Ὁ Καρυωτάκης και ἡ γλώσσα του

Ὁ Καρυωτάκης καί ἡ γλώσσα του

Ἀπό τίς πολλές πλευρές πού παρουσιάζει τό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη, ἡ λιγότερο μελετημένη εἶναι ἐκείνη τῆς γλώσσας του καί τῆς σημασίας της. Παρακάτω θά δοῦμε, κάπως συνοπτικά, αὐτό τό θέμα ἀπό τυπική καί οὐσιαστική ἄποψη.

α) Μέ γνώμονα τά τυπικά γνωρίσματα τοῦ καρυωτακικοῦ λόγου, μποροῦμε νά ποῦμε πώς αὐτός ὁ λόγος ἔχει σαφή ἀστικό χαρακτήρα. Ἄν θέλουμε ἔπειτα νά κάνουμε διάκριση ἀνάμεσα στήν καθαρεύουσα καί στή δημοτική, εἶναι φανερό πώς ὁ καρυωτακικός λόγος διέπεται πλήρως ἀπό τό πνεῦμα τῆς δημοτικῆς. Μιᾶς δημοτικῆς βέβαια τῆς πόλης. Τοῦτο προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀνταποκρίνεται, σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες, στήν καθημερινή προφορική ὁμιλία τῆς τότε ἀθηναϊκῆς κοινωνίας. Νά μήν ξεχνοῦμε πώς ὅταν λέμε δημοτική γλώσσα ἐννοοῦμε γλώσσα πού ἀνταποκρίνεται στήν προφορική ὁμιλία. Λοιπόν ἡ γλώσσα τοῦ Καρυωτάκη ἀνήκει στόν τύπο τῆς ἀστικῆς δημοτικῆς. Δυό λόγια γιά τήν ἱστορία τοῦ πράγματος.

Ἡ ἀστική δημοτική, αὐτή πού μιλοῦμε καί σήμερα, ἀρχίζει στό νεοελληνικό κράτος νά κάνει τά πρῶτα δειλά βήματα στήν ποίηση μέ τό ἔργο τοῦ Μ. Μαλακάση. Θά μποροῦσα νά πῶ ὅτι στό δέκα τοῖς ἑκατό περίπου αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἔχουμε στοιχεῖα ἀθηναϊκῆς δημοτικῆς. Σέ πολύ μεγαλύτερο ποσοστό συναντοῦμε τέτοια στοιχεῖα στό ἔργο τοῦ Λ. Πορφύρα. Μέ τήν ποίηση τοῦ Ρ. Φιλύρα ἡ ἀθηναϊκή δημοτική πατάει πιά στό κατώφλι τῆς Ἀθήνας, καθώς ἡ Ἀθήνα ἔχει ἤδη περάσει στόν 20ο αἰώνα. Ἀκολουθεῖ ἡ θαυμάσια γλωσσική πραγμάτωση τοῦ Ν. Λαπαθιώτη καί τοῦ Κ. Οὐράνη καί φτάνουμε στή γλώσσα τοῦ Καρυωτάκη. Γιά τήν τελευταία ἔχει εἰπωθεῖ, ὁλωσδιόλου ἄστοχα, ὅτι ὑπῆρξε μίγμα καθαρεύουσας δημοτικῆς. Ἡ ἐκδοχή αὐτή βασίστηκε σέ ἀστάθμητα λεξιλογικά δεδομένα καί ὄχι στό δημοτικό πνεῦμα πού διέπει τόν καρυωτακικό λόγο. Ἄλλωστε, ἄν κοιτάξουμε τά κείμενα ἀπό τήν πλευρά τῶν λεξιλογικῶν δεδομένων, θά δοῦμε πώς οἱ καθαρευουσιάνικες λέξεις πού ἀπαντοῦν στό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη εἶναι ἐλάχιστες.[1] Ἐπιπλέον κι αὐτές οἱ ἐλάχιστες χρησιμοποιήθηκαν, ποιητικῆ ἀδεία, κυρίως γιά λόγους ὁμοιοκαταληξίας. Ἄλλωστε, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, οἱ λέξεις καθαυτές λίγη σημασία ἔχουν. Γιά τήν ὥρα αὐτό πού θέλω νά πῶ, εἶναι πώς ἡ γλώσσα τοῦ Καρυωτάκη, ὡς ἀστική δημοτική, εἶχε μικρό παρελθόν,[2] ἀλλά ἀπεριόριστο μέλλον. Αὐτή τή γλώσσα μεταχειρίστηκε ἡ ἑπόμενη γενιά ποιητῶν, μέ ἐξαίρεση τόν Ν. Ἐγγονόπουλο καί Α. Ἐμπειρίκο, πού ἔγραψαν μᾶλλον σέ καθαρεύουσα. Κι ἔκτοτε ὅλες οἱ μεταγενέστερες σειρές ποιητῶν ὥς τίς μέρες μας.

