Μικρός γλωσσικός ἐμφύλιος

 

Μικρός γλωσσικός «ἐμφύλιος»

 

Τίς τελευταῖες δεκαετίες σοβεῖ μιά, ἄς τήν ποῦμε ἔτσι, γλωσική διαμάχη ἀνάμεσα σέ ὅσους συντάσσουν τό ρῆμα ‘ἀφορῶ’ μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο. Φυσικά δέν πρόκειται γιά διαμάχη, ἀλλά γιά διαφορετική σύνταξη τοῦ ρήματος. Ἡ μία παράταξη λέει ἤ γράφει ‘ἀφορᾶ στόν, στήν, στό’, ἀνῶ ἡ ἄλλη παράταξη λέει ἤ γράφει ‘ἀφορᾶ τόν τήν τό’. Ποιά πλευρά συντάσσει σωστά καί ποιά συντάσσει λάθος αὐτό τό ρῆμα;

Ἄς ρίξουμε πρῶτα μιά ματιά σέ ὁρισμένα λεξικά.

  1. H. Liddell, R. Scott- Α. Κωνσταντινίδης, Μέγα λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης: «ἀφ-οράω, βλέπω τι μακρόθεν, διακρίνω αὐτό καλῶς. […] Ἀκολούθως ἔλαβε καί τήν σημασίαν τοῦ ἀποβλέπω».

Δ.Β. Δημητράκου, Μέγα λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης: «ἀφορῶ-άω, βλέπω τι ἀπό μακράν, καί δή ἀφ᾿ ὑψηλοῦ, διακρίνω καλῶς, ἀγναντεύω. 2) νεώτ. παρατηρῶ, στρέφω τούς ὀφθαλμούς ἤ τήν προσοχήν εἴς τι, ὅθ. ἀποβλέπω, ἀποσκοπῶ».

Λεξικό τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς (ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη): «ἀφορῶ (μόνο στόν ἐνεστώτα στό γ΄πρόσωπο), γιά κτ. τό ὁποῖο ἔχει σχέση μέ κπ. ἤ μέ κτ. πού ἐνδιαφέρει κπ. ἤ κτ., πού ἀναφέρεται σέ κπ. ἤ σέ κτ. : Ἡ ὑπόθεση ἀφορᾶ τή δικαιοσύνη».

Νέο ἑλληνικό Λεξικό τῆς δημοτικῆς γλώσσας, Ἐμμ. Κριαρᾶ: «ἀφορῶ -ᾶς, (μόνο στόν ἐνεστ. καί τόν παρατ.), ἔχω σχέση μέ κάτι, ἀναφέρομαι σέ κάτι: μήν ἀνακατεύεσαι στήν ὑπόθεση, γιατί δέν σέ -ᾶ.».

Συγκρίνοντας αὐτά τά τέσσερα λεξικά  -καί ὅποια ἄλλα θά πρότεινε κανείς-, καταλήγουμε στό ἀκόλουθο ἐξαγόμενο. Τό ρῆμα ἀφορῶ ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού συντάσεται ἔχει δύο σημασίες. Ἡ μία σημασία προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαία χρήση της καί σημαίνει ‘βλέπω ἀπό’ πρός κάποιον ἤ κάτι ἤ, ἀλλιῶς, ἀποβλέπω σέ κάποιον ἤ κάτι. Μ᾿ αὐτή τή σύνταξη δηλώνει σκοπό. Ἡ άλλη σημασία προέρχεται ἀπό τή νεότερη χρήση της, ἀπό τόν νεοελληνικό δημοτικό λόγο, καί σημαίνει ‘έχω σχέση μέ’ ἤ, ἀλλιώς, ἀναφέρομαι σέ κάποιον ἤ κάτι. Μ᾿ αὐτή τή σύνταξη τό ρῆμα δηλώνει σχέση.

