Ἡ ποίηση τοῦ Τάσου κανάτση

Ἡ ποίηση τοῦ Τάσου Κανάτση*

Τήν ποίηση τοῦ Τάσου Κανάτση τήν ἔχω παρακολουθήσει ἀπό τήν πρώτη της δημόσια ἐμφάνιση ὥς τήν τελευταία. Τό χρονικό τῆς σχέσης μου μαζί της θά σᾶς διηγηθῶ τώρα μέ κάθε συντομία καί εἰλκρίνεια, παρουσιάζοντας ἔτσι τά ἐξελικτικά της στάδια, τόσο ὡς μορφή, ὅσο καί ὡς περιεχόμενο.
Λοιπόν. Δεκέμβρης τοῦ 1981. Κάποιος χτύπησε τήν πόρτα τοῦ ἰατρείου καί πέρασε μέσα. Ἦταν ἕνας νέος ἄντρας γύρω στά 26 μέ 28 χρόνια. Λεπτός, ψηλός, μέ ὀστεῶδες, κάπως στενόμακρο καί ἀνέκφραστο πρόσωπο. Εἶπε ξερά ξερά πώς ἤθελε νά μοῦ δώσει μιά δική του ποιητική συλλογή. Τήν ἄφησε κι ἔφυγε. Ἀργότερα κοίταξα κάποια στιγμή τό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου πού εἶχε τίτλο Πολιορκία. Ἄλλο ἔνα θύμα, σκέφτηκα, τῆς τέχνης καί μάλιστα διπλό θύμα μιά κι ἐδῶ στήν ἐπαρχία δύσκολα γλιτώνει κανείς ἀπό τόν μινώταυρο τοῦ ἐπαρχιωτισμοῦ. Εἶχα ἐπιστρέψει πρόσφατα στά Γιάννινα μετά ἀπό μιά εἰκοσαετή περίπου ἀπουσία. Ἀπό προσωπική πείρα ἤξερα πολύ καλά τή θά πεῖ ἐπαρχιακός μινώταυρος. Θά πεῖ ἔλλειψη προϋποθέσεων γιά τήν καλλιέργεια τοῦ καθενός καί βέβαια τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων. Θά πεῖ ἔλλειψη βιβλιοθήκης στό σπίτι σου καί στά σπίτια φίλων σου. Θά πεῖ ἔλλειψη ἀνθρώπων μέ τίς ἴδιες ἀνησυχίες. Θά πεῖ νά ἀπουσιάζεις ἀπό τό γίγνεσθαι τῆς πνευματικῆς καί καλλιτεχνικῆς ζωῆς τοῦ κέντρου. Νά ἀπουσιάζεις ἀπό ἐκδηλώσεις, συναντήσεις, συζητήσεις, ἀναγνώσεις, παρέες κ.λπ. Νά μήν ἐνημερώνεσαι ἔγκαιρα διά ζώσης καί νά μή συγχρονίζεσαι μέ τους προβληματισμούς καί τίς τάσεις τῶν συνομηλίκων σου. Μέ δυό λόγια, νά βρίσκεσαι ἔξω ἀπό τόν στίβο τῶν πνευματικῶν καί καλλιτεχνικῶν ζυμώσεων. Ἰδίως κατά τήν κρίσιμη περίοδο ἀπό τά δέκα ὥς τά τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς σου. Ἔτσι θεωροῦσα πώς τά ἐπαρχιακά τάλαντα εἶναι χαμένα ἀπό χέρι, πράγμα πού σέ μεγάλο βαθμό ἰσχύει πάντα.
Ἔριξα μιά ματιά στά κείμενα τῆς Πολιορκίας. Μά βέβαια, ρητορικός τόνος, ἀφηρημένες ἔννοιες, μεγάλα θέματα, ἠχηρές λέξεις τοῦ συρμοῦ, γενικές ἰδέες γιά τή ζωή καί τά κοινωνικά φαινόμενα, ἐξωστρέφεια… Ὅ,τι χειρότερο νά εἶναι κάποιος κοντά στά τριάντα χρόνια καί νά γράφει τέτοιους στίχους. Τό θετικό σημάδι ἦταν ὅτι τά κείμενα, συνοδεύονταν, ἀπό μιά κάποια συναισθηματική ὑπόκρουση. Μέ τή διαφορά ὅτι αὐτό τό στοιχεῖο δέν ἔσωζε τήν κατάσταση.
Μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, τό καλοκαίρι τοῦ 1985, τό ἴδιο ἄτομο μέ τόν ἴδιο ἀνέκφραστο τρόπο, ἔφερε μιά δεύτερη ποιητική συλλογή. Ἐπιγραφόταν Ρυμουλκό. Ὑπῆρχε καμιά διαφορά ἀπό τήν Πρώτη; Ὑπῆρχε, μέ τήν ἔννοια ὅτι κάτι ἄρχισε νά ἀλλάζει. Ὁ ρητορικός τόνος εἶχε κάπως χαμηλώσει, τά μεγάλα θέματα εἶχαν ὑποχωρήσει, ἐπίσης οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες κι οἱ ἠχηρές λέξεις, καθώς καί οἱ γενικές ἰδέες γιά τή ζωή καί τά κοινωνικά φαινόμενα. Ἐνῶ ἡ συναισθηματική ὑπόκρουση ἦταν περισσότερο αἰσθητή. Θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς πώς αὐτός πού μιλοῦσε μέσα ἀπό τά κείμενα τοῦ βιβλίου εἶχε ἀρχίσει νά στρέφεται προς τά ἔσω του ἤ, ἀλλιῶς, ὅτι βρισκόταν σέ ἀναζήτηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Ταυτόχρονα διακρινόταν ἡ μαθητεία του στούς ποιητές Κ. Καρυωτάκη καί Μ. Σαχτούρη.
