Γιά τόν Νίκο Φωκᾶ

Γιῶργος Ἀράγης

 

                                                   Γιά τόν Νίκο Φωκᾶ

Ἀναφορικά μέ τήν περίπτωση τοῦ Νίκου Φωκᾶ θά ἤθελα νά ἐπισημάνω δύο σημεῖα. Πρῶτα ὅτι ὡς ποιητής δέν ἔχει σταθμιστεῖ μέχρι σήμερα στά μέτρα τῆς ἀξίας του. Κι ἔπειτα ὅτι ὡς κριτικός τῆς λογοτεχνίας παίρνει θέση, γιά τήν ὀξύνοια καί τήν ἀκεραιότητά του, κοντά στόν Ε. Ροΐδη, τόν Μ. Μητσάκη καί τόν Ζ. Λορεντζάτο.

α) Ἡ ποίησή μας, μέχρι τήν πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά, ἦταν κυρίως ποίηση ἡ ὁποία ἀντιπροσωπευόταν ἀπό γενιές φιλελεύθερων φρονημάτων. Ὄχι ὅτι τήν ἴδια περίοδο δέν ἐμφανίστηκαν κάποιοι ποιητές ἀριστερῆς κατεύθυνσης, ἀλλά ὅτι δέν ἐμφανίστηκαν τότε φουρνιές ποιητῶν ἀριστεροῦ προσανατολισμοῦ. Στά μεταπολεμικά ὅμως χρόνια καί στό πλαίσιο τῆς πρώτης σειρᾶς ποιητῶν, εἴχαμε μιά σαφή ἀλλαγή. Μέ τήν ἔννοια ὅτι τώρα, γιά πρώτη φορά, τήν καθέδρα τῆς ποίησης κατέλαβαν, τόσο ποσοτικά ὅσο καί ποιοτικά, ποιητές ἀριστερῆς ἀπόκλισης. Σ᾿ αὐτή τήν κατηγορία ἀνήκουν ὁ Μ. Κατσαρός, ὁ Α.  Ἀλεξάνδρου, ὁ Τ. Λειβαδίτης, ὁ Κ. Κουλουφάκος, ὁ Μ. Ἀναγνωστάκης, ὁ Π. Θασίτης, ὁ Δ. Δούκαρης, ὁ Τ. Πατρίκιος, ὁ Θ. Κωσταβάρας. Καί οἱ συμπαθοῦντες, Τ. Σινόπουλος καί Μ. Σαχτούρης. Ἔτσι καταλαβαίνουμε γιατί, ἐκτός ἀπό ἄλλους λόγους,  ἡ γενιά τοῦ 1930 εἶδε τόσο συγκαταβατικά τούς ποιητικούς διαδόχους τους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ξεστρατίσει ἀπό τή δική τους ἰδεολογική λεωφόρο. Πάντως στό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ συσχετισμοῦ ὁ Ν. Φωκᾶς βρέθηκε κατά ἕναν τρόπο ἔξω ἀπό τόν χορό ἤ ἔξω ἀπό τό κύριο ρεῦμα τῆς ἐποχῆς του. Γιατί δέν συμπορεύτηκε, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀριστερή ἀπόκλιση, με τήν παραπάνω ποιητική πλειάδα[1] καί γιατί ἐπιπλέον βάδισε τόν δικό του μοναχικό δρόμο, τόσο ὡς πρός τή στοχαστική ἀντίληψη τοῦ ἀντικειμένου του, ὅσο καί ὡς πρός τή στιχουργική καί θεματική ὀργάνωση τῶν ποιημάτων του.

