Φιλία και κριτική

 

Φιλία καί κριτική

 

Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος κριτικός τῆς λογοτεχνίας, πού θέλει νά εἶναι εἰλικρινής, γράφει κριτική γιά τό ἔργο ἑνός φίλου του συγγραφέα. Ὁ κρτικός αὐτός μπορεῖ νά εἶναι ἀμερόληπτος;

Τό ἐρώτημα δέν ὑπονοεῖ ἀρνητική ἀπάντηση, ἁπλῶς θέτει ἕνα ζήτημα. Τό ἐνδεχόμενο νά εἶναι ἤ νά μήν εἶναι ἀμερόληπτος ὁ συγκεκριμένος κριτικός δέν μπορεῖ νά προδικαστεῖ. Ἐξαρτιέται ἀπό τό τρόπο πού θά ἐνεργήσει. Θεωρητικά ὡστόσο, γιά νά κρίνει ἀμερόληπτα, θά χρειαστεῖ νά ξεπεράσει ὁρισμένες συναισθηματικές καί μή συναισθηματικές παρενέργειες τῆς δοσμένης φιλίας. Κάτι πού δέν χρειάζεται νά κάνει ἕνας ἄλλος κριτικός πού πραγματεύεται τό ἔργο ἑνός συγγραφέα μέ τόν ὁποῖο δέ ἔχει φιλική σχέση μαζί του. Ἀντίθετα δηλαδή ἀπό ὅ,τι μπορεῖ νά φαίνεται ἀπό πρώτη ἄποψη, ὁ κριτικός πού γράφει γιά τό ἔργο ἑνός φίλου του συγγραφέα βρίσκεται σέ κάπως μειονεκτική θέση.

Τό σχετικό ζήτημα προκύπτει ἀπό τίς συναισθηματικές καί μή συναισθηματικές παρενέργειες πού συνεπάγεται ἡ φιλία τοῦ κριτικοῦ μέ τόν συγγραφέα τοῦ κρινόμενου ἔργου. Περιορίζοντας ἐδῶ τή συζήτηση στίς δεύτερες μονάχα (ἀφήνοντας δηλαδή στήν ἄκρη τίς συναισθηματικές παρενέργειες), θά ἔλεγα ὅτι αὐτές ὀφείλονται στό γεγονός ὅτι ὁ κριτικός γνωρίζει τήν προσωπική ζωή καί τόν προφορικό λόγο τοῦ φίλου του συγγραφέα. Μιά γνώση ἡ ὁποία εἶναι δυνατό νά ἐπιδράσει στήν κριτική του λειτουργία ἔτσι ὥστε, ὥς ἕνα βαθμό, νά τήν ἀλλοιώσει. Πῶς καί γιατί ἐνδέχεται νά συμβαίνει ἔτσι θά προσπαθήσω νά ἐξηγήσω παρακάτω.

 