Τόν Μάη τοῦ 1990, ἡ ἱστορία ἐπαναλήφτηκε. Ὁ Κανάτσης, περί αὐτοῦ πρόκειται, ἦρθε στό ἰατρεῖο καί ἄφησε, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μιά άκόμα ποιητική συλογή. Αὐτή, ἡ τρίτη συλλογή, λεγόταν Κρόσσια. Ἦταν διαφορετική ἀπό τή δεύτερη; Ἦταν διαφορετική μόνο ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἦταν πιό προχωρημένη ἀπό τή δεύτερη, ἀλλά πρός τήν ἴδια κατεύθυνση μ᾿ ἐκείνη: χαμηλότερος τόνος, πιό στρωμένος λόγος, κάποια ἴχνη προσωπικῆς φωνῆς. Ἐνῶ γινόταν αἰσθητό πλέον ἕνα θεματικό ἄνοιγμα προς τόν παραδοσιακό κόσμου τῆς ὑπαίθρου. Αἰσθητή ἦταν ἐπίσης ἡ ἄσκηση τοῦ ποιητῆ πάνω στή στιχουργική δεξιότητα. Ταυτόχρονα καί μεγαλύτερο εὖρος μαθητείας σέ ποιητές (Κ. Καρυωτάκης, Γ. Σεφέρης, Δ. Σολωμός, Κ. Μποντλαίρ). Λές καί ἑτοιμαζόταν γιά τό ἀποφασιστικό ἅλμα, κάτι πού ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιβεβαιώθηκε.
Τό 1992 ἔχουμε τήν τέταρτη ποιητική συλλογή πού ἐπιγράφεται Νευραλγία τριδύμου. Ἀντιγράφω κατά λέξη αὐτά πού σημείωσα, στήν προτελευταία λευκή σελίδα τοῦ βιβλίου, μόλις τή διάβασα. «Ἐδῶ», ἔγραφα, «γίνεται ἕνα μικρό ‘‘θαῦμα’’. ‘‘Ἄστραψε φῶς καί γνώρισε ὁ νιός τόν ἑαυτό του’’. Ἡ ρητορία εἶναι πιά παρελθόν, τό ἴδιο τά μεγάλα κοινότοπα ζητήματα τοῦ κόσμου. Ὁ λόγος προσγειώνεται στήν καθημερινότητα τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ. Καί δειλά δειλά προβάλλει ἕνα πρόσωπο. Μαζί ἀρχίζουν νά ξεχωρίζουν τά χαρακτηριστικά μιᾶς ξεχωριστῆς φωνῆς. Ὁ ποιητής, μετά ἀπό πολλή προσπάθεια ἀναζήτησης, ἔχει μπεῖ στήν προσωπική του ‘‘τῶν ἰδεῶν τήν πόλι’’: ἔχει βρεῖ ὡς ποιητής τόν ἑαυτό του.» Αὐτά ἔγραψα τότε ὡς πρώτη ἐντύπωση. Ἡ Νευραλγία τριδύμου ἀποτελεῖ σταθμό στήν ποίηση τοῦ Κανάτση. Γιατί χαρακτηρίζεται ἀπό τρία βασικά, βασικότατα, ἐπιτεύγματα. Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ἔχει βρεῖ πιά τόν ἑαυτό του ἤ, ἀλλιῶς, τήν ταυτότητά του. Τό δεύτερο εἶναι ὅτι ἔχει ἀνακαλύψει τόν κόσμο του. Καί τό τρίτο εἶναι ὅτι ἔχει λύσει σέ μεγάλο βαθμό τό ἐκφραστικό καί στιχουργικό του πρόβλημα.
Λίγα λόγια γιά τό καθένα ἀπό αὐτά. Πῶς βρίσκει κανείς τόν ἑαυτό του, νά πῶ δέν ξέρω. Πάντως λίγοι τόν βρίσκουν. Κάθε χρόνο κυκλοφοροῦν στή χώρα μας ἑκατοντάδες ποιητικές συλλογές. Ὅμως ἐλάχιστοι ἀπό αὐτούς πού τίς γράφουν ἔχουν βρεῖ τόν ἑαυτό τους. Ἔχουν δηλαδή ἀναγνωρίσιμη ποιητική ταυτότητα. Σκεφτεῖτε ὅτι ἀπό κάθε ποιητική γενιά ξελαγαρίζουνν τελικά 5-6 ὀνόματα, ἐνῶ στό ἴδιο διάστημα ἔγραψαν, δημοσίεψαν καί ἔδρασαν πάνω ἀπό ἑκατό συνομήλικα