Πράγματι στήν ποίηση τοῦ Φωκᾶ προέχει ἡ στοχαστική ἐνατένιση τοῦ κόσμου. Ὄχι ὅτι μόνο στοχάζεται τό ποιητικό ἐγώ, ἀλλά ὅτι σέ πρῶτο ἐπίπεδο προβάλλει ἡ στοχαστική πλευρά τοῦ λόγου του. Χωρίς ὡστόσο νά πρόκειται γιά ἕνα λόγο πού δέν ὁδηγεῖ στήν ἀφανή πλευρά τῶν πραγμάτων. Ἀντίθετα ἔχουμε μιά ἔκφραση πού σέ δεύτερο ἐπίπεδο μπαίνει διακριτικά καί ἀθόρυβα στήν ποίηση, λές καί μπαίνει ἀπό τήν πίσω πόρτα. Σάν ἕνας ἀθόρυβος  μουσαφίρης πού χρειάζεται λίγος χρόνος για νά γίνει αἰσθητή ἡ παρουσία καί ἡ σημασία του. Πρόκειται γιά ἕνα λόγο πού δέν ἀποκαλύπτει ἀμέσως τό ποῦ τό πάει, ἀλλά κάπως ὑστερόχρονα. Ἀρχικά δηλαδή δέν ὑποψιάζεσαι περί τίνος πρόκειται. Ἁπλῶς αἰσθάνεσαι πώς κάτι σοῦ διαφεύγει καί πώς χρειάζεται νά ἐπιμείνεις. Ἔτσι πού θά πρέπει νά ὁλοκληρώσεις τήν ἀνάγνωση γιά νά φτάσεις στό ὑπαρξιακό καί μή ἀπόσταγμα τῶν γραφόμενων. Πρόκειται βέβαια γιά μιά ἰδιοτυπία πού δέν εἶναι εὔκολο νά τήν ἀποδώσει κανείς ἀναλυτικά. Θά ᾿λεγα πάντως πώς, ἀπό τήν πλευρά αὐτή, ὁ Φωκᾶς συγγενεύει, ὥς ἕνα βαθμό, μέ τόν Τ. Παπατσώνη.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἀντίθετα ἀπό τήν κύρια στιχουργική τάση τῆς ἐποχῆς, πού ἦταν ὁ ἐλεύθερος στίχος, ὁ Φωκᾶς διάλεξε νά μείνει, σχετικά, κοντά στήν παραδοσιακή ποίηση, δείχνοντας προτίμηση στή στροφική μορφή τῶν κειμένων. Ἔπειτα, σέ μεγάλο βαθμό, ἔμεινε προσηλωμένος στή θεματική ὀργάνωση τῶν ποιημάτων, χωρίς νά ἐνδώσει στή συνειρμική γραφή, ἡ ὁποία πορεύτηκε παράλληλα μέ τόν ἐλεύθερο στίχο. Ἄς σημειωθεῖ ἀκόμα ἡ σαφήνεια τοῦ λόγου, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρά συντάχτηκε με τή γενική ροπή πρός τή μοντερνική σκοτεινότητα. Ὁ Φωκᾶς μιλάει ντόμπρα καί καθαρά ὑφαίνοντας τό ποιητικό σῶμα πάνω στό ἑκάστοτε θεματικό σχῆμα τῶν κειμένων του. Ἀπέριττα καί ἀξόπλιαστα. Πρόκειται γιά ἕναν τρόπο ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ποιητικῆς σύνθεσης πού, κατά μία συμπυκνωμένη διατύπωση, χαρακτηρίζεται ἀπό «γεωμετρική ἀκρίβεια».[2]

Ἄς δοῦμε τώρα ἕνα μικρό δεῖγμα τῆς ποιητικῆς αὐτῆς· τό ποίημα πού ἐπιγράφεται «Ὀμορφιά ἀπό τήν Αἰόλου».[3]

 

Εἶπες: Γιά κοίτα τί ὀμορφιά, γιά κοίτα,

Ὑψώνοντας τά μάτια στήν Ἀκρόπολη.

Κι ἐγώ νομίζοντας πώς ἐννοοῦσες τά μαβιά

Σύννεφα πάνω ἀπό τό Ἐρέχθειο

Συμφώνησα μέ βλέμμα ὑγρό.

 

Καί μόνο δέκα χρόνια ἀργότερα

Κατάλαβα τήν παρεξήγηση, πού ἀντανακλοῦσε

Δύο ἀντίθετα βιώματα τοῦ ὡραίου.

Κι ὅμως χάρη σ᾿ αὐτήν ἀγαπηθήκαμε

Μέ τίς γνωστές συνέπειες.

