Εὐτελισμός ἐννοιῶν

Εὐτελισμός ἐννοιῶν

«Ἡ λέξη ‘‘λαϊκισμός’’ εἶχε μιά παράδοξη ἀτυχία: προσφάτως ἔγινε ἰδιαιτέρως δημοφιλής. Ἄν καί ὁ ὅρος προῆλθε ἀπό τή διάλεκτο τῶν ἐπιστημόνων, οἱ κυρίαρχες χρήσεις του ἐγγράφονται ἔκτοτε στό θέατρο τῆς πολεμικῆς τῶν πολιτικῶν δρώντων, τῶν δημοσιογράφων καί τῶν μεντιακῶν διανοουμένων. Γνωρίζουμε τί συνέβη μέ τό ἐπίθετο ‘‘σουρεαλιστικός’’ ὅταν ἡ χρήση του ἔγινε
πολύ ἐκτεταμένη καί τετριμμένη (‘‘Τί σουρεαλισμός!’’), σέ σημεῖο πού τοῦ ἀφαίρεσε ὁποιοδήποτε συγκεκριμέρνο νόημα. Αὐτή ἡ ἀπονοηματοδότηση εἶναι τό τίμημα κάθε ἀόριστης ἐπέκτασης μιᾶς κατηγορίας μέ τρέχουσα χρήση (‘‘Τί μπαρόκ!’’, ‘‘Τί παρακμή!’’, ‘‘Τί ρατσισμός!’’). Ἡ κατάχρηση χάριν ὁποιουδήποτε σκοποῦ στερεῖ τή λέξη ἀπό τήν ἀκρίβειά της καί τήν καθιστᾶ ὄχι μόνο ἀνώφελη ἀλλά καί ἐπικίνδυνη, ἄν ὄχι βλαβερή. Δέν θά μπορούσαμε ἄραγε νά ὑποστηρίξουμε, ὄχι ἐντελῶς ἄδικα, ὅτι ἡ ἴδια ἡ χρήση μιᾶς ἐκφυλισμένης λέξης εἶναι πράξη ἐκφυλισμοῦ;»1
Σύμφωνα μέ τό ἀπόσπασμα αὐτό ὁ τίτλος τοῦ κειμένου τούτου θά ἔπρεπε νά ἦταν «Λεκτικός λαϊκισμός». Ὑπάρχει ὅμως στό φαινόμενο, πού θά παρουσιάσω παρακάτω, κάτι εὐτελέστερο ἀπό τό φαινόμενο πού ἐξετάζει ὁ Ταγκυέφ. Τό οὐσιαστικό βέβαια καί στις δυό περιπτώσεις εἶναι ἡ ἐννοιολογική ἔκπτωση τῶν λέξεων ἀπό τήν καταχρηστική μεταχείρισή τους. Ἡ διαφορά πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στίς δυό περιπτώσεις ἀφορᾶ τό βαθμό τῆς εὐτέλειας στήν ὁποία φτάνει ἡ καταχρηστική μεταχείριση τῶν λέξεων. Ἐδῶ σέ μᾶς ὁ βαθμός αὐτός ἔχει φτάσει σέ ἐπίπεδο ξεφτίλας.
Ἔχω γράψει ἄλλοτε γιά τήν καταχρηστική χρήση τοῦ ὅρου βίωμα, πού γράφεται ἤ λέγεται σάν νά ἀφορᾶ τό ὁποιοδήποτε κοινότοπο καθημερινό περισταστικό τοῦ καθενός. Μεταξύ ἄλλων ἔλεγα τότε πώς: «βίωμα εἶναι ἐκεῖνο τό γίγνεσθαι τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ἕνα βῆμα πρός τήν ἐκδήλωση μιᾶς δυνάμει προσωπικότητας. Ἕνα γίγνεσθαι πού συνεπάγεται πάντα διαφοροποίηση τοῦ ἐγώ πρός τήν κατεύθυνση τῆς αὐθεντικῆς ἐκδοχῆς του. Θά χρησιμοποιοῦσα ἐδῶ βοηθητικά τή λέξη ὑπέρβαση ἄν δέν τήν εἴχαμε εὐτελίσει μέ τήν ἀλόγιστη χρήση, ὅπως καί τόσες ἄλλες, ἔτσι πού ἀντί νά ἔχουμε σημαντικές λέξεις-ὅρους, ἔχουμε ἁπλῶς λέξεις δολοφονημένες».2 Πάει καιρός τώρα πού ἡ ἔλλειψη σοβαρῆς παιδείας, ἀπό τό ἕνα μέρος, καί ἡ ἄκριτη φούρια, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, νά φαινόμστε ἐνημερωμένοι ὅπως ὅπως πάνω στά σύγχρονα ἐννοιολογικά δεδομένα, συνεπάγεται ἕνα ἄνευ προηγουμένου γλωσσικό εὐτελισμό.