ἄτομα. Ἀλλά τί θά πεῖ βρίσκω τόν ἑαυτό μου; Ἀρχικά θά πεῖ ὅτι τό ἄτομο ἔχει ἀπαλλαχτεῖ ἤ ἔχει ξεπεράσει τίς ἐπιδράσεις, τίς διάφορες συμβατικές ἤ μή ἰδέες καί γενικότερα ἔχει ἀφήσει πίσω του τόν ἀλλοτριωμένο ἑαυτό του. Ἔπειτα ὅτι, βυθοσκοπώντας τήν ὕπαρξή του, ἔχει φτάσει νά καταδυθεῖ στό βαθύ εἶναι του, στήν ἐπικράτεια τοῦ ἄλογου. Ἐκεῖ πού δροῦν τά ἔνστικτα, οἱ παρορμήσεις, οἱ ἐπιθυμίες, ὁ ἔρωτας, οἱ σκοτεινές δυνάμεις πού καθορίζουν τόν χαρακτήρα μας. Πῶς γίνεται αὐτή ἡ κατάδυση στό βαθύ ἐγώ; Ὁρισμένοι φιλόσοφοι, ἰδίως αὐτοί τῆς ὑπόστασης, ἔχουν μιλήσει γι᾿ αὐτή τήν πορεία, ὅμως πρόκειται γιά θεωρητική μελέτη τοῦ φαινομένου, ἡ ὁποία δέν μᾶς βοηθάει νά καταλάβουμε πῶς συμβαίνει κάθε φορά στήν πράξη. Στήν ποίηση εἶνα γνωτό ὅτι βρίσκει κανείς τόν δρόμο του, μόνος του, ψάχνοντας στά τυφλά. Γνωστή μέθοσος δέν ὑπάρχει ἤ, ὅπως τό εἶπε ὁ Σεφέρης, «Δέν ὑπάρχει βασιλικός δρόμος […], πού νά ὁδηγεῖ στήν ποίηση». Ἁπλῶς ἀναγνωρίζουμε ἐκ τῶν ὑστέρων τό ἀποτέλεσμα. Νά διευκρινίσω ὅτι γίνεται κανείς ἐρευνητής τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό ἐνστικτώδικη παρόρμηση καί ὄχι ἀπό λογική ἔφεση. Ἄς εἰπωθεῖ ἀκόμα ὅτι ἡ βαθειά ὀντότητα τοῦ καθενός εἶναι πάντοτε κάτι ἰδιαίτερο, μοναδικό καί πρωτότυπο. Τά ποιήματα ἀπό τή Νευραλγία τριδύμου δείχνουν ὅτι ὁ ποιητής βγῆκε σῶος ἀπό τόν μινωταυρικό λαβύρυνθο τῆς ἐπαρχίας. Πόσο στοίχησε αὐτό, πόσο διάβασμα, πόση προσπάθεα, πόσο προβληματισμό, πόσα ξενύχτια ἀγωνίας, πόσα γράψε-σβῆσε, πόσες ἀπογοητεύσεις, πόσα τσιγάρα καί καφέδες, δέν τό ξέρουμε. Ἐμεῖς γνωρίζουμε μόνο τό ποιητικό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς, τῆς τόσο βασανιστικῆς ἀλλά καί συναρπαστικῆς, περιπέτειας.
Τό δεύτερο ἐπίτευγμα εἶναι, ὅπως εἶπα νωρίτερα, ὅτι ὁ ποιητής ἔχει ἀνακαλύψει τόν κόσμο του ἤ, ἄν θέλετε τό ποιητικό ἀντικείμενό του. Εἶναι ὁ κόσμος τῆς ὑπαίθρου πού φθίνει καί χάνεται. Ἐρημώνουν τά χωριά, ἀλλά μαζί χάνεται καί μιά ὁλόκληρη παράδοση. Παράδοση γλωσσική, ποιητική, μουσική, ζωγραφική, ὑφαντική, γαστρονομική, παράδοση μιᾶς ὁρισμένης στάσης ἀπέναντι στό φαινόμενο τῆς ζωῆς καί παράδοση ἑνός ὁρισμένου ἤθους. Παράδοση προαιώνια καί στέρεη. Πολλά ποιήματα τῆς συλλογῆς ἀποτελοῦν ἐλεγεῖες γιά τίς παραδοσιακές ἀξίες πού χάνονται χωρίς ἀντισταθμιστικά ἰσοδύναμα. Θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό τό θέμα.
Τό ἄλλο, τό τρίτο, ἐπίτευγμα πού βλέπουμε στή Νευραλγία τριδύμου ἀφορᾶ τή λύση τοῦ ἐκφραστικοῦ προβλήματος. Τώρα ὁ λόγος τοῦ ποητῆ ἔχει βρεῖ σέ μεγάλο βαθμό τόν ρυθμό του καί τήν ἐπαφή του μέ τά πράγματα. Ἕνας λόγος χαμηλότονος, ἀρκετά λιτός καί σχεδόν κουβεντιαστός, σέ ἐλεύθερο στίχο. Θά τό δοῦμε αὐτό στήν πράξη ἀπό τά ποιήματα πού θά διαβαστοῦν στή συνέχεια».
Μάλιστα εἶναι ὥρα ν᾿ ἀκούσουμε δύο ποιήματα ἀπό τή Νευραλγία τριδύμου. Τό πρῶτο ὀνομάζεται «Τά ταξίδια μου» καί τό δεύτερο ἐπιγράφεται «Ρωγμές στό τοπίο».