 

Σέ μιά πρώτη ματιά τό ποίημα μοιάζει ἁπλό καί εὔκολο. Ἡ πρώτη του στροφή εἶναι περιγραφική, μᾶς μιλάει ἁπλῶς γιά ἕνα στιγμιότυπο· μέ ἐξαίρεση ἐκεῖνο τό «νομίζοντας»  καί «βλέμμα ὑγρό», πού ἴσως κάτι ὑπονοοῦν, μά δέν φαίνεται ἀκριβῶς τί. Ὅμως ἡ δεύτερη στροφή δέν εἶναι περιγραφική, οὔτε τόσο ἀνέφελη ὅσο ἡ πρώτη, μάλιστα ἀλλάζει μ᾿ αὐτήν ἄρδην τό κλίμα. Περνᾶμε σέ μιά, μετά ἀπό δέκα χρόνια, ἀλλαγή αἰσθημάτων ἀπέναντι σ᾿ ἐκεῖνο τό παλιό μά ὄχι ξεχασμένο στιγμιότυπο. Σκέφτεσαι πώς κάτι σοβαρεύει τώρα ἤ πώς βρισκόμαστε μπροστά σ᾿ ἕνα ἔνδον γεγονός.  Κι ἀμέσως ἔπειτα: ὥστε ἡ πρώτη στροφή ὑπέκρυπτε ὁρισμένη παρεξήγηση;… Μιά παρεξήγηση…  Παρεξήγηση, λέει τό κείμενο, ἡ ὁποία ἔχει νά κάνει μέ τό βίωμα τῆς ὀμορφιᾶς, ὅτι δηλαδή ἀλλιῶς ἔνιωσε τήν ὀμορφιά ἐκείνη κι ἀλλιῶς τήν ἔνιωσε ἐκεῖνος. Μιά λεπτή καί τόσο καίρια διάκριση. Μάλιστα χάρη σ᾿ αὐτή τήν παρεξήγηση, λέει, ἀγαπήθηκε τό ζευγάρι. Πῶς γίνεται; Τό καλοσκέφεσαι, λίγο σκοτισμένος, γιά νά παραδεχτεῖς τελικά πώς ναί: ἔχεις ἀγαπήσει κι ἐσύ ἀπό αἰσθηματική παρεξήγηση. Κι αἰσθάνεσαι πάρα πέρα  πώς, ἄν ὄχι ὅλοι, πάντως πολλοί, πάρα πολλοί, ἔρωτες θά πρέπει νά ξεκίνησαν ἀπό ἀνάλογες παρεξηγήσεις. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς, πότε καί μέ τί τίμημα ἤ πόσο ἐπώδυνα τελείωσαν. Τώρα νιώθεις διαφορετικά κι ἐκεῖνα τά «νομίζοντας» καί «βλέμμα ὑγρό», πού σοῦ φαίνονταν κάπως ἀφελή στήν πρώτη στροφή. Ὥστε λοιπόν δέν ἦταν ἕνα εὔκολο ποίημα, ἀλλά μιά βυθοσκόπηση ἑνός αἰσθηματικοῦ βιώματος. Μιᾶς ψυχικῆς περιπέτειας…  Κρίνοντας ἀπό τή μεριά τῆς ἐσωτερικῆς ἔντασης πού διέπει τόν ποιητικό σῶμα, θά ἔλεγα πώς αὐτές οἱ δυό στροφές συνιστοῦν ἕναν ἀσυνήθιστα συμπυκνωμένο λόγο. Ἤ, ἀλλιῶς, ἕνα ἐκφραστικό ἐπίτευγμα.

 

Σύμφωνα μέ τά παραπάνω ὁ Νίκος Φωκᾶς, σέ σχέση μέ τήν πλειάδα τῶν ποιητῶν πού προανάφερα, στάθηκε μοναχικός ὁδοιπόρος γιά τρεῖς τουλάχιστο λόγους. Πρῶτα, γιατί δέν παρουσίασε ἀριστερή ἰδεολογική ἀπόκλιση. Δεύτερα, γιατί δέν ἀκολούθησε τόν συρμό τοῦ ἐλεύθερου στίχου καί τῆς συνειρμικῆς ἀνάπτυξης τῶν ποιημάτων. Καί τέλος, γιατί ὑπῆρξε ἕνας ἰδιόρρυθμα στοχαστικός ποιητής. Ὅπως καί νά ᾿ναι, ὁ ποιητής αὐτός ὑπηρέτησε μέ συνέπεια τήν πορεία πού ὑπαγόρευσε ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς κράσης καί τῆς παιδείας του. Καί τήν ὑπηρέτησε μέ εἰλικρίνεια, σαφήνεια καί ἀνεπηρέαστα ἀπό τούς συρμούς τῆς ἐποχῆς. Αὐτή ἡ ξεχωριστή στάση του ἀπέναντι στό ποιητικό φαινόμενο, μαζί μέ τήν ἀσυμβίβαστη συμπεριφορά του, στάθηκε, καθώς πιστεύω, ἕνας βασικός λόγος πού δέν ἐκτιμήθηκε τό ἔργο του κατά τήν ἀξία του.