Οἱ λέξεις τῆς πρακτικῆς καθημερινῆς μας ζωῆς δέν κινδυνεύουν ἀπό αὐτή τή διαστροφή τῶν ἐννοιῶν τους, γιατί συνδέονται στενά μέ τήν πρακτική χρήση τους. Σημαίνουν ἀντικείμενα ἤ πράξεις ἀπό τίς ὁποῖες ἀποκτοῦν τό νόημά τους. Ὅταν π.χ. λές τή λέξη «πιρούνι», ἀναφέρεσαι σέ ὁρισμένο ὑλικό ἀντικείμενο πού δέν σηκώνει παρερμηνεία. Ἀντίθετα, πολλές λέξεις μέ νοητό περιεχόμενο, ὅπως αὐτό ὁρίζεται ἐπιστημονικά, φιλοσοφικά, τεχνοκριτικά, κ.λπ., δέν ἔχουν τήν ἴδια πρακτική ἐξάρτηση. Δέν σημαίνουν ἀντικείμενα ἤ πράξεις, ἀλλά συλλογιστικές ὀντότητες ἤ, ἀλλιῶς, ἀποτελοῦν διανοητικές κατά σύμβασιν ἔννοιες. Πρόκειται δηλαδή γιά λέξεις-ὅρους μέ θεωρητικό ἤ ἀφηρημένο χαρακτήρα. Τό εἰδικό περιεχόμενο αὐτῶν τῶν λέξεων εἶναι προϊόν τῆς πνευματικῆς ἀνάπτυξης τοῦ ἀνθρώπου καί συνδέεται εὐθέως μέ τό ἐπίπεδο αὐτῆς τῆς ἀνάπτυξης. Τό γεγονός ὅτι δέν ἔχουν ἐμπειρική, ἀλλά διανοητική, προέλευση, ἔχει ὡς συνέπεια νά μήν ἔχουν ἀντικείμενο ἀναφορᾶς ἁπτό καί αὐτόματα νοητό. Κι αὐτό τίς κάνει ὡς ἕνα βαθμό δύσληπτες ὅσο καί ἀνοχύρωτες. Ἀνοχύρωτες γιατί δέν ὑπάρχει ἄμεσος τρόπος νά ἐλέγχεται κάθε φορά ἡ λαθεμένη χρήση τους. Μέ συνέπεια νά μένει ἀνοιχτή ἡ θύρα στήν ἐνεξέλεγκτη μεταχείρισή τους. Κάτι πού, ὅταν συμβεῖ μιά φορά καί ἐπαναληφτεῖ ἔκτοτε ἀπό πολλούς, μπορεῖ νά πάρει διαστάσεις μιᾶς μή ἀναστρέψιμης, εὐτελοῦς, δημόσιας κοινοτοπίας. Κάνει ἐντύπωση ἡ ἀβασάνιστη εὐκολία μέ τήν ὁποῖα περνάει στό δημόσιο λόγο ἡ ὑποβαθμισμένη μεταχείρηση σημαντικῶν ἐννοιῶν. Λές καί ὁ δημόσιος λόγος μας κολακεύεται νά χρησιμοποιεῖ, ἀντί γιά τήν ἀκριβή σημασία ἐξαιρετικῶν ὅρων, τά ἠχηρά κελύφη τους. Οἱ ὅροι ὡστόσο δέν παύουν νά ἔχουν τή μικρή ἤ τή μεγάλη ἱστορία τους, πῶς ξεκίνησαν, πῶς σταθεροποιήθηκαν, πῶς πῆραν διαφορετικό νόημα σέ ὁρισμένους κλάδους τοῦ ἐπιστητοῦ, κ.λπ. Μιά ἱστορία καθοριστική τοῦ σύγχρονου περιεχόμενού τους. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή βασικός, ἄν ὄχι μοναδικός, τρόπος γιά νά κατέχει κανείς τή σημασία τους εἶναι ἡ ἐξειδικευμένη σπουδή τους ἤ ἔστω ὁ προσωπικός προβληματισμός πάνω στό περιεχόμενό τους. Προϋποθέσεις τίς ὁποῖες, κανονικά, θά πρέπει νά μαθαίνει κανείς στό Δημοτικό, στό Γυμνάσιο καί βέβαια στούς εἰδικούς κλάδους τῶν Πανεπιστημίων. Κανονικά ἔτσι πρέπει νά συμβαίνει, ἀλλά δέν νομίζω πώς συμβαίνει ἔτσι στή χώρα μας, ὅπου ἡ συστηματική σπουδή καί γενική παιδεία ὑστερεῖ. Πάντως, ὅταν πιάνουμε στό στόμα μας μιά λέξη-ὅρο, θά πρέπει νά καλοσκεφτόμαστε τό τί ξέρουμε γιά τό εἰδικό νόημα αὐτῆς της λέξης. Καί τό λιγότερο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά ἀνοίξουμε κάποια ἔγκυρα λεξικά ἤ ἐγκυκλοπαίδειες. Ἔστω κι ἄν τά λεξικά καί οἱ ἐγκυκλοπάιδειες δέν τά κάνουν συνήθως λιανά καί μᾶς ἀφήνουν πολλές ἀπορίες. Δέν μᾶς ἀφήνουν ὅμως καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστους.
Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ χρήση τῶν ὅρων θά πρέπει νά γίνεται μέ πολλή περίσκεψη καί μέ ἄλλη τόση φειδώ.

Ἰδού τώρα μερικά παραδείγματα καθημερινοῦ διασυρμοῦ τέτοιων ἐννοιῶν.
