Ὁ ποιητής καί τό δισυπόστατο χρέος του

 

                 Ὁ ποιητής καί τό δισυπόστατο χρέος του*

 

Θέλω νά πῶ ἀρχικά ὅτι, ἐφόσον μιλᾶμε γιά ἠθική, τά λόγια τῶν ἀνθρώπων ἔχουν μικρή ἕως μηδενική βαρύτητα. Γιατί τά λόγια εἶναι εὔκολα κι ὁ καθένας ἔχει τό περιθώριο νά τά χρησιμοποιεῖ ὅπως τόν βολεύει. Ἀντίθετα ἀπό τά λόγια οἱ πράξεις ἔχουν τή σημασία τῆς μαρτυρίας. Αὐτές εἶναι καθοριστικές γιά ὅποιον τίς κάνει, κατά τρόπο πού ν᾿ ἀποτελοῦν τό μέτρο τῆς ὅποιας ἠθικῆς του ἤ ὄχι συμπεριφορᾶς. Θυμᾶμαι πάντα μιά φράση τοῦ Ζάν Πώλ Σάρτρ ἀπό τό ἔργου του Ὁ ὑπαρξισμός εἶναι ἕνας ἀνθρωπισμός.[1] Πρόκειται γιά τή φράση «ὁ ἄνθρωπος […] δέν εἶναι τίποτ᾿ ἄλλο παρά τό σύνολο τῶν πράξεών του». Συνεπῶς ὄχι τό σύνολο τῶν λόγων του, πού, ὅταν δέν εὐθυγραμμίζονται μέ τίς πράξεις του, δέν ἔχουν καμιά ἀπολύτως ἀξία.