Τά ταξίδια μου

Κι αὐτό τό καλοκαίρι ἄφησα στήν ἀμμουδιά
τά ἴχνη ἑνός ταξιδιοῦ μου
μέ τήν ψυχή μου νά ρουφᾶ τήν αὔρα τοῦ νότου
καί μέ τή γεύση τῆς ἁρμύρας καί τῆς πίκρας
στά χείλη μου, γιά τήν καινούργια ἀναβολή

Ξανά σχεδιάζοντας μέ βρῆκε τό φθινόπωρο
καί τά πρῶτα ρίγη μέ γύρισαν πίσω
στήν ἀπανεμιά μιᾶς ἥσυχης κόχης
στό ἥμερο τῆς ὄστριας χάδι

μήπως καταλαγιάσει τή λαχτάρα τοῦ ταξιδιοῦ
ἡ χειμωνιά
ἡμερώνοντας τους ἄγριους πόθους μου
στό καταφύγιο τῶν φιλιῶν
καί μιᾶς πρόσκαιρης ἀγάπης
καθώς στή μνήμη μου
θά σφυρίζουν δαιμονισμένα μποροῦδες
ἀπό ταξίδια πού ἑτοίμασα χρόνια
στόν ταρσανά τῆς ψυχῆς μου

Ὅπως εἴδατε ἐδῶ εἴχαμε λόγο εἰς ἑαυτόν ἤ, ἀλλιῶς, λόγο ἐκ βαθέων. Εἶναι σάν κάποιος νά τά λέει στόν ἑαυτό του, μά ὄχι ἀκριβῶς κάποιος, ἀλλά τό ἴδιο τό ἐνδόμυχο εἶναι του.

