Κίμωνας Τζάλλας

                                     

 

    Κίμωνας Τζάλλας*

 

 

 

Γιά τόν πεζογράφο πού τιμοῦμε απόψε τή μνήμη του, τόν Κίμωνα Τζάλλα, θά εὐχόμουν να ἦταν τά πράγματα ἔτσι ὥστε, προϋποθέτοντας τό ἔργο του γνωστό, νά μιλοῦσα γιά τόν ἄνθρωπο μονάχα. Γιατί, καθώς ἔζησε μακριά στήν ἐπαρχία, χωρίς προσωπικούς δεσμούς μέ τό πνευματικό κέντρο, εἶναι ὡς ἀνθρώπινη περίπτωση, ἄγνωστος. Καί γιατί, ὁπως ξέρουμε, μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ κάθε λογοτέχνη ὁ  ἄνθρωπος χάνεται, ἐνῶ τό ἔργο του, δυνητικά τουλάχιστο, μένει κτῆμα ἐσαεί τῶν ἐπιζώντων. Στήν περίπτωση ὡστόσο τοῦ Κίμωνα Τζάλλα δέν έχω τό περιθώριο νά προϋποθέσω τό ἔργο του γνωστό. Ὑπάρχουν λόγιοι γι᾿ αὐτό, λόγοι πού, ὥς ἕνα βαθμό, θά φανοῦν παρακάτω. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή θά χρειαστεῖ νά ἀναφερθῶ συνοπτικά, τόσο στόν ἄνθρωπο, ὅσο καί στό ἔργο του. Κι ἐπειδή, ἔστω καί συνοπτικά, εἶναι ἀδύνατο, μέσα στόν ὁρισμένο χρόνο, νά καλυφτοῦν αὐτά τά δυό θέματα, θά διαλέξω νά ἀναφερθῶ σέ μερικές μόνο πτυχές τοῦ ἄνθρωπου καί τοῦ ἔργου του.

 

Ὁ Κίμωνας Τζάλλας γεννήθηκε στά Γιάννινα τό 1918. Ἦταν πρωτότοκος γιός τῆς οἰκογένειας Εὐθυμίου καί Ἀγγελικῆς Τζάλλα. Ἡ ἴδια οἰκογένεια ἀριθμοῦσε ἄλλα τρία νεότερα μέλη. Τόν Νεόκοσμο πού εἶναι ἀνταποκριτής τοῦ B.B.C. στήν Ἀθήνα, τόν Λευτέρη πού διαδέχτηκε τόν πατέρα στή διεύθυνση τῆς οἰκογενειακῆς ἐφημερίδας καί χάθηκε πρόωρα, καί τήν ἀδερφή τους Ἐλπινίκη. Ἀπό τά τέσσερα παιδιά, ὁ Κίμωνας δέν παντρεύτηκε καί δέν δημιούργησε οἰκογένεια. Ὁ πατέρας Τζάλλας ἔβγαλε τό 1926 στά Γιάννινα τήν ἡμερήσια ἐφημερίδα Ἠπειρωτικός Ἀγών, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νά βγαίνει μέχρι σήμερα. Μιά ἐφημερίδα πού, στή μακρόχρονη σταδιοδρομία της, στάθηκε παραδειγματικά δημοκρατική. Ὁ Κίμωνας, μετά τό δημοτικό καί τό γυμνάσιο στή γενέτειρα, σπούδασε νομικά στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας. Ἔπειτα ἄσκησε

γιά λίγο τό ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου στά Γιάννινα καί μετά, γιά ὅλη του τή ζωή, ἐργάστηκε ὡς συμβολαιογράφος. Τό 1940 ὑπηρέτησε στό ἀλβανικό μέτωπο ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός. Στά Γιάννινα ὑπῆρξε σημαντικός συντελεστής διάφορων πολιτιστικῶν δραστηριοτήτων. Ἦταν μέλος τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς στό περιοδικό Ἠπειρωτικές Σελίδες καί μέλος τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας στό περιοδικό Ἐνδοχώρα. Ὑπῆρξε ἐπίσης ἱδρυτικό στέλεχος στόν πολιτιστικό σύλλογο Ἐλεύθερη Σκέψη, στόν Ο.Η.Θ. (Ὀργανισμός Ἠπειρωτικοῦ Θεάτρου) καί ἄλλων πολιτιστικῶν συλλόγων. Ὡς πεζογράφος τύπωσε τρία βιβλία μέ διηγήματα. Τά ἑξῆς. Ἡ Ἐπίθεση, 1962, Τό κλείσιμο τοῦ κύκλου, 1965, καί τό Σκάκι, 1976. Ἄφησε ἀνέκδοτα δύο θεατρικά μονόπρακτα, διηγήματα, κι ἕνα μυθιστόρημα. Πέθανε στά Γιάννινα τό 1986 ἀπό νόσο τοῦ συνδετικοῦ ἱστοῦ. Στά χρόνια δέν ἦταν γέρος καί ἀπό κράση ἦταν νεότατος.

