Μιά φωτογραφία μιά ἐποχή

 

 

 

Μιά φωτογραφία μιά ἐποχή

 

 

Ἡ φωτογραφία, ἀναρτημένη ἤδη στό διαδίκτυο,[1] δείχνει τήν οἰκογένεια -ὄχι πλήρη- τοῦ Μιχαήλ Μηλιώνη στό σπίτι της στό Περιστέρι (Μέγκουλη) Πωγωνίου. Τό σπίτι εἶναι διώροφο. Ὁ Χριστόφορος -ὁ μελλοντικός συγγραφέας- 19 χρονῶν μέ μιά ἀδερφή του, μέ μέτωπο πρός τόν φωτογράφο, στέκονται ὄρθιοι στό μπαλκόνι τοῦ δεύτερου ὀρόφου. Οἱ γονεῖς,  Μιχαήλ καί Ἀναστασία, καθισμένοι κάτω δεξιά, κοιτάζουν πρός τόν φακό. Ἀπό τή φωτογραφία λείπει μία ἀπό τίς κόρες τῆς οἰκογένειας. Ὡς ἡμερομηνία φωτογράφισης δηλώνεται ἡ χρονιά τοῦ 1951, χωρίς ἄλλη χρονολόγηση. Πρέπει, σύμφωνα μέ ὅσα γράφει ὁ Χριστόφορος στό διήγημα Φωτογένεια, νά ἦταν ἄνοιξη. Πρόκειται βέβαια γιά μιά ἱστορική φωτογραφία γιά τόν συγγραφέα καί γιά τήν πατρική του οἰκογένεια.  Σέ μιά πρώτη ματιά ἡ φωτογραφία αὐτή δέν παρουσιάζει τίποτα τό δυσοίωνο, ἀντίθετα φαίνεται νά ἐπικρατεῖ σχετική εὐθυμία, καθώς, ἐκτός ἀπό τόν Χριστόφορο, τά ἄλλα μέλη χαμογελοῦν πρός τόν φακό. Ἡ οἰκογένεια ἔχει γυρίσει πρόσφατα στό χωριό της, καί μένει πάλι στό κάπως ἐπισκευασμένο[2] σπίτι της. Ἕνας ἐρασιτέχνης τοπικός φωτογράφος στάθηκε πιθανότατα, ἤ μᾶλλον σίγουρα, αἰτία νά τραβηχτεῖ ἡ συγκεκριμένη φωτογραφία.[3]

Ἡ φωτογραφία πάντως προϋποθέτει ὁρισμένη ἱστορική περίοδο τῆς περιοχῆς. Μέ λίγα λόγια τήν ἑξῆς. Στό διάστημα τοῦ Ἐμφύλιου πολλές ἐπαρχιακές πόλεις εἶχαν κατακλυστεῖ ἀπό τούς λεγόμενους «ἀνταρτόπληκτους». Στά Γιάννινα ὁ πληθυσμός τῆς πόλης εἶχε ὑπερδιπλασιαστεῖ. Κάθε γιαννιώτικο σπίτι φιλοξενοῦσε ὑποχρεωτικά ἀπό μιά οἰκογένεια «ἀνταρτόπληκτων».[4] Ὅμως ἔμεινε ἀρκετό ποσοστό ἄστεγων. Προέκυψε ἔτσι ἡ ἀνάγκη νά στηθοῦν δύο τρεῖς «συνοικίες» ἀπό πρόχειρες ξύλινες παράγκες, μέ ἐξωτερικά ἀποχωρητήρια καί βρύσες. Κάθε παράγκα ἕνα δωμάτιο, κάθε δωμάτιο καί μιά οἰκογένεια. Σωστός συνωστισμός «ἀνταρτόπληκτων». Φύλακες τῶν καταυλισμῶν αὐτῶν ἦταν οἱ ὁμοιοπαθεῖς ἀγροφύλακες. Μετά τό καλοκαίρι τοῦ 1949, πού ἔληξε ὁ Ἐμφύλιος, θεωρήθηκε ἀναγκαῖο, γιά λόγους πολιτικούς καί οἰκονομικούς, ἀλλά καί γιά ν᾿ ἀποσυμφορηθοῦν οἱ πόλεις καί νά ἀνακουφιστοῦν οἱ δυσφοροῦντες ἀστοί, νά ἐπιστρέψουν οἱ «ἀνταρτόπληκτοι» στά χωριά τους. Ἀλλά τά περισσότερα χωριά εἶχαν καεῖ τό 1943-44[5] ἀπό τούς Γερμανούς κι οἱ ἄνθρωποι αὐτῶν τῶν χωριῶν δέν εἶχαν σπίτια νά μείνουν. Μπροστά σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση ἀποφασίστηκε, μέ τήν ἐπικουρία τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, νά γίνει μιά πρόχειρη ἀποκατάσταση τῶν καμένων σπιτιῶν. Κυκλοφόρησαν τότε στά χωριά ὁμάδες μαραγκῶν πού ἔφτιαχναν πρόχειρες στέγες σκεπασμένες μέ πισόχαρτο καί πρόχειρα κουφώματα γιά πόρτες καί παράθυρα, ἀλλά καί πόρτες καί παράθυρα. Αὐτές οἱ κατασκευές ὡς πρόχειρη λύση δέν φτούρησαν στόν χρόνο. Πολλά σπίτα ἐγκαταλείφτηκαν καί πολλά ἀποκαταστάθηκαν ἀργότερα μέ κόπους καί ἔξοδα τῶν ἰδιοκτητῶν τους. Τό σπίτι τῆς οἰκογένειας Μηλιώνη ἔμεινε ἀκατοίκητο ὕστερα ἀπό λίγα χρόνια -ἀναφέρομαι στή χρονολογία τῆς φωτογραφίας. Στίς ἀρχές τῆς ἄνοιξης τοῦ 1969, πού πήγαμε μέ τόν Χριστόφορο στό χωριό του,  δέν ἦταν κατοικήσιμο. Οὔτε κάν μπήκαμε μέσα. Τά παράθυρα στόν δεύτερο ὄροφο καλύπτονταν ἐξωτερικά ἀπό ἀκανόνιστες σανίδες. Στά ὕστερα χρόνια μέ φροντίδα τοῦ Χριστόφορου καί μέ τή βοήθεια τῶν ἀδελφῶν του, τό σπίτι ἀποκαταστάθηκε πλήρως καί μέ τήν ἐξωτερική μορφή πού ἔχει σήμερα. Μορφή βέβαια πού δέν ἔχει καμιά σχέση μ᾿ αὐτή τῆς φωτογραφίας τοῦ 1951.

