Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο

Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο.
Μυθιστόρημα (1926)

Τό μυθιστόρημα αὐτό ἀδικήθηκε ἀπό τίς περιστάσεις. Ἡ Πολυδούρη τό ἔγραψε τό 1926 κάπου ποντά στό Αἴγιο κι ἔπειτα, ἀφήνοντάς το σέ χέρια φίλων της νά τό προωθήσουν πρός ἔκδοση, ἔφυγε γιά τό Παρίσι. Δύο ἐκδότες, στούς ὁποίους ἀπευθύνθηκαν οἱ φίλοι της, ἀρνήθηκαν νά τό τυπώσουν. Ἔκτοτε, μετά τόν πρόωρο θάνατο τῆς ποιήτριας, ἔμεινε στά κατάλοιπά της. Στήν πρώτη ἔκδοση τῶν Ἀπάντων1 της δέν συμπεριλήφτηκε. Δημοσιεύτηκε ὅμως στή δεύτερη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων ,2 ὅπου βρίσκουμε τήν ἀκόλουθη παρατήρηση τοῦ ἐπιμελητῆ. «Ἀλλά ὅ,τι δίστασε νά πεῖμέ τήν ποίησή της , δέ δεσμεύεται νά τό πεῖ μέ τόν πεζό λόγο. Ἐλάχιστα στό ἡμερολόγιο καί πολύ περισσότερο στήν ἄτιτλη νουβέλα της δίνει ἀρκετά στοιχεῖα γιά τή νοοτροπία καί τό κλίμα τῆς ἐποχῆς, σαρκάζοντας τίς συμβατικότητές της. Σέ αὐτό, ἄλλωστε, ὀφείλεται καί ἡ κάποια ἀξία τοῦ ἀδύνατου πεζογραφήματος, πού πρέπει νά γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ ᾿26, ὅταν ἡ ποιήτρια παραθέριζε στή Φτέρη τοῦ Αἰγίου.»3 Τό 2014 ἔχουμε ἐπανέκδοση τοῦ μυθιστορήματος, ἀπό τή Χριστίνα Ντουνιᾶ, μέ τίτλο Ρομάντσο.4 Ἔχει σημασία νά δοῦμε μερικά σημεῖα ἀπό τήν «Εἰσαγωγή» τῆς ἐπιμελήτριας.
«Στήν παρούσα ἔκδοση συγκεντρώνονται γιά πρώτη φορά σέ χωριστό τόμο ὅλα τά εὑρισκόμενα πεζά τῆς Μαρίας Πολυδούρη. Πρόκειται γιά μιά ὁμάδα κειμένων πού ἀνήκουν σέ διαφορετικά εἴδη: μυθιστόρημα, ἡμερολόγιο, αὐτοβιογραφία, ἐπιστολική πεζογραφία, ἄλλα ὁλοκληρωμένα καί ἄλλα ἡμιτελή. Χωρίς ἀμφιβολία τό πιό σημαντικό ἀνάμεσα στά πεζά της εἶναι τό μυθιστόρημα πού ἔγραψε τό 1926 σέ ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων χρόνων καί τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τά καινούργια στοιχεῖα τῆς ἔρευνας, προόριζε γιά ἔκδοση. Ἴσως μάλιστα ἄν αὐτό τό νεανικό, ἀλλά πολύ ἐνδιαφέρον, ἔργο ἐκδιδόταν στήν ὥρα του, ὅπως ἡ ἴδια ἐπιθυμοῦσε, ἡ θέση της στήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας θά ἦταν διαφορετική.»5 «…καί ἄν τά ποιήματά της μέ τήν ἑνότητα τοῦ ὕφους, τήν εἰλικρίνεια τοῦ αἰσθήματος καί τήν καλλιτεχνική ὡριμότητα εἶναι αὐτά πού κυρίως καταξιώνουν τήν ποιήτρια, θεωρῶ ὅτι τό μυθιστόρημά της ἀξίζει μιά ἐπανεκτίμηση. Γιατί ἡ πρωτοποριακή γραφή τοῦ Ρομάντσου τῆς Πολυδούρη συνιστᾶ ἕνα πρώιμο δεῖγμα τῆς νεωτερικῆς στροφῆς τοῦ σύγχρονου ἑλληνικοῦ μυθιστορήματος.»6 «Τό νεανικό αὐτό ἔργο τῆς Πολυδούρη, παρά τίς ἐπιμέρους ἀστοχίες του, εἶναι ἕνα ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρον ἐγχείρημα πού χαρακτηρίζεται ἀπό πρωτοτυπία καί ἀφηγηματική τόλμη, καί εἶναι γραμμένο μέ μιά σύνθετη τεχνική ἐγκιβωτισμοῦ μέσα στό μυθιστόρημα ἑνός δεύτερου μυθιστορήματος.»7 «Τό νόημα, ἤ ἴσως τό μάθημα, πού μᾶς προτείνει τό Ρομάντσο εἶναι ὅτι ἡ πραγματικότητα πρέπει νά ἀναζητηθεῖ καί νά δημιουργηθεῖ, μέσα ἀπό μιά διαδικασία στήν ὁποία ἡ δημιουργία θά φανερώνεται σάν ἀποκάλυψη. Μάθημα πολύτιμο, τόσο γιά τόν ἀναγνώστη, ὅσο καί γιά τήν ἴδια τή συγγραφέα πού κύριο θέμα καί κεντρικό της μέλημα εἶναι ὁ ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου μέ ὁ,τιδήποτε τόν ἐμποδίζει νά εἶναι αὐθεντικός, μέ ὁ,τιδήποτε εἶναι ἀντίθετο στήν ἀκεραιότητα καί τήν ὁλοκλήρωσή του.»8 «Ἡ ἀνώνυμη ἀφηγήτρια τοῦ μυθιστορήματος εἶναι διανοούμενη μέ ἰσχυρές τάσεις κοινωνικῆς κριτικῆς καί ἔντονη διάθεση ἀναστοχασμοῦ.»9
Συνοψίζω. Τό μυθιστόρημα τῆς Πολυδούρη ἔμεινε ἀδημοσίευτο ὥς τη δεύτερη ἔκδοση τῶν Ἁπάντων της τό 1981. Πέρασε ὅμως ἀπαρατήρητο καθώς ὁ ἐπιμελητής τοῦ τόμου δέν εἶχε τήν κριτική ἑτοιμότητα νά προχωρήσει στήν ἀξιολoγική ἐκτίμησή του. Κάτι πού ἔγινε μέ τή δεύτερη ἔκδοσή του, μαζί μέ ἄλλα πεζά τῆς ποιήτριας, ἀπό τή Χριστίνα Ντουνιά τό 2014. Ἡ Ντουνιά, ἀφοῦ ἀναφέρθηκε στήν προηγούμενη τύχη τοῦ ἔργου, ἐπισήμανε τήν ἱστορική καί αἰσθητική σημασία του, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι τό πεζογραφικό τάλαντο τῆς Πολυδούρη.