 

β) Σκύβοντας πάνω στό δοκιμιακό καί κριτικό ἔργο τοῦ Ν. Φωκᾶ, κάνει ἐντύπωση ἡ ὀξύνοια τῶν παρατηρήσεων καί ἡ χωρίς κρατούμενα κρίση του.

Πρῶτα πρῶτα ἡ στάση του ἀπέναντι στήν πεζογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὑπῆρχε καί ὑπάρχει ἴσως ἀκόμα κάμποση θολούρα γύρω ἀπό τήν ὀρθοδοξία τοῦ Παπαδιαμάντη: ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας πιστός τῆς ἑλληνο-ὀρθόδοξης παράδοσης καί τίποτα ἄλλο. Ὁ Φωκᾶς σέ μιά κριτική μελέτη του μᾶς δείχνει τί συμβαίνει ἀκριβῶς. Παραθέτω: «Ἡ ποιητική φύση τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ὁποίας τά ὅρια δέν ξέρουμε ἄν ἦταν εὐρύτερα, στενότερα ἤ τά αὐτά μέ τῆς θρησκευτικῆς του φύσης εἶναι ἡ μόνη ἀπό τίς δυό φύσεις τοῦ Παπαδιαμάντη πού γνωρίζουμε. Ἀπό τήν ποιητική του φύση εἰκάζουμε καί τή θρησκευτική. Ἀπό τήν ποιητική του φύση εἰκάζουμε ὅτι ἡ θρησκευτική του φύση δεχόταν τήν ἀτελή θρησκευτικότητα τοῦ ‘‘ἀπαίδευτου’’ λαοῦ […] ἤ τήν ἀτελή θρησκευτικότητα μή ὀρθόδοξων, ἀκόμα καί μή χριστιανῶν ἐφόσον ἐπρόκειτο γιά γνήσια θρησκευτικότητα, δημιουργώντας ἔτσι μιά ‘‘ἀνορθόδοξη’’ κλίμακα εὐσέβειας. Καί ὄχι μόνο δεχόταν. Ἀπό τήν ποιητική φύση τοῦ Παπαδιαμάντη μαθαίνουμε ἐπίσης ὅτι ἡ θρησκευτική, φιλορθόδοξη πίστη του μποροῦσε στιγμιαῖα νά γίνεται φιλο-ιουδαϊκή ἤ φιλο-μωαμεθανική κατά τίς περιστάσεις· ἀλλά ὁπωσδήποτε, χάρη στήν κοσμική του ἴσως θυμοσοφία καί τήν ποιητική του νηφαλιότητα, παρέμεινε πάντα κι ἀπαρασάλευτα φιλάνθρωπη».[4] Δέν εἶναι τό μόνο σημεῖο τῆς συγκεκριμένης ἐργασίας πού γίνεται λόγος γιά τή δυνατότητα πού μᾶς παρέχει ἡ λογοτεχνική ὑπόσταση τοῦ Παπαδιαμάντη νά ἔχουμε γνώμη γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα. Μά, ἀλήθεια, θά ὑπῆρχε τόση βιβλιογραφία γιά τόν πεζογράφο ἄν δέν ἦταν λογοτέχνης, ἀλλά ἕνας ἁπλός πιστός; Τήν ἄποψη τοῦ Φωκᾶ ἦρθε νά τήν ἐπικυρώσει, ἀπό ἄλλη ὀπτική γωνία, δέκα χρόνια ἀργότερα ὁ Α. Κοτζιᾶς.[5]

Μία, ὅσο ξέρω μοναδική στά χρονικά μας μέχρι σήμερα, ὀξεία κριτική ἄσκησε ὁ Ν. Φωκᾶς στόν κηρυγματικό λόγο  τοῦ Α. Σικελιανοῦ, μέ ἄκμωνα τό ποίημά του «Ἱερά Ὁδός». Ὅπως ὀξύτατη κριτική ἄσκησε ἐπίσης στήν ποίηση τοῦ Γ. Ρίτσου.[6] Ἐδῶ θά ἐπιμείνω, γιά τήν ὥρα, μόνο στήν κριτική του πάνω στό Ἄξιον Ἐστί τοῦ Ο. Ἐλύτη.

