνικό κεφάλαιο.

Ἄς προσπαθήσουμε τώρα νά δώσουμε κάποια ἐξήγηση σ᾿ αὐτό τό φαινόμενο. Ὁ Σολωμός, καί ὅποιος ἄλλος ξεχωριστός λογοτέχνης, ἔγινε γνωστός ὡς ὄνομα καί ὡς σημαντική περίπτωση, ἐπειδή κάποιοι κάποτε μίλησαν γι᾿ αὐτόν ἀρκετά πειστικά γιά τήν ἀξία του. Ὅσοι μίλησαν προφορικά καί δέν ἔγραψαν αὐτά πού εἶπαν, οὔτε ἔτυχε νά τά γράψουν γιά λογαριασμό τους ἄλλοι,  ὅ,τι καί νά εἶπαν χάθηκε γιά πάντα. Συνεπῶς ὅ,τι ξέρουμε γιά τό ὄνομα καί τό ἔργο τοῦ ποιητῆ, καθώς καί γιά κάθε λογοτέχνη, τό ξέρουμε μόνο ἀπό γραφτές μαρτυρίες. Ὅσο γνωρίζω, οἱ πρῶτοι πού ἔγραψαν θετικά γιά τήν ποίηση τοῦ Σολωμοῦ ἦταν ὁ Ε. Στάης,[2] ὁ Γ. Ρεγκάλντι[3] καί ὁ Κ. Ἀσώπιος.[4] Κι οἱ τρεῖς τό 1853. Ὅμως τό πρῶτο ὑψηλῆς στάθμης κείμενο γιά τόν ποιητή γράφτηκε ἀπό τόν Ι. Πολυλᾶ τό 1859. Ὁ Πολυλᾶς, στά «Προλεγόμενά» του, ἀναφορικά μέ τά «Εὑρισκόμενα» τοῦ Σολωμοῦ, μίλησε πρῶτα γιά τό βάθρο πάνω στό ὁποῖο στηρίχτηκε ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ: τήν ἰταλική παιδεία του, τά δημοτικά τραγούδια, τά κρητικά ἔργα (Ἐρωτόκριτος) καί τόν ντόπιο προφορικό λόγο. Ἔπειτα ἔδωσε, θά λέγαμε, ἕνα σχεδιάγραμμα γιά τήν ἀνοδική πορεία τοῦ ποιητῆ. Σχεδιάγραμμα σύμφωνα μέ τό ὁποῖο τό σολωμικό ἔργο κορυφώνεται μέ τόν Κρητικό, τό Γ΄Σχεδίασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων καί τόν Πόρφυρα. Μέ τά «Προλεγόμενά» του ὁ Πολυλᾶς στάθμισε τό ἔργο τοῦ ποιητῆ σ᾿ ἕνα ἐπίπεδο πού, ἄν ὄχι ἀπόλυτα, σέ μεγάλο πάντως βαθμό, ἐπικυρώθηκε ἀπό τούς μεταγενέστερους μελετητές (καί ποιητές πού μαθήτεψαν σ᾿ αὐτό) καί ἄρα ἐπικυρώθηκε ἀπό τήν κρίση τοῦ χρόνου. Μετά τόν Πολυλᾶ μίλησε ἐξίσου θετικά γιά τόν Σολωμό ὁ Ε. Ροΐδης. Ἔπειτα ὁ Κ. Παλαμᾶς καί ἀκολούθησαν ὁ Κ. Χατζόπουλος, ὁ Γ. Ἀποστολάκης, ὁ Γ. Σεφέρης, ὁ Ζ. Λορεντζάτος, κ.ἄ. Αὐτό πού θέλω νά πῶ εἶναι πώς ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ Σολωμοῦ δέν ἔπεσε ἀπό τόν οὐρανό, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι ἔργο κάποιων ἀνθρώπων πού διέθεταν ξεχωριστή ὀξύνοια. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ὅταν λέει κανείς πώς ὁ τάδε λογοτέχνης εἶναι σημαντικός, εἴτε τό ἔχει ὑπόψη του εἴτε ὄχι, παραπέμπει σέ ὅσους πρόβαλαν ὡς ξεχωριστή φυσιογνωμία αὐτόν τόν λογοτέχνη. Ἔτσι καί ὁ ὑποθετικός μαθητής τῆς τρίτης λυκείου, πού ἄν ρωτιοῦνταν, θά ἀπαντοῦσε ὅτι ὁ Σολωμός ὑπῆρξε ἐπιφανής ποιητής, προϋπέθετε, ἔστω χωρίς στοιχεῖα, ὅλους ἐκείνους πού εἶχαν στηρίξει αὐτόν τόν χαρακτηρισμό. Κατά συνέπεια, σέ βάθος χρόνου, γιά κάθε ἀναγνωρισμένο λογοτέχνη, θά βρίσκουμε πάντα κάποιον ἤ μᾶλλον κάποιους ἀνθρώπους στούς ὁποίους ὀφείλεται ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας του. Τοῦτο σημαίνει ὅτι στίς περιπτώσεις αὐτές δέν γίνεται λόγος γενικά καί ἀφηρημένα, ἀλλά ὅτι ὁ λόγος αὐτός ἔχει συγκεκριμένο ἀντίκρισμα. Ἀντίκρισμα μέ τήν ἔννοια ὅτι ὑπάρχουν ἤδη γραφτά κριτικά (ἤ καί λογοτεχνικά)[5] κείμενα, μέ τά ὁποῖα στοιχειοθετεῖται ἡ λογοτεχνική ὀντότητα αὐτοῦ τοῦ συγγραφέα.

 

ιι

 

Στή φυσική ἐπιστήμη λένε πώς κάθε θεωρία πού δέν ἔχει πρακτικό, δηλαδή πειραματικό, ἀντίκρισμα εἶναι ἀφερέγγυα. Ὅταν ὁ Α. Ἀϊνστάιν δημοσίευσε τήν ἐξίσωση e=mc2 (ἡ ἐνέργεια ἰσοῦται μέ τή μάζα ἐπί τήν ταχύτητα τοῦ φωτός στό τετράγωνο) τό 1907, πολλοί φυσικοί εἶχαν ἀμφιβολίες γιά τήν ἐγκυρότητά της, ἐπειδή δέν εἶχε ἐπαληθευτεῖ μέ τρόπο πειραματικό. Ἀλλά μετά τή διάσπαση τοῦ ἀτόμου, ὁπότε ἐπαληθεύτηκε στήν πράξη, σταμάτησε κάθε λόγος ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τό κύρος τῆς ἐξίσωσης. Ἔρχομαι τώρα σ᾿ ἕνα ζήτημα πού ἀφορᾶ μιά θεωρία τῆς λογοτεχνίας, πού ἔκανε τήν τύχη της τή δεκαετία τοῦ 1970 καί ἔκτοτε. Πρόκειται γιά τή θεωρία τῆς πρόσληψης ἤ ἀλλιῶς γιά τή θεωρία τῆς ἀνάγνωσης καί τοῦ ὁρίζοντα προσδοκιῶν τοῦ ἀναγνώστη. Πολύ ἁπλά ἡ θεωρία αὐτή θέλει νά μετατοπίσει τόν προσανατολισμό τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ ἀπό τόν συγγραφέα καί τό κείμενο στόν ρόλο τοῦ ἀναγνώστη.[6] Ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ συγκεκριμένη θεωρία, γιά τούς μελετητές τῆς μελετητές  λογοτεχνίας δέν εἶπε κάτι καινούργιο, ἀφοῦ ἐπανειλημμένα, ἀπό τόν Μονταίνι καί μετά, ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά διαβάζει σ᾿ ἕνα κείμενο πράγματα διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνα πού εἶχε στό μυαλό του ὁ συγγραφέας του. Ὁ Κ. Παλαμᾶς π.χ. εἶχε γράψει τό 1895, ἀναφορικά μ᾿ αὐτό τό θέμα, τά ἀκόλουθα. «Λυδία λίθος τῆς ποιητικῆς ἀξίας εἶναι ἀπολύτως καί πάντοτε ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀναγνώστου, ἡ ὁποία κατά ἐνενῆντα ἐννέα τοῖς ἑκατόν εἶναι κατά βάθος καί κατά πλάτος ἡ ἄκρα ἀντίθεσις τῆς ἰδέας τοῦ ποιητοῦ.»[7]  Ὁ Ν. Λαπαθιώτης ἐπίσης τό 1924:  «Τό εἶχα πεῖ καί ἄλλοτε, θαρρῶ, ὅτι ἕνα ἔργο τέχνης δέν προσφέρει παρά ὅ,τι προσφέρει ὁ θεατής. […] Ἄν δέν τοῦ προσφέρουμε ψυχή, τό δοχεῖο δέν περιέχει τίποτα.»[8]  Παίρνει δηλαδή ὁ καθένας ὅ,τι δίνει. Ἐπίσης, ὁ Γ. Σεφέρης  ἀντέγραψε δύο φορές τήν ἄποψη τοῦ Μονταίνι,[9] ἐνῶ παρατήρησε σχετικά: «Ὁ ἐπαρκής ἀναγνώστης εἶναι ὁ εὐαίσθητος ἀναγνώστης πού δέν μπορεῖ νά μή βάλει κάτι ἀπό τόν ἑαυτό του στό ποίημα πού διαβάζει».[10]

Τό συζητήσιμο ὅμως, ἀναφορικά μέ τή θεωρία τῆς πρόσληψης, εἶναι ὅτι, πέρα ἀπό τή γενική, ἀφηρημένη, ἄποψη, ὁ «ἀναγνώστης» τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖται τόσο ἐπίμονα δέν εἶναι ἕνας, γνωστός καί συγκεκριμένος ἀναγνώστης, ἀλλά πολλοί, ἑκατομμύρια καί ἄγνωστοι. Θά λέγαμε δηλαδή ὅτι πρόκειται γιά ἕναν ἀναγνώστη φάντασμα.

Παραθέτω: «Εἶναι ἀδύνατον νά συλλάβουμε τόν ἱστορικό βίο ἑνός λογοτεχνικοῦ ἔργου χωρίς νά συνυπολογίσουμε τήν ἐνεργητική συμμετοχή τοῦ παραλήπτη του».[11] Καί: «Ἡ δυνατότητα ἀνασυγκρότησης τοῦ ὁρίζοντα προσδοκιῶν ἑνός ἔργου καθιστᾶ συνεπῶς, δυνατόν νά καθορίσουμε τό χαρακτήρα του ὡς ἔργου τέχνης μέ βάση τή φύση καί τήν ἔνταση τῆς ἐπίδρασης πού ἀσκεῖ σέ ἕνα συγκεκριμένο κοινό».[12] Καί: «Τό βῆμα ἀπό τό ἔργο στό κείμενο πρέπει νά συμπληρωθεῖ μέ τό βῆμα ἀπό τό ὑποκείμενο πού γράφει στό ὑποκείμενο πού διαβάζει καί κρίνει, ἄν ἐπιθυμοῦμε νά κατανοήσουμε τή λογοτεχνία ὡς ἐπικοινωνιακό γίγνεσθαι καί συγχρόνως ὡς γίγνεσθαι πού διαμορφώνει τήν κοινωνία».[13]

Διαβάζοντας κανείς τέτοιες φράσεις, καθώς καί ἄλλες τῆς ἴδιας γραμμῆς, μένει μέ τήν ἀπορία: σέ ποιόν ἀναγνώστη καί σέ ποιό «συγκεκριμένο κοινό» παραπέμπει ὁ συγγραφέας τους;[14] Καί ἀλλιῶς: πῶς τεκμηριώνεται μέ στοιχεῖα αὐτή ἡ θεωρητική ἐκδοχή; Ὑπάρχει τέτοια δυνατότητα καί σέ ποιό βαθμό;

Ἄς δοῦμε ἀπό τήν πλευρά αὐτή τί πρακτικές δυνατότητες μπορεῖ νά ὑπάρχουν.

α) Ἕνας συγκεκριμένος ἀναγνώστης, στόν ὁποῖο ἔχει τό περιθώριο νά παραπέμπει ὁ θεωρητικός τῶν παραπάνω φράσεων, εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὡς ἀναγνώστης. Στή δική του δηλαδή ἀναγνωστική πείρα. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ πρακτική τεκμηρίωση θά ἦταν νά μᾶς έδινε πέντε, δέκα, ἤ περισσότερα δείγματα. Νά μᾶς ἔδινε, θέλω νά πῶ, κείμενα στά ὁποῖα θά παρουσίαζε τήν ἀναγνωστική του πρόσληψη ἰσάριθμων πρωτοδιαβασμένων λογοτεχνικῶν ἔργων, ὅπου θά γίνονταν φανεροί οἱ πρίν ἀπό τήν ἀνάγνωση ὁρίζοντες τῶν προσδοκιῶν του καί οἱ διαφοροποιήσεις του ἤ ὄχι πού θά συνέβαιναν μετά ἀπό αὐτές τίς ἀναγνώσεις. Κάτι τέτοιο θά ἦταν μιά βάση γιά συζήτηση.

β) Ἄλλος τρόπος πειραματικῆς ἐπαλήθευσης θά ἦταν αὐτός πού ἔχει ἐφαρμόσει ὁ Ι.Α. Ρίτσαρτς: νά γίνει ἡ δοκιμασία τῆς ἀνάγνωσης μέ πανεπιστημιακούς φοιτητές. Δοκιμασία πάντως ἀρκετά νόθα, ἀφοῦ οἱ φοιτητές θά διαβάζουν κείμενα, πού τούς προτείνονται, γνωρίζοντας τόν σκοπό τοῦ πειράματος. Κι αὐτό δέν θ᾿ ἄφηνε ἀνεπηρέαστο τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀνάγνωσης. Τό πείραμα αὐτό, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἔχει τό μειονέκτημα ὅτι γίνετα in vitro καί ὄχι in vivo.

γ) Τέλος ἔχουμε τή δυνατότητα νά τεκμηριώσουμε τή θεωρία μέ ἱστορικές μαρτυρίες, ὅπως ἐκεῖνες στίς ὁποῖες θά παράπεμπε, ἀνεπίγνωστα,  ὁ παραπάνω ὑποθετικός μαθητής τῆς τρίτης λυκείου. Τοῦτο βέβαια θά μᾶς πήγαινε κατευθείαν στά γραφτά πού ἔχουν ἀφήσει πίσω τους οἱ κριτικοί τῆς λογοτεχνίας.[15] Μιά ἐμπεριστατωμένη μελέτη πάνω σέ τέτοια γραφτά ὁρισμένης περιόδου θά ἦταν μιά πρακτική ἐπαλήθευση ἤ ὄχι τῆς θεωρίας τῆς πρόσληψης. Καλύτερη ἀκόμα θά ἦταν μιά στατιστική μελέτη ὅλων τῶν γραφτῶν τεκμηρίων, ἀναφορικά μέ τά λογοτεχνικά ἔργα, ὁρισμένης πάλι περιόδου, ἄς ποῦμε, πενήντα ἤ ἑκατό χρόνων. Ἔτσι θά εἴχαμε χειροπιαστά δεδομένα πάνω στό θέμα τῆς ἀνάγνωσης. Χωρίς νά ξεχνοῦμε πάλι πώς ἕνα μεγάλο μέρος, τό μεγαλύτερο,  τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ θά ἔμεινε ἔξω ἀπό τήν ἔρευνα, ἐννοῶ τό ἀναγνωστικό κοινό πού δέν θά εἶχε ἐκφραστεῖ μέ γραφτά κείμενα. Καί συνεπῶς τό τί συμβαίνει μέ τούς «ἄφωνους» ἀναγνῶστες θά παράμενε ἐρωτηματικό.