Ἐρώτημα. Πόθεν ἡ ἀνομασία Ρομάντσο; Ἡ συγγραφέας ἄφησε ἄτιτλο τό πεζογράφημά της. Τό ὄνομα «ρομάντσο» ἀπαντάει μία φορά μέσα στό κείμενο ἀπό τήν ἀνώνυμη ἀφηγήτριά του, ἀλλά ἀναφορικά μέ τό δεύτερο μόνο μέρος τοῦ ἔργου.10 Καί ὡς γενική ὀνομασία λέγεται ἀπό ἐκδότρια περιοδικοῦ, ἐκτός κειμένου, σέ συζήτηση μέ τήν Πολυδούρη κατά τήν τελευταία περίοδο τῆς ζωῆς της.11 Πατώντας προφανῶς πάνω σ᾿ αὐτές τίς δυό ἀναφορές ἡ Ντουνιά ἔκρινε σκόπιμο νά δώσει τόν συγκεκριμένο τίτλο στό μυθιστόρημα.

***

Ἄς ρίξουμε πρῶτα μιά ματιά στόν θεματικό σκελετό τοῦ ἀφηγήματος. Ἀπαρτίζεται ἀπό δύο μέρη. Τό πρῶτο μέρος, πού καλύπτει 67 σελίδες (ἔκδοση τῆς Ντουνιά), χωρίζεται σέ 14 κεφάλαια. Τά κεφάλαια αὐτά μᾶς δίνονται ἀπό ἀνώνυμη ἀφηγήτρια, ἡ ὁποία στήν πορεία τῆς ἀφήγησης ὥς ἕνα τουλάχιστο βαθμό αὐτοσκιαγραφεῖται ἔμμεσα. Προέρχεται ἀπό μιά ἐπαρχιακή πόλη τῆς Πελοπονήσου ὅπου φοίτησε στό γυμνάσιο, ὅπως καί τά συνομήλικά της πρόσωπα τοῦ ἔργου (Αἰμίλιος, Ἀφρούλα, Λεωνίδας, Ἀλέξης, Κούλης). Τώρα ζεῖ στήν Ἀθήνα, χωρίς νά εἶναι φανερό πώς ἐργάζεται κάπου. Εἶναι πάντως ἀρκετά καλλιεργημένη, ὥστε νά συζητάει ἄνετα μέ μορφωμένους καί νά κρίνει τό περιβάλλον της. Τά 14 κεφάλαια, σύμφωνα πάντα μέ τήν ἀφηγήτρια, γράφονται σέ ἕνα περίπου χρόνο -ἀπό ἕνα κάποιο φθινόπωρο μέχρι τό τέλος ἑνός κάποιου Αὔγουστου. Τό πραγματολογικό ὡστόσο ὑλικό ἀφορᾶ, τόσο αὐτό τό διάστημα (ἄς τό ποῦμε παρόν), ὅσο καί συμβάντα πού προηγήθηκαν μερικά χρόνια νωρίτερα (ἄς τό ποῦμε παρελθόν). Ἔτσι ἔχουμε ἀφήγηση σέ δύο χρόνους, ἄλλοτε σέ παροντικό χρόνο καί ἄλλοτε σέ παρελθοντικό. Τό πρῶτο κεφάλαιο π.χ. ἀναφέρεται σέ κάτι πού ἔγινε «κάμποσα χρόνια» πρίν, ἐνῶ οἱ πράξεις καί τά βάσανα τῆς ὑπηρετριούλας «Ντουλτσινέας» (παρατσούκλι πού τῆς κόλλησε ἡ ἀφηγήτρια) ἀναφέρονται σέ παροντικό χρόνο. Γενικότερα τό παροντικό ὑλικό πηγάζει ἀπό ὅσα συμβαίνουν στό σπίτι πού ἔχει νοικιασμένο δωμάτιο (κάπου πρός τά Ἐξάρχεια) ἡ ἀφηγήτρια: κακή γριά σπιτονοικοκυρά, «Ντουλτσινέα», «Ἀηδονάκι», Ἑλένη. Κι ἐπίσης ἀπό συζητήσεις στό συνοικιακό καφενεῖο «Νέστορας», πού συχνάζει ἡ παρέα τῆς ἀφηγήτριας, καί ἀπό συζητήσεις της μέ τόν γιατρό Αἰμίλιο καί τή φίλη της Ἀφρούλα. Τό παρελθοντικό ὑλικό ἀφορᾶ κυρίως τίς σπουδές τῶν συμπατριωτῶν της στό Παρίσι καί τή σχέση τους μέ πρόσωπα τῆς Ἀθήνας. Κεντρικό πρόσωπο τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Λεωνίδας Ρόδης, συμμαθητής καί ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Αἰμίλιου. Πρόκεται γιά ἕναν πολυτάλαντο νέο μέ σημαντικές ἐπιδόσεις στή μουσική, στή ζωγραφική καί στή λογοτεχνία. Ἄτομο ἰδιόρρυθμο, μέ ἔντονη προσωπική ἀκτινοβολία στους συνομήλικούς του, αὐστηρό κριτή τῆς ὑποκρισίας καί τῆς συμβατικότητας. Ὁ Αἰμίλιος ἔχει πεῖ σέ ἀνύποπτο χρόνο ὅτι ὁ Λεωνίδας ἦταν ἀνεπίληπτος καί «σιδερένιος» ἠθικά χαρακτήρας. Κι αὐτό πίστευε ὅλη ἡ παρέα. Ἡ πανέμορφη Ἀφρούλα ἦταν ἐρωτευμένη μαζί του ἀπό τά μαθητικά χρόνια ὥς τά τώρα πού ἤδη ἦταν παντρεμένη, ἀλλά ἐκεῖνος δέν ἀνταποκρινόταν. Κι ὅμως ἀνταποκρίθηκε ὅταν εἶχε φλογερό ἐρωτικό δεσμό μέ τή Δανάη, τήν ὁποία ἔμελλε νά παντρευτεῖ… Γεγονός πού, γιά τούς φίλους του, ἦταν ἕνα ἀπογοητευτικό ξάφνιασμα, τέτοιο πού σήμαινε τήν ἀποκαθήλωσή του. Κάτι σάν τήν πτώση ἑνός εἰδώλου τους.