Ρωγμές στό τοπίο

Τά σπίτια πού χτίσαμε
πέτρα τήν πέτρα
κατάκλειστα
κι οὔτε ἕνα χέρι
ν᾿ ἀνοίξει τήν πόρτα

Στίς γρέντες κοιμοῦνται
τά παλιά ὄνειρά μας
στό κατώφλι οἱ μνῆμες
ἀντιπαλεύουν σκοτάδια

Ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτό παραθύρι
πεταρίζουν οἱ πόθοι
πού μᾶς παίδευαν τόσο

Ποῦ καπνός ἀναθρώσκων;

Πέτρα στήν πέτρα ὁ καημός
ρήμαξε τό παλιό μας σπίτι.

Μέ τό δεύτερο ποίημα ἔχουμε ἀναφορά στό ζήτημα τῆς παραδοσιακῆς ζωῆς πού ἔχει χαθεῖ ἤ χάνεται.

Ἡ ἔκδοση τῆς Νευραλγίας τριδύμου (ὁ τίτλος, φαντάζομαι, παραπέμπει στόν ἐπώδυνο ποιητικό τοκετό ἤ στήν ἐσωτερική περιπέτεια προς τό ποιητικό φτάσιμο), στάθηκε τό κίνητρο νά ἀναλάβω μιά ἐκδήλωση γιά τόν Κανάτση. Ἔτσι στίς 3 Δεκεμβρίου τοῦ 1994, στό Θεατρικό Ἐργαστήρι τοῦ Γιώργου Νάκου, παρουσίασα τόν ποιητή καί τό ἔργο του. Στό τέλος ἔγινε συζήτηση μέ τό κοινό, ὅπου καί ὁ ποιητής ἀπάντησε σέ ἐρωτήσεις.
Τό καλοκαίρι τοῦ 1997 κυκλοφόρησε ἡ πέμπτη ποιητική συλλογή μέ ὄνομα Λεηλασίες. Ἦταν ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν προηγούμενων κατακτήσεων κι ἴσως κάτι περισσότερο ἀπό τήν πλευρά τῆς προοδευτικῆς ἐμπειρίας. Ὡς ἐδῶ παράλειψα νά ἀναφέρω δυό στοιχεῖα πού ἐνδημοῦν, ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, στήν ποίηση τοῦ Κανάτση. Ἐννοῶ τά στοιχεῖα τῆς στέρησης καί τῆς μοναξιᾶς. Τά εἴδαμε νωρίτερα στό ποίημα «Τά ταξίδια μου». Στέρηση, καθώς εἶναι εὐνόητο, ἀπό γενικότερες καί εἰδικότερες προϋποθέσεις, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες εἶναι κι αὐτές στίς ὁποῖες ἀναφέρθηκα χοντρικά στήν ἀρχή, μορφές στέρησης λόγω ἐπαρχίας. Ἐνῶ ἀλληλένδετη, ὡς παρεπόμενο τῆς στέρησης, εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς. Στή συλλογή Λεηλασίες αὐτά τά δυό στοιχεῖα τά διακρίνει κανείς χωρίς ἰδιαίτερη προσπάθεια, ἀρκεῖ νά διαβάσει ποιήματα ὅπως π.χ. «Τό σπίτι μας», «Ἀντικατοπτρισμοί», «Νά κινήσει ὁ καιρός», κ.ἄ. Μέ τήν εὐκαιρία ἄς ἀκούσουμε τώρα τό τελευταῖο.

Νά κινήσει ὁ καιρός

Ἄ, νά κινήσει ὁ καιρός
κι οἱ φωνές νά γίνουν δρόμοι
καί τῶν στιγμῶν τό μετέωρο
μονομιᾶς
τῆς πλέριας βεβαιότητας
ἐπενάληψη νά γίνει

Ἔτσι αἰφνίδια
νά ὑποσταλεῖ ὁ Θάνατος
στόν ἀμέριμνο συλλαβισμό
τοῦ νεροῦ καί τοῦ ἥλιου

κι ὁ χρόνος ἀκίνητος
τῆς εὐδίας τό ἄπλετο φῶς
νά θωπεύσει.