Πάντως, ἐπανέρχομαι στή θεωρία τῆς πρόσληψης, χωρίς καμιά  παραπομπή σέ πρακτικά στοιχεῖα, ἡ θεωρία αὐτή, ὅπως καί κάθε θεωρία, συνιστᾶ ἁπλῶς ἕνα θεωρητικό ἰσχυρισμό. Θά ἔλεγε ἴσως κανείς, μά δέν εἶναι αὐτονόητο αὐτό πού ὑποστηρίζει; Ἄν κάποιος ἀπαντοῦσε ὅτι, μάλιστα, δέν εἶναι αὐτονόητο, τί ἀποδεικτικά θά εἴχαμε νά τοῦ παρουσιάσουμε; Γιατί τό ζήτημα εἶναι ὅτι μιά θεωρία διατυπωμένη μόνο γενικά καί ἀφηρημένα δέν μπορεῖ νά προδικάσει τήν πρακτική της ἐφαρμογή. Τό ἀντίθετο ἰσχύει, ἡ πρακτική της ἐφαρμογή ἐπικυρώνει ἤ ὄχι τή θεωρητική της βασιμότητα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κανείς δέν ξέρει τί θά ἔφερνε στήν ἐπιφάνεια μιά στατιστική μελέτη, σάν τήν παραπάνω πού ἀνάφερα, γιά πενήντα ἤ ἑκατό χρόνια. Πόσοι ἀναγνῶστες θά τήν ἐπαλήθευαν καί πόσοι θά τήν διάψευδαν; Προσωπικά ὅταν ἀνοίγω ἕνα βιβλίο γιά νά τό διαβάσω, εἴτε πρωτοεκδομένο εἴτε ὄχι, δέν αἰσθάνομαι νά πηγαίνω πρός αὐτό μέ κάποιον ὁρίζοντα προσδοκιῶν. Ἀντίθεται, ὅ,τι μοῦ συμβαίνει εἶναι ἕνα εἶδος συσπείρωσης τοῦ ἑαυτοῦ μου, ὥστε νά παρακολουθήσω ὅσο γίνεται πληρέστερα τό κείμενο. Ἐλεύθερος συνεπῶς ἀπό προσχηματισμένους προσανατολισμούς. Μιά τέτοια ἀναγνωστική στάση ἔχει ἐπισημανθεῖ θεωρητικά ὡς διαθεσιμότητα τοῦ ἀναγνώστη, ἐνῶ, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἔχει ἐπαληθευτεῖ πρακτικά ἀπό τούς ἀξιολογότερους κριτικούς τῆς λογοτεχνίας.[16] Ἐνδέχεται ὅμως κάποια μερίδα τοῦ κοινοῦ νά ἀντιδράει ἐπηρεασμένη ἀπό ἐποχιακές ἀντιλήψεις. Νά διαβάζει δηλαδή λογοτεχνικά κείμενα σύμφωνα μέ ὁρισμένο «ὁρίζοντα προσδοκιῶν». Ἄν ἡ θεωρία τῆς πρόσληψης  βασίζεται σ᾿ ἕνα τέτοιο κοινό θά πρέπει νά ἐπιβεβαιωθεῖ στατιστικά ἡ ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ. Τό παράδειγμα Φλωμπέρ καί Φεϋντώ, πού ἐπικαλεῖται ὁ καθηγητής Γιάους, ὡς ἱστορική ἐπαλήθευση, ἐλέγχεται σέ τέσσερα τουλάχιστο σημεῖα.[17]

α) Βιβλία πού κολακεύουν τό πλατύ κοινό γράφονταν σέ ὅλες τίς ἐποχές. Καί σήμερα τά εὐπώλητα θριαμβεύουν, ἐνῶ τά ἔργα ποιότητας περνοῦν ἀπαρατήρητα ἀπό τό πλατύ κοινό. Μολαταῦτα τά εὐπώλητα παίρνουν σύντομα τόν δρόμο γιά τό καλάθι μέ τ᾿ ἄχρηστα, ἐνῶ τά ἄλλα σέ κάποιο βαθμό ἀναδείχνονται μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ. Πάντως, σύμφωνα μ᾿ αὐτή τήν πολύ χοντρική διαίρεση, ἔχουμε δύο τύπους ἀναγνωστῶν, ἐκείνου τῶν εὐπώλητων βιβλίων καί ἐκείνου τῶν ποιοτικῶν βιβλίων. Πρόκειται βέβαια γιά γενικούς τύπους, γιά τύπους πού ὁ καθένας ἀντιπροσωπεύει ἕνα κάποιο ἄθροισμα ἀναγνωστῶν. Συνεπῶς ὄχι γιά ἀτομικούς, συγκεκριμένους, ἀναγνῶστες. Στήν πραγματικότητα οἱ ἀτομικοί ἀναγνῶστες εἶναι ἀμέτρητοι, τόσοι δηλαδή ὅσοι εἶναι αὐτοί πού διαβάζουν λογοτεχνικά ἤ παραλογοτεχνικά ἔργα.

β) Τό βιβλίο τοῦ Φευντώ, βιβλίο γιά τό πλατύ κοινό, δέν ἔθιξε τό πρόβλημα τῆς μοιχείας, ὅπως διαβάζουμε στήν ἐργασία τοῦ καθηγητῆ Γιάους. Ἀντίθετα τό «διασκέδασε» μέ τό πάθημα τοῦ ζηλιάρη ἐραστῆ, πού πλήρωσε ἀκριβά τή σχέση του. Γιά τοῦτο δέν προκάλεσε τό δημόσιο αἴσθημα πού θά τό ὁδηγοῦσε σέ δίκη, ὅπως ἔγινε με τό βιβλίο  Μαντάμ Μποβαρύ. Ἐνῶ τό ἔργο τοῦ Φλωμπέρ  ἔθιξε τό δημόσιο αἴσθημα, γιατί ὑπέδειξε τή μοιχεία ὡς ἔμφυτη τάση καί συνεπῶς πρόσβαλε τό θεσμό τῆς μονογαμίας. Ἔθιξε, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἕναν κοινωνικό θεσμό πού ὑποκριτικά ἀντιμετωπιζόταν ὡς ἱερό καθεστώς. Ἡ κυρία Μποβαρύ ἐνόχλησε γιατί, πέρα ἀπό ἄλλα, δέν σεβάστηκε ὁρισμένη κοινωνική σύμβαση, πού δέν ἀφορούσε μόνο τήν ἴδια, ἀλλά, γενικότερα, καί τά δύο φύλα. Ἡ βασική κατηγορία πού ἀντιμετώπισε τό βιβλίο ἦταν ἠθικῆς τάξης, συνεπῶς, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, ἔγινε αἰσθητή ἡ διαγνωστική εὐθυβολία τοῦ συγγραφέα του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν ἔχει πολλή σημασία πῶς ἔθεσε τό ζήτημα ὁ αὐτοκρατορικός ἐπίτροπος (εἰσαγγελέας) στή δίκη πού ἔγινε τότε, ἀλλά σέ τί βαθμό συναισθάνθηκε ὅτι ὑπερασπιζόταν μιά κοινωνική σύμβαση. Κατά πόσο συνεπῶς ἔνιωθε πώς ἡ ἀλήθεια ἦταν περισσότερο ἤ ὁλοκληρωτικά μέ τό μέρος τῆς κυρίας Μποβαρύ, παρά μέ ὅ,τι ἦταν ὑποχρεωμένος νά ὑποστηρίξει αὐτός στή δίκη. Διότι, κακά τά ψέματα, κάτι ἐνοχλητικό λάνθανε βαθύτερα: ὅτι δέν τοῦ ᾿λειπε ἐντελῶς ἡ «ἐνοχή» τῆς Μποβαρύ. Μέ τήν ἔννοια πώς κι ἄν στήν πράξη δέν ἦταν μοιχός, ἦταν ὅμως δυνάμει μέσα στή φύση του, στό ἀνεξέλεγκτο ἐπίπεδο τῆς ἐπιθυμίας καί τῆς φαντασίας του, ὅπως στόν κάθε ἄνθρωπο. Θά ᾿λεγα μάλιστα πώς τό μένος του κατά τοῦ βιβλίου ἦταν ἀνάλογο τῆς αἴσθησης πού εἶχε, ἔστω καί ἀσυνείδητα, αὐτῆς τῆς συνενοχῆς του.

γ) Εἰπώθηκε ὅτι ὑπεύθυνος, γιά τήν ἀρνητική στάση τοῦ κοινοῦ (καί τοῦ ἐπίτροπου), ἦταν ὁ ἐλεύθερος πλάγιος λόγος[18] τοῦ Φλωμπέρ στό βιβλίο. Ἄν ἀληθεύει αὐτό, τότε πῶς ἐξηγεῖται τό γεγονός ὅτι «…καταρχήν ἕνας μικρός μόνο κύκλος εἰδημόνων εἶχε κατανοήσει καί ἐκτιμήσει [τή Μαντάμ Μποβαρύ] ὡς τομή στήν ἱστορία τοῦ μυθιστορήματος».[19]  Ὅταν ἕνας «μικρός κύκλος» ἤ καί μόνο ἕνα ἄτομο, δέν ἐπηρεάζεται ἀρνητικά ἀπό τή νέα τεχνική τοῦ Φλωμπέρ, αὐτό μᾶς λέει ὅτι ὁ «ὁρίζοντας τῶν προσδοκιῶν» δέν ἀφορᾶ τούς πάντες.

δ) «…τό κοινό πού εἶχε διαμορφωθεῖ μέ τήν ἀνάγνωση τοῦ μυθιστορήματος τοῦ Flaubert ἐπικύρωσε τόν νέο κανόνα τῶν προσδοκιῶν· οἱ ἀδυναμίες τοῦ Feydeau -τό ἀνθηρό ὕφος, τά τεχνάσματα-ἐπιταγές τῆς μόδας, οἱ κοινοτοπίες τῆς λυρικῆς ἐξομολόγησης- ἔγιναν τότε ἀνυπόφορες καί ἄφησαν τή Fany νά ξεθωριάσει ὡς best-seller τοῦ χτές.»[20] «…τό κοινό πού εἶχε διαμορφωθεῖ μέ τήν ἀνάγνωση τοῦ μυθιστορήματος τοῦ Flaubert ἐπικύρωσε τόν νέο κανόνα τῶν προσδοκιῶν». Ἄν δέν ἔχουμε κάποιο κενό στή διατύπωση, μένει νά ἀναρωτηθοῦμε γιά ποιό κοινό πρόκειται. Οἱ λίγοι πού ἐκτίμησαν ἀμέσως το ἔργο, χωρίς νά ἐνοχληθοῦν ἀπό τήν «ἀπρόσωπη ἀφήγησή» του, δέν χρειάζονταν ἄλλη παραπέρα «διαμόρφωση». Ἄρα ἡ φράση ἀφορᾶ τό πλατύ κοινό. Ἐρώτημα: τό πλατύ κοινό, ἀντιμετωπίζοντας τό φράγμα τῆς «ἀπρόσωπης ἀφήγησης» πού (σύμφωνα μέ τόν Γιάους) ἔκλεινε τόν δρόμο πρός τήν ἀφομοίωση τοῦ μυθιστορήματος, μέ ποιό τρόπο θά μποροῦσε νά «διαμορφωθεῖ»; Ἐδῶ προκύπτει λογικό ἀδιέξοδο, τέτοιο πού θά ᾿λεγε κανείς ὅτι μέ κανένα τρόπο δέν θά μποροῦσε νά «διαμορφωθεῖ». Εἶναι ὡστόσο ἱστορικά δεδομένο ὅτι πράγματι ἡ Μαντάμ Μποβαρύ ἀγκαλιάστηκε ἀργότερα ἀπό ἕνα εὐρύτερο κοινό. Μένει συνεπῶς νά διευκρινιστεῖ πῶς, μέ ποιόν μηχανισμό ἔγινε ἡ διεύρυνση τοῦ κοινοῦ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τό οὐσιαστικό πρόβλημα τῆς ἀνάγνωσης πού θά περίμενε κανείς νά ἀντιμετωπίσει ἡ Θεωρία τῆς πρόσληψης. Σίγουρα τό ζήτημα τῆς ἀνάγνωσης εἶναι πολύπτυχο καί κάθε ἄλλο παρά εὔκολο. Ἄς τό δοῦμε σέ μιά στοιχειώδη, ἁπλοποιημένη, μορφή του. Ἄς πάρουμε πάλι ὡς ἀκραῖα δείγματα,  δυό περιπτώσεις ἀναγνωστῶν, ἐκείνων πού παραμένουν κατά τήν ἀνάγνωση στή θεματική περιπέτεια ἑνός βιβλίου, καί ἐκείνων πού δέν μένουν στή θεματική ἐξέλιξη, ἀλλά ἀναζητοῦν τό βαθύ ἀτομικό καί κοινωνικό εἶναι στά γραφόμενα τοῦ συγγραφέα. Οἱ πρῶτοι εἶναι κατεξοχήν οἱ ἀναγνῶστες τῶν εὐπώλητων βιβλίων τά ὁποῖα λίγο πολύ ἀνήκουν στήν κατηγορία τῆς παραλογοτεχνίας. Οἱ δεύτεροι εἶναι οἱ ἀπαιτητικοί ἀναγνῶστες πού διαβάζουν βιβλία τά ὁποῖα ἀνήκουν στήν κατηγορία τῆς πιό ἀξιόλογης λογοτεχνίας. Αὐτῆς γιά τήν ὁποία ἡ θεματική περιπέτεια ἀποτελεῖ τό ἀληθοφανές ἔνδυμα ἤ τό μέσο, πού χρησιμοποιεῖ ὁ λογοτέχνης γιά νά φτάσει στόν σκοπό του, πού εἶναι τά κρίσιμα ζητήματα τῆς ζωῆς. Ἄν αὐτό ἀληθεύει, τό ἐρώτημα εἶναι: πῶς, μέ ποιόν τρόπο πολλοί ἀναγνῶστες τῆς πρώτης κατηγορίας εἰσχωροῦν στόν «μικρό κύκλο τῶν εἰδημόνων» καί τόν διευρύνουν; Ἤ, πού εἶναι τό ἴδιο, πῶς, μέ ποιόν τρόπο διαβάστηκε ἀργότερα ἡ Μαντάμ Μποβαρύ ἀπό ἕνα εύρύτερο κοινό; Ἔχει γραφτεῖ πώς αὐτό ἔγινε ἐπειδή τό κοινό διάβασε κι ἄλλα βιβλία τοῦ ἴδιου εἴδους ἤ γένους.[21] Σά νά λέμε δηλαδή πώς τό κοινό, στό ὁποῖο δέν ἄρεσε ἡ Μαντάμ Μποβαρύ ἀρχικά, διαβάζοντας ἄλλα βιβλία τοῦ ἴδιου εἴδους ἤ γένους, ἐξίσου συνεπῶς ἀπροσπέλαστα, θά ἄλλαζε στάση. Δέν ἔχω διαβάσει ἀσχετότερο ἰσχυρισμό ὡς πρός τήν ἀλλαγή στάσης τοῦ κοινοῦ ἀπέναντι σέ ἔργα πού ἀρχικά τά ἀπέρριψε καί ἀργότερα τά ἐγκολπώθηκε. Τί μεσολάβησε λοιπόν καί ἀργότερα ἔγινε εὐρύτερα ἀποδεκτή ἡ Μαντάμ Μποβαρύ; Ἀπό τήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας ξέρουμε ὅτι οἱ ποιοτικοί ἀναγνῶστες τῆς λογοτεχνίας εἶναι αὐτοί πού σέ κάποιο ποσοστό ἐκφράζουν δημόσια τή γνώμη τους. Μιά γνώμη συνεπῶς πού ἀπευθύνεται δυνητικά σέ πολλούς. Ἔχει κάποια σχέση ἤ εἶναι ἄσχετος αὐτός ὁ «μικρός κύκλος εἰδημόνων» μέ τή δημιουργία εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ γιά ὁρισμένο ἔργο; Ἄν ρίξουμε μιά ματιά στήν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, ἔχουμε τή δυνατότητα νά ἀναφερθοῦμε σέ δύο ἐνδεικτικά παραδείγματα.

α) Στό πρῶτο παράδειγμα ἄρκεσε ἡ πρωτοβουλία ἑνός μόνο «εἰδήμονα» γιά νά γνωστοποιηθεῖ εὐρύτερα ὁρισμένο ἔργο. Ἐννοῶ τήν περίπτωση τοῦ Κ. Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος τό 1889 μέ ὁμιλία του στόν Παρνασσό πού ἀργότερα δημοσιεύτηκε, ἔκανε γνωστό τό οὐσιαστικά ἄγνωστο ὥς τότε  ἔργο τοῦ Α. Κάλβου. Στήν περίπτωση αὐτή εὐνοϊκός «ὁρίζοντας προσδοκιῶν» δέν ὑπῆρχε γιά τόν Κάλβο, γι᾿ αὐτό ὁ «εἰδήμων» χρειάστηκε νά προειδοποιήσει τό κοινό ὅτι: «…διά νά καταστήσωμεν αὐτό [τό ἔργο τοῦ Κάλβου] προσιτόν εἰς τήν ἡμετέραν αἴσθησιν, ἀνάγκη νά λησμονήσωμεν πρός στιγμήν τήν συνήθειαν».[22] Ὑπονοώντας ὅτι ἡ «συνήθεια» ἤ, ἀλλιῶς, ὁ «ὁρίζοντας προσδοκιῶν» δέν εὐνοοῦσε τήν «πρόσληψη» τοῦ ἰδιόρρυθμου ποιητῆ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος,  οὔτε χρειάστηκε νά διαβάσει τό κοινό ἄλλα ἔργα τοῦ ἴδιου γένους γιά νά οίκειοποιηθεῖ τήν καλβική ποίηση. Τήν εὐρύτερη ἀποδοχή τοῦ Κάλβου τήν πῆρε πάνω του ὁ κριτικός μέ τή φράση: «…ὁ ποιητής τῶν Ὠδῶν κατέχων ἐξαιρετικήν ὅλως θέσιν ἐν τῆ ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας, ἐξαιρετικῶς πρέπει νά κριθῆ».[23] Μιά φράση πού εἰπώθηκε τή στιγμή πού ἡ καλβική ποίηση ὄχι μόνο δέν «κάτεχε ἐξαιρετικήν ὅλως θέσιν ἐν τῆ ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας», ἀλλά στήν πραγματικότητα ἦταν ἄγνωστη. Κι ὅμως σήμερα ξέρουμε πώς ἡ πρόβλεψη τοῦ Παλαμᾶ ἐπαληθεύτηκε πλήρως. Λοιπόν, ἐδῶ ἕνας «εἰδήμονας», μέ τήν προσωπική του γνωμάτευση, ἔκανε εὐρύτερα γνωστό ἕνα ἄγνωστο ὥς τότε ἔργο.