Ἔρχομαι στό θέμα μου. Θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, καί ἔχει εἰπωθεῖ, πώς εἶναι χρέος τῶν ποιητῶν νά ἀνταποκρίνονται στίς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς τους. Ὅτι, μ᾿ ἄλλα λόγια, εἶναι χρέος τῶν ποιητῶν νά σκύβουν πάνω στά προβλήματα τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος τούς γέννησε καί τούς ἀνάθρεψε. Ἤ, μέ ἀρνητικό τρόπο, τί προσφέρουν οἱ ποιητές πού κλείνονται στόν γυάλινο πύργο τους, ἀεροβατώντας ἐκτός τόπου καί χρόνου; Φαντάζομαι πώς δύσκολα θά διαφωνοῦσε κανείς μ᾿ αὐτές τίς ἀπόψεις. Ὅμως, ἀναρωτιέμαι, ὑπάρχουν ποιητές πού δέν ἀνταποκρίνονται στίς ἔγνοιες τῆς ἐποχῆς τους; Ὑπάρχουν ποιητές πού ζοῦν καί γράφουν ἀγνοώντας ὅ,τι συμβαίνει μέσα τους καί γύρω τους; Προσωπικά δέν ξέρω ποιητές ἄξιους τοῦ ὀνόματός τους πού νά μήν ἀνταποκρίνονται μέ τό ἔργο τους στίς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς τους. Στήν Ἑλλάδα, ἰδιαίτερα, ἀπό τόν Δ. Σολωμό καί τόν Α. Κάλβο ὥς τόν Κ. Παλαμᾶ, τόν Κ. Καρυωτάκη, τόν Τ. Ἄγρα, τόν Γ. Σεφέρη, τόν Ο. Ἐλύτη, τόν Μ. Κατσαρό, τον Α. Ἀλεξάνδρου, τόν Μ. Ἀναγνωστάκη, τόν Μ. Σαχτούρη, τόν Β. Λεοντάρη, τήν Κ. Δημουλᾶ καί τούς νεότερους, ἔχουμε πειστικά παραδείγματα γιά τή βαθιά σχέση τῶν ποιητῶν μέ τήν ἐποχή τους. Ἐξαιροῦνται βέβαια ὅσοι συμβαίνει γιά διάφορους λόγους νά παραγνωρίζουν τά ὅρια τῆς τέχνης τους. Γιατί ἐδῶ ἀκριβῶς προκύπτει ζήτημα ποιητικῆς ἠθικῆς. Ἡ ποίηση καθαυτή, ἡ ποίηση ὡς ξεχωριστή ὀντότητα, ἡ ποίηση ὡς αἰσθητική, γιά νά τό πῶ ἔτσι, ἐπικράτεια, οὐδόλως ἐνδιαφέρεται γιά τήν ὅποια φιλόκερδη τυχόν βούληση τοῦ κάθε ἐκφραζόμενου. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν προβολή του, τή δημόσια εἰκόνα του, τήν κοσμική παρουσία του, τίς διακρίσεις του, τά βραβεῖα του, τούς τίτλους του, τή σχέση του προπαντός μέ τήν παντοειδή ἐξουσία, τίς διάφορες φιλοδοξίες, τίς ματαιοδοξίες του, κ.λπ. Στήν πραγματικότητα ἡ ποίηση ἐνδιαφέρεται μόνο γιά ὅ,τι χωράει μέσα «εἰς τῶν ἰδεῶν τήν πόλι» της. «Καί δύσκολο στήν πόλι ἐκείνην εἶναι/καί σπάνιο νά σέ πολιτογραφήσουν. Στήν ἀγορά της βρίσκεις Νομοθέτας/πού δέν γελᾶ κανένας τυχοδιώκτης»[2], ὅπως λέει ὁ Καβάφης. Ὅμως ὁ γνήσιος, ὁ ἀκέραιος ποιητής, δέν περιμένει νά κριθεῖ ἀπό τούς «νομοθέτας» τῆς «ἀγορᾶς», γιατί στό μεταξύ ἀναλαβαίνει ὁ ἴδιος τόν ρόλο τοῦ τέτοιου «νομοθέτη» γιά τόν ἑαυτό του. Ἐλέγχει δηλαδή ὁ ἴδιος τίς τυχόν ἐξωποιητικές ροπές του, μένοντας γυμνός ἀπό κάθε μορφή λεοντῆς, καθώς καί ἀπό τίς διάφορες προσχηματικές ἤ ὑστερόβουλες προδιαθέσεις του. Ἔτσι φτάνουμε στό ἐξαγόμενο ὅτι οἱ ἄξιοι ποιητές εἶναι μέν «κληρωτοί τῆς ἐποχῆς τους»,[3] ὅπως τό εἶπε  ὁ Ὄουντεν, συμμετέχουν στό γίγνεσθαι καί στίς ἔγνοιες τοῦ καιροῦ τους, ἀλλά μέ τόν ὅρο ὅτι μένουν μέσα στά ὅρια τῆς τέχνης τους.  Ἄς σημειωθεῖ ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος πώς οἱ ποιητές ἀπό ἔνστικτο ξέρουν πολύ καλά ὅτι ἐφόσον γράφουν δέν βρίσκονται στό ἀπυρόβλητο, γιά τόν λόγο ὅτι δέν τούς διαφεύγει ὅτι βρίσκονται κάτω ἀπό τόν διαρκή ἔλεγχο τῶν ἀναγνωστῶν. Εἶναι ἀφέλεια νά πιστεύουμε πώς οἱ ἀναγνῶστες χάφτουν ὅτι σκάρτο διαβάζουν μέσα στά διάφορα στιχουργήματα πού δημοσιεύονται. Ἀντίθετα ὁ ἀναγνώστης, ὅπως τό εἶπε ὁ Κ. Μποντλαίρ, εἶναι αὐτάδελφος τοῦ ποιητῆ, ἐξίσου ὑποψιασμένος σχετικά μέ τό θέμα τῆς αὐθεντικῆς ἤ ὄχι γραφῆς. Πράγματι ὁ ἀναγνώστης δέν διαβάζει μόνο ὅ,τι γράφει ἕνα κείμενο στό ρητό ἐπίπεδο, ἀλλά καί ὅ,τι ὑποδηλώνει τό κείμενο ὑπόρρητα. Ὁ ἀναγνώστης, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἔχει τό περιθώριο νά διαβάζει, πέρα ἀπό τόν ρητό λόγο, καί ὅ,τι τοῦ ἀποκαλύπτει τό κείμενο ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές του. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ ἀναγνώστης διαβάζοντας ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές ἔχει τή δυνατότητα νά διακρίνει μέ ἀρκετή εὐκρίνεια τίς ἀσυνείδητες τάσεις τοῦ ποιητῆ. Ἄλλο δηλαδή τί γράφει ἕνα κείμενο ρητά καί ἄλλο τί ὑποδηλώνει ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές του. Περιττό νά πῶ ὅτι κριτήριο τῆς αὐθεντικότητας ἑνός ἔργου ἀποτελεῖ ἡ δεύτερη ἀνάγνωση, ἡ ὑπόρρητη, καί ὄχι ὅπως θά πίστευε κανείς ἡ πρώτη, ἐκείνη τοῦ ρητοῦ ἐπιπέδου.