Κοιτάζοντάς τον τώρα ἀναδρομικά ὡς ἀνθρώπινη περίπτωση θά ἔλεγα ὅτι ὑπῆρξε βιολογικά εὐνοημένος, μέ ἐξαιρετική ὑγεία, σωματική ἀντοχή καί ὡραία ἐμφάνιση. Λεπτοφτιαγμένος, μέ ἀνάστημα πάνω ἀπό τό μέτριο, καστανός, μέ φωνή ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ ὑψηλοί τόνοι καί καθαρή ἄρθρωση. Σωματικά καί ψυχικά ὅ,τι ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, ὥς τά τελευταῖα του, ἦταν ἡ νεανικότητα πού ἀνάδινε.

Ὅπως τόν γνώρισα, κυρίως σέ ὥριμη ἡλικία, τόν τραβοῦσε ἔντονα ἡ φύση. Ὄχι ὅπως συμβαίνει μέ τούς φυσιολάτρες. Τή φύση δέν τήν εἶχε στερηθεῖ, ὥστε νά τήν ἐξιδανικεύει μέσα του. Εἶχε μᾶλλον ὀργανικό δεσμό μαζί της και ζοῦσε τίς ἄπειρες πλευρές της σάν συστατικά μιᾶς ἀτέλειωτης προσωπικῆς περιπέτειας. Τά ἴδια τά Γιάννινα ἦταν ὥς χτές ἀκόμη μιά μικρή κηπούπολη πού ἀποτελοῦσε ἀπό μόνη της ἐξοχικό περιβάλλον. Κι οἱ Γιαννιῶτες δέν εἶχαν σοβαρούς λόγους νά τρέξουν μακριά γιά νά βροῦν τή φύση. Γιά τόν Κίμωνα ὅμως τό περπάτημα στήν πόλη -τῆς ὁποίας προσπαθοῦσε κατά τήν τελευταία ἀνοικοδόμηση νά περισώσει τά δημόσια δέντρα της- ἀποτελοῦσε ἕνα πολύ μικρό μέρος τῆς περιπέτειας πού προανάφερα. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἦταν οἱ συχνοί μοναχικοί περίπατοι στά πιό ἐρημικά περίχωρα τῆς πόλης. Ἦταν τό σεργιάνισμα, με τό αὐτοκίνητό του συνήθως, σέ ὀρεινές περιοχές. Καί ἦταν οἱ συνεχεῖς ἐκδρομές στά ἠπειρωτικά προπάντων παράλια, ὅπου ἔστησε κι ἔμεινε διαδοχικά σέ δύο ἐξοχικά σπίτια. Ὅλα αὐτά ὡστόσο θά μποροῦσαν νά εἶχαν ἀρκετά ἐπιφανειακό χαρακτήρα ἄν δέν ἦταν συνέπεια ψυχικῆς ζήτησης. Κι αὐτό συνέβαινε μέ τόν Κ. Τζάλλα. Κάτι πού φαινόταν, μεταξύ ἄλλων, ἀπό τόν τρόπο πού μιλοῦσε κάποτε γιά ὁρισμένο τοπίο πού εἶχε ξαναδεῖ πρόσφατα. Από τόν τρόπο πού μιλοῦσε γινόταν φανερό πόσο τόν τραβοῦσε, ὄχι ἁπλά ἡ ὀπτική ἰδιομορφία τοῦ κάθε τοπίου, ἀλλά ἡ ποικιλία τῶν παραλλαγῶν πού παρουσίαζε στίς διάαφορες ἐποχές καί ὧρες τῆς μέρας. Τό παιχνίδι τῶν παραλλαγῶν τοῦ ἴδιου τοπίου σέ διάφορες ἀτμοσφαιρικές καί ἐποχιακές συνθῆκες φαινόταν νά τόν συναρπάζει ὅπως ἡ χαρτοπαιξία τούς χαρτοπαῖχτες. Οἱ ἐμπειρίες του ἀπό τήν ἐπαφή μέ τή φύση πέρασαν, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, καί στα γραφτά του. Σ᾿ ἕνα μάλιστα διήγημά του, πού ἐπιγράφεται «Στά χιόνια», οἱ ἀλλαγές τοῦ καιροῦ καί μαζί τοῦ τοπίου φτάνουν νά καθορίζουν ὁλοκληρωτικά τήν ψυχική κατάσταση τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα. Ὅπως εἶπα δέν ἦταν ἀκριβῶς φυσιολάτρης, ἀλλά ἄτομο μέ ὀργανικό δεσμό μέ ὅ,τι λέμε συνήθως φύση. Γιά ἕναν ἄνθρωπο τόσο θετικό καί μετρημένο θά ἦταν ἁπλή παραξενιά νά ζητάει τόσο ἐπίμονα τό φυσικό περιβάλλον, ἄν δέν ὑπῆρχε πανίσχυρη ἕλξη πρός αὐτό. Ὅπως παραξενιά καί ἐκκεντρικότητα ἦταν γιά ὅσους δέν τόν ἤξεραν τό νά διασχίζει τό πέλαγος μέ τό κρις-κρφτ του γιά νά πάει ἀπό τά Σύβοτα στή Λευκίμη τῆς Κέρκυρας νά γευματίσει.