α) Τί σημαίνει ἡ λέξη φιλοσοφία; Δέν εἶναι βέβαια μιά λέξη μονοσήμαντη. Τό μεγάλο λεξικό Δημητράκου ἀναφέρει ἕξι βασικές σημασίες. Συνοπτικά: α) «Τό φιλεῖν τήν σοφίαν». β) «Ἡ κατά σύστημα θεωρητική σπουδή καί μάθηση». γ) «Ἔρευνα, ζήτησις πρός εὕρεσιν τῆς ἀληθείας ἀναφορικῶς πρός τά ἐπιστητά». δ) Ἡ «διαμόρφωσις κοσμοθεωρείας». ε) «Ἡ χριστιανική θεολογία». Κοιτάζοντας καί ἄλλα συναφή λήμματα γιά τό περιεχόμενο τῆς λέξης, θά ἔλεγα πώς ἡ κατεξοχήν ἔννοια τῆς λέξης φιλοσοφία εἶναι αὐτή πού δίνεται ὡς τρίτη στό λεξικό Δημητράκου: «Ἔρευνα, ζήτησις τῆς ἀληθείας ἀναφορικῶς πρός τά ἐπιστητά». Πάντως ὅποια ἀπό τίς παραπάνω σημασίες καί νά ἀποδώσει κανείς στή λέξη, ὀφείλει νά τή χρησιμοποιήσει ὡς ὅρο ὑψηλῆς πνευματικῆς στάθμης.
Πρίν ἀπό σαράντα χρόνια περίπου ἡ γαλλική ἑταιρεία καλλυντικῶν Βισύ (Vichy), παρουσίασε στήν Ἀθήνα, στό ξενοδοχεῖο Χίλτον, τά καλλυντικά της προϊόντα. Ἀφοῦ μίλησαν διάφοροι δικοί μας στόν ἀνώτατο βαθμό ἐπαινετικά γιά τά σκευάσματα τῆς Βισύ, πῆρε στό τέλος τό λόγο καί ὁ Γάλλος ἐκπρόσωπος τῆς ἑταιρείας. Μίλησε μέ μεγάλα λόγια γιά τά καλλυντικά τῆς ἐπιχείρησης καί σά νά ᾿ταν μεγάλη προσφορά γιά τήν Ἑλλάδα ἡ κυκλοφορία τῶν σκευασμάτων ἐδῶ, ἔκλεισε τήν ὁμιλία του μέ μιά κορόνα, λέγοντας: «Αὐτή εἶναι ἡ φιλοσοφία τῆς Βισύ!..» Καθώς ἄκουσα τή λέξη «φιλοσοφία», μέ τόσο ἐμφαντικό τρόπο, ἦρθαν στό νοῦ μου μερικά ὀνόματα συμπατριωτῶν του, πού σχετίζονταν μ᾿ αὐτή τή λέξη: Καρτέσιος, Βολταῖρος, Μπερξόν, Σάρτρ, Μερλώ-Ποντύ, Καμύ,… Καταλάβαινα βέβαια πώς ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Βισύ δέν ἀναφέρονταν στίς φιλοσοφικές θέσεις αὐτῶν τῶν ανθρώπων, οὔτε σέ κανέναν ὁρισμό τῆς φιλοσοφίας γενικά. Ἀλλά τότε τί γύρευε στό στόμα του ἡ λέξη φιλοσοφία; Δέν ξέρω ἄν θά ᾿λεγε τήν ἴδια φράση στό Παρίσι, εἶναι πάντως φανερό πώς ἤθελε νά ἐντυπωσιάσει. Πέταξε ἔτσι τή λέξη φιλοσοφία πάνω στό ἀκροατήριο σάν μιά «πνευματώδη» χειροβομβίδα. Μιά ἐνέργεια ὡστόσο βαθύτατα ἀνήθικη, γιατί μιά τόσο ἄτοπη χρήση, ὑποβιβάζοντας τή λέξη φιλοσοφία σ᾿ ἕνα κενόλογο διαφημιστικό ἡχηρό, συνιστοῦσε ὕβρη. Ἄν φανταστοῦμε ὅτι σ᾿ ἕνα ἰδεατό κόσμο ὑπῆρχε δίκαιο τοῦ λόγου, ὁ ἄνθρωπος πού ἐκστόμισε τή συγκεκριμένη φράση, θά μποροῦσε νά κατηγορηθεῖ γιά ἔγκλημα κατά τῆς γλώσσας. Στήν παρουσίαση τῶν προϊόντων τῆς Βισύ ὑπῆρχε πολύς κόσμος καί κάποιοι δημοσιογράφοι. Δέν μπορῶ νά πῶ ὅτι στόν τόπο μας ἡ ἀλόγιστη χρήση τῆς λέξης φιλοσοφία ἄρχισε ἀπό ἐκείνη τή βραδιά στό Χίλτον. Γεγονός εἶναι πάντως πώς τίς τελευταῖες δεκαετίες ἡ λέξη φιλοσοφία κατάντησε νά λέγεται σάν ἕνα κοινότοπο ἠχηρό ἀπό τόν καθένα. Ἔτσι τήν ἀκοῦμε ἀπό τούς πολιτικούς, τούς ἀνθρώπους τῆς τηλεόρασης, τούς δημοσιογράφους, τούς προπονητές ποδοσφαρικῶν ὁμάδων, τούς ποδοσφαιριστές, κ.λπ. κ.λπ. Ὅλοι ἔχουν τή φιλοσοφία τους. Αὐτή ἡ δημόσια χρήση τῆς λέξης δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό πολυσήμαντο ὀντολογικό περιεχόμενό της. Στήν κοινή χρήση σημαίνει συνήθως ἁπλή ἄποψη, γνώμη, ἀντίληψη, ἰδέα ἤ τίποτα: μιά ἠχηρή ἀοριστία. Μιά τέτοια μεταχείρηση τῆς λέξης ἀποτελεῖ ἄσφαλτο δείκτη ἐπαρχιωτισμοῦ, μέ τήν ἔννοια τῆς περιορισμένης καί πλημελοῦς παιδείας ἤ, ἀλλιῶς, δείκτη βαρειᾶς ἡμιμάθειας. Καί τό χειρότερο εἶναι πώς καλλιεργεῖται μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο μιά νοοτροπία ἰσοπεδοτικῆς εὐτέλειας τοῦ λόγου. Λαϊκισμός βέβαια, ἀλλά λαϊκισμός χωρίς ὅρια.