Τό δεύτερο μέρος, πού καλύπτει 57 σελίδες τοῦ κειμένου, ἀποτελεῖ σύνθεση δύο στοιχείων. Τό ἕνα καί κυριότερο εἶναι ἕνα αὐτοβιογραφικό ἀφήγημα, δίκην μυθιστορήματος, τοῦ Λεωνίδα Ρόδη (ψευδώνυμος ἐδῶ ὡς Λέων Κίβρας), πού ἔλαβε ταχυδρομικῶς ὁ Αἰμίλιος, ὅταν παραθέριζε τόν Αὔγουστο στό Ἀκροβούνι, ὅπου τόν ἀκολούθησε ἀργότερα καί ἡ ἀφηγήτρια. Τό ἄλλο ἀπαρτίζεται ἀπό δεκαοχτώ σχόλια πού γίνονται κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ ἀφηγήματος. Ὁ Αἰμίλιος διαβάζει καί ἡ ἀφηγήτρια ἀκούει. Ὁ Αἰμίλιος πού ἦταν συμμαθητής καί στενός φίλος τοῦ Λεωνίδα γνωρίζει πολλά ἀπό τή ζωή του, ἀλλά ὄχι ὅλα. Ὁ Λεωνίδας, στό αὐτοβιογραφικό ἀφήγημά του, γράφει πώς ἦταν μοναχογιός πλούσιου γαιοκτήμονα. Ὅτι ἀγαποῦσε τά βιβλία ἀπό μικρός καί εἶχε τήν εὐχέρεια νά τά ἀποκτάει. Ὅτι τελικά ἡ ὅλη καλλιέργειά του στάθηκε ἐξαιρετική, μέ ἰδιαίτερες ἐπιδόσεις στή μουσική, στή ζωγραφική καί στή λογοτεχνία. Ἀπό τά παιδικά του χρόνια ἔδειξε ἀνεξαρτησία πνεύματος καί ροπή πρός μιά ὑπερήφανη μοναχικότητα. Ἀκόμα καί στή μάνα του πού τόν λάτρευε φέρθηκε σέ μεγάλο βαθμό ἄκαρδα. Στήν τελευταία τάξη τοῦ τότε γυμνασίου μετοίκησε στήν Ἀθήνα, ὅπου μετά από κάποιο διάστημα ἀκόλαστης ζωῆς μέ κατάληξη ἕνα θλιβερό ἐπεισόδιο σέ βάρος του, ἔτρεξε νά μείνει στό σπίτι τῶν γέρων θείων του καί νά συνετιστεῖ. Ἀπό τούς θείους του ἔφυγε ὅταν γνώρισε κι ἐρωτεύτηκε τή Δανάη τήν ὁποία ἀκολουθεῖ, μέ κάποια καθυστέρηση καί στό Παρίσι, ὅπου ἔγραψε καί ταχυδρόμησε τό ἀφήγημά του στόν Αἰμίλιο. Ὁ Αἰμίλιος γνώριζε ἤδη τί εἶχε τρέξει, πρίν φύγει ὁ Λεωνίδας γιά τό Παρίσι, ἀνάμεσα στήν Ἀφρούλα καί στόν φίλο του. Δέν γνώριζε ὅμως πολλές πτυχές ἀπό τή δράση τοῦ φίλου του. Κυρίως δέν γνώριζε τά δυσάρεστα, τήν ἐρωτική περίπτυξη τοῦ Λεωνίδα μέ τήν ἀγαπητή στή μάνα του ὑπηρετριούλα Μαρούσω καί τήν ἀκόλαστη ζωή του στήν Ἀθήνα μέ κατάληξη τόν νυχτερινό ξυλοδαρμό ἀπό τόν ἄντρα μιᾶς ἐρωμένης του. Αὐτά πολύ χοντρικά. Τό ἄλλο συνθετικό στοιχεῖο τοῦ δεύτερου μέρος ἀποτελεῖται, ὅπως προανάφερα, ἀπό δεκαοχτώ σχόλια Αἰμίλιου-ἀφηγήτριας πάνω στό κείμενο τοῦ Λεωνίδα. Ὅ,τι βγαίνει περισσότερο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι ὁ Αἰμίλιος στάθηκε πάντα «δεύτερος» στή σχέση του μέ τόν Λεωνίδα. Ἐκεῖνος, ὁ Λεωνίδας, εἶχε πάντα τό προβάδισμα ἀπέναντί του, ἰδίως στά ἐρωτικά ζητήματα.
Πρέπει νά εἰπωθεῖ ὅτι τό κείμενο-μυθιστόρημα τοῦ Λεωνίδα δέν διαβάζεται ὁλόκληρο. Ἐπανειλημμένα ὁ Αἰμίλιος «γυρίζει» σελίδες γιά νά φτάσει παρακάτω σέ πιό ἐνδιαφέροντα σημεῖα τοῦ ἀφηγήματος. Ἔτσι ὁ ἀναγνώστης γνωρίζει μόνο αὐτά πού διάβασε ὁ Αἰμίλιος.

***

Σύμφωνα μέ τή Χ. Ντουνιά τό δεύτερο μέρος τοῦ Ρομάντσου ἔχει τήν ἔννοια ἑνός ἔνθετου, πού ἐγκιβωτίζεται μέσα στό πλαίσιο τοῦ πρώτου μέρους, πιθανῶς μάλιστα κατά τή σύγχρονη τότε ἀντίληψη τοῦ A. Ζίντ. Πράγματι. Βέβαια ὁ Ζίντ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος θεωρητικός εἰσηγητής αὐτῆς τῆς τεχνικῆς πού τήν έξειδίκεψε καί τήν ἐφάρμοσε στήν πράξη. Ὡστόσο ἡ πρακτική της ἐφαρμογή, χωρίς θεωρητική κάλυψη, εἶχε προηγηθεῖ, ἀφοῦ τή συναντοῦμε καί στήν Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου. Πάντως ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἡ Πολυδούρη εἶχε ὑπόψη της τόν Ζίντ ἤ ὄχι, τό ζήτημα εἶναι ὅτι μέ τήν τεχνική τοῦ ἐγκιβωτισμοῦ θά μποροῦσε νά γράψει, τόσο ἕνα ἔξοχο ἔργο, ὅσο κι ἕνα ἔργο χαμηλῆς στάθμης.
Μιά ἄλλη παρατήρηση τῆς Χ. Ντουνιά ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον. Βρίσκεται στό τέλος τοῦ πρώτου ἀποσπάσματος πού παράθεσα παραπάνω. Πρόκειται γιά τήν ἀκόλουθη: «Ἴσως μάλιστα ἄν αὐτό τό νεανικό, ἀλλά πολύ ἐνδιαφέρον, ἔργο ἐκδιδόταν στήν ὥρα του, ὅπως ἡ ἴδια ἐπιθυμοῦσε, ἡ θέση της στήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας νά ἦταν διαφορετική.»12 Ὁ ὑπαινιγμός εἶναι νομίζω σαφής. Τό ἔργο δέν ἐκδόθηκε στήν ὥρα του καί ἡ ἄποψη γιά τήν Πολυδούρη ὑπῆρξε πλημμελής. Τώρα ὅμως πού ἐκδόθηκε εἶναι καιρός νά ἀποκατασταθεῖ ἡ συγγραφέας στή συνείδησή μας. Νά ἀνατοποθετηθεῖ σέ ἀνώτερη στάθμη ἡ λογοτεχνική της παρουσία. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ρομάντσου, ἀνεβάζει σημαντικά τίς μετοχές τῆς Πολυδούρη στό λογοτεχνικό μας χρηματιστήριο. Κάτι πού ἐλπίζω νά φανεῖ καί ἀπό τίς ἑπόμενες σελίδες.