Κάθε συγγραφέας περνάει στά γραφτά του κάτι ἀπό τήν προσωπική ζωή του. Κάτι ἀπό τίς ἐμπειρίες του, τά συναισθήματά του καί τίς σκέψεις του. Κι αὐτό εἶναι φυσικό ὅσο καί ὁμολογημένο ἀπό πολλούς συγγραφεῖς. Γενικότερα ἐξάλλου ὅ,τι πάει νά ἐκφράσει ἕνας συγγραφέας σχετίζεται μέ τήν προσωπικότητά του. Ἀκόμη καί ἄν αὐτό πού πάει νά ἐκφράσει ἔχει ἔντονα φανταστική μορφή. Ἔτσι ὁ κάθε συγγραφέας περνάει στά γραφτά του κάτι ἀπό τίς λεπτομέρειες τῆς προσωπικῆς ζωῆς του, ἀλλά καί ἀπό τόν συνολικό χαρακτήρα της. Τά στοιχεῖα αὐτά ὁ «ἐπαρκής ἀναγνώστης» τά παρακολουθεῖ, στό τυπωμένο λογοτεχνικό κείμενο, κατά τό μέτρο πού ἔχουν ἐκφραστεῖ. Ἄν ἔχουν ἐκφραστεῖ ἱκανοποιητικά τά παρακολουθεῖ ἀνάλογα, ἄν ὄχι τά παρακολουθεῖ πλημελῶς. Γι᾿ αὐτόν τόν ἀναγνώστη τό κείμενο ἀποτελεῖ τό μοναδικό μέσο γιά νά προσεγγίσει ὅ,τι γύρεψε ὁ συγγραφέας νά διατυπώσει. Ὁ κριτικός ὡστόσο, πού γνωρίζει ἀπό κοντά τόν συγγραφέα ἑνός κειμένου, ἔχει τή δυνατότητα νά διαβάσει τό κείμενό του καί μέ βάση τά στοιχεῖα πού κατέχει ἀπό πρῶτο χέρι. Ἔχει συνεπῶς τή δυνατότητα νά ἀναγνωρίσει μέσα στό κείμενο μερικά γνωστά του πράγματα, ἔστω καί ἄν δέν ἔχουν ἐκφραστεῖ ἱκανοποιητικά. Ἔτσι, ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή νά μιλήσει γιά τό τί λέει καί πῶς τό ἐκφράζει τό συγκεκριμένο κείμενο, εἶναι δυνατό νά μετρήσουν θετικά στήν κρίση του οἱ προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες τό διάβασε. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι δυνατό νά ἀποδώσει στό κείμενο πράγματα πού δέν τά ἔχει ἤ τά ἔχει πολύ συζητήσιμα. Ὁ κριτικός αὐτός, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἐνδέχεται νά συμπληρώσει ἀσυνείδητα τό κρινόμενο κείμενο κι ἔπειτα νά τό ἀξιολογήσει σά νά εἶχε ὅσα πρόβαλε ὁ ἴδιος πάνω σ᾿ αὐτό. Στήν περίπτωση πού κάτι τέτοιο θά συμβεῖ ἡ ἀξιολόγηση τοῦ κειμένου δέν θ᾿ ἀνταποκρίνεται σέ ὅ,τι ἀκριβῶς τό ἴδιο ἀντιπροσωπεύει.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ κριτικός πού τυχαίνει νά εἶναι ἐξοικειωμένος μέ τόν προφορικό λόγο ἑνός λογοτέχνη εἶναι δυνατό νά τόν μεταφέρει στά γραφτά του. Μέ πιθανή συνέπεια νά διευθετεῖ κάποια σημεῖα τους ἀπό συντακτική καί γραμματική ἄποψη, ἀλλά κυρίως νά χρωματίσει τίς λέξεις, τίς φράσεις  καί τή στίξη τους σύμφωνα μέ τήν καθημερινή ὁμιλία τοῦ λογοτέχνη. Ὑπάρχουν γενικά τρεῖς τρόποι νά χρωματίσει κανείς τήν ἀνάγνωση ἑνός κειμένου. Ὁ ἕνας εἶναι νά τό διαβάσει μέ τή δική του φωνή του καί τούς συνειρμούς της. Ὁ ἄλλος εἶναι νά τό διαβάσει μέ τή φωνή πού ὑποβάλλει τό ἴδιο τό κείμενο -ἕναν τόνο φωνῆς πού βγαίνει μέσα ἀπό τίς γραμμές του ὅταν ἀφηνόμαστε διαθέσιμοι νά τόν ἀκροαστοῦμε. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι νά τό διαβάσει μέ τήν ὁμιλητική φωνή τοῦ συγγραφέα. Ὁ τελευταῖος φυσικά εἶναι ἐφικτός μονάχα γιά ὅποιον τυχαίνει νά εἶναι ἐξοικειωμένος μέ τόν προφορικό λόγο τοῦ συγγραφέα. Ἀπό τούς παραπάνω τρόπους ἀνάγνωσης πιό φερέγγυος, κατά τή γνώμη μου, εἶναι ὁ δεύτερος. Αὐτός ὑπαγορεύεται ἀπό τό κείμενο καί ἀφορᾶ τήν πραγματικότητά του. Ὁ τρίτος ἰδιαίτερα θά ἔλεγα ὅτι ἀποτελεῖ μᾶλλον παραποιητική ἀνάγνωση. Ἄν π.χ. ἕνας κριτικός, τήν ὥρα πού διαβάζει, συμβαίνει νά καλύπτει τή φωνή τοῦ κειμένου μέ τόν προφορικό λόγο τοῦ συγγραφέα του, πού ἔρχεται αὐτόματα στόν νοῦ τοῦ, τότε ὥς κάποιο βαθμό χρωματίζει τήν ἀνάγνωσή του μέ στοιχεῖα πού ὑπάρχουν στήν καθημερινή ὁμιλία τοῦ συγκεκριμένου συγγραφέα. Τέτοια εἶναι κυρίως ἡ ἠχητική ἰδιαιτερότητα πού ἔχει κάθε βιολογική φωνή καί οἱ συνειρμοί τούς ὁποίους συνεπάγεται. Στοιχεῖα δηλαδή τά ὁποῖα μπορεῖ νά ἔχουν ἐλάχιστη ἤ καμία σχέση μ᾿ ἕνα κείμενο. Κι αὐτό σημαίνει πώς ὁ κριτικός στήν προκείμενη περίπτωση ἐνδέχεται ν᾿ ἀποδίνει στό κείμενο τόν ὀργανικό χαρακτήρα τῆς βιολογικῆς φωνῆς τοῦ συγγραφέα καί τή λειτουργικότητα τῶν συνειρμῶν της. Ἔτσι ὁ κριτικός ἐνδέχεται ν᾿ ἀποδίνει στό κείμενο ἀξίες πού δέν ἐκπορεύονται ἀπό τόν λόγο τοῦ κειμένου.