β) Μπορῶ νά πῶ ὅτι σέ κάθε συνηθισμένη συζήτηση στό ραδιόφωνο, στήν τηλεόραση, σέ ἔργα λάιφ στάιλ, ἀλλά καί σέ ἰδιωτικές παρέες, ἀκούγεται μιά λέξη, πού ἔχει καταντήσει λεκτικό ψωμοτύρι. Πρόκειται γιά τή λέξη σόκ. Φράσεις τοῦ τύπου: «Μόλις τόν εἶδα ἔπαθα σόκ!», «Ἦταν τόσο ξαφνικό πού ἔπαθε ὁ ἄνθρωπος σόκ!», «Ἄν τό μάθει θά πάθει σόκ!», «Ἐγώ μέ τίς κατσαρίδες παθαίνω σόκ!», «Μιά παράσταση πραγματικό σόκ!», «Τότε αὐτός σοκαρίστηκε!», «Καί πραγματικά ἔπαθα σόκ!», «Ὁ θάνατος τοῦ τάδε προκάλσε σόκ», καί ἄλλες παρόμοιες, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, βρίσκονται στήν ἡμερήσια διάταξη τοῦ λόγου μας. Λές καί κάθε λίγο καί λιγάκι οἱ ἄνθρωποι ἐδωπέρα παθαίνουν καί ξαναπαθαίνουν σόκ. Τί σημαίνει ὅμως αὐτή ἡ λέξη, ποιό εἶναι δηλαδή τό εἰδικό της νόημα; Ἡ ἑλληνική λέξη πού ἀποδίνει τό ἐννοιολογικό περιεχόμενό της εἶναι ἡ λέξη καταπληξία καί εἶναι ἰατρικός ὅρος. Ἀπό τό ἕνα μέρος σημαίνει τήν πτώση τῆς ἀρτηριακῆς πίεσης (κολάπσους) τοῦ αἵματος, ἡ ὁποία συνεπάγεται ἀπώλεια τῆς συνείδησης ἤ καί θάνατο. Καί ἀπό τά ἄλλο μέρος ἔχει τήν ἔννοια τοῦ νευρικοῦ κλονισμοῦ. Τοῦ κλονισμοῦ ἀπό κάποιο ὁριακό προσωπικό συμβάν, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνει κανείς τήν ψυχική ἰσορροπία του, νά μένει ἄναυδος, ἀκίνητος καί «χαμένος» ἀπό τόν κόσμο του. Τέτοιοι νευρικοί κλονισμοί σπανιότατα συμβαίνουν, εὐτυχῶς, στή ζωή μας καί ἀσφαλῶς ὄχι στόν καθένα. Ἡ λέξη σόκ πού χρησιμοποιεῖται καθημερινά, ὅπως γίνεται φανερό ἀπό τόν τρόπο πού λέγεται, σχετίζεται μέ τή νευρική καταπληξία. Σχετίζεται ὅμως κατά τρόπο καταχρηστικό, γιατί δύσκολα μπορεῖ νά πιστέψει κανείς πώς ἄνθρωποι πού δέχτηκαν τέτοιο κεραυνό, κάθονται καί μιλοῦν μέ τόση δυσαναλογία δεδομένων. Ἀπό τίς κατσαρίδες δέν παθαίνει κανείς νευρική καταπληξία. Κι ἄν ὑποθέσουμε πώς, ἀνάμεσα σέ τόσους πού ἐκφέρουν ἐπιπόλαια τή λέξη σόκ, παραβρέθηκε κάποτε ἔστω κι ἕνας πού νά εἶχε τήν ἀτυχία νά γνωρίσει τί ἐστί νευρική καταπληξία, αὐτός μᾶλλον θά σιωποῦσε, ἀνατριχιάζοντας στό ἄκουσμα τῆς λέξης.