Μιά ἄλλη πτυχή τοῦ ὥριμου Κίμωνα Τζάλλα ἀποτελοῦσε ἡ ἀπελευθέρωσή του ἀπό τή δυναστεία τῶν ἄλλων. Εἶχε φτάσει στό σημεῖο πού, τόσο ὡς ἐμφάνιση, ὅσο καί ὡς συμπεριφορά, δέν καθοριζόταν ἀπό τήν ἐπήρεια ἤ τά ἤθη τοῦ περιβάλλοντος. Θά μποροῦσα νά πῶ μέ δυό λόγια πώς ἦταν ἁπλός. Ἡ ἁπλότητα ὅμως εἶναι ἀποτέλεσμα ἀπελευθέρωσης ἀπό ἰσχυρούς κοινωνικούς καί μή παράγοντες. Ὁ Τζάλλας ἦταν ἁπλός. Ἀλλά γιά νά φτάσει νά ᾿ναι τέτοιος εἶχε ἀφήσει πίσω του πολλές συμβάσεις καί περισσότερες χιμαιρικές σκοπιμότητας. Ὅλο δηλαδή τό πλέγμα τῶν διάφορων συνελεστῶν πού ψευτίζουν τή ζωή μας καί τήν κάνουν ἕρμαιο τῆς ἀνθρώπινης ματαιοδοξίας. Ὁ Τζάλλας ντυνόταν μέ τόν πιό ἁπλό, ὅσο καί ἀπέριττο τρόπο, τόσο στό γραφεῖο του, ὅσο καί στό ψάρεμα. Ἄν καί ἦταν σημαντικός παράγοντας στά Γιάννινα, τίποτε πάνω του δέν πρόδινε κάτι τέτιο, ὅπως κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν εἶχε συμπεριφορά διανοούμενου ἤ ἀνθρωπου μέ οἰκονομικό βάθρο -μολονότι ἦταν πετυχημένος ἐπαγγελματίας. Τόν εἶδα  νά προεδρεύει σέ ὁρισμένη συνεδρίαση καί τόν εἶδα νά συζητάει ἀλλοῦ μέ χωρικούς γιά ἕνα πνιγμένο σκυλί στή θάλασσα μέ τό ἴδιο ἐνδιαφέρον, δηλαδή μέ τήν ἴδια σοβαρότητα. Ὅλοι ξέρουμε τί εἶναι ἔντιμο, τί εἶναι ἀκεραιότητα καί τί ἀνεξαρτησία πνεύματος. Καί ὅλοι υἱοθετοῦμε αὐτές τίς ἀρετές στό ἐπίπεδο τῶν λόγων. Στό ἐπίπεδο ὅμως τῆς προσωπικῆς καθημερινῆς πράξης χρειάζεται ἄλλο κουράγιο, ἄλλη ὡριμότητα καί ἄλλη ἀφιλοκέρδεια γιά νά τά υἱοθετήσει κανείς ἀξίσου ἀδίστακτα. Στόν ἄνθρωπο γιά τόν ὁποῖο μιλῶ δέν ὑπῆρχε χάσμα ἀσυνέπειας ἀνάμεσα στά λόγια καί στίς πράξεις. Ὑπάρχουν ἰσχυρές μαρτυρίες γεγονότων γιά τοῦτο, ἀπό τίς ὁποῖες ἀναφέρω ἐδῶ μιά πού δέν εἶναι ἀπό τίς σοβαρότερες. Στήν πεζογραφία ἀφιέρωσε ἕνα μέρος τοῦ πολυτάλαντου ἑαυτοῦ του. Ὅταν τύπωσε καί κυκλοφόρησε τήν Ἐπίθεση, τό πρῶτο του βιβλίο, ἡ κριτική τήν ἀντιμετώπισε εὐνοϊκά. Ἐντούτοις τό δεύτερο βιβλίο του τό κυκλοφόρησε πολύ περιορισμένα καί τό τρίτο του καθόλου. Εἶχε τή δυνατότητα νά κυκλοφορήσει καί νά προβάλει ἀκόμη τά βιβλία του, ἀφοῦ μάλιστα δέν τοῦ ᾿λειπε ἡ οἰκονομική εὐχέρεια. Ἀλλά ἡ δόξα τῆς προβολῆς ὡς τρόπος νά λάμψει στά μάτια τῶν ἄλλων εἶχε νομίζω ξεπεραστεῖ μέσα του καί τόν ἄφηνε ἀδιάφορο. Οὔτε κάν στήν οἰκογενειακή ἐφημερίδα του πρόβαλε τά βιβλία του. Καί πρέπει νά πῶ πώς ἀπό τόν κόσμο πού γνώρισα στήν ἐπαρχία καί στήν πρωτεύουσα, ἄλλον ἄνθρωπο τόσο χειραφετημένο ἀπό τίς κοσμικές ματαιότητες δύσκολα θά μποροῦσα νά συναριθμήσω. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή ὄχι μόνο δέν ἦταν ἐπαρχιώτης, ἀλλ᾿ ἦταν πιό προχωρημένος ἀπό τόν κόσμο τῶν διάφορων πνευματικῶν κέντρων.