Σύμφωνα μέ τά παραπάνω ὁ κριτικός, πού γνωρίζει τήν προσωπική ζωή καί τόν προφορικό λόγο ἑνός λογοτέχνη, εῖναι δυνατό νά μιλήσει, ὥς ἕνα σημεῖο, γιά τό ἔργο του μεροληπτικά. Ἁπλῶς ὅμως εἶναι δυνατό, χωρίς καί νά ᾿ναι ἀναπόδραστο. Πάντως, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, μπορεῖ νά πεῖ κανείς γενικά ὅτι ἡ φιλία του μέ τόν συγκεκριμένο λογοτέχνη κάνει τή δουλειά του δυσκολότερη. Γιατί παρεμβάλλει στήν κριτική του λειτουργία ὁρισμένα «φιλικά» παράσιτα (ὅπως τά ἐννοοῦμε στό δραδιόφωνο). Κι αὐτά, γιά νά μιλήσει ὥς κάποιο βαθμό ἀμερόληπτα, θά χρειαστεῖ νά τά παρακάμψει. Κάτι πού δέν χρειάζεται νά κάνει ἕνας ἄλλος κριτικός πού πραγματεύεται τό ἴδιο ἔργο χωρίς νά γνωρίζει ἀπό κοντά τόν συγγραφέα του. Αὐτό δέν σημαίνει βέβαια ὅτι κρίνει ἔγκυρα μονάχα ὅποιος δέν συνδέεται φιλικά μέ τόν συγγραφέα τοῦ ἔργου μέ τό ὁποῖο καταπιάνεται. Οὔτε ἀποκλείεται τό ἐνδεχόμενο νά κρίνει ἕνας κριτικός κλύτερα τό ἔργο ἑνός φίλου του συγγραφέα ἀπό κάποιον ἄλλο πού δέν συνάντησε ποτέ τόν συγγραφέα αὐτόν. Ἄν ὅμως συμβαίνει νά ᾿ναι ἰσοδύναμοι οἱ δυό κριτικοί, τότε ὁ πρῶτος, γιά νά δεῖ ἐξίσου καθαρά μέ τόν δεύτερο τό κρινόμενο ἔργο, θά χρειαστεῖ νά κάνει κάτι ἐπιπλέον. Νά ἀντιμετωπίσει δηλαδή ἀφαιρετικά τίς γνώσεις πού κατέχει γιά τήν προσωπική ζωή καί τόν προφορικό λόγο τοῦ φίλου του λογοτέχνη. Νά δεῖ μ᾿ ἄλλα λόγια χωρίς αὐτές τίς γνώσεις τό κείμενο πού κρίνει. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἀμεροληψία ἑνός τέτοιου κριτικοῦ δέν ἐξαρτιέται, τόσο ἀπό τήν είλικρίνειά του, ὅσο ἀπό τήν ἀφαιρετική του ἱκανότητα. Ἡ εἰλικρίνεια βέβαια ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, ἀλλά μόνη της δέν εῖναι ἀρκετή.

 

Πρώτη δημοσίευση,  «Φιλολογική Καθημερινή», 20/8/1981.

Ἀπό τό βιβλίο μου, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς, δεύτερος τόμος, Δωδώνη, Ἀθήνα-Γιάννινα, 1988.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.