Στήν περίπτωση αὐτή ἔχουμε μιά συγκριτική ἐξέταση ἀνάμεσα στόν Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα καί στήν ἐλυτική σύνθεση. Παραθέτω: «Βέβαια δέ  θά εἶναι ἡ πρὠτη φορά πού ἐπισημαίνεται (ἄν χρειαζόταν νά ἐπισημανθεῖ) ἡ συγγένεια τοῦ ‘‘Ἄξιον Ἐστί’’ καί σάν τόνου καί σάν γλώσσας καί σάν δομῆς καί σάν εἰκονιστικῆς μέ τήν ἐκκλησιαστική μας ποίηση. Δέν ξέρω ὅμως ἄν ἔχουν τονιστεῖ μέ ἀρκετή ἐνάργεια τά ‘‘παρακλητικά’’ εἰδικότερα στοιχεῖα τῆς ποιητικῆς αὐτῆς σύνθεσης, ὅπως ἀφθονοῦν στό Β΄Μέρος της ‘‘Τά Πάθη’’ (σέ ἀντίθεση μέ τά δοξαστικά). Τά στοιχεῖα αὐτά φέρνουν τό ἔργο πολύ κοντά στήν παρακλητική ὑμνογραφία, ὅπως εἶναι ὁ προκείμενος Κανών, ἀλλά καί στήν παρακλητική (ἄς τήν ποῦμε ἔτσι) τέχνη γενικότερα τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων, μπροστά στήν ἐπικείμενη ἅλωση καί διάλυση».[7]

Στό πλαίσιο τῆς μελέτης του ὁ  Φωκᾶς παραθέτει τούς ἑπόμενους στίχους ἀπό τά δύο ἔργα.

 

Μισοῦντες με μάτην

                   βέλεμνα [βέλη] καί ξίφη καί λάκκον ηὐτρέπισαν

                   καί ἐπιζητοῦσι

                   τό πανάθλιον σῶμα σπαράξε μου·

                   καί καταβιβάσαι πρός τήν γῆν

                   Ἁγνή, ἐπιζητοῦσι· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων

                   προφθάσασα, σῶσον με.

                                                         [Μέγας Παρακλητικός κανών]

 

Ἦρθαν

                   ντυμένοι «φίλοι»

                   ἀμέτρητες φορές οἱ ἐχθροί μου

                   τό παμπάλαιο χῶμα πατώντας.

                   Καί τό χῶμα δέν ἔδεσε ποτέ

                                                          μέ τή φτέρνα τους

 

                   …

                   Καί τό φῶς δέν ἔδεσε ποτέ μέ τή σκέπη τους.

[Ἄξιον Ἐστί]

 

Ἰδού τώρα οἱ συγκριτικές παρατηρήσεις τοῦ Φωκᾶ:

«(Παρατηρεῖστε πῶς τό π α μ π ά λ α ι ο  χ ῶ μ α τοῦ ‘‘Ἄξιον Ἐστί’’ παρηχεῖ τό π α ν ά θ λ ι ο ν  σ ῶ μ α τοῦ Μεγάλου παρακλητικοῦ Κανόνα).