Ἔχει γραφτεῖ ἐπίσης πώς τό Ρομάντσο εἶναι ἔργο νεανικό. Πράγματι τό ἔγραψε ἡ Πολυδούρη στά εἰκοσιτέσσερά της χρόνια, δηλαδή πολύ νέα. Μολαταῦτα, ἄν ξεχάσουμε τήν ἡλικία της καί ἀφήσουμε ἐλεύθερη τήν αἴσθησή μας νά σταθμίσει τήν πλευρά τῆς ὡριμότητας τοῦ ἔργου, δέν νομίζω πώς μένουμε μέ τήν ἐντύπωση μιᾶς νεανικῆς προσπάθειας. Γιατί διαθέτει στοιχεῖα (χαρακτῆρες, διαλογικότητα, δράση, ἀνατρεπτική ἐξέλιξη, ὑπερλογικά κίνητρα), τά ὁποῖα δέν ἀπέχουν ἀπό τό νά συνθέτουν τήν εἰκόνα μιᾶς προχωρημένης συγγραφικῆς ἀντίληψης. Τελικά, θά ρωτοῦσε κανείς, εἶναι τό Ρομάντσο ἕνα ἔργο πού δέν ἔχει νεανικά ψεγάδια; Δέν θά ᾿λεγα πώς δέν ἔχει. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι πώς, παρά τά ὅποια ψεγάδια του, προέχουν οἱ ἀρετές του πού τό δικαιώνουν. Ἄλλωστε καί τά καλύτερα μυθιστορήματα πού ἔχουν γραφτεῖ διακρίθηκαν γιά τίς ἀρετές τους, παρά γιά τίς ὄχι λίγες συχνά ἀδύνατες στιγμές τους.

Τό Ρομάντσο τῆς Πολυδούρη εἶναι ἕνα ἀστικό ἀφήγημα στό θέμα του, στόν πληθυσμό του καί στή γλώσσα του. Κι ἄν ἔλειπαν τά ζακυνθινά διηγήματα τοῦ Ξενόπουλου, θά ἔλεγα πώς εἶναι τό πρῶτο καθαρά ἀστικό νεοελληνικό ἀφήγημα. Γιατί ἡ Κερένια Κούκλα τοῦ Χρηστομάνου διαδραματίζεται στήν περιφέρεια μιᾶς μισοαγροτικῆς Ἀθήνας, ἐνῶ τό Φθινόπωρο τοῦ Χατζόπουλου, μ᾿ ὅλα τά ἀστικά στοιχεῖα του, μένει γεωγραφικά ἀπροσδιόριστο. Ὅπως καί νά ᾿ναι αὐτές οἱ διακρίσεις εἶναι τυπικές καί δέν ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία.
Δέν εἶναι ὅμως τυπικό γνώρισμα ἡ ζωντάνια τῶν χαρακτήρων. Πρῶτα πρῶτα δέν ἔχουμε μουντούς χαρακτῆρες, χωρίς δηλαδή σαφή περιγράμματα καί προσωπικές ἰδιαιτερότητες. Ὁ Λεωνίδας, ἡ Ἀφρούλα, ὁ Αἰμίλιος, ἡ Ντουλτσινέα, ὁ Κούλης, ἔχουν τή δική τους προσωπικότητα. Τέτοια πού ἡ δράση καί τά λόγια τους νά συνθέτουν ξεχωριστές ἀνθρώπινες φιγοῦρες. Ἀξίξει νά προσέξουμε τόν «δεύτερο», σέ σχέση μέ τόν Λεωνίδα, Αἰμίλιο. Ὁ Αἰμίλιος, ἄν καί ἔντονα κοινωνικός, εἶναι ἀρκετά διστακτικός καί ἄτολμος, σέ ἀντίθεση μέ τόν Λεωνίδα. Γεγονός πού τοῦ δημιουργεῖ ψυχικά ἀνικανοποίητα, τά ὁποῖα φέρνει στήν ἐπιφάνεια ἡ ἀφηγήτρια. Αὐτή ἡ λεπτή σκιαγραφία τοῦ Αἰμίλιου ἀπέναντι στόν Λεωνίδα δείχνει τήν ἱκανότητα τῆς Πολυδούρη νά πιάνει τά πρόσωπά της σέ ὅ,τι βαθύ καί ἰδιαίτερο τά καθιστᾶ στήν ἀντίληψη τοῦ ἀναγνώστη ὑπαρκτά. Μέ τήν ἴδια διεισδυτική ματιά μᾶς δίνει ἡ συγγραφέας τήν Ἀφρούλα, τήν Ντουλτσινέα, τόν Κούλη, τόν Ἀλέξη, τή Δανάη καί τό εὐρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τῆς ἐποχῆς. Ἐπιφυλάξεις μπορεῖ νά ἔχει ἴσως κανείς γιά τό πρόσωπο τῆς Μαρούσως καί τή σχέση της μέ τόν Λεωνίδα.
Ἀνάλογο γνώρισμα ἀποτελεῖ ἡ φυσική ροή τοῦ λόγου ἀνάμεσα στά πρόσωπα τοῦ ἔργου. Ὁ διάλογός τους ἀποτελεῖ δεῖγμα τῆς διαφορετικῆς ὑποκειμενικότητάς τους. Ὁ διάλογος τῆς, ἔξω ἀπό τόν χορό, ἀφηγήτριας δείχνει τήν παιδεία της καί τήν ἐλεύθερη κριτική στάση της. Ὁ λόγος τῆς Ντουλτσινέας φανερώνει πόσο ἁγνά εἶναι τά αἰσθήματά της, ἀλλά καί πόσο ἀνυπεράσπιστη εἶναι ἡ θέση της μέσα στό ἀθηναϊκό περιβάλλον. Ἀνάλογα προσδιοριστικός εἶναι ὁ διαλογικός λόγος τοῦ Αἰμίλιου, τῆς Ἀφρούλας καί τῶν ἄλλων προσώπων. Τό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου βασίζεται κυρίως στόν διάλογο πού καλύπτει τή μεγαλύτερη ἔκτασή του. Τά κεφάλαια 7, 8 καί 12 βασίζονται μόνο ἤ σχεδόν στόν διάλογο, σέ βαθμό πού θά μποροῦσε ἕνας συγγραφέας νά χάσει τό μέτρο ἀνάμεσα στό λίγο καί στό πολύ, στό ἐντυπωσιακό καί στό κοινότοπο. Στήν περίπτωση τοῦ Ρομάντσου δέν νομίζω πώς χάνεται ἡ ἰσορροπία τῶν πραγμάτων. Θά ᾿λεγα συνεπῶς ὅτι οἱ διάλογοι ἀνάμεσα στά πρόσωπα τοῦ ἔργου ἀναδείχνουν τίς ξεχωριστές ἰδιοσυγκρασίες τους.
Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος εἶναι κεφαλαιῶδες ὅτι, πέρα ἀπό τά πρόσωπα καί τούς διάλογους, ἔχουμε στοχεῖα ἀνατρεπτικῆς ἐξέλιξης. Κυρίως ἀπό τήν πλευρά τῆς Ἀφρούλας καί τοῦ Λεωνίδα πού ἔχουν πρωταγωνιστική παρουσία στό βιβλίο. Ἡ Ἀφρούλα σ᾿ ὅλο τό πρῶτο μέρος εἶναι μιά πολύ ὡραία νέα γυναίκα, μᾶλλον ἐλαφρόμυαλη, πού παντρεύεται ἕναν πλούσιο ἐπιχειρηματία γιά νά προκαλέσει τή ζήλεια καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ Λεωνίδα. Ἡ ἴδια ὁμολογεῖ πώς ὁ Λεωνίδας, τόν ὁποῖο ἀγαπάει σφοδρά ἀπό μαθήτρια, ἔμεινε ἀδιάφορος. Τότε, ὄντας παντρεμένη, στρέφεται πρός τόν Αἰμίλιο, τόν παιδικό φίλο τοῦ Λεωνίδα, καί δημιουργεῖ δεσμό μαζί του. Κάποτε ὅμως καταφέρνει καί μάλιστα ὅταν ὁ Λεωνίδας εἶναι ἐρωτευμένος μέ τή Δανάη πού λείπει στό Παρίσι, νά τόν παρασύρει στό κρεβάτι της. Εἶναι, γιά τούς φίλους του, πού μυρίστηκαν τό γεγονός, ἡ πτώση τοῦ ἠθικά «ἀνεπίληπτου» Λεωνίδα. Στό δεύτερο μέρος, τώρα, τοῦ βιβλίου μαθαίνουμε ὅτι τίς ἑπόμενες μέρες ἀπό τό ἐπεισόδιο αὐτό ὁ Λεωνίδας τά εἶχε χαμένα, τά εἶχε μέ τόν ἑαυτό του καί δέν ἤξερε πῶς νά ἀντιμετωπίσει τή Δανάη. Τότε ἕλαβε ἕνα πολυσέλιδο γράμμα ἀπό τήν Ἀφρούλα πού τόν φώτισε καί τόν ἔκανε νά ἀλλάξει γνώμη γιά τήν ἴδια. Παραθέτω: «Ὁ Λέων ἔσφιξε τό χαρτί αὐτό [τό γράμμα] κοντά του κι ἔμεινε μέ ὅψη ἔκπληκτη. Εἶχε ναί διαισθανθεῖ τή δύναμη τοῦ πάθους της, μά δέ θά πίστευε ποτέ πώς μιά τόσο φλογερή καρδιά καί μιά τόσο ὥριμη σκέψη ἐκρύβοταν στή δροσερή της ὕπαρξη. Πραγματικά ἡ καρδιά του εἶχε ἀρχίσει νά ἡσυχάζει. Πραγματικά τό γράμμα αὐτό τοῦ γλύκανε τόν πόνο του. Γλυκειά γαλήνη ἁπλώθηκε μέσα του. ‘‘Ἔτσι θά γίνει, ὅπως λέει ἡ Φανή [ψευδώνυμο τῆς Ἀφρούλας μέσα στήν αὐτοβιογραφία τοῦ Λεωνίδα], [ἡ ὁποία τόν συμβουλεύει νά μήν πεῖ τίποτα στή Δανάη]. Αὐτή εἶναι σοφή γυναίκα. Δέν τό πίστευα. Λένε πώς τά μεγάλα πάθη ἐντείνουν καμιά φορά τίς δυνάμεις, ὅπως ἡ ἀρρώστια ἀνανεώνει τόν ὀργανισμό. Δέν γνώριζα παρά μιά ἐρωτότροπη γυναίκα καί εἶναι κάτι πολύ περισσότερο.’’ Ἡ καρδιά του αἰστάνθηκε μιά βαθιά συμπόνεση γιά τή συμμαθήτριά του. Ἄν ἦταν κοντά του, θά γονάτιζε ἐμπρός της γιά νά εὐλογήσει τό ἁμάρτημά τους, ὅπως τό παράγγελνε».13 Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀφρούλας, μέσα ἀπό τό γράμμα της, δέν ἀλλάζει μόνο γιά τόν Λεωνίδα ἀλλά καί γιά τόν ἀναγνώστη. Γιατί δείχνει, πέρα ἀπό τά φαινόμενα, ἄν ὄχι μιά φιλοσοφημένη πάντως μιά ὑποψιασμένη στά ζητήματα τῆς ζωῆς γυναίκα. Ἡ εἰκόνα της ἀλλάζει κι ἀπό τήν ἀπόφασή της νά χωρίσει τελικά τόν ἄντρα της, νά παρατήσει τίς κοσμικές διασκεδάσεις, νά παντρευτεῖ τόν ἐραστή της Ἀλέξη καί νά ζήσει φτωχικότερα μαζί του. Ἔτσι, στό δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου, μᾶς παρουσιάζεται μιά διαφορετική εἰκόνα τῆς Ἀφρούλας. Ἡ περίπτωση τοῦ Λεωνίδα εἶναι ἄλλης κατηγορίας. Πέρα ἀπό ὅ,τι ξέρουμε ἀπό τό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου, στό δεύτερο μέρος μᾶς αὐτοπαρουσιάζεται διαφορετικός μέσα ἀπό τρία-τέσσερα ἐνδεικτικά στοιχεῖα. Τήν ἄπονη συμπεριφορά του ἀπέναντι στή μάνα του, τήν κρυφή νεανική ἕλξη πού τοῦ ἀσκοῦσε ἡ Ἀφρούλα, τό ἐπιπόλαιο φέρσιμό του ἀπέναντι στή Μαρούσω, τήν ἀκόλαστη ζωή του στήν Ἀθήνα πού τερματίστηκε μέ ταπεινωτικό τρόπο. Ἄλλον Λεωνίδα γνωρίζουμε στό πρῶτο μέρος καί ἀρκετά διαφορετικός ἀποκαλύπτεται στό δεύτερο μέρος τοῦ ἔργου, ὅπου μαθαίνουμε τίς μυστικές πτυχές τοῦ χαρακτήρα του.