Ἡ συλλογή Λεηλασίες στάθηκε τό κίνητρο γιά μιά ἀκόμα ὁμιλία γιά τόν ποιητή. Ἔγινε στίς 18 Δεκεμβρίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς πού δόθηκε, στίς Μορφές, τό ἐντευκτήριο πού διατηροῦσε τότε ἡ Μαρία Λάζου. Στό τέλος ὁ ποιητής διάβασε ποιήματά του καί στή συζήτηση πού ἀκολούθησε ἀπάντησε σέ ἐρωτήσεις. Λίγο ἀργότερα ἔστειλα μιά κριτική γιά τήν ποίηση τοῦ Κανάτση στήν ἐφημερίδα Καθημερινή, πού δημοσιεύτηκε στίς 19 τοῦ Μάη τοῦ 1998, στήν καθιερωμένη φιλολογική σελίδα τῆς Τρίτης. Νά μην ξεχάσω νά πῶ ὅτι ἡ ντόπια ἐφημερίδα Ἠπειρωτικός Ἀγών, ἀναφέρθηκε μέ λεπτομέρειες στίς ὁμιλίες γιά τόν Κανάτση, τόσο στό Θ.Ε., ὅσο καί στίς Μορφές.
Τό καλοκαίρι τοῦ 2000 ἐκδόθηκε ἡ ἕκτη συλλογή τοῦ ποιητῆ μέ τίτλο Ἡ χλεύη τοῦ χρόνου. Μ᾿ αὐτή ὁ Κανάτσης ἀποδίνει φόρο τιμῆς στό δημοτικό τραγούδι. Ἡ σχέση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ μέ τή συγκεκριμένη ποίηση εἶχε διαφανεῖ ἀπό τά προηγούμενα βιβλία. Ὅμως τώρα ἔχουμε σαφεῖς ἀπηχήσεις ἀπό τή στιχουργική τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ὅπως π.χ. στήν ἀκόλουθη στροφή ἀπό τό ποίημα «Μαλαματένιος ἀργαλειός».

Μαλαματένιος ἀργαλειός
μ᾿ ἐλεφαντένιο χτένι
κι ἡ σαϊτιά στράτα θολή
σ᾿ ἄδειο πανί πού ὑφαίνει

Ἤ, ἡ ἐπόμενη στροφή ἀπό τό ποίημα «Ἔτσι νά σέ θυμᾶμαι».

Κορμάκι γιασεμί
στό παραθύρι τῆς δροσιᾶς
νά σέ θυμᾶμαι πυρετό
νά σέ φωνάζω ἀγάπη

Κατά ἕνα μέρος τῆς συλλογῆς ἔχουμε πάντρεμα τῆς μοντερνιστικῆς ποιητικῆς ἀντίληψης μέ τό δημοτικό τραγοῦδι, παραπλήσια μέ ἐκείνη τοῦ Νίκου Γκάτσου, πού ζευγάρωσε τή δημοτική ποίηση μέ τόν ὑπερρεαλισμό. Αὐτή ἡ συλλογή, παρόλες τίς ἀρετές της, δέν σημειώνει πρόοδο. Καί μᾶλλον ὑστερεῖ ἔναντι τῶν δύο προηγούμενων. Θάλεγε κανείς πώς κάπως βιάστηκε ὁ ποιητής νά δώσει στή δημοσιότητα αὐτά τά κείμενα.
Ὅμως μέ τήν ἑπόμενη ἔκδοση τῆς συλλογῆς Τά μέσα δάκρυα, τό 2004, ἐπανερχόμεστε στό ἐπίπεδο τῶν προηγούμενων θετικῶν πραγματώσεων. Αὐτῶν πού γνωρίσαμε στή Νευραλγία τριδύμου καί στίς Λεηλασίες. Ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ χαμηλόφωνη ἀναφορά στά πράγματα, ἡ ἐκ βαθέων ἔκφραση τῆς στέρησης καί τῆς μοναξιᾶς κι ὁ ἐλεγειακός τόνος γιά τήν χαμένη παράδοση τῆς ὑπαίθρου. Γιά τά Μέσα δάκρυα ἔγραψα μιά κριτική πού δημοσιεύτηκε στίς 10 Ἰουλίου τοῦ 2004 στήν κυριακάτικη Αὐγή. Ἀπό τά περιεχόμενα τῆς συλλογῆς αὐτῆς θ᾿ ἀκούσουμε τώρα δυό ποιήματα. Πρῶτα αὐτό πού ἐπιγράφεται «Ἡ ἐπιστροφή» κι ἔπειτα τό «Σάν ἀναλφάβητο πρωτάκι»

Ἡ ἐπιστροφή

Γυρίζω ξανά στό ρημαγμένο σπίτι
ντυμένος τή φλόγα μιᾶς ἀσίγαστης φωτιᾶς

Ἄγγελοι σιωπῆς μοιράζουν γλυκόμηλα
στους καλεσμένους

καί καθώς γύρω ἡ ἄνοιξη
προαφέρει ἀντίδωρα
ἀπό πασχαλιές κι ἀσβέστη

κατεβαίνω στό βαθύ ὑπόγειό του
ὅπου ἡ μάνα μου στόν ἄραχλο ἀργαλειό της
σαϊτεύει τίς μέρες τῆς θλίψης
μέ τραγούδια τῆς ξενιτιᾶς