Ὅπως στό Μέγα παρακλητικό Κανόνα ἔτσι καί στό Ἄξιον Ἐστί διαπιστώνει κανείς ὅτι ὁ ποιητής ταυτισμένος μέ τό λαό του σ᾿ ἕνα συλλογικό ‘‘ἐγώ’’, κλαίει γοερά, νικημένος ἀπό τόν πόνο, ἀνιστορώντας τά πάθη του καί ἀναλαμβάνοντας σχεδόν δυνάμεις ἀπό τό ἴδιο του τό κλάμα. […] Ὡστόσο ὅτι ‘‘τό χῶμα δέν ἔδεσε ποτέ μέ τή φτέρνα τους’’, ὅτι ‘‘τό φῶς δέν ἔδεσε ποτέ μέ τή σκέπη τους’’, τότε [τήν ἐποχή τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα], τό μαρτυροῦν ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα ἡ ἀνακατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τόν Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο, ἀλλά ἰδίως ἡ βίαιη ὅπως πάντα ἀποκήρυξη ἀπό τόν κλῆρο καί ἀπό τόν ‘‘ἀπαίδευτο’’ λαό τῆς συνένωσης τῶν ἐκκλησιῶν πού εἶχαν ἀποφασίσει οἱ ‘‘ὑπεναντίοι’’ (Μιχαήλ Η΄κ.ἄ.) στή σύνοδο τῆς Λυών, 1274. Ὅτι ὅμως τό χῶμα δέν ἔχει ἤ δ η δέσει μέ τή φτέρνα τ ο υ ς καί τό φῶς μέ τή σκέπη τ ο υ ς τό θεωρῶ πολύ ἀμφίβολο σήμερα διαπιστώνοντας τήν ἀπό κάθε ἄποψη πολιτιστική (γλωσσική, αἰσθητική, ἀρχιτεκτονική, νοοτροπιακή) καταστροφή τοῦ τόπου σέ βαθμό ὥστε οὔτε ἡ ἴδια ἡ ‘‘Ἁγνή’’ δέ θά πρόφταινε νά ‘‘μέ σώσει’’ ἔστω καί ἄν ἤθελε. γιά τό λόγο αὐτό οἱ στίχοι τοῦ Ἐλύτη ἠχοῦν στ᾿ αὐτιά μου κάπως μάταιοι καί ἄκαιροι ἤ ἄκυροι, ἄν μπορῶ νά ἐκφραστῶ εἰλικρινά.»[8]

 

Ἔπειτα σέ ἄλλο σημεῖο, κάνοντας ὁ Φωκᾶς πάλι σύγκριση ἀνάμεσα σέ στίχους ἀπό τόν Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα καί στό Ἄξιον Ἐστί, παρατηρεῖ: «Ὁ ποιητής τοῦ κανόνα μέ ἄκρα ταπείνωση -λέξη πού ἐπανέρχεται ἐπανειλημμένα καί ποικιλόμορφα στό ποίημα- ἀναγνωρίζει μέ συντριβή τήν παναθλιότητά του καί ἁμαρτωλότητά του στήν ὁποία καί ἀποκλειστικά ὀφείλεται ἡ σημερινή ἀπελπιστική του θέσει. Λέει:

 

Φῶς ἡ τεκοῦσα Θεοτόκε

          σκοτισθέντα με νυκτί ἁμαρτημάτων

          φωταγώγησον Σύ….

 

Ἥ πάλι:

 

Τόν ποταμόν τόν γλυκερόν τοῦ ἐλέους σου

          τόν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα τήν παναθλίαν καί

                   ταπεινήν

          Πάναγνε ψυχήν μου…

 

Ἀντίθετα ὁ ποιητής τοῦ Ἄξιον Ἐστί ἀποτεινόμενος σέ κάποιο μή χριστιανικό ‘‘Ἐσύ’’, μολονότι μέ χριστιανική φρασεολογία (‘‘Τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιε νοητέ’’) δέν παύει νά κηρύσσει τήν τέλεια ἀθωότητά του καί νά αὐτοκαθαγιάζεται μέσα σέ μιά προσωπική ἀντίληψη τῆς Ἀρετῆς. Λέει:

 

Καθαρός εἶμαι ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη

          καί στά χέρια μου τοῦ θανάτου ἄχρηστο σκεῦος…

 

Κι ἀλλοῦ:

 

Μοῖρα τῶν ἀθώων, εἶσαι δική μου Μοῖρα.