Οἱ ποιητές λοιπόν, στό πλαίσιο τῆς τέχνης τους, μιλοῦν γιά τόν κόσμο τους, πού θά πεῖ, γιά τήν ἐποχή τους τῆς ὁποίας εἶναι γέννημα καί θρέμα. Δέν μιλοῦν βέβαια σάν ἀρθρογράφοι, οὔτε σαν ἐπιφυλλιδογράφοι, οὔτε σάν πολιτικοί σχολιαστές, οὔτε σάν ρήτορες τῆς ἀγορᾶς, κ.λπ. Ἡ δική τους ὀπτική τῶν πραγμάτων εἶναι διαφορετική, γιατί μιλοῦν κυρίως μεταφορικά βυθοσκοπώντας τόν ἑαυτό τους καί τό ἄμεσο καί ἔμμεσο περιβάλλον τους. Σ᾿ αὐτόν τόν τομέα ἔχουν ἐλευθερία λόγου, καθώς, σύμφωνα καί μέ τόν Ἀριστοτέλη: «ἡ μέν γάρ ποίησις μᾶλλον τά καθόλου, ἡ δ᾿ ἱστορία τά καθ᾿ ἕκαστον λέγει».[4] Δέν καταγίνονται δηλαδή οἱ ποιητές  μέ τά καθημερινά περιστατικά, ἀλλά μέ τήν ἀπώτερη θά λέγαμε σημασία τους. Αὐτά κάνουν οἱ ποιητές ὡς ποιητές. Ὅμως, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πέρα ἀπό τήν καλλιτεχνική ἰδιότητά τους, δέν παύουν νά εἶναι ταυτόχρονα καί πολίτες μιᾶς χώρας καί μιᾶς διεθνοῦς κοινωνίας. Τά γεγονότα τρέχουν κι οἱ ποιητές δέν μποροῦν παρά νά εἶναι μάρτυρες τῶν ὅσων συμβαίνουν γύρω τους. Καί τό ἐρώτημα εἶναι: δέν ἔχουν χρέος νά παίρνουν θέση οἱ ποιητές πάνω στά τεκταινόμενα; Οἱ ποιητές ὡς πολίτες ἔχουν βέβαια τό χρέος πού ἔχει ὁ καθένας πολίτης, τίποτα ὅμως περισσότερο. Ὑπάρχει ἴσως ἡ λαθεμένη ἀντίληψη πώς ἐπειδή εἶναι ποιητές ἔχουν αὐξημένη κοινωνική ἤ πολιτική εὐθύνη. Αὐτό θά ἴσχυε ἄν δέν ἐκφράζονταν μέ τήν ποίησή τους. Γιατί μέ τήν ποίησή τους, εἴπαμε, δέν μένουν ἀμέτοχοι στό ἐποχιακό γίγνεσθαι τοῦ κόσμου τους. Μένει ὡστόσο  ἀνοιχτό τό θέμα τῶν ποιητῶν ὡς ἁπλῶν πολιτῶν. Μέ τήν ἰδιότητα τῶν πολιτῶν πέφτει βέβαια στούς ποιητές ἕνας κάποιος λόγος. Ἐδῶ ὅμως προκύπτει μέγα πρόβλημα. Ὁ κάθε ποιητής γνωρίζει ὅτι ὁ λόγος του ἔχει ἀξία μόνο ἄν ἔχει τήν ἠθική ποιότητα τῆς ποιητικῆς πράξης του. Ἄν εἶναι συνεπῶς προϊόν μιᾶς ἀπόλυτα ἐλεύθερης βούλησης ἤ, ἀλλιῶς, ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀφιλόκερδης ἔκφρασης. Ὅχι συνεπῶς πράξη πού ἔχει χαρακτήρα ἐπίκαιρης, καιροσκοπικῆς αβάντας. Ὅταν ζητοῦμε ἀπό τούς ποιητές νά ποῦν τή γνώμη τους γιά ὅ,τι συμβαίνει στόν καιρό μας, θά πρέπει νά ξέρουμε τί τούς ζητοῦμε. Τούς ζητοῦμε νά συμφωνήσουν μέ τή θέση  μας, ζητοῦμε νά εἶναι σπεκουλαδόροι ἤ ζητοῦμε νά ποῦν ἀνεπηρέαστα, ἐλεύθερα καί στό ἀκέραιο τή γνώμη τους; Γιά νά ξέρουμε τί ζητοῦμε ἀκριβῶς θά πρέπει νά κοιτάξουμε τό θέμα ἀπό τήν πρακτική του πλευρά. Μέσα δηλαδή στόν συσχετισμό τῶν πραγμάτων. Γιά περισσότερη σαφήνεια ἄς δοῦμε ἕνα ὑποθετικό παράδειγμα. Ὅλοι ξέρουμε τί γίνεται εδῶ καί μερικά χρόνια στή Συρία. Ἄν καλούσαμε ἕναν ποιητή νά πεῖ, μέ γνώμονα τήν ποιητική ἀκεραιότητά του, τή γνώμη του γι᾿ αὐτόν τόν πόλεμο, τί θά ἔλεγε; Βέβαια δέν ξέρουμε τά θά ᾿λεγε μέ ἀκρίβεια. Μποροῦμε ὡστόσο νά ὑποθέσουμε ὅτι σύμφωνα μέ τήν ποιητική ἠθική του, θά ἔλεγε πάνω κάτω τά ἀκόλουθα. Θά ἔλεγε δηλαδή  χωρίς περιστροφές ποιός ξεκίνησε αὐτόν τόν πόλεμο, γιά ποιό λόγο τόν ξεκίνησε καί μέ ποιόν τρόπο τόν ἐπιδίωξε. Θά ἔλεγε ἀκόμα πῶς συνεχίστηκε αὐτός ὁ πόλεμος ἔκτοτε, ποιοί ἄλλοι