β) Ὁλωσδιόλου διαφορετική στάθηκε ἡ εὐρύτερη ἀναγνώριση τοῦ καβαφικοῦ ἔργου. Ὅταν ἄρχισαν νά δημοσιεύονται σποραδικά τά πρῶτα καβαφικά ποιήματα, ἀλλά καί ἀργότερα, τό κλίμα δέν ἦταν εὐνοϊκό. Ὅ,τι ἐπικρατοῦσε τότε (τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, ἀρχές τοῦ 20ου) ἦταν ὁ ἐθισμός τοῦ κοινοῦ, καθώς καί τῶν «εἰδημόνων», στό κλίμα τοῦ παλαμισμοῦ, στήν ποίηση δηλαδή τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν συνομηλίκων του, ἀλλά κυρίως τοῦ Παλαμᾶ. Αὐτός ὁ ἐθισμός θά μποροῦσε νά ἔχει τήν ἔννοια τοῦ «ὁρίζοντα προσδοκιῶν»; Ἀσφαλῶς, δέν ἀπεῖχε ἀπό τό νά συνιστᾶ ἕναν «ὁρίζοντα προσδοκιῶν». Ἔχουμε λοιπόν ἕναν παλαμικό «ὁρίζοντα προσδοκιῶν» τόν ὁποῖο σύνθεταν: ὁ δημοτικισμός, ἡ μεγαλοστομία, ἡ πληθωρικότητα τοῦ λόγου, ὁ ὑμνητικός τόνος, ἡ ἐμφατική ὁμοιοκαταληξία, ἡ πατριδολατρεία, ὁ ὑπαίθριος ἑλλαδικός κόσμος, κ.λπ. Ἡ ἀντίστοιχη σύνθεση τήν ὁποία παρουσίαζε ἡ ποίηση τοῦ Καβάφη, ὄχι μόνο δέν ταίριαζε μ᾿ ἐκείνη τοῦ παλαμισμοῦ, ἀλλά παρουσίαζε ἀκριβῶς ἀντίθετα γνωρίσματα: γλώσσα περίπου μικτή, χαμηλόφωνη ἔκφραση, ἀκραία λιτότητα, κριτική στάση ἀπέναντι σέ καταστάσεις καί φαινόμενα, χαλαρή ἤ καί καθόλου ὁμοιοκαταληξία, ποίηση χωρίς πατριδολατρεία, ἀστικό περιβάλλον, κ.λπ. Κοντολογίς ἡ καβαφική ποίηση δέν ἀνταποκρινόταν στόν «ὁρίζοντα προσδοκιῶν» τῆς ἐποχῆς καί ἀντιμετωπίστηκε ἀνάλογα ἀρνητικά. Ἀπόλυτα; Ὄχι ἀκριβῶς ἀπόλυτα, γιατί ἕνας ὀξυδερκής «εἰδήμονας», ὁ Γ. Ξενόπουλος, πολύ νωρίς, τό 1903, χαρακτήρισε τόν Καβάφη «καλλιτεχνική ἰδιοφυΐα».[24] Παράθεσε μερικά ἀπό τά πρῶτα καβαφικά ποιήματα ὡς πειστήρια, ἐνῶ ὀργάνωσε τό κείμενό του μέ βάση τήν προσωπική του ἀντίδραση στά ποιήματα αὐτά. Μολαταῦτα ἡ πράξη τοῦ Ξενόπουλου, ἄν καί καθαυτή πειστική, δέν ἀνάκοψε τόν προσανατολισμό τοῦ κοινοῦ καί τῶν «εἰδημόνων» πρός στόν παλαμισμό. Ὅμως μερικά χρόνια ἀργότερα ἀκολούθησε δεύτερη εὐνοϊκή γιά τόν Καβάφη κριτική ἀπό τήν Πετρούλα Ψηλορείτη (Γαλάτεια Καζαντζάκη).[25] Ὑστερότερα, τό 1917, δημοσιεύτηκε στήν Ἀλεξάνδρεια μιά ἐπαινετική ἐργασία  γιά τόν ποιητή ἀπό τόν Γ. Βρισιμιτζάκη.[26] Τή σκυτάλη πῆρε ἔπειτα ἕνας ἄλλος ὀξυδερκής «εἰδήμονας», ὁ Τ. Ἄγρας, ὁ ὁποῖος ὑποστήριξε τήν ἀξία τῆς καβαφικῆς ποίησης.[27] Κι ἀμέσως μετά ἀπ᾿ αὐτόν ὁ Ν. Λαπαθιώτης,[28] ὁ Α. Θρύλος,[29] ὁ Κλ. Παράσχος[30]. Ἀλλά ὄχι μόνο αὐτοί. Ὁ παλαμισμός σέ σχέση μέ τόν Καβάφη ξεπεράστηκε στή δεκαετία τοῦ 1920. Ὅμως χρειάστηκε, νά μιλήσει θετικά γιά τόν ποιητή καί μιά σειρά μεταγενέστερων «εἰδημόνων» γιά νά γίνει ἡ ποίηση αὐτή εὐρύτερα ἀποδεκτή. Στό μεταξύ τά ποιήματα τοῦ Καβάφη μεταφράστηκαν σέ πολλές γλῶσσες καί οἱ ξένοι τοῦ ἀναγνώρισαν μιά θέση δίπλα στους κορυφαίους ποιητές τοῦ 20ου αἰώνα. Μετά ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, σήμερα ὁ Καβάφης στήν Ἑλλάδα, εἶναι πάγκοινα γνωστός, ἐνῶ πολλοί σκύβουν αὐτάρεσκα πάνω στούς λιτούς στίχους του. Ἔτσι πού θά λέγαμε πώς ὁ Καβάφης εἶναι πιά τοῦ συρμοῦ, ἑνός συρμοῦ βέβαια ποιητικοῦ.

 

Ὅμως κάτι συμβαίνει μέ τήν ἐμφάνιση τῶν συρμῶν. Ἐννοῶ ὅτι προκύπτει ἕνα ζήτημα πού ἀφορᾶ γενικότερα τό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό. Ὁ Καβάφης, εἴπαμε, ἔχει γίνει τώρα τῆς μόδας καί διαβάζεται εὐρύτατα. Τό ἐρώτημα πού προβάλλει εἶναι ἄν διαβάζεται ἀπό ὅλους τούς ἀναγνῶστες μέ τήν ἴδια ἐπάρκεια. Ἡ ἀνάγνωση τῆς λογοτεχνίας εἶναι βέβαια προσωπική, συνεπῶς διαφορετική γιά τόν καθένα ἀναγνώστη. Ἡ διαφορετικότητα ἐδῶ προκύπτει ἀπό τή διαφορά στήν ἰδιοσυγκρασία, στίς ἐμπειρίες καί στήν παιδεία τῶν ἀναγνωστῶν. Αὐτή ὡστόσο εἶναι μιά γενική διάκριση, ἡ ὁποία ἀφορᾶ ἀκόμα καί τήν ἀνάγνωση ὁποιουδήποτε κειμένου καί τοῦ πιό οὐδέτερου ἤ ἐξωποιητικοῦ, ὅπως π.χ. τήν ἀνάγνωση κειμένων ἱστορίας, γεωγραφίας, δασοκομίας, κ.λπ. Ἐνῶ ἀπό τά ἴδια παραπάνω στοιχεῖα, (ἰδιοσυγκρασία, ἐμπειρίες, κ.λπ.), πηγάζει καί μιά εἰδικότερη διάκριση μέ ποιοτικό παρονομαστή. Γιατί δέν ἀρκεῖ νά λέμε πώς ὁ κάθε ἀναγνώστης διαβάζει ἁπλῶς διαφορετικά τό κάθε κείμενο, ἀλλά καί ὅτι τό διαβάζει καί μέ διαφορετικό βαθμό ποιητικῆς εὐαισθησίας, αἰσθαντικότητας καί ὀξύνοιας. Ὁ λεγόμενος «ἐπαρκής ἀναγνώστης» τῆς ποίησης δέν εἶναι γενικά ὁ κάθε ἀναγνώστης τῆς ποίησης, ἀλλά ὁ ἰδιαίτερα διαθέσιμος. Διότι, ὅσο καί νά μήν είναι δημοκρατικό, ἡ πεῖρα ἔχει δείξει ὅτι ἀνάμεσα στούς ἀναγνῶστες ὑπάρχει κλιμάκωση ποιοτικῆς διαφορᾶς. Πόσοι λ.χ. σημερινοί ἀναγνῶστες τοῦ Καβάφη διαβάζουν τά ποιήματά του μέ τή διορατικότητα πού τά διάβασε ὁ Γ. Ξενόπουλος; Πόσοι μένουν στή θεματική ἐπιφάνειά τους καί πόσοι τά σχετίζουν μέ τό βαθύ γίγνεσθαι τῆς ζωῆς, τόσο ἀπό προσωπική, ὅσο καί ἀπό κοινωνική ἄποψη; Γιατί, γιά λόγους πού δέν ἐξαρτιοῦνται ἀπό τή θέλησή μας, ἡ λογοτεχνία ἔχει ἐκλεκτικό χαρακτήρα καί δέν ἀνοίγει τίς πόρτες της στόν καθένα. Πολλές φορές μᾶς ἔχουν προειδοποιήσει οἱ ποιητές πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Παράδειγμα οἱ παρακάτω ἀναφορές.

 

Ἀπό τόν Δ. Σολωμό:

«…ἄς ἐργάζεται (τό ποίημα) ἀδιάκοπα γιά τήν ἀληθινήν οὐσία, ἀλλά εἰς τρόπον ὥστε νά μή τό καταλάβουν εἰμή οἱ νόες οἱ γυμνασμένοι καί βαθεῖς.»[31]

Ἀπό τόν Κ. Παλαμᾶ πού ξεχωρίζει τούς ἐπιφανειακούς ἀπό τούς «γυμνασμένους καί βαθεῖς» ἀναγνῶστες ἤ θεατές τῆς τέχνης:

«Ὁ Ἁμλέτος εἶναι τό ἔργο τό πιό λίγο καμωμένο γιά νά συγκινεῖ τό πλῆθος. Κι ἄν ίσως ὁ Σαιξπῆρος τό συγκινεῖ τό πλῆθος, ἀφορμή δέν εἶναι τόσο τό ποιητικό, τό ἐσωτερικό, ὅσο τό θεαματικό μέρος τῆς τέχνης του, δηλαδή τό πασάλειμμα, καί τό πιό ἀσήμαντο.»[32]

Καί παρακάτω:

«Οἱ πιό ἐπικίνδυνοι ἐχθροί τῆς Τέχνης εἶν᾿ ἐκεῖνοι πού τήν ξέρουν καί πού τήν ἀγαποῦν, ὅπως οἱ γυναῖκες ξέρουν κι ἀγαποῦν τή μόδα.»[33]

Ὁ Καβάφης  ἔχει μιλήσει γιά  τή σημασία πού ἔχει νά ᾿ναι κανείς πολίτης «εἰς τῶν ἰδεῶν τήν πόλι», καθώς, «δύσκολο στήν πόλι ἐκείνη εἶναι καί σπάνιο νά σέ πολιτογραφήσουν…», ἐνῶ στό ποίημα «Τέμεθος, Ἀντιοχεύς, 400 μ.Χ.» καταλήγει στούς ἑπόμενους στίχους:

 

…ἐμεῖς οἱ μυημένοι

γνωρίζουμε γιά ποιόνα ἐγράφησαν οἱ στίχοι.

Οἱ ἀνίδεοι Ἀντιοχεῖς διαβάζουν, Ἐμονίδην.[34]

 

Ὁ Γ. Σεφέρης παραφράζοντας μιά φράση τοῦ Γ. Χόπκινς (G. Hopkins)[35] τονίζει ὅτι:

«Δέν ὑπάρχει βασιλικός δρόμος, δέν ὑπάρχει λεωφόρος Συγγροῦ πού νά ὁδηγεῖ ἴσια στήν ποίηση».[36] (Ἡ φράση ἀφορᾶ, τόσο τούς ποιητές, ὅσο καί τούς ἐραστές ἤ, ἀλλιῶς, τούς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης.)

Ἐνῶ σέ ἄλλη περίπτωση ἀναρρωτιέται:

«Ἀνάμεσα σέ τόσους πού διαβάζουν Αἰσχύλο, πόσοι καί ποιοί εἶναι οἱ πραγματικοί ἀναγνῶστες του;»[37]

(«Οἱ πραγματικοί» ἀναγνῶστες, ὄχι συνεπῶς οἱ πάντες.)

Ὁ Ο. Ἐλύτης, ἀναφορικά μέ τά παραπάνω, ἔχει πεῖ γιά τήν «κατανόηση» τῆς ποίησης ὅτι:

«Ἡ κατανόηση αὐτή εἶναι πολύ περισσότερο ζήτημα μιᾶς ἄλλης ἱκανότητας πού

θά μπορούσαμε νά τήν ὀνομάσουμε π ο ι η τ ι κ ή  ν ο η μ ο σ ύ ν η.

»Ἡ ποιητική νοημοσύνη μπορεῖ νά λείπει ἀπό τούς παντογνῶστες κι ὡστόσο νά κατοικεῖ μέσα στόν πιό ἁπλόν ἄνθρωπο».[38]

Κι ὁ Μ. Ἀναγνωστάκης παραπλήσια:

«Πολύ ἀργήσαμε νά μάθουμε, ἄν τό μάθαμε ἀκόμη, πώς μιά κάποια φιλοσοφική καί κοινωνιολογική κατάρτιση, ἕνα ἀπόθεμα γνώσεων καί πληροφοριῶν καί σωστή κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον τοποθέτηση στά γενικότερα ζητήματα, δέν εἶναι ὁ ἐπαρκής ἐξοπλισμός καί γιά τή λεγόμενη σωστή τοποθέτηση ἀπέναντι στά αἰσθητικά ζητήματα, πού προϋποθέτουν ἕναν μηχανισμό ἰδιάζουσας σημασίας, ἕναν μηχανισμό πού ἤ προσπαθοῦμε νά μποῦμε στά μυστικά του ἤ δέν ὑποπτευόμαστε διόλου τήν ὕπαρξή του».[39]

Καί:

«…διερωτῶμαι συχνά ποιό εἶναι στήν πραγματικότητα τό ποσοστό τῶν ἀνθρώπων πού ἀγαποῦν τήν ποίηση τοῦ Καβάφη σάν ποίηση καί ὑποπτεύονται ἤ γνωρίζουν τή σημασία τοῦ ἔργου του».[40]

 

Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά παρατηρήσω ὅτι, σύμφωνα μέ τά παραπάνω, προκύπτουν δύο ἐξαγόμενα.

Τό πρῶτο εἶναι ὅτι, ἀναφορικά μέ τά ἀξιόλογα λογοτεχνικά ἔργα, ἡ δημιουργία εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ ὀφείλεται, ἄν ὄχι ἀπόλυτα, στόν μέγιστο βαθμό στή δραστηριότητα ὁρισμένων «εἰδημόνων».[41] Ἀνθρώπων δηλαδή πού πρῶτοι διαβάζουν αὐτά τά ἔργα καί μέ προσωπική εὐθύνη γνωμοδοτοῦν δημόσια πάνω στό θέμα τῆς ἀξίας τους. Βέβαια δέν εὐστοχοῦν πάντα αὐτές οἱ γνωμοδοτήσεις, ἀλλά μέ τόν καιρό, καθώς πλαισιώνονται ἀπό θετικές ἤ ἀρνητικές νεότερες γνωματεύσεις, τά πράγματα ξεκαθαρίζουν. Μέ τήν ἔννοια ὅτι τελικά οἱ γνωματεύσεις συγκλίνουν πρός ὁρισμένη κοινή παραδοχή. Ἔτσι καθιερώνονται ἔργα καί ὀνόματα μέ εὐρύτερη ἀπήχηση στόν κόσμο.