Ἄν μέ ρωτοῦσε κανείς εὐθέως, γιατί ζοῦσε ὁ Κίμωας Τζάλλας, τί ἦταν αὐτό πού κυνηγοῦσε, πού εὕριστκε νόημα στή ζωή του, θά ἔλεγα πώς πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐραστής τῶν ἔντονων στιγμῶν. Καί φαντάζομαι πώς ἡ ζωή του θά μποροῦσε νά συνοψιστεῖ σ᾿ ἕνα γαλαξία ἔντονων ἐμπειριῶν. Ἄν δέν φοβόμουν τήν ἀπάτη τήν ὁποία περιέχουν τά μεγάλα λόγια, θά ἔλεγα πώς εἶχε κάτι τό δαιμονικό πού τόν πήγαινε πρός τήν κατεύθυνση αὐτή. Ἀφήνω ὅμως τήν ἐκδοχή αὐτή γιά κάτι ρεαλιστικότερο. Ἕνα ἄτομο τόσο ἀπελευθερωμένο ἀπό συμβάσεις καί προσχήματα ἦταν φυσικό νά αἰσθάνεται πλῆρες, δηλαδή χωρίς ἀπωθημένα καί ἀναστολές μπροστά στά διάφορα περιστατικά. Ἔτσι πού καί τά πιό ἀσήμαντα συμβάντα, ὅπως γιά παράδειγμα ἕνα ἡλιοβασίλεμα ἤ ἕνας περίπατος, μποροῦσαν ν᾿ ἀποκτοῦν στά μάτια του ἀπροσδόκητες διαστάσεις ὑπαρξιακῶν γεγονότων. Μέ βάση τήν ἐκδοχή αὐτή κατανοεῖ κανείς καλύτερα τή στάση του ἀπέναντι στά βιβλία του. Γιατί φαίνεται πώς ὅ,τι τόν ἐνδιέφερε ἦταν προπάντων τό γράψιμό τους, δηλαδή ἡ ἔνταση τῆς ἑκάστοτε δημιουργικῆς ὥρας. Κάπως ἔτσι μπορῶ νά καταλάβω τό γεγονός ὅτι ἐνῶ τά ἔγραφε, οὔτε τά συζητοῦσε ἔκτοτε, οὔτε περισσότερο τά κηδεμόνευε δημόσια. Καί ἄν δέν ὑπῆρχε τό ἰδιόκτητο τυπογραφεῖο πού διέθετε ὁ Ἠπειρωτικός Ἀγών, δέν ἀποκλείεται καί νά μήν εἶχε τυπώσει κάν ὅσα τύπωσε.

Εἶπα προηγουμένως πώς ὁ Τζάλλας ὡς χειραφετημένο ἄτομο δέν ἦταν ἐπαρχιώτης. Ἐντούτοις στόν γνωστικό τομέα, τόν σχετικό μέ τήν τέχνη καί εἰδικότερα μέ τή λογοτεχνία, οἱ περιορισμένες δυνατότητες τῆς ἐπαρχίας θά ἔπαιξαν ἀσφαλῶς ἀρνητικό ρόλο στήν παιδεία του. Ἄν εἶχε τό ἐκρηκτικό τάλαντο, πού ὤθησε τόν Σαίξπηρ στά 23 χρόνια του νά παρατήσει τήν οἰκογενειακή του ζωή στό Στράτφορντ καί νά ἀναζητήσει, χωρίς κανένα ἄλλο ἔχος, τή δικαίωσή του στό Λονδίνο, ὁ τζάλλας σίγουρα δέ θά ᾿μενε στά Γιάννινα. Ἀλλά τό τάλαντο τοῦ Σαίξπηρ δέν φαίνεται νά τό κληρονόμησαν ἔκτοτε πολλοί, οὔτε βέβαια καί ὁ Τζάλλας. Ἴσως ὅμως τό τάλαντο πού διέθετε ὁ ἴδιος νά τό καλλιεργοῦσε συστηματικότερα καί πιό ἐπίμονα ἄν εἶχε ζήσει, τήν κρίσιμη προπάντων ἡλικία ἀπό τά δεκαπέντε ὥς τά τριάντα χρόνια, σέ κάποιο πνευματικό κέντρο. Πάντως ζώντας στήν ἐπαρχία καί χωρίς ἐπαφή μέ τήν Ἀθήνα, ἔξω ἀπό τά χρόνια πού φοίτησε στή Νομική Σχολή, ἔγραψε καί τύπωσε τρία ἀξιοπρόσεχτα βιβλία. Ἀπό αὐτά τό πρῶτο, Ἡ Ἐπίθεση, περιέχει 12 διηγήματα. Τό δεύτερο, Τό κλείσιμο τοῦ κύκλου, περιέχει 7 διηγήματα. Καί τό τρίτο, το Σκάκι, 4 (μιά νουβέλα καί ἄλλα τρία μικρότερα διηγήματα).