πῆραν μέρος στή διαμάχη, γιά ποιούς λόγους καί  μέ ποιόν τρόπο πῆραν μέρος. Θά ἔλεγε τέλος ποιά στάθηκαν τά θύματα αὐτοῦ τοῦ πολέμου καί μέ τί τίμημα. Αὐτά θα ἔλεγε πιθανότατα, μέ καθαρό πνεῦμα, ἀνεπιφύλακτα, ἔξω ἀπό κάθε σκοπιμότητα καί μέ τό χέρι στήν καρδιά. Μπορεῖ τώρα νά μοῦ πεῖ κανείς ποιά ἐφημερίδα, ἀνάλογης ἠθικῆς στάσης, θά περίμενε μέ ἀνυπομονησία νά δημοσιεύσει αὐτά τά γραφόμενα τοῦ ποιητῆ; Ὑπάρχει τέτοιας ποιότητας ἐλευθεροφροσύνη στίς ἐφημερίδες μας; Ἀλλά καί κάτι ἀκόμα, πόσοι καί ποιοί θά συντάσσονταν ἔπειτα ἀπροκάλυπτα μέ τό μέρος τοῦ ποιητῆ καί πόσο θά τραβοῦσαν τό σκοινί. Τί θέλω νά πῶ. Θέλω νά πῶ, πώς ὅταν ζητοῦμε νά ποῦν οἱ ποιητές ὡς πολίτες τή γνώμη τους πάνω στή σύγχρονη πραγματικότητα, θά πρέπει νά ἀναρωτιώμαστε πρῶτα, ἄν ἐμεῖς διαθέτουμε τό ἠθικό ἄλλοθι πού ζητοῦμε ἀπό τούς ποιητές. Καί δεύτερο καί σπουδαιότερο, μέσα σέ τί περιβάλλον ζητοῦμε νά μιλήσουν ἀδέσμευτα οἱ ποιητές. Ἄς ἀναρωτηθοῦμε π.χ. πῶς εἶναι διαμορφωμένο σήμερα τό νεοελληνικό κοινωνικό καί πολιτικό περιβάλλον. Ἄς πάρουμε σάν δεῖγμα τίς κυριακάτικες ἐφημερίδες. Ἐξαιρῶ τά κύρια ἄρθρα. Ἄς μείνουμε μόνο στίς ἐπιφυλλίδες. Μπορεῖ νά βρεῖ κανείς πολλές ἀπό αὐτές χωρίς νά διακρίνει ὅτι ὁ ἐπιφυλλιδογράφος δέν εἶναι καιροσκοπικά ἀκροβολισμένος; Ἐννοῶ ὄχι μόνο μέ ὅ,τι γράφει, ἀλλά προπάντων μέ ὅ,τι ἀποσιωπάει. Κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες, ὅταν ζητοῦμε ἀπό τούς ποιητές νά μιλήσουν ὡς πολίτες γιά τήν ἐποχή τους, εἶναι σάν νά τούς ζητοῦμε νά ἐνεργήσουν σάν νά μή γνωρίζουν τί συμβαίνει γύρω τους. Τούς ζητοῦμε δηλαδή νά φερθοῦν σάν ἄνθρωποι χωρίς συναίσθηση τῆς πραγματικότητας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἄν θέλουμε νά μιλοῦν οἱ ποιητές γιά τά ζητήματα τοῦ καιροῦ μας, θά πρέπει νά φροντίσουμε νά ὑπάρχουν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι θά πρέπει νά μιλοῦμε ὅλοι χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς κρατούμενα, ἀπόλυτα ἐλεύθερα μέ γνώμονα τήν ἠθική συνείδησή μας ἤ, ἀλλιῶς, μέ γνώμονα τήν ἠθική ἀκεραιότητα τῶν ποιητῶν. Γιατί βέβαια ἡ εὐθύνη δέν ἀνήκει μόνο στούς ποιητές, ἀλλά σέ ὅλους τούς πολίτες τοῦ κάθε τόπου. Ἄρα τό ζήτημα δέν εἶναι νά μιλήσουν οἱ ποιητές, οἱ ὁποῖοι πάντως στό ἐπίπεδο τῆς ποιητικῆς τους διακονίας δέν μένουν ἄφωνοι, τό ζήτημα εἶναι νά συμμεριζόμαστε ὅλοι μέ τίς πράξεις μας τήν ἠθική τῆς ποιητικῆς πράξης. Ἀλλιῶς τό νά καλοῦμε τούς ποιητές νά μιλήσουν δημόσια ὡς ὑπεύθυνοι πολίτες, μένοντας ἐμεῖς στή σκιά, θά πεῖ ὅτι κρυβόμαστε πίσω ἀπό τό δάχτυλό μας. Θά πεῖ ὅτι δέν κάνουμε ἄλλο ἀπό τό θεωροῦμε τούς ἑαυτούς μας πολύ ἔξυπνους καί τούς ποιητές ἠλίθιους. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό παραπάνω αἴτημα προτοῦ νά τό  ἀπευθύνουμε στούς ποιητές θά πρέπει νά τό ἀπευθύνουμε πρώτιστα στόν ἑαυτό μας. Ἐξάλλου καί νά πάρουν οἱ ποιητές τόν λόγο ὡς ὑπεύθυνοι πολίτες, τίποτα δέν ἀλλάζει ἄν ὁ ἄλλος κόσμος δέν κάνει ἄλλο ἀπό τά αὐτιάζεται ἀπό ποῦ φυσάει κάθε φορά ὁ βολικότερος ἄνεμος.