Τό δεύτερο ἐξαγόμενο εἶναι ὅτι ἡ σημασία τοῦ πλατιοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ εἶναι συζητήσιμη, γιατί, ἐκτός ἀπό τήν ὁριζόντια ποσοτική ἐκδοχή της, ἔχουμε καί τήν κάθετη ποιοτική της. Ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες διαβάζουν διαφορετικά τά ἄξια λογοτεχνικά ἔργα, ἀλλά δέν εἶναι ὅλοι τῆς ἴδιας ἀναγνωστικῆς ἐπάρκειας. Ἀντίθετα ἔχουμε κάθετη κλιμάκωση στίς ἀναγνωστικές ἐπιδόσεις τους. Ἄλλοι μένουν στήν ἐπιφάνεια τῶν κειμένων καί ἄλλοι ὄχι. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μιά ἀδιάκριτη, γενική, ἀναφορά στό ἀναγνωστικό κοινό συνεπάγεται ἰσοπεδωτική ἀντίληψη πάνω στήν ἔννοια τοῦ «ἀναγνώστη». Πράγμα πού εἶναι τό ἴδιο σάν νά λέμε πώς ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες ἀνήκουν στό ἴδιο ἐπίπεδο. Θά ἔλεγε συνεπῶς κανείς πώς ἡ Θεωρία τῆς πρόσληψης παραγνωρίζει τή σημασία τῆς αἰσθητικῆς ἀνάγνωσης πού διαφοροποιεῖ τούς ἀναγνῶστες ἀξιολογικά, ἀπό τήν ἀδιάφορη αἰσθητικά κατηγορία τους, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τή θεματική, τήν πραγματολογική ἤ τή δομική προσέγγιση τῶν κειμένων. Θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό θέμα παρακάτω.

 

 

Β΄

 

ι

 

          Γιά νά μήν γίνονται συγχύσεις εἶναι ἀπαραίτητο νά ξεχωρίσουμε τά λογοτεχνικά κινήματα ἀπό τίς θεωρίες τῆς λογοτεχνίας. Ὅταν λέω λογοτεχνικά κινήματα ἐννοῶ κυρίως τόν κλασικισμό, τόν ρομαντισμό, τόν συμβολισμό, τόν ὑπερρεαλισμό καί τόν μοντερνισμό. Ὡς θεωρίες τῆς λογοτεχνίας ἐννοῶ κυρίως τίς γλωσσοκεντρικές θεωρίες πού ξεπήδησαν ἀπό τή γλωσσολογία τοῦ Φ. Σωσσύρ μέ συνεπικουρία τῆς φιλοσοφίας (ρωσικός φορμαλισμός, σχολή τῆς Πράγας, γαλλικός δομισμός, μεταμοντερνισμός, θεωρία τῆς πρόσληψης) κι ἐκεῖνες πού ἀνάγονται στήν κοινωνιολογία καί στήν ψυχολογία. Ἡ διαφορά  ἀνάμεσα στά κινήματα καί στίς θεωρίες εἶναι ὅτι τά πρῶτα ἔχουν ἐνδολογοτεχνική προέλευση, ἐνῶ οἱ δεύτερες ἔχουν ἐξωλογοτεχνική προέλευση.

Εἰδικότερα. Τά λογοτεχνικά κινήματα πηγάζουν ἀπό τόν κορμό τοῦ εἴδους, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν ὀργανικά στοιχεῖα, συνθετικούς δηλαδή κλώνους ἤ συνιστῶσες. Στήν ποίηση π.χ. πού προηγήθηκε ἱστορικά ἀπό τά παραπάνω κινήματα -Ὅμηρος, Δημοτικά τραγούδια, Ἀκριτικά, Κορνάρος- περιέχονται τά κινήματα αὐτά σέ δυνάμει μορφή. Συνυπάρχουν δηλαδή ὡς συνθετικά μέρη τοῦ ποιητικοῦ σώματος. Ἡ διαφορά, ἀνάμεσα στή δυνάμει κατάσταση καί στήν ἐκδήλωση ἑνός κινήματος, βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ὁρισμένος δυνάμει κλῶνος τοῦ ποιητικοῦ σώματος ἐνεργοποιεῖται κάποια στιγμή μεγεθυντικά, κατά τρόπο πού νά τείνει νά πάρει μορφή ποιητικῆς καθολικότητας. Ἁπλῶς νά τείνει, χωρίς ν᾿ ἀποκτάει ποτέ καθαρά «κλωνική» μορφή ὁ ποιητικός κορμός. Ἔτσι λ.χ. στήν περίπτωση τοῦ ρομαντισμοῦ ἡ ρομαντική συνιστῶσα τῆς ποίησης παρουσιάζεται σέ μεγέθυνση: ὅλα τείνουν νά εἶναι ρομαντικά. Χωρίς ὡστόσο ν᾿ ἀποκτάει ποτέ ἡ ποίηση ἀπόλυτα ρομαντικό χαρακτήρα, γιατί ὥς κάποιο βαθμό συμμετέχουν καί οἱ ἄλλοι κλῶνοι, τοῦ συμβολισμοῦ, τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ, κ.λπ. Τό ίδιο συμβαίνει στήν περίπτωση πού ἐνεργοποιεῖται ἡ συνιστῶσα τοῦ συμβολισμοῦ, ὅπου ὅλα τείνουν νά ἔχουν συμβολιστικό χαρακτήρα. Ἐνῶ πάντα ὁ ποιητικός κορμός παραμένει ἡ μόνιμα σταθερή βάση.

Ἔτσι θά λέγαμε, συμπερασματικά, πώς τά λογοτεχνικά κινήματα ἔχουν ἐνδολογοτεχνική καταγωγή, ὅτι εἶναι ἁπλῶς ἀναπτύξεις συγκεκριμένων ὀργανικῶν κλώνων.  Ἀπό τήν πλευρά αὐτή ἔχουν ὁμόλογο χαρακτήρα μέ τά λογοτεχνικά ἔργα, εἶναι, γιά νά τό πῶ ἔτσι, τῆς ἴδιας χημικῆς ταυτότητας. Μέ μόνη τή διαφορά πώς τό κάθε κίνημα δίνει ἔμφαση σέ ἕνα ἀπό τά συνθετικά συστατικά τοῦ λογοτεχνικοῦ φαινομένου, τείνοντας νά τό παρουσιάσει σάν ἀντιπροσωπευτική ἔκφανση τοῦ εἴδους. Ποτέ ὡστόσο δέν φαίνεται πώς ἔχει ὑπάρξει  ποίημα πού να εἶναι ἀπόλυτα ρομαντικό ἤ ἀπόλυτα συμβολιστικό, κ.λπ. Γιατί πάντα ὥς ἕνα ποσοστό συμμετέχουν καί τά ὑπόλοιπα συνθετικά στοιχεῖα τοῦ εἴδους.

Ἐνῶ αὐτό συμβαίνει μέ τά κινήματα, μέ τίς θεωρίες τά πράγματα ἀλλάζουν. Γιατί σ᾿ αὐτές δέν ἔχουμε ἐνδολογοτεχνική καταγωγή, ἀλλά ἐξωλογοτεχνική, καθώς καμιά θεωρία δέν συνιστᾶ ὀργανική πραγμάτωση κάποιου λογοτεχνικοῦ κλώνου. Γεγονός πού, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, ἔχει θεμελιώδεις συνέπειες.

 

ιι

 

Οἱ θεωρίες τῆς λογοτεχνίες, εἴπαμε, πηγάζουν ἀπό τή σύγχρονη γλωσσολογία τοῦ Φ. Σωσσύρ, ἀπό τή φιλοσοφία, τίς κοινωνικές ἀντιλήψεις καί τόν φροϋδισμό. Μέ συνέπεια νά μήν ἔχουν ἐνδολογοτεχνική προέλευση, ὅπως τά λογοτεχνικά κινήματα. Στήν πραγματικότητα αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ θεωρίες αὐτές δέν εἶναι ὁμόλογες πρός τόν χῶρο τῆς λογοτεχνίας (οὔτε τῆς κριτικῆς). Γιατί; Γιατί δέν ἀφοροῦν τή λογοτεχνία ὡς λογοτεχνία ἤ, ἀλλιῶς, δέν εἶναι εἰδικές γιά τή λογοτεχνία ὡς ἰδιαίτερη μορφή ἔκφρασης.

Συγκεκριμένα:

α) Ἔχουν ἀπρόσωπο, ἀντικειμενικό, ἀφηρημένο καί λογικό χαρακτήρα, ἐνῶ τά λογοτεχνικά ἔργα ἔχουν προσωπικό, ὑποκειμενικό, πρακτικό καί ὄχι ἀκριβῶς λογικό χαρακτήρα. Οἱ θεωρίες ἀνήκουν στήν κατηγορία τῶν ἐπιστημῶν καί μποροῦν νά ἐφαρμόζονται ἀδιάκριτα καί ἐπαναληπτικά, ὡς γενικές συνταγές, πάνω σέ ἄπειρα ἀντικείμενα. Τά λογοτεχνικά ὅμως ἔργα εἶναι μοναδικά καί ἀνεπανάληπτα, τό καθένα ἀποτελεῖ μία ξεχωριστή πραγμάτωση. Στό ἐπίπεδο πού οἱ θεωρίες ἐφαρμόζονται πάνω στά λογοτεχνικά ἔργα, τό κάνουν χωρίς νά ἔχουν τή δυνατότητα νά θίξουν τή μοναδικότητα τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Σ᾿ αὐτό τό ἐπίπεδο μένουν ἐκτός τῆς λογοτεχνικῆς οὐσίας, πού εἶναι ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν κειμένων ὡς λογοτεχνικῶν.[42] Τό ἐπίπεδο πού προσεγγίζουν καί ἀναλύουν οἱ θεωρίες εἶναι κυρίως ἐκεῖνο τῆς δομῆς τῶν κειμένων. Ὅμως ἡ δομή αὐτή δέν εἶναι εἰδική γιά τά λογοτεχνικά κείμενα, γιατί ἰσχύει γενικά γιά ὅλα τά κείμενα, ἄρα καί γιά τά παραλογοτεχνικά καί γιά τά ἐξωλογοτεχνικά. Ἄς πάρουμε γιά παράδειγμα τήν ἀφηγηματολογική ἀνάλυση τῶν κειμένων. Ὁ τρόπος πού ἀναλύεται ἡ δομή π.χ. τῆς Φόνισσας (ἀφηγητής, ἑστίαση, ὁπτική γωνία, θεματικές καί χρονικές ἑνότητες ἤ ὄχι, κ.λπ.) μπορεῖ κάλλιστα νά ἐφαρμοστεῖ σ᾿ ἕνα κείμενο παραλογοτεχνίας, ἱστορίας, γεωγραφίας, δημοσιογραφικῶν ἄρθρων ἤ ἐνημερωτικῶν φυλλάδιων. Καί στά κείμενα αὐτά ἔχουμε ἀφηγητή, ἑστίαση, ὀπτική γωνία, θεματικές  ἤ χρονικές ἑνότητες, κ.λπ. Συνεπῶς ἡ ἀνάλυση αὐτή μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ ἀδιάκριτα πάνω στή δομή ὁποιουδήποτε κειμένου. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἀποκλειστική γιά τά λογοτεχνικά ἔργα. Μιά θεωρία τῆς λογοτεχνίας θά εἶχε κύρος λογοτεχνικό ἄν ἡ ἐφαρμογή της μποροῦσε νά ἰσχύει μόνο γιά λογοτεχνικά ἔργα. Ἄν εἶχε δηληδή αὐτή τήν ἰδιαιτερότητα. Ὁπότε θά εἴχαμε ἀνάλυση τῆς λογοτεχνίας ὡς λογοτεχνίας, ἀνάλυση δηλαδή σέ ὅ,τι τό ξεχωριστό συνιστᾶ τό φαινόμενο τῆς λογοτεχνίας. Ἄν οἱ θεωρίες τῆς λογοτεχνίας ἦταν εἰδικές γιά τήν ἀνάλυση λογοτεχνικῶν ἔργων, ἄν εἶχαν αὐτή τήν ἰδιαιτερότητα, τότε δέν θά μποροῦσαν νά ἐφαρμόζονται στά ἐξωλογοτεχνικά κείμενα, γιατί θά ἦταν κομμένες καί ραμμένες στά μέτρα τοῦ ἀντικείμενού τους. Θά εἶχαν δηλαδή μιά σχέση σάν τοῦ κλειδιοῦ μέ τήν κλειδωνιά. Τό γεγονός ὅτι οἱ θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας καί οἱ μαθητές τους ἐφαρμόζουν, ἀπό δική τους πρωτοβουλία, τίς θεωρίες τους πάνω σέ λογοτεχνικά κείμενα δέν σημαίνει ὅτι οἱ θεωρίες αὐτές ἀντιμετωπίζουν τή λογοτεχνία ὡς ὁρισμένη ἰδιαιτερότητα τοῦ λόγου. Κανένας ὀπαδός τῶν θεωριῶν δέν θά ᾿θελε νά ἐφαρμόσει ὁρισμένη θεωρία πάνω σέ ἔργα παραλογοτεχνίας, γιατί θά ἔδειχνε ἔτσι πόσο συμβατική καί αὐθαίρετη εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῶν θεωριῶν πάνω στά λογοτεχνικά ἔργα.

β) Οἱ θεωρίες τῆς λογοτεχνίας, σιωπηλά ἤ μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔχει ἐποχιακή τιμή, ἀποφεύγουν νά θίξουν τό θέμα τῆς λογοτεχνικῆς ἀξίας. Ἡ λογοτεχνική ἀξία, ὅπως λέγεται, δέν εἶναι σταθερή, ἐπειδή ἐξαρτιέται ἀπό τήν ἐποχή ἀπό τήν ὁποία σταθμίζεται κάθε φορά. Εἶναι ὄντως ἔτσι; Ἄς πάρουμε τό παράδειγμα τοῦ Ὅμηρου, τῆς Μαντάμ Μποβαρύ καί τοῦ Καβάφη.  Τά ὁμηρικά ἔπη δέν ἔπαψαν νά θεωροῦνται σπουδαῖα ἔργα, ἀκόμα κι ὅταν προβλήθηκε ἡ ποίηση τοῦ Βιργίλιου. Οὑσιαστικά, ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια μέχρι σήμερα τά ὁμηρικά ἔπη χαίρουν μεγάλης ἐκτίμησης. Γεγονός πού δέν εἶναι ἄσχετο ἀπό τήν ἀξία τους. Ἔρχομαι στό μυθιστόρημα τοῦ Φλωμπέρ Μαντάμ Μποβαρύ. Τό μυθιστόρημα αὐτό, στήν ἀρχή, δέν τό ὑποδέχτηκε εὐνοϊκά τό κοινό, ἐκτός ἀπό λίγους διορατικούς κριτικούς. Βαθμιαῖα ὡστόσο ἐπικράτησε ἡ γνώμη τῶν κριτικῶν, καί ἔκτοτε ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας του παραμένει σταθερή. Παρόμοια πορεία εἶχε ἡ ἀναγνώριση τοῦ καβαφικοῦ ἔργου, χωρίς νά ἀμφισβητηθεῖ ἔκτοτε ἡ ἀξία του. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀναγνώριση τοῦ καβαφικοῦ ἔργου ἔχει μικρή ἱστορική διαδρομή, θά θυμίσω μερικές περιπτώσεις ἀπό ὀνόματα παλιότερων ἐποχῶν. Πότε καί πόσο ἄλλαξε ἐποχιακά ἡ ἀξιολόγηση τοῦ Δάντε, τοῦ Σαίκσπηρ, τοῦ Θερβάντες, τοῦ Ρακίνα, τοῦ δικοῦ μας Σολωμοῦ; Ὅσο γνωρίζω δέν εἴχαμε τέτοιες διακυμάνσεις. Ἀπόψεις καί ἑρμηνεῖες διαφορετικές πάνω στά ἔργα τους μπορεῖ νά διατυπώθηκαν ἀπό διάφορες ὀπτικές γωνίες, μέ δεδομένη ὡστόσο πάντα τήν ἀξία τους. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ λογοτεχνική ἀξία, δεν θά μποροῦσε νά γίνει καμία ἀξιολογική διάκριση καί τότε ὅλα ὅσα γράφονται μέ πρόθεση λογοτεχνική θά μετροῦσαν τό ἴδιο. Στήν περίπτωση αὐτή δέν θά ξεχώριζαν τά ἀριστουργήματα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας ἀπό τήν πληθώρα τῶν γραφτῶν πού  σ᾿ ὅλες τίς ἐποχές κατακλύζουν τή βιβλιακή ἀγορά.