γ) Πολύ συχνά, ἰδιαίτερα στίς τηλεοπτικές εἰδήσεις, ἀκούγεται μιά λέξη, ἀντικλείδι γιά πολλές κλειδωνιές. Π.χ: «Σύμφωνα μέ τά … πού κυκλοφοροῦν», ἤ «Γι᾿ αὐτή τήν ὑπόθεση κυκλοφοροῦν πολλά … », ἤ «Τελευταῖα ἀκούγεται καί τό … ὅτι δέν θά προωθηθεῖ τό προσχέδιο νόμου», ἤ «Ὑπάρχει καί τό … μιᾶς ἐναλλακτικῆς διαδικασίας», ἤ «Ἀπό ἔγκυρες πηγές διαρρέει τό … γιά νομοθετική ρύθμιση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ», ἤ «Τό … αὐτό δέν φαίνεται νά ἀληθεύει», κ.λπ., κ.λπ. Φαντάζομαι πώς ὁ ἀναγνώστης θά ἔχει καταλάβει ἤδη γιά ποιά λέξη πρόκειται. Φράσεις σάν τίς παραπάνω τίς ἀκοῦμε κάθε μέρα. Ἡ λέξη σενάριο προέρχεται ἀπό τόν κινηματογράφο. Σύμφωνα μέ τό λεξικό τοῦ Παπύρου ἔτσι ὀνομάζεται «τό κείμενον, ἐπί τῆ βάσει τοῦ ὁποίου γυρίζεται κινηματογραφικόν ἔργον». Ἀναλυτικότερα θά ἔλεγα πώς σενάριο εἶναι τό κείμενο πού γράφεται γιά τό γύρισμα μιᾶς κινηματογραφικῆς ταινίας καί περιέχει ὅ,τι μπορεῖ νά κινηματογραφηθεῖ: εἰκόνες, ὀπτικές σκηνές, λόγο, ἤχους, θορύβους. Ὡς κείμενο συνεπῶς ἔχει εἰδικές προδιαγραφές πού τό κάνουν νά ξεχωρίζει ἀπό τά διάφορα ἄλλα πεζά κείμενα. Γιά νά φανεῖ καλύτερα αὐτή ἡ διαφορά του σημειώνω πώς τό ἑπόμενο στάδιο τῆς προετοιμασίας γιά τό γύρισμα μιᾶς ταινίας εἶναι τό ντεκουπάζ, ὅπου τό σενάριο χωρίζεται σέ πλάνα-σκίτσα μέ συγκεκριμένη ἀπόσταση καί ὀπτική γωνία τῆς κινηματογραφικῆς κάμερας ἀπό τό ἑκάστοτε πρός κινηματογράφηση πλάνο. Δέν εἶναι λοιπόν καθόλου χαλαρά προσδιορισμένη ἡ ἔννοια τοῦ σενάριου. Μολαταῦτα σέ νεότερα λεξικά ἀναφέρεται καί ἡ μεταφορική χρήση τῆς σημασίας του. Ἀσφαλῶς μπορεῖ νά χρησιμοποιήσει κανείς καί μεταφορικά αὐτόν τόν ὅρο, ὄχι ὅμως σάν ἀντικλείδι γιά ν᾿ ἀνοίγει ὅλες τίς κλειδαριές, ἀλλά ἀναλογικά πρός τήν κύρια σημασία του. Στίς παραπάνω φράσεις, ὅπου στή θέση τοῦ ὅρου ὑπῆρχαν τρεῖς τελεῖες, καί σέ πολλές ἄλλες πού ἀκοῦμε καθημερινά, ἡ λέξη σενάριο μπορεῖ νά σημαίνει πολλά καί διάφορα: σχέδιο, πρόγραμμα, γνώμη, εἰδηση, ὑπόθεση, φήμη, ἰδέα, ἤ νά λέγεται ὡς ἁπλή ἀοριστολογία. Λές «σενάριο» καί κανένας κανόνας δέν σέ πιάνει, ὅλες οἱ σημασίες μποροῦν νά πηγαίνουν σέ μιά τόσο ἀνεξέλεγκτη μεταχείριση τῆς λέξης.