Ἴσως χρειάζεται νά πῶ ὅτι ἡ ἀστική δημοτική ἄρχισε νά διαμορφώνεται καθυστερημένα στήν Ἀθήνα γιά λόγους ἱστορικούς. Ἄρχισε νά παίρνει πάνω της ὅταν ὁ πληθυσμός τῆς Ἀθήνας ἀναπτύχτηκε σημαντικά, τόσο ἀριθμητικά, ὅσο κυρίως ἀπό ἄποψη κοινῶν τόπων, ξεπερνώντας βαθμιαῖα τήν ἑτερόκλητη συγκρότησή του. Ὅσο ἡ Ἀθήνα δηλαδή, ὡς πληθυσμιακή χοάνη, ἔτεινε νά ἀμβλύνει τίς διαφορές τῶν κατοίκων της πρός τήν κατεύθυνση μιᾶς σχετικῆς ὁμοιογένειας. Χοντρικά αὐτό τό ὅριο μποροῦμε νά τό τοποθετήσουμε κατά τό πέρασμα τοῦ 19ου αἰώνα[3] πρός τόν 20ο.[4]

β) Ἄν κάτι οὐσιαστικό ὀφείλει ἡ ἀστική δημοτική στόν Καρυωτάκη αὐτό ἔχει νά κάνει μέ τήν ἰσχυρή φόρτισή της ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν ποιητική ἀξία τοῦ ἔργου του. Τή σημασία τῆς ποιητικῆς ἀξίας γιά τήν ἐπικύρωση τῆς γλώσσας τήν ἐπισήμανε, γιά τούς δημοτικιστές, ὁ Μ. Μητσάκης  τό 1891.[5] Πολύ ἀργότερα ὁ Τέλλος Ἄγρας θά πεῖ ὅτι μέ τόν Καρυωτάκη μπαίνουν στήν ποίηση «τά πράγματα».[6] Δέν θά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτή τήν πολυσυζητημένη  φράση. Θά τή συσχετίσω μόνο μέ τή γνώμη τοῦ Ζ. Λορεντζάτου, ὅτι τά Ἐλεγεῖα καί Σατιρες (1927) συνιστοῦν βαθιά τομή πάνω στό σῶμα τῆς  ἑλλαδικῆς ποίησης.[7] Τό 1965 γράφοντας γιά τόν Μ. Ἀναγνωστάκη εἶχα σημειώσει τά ἑξῆς: «Νομίζω πώς ἡ γλώσσα μας ἀρχίζει νά φορτίζεται οὐσιαστικά ἀπό τόν Καρυωτάκη. Καί ἡ συνέχεια ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εὔκολα διαπιστώνεται στόν Ἀναγνωστάκη. Ἀξίζει ἀκόμα νά παρατηρήσουμε στό ἔργο του [τοῦ Ἀναγνωστάκη] ὁρισμένες ‘‘τραβηγμένες’’ [ὡς καθαρευουσιάνικες] λέξεις, πού καθώς ἀποτελοῦν στό νόημα τῆς φράσης παρεμβαλλόμενα δοχεῖα, κατά ἕνα τρόπο διασώζονται ἀπ᾿ τό κοινό ὑπόβαθρο μέ τίς γειτονικές.

»Διαβάζουμε τήν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας

Τῶν ἐσκεμμένων συνειρμῶν, τή λογική τοῦ ὀνείρου

Εἴτανε μιά θεμιτή καθορισμένη ἀναγκαιότητα», κ.λπ.

Λίγες διευκρινίσεις πάνω σ᾿ αὐτά. Ἡ φράση «… νά φορτίζεται οὐσιαστικά ἀπό τόν Καρυωτάκη». Ἀδικεῖ ὥς κάποιο βαθμό τόν Πορφύρα καί τούς πρίν ἀπό τόν Καρυωτάκη ποιητές τοῦ ᾿20. Γιατί κι ἐκεῖνοι κάτι ἔκαναν γιά τή φόρτιση τοῦ λόγου τους, τουλάχιστο στίς καλύτερες πραγματώσεις τους, γιά νά θυμηθοῦμε τόν Μ. Μητσάκη. Ἁπλῶς ὁ Καρυωτάκης, σύμφωνα μέ τή γενικότερη ἐκτίμηση τοῦ Τ. Ἄγρα, τούς «ἐξεπέρασε» (καί στή φόρτιση τοῦ λόγου) «ὅλους ἀμέσως κι ἐξακολουθητικά».[8] Σήμερα ξέρουμε πώς τό «ἐξακολουθητικά» ξεπέρασε τά ὅρια τῆς γεινιᾶς του καί γονιμοποίησε πολλούς ἀπό τίς ἑπόμενες γενιές ποιητῶν καί πρῶτα πρῶτα τόν ἐπιφανέστερο τῆς γενιᾶς τοῦ 1930 τόν Γ. Σεφέρη. Τό ἄλλο σημεῖο πού θέλω νά διευκρινίσω ἀφορᾶ τή φράση «ὁρισμένες ‘‘τραβηγμένες’’ λέξεις, πού καθώς ἀποτελοῦν στό νόημα τῆς φράσης παρεμβαλλόμενα δοχεῖα, κατά ἕνα τρόπο διασώζονται ἀπ᾿ τό κοινό ὑπόβαθρο». Ὅταν ἔγραφα  «κοινό ὑπόβαθρο» ἐννοοῦσα τό προφορικό ἤ δημοτικό πνεῦμα τοῦ ἀναγνωστακικοῦ λόγου -λόγου βέβαια καθόλα καθημερινοῦ αστικοῦ περιβάλλοντος. Συνεπῶς δεν ἔχουν σημασία καθαυτές οἱ λέξεις ὅσο ἡ σύνταξη και τό γενικό αἴσθημα τῆς γλώσσας.

Οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 ὑπῆρξαν πρωτοπόροι ἀπό τήν ἄποψη ὅτι προσγείωσαν τόν ὑπαίθριο ποιητικό χωροχρόνο τῆς προγενέστερης ποίησης στό ἀστικό περιβάλλον, ὅπου  ζοῦσαν καί ἐργάζονταν.[9] Πραγμάτωσαν ἔτσι τήν ἀπαραίτητη ὀργανική ἑνότητα ἀνάμεσα στά ἔργα, στούς ποιητές καί στό περιβάλλον τους. Μέχρι τότε ἡ προγενέστερη ποίηση ἔπασχε ἀπό τόν διχασμό ἀνάμεσα στήν προσωπική ζωή τῶν ποιητῶν καί στόν χῶρο καί χρόνο τοῦ ἔργου τους ἤ, ἀλλιῶς, στά θέματά τους. Ἐνῶ ζοῦσαν στήν πόλη τοποθετοῦσαν τόν χῶρο καί τόν χρόνο τοῦ ἔργου τους στήν ὕπαιθρο. Ἔτσι ὥστε ἡ γλώσσα καί τό ἔργο τους ἔπασχε ἀπό ἔλλειψη ἐμπειρικῆς ἀλήθειας. Γιά νά φανεῖ ἡ διαφορά θά δώσω ἕνα συγκριτικό παράδειγμα.

Καλότυχα ψηλά βουνά μέ τούς ἀϊτούς, τά χιόνια.

                   Τά ἡλιοφώτιστα νερά, τά ἰσκιερά λαγκάδια,

                   πού ἡ βλάχα ἡ ροδοκόκκινη φυλάει λευκά κοπάδια,

                   κι ἔχουν φλογέρες οἱ βοσκοί κι οἱ λαγκαδιές ἀηδόνια.

Παλαμᾶς

                   Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιῶν, ἔγνοιες μικρές, καί λύπες

                   ἄθλιες, μέ περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.

                   Μόνο εἶδα, φεύγοντας πρωί, στήν πόρτα μου τολύπες

                   τά ρόδα, καί γυρίζοντας ἔκοψα μιά γυρλάντα.

Καρυωτάκης

Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στούς πρώτους στίχους καί στούς δεύτερους εἶναι ὅτι οἱ πρῶτοι δέν ἀναταποκρίνονται στόν ἐμπειρικό τόπο καί χρόνο τοῦ Παλαμᾶ, ἐνῶ οἱ δεύτεροι ἀνταποκρίνονται στόν ἐμπειρικό τόπο καί χρόνο τοῦ Καρυωτάκη. Οἱ πρῶτοι δέν ἔχουν ἄλλοθι στήν προσωπική ζωή τοῦ ποιητῆ, ἐνῶ οἱ δεύτεροι ἔχουν. Οἱ πρῶτοι εἶναι συμβατικοί, ἐνῶ οἱ δεύτεροι δέν εἶναι. Τά πραγματολογικά στοιχεῖα τῶν πρώτων δείχνουν ὅτι αὐτός πού τούς ἔγραψε εἶχε ἄγνοια τοῦ ἀντικειμένου του· ἀντίφαση ἀνάμεσα στά «ἡλιοφώτιστα νερά» καί στά «ἰσκιερά λαγκάδια» λές καί τά νερά τρέχουν ἀπό ράχη σέ ράχη καί ὄχι στά λαγκάδια. Καί ἀσυμβίβαστο ἀνάμεσα στά «ψηλά βουνά» καί στά «ἀηδόνια». Ζοῦν τάχα καί στίς κορυφές τοῦ Ὄλυμπου τ᾿ ἀηδόνια; Μά δέν μπορεῖ νά γράψει κανείς, «ποιητικῆ φαντασία», πραγματολογικές ἀνακρίβειες; Ἀσφαλῶς μπορεῖ, ἀρκεῖ ἡ φαντασία του νά ἔχει ἀναλογικό χαρακτήρα πρός τήν πραγματικότητα καί νά μην πελαγοδρομεῖ ἀνερμάτιστη. Ὅταν μιλοῦμε γιά φαντασία στήν τέχνη δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι ἡ φαντασία δέν δραστηριοποιεῖται ξεκάρφωτα καί ἀναντίστοιχα πρός τήν πρακτική ζωή. Ἀντίθετα συνιστᾶ μεταφορική ἀναγωγή τοῦ ἐμπειρικοῦ κόσμου σέ ἄλλο ἐπίπεδο.