Ἀλλοῦ λοιπόν βρίσκεται ἡ δυσκολία καί ὄχι στό ὅτι ἡ λογοτεχνική ἀξία ἔχει ἐποχιακή τιμή. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς οἱ θεωρίες τῆς λογοτεχνίας, καί ὄχι μόνο, βρίσκονται σέ δυσχερή θέση ἀπέναντι στό θέμα αὐτό. Ὁ καθένας μπροστά στήν πραγμάτευση τῆς ἀξίας αἰσθάνεται λίγο πολύ ἀμήχανος. Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, ἐπειδή τό ἀντικείμενο «ἀξία» δέν ἔχει λογική ὑπόσταση, δέν ὑπάρχει δυνατότητα νά προσδιοριστεῖ μέ γνωστικούς ὅρους. Οἱ θεωρίες τῆς λογοτεχνίας, ἔχοντας συστηματική συγκρότηση, βρίσκονται σέ πλήρη ἀδυναμία νά πραγματευτοῦν τό ζήτημα τῆς ἀξίας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν ὑπάρχει κάτι ἀνορθόδοξο στήν ἀμήχανη στάση τους ἀπέναντι σ᾿ ἕνα ἀντικείμενο πού δέν ἐπιδέχεται ἐπιστημονική καί ἄρα γνωστική ἀνάλυση. Ἄν ὑπάρχει κάτι ἐλεγχόμενο στά λεγόμενα τῶν θεωρητικῶν, τοῦτο εἶναι ἡ ἀγνόηση ἤ ἡ πλάγια καί ἡ εὐθεία κάποτε ἀμφισβήτηση τῆς λογοτεχνικῆς ἀξίας καθαυτῆς. Θά μποροῦσε δηλαδή νά πεῖ κανείς, γιά λογαριασμό τους, πώς ἐφόσον ἡ ἀξία δέν εἶναι κάτι χειροπιαστό καί δέν ἀναλύεται ἀντικειμενικά, μᾶλλον δέν ὑπάρχει. Κάπως ἔτσι. Ὅμως πολλά, πάμπολλα, φαινόμενα τυχαίνει νά ὑπάρχουν χωρίς νά εἶναι χειροπιαστά καί χωρίς νά σηκώνουν γνωστική ἀνάλυση. Ἔχουμε πολλές συναφεῖς γνωματεύσεις, ἀπό καλλιτέχνες, δοκιμιογράφους καί κριτικούς, πάνω σ᾿ αὐτό τό ζήτημα. Πρόκειται γιά κοινό τόπο καί δέν θά ἐπιμείνω. Ἁπλῶς σάν δεῖγμα θά παραθέσω λίγα λόγια. Πρῶτα τοῦ Χ. Λ. Μπόρχες. «Κάνουμε», λέει ὁ Μπόρχες, «ἕνα συνηθισμένο λάθος, ὅταν θεωροῦμε πώς δέν γνωρίζουμε κάτι ἐπειδή δέν εἴμαστε ἱκανοί νά τό ὁρίσουμε. […] ὅπως δέν μποροῦμε νά ὁρίσουμε τή γεύση τοῦ καφέ, τό κόκκινο ἤ τό κίτρινο χρῶμα, ἤ τήν ἔννοια τοῦ θυμοῦ, τῆς ἀγάπης, τοῦ μίσους, τῆς ἀνατολῆς, τοῦ ἡλιοβασιλέματος, ἤ τῆς ἀγάπης πρός τήν πατρίδα μας».[43] Σέ ἄλλο σημεῖο μιλάει γιά τήν ἐμπειρία τῆς ἔκστασης στήν  τέχνη.[44] Κοντά σ᾿ αὐτά ἄς θυμηθοῦμε τή διαισθητική στιγμή τοῦ Μίσκιν, στόν Ἠλίθιο τοῦ Ντοστογιέφσκη, ὅταν δέν βλέπει μέ τά μάτια του, ἀλλά διαισθάνεται, σέ δυό περιστάσεις, ὅτι κάπου πάνω ἀπό τό πλῆθος τόν παρακολουθοῦν τά ἀνήσυχα μάτια τοῦ Ραγκόζιν.[45] Ἤ, στά δικά μας, τίς ἐκστατικές στιγμές πού μᾶς δίνει ὁ Α. Παπαδιαμάντης στά διηγήματα «Ἡ φαρμακολύτρα», «Τά δαιμόνια στό ρέμα» καί «Ἁμαρτίας φάντασμα». Διηγήματα γιά τά ὁποῖα ὁ Α. Κοτζιᾶς σημείωσε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ὅτι [ὁ συγγραφέας] «…κατορθώνει ν᾿ ἀφυπνίσει στόν ἀναγνώστη ἔντονη ἐκείνη τή μυστηριακή αἴσθηση τῆς ἐξόδου μας ἀπό τό χρόνο -τήν ἔχουν μαρτυρήσει μυστικοί πού ἐβίωσαν τό ἄφατο ἄγγελμά της. Πιστεύω πώς ὅλοι κάποτε στή ζωή μας ἔστω φευγαλέα τήν ἀκραγγίζουμε».[46]

Μέ λίγη παρατηρητικότητα ὁ καθένας ἔχει τήν εὐχέρεια νά διαπιστώσει ὅτι ἀπό τά πολλά πού μᾶς συμβαίνουν πολύ λίγα ἀναλύονται ἀντικειμενικά. Ἕνα ἀπό αὐτά πού δέν σηκώνουν τέτοια ἀνάλυση εἶναι καί ἡ λογοτεχνική, ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, κ.λπ. ἐμπειρία. Καί πῶς κρίνει τότε κανείς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι κρίνει  μέ γνώμονα τήν ἐνόρασή του ἤ, ἀλλιῶς, τήν ἐσωτερική ἀντίδρασή του,  ὅπως περίπου ὁ δοκιμαστής κρασιῶν ἤ ὁ ραβδοσκόπος.[47] Ὅμως ὁ δοκιμαστής καί ὁ ραβδοσκόπος δέν ἐπιχειρηματολογοῦν πάνω στήν ἀντίδρασή τους, ἁπλῶς τήν ἀνακοινώνουν. Ὅποιος ὡστόσο θέλει νά μιλήσει δημόσια γιά τή λογοτεχνική ἀξία ἑνός ἔργου δέν ἔχει τήν εὐχέρεια νά κάνει τό ἴδιο. Κι αὐτό εἶναι μιά δυσκολία γιά τήν κριτική. Ὁ κριτικός τῆς λογοτεχνίας δέν μπορεῖ νά γνωματεύσει μ᾿ ἕνα «μ᾿ ἀρέσει, δέν μ᾿ ἀρέσει», χρειάζεται νά δώσει ἐξηγήσεις ἀναφορικά μέ τή θετική ἤ ἀρνητική γνωμάτευσή του. Ἀλλά πῶς, μέ ποιόν τρόπο θά γίνει αὐτό; Σύμφωνα μέ ὅσα ξέρουμε ἀπό τήν ἱστορία, ἡ πράξη τοῦ κριτικοῦ ἔχει δύο σκέλη, -ἐκτός ἀπό τίς ὅποιες προκαταρκτικές πληροφορίες ἀπό ἱστορική, τεχνική, θεματική καί βιογραφική πλευρά, πού ἀποτελοῦν βοηθητικά στοιχεῖα. Τό ἕνα σκέλος εἶναι νά παρουσιάσει, ὅπως μπορεῖ νά τό κάνει, δεικτικά τό ἐνορατικό του ἀποτέλεσμα. Ἐννοῶ, ὅσο γίνεται δεικτικά, μέ κατανοητή γλώσσα. Τό ἄλλο εἶναι νά παραθέσει τεκμηριωτικά ἀποσπάσματα ἀπό τό κρινόμενο ἔργο. Ἀποσπάσματα πού θά πρέπει νά ἐπιβεβαιώνουν στόν ἀνώτατο βαθμό τά λεγόμενα τοῦ πρώτου σκέλους. Ἔτσι  μίλησε ὁ Πολυλᾶς γιά τόν Σολωμό, ὁ Ροΐδης στό «Περί συγχρόνου Ἑλληνικῆς ποιήσεως», ὁ Παλαμᾶς γιά τόν Κάλβο, ὁ Ξενόπουλος γιά τόν Καβάφη, ὁ Ἄγρας γιά τόν Καρυωτάκη, ὁ Σεφέρης γιά τόν Ἐρωτόκριτο, κ.λπ.  Ὁ κριτικός δέν ἔχει κάποια πάγια μέθοδο[48] ἡ ὁποία νά τοῦ ἐξασφαλίζει τήν εὐθυκρισία του. Βασίζεται ἁπλῶς στόν ἑαυτό του καί πάντα στοιχηματίζει μέ τόν χρόνο γιά ὅ,τι κρίνει ὡς ἀξιόλογο.

γ) Μέχρι σήμερα, ὅσο γνωρίζω, κανένα λογοτεχνικό ἔργο, ἰδίως πρωτοεκδομένο, δέν ἔχει ἀξιολογηθεῖ ἀπό τίς θεωρίες τῆς λογοτεχνίας. Τέτοιο περιστατικό δέν γνωρίζω νά ἔχει ὑπάρξει. Ὅλες οἱ ἐφαρμογές τους ἔχουν γίνει πάνω σέ ἔργα πού ἔχουν ἤδη ἀξιολογηθεῖ. Χωρίς ἐννοεῖται νά ἀλλάζει ἔκτοτε, μετά τήν ἐφαρμογή τῶν θεωριῶν, ἡ κεκτημένη ἀξιολόγηση τῶν ἔργων αὐτῶν.[49] Γιατί, θά ρωτοῦσε τότε κανείς, ἐκπονοῦνται καί γίνεται τόσος λόγος γιά τίς θεωρίες; Ἴσως γιατί, ἀπό τό ἕνα μέρος, ὑπάρχει πάντα τό καθόλα θεμιτό ἐρευνητικό ἐνδιαφέρον ἤ ἀκόμα ἡ πρόθεση νά εἰπωθεῖ κάτι πέρα ἀπό τά γνωστά. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι ὅτι οἱ θεωρίες ἀσκοῦνται στό περιθώριο τῆς   λογοτεχνίας ὡς λογοτεχνίας. Κάτι πού γίνεται αἰσθητό ἀπό τίς σχετικές μελέτες πού καταγίνονται μέ τήν ψυχολογική, τήν ἰδεολογική, τή θεματική καί βέβαια τήν δομική πτυχή τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Μελέτες συνεπῶς πού ἔχουν ἐξωαισθητική ἀφετηρία. Στό μεταξύ ἄς θυμηθοῦμε πώς τή διαφοροποίησή τους ἀπό τήν  ἔντονη θεωρητικολογία τῶν ἡμερῶν μας τήν ἔχουν ἐκδηλώσει ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στήν πανεπιστημιακή κοινότητα, ὅπως ὁ Χ. Μπλούμ,[50] ὁ G. Steiner[51], ὁ Τ. Τοντόροφ.[52] Ἄς θυμηθοῦμε ἐπίσης ὅτι νωρίτερα ὁ Ρ. Γουέλεκ εἶχε κάνει σαφή διάκριση ἀνάμεσα στίς θεωρίες καί στήν κριτική.[53]

δ) Οἱ θεωρίες ἔρχονται καί παρέρχονται. Παρουσιάζονται, γίνονται τῆς μόδας καί τό πολύ μέσα σέ μιά πεντηκονταετία θεωροῦνται ξεπερασμένες. Αὐτή ἡ μέσα σέ σύντομο χρονικό διάστημα ἀκμή καί παρακμή τῶν θεωριῶν, ἄν σχετιστεῖ μέ τή μακροζωΐα τῆς λογοτεχνίας, θά περίμενε κανείς νά προβληματίσει τούς θεωρητικούς. Νά τούς προβληματίσει πάνω στήν αἰτία πού συμβαίνει ἔτσι. Ἰδίως στό ἄν οἱ θεωρίες εἶναι ὁμόλογες πρός τό ἀντικείμενό τους, τή λογοτεχνία. Ἄν ἦταν ὁμόλογες γιά ποιό λόγο νά θεωροῦνται παρωχημένες μέσα σέ σύντομα χρονικά διαστήματα. Ἐδωπέρα κάτι δέν πάει καλά. Κι ἴσως δέν εἶναι ἄσχετο τό γεγονός ὅτι οἱ θεωρίες, θέλοντας νά ἔχουν ἐπιστημονικό χαρακτήρα, υἱοθετοῦν, ὡς ὄργανο ἔρευνας, τόν ἀντικειμενικά ἀποδεικτικό λόγο. Ἡ λογοτεχνία ὅμως, οὔτε ἀποδείχνει οὔτε ἀποδείχνεται. Ὅπως ὅλες οἱ τέχνες δέν βασίζεται τόσο στήν ἔλλογη ὑφή, ὅσο στήν ἄλογη, εἶναι δημιούργημα ὑποκειμενικό, τό ὁποῖο ἀπευθύνεται στήν ἐμπειρική, στή βιωματική καλύτερα, σφαίρα τῶν ἀναγνωστῶν. Αὐτή ἡ διαφορά μᾶς λέει πώς ἡ ἐφαρμογή τῶν θεωριῶν πάνω στά λογοτεχνικά ἔργα ἐξαντλεῖται στό ἐπίπεδο πού ἀφορᾶ συστατικά πού ἐπιδέχονται ἀποδεικτική ἀνάλυση. Τέτοια ὅμως εἶναι τά συμβατικά στοιχεῖα (θέμα, δομή, πραγματολογικό ὑλικό, κ.λπ.) τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων.

Θά ἔλεγε ὅμως κανείς πώς καί τά λογοτεχνικά κινήματα ἔρχονται καί παρέρχονται. Πράγματι, ἀλλά μέ μιά διαφορά. Ὅτι πηγάζουν ἀπό τή λογοτεχνία, ὅτι εἶναι ὁμόλογα πρός αὐτή καί ὅτι οὐδέποτε μπαίνουν στό περiθώριο, μιά καί ἐνυπάρχουν σέ κάθε λογοτεχνικό ἔργο ὡς ἐπιμέρους συνθετικά στοιχεῖα, ἀλλά καί ὡς δυνητικές πραγματώσεις μέ τή μορφή τοῦ ἄλλοτε ἐκδηλωμένου κινήματος. Δέν εἶναι σπάνιο νά βλέπει κανείς ρoμαντικά ἤ συμβολιστικά, κ.λπ., ποιήματα ἕναν αἰώνα μετά ἀπό τήν ἐμφάνιση τῶν ὁμώνυμων κινημάτων. Ἄς σκεφτοῦμε π.χ. τή σχέση τοῦ Ο. Ἐλύτη με τόν ρομαντισμό ἤ τοῦ Μ. Ἀναγνωστάκη μέ τόν συμβολισμό.

 

ιιι

 