Ἰδιαίτερη ἐντύπωση κάνει τό θέμα πού ἀφορᾶ τά ἀνεξέλεγκτα, τά ἄλογα κίνητρα, πού παίζουν βασικό ρόλο στή ζωή τῶν προσώπων, ἐνῶ ἡ λογική ἀποτελεῖ μᾶλλον τόν ἀδύνατο παράγοντα. Ἡ Ἀφρούλα θυμᾶται γιά τό Λεωνίδα ὅτι στό σχολεῖο «Τόν θαύμαζαν ὅταν μιλοῦσε. Ἔλεγε ὅλο ἠθικά λόγια, περιφρονοῦσε τούς συμμαθητές του γιατί ἦταν ὅλοι ψεῦτες…».14 Ὁ ἴδιος, πρίν ἀπό τό ἐπεισόδιο μέ τήν Μαρούσω, «… ἀποσύρθηκε στήν κάμαρά του κρατώντας στήν καρδιά του μιά περηφάνεια γιατί μποροῦσε νά πηγαίνει ἀντίθετα στίς κακές του ἐπιθυμίες».15 Ὁ Αἰμίλιος τόν χαρακτηρίζει ἀνεπίληπτο «σιδερένιο ἄνθρωπο». Ὡστόσο στίς πιό κρίσιμες στιγμές του ὁ Λεωνίδας ἀποδείχτηκε ἕρμαιο τῶν ἄλογων, παρορμητικῶν, ἀντιδράσεών του. Σέ ὁρισμένη περίπτωση, στή διατυπωμένη σέ τρίτο πρόσωπο αὐτοβιογραφία του, ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος γιά τόν ἑαυτό του: «Εἶχε μέσα του τόση βεβαιότητα πώς ἡ σκέψη του ἦταν ἀληθινή. Κι ὅμως ἦταν ἀπατημένος σάν ὅλους τούς ἀνθρώπους πού θέλουν νά κρίνουν ὅλα τά πράγματα μέ τό μυαλό, μέ κανόνες καί τεκμήρια, μέ αἰτίες χειροπιαστές».16 Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ Ἀφρούλα στό περίφημο γράμμα της τοῦ γράφει: «Θέλω νά πῶ μονάχα πώς τό λογικό μας δέν εἶναι ἱκανό, δέν ἀρκεῖ γιά τήν ὕπαρξή μας καί πώς ἡ ἀνάμιξή του καμιά φορά σέ ὁρισμένα πράματα περισσότερη σύγχυση παρά φῶς μπορεῖ νά χύσει, περισσότερη καταστροφή παρά ὠφέλεια μπορεῖ νά φέρει».17 Κι ἐπίσης στήν ἴδια σελίδα: «Περνοῦν τόσα ἄλλα πράματα στό ὑποσυνείδητο τῆς ὕπαρξής μας πού ἄν τά ὁμολογούσαμε ἡ ἰσορροπία τῆς ζωῆς μας θά καταστρεφόταν. Καί δέν πρέπει νά τά ὁμολογοῦμε γιατί δέν τά καταλαβαίνουμε». Ἡ ἀφηγήτρια κάποιο διάστημα μετά τήν ἀνάγνωση τῆς αὐτοβιογραφίας τοῦ Λεωνίδα σημειώνει τά ἀκόλουθα. «Κατέβηκα στή βεράντα [τοῦ ὀρεινοῦ ξενοδοχείου]. Βρῆκα τόν Αἰμίλιο μέ πολλή συντροφιά. Ἦταν λιγάκι χλωμός μά πολύ εὔθυμος. Δέ μέ ρώτησε τίποτε γιά τό γράμμα [τήν αὐτοβιογραφία τοῦ Λεωνίδα]. Πότε πότε τό ὕφος του ἦταν ἀλλοιωμένο σά νά παρακολουθοῦσε μιά σκέψη του. Κανένα πουλάκι πηδοῦσε ἀπό κλαρί σέ κλαρί, τοῦ ἔφερνε ἐλαφριά ταραχή. Kαμιά πνοή ἀρωματισμένη περνοῦσε κι ἔκλεινε τά μάτια σά μεθυσμένος. Ἔπειτα πάλι γινόταν συζητητικός. Πῆγα νά τόν ρωτήσω τί ἔχει, ἀλλά σκέφτηκα πώς ἴσως δέ θά ἤξερε κι αὐτός.»18 Ἀπό τά ἄλλα πρόσωπα ξεχωρίζει ἡ περίπτωση τοῦ Ἀλέξη, ὁ ὁποῖος πλησίασε τήν Ἀφρούλα, χωρίς νά ἀγνοεῖ τήν ἐρωτική πολιτεία της, γιά μιά σχέση κρεβατιοῦ. Ὅμως τήν ἐρωτεύτηκε σφόδρα καί τήν παντρεύτηκε. Ὁ ἀναγνώστης θά ἐντοπίσει καί ἄλλα σημεῖα τοῦ κειμένου ὅπου ὑποδείχνονται ἄλογα κίνητρα. Ἐρώτημα. Πότε περνάει τό ἄλογο στή νεοελληνική πεζογραφία; Ὅσο ξέρω, ὄχι πρίν ἀπό τό Ρομάντσο τῆς Πολυδούρη. Καί ποτέ ἔκτοτε τόσο ξεκάθαρα καί, θά ᾿λεγα, συνειδητά. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, καθώς καί ἀπό ἄλλες, τό συγκεκριμένο μυθιστόρημα κάτι σημαίνει γιά τήν πεζογραφία μας.
Στό μεταξύ ἀξίζει νά προσέξουμε ὁρισμένα ἀφηγηματικά σημεῖα. α) Ἡ ἀφηγήτρια μαζί μέ μιά ἄλλη κυρία πηγαίνουν μέ αὐτοκίνητο τή σορό τῆς Ντουλτσινέας στό νεκροταφεῖο. Καθώς τό αὐτοκίνητο ἀναπτύσσει ταχύτητα ἡ ἀφηγήτρια μονολογεῖ ὅπως φαντάζεται πώς θά μονολογοῦσε ἡ Ντουλτσινέα, ἄν παρακολουθοῦσε τή μεταφορά. Ἔχουμε ἔτσι ἕναν ὑποθετικό λόγο στόν ὁποῖο, μέσα ἀπό τή ζωή τῆς ὑπηρέτριας, ἀσκεῖται κριτική στό κοινωνικό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας, ἀκόμα καί στήν ἴδια τήν ἀφηγήτρια. Ὁ μονόλογος καλύπτει μία σελίδα, σελίδα βαθιοῦ πόνου καί ὀξύτατης εἰρωνείας. Παραθέτω τήν ἀρχή: «Δέν ὀνειρεύτηκα ποτέ μου ἕναν τόσο ὄμορφο περίπατο μέσα στίς ἄφτονες χλωρασιές τοῦ Μάη, γεμάτη λουλούδια… στολισμένη μέ τόση φροντίδα…Ἡ ζωή μου ἦταν σκοτεινή κι ἄχαρη κι ἡ καρδιά μου ἦταν γεμάτη ἀγάπη κι ὄνειρα…».19 β) Ἡ ἀφηγήτρια, στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου, μᾶς λέει πῶς πρωτοσυνάντησε τό Λεωνίδα Ρόδη στό γέρικο ζευγάρι τῶν θείων του, ὅπου ἔμενε τότε. Τό