Ὅλα αὐτά τά κείμενα ἀπό τεχνική ἄποψη ἀνήκουν στήν παραδοσιακή πεζογραφία. Παρουσιάζουν θεματική ἑνότητα μέ ἀρχή, μέση καί τέλος καί εἶναι διαρθρωμένα μέ βάση τήν ἱστορική ἤ χρονολογική ἐκδοχή τοῦ χρόνου. Ἀναφορικά πάλι μέ τήν ὀπτική γωνία τοῦ ἀφηγητῆ, ἄλλοτε ἔχουμε ἀφηγητή παντογνώστη, ἄλλοτε ἀφηγητή πρωταγωνιστή καί ἄλλοτε ἀφηγητή δευτεραγωνιστή ἤ θεατή.

Ὅ,τι ὅμως μᾶς μπάζει στήν προσωπική περιοχή τῆς πεζογραφίας τοῦ Τζάλλα δέν εἶναι ἡ τεχνική τῶν κειμένων του, ἀλλά ἡ ἰδεολογική «ἀνεξιθρησκεία» τους. Ἀξίζει νά προσέξουμε πώς κανένα ἀπό τά γραφτά του δέν ἐκφράζει ὁρισμένη ἰδεολογική θέση. Κι ὅμως ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δέν ἦταν χωρίς ἰδεολογικό πιστεύω. Ἐπιπλέον ἔζησε σέ μιά ταραγμένη ἐποχή μέ πολέμους καί ἰδεολογικές συγκρούσεις. Ἐποχή στήν ὁποία, ἀπό τόν ἀλβανικό πόλεμο μέχρι τήν πρόσφατη δικτατορία, ἀναφέρονται κυρίως τά διηγήματά του. Ἀναφέρονται ὅμως χωρίς νά δηλώνουν προσωπικό πιστεύω τοῦ συγγραφέα πάνω σέ συγκεκριμένα ἰδεολογικά ζητήματα. Πῶς συμβαίνει ἀκριβῶς αὐτό; Ὅ,τι μᾶς δείχνουν τά ἴδια τά κείμενα εἶναι ἡ αὐτονομία τῶν ἀφηγηματικῶν προσώπων. Καί ξέρουμε πώς, ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ αὐτονομία τῶν χαρακτήρων σ᾿  ἕνα πεζογράφημα, τόσο λιγότερο γίνεται αἰσθητή ἡ προσωπική βούληση τοῦ συγγραφέα. Μιά βούληση πού στά τελειότερα πεζογραφήματα τείνει οὐσιαστικά πρός τό μηδέν. Στά κείμενα τοῦ Τζάλλα ἡ «ἀπόσβεση τῆς προσωπικότητας» τοῦ συγγραφέα ἔχει συντελεστεῖ σέ βαθμό πού προκαλεῖ αἴσθηση. Ἔχει κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἀφοῦ φέρνει τούς χαρακτῆρες του σέ ἐπαφή τούς ἀφήνει ἔπειταν νά αὐτενεργήσουν, ἐνῶ ὁ ἴδιος παρακολουθεῖ ἁπλῶς τίς ἀντιδράσεις τους. Θά ἔλεγα μάλιστα πώς πειραματίζεραι σάν τόν βιολόγο πού, ἀφοῦ φέρνει στό ὀπτικό πεδίο τοῦ μικροσκοπίου του δύο διααφορετικούς μικροοργανισμούς, παρακολουθεῖ μετά τή συμπεριφορά τους. Αὐτή ἡ ἰδεολογική ἀπουσία τοῦ συγγραφέα ἀπό τά γραφτά του θά ἦταν δυνατό νά ἀξιολογηθεῖ ἀρνητικά. Σάν φυγή δηλαδή ἤ λιποταξία ἀπό τά προβλήματα καί τούς ἀγῶνες τῆς ἐποχῆς του. Καί ξέρουμε πώς τέτοιες κατηγορίες δέν ἔλειψαν στόν καιρό μας. Πρόκειται ὅμως γιά κατηγορίες, οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν τήν τέχνη ὑποτελή στά διάφορα ἰδεολογικά «δέον». Στήν πραγματικότητα ἐντούτοις ἡ τέχνη κάτω ἀπό τό βάρος τέτοιων δεόντων παθαίνει ἀσφυξία. Κι εἶναι ἁπλῶς ζήτημα συγγραφικῆς ἀκεραιότητας τό νά μήν ἐνδίδουν οἱ λογοτέχνες στίς ὁποιεσδήποτε μορφές ἰδεολογικοῦ ραγιαδισμοῦ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἰδεολογική «ἀνεξιθρησκεία» τοῦ Τζάλλα στά πεζά του δηλώνει πρίν ἀπ᾿ ὅλα συγγραφική ἀκεραιότητα. Καί τό τί ἀντιστάσεις χρειάστηκε νά ξεπεράσει γιά νά φτάσει σέ μιά τέτοια στάση, θά πρέπει, γιά νά τό συλλάβει κανείς, νά μεταφερθεῖ σέ κεῖνες τίς δεκαετίες πού δέν ὑπῆρχε ἰδεολογική χαλάρωση καί τάση νά βλέπουμε καί νά κρίνουμε τά πράγματα ψύχραιμα.