Τά παραπάνω γράφονται γιά ὅσους δέν γνωρίζουν τήν τοπική ἱστορία καί θά ἦταν δυνατό νά ἐκλάβουν τήν ἀναρτημένη φωτογραφία, ὡς δεῖγμα μιᾶς εὐδαιμονικῆς στιγμῆς γιά τήν οἰκογένεια καί γενικότερα γιά τό χωριό καί τήν εὐρύτερη περιοχή. Ὅμως κάθε ἄλλο παρά ἦταν ἔτσι. (Τό χαμόγελο π.χ., πού φαίνεται στά πρόσωπα τῆς φωτογραφίας, ἦταν μόνο ἐπειδή ἔτσι συνηθιζόταν στίς φωτογραφίσεις ἤ κάτι περισσότερο;) Πάντως ἡ ἐποχή ἦταν δυσκολότατη. Ὁ κόσμος, μέσα στήν οἰκονομική του ἔνδεια,[6] ζοῦσε ἰδεολογικά καί ψυχικά διχασμένος, σέ σπίτια πού χρειάζονταν ἀπό τήν ἀρχή τά μέσα γιά τήν ἀποκατάστασή τους. Ἐπιπλέον πολλές οἰκογένειες ἦταν βυθισμένες σέ βαθύ πένθος ἀπό πρόσφατα καί μή θύματα, ἐνῶ κανένας δέν ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπό ἐπώδυνες μνῆμες.

 

 

[1]                      Ἀνάρτηση ἀπό Ἀλέξη Ζήρα, 14 Ἰουνίου 2017.

[2]              Στή φωτογραφία δέν ἔχουμε στοιχεῖα ἀπό τό ἐσωτερικό καί τή στέγη τοῦ σπιτιοῦ, στήν πρόσοψή του βλέπουμε πώς τό ἰσόγειο παράθυρο ἔχει σιδεριές (αὐτές δέν πάθαν τίποτε ἀπό τή φωτιά καί ξανατοποθετήθηκαν στή θέση τους), ἀλλά δέν ἔχει τζαμωτό, ἐνῶ τό πάνω μέρος τοῦ ἴδιου παράθυρου χαίνει στό κενό.  Βλέπουμε ἐπίσης πώς ἡ πόρτα τῆς εἰσόδου σκεπάζεται στό μεγαλύτερο μέρος της ἀπό ἕνα παραπέτασμα. Κατά προέκταση συμπεραίνει κανείς πώς ὁλόκληρο τό σπίτι εἶναι μισοφτιαγμένο. Οἱ δυνατότητες τότε ἦταν τέτοιες πού στά διώροφα σπίτια ἔφτιαχναν ὅπως ὅπως ἕνα μέρος τοῦ πατώματος στό ὁποῖο ἀνέβαιναν ἀπό μιά πρόχειρη ξυλόσκαλα. Κι ἐκεῖ ἔμενε ἡ οἰκογένεια ὥσπου νά ᾿ρθουν καλύτερες μέρες. Τό ἰσόγειο, ἐκτός ἀπό τήν πόρτα, ἔμενε ἄφτιαχτο. Ἄλλοι ἔμεναν σέ ἐπισκευασμένες ἀχυρῶνες.

[3]              Περισσότερες πληροφορίες μᾶς δίνει ὁ Χριστόφορος στό διήγημά του Ἡ φωτογένεια, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2002, σσ. 9, 11.

[4]              Κοίταξε καί στά Ἀκροκεραύνεια τοῦ  Χ. Μηλιώνη, «Τό Ξενοδοχεῖον ‘‘Ἡ Ὡραία Ἑλλάς’’» καί «Ἡ Ἀποκριά».

[5]              Τό Περιστέρι Πωγωνίου κάηκε τόν Αὔγουστο τοῦ 1944. Στό χρονικό αὐτό καί στό κάψιμο τοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ ἀναφέρεται πολλές φορές στά διηγήματά του ὁ Χριστόφορος Μηλιώνης. Κοίταξε π.χ. στή συλλογή  Καλαμᾶς καί Ἀχέροντας, Στιγμή, Ἀθήνα 1985, σσ. 14, 15, 39, 42, 51.

[6]              Σχετική μαρτυρία ἀποτελεῖ ἡ κατάσταση τοῦ Χριστόφορου στήν πρώτη του, τό 1950, φωτογραφία, ὅπου αὐτοσκιτσάρεται, Ἡ φωτογένεια, ὅ. π. , σ. 10.

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.