Ἐπανέρχομαι στά προηγούμενα. Τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 τερματίστηκε ὁ διχασμός τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης ἀνάμεσα στό ἔργο καί τή ζωή τῶν ποιητῶν. Μιά θεμελιώδης πραγμάτωση τῆς γενιᾶς αὐτῆς, τήν ὁποία ἀκολούθησαν ἔκτοτε ὅλες οἱ μεταγενέστερες ποιητικές γενιές. Ἄν μάλιστα σκεφτοῦμε πώς, τόσο θεωρητικά, ὅσο καί πρακτικά, οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 στράφηκαν πρός τίς ποιητικές ἀναζητήσεις τῆς σύγχρονης Εὐρώπης, ἔχουμε τό περιθώριο νά τούς χαρακτηρίσουμε, προεξάρχοντος πάντα τοῦ Καρυωτάκη, ὡς γενιά πού ἄνοιξε τόν δρόμο στή νεώτερη ποίηση. Κάτι πού δέν τούς ἔχει ἀναγνωριστεῖ ἀκόμα, ἴσως γιατί ἀντί νά κοιτάζουμε τά κείμενα, κοιτάζουμε  τά σύννεφα.

Γιῶργος Ἀράγης              

                  

[1] Σέ ἀρκετά ποιήματα τοῦ Καρυωτάκη δέν ὑπάρχει οὔτε μία κἀθαρευουσιάνικη λέξη.

[2] Μαλακάσης, Πορφύρας, Φιλύρας, Λαπαθιώτης, Οὐράνης.

[3] Τό 1900 ἡ Ἀθήνα εἶχε ξεπεράσει σέ πληθυσμό τίς 200 χιλιάδες.

[4] Περισσότερα γι᾿ αὐτό τό θέμα στό βιβλίο μου Ἡ μεταβατική περίοδος τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης, Σοκόλης, Ἀθήνα 2006, («Α΄μέρος» καί «Οἱ ποιητές τοῦ ᾿20»).

[5] «Ἀλλ᾿ αἱ γλωσσοπλαστικαί αὗται ἀπόπειραι ἔχουν λόγο τινά ὅταν ἐπιτυγχάνουν τήν ταυτόχρονη δημιουργίαν ἀληθινῶν ποιημάτων. Καί ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἔξω τό καπέλλο! Ἀλλ᾿ ἐνόσω μένουν -καί παρακαλῶ νά ἐκληφθῆ τοῦτο ἐν εἰλικρινεία γενικῶς καί ἄνευ τοῦ παραμικροτέρου ὡρισμένου ὑπαινιγμοῦ- μόνον ἁπλαῖ ἀπόπειραι, θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά μείνω μέ τό κεφάλι σκεπασμένο». Μ. Μητσάκης, «Κρυστάλλη ‘‘Αγροτικά’’», Τό ἔργο του, εἰσαγωγή,

σχόλια, ἐπιμέλεια, Μ. Περάνθης, «Ἑστία», Ἀθήνα 1956, σ. 353.

[6] Τέλλος Ἄγρας, «Ὁ Καρυωτάκης καί οἱ ‘‘Σάτιρες’’, Κριτικά, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Κ. Στεργιόπουλος, Ἑρμῆς, Ἀθήνα, 1961, σ. 200.

[7] Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Τό χαμένο κέντρο», στόν τόμο Γιά τόν Σεφέρη. Τιμητικό ἀφιέρωμα στά τριάντα χρόνια τῆς Στροφῆς, Ἀθήνα 1961, σ. 93.

[8] Τέλλος Ἄγρας, «Ὁ Καρυωτάκης καί οἱ ‘‘Σάτιρες’’, ὅ.π.

[9] Χωρίς νά ξεχνοῦμε, φυσικά, τίς ποιητικές προσπάθειες πού εἶχαν γίνει τά προηγούμενα 80-90 χρόνια.

Ἀπό το περιοδικό Μανδραγόρας, τεῦχος 52, Ἀθήνα 2015.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια, Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.