δ) Ἀδρεναλίνη. Ἄ, ἐδῶ εἴμαστε σέ διεθνῆ ὕδατα!.. Παίρνουμε τάχα συγχωροχάρτι γι᾿ αὐτό; «Ἡ ἀδρεναλίνη στά ὕψη», «Ἡ ἀδρεναλίνη στό κατακόρυφο», «Ἡ ἀδρεναλίνη στό κόκκινο», «Ἡ ἀδρεναλίνη στά ὅριά της», «Καί τότε.., ἀδρεναλίνη νά δεῖς!..» Ἔ, μά, βέβαια, χωριό πού φαίνεται.., ὅλοι τό βλέπουν. Θές στό κατακόρυφο, θές στό κόκκινο, θές στό πεζοδρόμιο, ὅλοι τή βλέπουν· εἶναι κάπως σάν ἕνα μεγάλο λεωφορεῖο μέ ἐκκωφανική καραμούζα. Ἀλίμονο στούς εἰδικούς ἐπιστήμονες πού δέν μποροῦν νά τή δοῦν οὔτε σάν λέωφορεῖο, οὔτε σάν μοτοσυκλέτα, οὔτε σάν ρόδα, οὔτε σάν βίδα. Τήν ξέρουν ὡς ὁρμόνη τῶν ἐπινεφριδίων (ἐπινεφρίνη) πού κάνει πολλές δουλειές. Μά, θά πεῖ κανείς, δέν αὐξαίνει ἡ παραγωγή της ὅταν ὑπάρχει ἔνταση; Ὅταν ὑπάρχει ἔνταση, ἀγωνία, μεγάλη προσπάθεια, αὐξαίνει –σύμφωνα τουλάχιστο μέ ὅσα ξέρουμε, γιατί δέν τά ξέρουμε ὅλα- ἡ παραγωγή πολλῶν ὁρμονῶν. Ἔστω, δέν ἔχει κάποιος δικαίωμα νά ξεχωρίσει τήν ἀδρεναλίνη, ἀπό τίς ἄλλες ὁρμόνες καί ἀπό τίς ἄλλες δράσεις της, καί νά τή χρησιμοποιήσει μεταφορικά γιά νά δηλώνει μόνο τήν ψυχική ἔνταση; Τό κάπως δαιδαλῶδες τέτοιο δικαίωμα δέν ἀποκλείεται. Μέ τή διαφορά πώς ἡ καθημερινή μονοδιάστατη μεταφορική χρήση μιᾶς ἀόρατης ὁρμόνης σάν κάτι ἁπτό μοιάζει μέ ἀστεῖο ἀνέκδοτο. Καί πάντως, ὅπως σ᾿ ὅλα τά πράγματα, ὑπάρχουν κι ἐδῶ ὅρια. Μά, θά πεῖ πάλι κανείς, δέν τήν μεταχειριζόμαστε ἔτσι μόνο ἐμεῖς, ἀλλά καί οἱ ξένοι. Φυσικά, τό φαινόμενο δέν ἔχει σύνορα, μόνο πού αὐτό δέν μᾶς καθιστᾶ ἀνεύθυνους. Ἄλλωστε τό «Συμβαίνει καί εἰς Παρισίους», ἀπό τότε πού τό χρησιμοποίησε στήν Κυρία Μποβαρύ ὁ Φλωμπέρ, δέν χαρακτηρίζει ἄλλο ἀπό τή συμπλεγματική ψυχολογία τοῦ ἐπαρχιώτη.
ε) Ὑπέρβαση. Φιλοσοφική ἔννοια πού χρησιμοποιήθηκε καί ὡς τεχνοκριτικός ὅρος. Μία ἀπό τίς βασικές ἔννοιες στή φιλοσοφία, ἤ στίς φιλοσοφίες, τῆς ὑποστάσεως (ὑπαρξισμός). Δέν χρησιμοποιεῖται μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς σημασία ἀπό ὅλους τούς φιλόσοφους τῆς ὑποστάσεως. Σέ ὅλους ὅμως ἔχει ὀντολογικό περιεχόμενο. Δύσκολα μπορεῖ νά πεῖ κανείς μέ δυό λόγια τί σημαίνει ἀκριβῶς. Ἁπλοποιώντας κάπως θά ἔλεγα πώς σημαίνει τό ὑποστασιακό γίγνεσθαι μέ κατεύθυνση τό θεϊκό εἶναι (Κίρκεγκαρ, Γιάσπερς καί ἄλλοι χριστιανοί ὑπαρξιστές) ἤ τό ἀνθρώπινο ἐμπειρικό εἶναι (Σάρτρ, Μερλώ-Ποντί κ.ἄ.). Σημαίνει συνεπῶς μετάβαση ἀπό τό ὑποστασιακό μηδέν, ἤ ἀπό μιά ἄλφα ὑποστασιακή κατάσταση, σέ μιά βήτα πέρα ἀπό τήν προηγούμενη.3 Ἄν θέλει κάποιος νά ξέρει περισσότερα καί ἀπό πρῶτο χέρι θά πρέπει νά ἀνατρέξει στά συναφῆ εἰδικά συγγράμματα. Πάντως, ὅπως θά ἔγινε ἀντιληπτό ἀπό αὐτά τά στοιχειώδη πού ἀνάφερα, δέν πρόκειται γιά μιά εὔκολη ἔννοια, ἡ ὁποία νά προσφέρεται γιά κοινή χρήση. Νά σημειωθεῖ ὅτι τά λεξικά μας ἀγνοοῦν παντελῶς τή φιλοσοφική ἔννοια τῆς λέξης. Κι ἐπμένουν στήν κοινή της σημασία, πού σχετίζεται μέ τό ξεπέρασμα κάποιου καθημερινοῦ ἐμποδίου, μιᾶς ἐπίδοσης (ρεκόρ), μιᾶς χρονικῆς διάρκειας, ἑνός ὁρίου ταχύτητας, μιᾶς διοικητικῆς βαθμίδας, ἑνός προϋπολογισμοῦ, μιᾶς κάποιας πρακτικῆς δυσκολίας, κ.λπ. Ὅταν ξέρουμε τί λέμε, ὅταν ἀκριβολογοῦμε, κι οἱ δυό σημασίες τῆς λέξης ὑπέρβαση εἶναι θεμιτές. Ἐκεῖ πού προκύπτει ζήτημα εἶναι ὅταν τή χρησιμοποιεῖ κανείς μέ τήν κοινή σημασία, ἀλλά μέ ὑποστασιακό ὑπονούμενο. Ἤ, ἀλλιῶς, ὅταν χρησιμοποιεῖ τήν κοινή σημασία της μέ ἠχηρό τρόπο. Ἔτσι, ὅταν ἕνας πολιτικός δηλώνει, «θά κάνω τήν ὑπέρβασή μου», ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ πώς θά κάνει κάτι περισσότερο ἀπό ὅ,τι σημαίνει ἡ κοινή σημασία της λέξης. Καί ὅπως συμβαίνει πολύ συχνά, ἀρκεῖ νά εἰπωθεῖ ἔτσι λίγες φορές γιά νά τήν κάνουν οἱ δημοσιογράφοι τούμπανο. Τήν ἀκούει ἀπό τήν τηλεόραση καί ὁ προπονητής ποδοσφαιρικῆς ὁμάδας καί δηλώνει δημόσια κι αὐτός πώς «θά κάνει τήν ὑπέρβαση». Καί φυσικά αἰσθάνεται προστατευμένος ἀπό τήν γενικευμένη ἠχηρή χρήση τῆς λέξης καί δέν σκοτίζεται γιά τό τί σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό πού λέει, ἀρκεῖ ὅτι λέει κάτι ἠχηρό.