 

* Διαβάστηκε  στήν Ἡμερίδα πού ὀργάνωσε στίς 19/11/2016 ἡ Φιλεκπαιδευτική Ἑταιρεία καί ὁ Κύκλος Ποιητῶν, μέ θέμα «Ποίηση καί ἠθικές ἀξίες», στή Στοά τοῦ Βιβλίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Ζάν-Πώλ Σάρτρ, Ὁ ὑπαρξισμός εἶναι ἕνας ἀνθρωπισμός, πρόλογος, μετάφραση, Κώστας Σταματίου, Ἀρσενίδης, Ἀθήνα 2012, σ. 53.

[2] Ἀπό τό ποίημα τοῦ Καβάφη, «Τό πρῶτο σκαλί». Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, πρῶτος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, Ἴκαρος, Ἀθἠνα 1963, σ. 101.

[3] Ἀπό φράση τοῦ W. Auden. Ἀναφέρεται ἀπό τόν Σεφέρη. Γιῶργος Σεφέρης, «‘‘Ἡ τέχνη καί ἡ ἐποχή’’», Δοκιμές, πρῶτος τόμος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1974, σ. 266.

[4] Ἀριστοτέλους, Περί ποιητικῆς, μετάφρασις Σίμου Μενάρδου, εἰσαγωγή, κείμενον καί ἑρμηνεία ὑπό Ι. Συκουτρῆ, Ἑστία, Ἀθήνα 1937.

 

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό, Poetix, τεῦχος 17, Ἀθήνα, ἄνοιξη-καλοκαίρι 2017.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.