Τελικά, θά ρωτοῦσε κανείς, ἔστω κι ἄν οἱ θεωρίες δέν ἀγγίζουν τήν αἰσθητική πλευρά τῆς λογοτεχνίας, εἶναι γι᾿ αὐτό τόν λόγο καταδικαστέες; Φυσικά ὄχι. Ἀρκεῖ νά μή ξεχνοῦμε ταυτόχρονα πώς ὑπάρχει, ὅπως πάντα σέ τέτοιες περιπτώσεις, ἕνα ζήτημα ὁρίων. Ποιά εἶναι ἡ περιοχή  πού καλύπτουν, ποιά τά ἐργαλεῖα τους, ποιές οἱ δυνατότητές τους, ποιά ἡ αὐτογνωσία τους. Ἀναφορικά μέ τό τελευταῖο, πρέπει νά πῶ ὅτι δέν εἶδα ποτέ νά ἔχει γίνει ζήτημα ὁρίων ἀπό τήν πλευρά τῶν θεωρητικῶν. Ἀντίθετα ἀρέσκονται νά ἐφαρμόζουν τίς ἑκάστοτε θεωρητικές τους ἐκδοχές μέ τρόπο ἀξιωματικό. Χωρίς ἐπιφυλάξεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, σάν θεωρητική πανάκεια. Οὔτε εἶδα ποτέ νά μπαίνει ζήτημα εἰδικῆς σχέσης μέ τό φαινόμενο τῆς λογοτεχνίας. Ἄν δηλαδή ὑπάρχει κάτι στή λογοτεχνία πού παραμένει ἀπλησίαστο ἀπό τίς θεωρίες καί ἄν αὐτό τό κάτι δέν εἶναι παρωνυχίδα, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ψυχή τῆς λογοτεχνίας. Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἔλεγα πώς οἱ θεωρητικοί δέν φαίνεται νά προβληματίζονται πάνω στή δυνατότητα τῆς γλώσσας τους νά ἀναλύουν τα λογοτεχνικά κείμενα ὡς λογοτεχνικά. Τό ὅτι μιλοῦν ἐξακολουθητικά γιά λογοτεχνικά ἔργα πού κέρδισαν τό στοίχημα τοῦ χρόνου, δέν σημαίνει πώς ἔχουν εἰδική σχέση μέ τά κείμενα αὐτά. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μιά ἐνέργεια, πού ἀπό τό ἕνα μέρος ἀποτελεῖ ἄσκηση ἐλευθερίας (ὁ καθένας ἔχει τό ἐλεύθερο νά μελετάει τή λογοτεχνία), ἐνῶ ἀπό τ᾿ ἄλλο δέν ἀποκτάει γι᾿ αὐτό κάποια οὐσιαστική δικαιοδοσία πάνω στήν ἰδιαιτερότητα τῆς λογοτεχνικῆς πράξης. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς χρειάζονται ἐξηγήσεις. Γιά ποιό λόγο ἐφαρμόζονται οἱ θεωρίες σ᾿ αὐτά τά ἔργα καί ὄχι σέ πολλά ἄλλα πού ἔχουν τά ἴδια ἀκριβῶς συνθετικά γνωρίσματα, ἀλλά δέν εἶναι λογοτεχνικά, ὅπως π.χ. ἱστορικά, γεωγραφικά ἤ δημοσιογραφικά ἀναγνώσματα; Αὐτή ἡ διαπίστωση δέν θά ᾿πρεπε νά θέτει αὐτόματα ἕνα θέμα ὁρίων; Δέν θά ᾿πρεπε νά ἐκδηλωθεῖ ἐδῶ τό αὐτογνωστικό πνεῦμα τῶν θεωρητικῶν; Τά ὅρια βέβαια δέν καταργοῦν τίς θεωρίες, ἁπλῶς ξεκαθαρίζουν τά πράγματα ὥστε νά μήν κινούμαστε σέ θολά νερά. Θεωρίες, ἀναφορικά μέ τήν τέχνη, δέν θά πάψουν νά ἐκπονοῦνται γιατί δέν θά πάψει ποτέ νά ὑπάρχει ἡ ἕλξη τῆς ἔρευνας. Ὅμως, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἄς ἔχουμε κατά νοῦ καί τήν ἱστορία. Οἱ θεωρίες ἔχασαν τό παιγνίδι ἀπό τήν ὥρα πού δέν λογάριασαν τό παράδειγμα τοῦ Ἀριστοτέλη, τοῦ Λογγίνου, τοῦ Ὁράτιου καί ὅλων τῶν νεότερων μελετητῶν πού εἶχαν σχέση αἵματος μέ τή λογοτεχνία. Ὅπως λ.χ. τοῦ Γ.Β. Γκαῖτε, τοῦ Κ.Π. Μποντλαίρ, τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκη, τοῦ Ρ.Μ. Ρίλκε, τοῦ Ε.Λ. Πάουντ, τοῦ Τ.Σ. Ἔλιοτ, τοῦ Χ.Λ. Μπόρχες, καί τῶν ἀντίστοιχων δικῶν μας (Ροΐδη, Παλαμᾶ, Χατζόπουλου, Ἄγρα, Σεφέρη, Ἐλύτη, Ἀναγνωστάκη). Αὐτοί οὐδέποτε παραγνώρισαν τήν ἰδιαιτερότητα τῆς λογοτεχνικῆς πράξης, ἰδίως ἀπό τήν πλευρά τῆς ποίησης.

 

 

Γ΄

 

Ἔχω ἀκούσει πολλές φορές τήν ἐρώτηση: «διδάσκεται ἡ λογοτεχνία»; Ἡ ἐρώτηση δέν σχετίζεται μέ τίς θεωρίες τῆς λογοτεχνίας, τό νόημά της εἶναι ἄν διδάσκεται ἡ λογοτεχνία καθαυτή, ἡ λογοτεχνία ὡς λογοτεχνία. Θά μπορούσαμε ὡστόσο νά ἀναρωτηθοῦμε πῶς θά διδάξουμε τή λογοτεχνία σήμερα, ἄν βγάλουμε ἀπό τόν λογαριασμό τίς θεωρίες. Μιά πρώτη γενική ἀπάντηση εἶναι ὅτι θά τή διδάξουμε ὅπως διδασκόταν καί πρίν νά ἐμφανιστοῦν οἱ θεωρίες τοῦ 20ου αἰώνα. Ὅπως διδασκόταν δηλαδή στήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, στήν Ἀρχαία Ρώμη, στήν Ἀναγέννηση, στόν 18ο καί 19ο αἰώνα, κ.λπ.  Θά πρέπει ὅμως νά παίρνει κανείς τήν εὐθύνη τῶν λόγων του. Ἐπειδή εἶπα ὅσα προηγήθηκαν, ἐπειδή ἡ ἐρώτηση ἄν διδάσκεται ἡ λογοτεχνία μοῦ ἔχει γίνει ἐπανειλημμένα ἀπό καθηγητές τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης κι ἐπειδή μέ ἔχει ἀπασχολήσει πολλά χρόνια, θά ἔλεγα πώς δέν ἔχω πειστική ἀπάντηση νά δώσω. Τό μόνο πού μπορῶ νά πῶ εἶναι πῶς θά δίδασκα ἐγώ τή λογοτεχνία, κάτι πού κάποτε μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά κάνω σέ κάπως περιορισμένο χρόνο καί κοινό. Λοιπόν, ἄν εἶχα νά μιλήσω πάνω σ᾿ ἕνα λογοτεχνικό κείμενο, στό ποίημα, ἄς ποῦμε, τοῦ Πορφύρα «Τό στερνό παραμύθι» ἤ τό «Πιέ στοῦ γιαλοῦ τή σκοτεινή ταβέρνα…» ἤ τό «Lacrimae rerum», θά ἔκανα ἕνα μάθημα-εἰσαγωγή πάνω στό θέμα τῆς αἰσθητικῆς ἀνάγνωσης. Τέτοιο πού μέ συντομία παρουσιάζω παρακάτω.

 

α) Ἀρχικά θά ἔλεγα δυό λόγια πάνω στή βιογραφία τοῦ ποιητῆ καί δυό λόγια γιά  τήν ἐποχή του ἀπό κοινωνική καί πολιτισμική πλευρά. Περισσότερα λόγια γιά τή θέση τοῦ ἔργου του μέσα στήν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς ποίησης -τί ἔχει προηγηθεῖ καί σέ ποιό κίνημα ἀνήκει. Θά μιλοῦσα συνοπτικά γιά τόν συμβολισμό καί θά ἐντόπιζα τά τρία κύρια γνωρίσματά του (χαλάρωση τῆς θεματικῆς ἑνότητας, μουσικότητα τοῦ λόγου, ὑποβολή) μέσα στό ποίημα. Τέλος θά σημείωνα πώς μέ τόν Πορφύρα ἔχουμε τήν ὡριμότερη ἐκδοχή τοῦ συμβολισμοῦ στήν ποίησή μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἐκβιάζονται τά εἰδικά χαρακτηριστικά του ἀπό τόν ποιητή. Ἔτσι πού τό ποίημα νά ρέει φυσικά, σάν νά ᾿ναι ὀργανική πνοή τοῦ ποιητῆ καί νά μή φανερώνει σημάδια πρόθεσης.

β) Θά παρουσίαζα συνοπτικά τά τεχνικά γνωρίσματα τοῦ κειμένου. (Γιά τό «Στερνό παραμύθι», π.χ. θά ἔλεγα ὅτι ἔχουμε γλώσσα δημοτική -ὄχι δημοτικιστική- μέ ἀστική ἀπόκλιση καί ἔμμετρο ἑνδεκασύλλαβο στίχο. Ὅτι ὁλόκληρο ἀπαρτίζεται ἀπό τέσσερεις στροφές, δύο τετράστιχες καί δύο τρίστιχες, συνολικά ἀπό δεκατέσσερεις στίχους. Ὅτι στίς δύο πρῶτες τετράστιχες στροφές βλέπουμε νά ὁμοιοκαταληκτεῖ ὁ πρῶτος μέ τόν τέταρτο στίχο καί ὁ δεύτερος μέ τόν τρίτο -ὁμοιοκαταληξία σταυρωτή. Στήν πρώτη τρίστιχη στροφή ὁμοιοκαταληκτεῖ ὁ πρῶτος μέ τόν δεύτερο στίχο -ζευγαρωτή. Ὁ τρίτος ὁμοιοκαταληκτεῖ  μέ τόν δεύτερο τῆς τελευταίας στροφῆς καί ὁ πρῶτος αὐτῆς μέ τόν τρίτο της -πλεχτή. (Ὅλο αὐτό μ᾿  ἕνα  παραστατικό σχῆμα στόν πίνακα.) Ὁ τονισμός στίς ὁμοιοκαταληξίες εἶναι, ἐκτός ἀπό μία περίπτωση, παροξύτονος. Τέλος ὅτι ὡς τεχνική  σύνθεση τό ποίημα ἀνταποκρίνεται στόν τύπο τοῦ σονέτου. Στό μέρος αὐτό, ἀνάλογα μέ τό κάθε κείμενο, θά ἔδινα τά ἀπαραίτητα τεχνικά στοιχεῖα, χαρακτηρίζοντάς τα ὡς γνωστικά συστατικά καί όχι ὡς αἰσθητικούς συντελεστές.

γ1) Θά τόνιζα ἐπίμονα πώς ἡ σχέση μας μέ τήν τέχνη εἶναι προσωπική ὑπόθεση καί πώς δέν ὑπάρχει τρόπος νά τήν ὑποκαταστήσει κάποιος ἄλλος. Εἴτε αὐτός ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ καλλιτέχνης, εἴτε ὁρισμένος κριτικός, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἄλλος «εἰδήμων». Ὁ κάθε ἄνθρωπος μπροστά σ᾿ ἕνα ἔργο τέχνης, ἀνάλογα μέ τήν κράση του, τίς ἐμπειρίες του καί τήν παιδεία του, παρουσιάζει ὁρισμένη ἀντίδραση. Κι αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀντίδραση εἶναι ἡ δική του, προσωπική, ἀνταπόκριση στό ἔργο. Μιά ἀνταπόκριση πρός τήν ὁποία θά πρέπει νά στρέφεται ἡ προσοχή του, ἐκτοπίζοντας κάθε ἄλλο περισπασμό. Ἔχοντας μάλιστα ὑπόψη, ὅτι ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐκδοχή γιά τό ἴδιο ἔργο, ὁσοδήποτε ἔγκυρη καί ἄν φαντάζει, σέ καμιά περίπτωση δέν εἶναι δεσμευτική. Συνεπῶς οὔτε ἡ δική μου ἐκτίμηση γιά «Τό στερνό παραμύθι» λ.χ. θά εἶναι δεσμευτική γιά τούς μαθητευόμενούς μου. Μάλιστα δέν πρέπει κάν νά εἰπωθεῖ. Γιατί ἄν εἰπωθεῖ, ἐπειδή μᾶλλον τά παιδιά θά τήν πάρουν ὑπόψη τους, λίγο πολύ θά τά ἀποπροσανατολίσει ἀπό τόν στόχο τοῦ μαθήματος, πού εἶναι ἡ προσήλωσή τους στή δική τους ἐκδοχή γιά τό ποίημα.

γ2) Θά ἔλεγα πώς ὑπάρχουν ἄπειροι τρόποι ἀνάγνωσης, ἀλλά γιά τόν καθένα μας προέχει ἡ ἀνάγνωση κατά τήν προσωπική μας αἴσθηση. Γιά νά γίνει νοητή ἡ διάκρισή της, θά πρότεινα νά διαβάσουμε πειραματικά τά παραπάνω τρία ποιήματα τοῦ Πορφύρα μέ τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους. Μέ ἠχηρό ἤ πομπώδη τρόπο, μέ συναισθηματικό ἤ δακρύβρεχτο, μέ ἤπιο ἤ κουβεντιαστό, μέ οὐδέτερο ἤ ἄχρωμο. Οἱ τρόποι αὐτοί, ἄν λογαριάσουμε τίς ἐνδιάμεσες διαβαθμίσεις τους, καλύπτουν σχεδόν ὅλο τό φάσμα τῶν δυνατῶν ἀναγνώσεων, χωρίς ὡστόσο νά καλύπτουν τήν ἀνάγνωση κατά τήν προσωπική μας αἴσθηση, ὅπου μετέχει ὁ ἰδιοσυγκρασιακός παράγοντας. Θά πρότεινα λοιπόν νά διαβάσουν οἱ μαθητευόμενοι μέ τή σειρά, τά τρία ποιήματα τοῦ Πορφύρα, πρῶτα ὅλοι μέ πομπώδη τρόπο, ἔπειτα μέ συναισθηματικό, ἔπειτα μέ κουβεντιαστό καί τελικά μέ ἄχρωμο (ὅλως δηλαδή μηχανικά). Στό τέλος θά ἔλεγα νά προσπαθήσουν νά διαβάσουν, σέ μιά πρώτη δοκιμή, τά τρία ποιήματα τοῦ Πορφύρα κατά τήν προσωπική του αἴσθηση ὁ καθένας. Στό σημεῖο αὐτό, ἄν οἱ μαθητευόμενοι δέν ἔχουν φτάσει στήν πραγμάτωση τῆς προσωπικῆς ἀνάγνωσης, θά ἔχουν τουλάχιστο ὑποψιαστεῖ θεωρητικά τή διαφορά της. Ὅσον ἀφορᾶ τήν πρακτική της ἐφαρμογή, αὐτή θά ἔμενε γιά τήν ὥρα σέ στάδιο ἐλεύθερης ἄσκησης, γιατί ἄν καί θεωρητικά φαντάζει εὔκολη, στήν πράξη  παρουσιάζει δυσκολίες. Στήν πραγματικότητα ἡ ἀνίχνευση καί ἡ ἔκφραση τῆς προσωπικῆς ἀνάγνωσης εἶναι ἀρκετά δύσκολη, ὅταν μάλιστα πρόκειται γιά ἀρχάριους. Μολαταῦτα ἡ θεωρητική διάκριση τῆς ἀνάγνωσης αὐτῆς θά ἔχει, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, σκοπό νά ἀπομακρύνει τούς μαθητευόμενους ἀπό τα λανθάνοντα ἀναγνωστικά πρότυπα πού ἔχουν περάσει μέσα τους ἀπό ἀκούσματα ποιημάτων σέ ἰδιωτικές ἤ δημόσιες ἐκδηλώσεις, στό ραδιόφωνο καί στήν τηλεόραση. Καί παραπέρα νά τούς βάλει στόν δρόμο πρός ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς τους ἀνάγνωσης στήν πρακτική της ἐκδοχή. Πράγμα πού οὐσιαστικά σημαίνει πώς θά τούς ἔβαζε γενικότερα στόν δρόμο πρός ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς τους σχέσης μέ τή λογοτεχνία.

γ3) Ἡ προσωπική ἀνάγνωση, ὁσοδήποτε ξεχωριστή, τείνει νά συντονιστεῖ  μέ τήν ἐσωτερική φωνή τῶν κειμένων. Αὐτή τή φωνή πού «πιάνουμε», ἰδίως, ὅταν διαβάζουμε ἀπό μέσα μας καί στήσουμε ἀφτί στό πῶς μᾶς μιλάει ἕνα κείμενο. Ἐδῶ, ἀντί γιά ἄλλες διευκρινίσεις, ἀναφορικά μέ τήν ἐσωτερική φωνή τῶν κειμένων, θά διάβαζα τό ἑπόμενο ἀπόσπασμα ἀπό μιά παλιά κριτική μου. «Ἄν διαβάσει κανείς ἀπό μέσα του, ἔστω καί λίγες σειρές ἀπό κάποιο λογοτεχνικό πεζό τοῦ Ἰωάννου, θά διακρίνει, εὔκολα ὑποθέτω, τόν τόνο καί τό χρῶμα μιᾶς ὑποβλητικῆς φωνῆς πού θυμίζει κάπως τήν ἀνθρώπινη φωνή τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας. Κι ὅμως, ἄν καλοπροσέξουμε, θά δοῦμε πώς δέν πρόκειται γιά τόν τόνο καί τό χρῶμα τῆς δικῆς μας φωνῆς, ὅπως θά τήν ἀκούγαμε ἄν διαβάζαμε φωναχτά τό κείμενο. Οὔτε πάλι γιά τά ἀντίστοιχα χαρακτηριστικά τῆς φυσιολογικῆς, δηλαδή τῆς σωματικῆς φωνῆς τοῦ συγγραφέα, ὅπως τήν ἄκουσαν, ὅσοι τήν ἄκουσαν, στόν προφορικό του λόγο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά κάτι ἄλλο, γι᾿ αὐτό πού θά ᾿λεγα φωνή τοῦ κειμένου. Ὅσο μπορῶ νά κρίνω ἡ φωνή τοῦ κειμένου ἀποτελεῖ κατά κάποιον τρόπο τήν ἀντήχηση τῆς προσωπικότητας ἑνός συγγραφέα μέσα στά γραφτά του.» [54]  Βοηθητικά γιά τήν προσέγγιση τῆς ἐσωτερικῆς φωνῆς θά πρότεινα νά γίνει διαστολή ἀπό αἰσθητά διαφορετικές κειμενικές φωνές. Π.χ.: ἔχει «Τό στερνό τό παραμύθι» τή βαριά ἐπίσημη φωνή πού ἔχουν τά ποιήματα τοῦ Α. Κάλβου;[55] Ἔχει τόν ὑμνητικό τόνο  τῆς φωνῆς πού ἔχουν τά ποιήματα τοῦ Κ. Παλαμᾶ; Ἔχει τήν ὀξύτητα πού ἔχει ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. Ἔχει τήν ἁδρότητα πού ἔχει ἡ ποίηση τοῦ Παπατσώνη;…

γ4) Μέ βάση τήν ἔνταση τῆς ἐσωτερικῆς φωνῆς τῶν κειμένων ἔχουμε τό περιθώριο νά διακρίνουμε δύο ἀκραῖες μορφές τοῦ λόγου. Τήν ἀπό τόν ἄμβωνα ἤ τόν ἐξώστη, ρητορική, ἐξωστρεφή, καί τήν εἰς ἑαυτόν, ἀρρητόρευτη,  ἐσωστρεφή μορφή. Ἡ ἐξωστρεφής ὑποβάλλει τήν αἴσθηση ὅτι ἀπευθύνεται σ᾿ ἕνα πολυάνθρωπο ἀκροατήριο, ἐνῶ ἡ ἐσωστρεφής δέν ὑποβάλλει τήν ὕπαρξη ἀκροατήριου, μᾶλλον μοιάζει νά ἀπευθύνεται μόλις ἀκουστά σέ κάποιο διπλανό  πρόσωπο. Ὅ,τι χαρακτηρίζει βέβαια τόν λόγο τοῦ ἐξώστη εἶναι ἡ μεγάλη ἔνταση τῆς φωνῆς, τόν ἐσωστρεφή, ἀντίθετα, ἡ μικρή, ἡ σχεδόν ψιθυριστή ἐκφορά του.  Στό σημεῖο αὐτό θά μοίραζα στούς μαθητευόμενους νά διαβάσουν μερικά φωτοτυπημένα ποιήματα (λ.χ. Τό ποίημα τοῦ Κ. Καβάφη «Μακρυά», τίς τρεῖς πρῶτες στροφές ἀπό τό «Αττικό» τοῦ Α. Σικελιανοῦ, τό «Χινόπωρο» τοῦ Μ. Μαλακάση, τίς τρεῖς πρῶτες στροφές ἀπό  τόν «Τρελό» τοῦ Κ. Βάρναλη) καί θά τούς ἔλεγα, ἀφοῦ τά διαβάσουν, νά ποῦν ποιά θεωροῦν πώς ἀντιπροσωπεύουν λόγο ἐξώστη καί ποιά λόγο εἰς ἑαυτόν.