Γιά τούς πεζογράφους τῆς ἐπαρχίας ὑπάρχει πάντοτε, πιστεύω, ὁ πειρασμός τῆς ἠθογραφίας. Εἶναι ἡ διαρκής πρόκληση τοῦ ὑλικοῦ πού ὑπάρχει γύρω τους. Εἶναι ἡ παράδοση πού ὑποθάλπει τόν προσανατολισμό πρός τό εἶδος. Κι εἶναι ἡ σιγουριά πού νιώθει κανείς, ὅταν κινεῖται κι ἐνεργεῖ μέσα στά δικά του νερά. Ἐξάλλου πρόκειται γιά μιά βολική λύση, ἀφοῦ τά ὅρια ἀνάμεσα στήν τυπική ἠθογραφία καί στή λογοτεχνία εἶναι ἀσαφή καί δισδιάκριτα. Βέβαια μέ ἠθογραφικό ὑλικό μπορεῖ νά ἀρθρώσει κανείς λογοτεχνία καί μάλιστα λαμπρή λογοτεχνία. Ἀλλά ἐδῶ σέ μᾶς τό εἶδος ἀποτέλεσε συχνά λογοτεχνικό ὑποκατάστατο. Καί εἶναι, καθώς πιστεύω, γιά τούς πεζογράφους τῆς ἐπαρχίας ἕνας πειρασμός σιγουριᾶς καί εὐκολίας νά ἐνδίδουν στήν ἠθογραφία. Ὅπως καί νά ᾿χει τό πράγμα ὁ συγγραφέας γιά τόν ὁποῖο μιλῶ δέν καταπιάστηκε μέ ἠθογραφικά θέματα. Ἀκόμη καί τό διήγημα «Χωριάτες», πού θά μποροῦσε νά ᾿ναι ἠθογραφικό, δέν εἶναι ἐξαιτίας τῆς διπλῆς ματιᾶς τοῦ ἀφηγητῆ πρός τούς χωριάτες καί πρρός τόν ἑαυτό του.

Ἐκεῖνο ὅμως πού κάνει τά διηγήματα τοῦ Τζάλλα ἀξιοπρόσεχτα εἶναι τό σημεῖο ἀνατροπῆς τῶν καταστάσεων πού βλέπουμε νά πραγματώνουν. Πρόκειται γιά τό πιό νευραλγικό σημεῖο τῆς πεζογραφίας του, ὅπως ἄλλωστε καί κάθε ἄλλης πεζογραφίας. Τό συναντοῦμε συνήθως πρός τό τέλος τῶν κειμένων καί εἶναι τότε πού μέσα στά κείμενα ἀλλάζει, κατά τα λόγια τοῦ ποιητῆ, «ὁ ρυθμός τοῦ κόσμου». Καί μόνο αὐτό τό γεγονός θά ἀρκοῦσε γιά νά ἀποδώσουμε στόν Τζάλλα τήν ἰδιότητα τοῦ λογοτέχνη. Ἰδιότητα πού μᾶς ἐπιτρέπει νά σκεφτοῦμε πώς ὁ πεζογράφος εἶχε ἔρθει σέ ὀργανική περίπτυξη μέ τό λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Μιά περίπτυξη πού, ὅσοι τή γνωρίσουν ἔστω καί μιά φορά, ξέρουν ἔκτοτε νά διακρίνουν τή γνήσια ἐπαφή μέ τήν τέχνη τους. Ὑπάρχει συνεπῶς τό περιθώριο νά ὑποθέσω πώς ὁ συγγραφέας εἶχε αἰσθανθεῖ τό πάτημα στό ἔδαφος τῆς λογοτεχνίας, εἶχε ἀποκαταστήσει μυστική ἐπαφή μαζί του καί εἶχε ψυχανεμιστεῖ τήν ἀξία τοῦ λογοτεχνικοῦ του εἶναι.