ζευγάρι συνδεόταν μέ τήν οἰκογένειά της καί πῆγε νά τό ἐπισκεφτεῖ. Ἡ ἐπίσκεψη ἐξελίχτηκε ἔτσι πού συνάντησε τόν Λεωνίδα, σ᾿ ἕνα «σκιερό» διάδρομο, καθώς ἐκεῖνος ἐρχόταν πρός τό καθιστικό κι ἐκείνη ἀποχωροῦσε. Λίγα τυπικά λόγια στά πεταχτά. «Στό δρόμο ἔμεινα λίγες στιγμές μέ τήν ἐντύπωση τοῦ περίφημου αὐτοῦ ἀνιψοῦ μέ τήν ἀπέραντη φιλομουσία. Πήγαινα νά γελάσω στή σκέψη αὐτή, ὅταν χρωματίστηκε ἐπιβλητικά στό νοῦ μου ἡ φυσιογνωμία του ὅπως τόν εἶδα μέσα στόν μισοσκότεινο διάδρομο. Τό δυνατό του βλέμμα μέ τήν ἀκαθόριστη βαθιά ἔκφραση. Τό ἤρεμο στόμα μέ τό ἀδιόρατο χαμόγελο, πού ἦταν μαζί εἰρωνικό καί γλυκό. Τήν περήφανη γραμμή τοῦ μετώπου… Τό τράμ 3 ξεκινοῦσε κι ἔτρεξα νά τό φτάσω.»20 Ἡ ἀφηγήτρια δέν μᾶς δίνει ἀμέσως τήν εἰκόνα τοῦ Λεωνίδα, τή στιγμή τῆς φευγαλέας συνάντησής τους, ἀλλά ὑστερότερα μέσα ἀπό μιά αὐτόματη ἀντίδρασή της. Κι ὅλοι ξέρουμε πόσο οἱ αὐτόματες ἀντιδράσεις ἔχουν τή χάρη νά εἶναι αὐθεντικότερες ἀπό τίς ὀρθόδοξα ἐννοούμενες. γ) Ὁ Λεωνίδας, ἀφοῦ ἔκανε ἀρχικά ἄτακτη ζωή στήν Ἀθήνα, μετά τόν νυχτερινό ξυλοδαρμό του καί τή διαπόμπευσή του, ἀποφασίζει νά ἀλλάξει τρόπο ζωῆς καί τρέχει καθυστερημένα νά μείνει στό γέρικο ζευγάρι τῶν θείων του. Ἀπό λαθραία ἀνάγνωση ἑνός γράμματος τοῦ πατέρα του πρός τούς θείους του μαθαίνει ὅτι ἐκεῖνοι, ἄν καί γνώριζαν τήν προηγούμενη παραμονή του στήν Ἀθήνα, δέν τοῦ ἔκαναν ποτέ λόγο γι᾿ αὐτή. Μετά ἀπό αὐτή τήν ἀποκάλυψη ὁ Λεωνίδας εἶχε ἀνάμικτα αἰσθήματα. Συχνά μελαγχολοῦσε χωρίς ὅρια. Ἡ κατάσταση χειροτέρευε κι ἀπό τή στάση τῶν θείων του. «Ἦταν ἡ στάση ἀνθρώπων πού γυρεύουν νά σώσουν κάποιον. Καί μολονότι ἔκρυβαν τό τί γνώριζαν, δέν μποροῦσαν νά κρύψουν καί τό τί αἰσθάνονταν.»21 Δέν σχολιάζω. δ) Στά πρῶτα στάδια τῆς γνωριμίας τοῦ Λεωνίδα μέ τή Δανάη, ἐκείνη τόν καλεῖ σέ κοσμική ἐκδήλωση στό σπίτι της. Αὐτός, γιά νά μήν προκαλέσει σχόλια σέ βάρος της, πέρασε τήν ὥρα του σ᾿ ἕνα ξεχωριστό δωμάτιο μέ νεαρά κορίτσια πού ἔπαιζαν μέ τή σειρά κομμάτια στό πιάνο. Ὅταν ἔπαιξε ὁ ἴδιος, οἱ καλεσμένοι σταμάτησαν τίς συζητήσεις καί προσηλώθηκαν στό ἄκουσμα. Ἄνοιξαν τήν πόρτα τῶν παιδιῶν καί τόν εἶδαν. Ἀνάμεσα στούς ἄλλους τοῦ μίλησε μετά καί ἡ Δανάη. Σέ μιά τολμηρή ἐρώτηση τοῦ Λεωνίδα ἡ Δανάη ἀπαντάει «Καθόλου», μέ τήν ἔνοια ὅτι δέχεται αὐτό πού τῆς εἶπε. Λεωνίδας: «Καθόλου. Ἔτσι. Ξέρετε τό πρόσωπό σας ἐκφράζει ἄλλα πράγματα ἀπό ἐκεῖνα πού λέτε».22 ε) «Ἡ Φανή [ψευδώνυμο τῆς Ἀφρούλας στήν αὐτοβιογρφία] προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο νά τόν πείσει γιά τή χαρά πού δοκίμαζε, κι ἦταν τέτοιος ὁ τόνος τῆς φωνῆς πού ὁ Λέων ἐπείστηκε.»23 Στίς τελευταῖες τρεῖς περιστάσεις ὁ Λεωνίδας, γιά τά πρόσωπα πού ἔχει ἀπέναντί του, σχηματίζει γνώμη διαισθητικά, χωρίς νά λογαριάζει τά λόγια τους ἤ τό φαίνεσθαι τῆς συμπεριφορᾶς τους. στ) Κοντά σέ ὅλα αὐτά ἄς προστεθεῖ καί μιά εὑρηματική σκηνή. Πηγαίνοντας ἡ ἀφηγήτρια γιά διακοπές πρός τό Ἀκροβούνι, ὅπου θά συναντοῦσε καί τόν Αἰμίλιο, στάθμευσε γιά ἕνα βράδι σέ μιά παραθαλάσσια κωμόπολη. Περιδιάζοντας τήν ἐλεύθερη ὥρα ἀποβραδίς, πῆρε ἕνα δρόμο πού τήν ἔβγαλε σ᾿ ἕνα βράχο δίπλα στή θάλασσα. Στήν κουφάλα τοῦ βράχου «ἦταν χτισμένη μιά περιποιημένη ἐκκλησιά». «Τά παράθυρά της ἦταν σωστά παράθυρα σπιτιοῦ πού ἄνοιγαν μεγάλα κι ἐλεύτερα πάνω ἀπ᾿ τήν κατάφυτη ἀκτή. […] Ἐκεῖ μέσα ὁ Θεός δέν σέ φόβιζε οὔτε σοῦ ἐπιβάλλοταν. Ὁ Θεός ἦταν γλυκός καί δροσερός σά νά εἶχε μόλις βγεῖ ἀπό τά κύματα καί τόν ἔνιωθες νά ἔρχετα κοντά σου μέ ἁπλωμένο τό χέρι γιά νά σοῦ εὐχηθεῖ καλό δρόμο. Οἱ ἅγιοί της ἦταν κάτι σιωπηλά εὐτυχισμένα πλάσματα πού σέ καλωσόριζαν μέ τήν γαλήνιαν ὄψη τους σάν τούς χωρικούς πού ἀπαντάει κανείς σ᾿ ἐρημικά μονοπάτια.»24 Δύσκολα συναντάει κανείς εἰκόνες τέτοιας οἰκειότητας καί ἀγάπης στίς ἐκκλησιές ἤ στά ξωκκλήσια μας. Ὅμως ἡ Πολυδούρη ἔβαλε τήν ἐκκλησιά της μέσα στό κλίμα μιᾶς μεσογειακῆς ἀκτῆς, ὅπου ὁ Θεός εἶναι σάν νά βγαίνει «ἀπό τά κύματα».