Ὑπάρχει συνεπῶς μεγάλη σημασιακή διαφορά ἀνάμεσα στίς δυό συντάξεις. Ἄν θέλεις δηλαδή νά δηλώσεις σκοπό, χρησιμοποιεῖς τήν πρώτη, ἀνῶ ἄν θέλεις νά δηλώσεις σχέση, χρησιμοποιεῖ τή δεύτερη. Καί διαφορετικά, ἄν μιλᾶς ἀρχαία ἑλληνικά ἤ ἔστω λόγια, λές: ἀφορᾶ στόν. Ἄν μιλᾶς νέα ἑλληνικά, δημοτική, λές: αφορᾶ τόν. Ὅμως ἡ καλύτερη διάκριση μεταξύ τῶν δύο τρόπων σύνταξης εἶναι νά ξέρεις, κάθε φορά, τί θέλεις νά ἐκφράσεις μέ τό ρῆμα, σκοπό ἤ σχέση. Στόν δημόσιο λόγο μας πολλοί συντάσσουν μόνιμα τό ρῆμα μέ τήν ἔννοια τοῦ σκοπού, καί λένε πάντα ‘ἀφορᾶ στόν’. Κι ὅταν ἡ ροή τῆς ὁμιλίας τους χρειάζεται νά δηλωθεῖ σχέση, ἐκεῖνοι λένε -μᾶλλον λαθεμένα- ‘αφορᾶ στόν’. Τό ἴδιο βέβαια ἰσχύει καί ἀπό τήν ἀντίθετη χρήση. Ἄς τό ἁπλοποιήσουμε λιγάκι. Στήν πρώτη περίπτωση ‘αφορᾶ στόν’ δηλώνει εἴπαμε σκοπό. Πιό εὔκολα τό καταλαβαίνουμε αὐτό ἄν, στή θέση τοῦ ρήματος ἀφορῶ, βάλουμε τό ρῆμα ἀποβλέπω ἤ ἀποσκοπῶ. Ἔτσι ἡ φράση ‘τό νομοσχέδιο ἀφρᾶ (ἀποβλέπει) στήν ἐνίσχυση τῶν κρατικῶν ἐσόδων’. Ἡ σύνταξη εἶναι σωστή. Στή φράση ὅμως ‘τό νομοσχέδιο ἀφορᾶ….(σ)τίς πασχαλινές ἐκπτώσεις’, τό ‘ἀποβλέπει’ δέν ταιριάζει. Σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση τό σωστό εἶναι τό ‘ἔχει σχέση με’. Ἄρα στήν πρώτη περίπτωση λέμε ‘ἀφορᾶ στήν ἐνίσχυση τῶν κρατικῶν ἐσόδων’, ἀνῶ στή δεύτερη λέμε ‘τό νομοσχέδιο αφορᾶ τίς πασχαλινές ἐκπτώσεις’. Πάντως στόν καθημερινό λόγο τό πάνω χέρι ἔχει τό ‘ἀφορᾶ τόν’ καί όχι τό ‘ἀφορᾶ στόν’. Καί εἶναι παρατηρημένο ὅτι τά πολλά καί κάποτε κωμικά λάθη γίνονται μέ τό ‘ἀφορᾶ στόν’ πού εἶναι λόγια σύνταξη καί χρειάζεται λόγια παιδεία. Ἴσως καί ἀπό ἐπίδειξη λογιοσύνης τήν ὁποία συμβαίνει νά μή διαθέτουν οἱ χρῆστες τοῦ ρήματος. Σέ πολλές περιπτώσεις συμβαίνει δηλαδή τοῦτο τό μιμητικό… ἀμίμητο. Βλέπω, ἄς ποῦμε, κάποιον γνωστό λόγιο διανοούμενο νά συντάσσει τό ρῆμα ἀφορῶ μέ τή σημασία τοῦ σκοποῦ καί νά τό συντάσσει σωστά κατά τόν τύπο τοῦ ‘αφορῶ στόν’. Ἐγώ ὡστόσο, καθώς δέν διακρίνω τή συντακτική σημασία τοῦ λόγου του, δέχομαι αὐτόν τόν συντακτικό τύπο κατά τό κύρος πού ἔχει στό κοινό ὁ συγκεκριμένος διανοούμενος. Δηλαδή ἄκριτα. Ἔκτοτε, θεωρώντας ὅτι μέ καλύπτει αὐτό τό κύρος, ἀρχίζω νά συντάσσω μόνιμα τό ρῆμα ἀφορῶ μέ τήν ἔννοια τοῦ ἀποβλέπω, ἄν καί συχνότατα θέλω νά δηλώσω σχέση.  Μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο «λύνω» μιά γιά πάντα τή χρήση τοῦ ρήματος ἀφορῶ καί ἡσυχάζω, μέ τή διαφορά ὅτι ἔτσι διαπράττω, συχνότατα, ἕνα «μικρό» συντακτικό καί ἐννοιολογικό βιασμό τῆς γλώσσας. Πρέπει νά πῶ ὅτι τό φαινόμενο νά ἐπηρεαζόμαστε ἀπό γλωσσικούς τρόπους ἀνθρώπων, πού θεωροῦμε αὐθεντίες στόν τομέα τους, εἶναι πολύ συχνό. Καί εἶναι ζήτημα καλῆς παιδείας νά ἔχει τό περιθώριο κανείς νά ἐλέγχει τούς γλωσσικούς τρόπους στούς ὁποίους μαθητεύει. Ἴσως ἐδῶ θά ἦταν πρακτικότερο νά δώσω ἕνα παράδειγμα ἀπό τόν δημόσιο λόγο τῆς κρατικῆς τηλεόρασης. Ἕνα παράδειγμα ἀπό τά πολλά παρόμοια πού θά μποροῦσε νά δώσει κάποιος.  Λοιπόν, ἴσως νά ἔχει τύχει νά ἔχει ἀκούσει κανείς τόν δημοσιογράφο κ. Μ. Γελαντάλι νά ἐνημερώνει τούς τηλεθεατές πάνω στά ἐπίκαιρα οἰκονομικά ζητήματα. Ἄν τόν ἔχει ακούσει θά ἔχει παρατηρήσει ὅτι ὁ κ. Γελαντάλις συντάσσει πάντα τό ρῆμα ἀφορῶ μέ τήν ἔννοια του ἀποβλέπω, δηλαδή μέ τόν τύπο του ‘ἀφορῶ στόν’. Σπάνια ὡστόσο μέ ἀκριβή σημασία. Διότι, καθώς χρησιμοποιεῖ την καθομελούμενη γλώσσα, ἡ φορά τοῦ λόγου του τόν φέρνει πρός ἔννοιες σχέσης. Ἄρα πρός σύνταξη τοῦ ‘ἀφορᾶ τόν’ κ.λπ. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ γενικότερα ὅτι οἱ φιλόλογοι πού ἔχουν στενή σχέση μέ τήν καθομιλούμενη νεοελληνική (Σαββίδης, Στεριόπουλος, Μουλλᾶς, Μηλιώνης, Κούσουλας, κ.ἄ., συντάσσουν τό ρῆμα ἀφορῶ μέ σημασία σχέσης, δηλαδή κατά τόν τύπο ‘ἀφορᾶ τόν’.

 

 

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.