Ἀναφορικά μέ τό ζήτημα τῆς ἔκφρασης θά ἤθελα νά πῶ ἁπλῶς ἐπιγραμματικά πώς τά διηγήματα πού ἀναφέρομαι εἶναι διατυπωμένα μέ λιτό καί ἀπέριττο τρόπο. Θά ᾿λεγα μάλιστα πώς εἶναι τόσο κοσκινισμένα ὥστε δύσκολα θά ἦταν δυνατό νά ἀφαιρεθοῦν κάποιες φράσεις χωρίς ἀρνητικό ἀντίκτυπο στό σύνολο. Μολαταῦτα ἡ γλώσσα τῶν κειμένων δέν προδίνει ἐργαστηριακή ἐπεξεργασία.

Εἶπα στήν ἀρχή πώς ὁ συγγραφέας ἀδιαφόρησε γιά τήν τύχη τοῦ ἔργου του. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια. Ἀλλά καί οἱ ἄλλοι, φίλοι του καί μή, ἀντιμετώπισαν τή δουλειά του μέ τήν ἴδια ἀδιαφορία. Ἐκτός, ὅσο γνωρίζω, ἀπό μιά-δυό ἐξαιρέσεις, τά κείμενα τοῦ Τζάλλα ξεχάστηκαν καί εἶναι σάν νά μή γράφτηκαν ποτέ. Θά ὑπάρχουν ἀσφαλῶς γιά τοῦτο, πέρα ἀπό τήν ἀδιαφορία τοῦ συγγραφέα, ὁρισμένοι ἐπιπλέον λόγοι. Κι ἕνας ἀπό αὐτούς θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἰδεολογική οὐδετερότητα πού παρουσιάζουν. Γιά μένα πάντως, πού δέν ἐκτίμησα τή δουλειά τοῦ πεζογράφου παρά μέ μεγάλη καθυστέρηση, ἡ κυριότερη αἰτία ἦταν ἡ ἀκόλουθη. Ἡ δεκαετία τοῦ 1960 ὑπῆρξε, καθώς ξέρουμε, δεκαετία προπάντων τοῦ Κάφκα καί τοῦ Νέου Γαλλικοῦ Μυθιστορήματος. Παράλληλα στό θέατρο εἶχαν ἐμφανιστεῖ καί συζητιόνταν τά ὀνόματα τοῦ Ἰονέσκου, τοῦ Μπέκετ, τοῦ Ἄλμπη, τοῦ Ἀραμπάλ, τοῦ Πίντερ, κ.ἄ. Ἐνῶ στόν κινηματογράφο τή νέα αἰχμή ἀντιπροσώπευαν ὁ Φελλίνι, ὁ Μπέρκμαν, ὁ Ἀντομιόνι, ὁ Γκοντάρ, ὁ Ρενέ, ὁ Τρυφώ, κ.ἄ. Ἦταν μιά δεκαετία, ὅπως θά λέγαμε, πρωτοποριακῶν ἀναζητήσεων, ἡ ὁποία δέν ἄφηνε ἀνεπηρέαστα τά πνεύματα κι ἐδῶ στόν τόπο μας. Γιά μένα τότε, καί ἀρκετά πιστεύω στήν κοινή ἀντίληψη, πρωτοπορία σήμαινε προάντων νεοτερισμός στόν τομέα τῆς τεχνικῆς. Ἔτσι πίστευα πώς τό περισσότερο γιά ἕναν καλλιτέχνη ἦταν νά καταφέρει νά ἐκφραστεῖ μέ ὁρισμένη πρωτόφαντη τεχνική. Εἶχα λοιπόν τά μάτια στραμμένα πρός τό πάνθεον τῶν πρωτοποριῶν καί ἐνθουσιαζόμουν μέ κάθε νέα τους ἐκδήλωση. Φυσικά μ᾿ ἕναν τέτοιο προανατολισμό ἦταν ἀδύνατο νά δῶ καί νά ἐκτιμήσω ὅ,τι ἀξιόλογο ὑπῆρχε στά κείμενα τοῦ Τζάλλα. Μοῦ φαίνονταν μάλιστα ἀσυγχώρητα ὀπισθοδρομικά. Δείγματα περισσότερο τοῦ καθυστερημένου ἐπαρχιακοῦ πνεύματος, τό ὁποῖο δέν εἶχε πάρει ἀκόμη μυρωδιά σέ τί περίοδο καλλιτεχνικῆς καί λογοτεχνικῆς κοσμογονίας ζούσαμε… Ἔκρινα σίγουρα μέ τόν φανατισμό καί τήν ἀνωριμότητα τῆς νιότης πού ταυτίζει συνήθως τό νεοτερικό μέ τό ἀξιόλογο… Πέρασε ἀπό τότε ἀρκετός καιρός. Μαζί ξεθύμαναν καί κάμποσες πρωτοποριακές ἐξάρσεις. Σήμερα, μετά ἀπό πικοίλες περιπλανήσεις σέ διάφορες πρωτοπορίες, ἔχω καταλήξει νά πιστεύω πώς ἡ κάθε πρωτοπορία ὡς νεοτερική τεχνική δέ συνεπάγεται ἀπαραίτητα ἀνάλογη καλλιτεχνική ἀξία. Ἔτσι, εἰδικότερα γιά τό συγκεκριμένο ζήτημα, τά κείμενα δηλαδή τοῦ Τζάλλα, ἔχω ἀλλάξει γνώμη. Κι ἀλήθεια δέν πιστεύω πώς ἡ παραδοσιακή τεχνική τους ἀποτελεῖ μειονέκτημα. Ἀντίθετα θεωρῶ τήν ἰδεολογική ἀνεξαρτησία τους, τό σημεῖο τῆς ἀνατροπης τῶν καταστάσεων στίς ὁποῖες ἀναφέρονται καί τόν λιτό τρόπο πού εἶναι ἐκφρασμένα, σίγουρες ἀρετές. Καί θά ᾿λεγα, συμπερασματικά, ὅτι διηγήματα ὅπως τά: «Χρονικό τῆς κατοχῆς», «Περιμένοντας τό φέρρυ-μπώτ», «Ἀκίνδυνη μάχη», «Χωριάτες», «Ἡ δεσποινίδα Φοβία», «1946», «Ἡ θυσία», «Κι ἔξω ἡ νύχτα…», δέ θά ᾿πρεπε νά λείπουν ἀπό τίς σελίδες καμιᾶς σύγχρονης ἀνθολογίας τῆς πεζογραφίας.