γ5) Ἄν καί δέν λέγεται συχνά, ἔχει ὅμως ἐπισημανθεῖ ἀπό κριτικούς πολλές φορές, εὐθέως καί συχνότερα πλαγίως, ὅτι ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων γίνεται σέ δυό ἐπίπεδα. Στό ἐπίπεδο τοῦ ρητοῦ καί στό ἐπίπεδο τοῦ ὑπόρρητου.  Τοῦτο ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τά κείμενα σημαίνουν ἄμεσα, ἀλλά καί ὑποσημαίνουν ἔμμεσα, δηλώνουν στό ρητό ἐπίπεδο ἄμεσα, καί ὑποδηλώνουν ἔμμεσα ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές, («ὑπό τάς σκωρίας τῆς ἐκτελέσεως, ὡς ἐν τοῖς παλιμψήστοις χειρογράφοις»,[56] «ἀποπίσω ἀπ᾿ τίς γραμμές»,[57] «κάτω ἀπό τίς γραμμές»[58]). Στή λογοτεχνία εἶναι ἀπαραίτητο νά διαβάζουμε τά κείμενα μέ αὐτόν τόν διπλό τρόπο. Ὅμως ἐνῶ προσανατολιζόμαστε εὔκολα πρός τή ρητή ὑφή τους, χρειαζόμαστε ἀρκετή ἄσκηση γιά νά προσανατολιζόμαστε πρός τήν ὑποκείμενη ὑφή τους. Γιατί ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο νά διαβάζουμε τά κείμενα ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές; Εἶναι γιατί ἡ ἀνάγνωση στό ρητό ἐπίπεδο μᾶς ὁδηγεῖ κυρίως στό συνειδητό στρῶμα τῆς γραφῆς τους, ἐνῶ ἡ ἀνάγνωση στό ὑποδηλωτικό ἤ ὑπόρρητο ἐπίπεδο μᾶς ὁδηγεῖ κυρίως στό ἀσυνείδητο στρῶμα τῆς γραφῆς τους. Ὅμως αὐτό τό ἀσυνείδητο μέρος τῆς γραφῆς, λόγω καταγωγῆς, δέν ὑπακούει στή βούληση τοῦ συγγραφέα. Μάλιστα εἶναι ἀποκαλυπτικό, μέ τήν ἔννοια ὅτι μᾶς φανερώνει τήν «ἀνεπίγνωστη» στάση τοῦ συγγραφέα, τήν «ἀφιλόκερδη» δηλαδή ἤ ὄχι γραφή του. Ἔτσι ἡ ἀνάγνωση ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά κρίνουμε τή γνησιότητα τῆς γραφῆς, τήν προσποιητή ἤ όχι ὑφή της. Ἄν δηλαδή εἶναι ἀποτέλεσμα προσποίησης, πόζας ἤ εἶναι εἰλικρινής ἔκφραση βιωματικῶν δεδομένων. Ἄν εἶναι, ἔστω σέ κάποιο βαθμό, θέατρο, λογική κατασκευή καί ὄχι ἀπροσχημάτιστο ψυχικό γεγονός. Ἄν εἶναι ἀπόλυτα πειστικά τά γραφόμενα, σχετικά, ἤ καθόλου πειστικά. Ἐδῶ, ὡς πρακτική ἄσκηση, θά ἔδινα ὁρισμένα ποιήματα, στά ὁποῖα θά ζητοῦσα νά σταθμίσουν οἱ μαθητευόμενοι τόν βαθμό τῆς εἰλικρίνειάς τους, καθώς καί τόν βαθμό τοῦ προσποιητοῦ αἰσθήματός τους.

γ6) Στόν τομέα τῆς ποίησης -στήν πεζογραφία δέν ἔχουμε κάτι ἀντίστοιχο- παρατηροῦμε ὅτι κάποτε ὁρισμένες λέξεις, ἀλλά καί φράσεις, ἀποκτοῦν, μέσα στή σύμφρασή τους μέ τίς γειτονικές καί κάτω ἀπό τό βάρος ὁλόκληρου τοῦ κειμένου, ἐξαιρετική σημασιακή εἰδίκευση. Εἶναι, ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ Σεφέρης, «ἐκεῖ πού ἡ αἴσθηση καί ὁ νοῦς συναντιοῦνται ἐπάνω σέ μιά λέξη καί, ὅπως θά λέγαμε, τή φορτίζουν».[59] Ἡ φόρτιση τῶν λέξεων καί τῶν φράσεων δέν εἶναι καθημερινό φαινόμενο. Στόν ποιητικό λόγο, σύμφωνα μέ τούς Ρώσους φορμαλιστές, ἡ γλώσσα παρουσιάζει ἀπόκλιση ἀπό τόν κοινό, χρηστικό, λόγο. Στή φόρτιση λέξεων ἤ φράσεων ἔχουμε τέτοια ἀπόκλιση, ὅμως ἀπόκλιση ἔχουμε γενικά στόν ποιητικό λόγο, ἀλλά ὄχι πάντα φόρτιση. Ἡ φόρτιση πραγματώνεται κάποτε, ὄχι συχνά, στό πλαίσιο τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης. Συνεπῶς δέν ταυτίζεται μέ τήν ἔννοια τῆς ἀπόκλισης τήν ὁποία πάντα ὑπερβαίνει. Χαρακτηριστικό τῆς φόρτισης εἶναι ὅτι κάποτε ξεπερνάει τά ὅρια τοῦ ποιήματος καί ἀποκτάει ἀποφθεγματική ἀνεξαρτησία.  Ἡ λέξη λ.χ. Ἰθάκη ἔχει φορτιστεῖ μέσα στό ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Καβάφη. Ἔκτοτε ὅμως ἔχει γίνει μιά λέξη ἰδιαίτερης σημασίας, ἕνα σύμβολο θά λέγαμε τῆς καβαφικῆς «Ἰθάκης». Ἡ φράση ἀπό τό καβαφικό ποίημα «Περιμένοντας τούς βαρβάρους», «οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἦταν μιά κάποια λύση», ἔχει φορτιστεῖ τόσο πού χρησιμοποιεῖται εὐρύτερα σάν ἀπόφθεγμα. Τό ἴδιο συμβαίνει μέ πολλές φράσεις ἄλλων ποιητῶν. Τίς φράσεις τοῦ Σολωμοῦ «Τό χάσμα π᾿ ἄνοιξ᾿ ὁ σεισμός κι᾿ εὐθύς ἐγιόμις᾿ ἄνθη», «Ἄστραψε φῶς κι᾿ ἐγνώρισε ὁ νιός τόν ἑαυτό του». Τίς φράσεις τοῦ Καρυωτάκη «κι ἡ ποίησις εἶναι τό καταφύγιο πού φθονοῦμε», «Ἦταν λίγο μακρύς ὁ φουκαράκος». Τή φράση τοῦ Σεφέρη «Ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει». Κ.λπ.

γ7) Στό ἑπόμενο μέρος θά πρότεινα, σάν μιά ἀκόμα ἄσκηση, νά ψάξουμε ὁμάδες ποιημάτων πού ἀνήκουν σέ παρόμοιο κλίμα μέ τό ποίημα «Τό στερνό παραμύθι». Νά γίνουν δηλαδή προτάσεις σχετικά μέ ἄλλα συγγενικά ποιήματα μέ «Τό στερνό παραμύθι», ὅπως εἶναι λ.χ. τό Lacrimae rerum τοῦ ἴδιου τοῦ Πορφύρα ἤ τό «Στή σκιά τοῦ φίλου μου Ε.Δ.» τοῦ Μ. Μαλακάση, κ.ἄ. Θά πρότεινα ἐπίσης νά ἀντιπροταθοῦν ποιήματα ἀντίθετης διάθεσης. Ποιήματα χαρούμενα, ὅπως «Τό πάρκο» καί τό «Τό ταξίδι» τοῦ Πορφύρα, ἀλλά καί τοῦ Δροσίνη τό «Τρεχούμενο νερό» καί «Στά μενεξεδένια ρείκια». Ἀνάμεσα στίς δυό ὁμάδες θά ἔλεγα νά συζητήσουμε τή γνησιότητα καί τό βιωματικό τους βάρος. Ποιά μᾶς ἐντυπώνονται βαθύτερα καί ποιά ὄχι. Ποιά μᾶς φέρνουν κοντύτερα στό ἐγώ μας καί ποιά ὄχι.

γ8) Τό κλείσιμο, πού θά περιλάβαινε δύο-τρία μαθήματα, θά γινόταν μέ γενική συζήτηση, μεταξύ ὅλων, σχετικά μέ ἀπορίες, ἐρωτήσεις ἤ ὅ,τι ἄλλο.

 

Ἐννοεῖται πώς γιά τά παραπάνω θά  χρειζόταν μιά σειρά, ἄς ποῦμε, ἀπό δεκαπέντε ἤ εἴκοσι μαθήματα. Μιά δεύτερη σειρά μαθημάτων, θά εἶχα τήν εὐχέρεια νά κάνω πάνω σέ κείμενα, στά ὁποῖα ὁ πρωταγωνιστής πορεύεται «ἀνεπίγνωστα»[60] πρός ἀναζήτηση τοῦ ὡριμότερου ἤ αὐθεντικότερου ἑαυτοῦ του. Τί βαθμίδες περνάει πορευόμενος ἀπό τήν «ἄγνοια στή γνώση» ἤ τί βαθμίδες περνάει γιά νά φτάσει σ᾿ ἕνα στάδιο ἐξέλιξης, ὅπου πραγματώνονται καίριες ἰδιοσυγκρασιακές καταβολές του, τό δυνάμει εἶναι του, ἡ δυνάμει προσωπικότητά του.  Τέτοια κείμενα εἶναι προπάντων τά μυθιστορήματα τῆς ἐφηβείας ἤ τῆς μαθητείας. Οἱ μαθητευόμενοι πρέπει νά κατανοήσουν πάλι ὅτι ὁ δρόμος πρός τήν τέχνη περνάει μέσα ἀπό τόν ἑαυτό τους. Εἶναι βασικό νά τονιστεί ἐδῶ ὅτι, στή σειρά αὐτῶν τῶν μαθημάτων, προέχει ἡ προσωπική αὐτενέργεια. Ὅτι δέν ὑπάρχει κανένας τρόπος νά τούς ταΐσει κανείς τή λογοτεχνία μέ τό κουτάλι. Στή λογοτεχνία φτάνεις μόνο μέσα ἀπό προσωπική, εὐκολότερη ἤ δυσκολότερη, ἀναζήτηση. Ἔχουμε καί θεωρητικά βοηθήματα στόν τομέα αὐτό, ὅπως εἶναι τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή τοῦ Ρ.Μ. Ρίλκε, Γράμμα πρός ἕνα Νέο ποιητή τῆς Βιρζίνια Γούλφ, Ἡ τέχνη τοῦ στίχου τοῦ Μπόρχες, κ.ἄ. Πάντως σέ καμιά περίπτωση δέν πρέπει νά ἀφεθεῖ νά πιστεύουν οἱ μαθητευόμενοι πώς ἡ ἐπαφή μέ τή λογοτεχνία γίνεται μέσα ἀπό θεωρίες ἤ  ξένες γνῶμες. Ἀκόμα καί οἱ κριτικοί τῆς λογοτεχνίας δέν μᾶς δίνουν παρά, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, τή δική τους ἀντίδραση ἀπέναντι στό ἔργο πού κρίνουν. Νά σημειωθεῖ πώς ἡ κριτική τους δέν ἔχει ἀποδεικτικό, ἀλλά ἁπλῶς δεικτικό χαρακτήρα. Καί πώς ἡ ὅποια γνωμάτευσή τους δέν εἶναι δεσμευτική γιά κανένα. Ἡ σωστή, ἡ ἔγκυρη, ἀφετηρία γιά μιά γόνιμη ἐπαφή μέ τή λογοτεχνία ξεκινάει ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν εἶναι δυνατή ἡ ἐπαφή αὐτή μέσα ἀπό ξένες ἀντιλήψεις. Ἄν αὐτό δέν γίνει κτῆμα τῶν μαθητευόμενων, τότε κάθε προσπάθεια εἶναι ἀνώφελη.

Ἄς εἰπωθεῖ τέλος πώς τό μάθημα τῆς λογοτεχνίας δέν ἔχει νόημα νά γίνεται ἀναγκαστικά, ἀλλά ἐθελοντικά, ἐλεύθερα καί χωρίς βαθμολογικές ἀξιολογήσεις.

 

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Δίοδος σέ δυό συνέχειες, τεῦχος 11, Δράμα Φεβρουάριος 2017 καί τεῦχος 12, Δράμα Ἰούλιος 2017.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Γιάννης Μπεράτης, Ὁ Μαῦρος Φάκελος, εἰσαγωγή-φιλολογική ἐπιμέλεια Ἔρη Σταυροπούλου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 2015, σ. 369.

[2] Ἐμμανουήλ Στάης, Κριτική, Ὁ Λάμπρος τοῦ Σολωμοῦ, Ἀθήνησι 1853.

[3] Giuseppe Regaldi, «Il Conte Dionisio Solomος», L᾿Oriente, Τζένοβα, 1853.

[4] Κωνσταντίνος Ἀσώπιος, Τά Σούτσεια, ἐν Ἀθήναις 1853.

[5] Οἱ λογοτέχνες, πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι συχνά ἐκφέρουν κριτικό λόγο, μέ καθαυτό τό λογοτεχνικό τους ἔργο ὑποδείχνουν τίς προγενέστερες ἀξίες στίς ὁποῖες μαθήτεψαν, συμμετέχοντας ἔτσι ἔμμεσα στήν ἀξιολογική διάκριση συγκεκριμένων προγόνων.

[6] Νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ προσανατολισμός αὐτός δέν ἀντικρούει κάποιο προηγούμενο θεωρητικό ἀποκλεισμό τοῦ ἀναγνώστη ὡς παράγοντα τῆς ἀναγνωστικῆς πράξης. Τέτοια θεωρία δέν ὑπῆρξε. Σίγουρα ὅμως εἶχε γίνει πολύς λόγος πιά γιά τόν συγγραφέα καί τό κείμενό του.

[7] Κωστής Παλαμᾶς, «Ἡ σαφήνεια καί ἡ ἀσάφεια», Ἅπαντα, δεύτερος τόμος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σ. 210.

[8] Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Σύγχρονοι ποιηταί (Κ.Π. Καβάφης), Ἐλεύθερον Βῆμα, Ἀθήνα 6/5/1924.