κι ὁ πάππος μέ ρακί καί λουκούμι
κερνάει μέ χαιρετίσματα
ἀπό τόν ἄλλο κόσμο

τό σκοτεινό
τό μακρινό
καί τόν κεκοιμημένο

Ὅπως καταλαβαίνετε ὅλο τό ποίημα εἶναι μιά ὑποθετική ἐπίσκεψη στόν κόσμο τοῦ παρελθόντος. Τό ποιητικό ὑποκείμενο «Γυρίζει ξανά στό ρημαγμένο σπίτι». Ξανά, γιατί, καθώς φαίνεται, ἔχει γυρίσει πολλές φορές. Γιατί ἔχει μιά «ἀσίγαστη» ἔγνοια γι᾿ αὐτό τό σπίτι, γιά τους ἐνοίκους του, γιά ὅ,τι γενικότερο ἀντιπροσωπεύει μέσα του. Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἕνα ὁποιοδήποτε παρελθόν, ἀλλά γιά τό παρελθόν τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ. Ἐδῶ θά ἤθελα νά τονίσω τό προσωπικό αἴσθημα μέσα ἀπό ὁποῖο μᾶς δίνεται αὐτός ὁ γυρισμός. Τόσο λιτά, τόσο πυκνά, μέ τόσο συγκρατημένη συγκίνηση, χωρίς κανένα ἐπιφώνημα. Ἔτσι πού περισσότερο ὑποβάλλει παρά διηγεῖται. Πράγματι, ἄν προσέξουμε, κάθε λέξη ὑποβάλλει κάτι περισσότερο ἀπό αὐτό πού ρητά λέει, ὥστε τελικά νά ἔχουμε ἕνα ἀτμοσφαιρικό κείμενο. Ἄς τό ἀκούσουμε ἀκόμα μιά φορά…

Σάν ἀναλφάβητο πρωτάκι

Ὅταν ὅλα θά ᾿χουν σιγήσει
κι ἡ νύχτα θά ᾿χει πολύ προχωρήσει
στους κήπους βγές καί περπάτησε
πές πως τίποτα ποτέ δέν τελειώνει

πώς ὅλα εἶν᾿ ἐκεῖ γύρω σου
πρωτόπλαστα κι ἀνερμήνευτα
αὐτά πού πέρασαν
κι αὐτά πού θά ᾿ρθουν
σάν ἔνα θρόισμα τῶν φύλλων τῆς νύχτας
σάν μιά νέα φωνή
πού ἀνταμώνει τίς ἄλλες
σ᾿ ἕνα δοξαστικό τοῦ χάους

Πές πώς ἔχει ἡ νύχτα τους δρόμους της
πού θά σέ γυρίσουν πολύπειρο
στήν ἴδια κόχη πού σέ λίκνισε
μέ τό ἴδιο φῶς νά λούσεις τό κορμί σου
τήν ἴδια ἀσίγαστη ροή τοῦ αἵματός σου
νά ντυθεῖς

καί βγές στή μέρα πού ὑπόσχεται
σάν ἀναλφάβητο πρωτάκι
σ᾿ ἄγραφο τετράδιο μπροστά