Θά ήθελα νά ἀναφερθῶ ἀκόμα σέ στοιχεῖα πού δείχνουν τήν παρατηρητικότητα πού διέθετε ἡ συγγραφέας. Θά περιοριστῶ σέ μία μονάχα περίπτωση -τίς ὑπόλοιπες θά τίς βρεῖ ὁ ἀναγνώστης μόνος του. Στήν πορεία της πρός τό Ἀκροβούνι ἡ ἀφηγήτρια κοιτάζει τή βλάστηση. «Ὅλη ἡ περιοχή αὐτή καί σ᾿ ἕνα ὕψος ἀκόμα εἶναι κατάφυτη ἀπό πεῦκα, μά ὄχι σάν τά πεῦκα τῆς Ἀττικῆς. Αὐτά ἐδῶ εἶναι θρεμμένα, πιό πράσινα, κι οὔτε τήν ἴδια φόρμα ἔχουν, μοιάζουν μέ τά ἐλάτια.»25
Πέρα ἀπό τά προηγούμενα τό Ρομάντσο διαθέτει ἐξαιρετική πυκνότητα δράσης. Ὁ ἀναγνώστης δέν στομώνει, δέν βαριέται, εἶναι συνεχῶς σέ κατάσταση ἀναγνωστικῆς ἐγρήγορσης. Γιατί τό κείμενο δέν χαλαρώνει, δέν χαρίζεται στήν ποσότητα, ἀντίθετα εἶναι λιτό καί νευρῶδες. Τό ἕνα ἐπεισόδιο διαδέχεται τό ἄλλο χωρίς νά μεσολαβοῦν ἀδρανή διαστήματα. Σ᾿ αὐτό, ἐκτός ἀπό τό κύριο θέμα, συντελοῦν καί τά περιστασιακά εὑρηματικά στοιχεῖα, ὅπως π.χ. ὁ βραδινός περίπατος, ἡ περιγραφή τῆς ἐκκλησιᾶς πού προανάφερα ἤ τό μικρό κηπάκι κάτω ἀπό τό παράθυρό της. Νά σημειωθεῖ πώς τό κύριο θέμα -τό φαίνεσθαι καί τό εἶναι τοῦ Λεωνίδα, τῆς Ἀφρούλας, τοῦ Αἰμίλιου καί λιγότερο τῶν ἄλλων προσώπων, μέσα στό συγκεκριμένο περιβάλλον- δίνεται ἔτσι ὥστε νά προκαλεῖ συνεχῶς τό ἐνδιαφέρον. Καθώς προηγοῦνται τά γεγονότα πού μᾶς δίνουν τήν ὄψη τοῦ φαίνεσθαι καί ἕπονται σταδιακά οἱ ἀποκαλύψεις τῆς ἀλήθειας, παρακολουθοῦμε τίς φάσεις μιᾶς ἐσωτερικῆς περιπέτειας. Κι αὐτό εἶναι ἡ οὐσιαστική πλευρά τῆς δράσης τοῦ ἔργου, πού, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό τήν ἠθογραφική πεζογραφία τῆς ὑπαίθρου ἤ τῆς πόλης. Τό γεγονός μάλιστα ὅτι δυό ἐκδότες ἀρνήθηκαν νά τό ἐκδώσουν δείχνει πόσο μπροστά ἦταν τό Ρομάντσο ἀπό τήν κοινή ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς περί πεζογραφίας.
Καί κάτι τελευταῖο. Δυό φορές ἡ ἀφηγήτρια μιλάει γιά τήν ἀνεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ της. Τήν πρώτη φορά λέει, «Σκοπεύω νά πάω σ᾿ ἕνα μέρος μοναχικό, πολύ μοναχικό, γιά νά μπορέσω νά ξαναβρῶ τόν ἑαυτό μου».26 Καί τή δεύτερη, «Ἤμουν τόσο γοητευμένη ἀπό τήν ἡσυχία τῆς ἐξοχῆς, ξανάβρισκα πιά τόν ἑαυτό μου».27 Θά περάσει κάμποσος καιρός γιά νά ἀκουστεῖ ξανά παρόμοια φράση. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, εἶναι, γιά ὅλους καί περισσότερο γιά τούς ἀνθρώπους τῆς τέχνης, κορυφαῖο ζήτημα. Ὅσο γνωρίζω, πρώτη φορά ἐκφράστηκε συνειδητά στήν πεζογραφία μας ἀπό τήν Πολυδούρη.
Ὡς κατακλείδα δυό λόγια. Θεωροῦσα πάντα τό Φθινόπωρο τοῦ Χατζόπουλου πεζογραφικό ὁρόσημο. Τοῦτο βέβαια δέν ἔπαψε νά ἰσχύει. Ὅμως πιστεύω πώς μέ τό Ρομάντσο ἔχουμε μιά δεύτερη σημαντική ἐξέλιξη.

Κλείνοντας τό κείμενο θά ἤθελα νά πῶ ὅτι ὀφείλουμε χάριτες στή Χριστίνα Ντουνιά, ἡ ὁποία ἐπανέφερε στή δημοσιότητα τό μυθιστόρημα αὐτό, τονίζοντας στήν «Εἰσαγωγή» της τή λογοτεχνική ἀξία του.

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, τεῦχος 56, Αθήνα Ἰανουάριος-Ἰούλιος 2017.

Σημειώσεις.
1 Μαρία Πολυδούρρη, Ἅπαντα, ἐπιμέλεια Λιλή Ζωγράφου, Ἑστία, Ἀθήνα 1961.
2 Μαρία Πολυδούρη, Ἅπαντα, ἐπιμέλεια Τάκης Μενδράκος, Ἀστέρι, Ἀθήνα 1981.
3 Τάκης Μενδράκος «Εἰσαγωγή», ὅ.π., σ. 14.
4 Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο καί ἄλλα πεζά, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Χριστίνα Ντουνιά, Ἑστία, Ἀθήνα 2014.
5 Ὅ.π., σ. 9.
6 Ὅ.π., σ. 12.
7 Ὅ.π., σσ. 12-13.
8 Ὅ.π., σ. 17.
9 Ὅ.π., σ. 19.
10 Ὅ.π., σ. 151.
11 Ὅ.π., σ. 12.
12 Ὅ.π., ὑποσημείωση 5.
13 Ὅ.π., σ. 149.
14 Ὅ.π., σ. 36.
15 Ὅ.π., σσ.11-12.
16 Ὅ.π., σσ. 122 .
17 Ὅ.π., σ. 148.
18 Ὅ.π., σ. 153.
19 Ὅ.π., σ. 82.
20 Ὅ.π., σ. 34.
21 Ὅ.π., σ. 121
22 Ὅ.π., σ.133.
23 Ὅ.π., σ. 140.
24 Ὅ.π., σ. 88.
25 Ὅ.π., σ. 90.
26 Ὅ.π., σ. 63.
27 Ὅ.π., σ. 95.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.