[9] Γιῶργος Σεφέρης, Δοκιμές, πρῶτος τόμος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1981, σσ. 57, 149.

[10] Ὅ.π., σ. 149.

[11] Hans Robert Jauβ, Ἡ Θεωρία τῆς Πρόσληψης. Τρία μελετήματα, εἰσαγωγή, μετάφραση, ἐπίμετρο Μίλτος Πεχλιβάνος, Ἑστία, 1995, σ. 51.

[12] Ὅ.π., σ. 60.

[13] Ὅ.π., σ. 99. Σημειώνω ὅτι στή φράση αὐτή ἔχουμε ἕναν ὅρο γνωστό κι ἕναν ἄγνωστο: «τό ὑποκείμενο πού γράφει» [ὁ συγγραφέας] εἶναι γνωστός, ἔχει ὄνομα καί ὁρισμένο ἔργο, ἐνῶ «τό ὑποκείμενο πού διαβάζει» εἶναι ἄγνωστο, δέν ἔχει ὄνομα καί δέν γνωρίζουμε τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀνάγνωσής του.

[14] Νά σημειωθεῖ ὅτι τό λογοτεχνικό κείμενο εἶναι κάτι γνωστό, ἀκόμα καί ὁ συγγραφέας του, ἐνῶ ὁ ἀναγνώστης πού θά το διαβάσει καί ἡ ἐντύπωσή του εἶναι ἄγνωστοι παράγοντες.

[15] Δέν ἐννοῶ κάποια κάστα χρισμένων κριτικῶν, ἀλλά ἐκείνους πού, ἀνεξάρτητα ἀπό ἐπαγγελματική ἰδιότητα, τυχαίνει νά διαθέτουν τή δωρεά καί τήν παιδεία νά διατυπώνουν ἀξιολογικές διακρίσεις πάνω σέ λογοτεχνικά ἔργα, λογοτέχνες, δημοσιογράφοι, φιλόλογοι, ἐπαγγελματίες κριτικοί, ἐρασιτέχνες κριτικοί.

[16] Μέ ποιό «ὁρίζοντα προσδοκιῶν» διάβασε λ.χ. ὁ Κ. Παλαμᾶς τίς Ὠδές  τοῦ Α. Κάλβου, ὅταν ἔγραψε τό «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος»; Μέ ποιό  ὁ Γ. Ξενόπουλος, ὅταν διάβασε τά πρῶτα δημοσιευμένα ποιήματα τοῦ Κ. Καβάφη κι ἔγραψε τό 1903 τη γνωστή κριτική γιά τόν ποιητή; Ἤ πάλι, μέ ποιό «ὁρίζοντα προσδοκιῶν» διάβασε ὁ Γ. Ξενόπουλος τά διηγήματα τοῦ Δ. Βουτυρᾶ, ὁ Τ. Μαλάνος τίς Δύσκολες νύχτες τῆς Μ. Ἀξιώτη; Ἤ ἀκόμα, μέ ποιό «ὁρίζοντα προσδοκιῶν» διάβασε ὁ Ζ. Λορεντζάτος τά Ἐλεγεῖα καί Σάτιρες τοῦ Κ. Καρυωτάκη καί ὁ Ν. Φωκᾶς τήν «Ἱερά Ὁδό» τοῦ Α. Σικελιανοῦ; Οἱ κριτικοί αὐτοί, καθώς καί ἄλλοι, μέ τίς πράξεις τους δέν ἐπικυρώνουν παρά τήν ἀδέσμευτη, τήν ἐλεύθερη καί ἀπροκατάληπτη στάση ἀπέναντι στά συγκεκριμένα ἔργα πού ἔκριναν.

[17] Τήν ἀνταπόκριση τοῦ κοινοῦ στά δυό βιβλία τήν παίρνω ὅπως τήν υἱοθετεῖ ὁ συγγραφέας στό βιβλίο Ἡ θεωρία της πρόσληψης. Ὅ.π., σσ. 63-66.

[18] Πρόκειται γιά τήν περίφημη «ἀντικειμενική ἀφήγηση», ὅπου ἀπουσιάζει ὁ συγγραφέας ὡς σχολιαστής γεγονότων, ὡς ἐκφραστής ἀπόψεων, κ.λπ., ἐνῶ ἡ ἀφήγηση ρέει σέ τρίτο πρόσωπο, ὅπως  τήν παρακολουθεῖ κάποιος ἀφανής παρατηρητής.

[19] Ὅ.π., σ. 65.

[20] Ὅ.π., σσ. 65-66.

[21] Ὅ.π., σσ. 52, 55, 56, 58.

[22] Κωστής Παλαμᾶς, «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος», Ἅπαντα, δεύτερος τόμος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σ. 47.

[23] Ὅ.π., 35.

[24] Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Ἕνας ποιητής.», περιοδικό Παναθήναια, τόμος Ζ, Ἀθήνα Ὀκτώβριος 1903-Μάρτιος 1904.

[25] Πετρούλα Ψηλορείτη, «Κ. Π. Καβάφης», περιοδικό Ὁ Νουμᾶς, τεῦχος 379, Ἀθήνα 14/2/1910.

[26] Γ. Βρισιμιτζάκης, Τό ἔργο τοῦ Κ.Π. Καβάφη, Γράμματα, Ἀλεξάνδρεια 1917.

[27] Τέλος Ἄγρας, «Ὁ ποιητής Κ.Π. Καβάφης», Δελτίο τοῦ Ἐπαιδευτικοῦ Ὁμίλου, τόμος 10, Ἀθήνα 1922.

[28]Ναπολέων Λαπαθιώτης, ὅ.π.

[29] Ἄλκης Θρύλος, «Κ.Π. Καβάφης», Νέα Τέχνη, Ἔτος Α΄Ἀθήνα  Ἰούλ-Ὀκτ. 1924, Ἔτος Β΄Ἰαν-Φεβρ., Ἀθήνα 1925.

[30] Μαρσύας (Κλ. Παράσχος), «Νεοέλληνες λογοτέχναι. Κωνσταντίνος Καβάφης.», Ἐλεύθερον Βῆμα, Ἀθήνα 6/12/1924.

[31] Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἅπαντα, πρῶτος τόμος, «Ποιήματα», ἐπιμέλεια-σημειώσεις Λίνος Πολίτης, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1961, σ. 207.

[32] Κωστής Παλαμᾶς, «Σημειώματα στό περιθώριο», Ἅπαντα, δέκατος τόμος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σ. 81.

[33] Ὅ.π., σ. 86.

[34] Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1963, σ. 43.

[35] «It is a happy thing that there is no royal road to poetry.» (Εἶναι εὐτύχημα πού δέν ὑπάρχει βασιλικός δρόμος πρός τήν ποίηση.)

[36] Γιῶργος Σεφέρης, «Μονόλογος πάνω στήν ποίηση», ὅ.π., σ. 153.

[37] Γιῶργος Σεφέρης «Σημειώσεις», ὅ.π., σ. 484

[38] Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ποιητική νοημοσύνη», Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἀστερίας, Ἀθήνα 1974, σ. 374.

[39] Μανόλης Ἀναγνωστάκης, «Μάρκος Αὐγέρης καί τό ἀνεξόφλητο χρέος μας», Τά Συμπληρωματικά, Στιγμή, Ἀθήνα 1985, σσ. 136-137.

[40] Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Τά Συμπληρωματικά, ὅ.π., σ. 56.

[41] Ἀναφορικά μέ τή δημόσια σταδιοδρομία τῆς Μαντάμ Μποβαρύ διαφωτιστική εἶναι ἡ μελέτη τοῦ Σ.Ν. Φιλιππίδη «Ἡ Μαντάμ Μποβαρύ καί ἡ κριτική Α: 1857-1880», περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1839, Δεκέμβριος 2010.

[42]Ὡς ἰδιότυπη μορφή ἔκφρασης, πού δέν προσδιορίζεται ἀξιολογικά ἀπό τόν θεματικό, κοινωνικό, ψυχολογικό, φιλοσοφικό καί δομικό συντελεστή. Κι ἀλλιῶς: ὡς ὅλως ἰδιαίτερη ὀντότητα, πού δέν κρίνεται μέ γνωστικά κριτήρια. Ὁ Παλαμᾶς γράφει, ἀπό ὁρισμένη ὀπτική γωνία, ὅτι «…ἡ ποίηση δέν εἶναι στά πράγματα, οὔτε στά θέματα ἡ ὀμορφιά». Κωστής Παλαμᾶς, Ἅπαντα, ὄγδοος τόμος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σ. 349.  Ὁ Σεφέρης, σε ὁρισμένη περίσταση, διακρίνοντας τόν ξεχωριστό χαρακτήρα τῆς ποιητικῆς πράξης πάνω σ᾿ ἕνα χωρίο τῆς Θείας Κωμωδίας τοῦ Δάντη, λέει: «εἶναι -ἐννοῶ: ποιητικά- τό βαρύτερο ἀπό ὅσα ἔχω μνημονέψει ὥς τώρα. Γι᾿ αὐτό μπορῶ, νομίζω, νά εἶμαι σύντομος. Τέτοια πράγματα, εἴτε εἶναι ὥριμος κανείς νά τά νιώσει, εἴτε δέν ἐξηγοῦνται». Γιῶργος Σεφέρης, Δοκιμές, δεύτερος τόμος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1981, σ. 275. Ὁ Ἐλύτης παρατηρεῖ ὅτι ὁ Κἀλβος, «Στό ἐπίπεδο τό ποιητικό εἶναι -φτάνουν οἱ Ὠδές του- ἰδιοφυΐα». Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἀνοιχτά Χαρτιά, Ἀστερίας, Ἀθήνα 1974, σ. 62.  Καί σ᾿ ἄλλο γραφτό του: «Ἡ πράξη αὐτή [ἡ ποιητική] δέν ἐμπεριέχεται ἀναγκαστικά στήν ἔννοια ν ό η μ α. Ἐμπεριέχεται, ἄν θέλετε, στήν ἔννοια λ υ ρ ι κ ή  ἐ ν έ ρ γ ε ι α. Κι αὐτή μονάχα μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει τό σκανδαλῶδες sine qua non». Ὅ.π., σ. 380. Ὁ Ἀναγνωστάκης, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, σημειώνει: «…Διερωτῶμαι συχνά ποιό εἶναι στήν πραγματικότητα τό ποσοστό τῶν ἀνθρώπων πού ἀγαποῦν τήν ποίηση τοῦ Καβάφη σάν ποίηση καί ὑποπτεύονται ἤ γνωρίζουν τή σημασία τοῦ ἔργου του». Μανόλης Ἀναγνωστάκης, Τά Συμπληρωματικά, Στιγμή, Ἀθήνα 1985,  σσ. 136-137. Ἀνάλογη εἶναι ἡ γνωμάτεψη τοῦ Ν. Φωκᾶ: «… ἡ δραστικότητα τῆς ποίησης δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή λεκτική ἐκτροπή ἤ ἀπόκλιση ἀπό τή γλώσσα τῆς καθημερινῆς ἤ ὅποιας ἄλλης νοηματικῆς συνεννόησης». Νίκος Φωκᾶς, «Ἡ γλώσσα τῆς κριτικῆς», Ἐπιχειρήματα γιά τή γλώσσα γιά τή λογοτεχνία, Ἑστία, Ἀθήνα 1982, σ. 167.  Αὐτή εἶναι ἡ κρίσιμη διαφορά, τό sine qua non, δηλαδή ἡ ποίηση «σαν ποίηση» καί ἡ τέχνη σάν τέχνη, ὄχι τά ὅποια ἄλλα συστατικά ὑλικά της. Τό sine qua non εἶναι ὅ,τι κάνει ἕνα λογοτεχνικό κείμενο λογοτεχνικό ἤ -ὅταν λείπει- παραλογοτεχνικό ἤ ὅ,τι ἄλλο.

[43] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ἡ τέχνη τοῦ στίχου, μετάφραση Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2002, σσ. 30, 31.

[44] Ὅ.π., σ. 84.

[45] Φ. Ντοστογιέφσκη, Ὁ Ἠλίθιος. Μέρος δεύτερο, μετάφραση Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Γκοβόστης, Ἀθήνα χ.χ., σσ. 15, 31, 58.

[46] Ἀλέξανδρος Κοτζιᾶς, «Τό ἄρρητο καί ὁ χρόνος», Τά ἀθηναϊκά διηγήματα καί δυό δοκίμια γιά τό χρόνο, Νεφέλη, Ἀθήνα 1992, σ. 77.

[47] Γιῶργος Σεφέρης, «Διάλογος πάνω στήν ποίηση», Δοκιμές, πρῶτος τόμος, ὅ.π., σ. 131.

[48]  Ἅς σημειωθεῖ ἡ συναφής γνώμη τοῦ Π. Μουλλᾶ: «Καθαρά πράματα: ἡ κριτική δέν εἶναι ζήτημα ‘‘μεθόδου’’. Εἶναι ὑπόθεση ταμπεραμέντου», «Γιά τήν κριτική, (Ἀπό τό ἡμερολόγιο ἑνός ἀναγνώστη)», Ἰδίοις ἀναλώμασιν, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 131.

[49] Κατά τί ἄλλαξε π.χ. ἡ ἀξιολογική θέση τοῦ Παπαδιαμάντη μετά τήν κατά Γ. Ζενέτ δομική ἀνάλυση ἀπό τήν Φαρίνου-Μαλαματάρη; Ἤ κατά τί ἄλλαξε ἡ ἀξιολογική θέση τοῦ Ντοστογιέφσκη, μετά τήν πρωτοποριακή, ἀλλά τελικά δομική, μελέτη ἀπό τόν Μ. Μπαχτίν;

[50] Χάρολντ Μπλούμ, Ὁ Δυτικός Κανόνας, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Δημήτρης Ἀρμάος, μετάφραση Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Gutenberg, Ἀθήνα 2007, σ. 42 καί διάσπαρτα.

[51] George Steiner, Errata: Ἀνασκόπηση μιᾶς ζωῆς, μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, Ἀθήνα 2005, σ. 26.

[52] Τζβετάν Τοντόροφ, Ἡ λογοτεχνία σέ κίνδυνο, μετάφραση Χρύσα Βαγενᾶ, Πόλις, Ἀθήνα 2013.

[53] René Wellek, «Πιστεύω πάντα στή διάκριση μεταξύ ‘‘λογοτεχνικῆς θεωρίας’’ […] καί ‘‘λογοτεχνικῆς κριτικῆς’’ ὑπό τή στενότερη ἔννοια τῆς μελέτης συγκεκριμένων ἔργων λογοτεχνίας μέ ἔμφαση ἐπί τῆς ἀξιολογήσεώς των». Στό Renέ Wellek, «Ὁ ὅρος καί ἡ ἔννοια τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς», μετάφραση Λάμπρος Ξενίας (Β. Διοσκουρίδης), περιοδικό Ἑκηβόλος, τεῦχος πρῶτο, Ἀθήνα 1978, σ. 29.

[54] Γιῶργος Ἀράγης, «Τό λογοτεχνικό πεζογραφικό ἔργο τοῦ Γιώργου Ἰωάννου», περιοδικό Φιλόλογος, τεῦχος 43, Θεσσαλονίκη 1986. Τώρα καί στό βιβλίο μου, Γιά τόν Γιῶργο Ἰωάννου, Ἴνδικτος, Ἀθήνα, 2007, σ. 47.

[55] Οἱ ἀπαντήσεις θά ἀφήνονταν νά δοθοῦν ἀπό τή μεριά τῶν μαθητευόμενων.

[56] Ἐμμανουήλ Ροΐδης, «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως», Ἅπαντα, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1978, σ. 313.

[57] Κωσταντίνος Χατζόπουλος, «Μιά ἀπόκριση», Κριτικά Κείμενα, φιλολογική ἐπιμέλεια Κρίστα Ἀνεμούδη-Ἀρζόγλου, Ἵδρυμα Κώστα καί Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 1996, σ. 172.

[58] Δ. Νικολαρεΐζης, «Τό μυθιστόρημα τῶν νέων καί ἡ παράδοση τοῦ ἐσωτερισμοῦ», Δοκίμια  κριτικῆς & Οὖγος Φώσκολος καί Ἀνδρέας Κάλβος, ἐπιμέλεια-σημειώσεις-ἐπιλεγόμενα Χ. Λ. Καράογλου, Ἄγρα, Ἀθήνα 2001, σ. 272.

[59] Γιῶργος Σεφέρης, «Ἡ γλώσσα στήν ποίησή μας», Δοκιμές, δεύτερος τόμος, Ίκαρος, Ἀθήνα 1981, σ. 170.

[60] Πρῶτα, λέει ὁ Χ.Λ. Μπόρχες, εἶναι «ὁ ἀνεπίγνωστος ἑαυτός μας», Ἡ τέχνη τοῦ στίχου,  ὅ.π., σσ. 20, 28.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.