Τά παραδείγματα, γιά τήν καταχρηστική μεταχείρηση σημαντικῶν ἐννοιῶν, θά μποροῦσαν νά συνεχιστοῦν, ἀλλά τό βασικό συμπέρασμα δέν θ᾿ ἄλλαζε. Ἄλλωστε δέν εἶναι δύσκολο νά ἐντοπιστοῦν ἀπό ὅποιον θά θελήσει νά σκύψει πάνω στά συναφή φαινόμενα πού ἐνδημοῦν στόν καθημερινό μας δημόσιο καί ἰδιωτικό λόγο.

Αὐτή ἡ λαϊκότροπη χρήση εἰδικῶν ἐννοιῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἐπιμέρος σύμπτωμα μιᾶς γενικότερης ἰσοπεδωτικῆς μεταχείρησης τῆς γλώσσας. Τό νά χρησιμοποιοῦμε τό ἐπίρρημα ἄμεσα μέ πολλαπλές σημασίες, πέρα ἀπό τήν εἰδική του, ἤ νά χρησιμοποιοῦμε καταχρησικά τό ἐπίρρημα πραγματικά, ἤ τό οὐσιαστικό διαδικασία, ἤ τό ρῆμα ἐπιλέγω, τό ρῆμα λειτουργῶ κ.λπ., σημαίνει ὅτι δεχόμαστε νά ἀοριστολογοῦμε μέ ἐλαφριά καρδιά. Τό παράξενο εἶναι πώς, ἄνθρωποι πού γνωρίζουν τήν ἀκριβή σημασία τῶν λέξεων (ἄνθρωποι ὁρισμένου μορφωτικοῦ ἐπιπέδου, διανοούμενοι, ἐπιστήμονες, κ.λπ.) δέν ἀντιστέκονται σ᾿ αὐτό τό πνεῦμα τῆς γλωσσικῆς ἰσοπέδοσης. Μεταχειρίζονται κι αὐτοί, στό δημόσιο (προφορικό ἰδίως) λόγο τους, μέ τρόπο λαϊκιστικό τίς συγκεκριμένες λέξεις. Τό φαινόμενο θά ἄξιζε νά μελετηθεῖ ἀπό κοινωνιολογική καί ψυχολογική ἄποψη. Θά ἔλεγε κανείς πώς ἐδῶ παίζεται ἕνα παιγνίδι μέ στόχο τήν εὐρύτερη δημόσια ἀποδοχή. Ἔτσι οἱ ὅποιοι γλωσσικοί τύποι τυχαίνει, χωρίς νά λογαριάζεται τό πῶς, νά πάρουν τό χρίσμα τῶν κοινῶν τόπων, προσυπογράφονται ὡς ἔγκυροι τύποι. Ἡ πλειοψηφία, πού λέμε, κερδίζει. Τί θά πεῖ σωστό καί λάθος, ἀφοῦ τό πῆρε πάνω στά σαγηνευτικά φτερά της ἡ μόδα, κι ἐγώ θέλω νά ᾿μαι μέσα στό γενικό ρεῦμα, θά τό πῶ κατά τό πνεῦμα τοῦ συρμοῦ. Ἡ γενική δημόσια χρήση τοῦ λόγου συνιστᾶ ἰδιότυπη γλωσσική μορφή. Μέσα στίς τάξεις της διαμορφώνονται διάφορες τάσεις, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες προέχει ἡ τάση τοῦ νά μιλᾶς μέ κοινούς τόπους. Λαθεμένους ἤ σωστούς δέν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ἡ ἰσχύ τήν ὁποία συνεπάγεται ἡ εὐρεία χρήση τῆς κοινοτοπίας. Σ᾿ αὐτό τό δημόσιο λόγο, μ᾿ ἄλλα λόγια, λανθάνει τό πνεῦμα τῆς ἀγέλης. Ὅταν κάτι τό λένε πολλοί αὐτό αὐτοδικαιώνεται καί, στήν περίπτωση πού ἀποτελεῖ γλωσσικό ἁμάρτημα, παίρνει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἡ γενικευμένη χρήση συνιστᾶ ἰσχυρή προστατευτική ὀμπρέλα γιά τόν ἀτομικό λόγο πού στοιχίζεται μαζί της.