 

Τά Γιάννινα εὐτύχησαν μεταπολεμικά νά περάσουν στίς σελίδες τριῶν ἀξιόλογων πεζογράφων. Εἶναι κατά χρονολιγικά σειρά, ὁ Δημήτρης Χατζής, ὁ Κίμωνας Τζάλλας κι ὁ Χριστόφορος Μηλιώνης. Ἀπό αὐτούς ὁ Χατζής κέρδισε, μέχρι τώρα τουλάχιστο, τήν ὑστεροφημία. Ὁ Μηλιώνης εἶναι ἐπάξια γνωστός. Ὁ Τζάλλας ὅμως παραμένει ἀγνοημένος. Δέν νομίζω πώς ἔχουμε κανένα ἠθικό χρέος νά ἐπαινοῦμε πέρα ἀπό τήν ἀξία τους τούς πεθαμένους συγγραφεῖς. Ἀλλά οὔτε καί τούς ζωντανούς. Ἡ λογοτεχνία, ὡς λογοτεχνία, εἶναι ἀπρόσωπη. Παλιότερα, μέ βάση τήν ἀκαδημαϊκή ἀντίληψη τῶν πανεπιστημίων μας, ἐπικρατοῦσε ἡ ἄποψη πώς σπουδαῖοι συγγραφεῖς ἦταν μόνο ὅσοι εἶχαν ζήσει στό παρελθόν. Σήμερα ἔχουμε φτάσει στό ἄλλο ἄκρο καί προσέχουμε κυρίως τίς ἐκδόσεις τῆς στιγμῆς. Ἔχω τή γνώμη πώς καί οἱ δύο τάσεις, ἡ παλιότερη καί ἡ τωρινή, ὡς μονομερεῖς, εἶναι ἐξίσου προϊόντα πνευματικῆς ἀνεπάρκειας. Γι᾿ αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία τό πῶς ἀντιμετωπίζουμε τό λογοτεχνικό παρελθόν σέ σχέση μέ τό παρόν καί ἀντίστροφα. Γιατί ἐκεῖ πάνω κρίνεται ἡ πνευματική μας ἐπάρκεια. Σέ περιπτώσεις ὅπως τοῦ Τζάλλα εἶναι χρέος μας, ὄχι πρός τόν πεζογράφο, νά μήν ἀφήσουμε τά κείμενά του νά μένουν ἄγνωστα. Καί θά εὐχόμουν νά ἀναλάβαινε κάποιος ἐκδοτικός οἶκος νά τά ἐκδώσει, ὥστε νά γίνουν σχετικά γνωστά καί νά κριθοῦν κατά τό μέτρο τῆς ἀξίας τους.

* Κείμενο ὁμιλίας πού ὀργάνωσε ἡ Ἑταιρεία Συγγραφέων στή μνήμη τοῦ μέλους της Κίμωνα Τζάλλα, στήν αἴθουσα τῆς Ἑταιρείας Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί Γενικῆς Παιδείας. Ἀθήνα, Παρασκευή, 12 τοῦ Μάη 1989.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.