 

Κατά συνέπεια ἀποδίδει τή δική του αὐτός ἀπελπιστική θέση πάντα στούς ἄλλους. Ἡ ἐπιβουλή ἔρχεται πάντα αὐτοβούλως ἀπ᾿ ἔξω καί δέν τήν ἕλκυσαν ποτέ -ὅπως στό Μεγάλο παρακλητικό Κανόνα -σάν ἀναπόδραστη φυσική συνέπεια, οἱ δικές μας ἁμαρτίες, ἡ δική μας ὀλιγοπιστία, ἡ δική μας ὑλιστική ἐξαχρείωση ἤ -σέ μή θεολογική γλώσσα- ἡ δική μας προδοσία τοῦ ἑαυτοῦ μας, τά δικά μας λάθη. Πάντα ‘‘οἱ ἄλλοι φταῖνε’’· αὐτοί πού ‘‘δέ μᾶς ἄφησαν ποτέ νά κ.τ.λ., κ.τ.λ.’’[9]

Συμπέρασμα. Ἔχουμε ἕνα κείμενο πού, στό πλαίσιο τῆς ἐθνικῆς μας ἔκπτωσης, κρίνει  τή συζητήσιμη καί σχεδόν κάλπικη ρητορεία τοῦ Ἄξιον Ἐστί. Ὄχι ἀφοριστικά, ὄχι γενικά, ἀλλά συγκεκριμένα, εἰδικά καί μέ στοιχεῖα.

 

Εἶπα στήν ἀρχή ὅτι ὁ Φωκᾶς, ὡς κριτικός τῆς λογοτεχνίας, παίρνει θέση δίπλα στόν Ε. Ροΐδη, τόν Μ. Μητσάκη καί τόν Ζ. Λορεντζάτο. Ὅ,τι ξεχωρίζει αὐτούς τούς τρεῖς κριτικούς εἶναι ἡ ὀξύνοια τῶν παρατηρήσεών τους καί τό ἀσυμβίβαστο τῆς γνώμης τους. Τό ἀσυμβίβαστο τῆς γνώμης τους συνάγεται πρώτιστα ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν ἔκαναν σκόντο γιά τούς σύγχρονούς τους, πού ζοῦσαν δίπλα τους, λογοτέχνες. Ἐνῶ, ἀντίθετα,  ἔλεγαν καθαρά καί ἀπροσχημάτιστα τήν ἄποψή τους. Ὁ Ροΐδης π.χ. γιά τούς Φαναριῶτες καί τούς διαδόχους τους, ὁ Μητσάκης γιά τόν Παλαμᾶ καί τόν Ξενόπουλο, ὁ Λορεντζάτος γιά τόν Σεφέρη καί τόν Ἐλύτη. Τό ἴδιο ἔκανε ὁ Ν.Φωκᾶς γιά τόν Ρίτσο καί γιά τόν Ἐλύτη. Κριτική ὀξυδέρκεια ἔδειξαν καί ἄλλοι σπουδαῖοι κριτικοί μας, ὄχι ὅμως ἐξίσου ἠθικά ἄμεμπτοι, ὅσο οἱ παραπάνω τέσσερεις.

 

Μάρτης 2017

[1] Ὅπως ἀπό ἄλλη ἄποψη καί ὁ Ν. Καροῦζος.

[2] ,Νίκος Λάζαρης, περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1762, Δεκέμβρης 2003.

[3] Νίκος Φωκᾶς, Κοντή σκιά, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2013.

[4] Νίκος Φωκᾶς, «Παπαδιαμάντης: Ἡ ἀνορθόδοσξη κλίμακα», Ἐπιχειρήματα γιά τή γλώσσα γιά τή λογοτεχνία, Ἑστία, Ἀθήνα 1982, σσ. 111-112.

[5] Ἀλέξανδρος Κοτζιᾶς, Τά Ἀθηναϊκά διηγήματα καί δυό δοκίμια γιά τό χρόνο, Νεφέλη, Ἀθήνα 1992, σ. 65.

[6] Γιά περισσότερα στό βιβλίο μου Νεοελληνική κριτική τῆς λογοτεχνίας. Ἀξιολογικές διακρίσεις, Σοκόλης, Ἀθήνα 2015.

[7] Νίκος Φωκᾶς, «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου», Ἐπιχειρήματα γιά τή γλώσσα γιά τή λογοτεχνία, Ἑστία, Ἀθήνα 1982, σσ. 88-89.

[8] Ὅ.π., σσ. 91-92.

[9]  Ὅ.π., σσ. 93-94

Δημοσιεύτηκε στό ἀφιέρωμα  γιά τόν Φωκᾶ τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας, τεῦχος 56, Ἀθήνα Ἰούνιος 2017.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.