Πῶς ξεκινάει ἡ ἰσοπεδοτική μεταχείρηση τῶν λέξεων; Φαίνεται πώς αὐτό συμβαίνει μέ πολλούς τρόπους, μέ βασικότερο, καθώς πιστεύω, τήν ἀναζήτηση κάθε φορά μιᾶς ἠχηρῆς ἁπλοϊκότητας. Τό νά παίρνει κανείς δύσκολες ἐννοιολογικά, εἰδικές λέξεις, καί νά τίς χρησιμοποιεῖ σάν κοινότοπα συστατικά τοῦ καθημερινοῦ λόγου. Ἔτσι πού, ἀπό τό ἕνα μέρος, λόγω τῆς καταγωγῆς τους, αὐτές οἱ λέξεις διατηροῦν κάποια σπουδαιότητα, ἐνῶ ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἀφοπλίζονται ἀπό τό δύσκολο περιεχόμενο τῆς εἰδικότητάς τους ὥστε νά μοιάζουν εὔκολες. Ἕνας ἄλλος τρόπος εἶναι, κι ἐδῶ ἔχουν τόν πρῶτο λόγο οἱ πολιτικοί, τό νά θέλει κάποιος νά μιλάει θολά, χωρίς νά λέει τά πράγματα μέ τ᾿ ὄνομά τους. Τό νά ἀοριστολογεῖ λαϊκότροπα. Στήν περίπτωση αὐτή οἱ εὐτελεῖς λεκτικοί κοινοί τόποι παρέχουν διπλή ὑπηρεσία. Μέ τήν παρουσία τους, πρῶτα, στή ροή τοῦ λόγου συνεισφέρουν τό «κύρος» τῆς γενικευμένης χρήσης τους. Ὥστε ὁ ὁμιλητής νά αἰσθάνεται ἀσφαλής καί οἰκεῖος μέσα στό κλίμα τῆς κοινῆς ἀντίληψης. Νά μήν αἰσθάνεται συνεπῶς ἐπικοινωνιακά ξέμακρος. Κι ἔπειτα, μέ τήν ἰσοπεδοτική ἀοριστία τους, ἀφήνουν ἀνοιχτή τήν πόρτα στά διφορούμενα ἤ στά κενόλογα φθεγγόμενα. Κατά τρόπο πού νά μπορεῖ νά μιλάει κάποιος παραπλανητικά ὄντας ταυτόχρονα γλωσσικά συναγελαστικός καί οἰκείος.
Τέλος ἄς σημειωθεῖ, γιά τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία υἱοθετοῦνται ἀβασάνιστα τέτοιες γλωσσικές συμπεριφορές, πώς δέν εἶναι ἄμοιρη καί μιά κάποια ἔξαρση τῆς ἡμιμάθειας. Τά πολλά λάθη, πού διαπιστώνουμε στά ὅσα λέγονται ἀπό τήν τηλεόραση καί τό ραδιόφωνό μας κάθε μέρα, δέν εἶναι τόσο ἄσχετα μέ τά ἐκφυλιστικά φαινόμενα πού ἐπιχωριάζουν στό λόγο μας.

1 Πιέρ-‘Αντρέ Ταγκυέφ, ««Ὁ λαϊκισμός καί ἠ πολιτική ἐπιστήμη. Ἀπό τήν ἐννοιολογική πλάνη  στά πραγματικά προβλήματα», μετάφραση Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Νέα Ἑστία, τεῦχος 1816, Νοέμβριος 2008.

2. Γιῶργος Ἀράγης, «Βιωματική καί αὐτοβιογραφική ἀφήγηση: δυό διαφορετικές ἔννοιες», Ἀστική ἐμπειρία καί ἀστική ἰθαγένεια τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, Σοκόλης 1001, σ. 137.

3 Γιά νά πάρουμε μιά, ἀτελῆ πάλι, ἰδέα σημειώνω μερικές συνοπτικές ἀναφορές. «Υπερβαίνουμε ἀδιάκοπα τούς ἑαυτούς »« αδιάκοπα πραγματοποιοῦμε  μιάν ὑπέρβαση πρός τό εἶναι»καί «ὑπερβαίνουμε τούς ἑαυτούς μας ξεπερνώντας τό μηδέν». (Ἡ πρώτη ἀναφέρεται στόν Γιάσπερς, ἐνῶ οἱ δυό ἑπόμενες στόν Χάιντεγκερ.) Ζάν Βάλ, Εἰσαγωγή στίς φιλοσοφίες τοῦ ὑπαρξισμοῦ, μετάφραση, σχόλια, Χρῆστος Μαλεβίτσης, Δωδώνη, Ἀθήνα 1970, σ. 93. «Ἄς σημειώσουμε […] ἐδῶ τό λόγο τῆς ὑπέρβασης τοῦ Egoὡς ἑνωτικοῦ πόλου τῶν ‘βιωμάτων'(Erlebnisse)» Zan-Paul Sartre, Τό εὶναι καί τό μηδέν, μετάφραση εὐσαγωγή, Κωστής Παπαγιώργης, Παπαζήσης , Ἀθήνα χ.χ. σ. 174.

 

 

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.