Ἡ τελευταία γιά τήν ὥρα -γιά τήν ὥρα, γιατί εἶναι πρός ἔκδοση μιά ἑπόμενη- ποιητική συλλογή τοῦ Κανάτση ἔχει τίτλο Ψυχανθή καί μετέωρα καί κυκλοφόρησε τό 2008. Δέν νομίζω πώς μᾶς πάει μακρύτερα ἀπό τήν προηγούμενη δουλειά του. Καί σάν νά διαφαίνεται κάποια κόπωση ὅσον ἀφορᾶ τήν ἔμπνευσή του.
Πάντως, ὅπως καί νά ᾿χει, καθώς ὅλοι οἱ λογοτέχνες, κρίνεται κι ὁ Κανάτσης ἀπό τίς κορυφαῖες πραγματώσεις του. Ἀπό τό γεγονός ὅτι βγῆκε ἀπό τό κλίμα τοῦ ἐπαρχιωτισμοῦ, ὅτι βρῆκε τή φωνή του, τό ἀντικείμενό του καί τόν τρόπο νά τό ἐκφράσει. Θά ἤθελα ὅμως νά ἐπιμείνω περισσότερο στήν ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία μᾶς δίνει τό ἀντικείμενό του. Ὅ,τι κι ἄν γράφει γιά τόν παραδοσιακό τρόπο ζωῆς πού χάνεται τό ζεῖ ὡς δικό του ὑποστασιακό πρόβλημα. Δέν κάνει ἀντικειμενική αὐτοψία τῶν πραγμάτων, δέν περιγράφει, δέν διαπιστώνει ἀπ᾿ ἔξω, δέν κάνει φιλολογία. Τό παρελθόν πού ἐκφάζει ἀποτελεῖ πρίν ἀπ᾿ ὅλα δικό του βίωμα. Πέρα ἀπό τά ποιήματα πού ἀκούσατε ἤδη, ἔστω ὡς ἐλάχιστο δεῖγμα ὁ στίχος «μέ κυνηγᾶ ἕνα ἄδειο σπίτι», ἀπό τό ποίημα «Ἐρινύες» τῆς συλλογῆς Λεηλασίες, ἤ ὁ στίχος «συλλαβίζω τῶν πραγμάτων τό θάνατο», ἀπό τό ποίημα «Ἀντικατοπτρισμοί» τῆς ἴδιας συλλογῆς. Ὅπως βέβαια καί πάμπολοι ἄλλοι στίχοι καί πολλά ἐπίσης πλήρη ποιήματα. Εἶπα ὅτι τό παρελθόν πού ἐκφράζει ἀποτελεῖ πρίν ἀπ᾿ ὅλα προσωπικό του βίωμα. Βίωμα, ἀπό τό ἕνα μέρος, νόστου γιά τίς εὐφρόσυνες μνῆμες του καί βίωμα, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ὀδύνης γιά ὅ,τι χάθηκε καί χάνεται. Βίωμα νόστου μᾶς ἔδωσε κι ὁ Κ. Κρυστάλλης κι ὁ Τ. Πορφύρης. Ὁ Κανάτσης τους προϋποθέτει βέβαια, γενικότερα καί τους δυό, ἀλλά ὁ νόστος τους διαφέρει ἀπό τόν δικό του. Ἐκεῖνοι νοσταλγοῦν ἕναν κόσμο ὑπαρκτό, πού λόγω συνθηκῶν -ἔχουν ξενιτευτεῖ- καί δέν βρίσκονται κοντά του. Ὁ Κανάτσης νοσταλγεῖ καί ταυτόχρονα πονάει γιά κάτι πού χάθηκε. Κι αὐτό πού χάθηκε εἶναι κατεξοχήν οἱ παραδοσιακές ἀξίες πού δέν μεταστοιχειώθηκαν, δέν μεταβολίστηκαν, σέ παροντικές ἀστικές ἀξίες. Μέγα πρόβλημα τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους πού τό ἔθιξε πρῶτος ὁ Ἐμμανουήλ Ροΐδης τό 1877 χωρίς νά γίνει κατανοητός. Ὅμως ὁ Ροΐδης τό ἔθιξε θεωρητικά, ὄχι ὡς ἀτομικό του βίωμα. Στά νεώτερα χρόνια κανένας ἄλλος ποιητής δέν τό εἶδε ὡς προσωπική του ὑπόθεση. Ἄν -κάνω μιά σκέψη-, ἄν οἱ παραδοσιακές ἀξίες τῆς ὑπαίθρου εἶχαν μετασχηματιστεῖ σέ ἀντίστοιχες ἀστικές. Ἄν τό νέο κράτος, πού τόσο ἄκριτα βιάστικε νά μιμηθεῖ τήν ἀστική Δύση, εἶχε μεριμνήσει νά ἀφομοιώσει πρῶτα τήν παραδοσιακή πολιτισμική, οἰκονομική καί ἠθική ἀντίληψη, θά εἴχαμε φτάσει στή σημερινή οἰκονομική καί ἠθική κρίση; Φυσικά δέν μπορεῖ κανείς νά προφητεύει, ὅμως τό ἐρώτημα δέν τό θεωρῶ ἀθέμιτο.

* Κείμενο ὁμιλίας πού ἐκφωνήθηκε στήν ἐκδήλωση πού ὀργάνωσε τό Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων γιά τόν ποιητή στίς 13 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014.

Από τό περιοδικό Παρέμβαση, τεῦχος 180-181, Κοζάνη, Ἀπρίλης-Αὔγουστος 2016.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων, Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.