Βασική μεταβατική περίοδος

 

 

                       Βασική μεταβατική περίοδος.

 

Γενικά στοιχεῖα προσδιορισμοῦ. Ἀναλογίες ἀνάμεσα στή βασική μεταβατική περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς, τῆς ρωσικῆς καί τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης στά πρῶτα ἑκατό χρόνια τοῦ ἐλεύθερου κράτους.

 

 

 

 

                                                         Ι

 

«Μεταβατική περίοδος – ἐποχή -κατάστασις,

ἡ μεσολαβοῦσα μεταξύ δύο συντελεσμένης

μορφῆς τοιούτων».

(Μέγα Λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Δ. Δημητράκου)

 

Στήν ἱστορία τῆς ζωῆς, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν γραμμάτων ἡ μεταβατικότητα ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἀέναης κίνησης ἀπό κάτι πρίν πρός κάτι μετά. Ἀπόλυτη στασιμότητα δέν ὑπάρχει, ἀνεξάρτητα ἄν ἡ κίνηση ἔχει ταχύ ἤ ἀργό ρυθμό ἤ ἄν ἔχει θετική ἤ ἀρνητική φορά –πρός τήν ἄνοδο ἤ τήν κάθοδο, πρός τήν ἀκμή ἤ πρός τήν παρακμή. Κι ὅταν κάποτε ὁρισμένα ἱστορικά διαστήματα φαίνονται στάσιμα καί ἀνεξέλικτα, ἁπλῶς σ᾿ αὐτά ἡ ἐξελικτική πορεία συντελεῖται μέ μεγάλη ἤ πολύ μεγάλη βραδύτητα. Κοιταγμένα τά ἴδια διαστήματα ἀπό μεγάλη προοπτική χρόνου παρουσιάζουν πάντα ὁρισμένη κινητικότητα. Μέσα στήν γενική μεταβατικότητα τῆς ἱστορίας, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν γραμμάτων, ἔχουμε τή δυνατότητα νά ξεχωρίσουμε ὁρισμένα χρονικά διαστήματα, τίς λεγόμενες μεταβατικές περιόδους. Μέ τήν ἔννοια ὅτι τά διαστήματα αὐτά κάποτε ἀρχίζουν, μέ διακριτά γνωρίσματα, καί κάποτε λήγουν. Πότε ἀρχίζει, γιά παράδειγμα, «ὁ χρυσός αἰώνας» τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας καί πότε ἐκπνέει, πότε ἀρχίζει ἡ Ρωμαϊκή παρακμή καί πότε φτάνει στό τελικό της στάδιο, πότε ἀρχίζει ἡ Μεσαιωνική Ἀναγέννηση καί πότε κλείνει τόν κύκλο της, κ.λπ.

Ἀνάμεσα στίς διάφορες τέτοιες μεταβατικές περιόδους, μποροῦμε νά ὁριοθετήσουμε ὁρισμένο ξεχωριστό τύπο, τή βασική μεταβατική περίοδο, ἐφεξῆς βμπ. Ἡ διάκριση βασίζεται στό γεγονός ὅτι παρουσιάζει ὁρισμένα ἰδιαίτερα γνωρίσματα. Ἀνάμεσα στά κυριότερα από αὐτά εἶναι ὅτι οἱ τέτοιες περίοδοι ἀρχίζουν ἀπό μιά ριζική ἐθνική ἀλλαγή προσανατολισμοῦ καί παρουσιάζουν θετική ἐξελικτική πορεία: ἀπό ἕνα στάδιο ἀνωριμότητας πρός ἕνα στάδιο βασικῆς ὡριμότητας. Γιά τά εὐρωπαϊκά κράτη, μιά τέτοια βμπ, μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὅτι ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἔχουμε γλωσσική ἀλλαγή. Ἀπό τό πέρασμα δηλαδή ἀπό τή λατινική γλώσσα στίς ἐθνικές γλῶσσες, τήν ἰταλική, τή γαλλική, τήν ἀγγλική, τή γερμανική, κ.λπ. Μ᾿ αὐτή τή γλωσσική ἀλλαγή ἀρχίζει, γιά τά γράμματα αὐτῶν τῶν ἐθνῶν, ὁρισμένη ἐξελικτική πορεία. Μιά ἐξελικτική πορεία πού κάποτε ὁλοκληρώνεται, μέ τήν ἔννοια ὅτι φτάνει, ἀναφορικά μέ τόν ἀρχικό  ἀναπροσανατολισμό, σέ δόκιμες πραγματοποιήσεις. Ὅπως εἶπα, ἡ ἀρχή μιᾶς τέτοιας βασικῆς μεταβατικῆς περιόδου ὀφείλεται σ᾿ ὁρισμένο νέο βασικό θεμελιώδη ἐθνικό προσανατολισμό ἀπέναντι στή ζωή, στόν πολιτισμό, στά γράμματα, κ.λπ. Ἔτσι τά ὅποια δόκιμα ἀποτελέσματα στά ὁποῖα φτάνει κάποτε ἡ περίοδος αὐτή βρίσκονται μέσα στά ὅρια καί στίς δυνατότητες πού προϊωνίζεται ὁ ἀρχικός προσανατολισμός. Ἡ ἀρχική δηλαδή αἰτία τῆς βμπ προδιαγράφει δυνητικά τά ὅρια τῆς ὁλοκλήρωσής της: τό στάδιο ὅπου ἡ ἀνοδική πορεία της φτάνει γιά πρώτη φορά στό βασικό της στόχο. Τό πότε αὐτό συμβαίνει κρίνεται ἀπό τήν ποιότητα τῶν ἐπιτευγμάτων τά ὁποῖα προκύπτουν σέ ὁρισμένο ἐξελικτικό της στάδιο. Πράγμα πού γίνεται ὅταν τά ἐπιτεύγματα αὐτά φτάνουν νά ἀναγνωρίζονται ὡς δόκιμα καί ἀποκτοῦν ἔκτοτε διαχρονικό κύρος.  Ὅταν δηλαδή ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς  σύγχρονούς τους ἡ ποιοτική τους στάθμη, ἀλλά κυρίως ὅταν διαπιστώνεται ἀπό τούς μεταγενέστερους ὅτι ἔχουν ἐξακολουθητικά δραστικό χαρακτήρα. Ὅταν διαπιστώνεται ὅτι ἀποτελώντας, μεταξύ ἄλλων, δεῖκτες ἐθνικῆς αὐτογνωσίας, ἔχουν σημασία ὁρόσημων πού ἀνοίγουν τό δρόμο σέ νεότερες ποιοτικές πραγματώσεις. Ἔργα συνεπῶς πρός τά ὁποῖα οἱ μεταγενέστεροι αἰσθάνονται ἀλληλέγγυοι, καθώς, ὡς ἕνα βαθμό τουλάχιστο, ἀναγνωρίζουν ὅτι ἔχουν προδιαγράψει καί τούς δικούς τους ἐρευνητικούς στόχους.[1]

 

Ἀπό τίς μεταβατικές περιόδους αὐτῆς τῆς κατηγορίας μποροῦμε νά διακρίνουμε τρεῖς τουλάχιστο, πού ἀποτελοῦν παραπλήσιες περιπτώσεις. Εἶναι ἡ βμπ τῆς ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας, εἰδικότερα ἐδῶ τῆς ποίησης, ἡ βμπ τῆς ρωσικῆς ποίησης καί ἡ βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς ὑπάρχουν γενικές ἀναλογίες, ἀναφορικά μέ τήν ἀφετηρία τους, τήν πορεία τους καί τήν ὁλοκλήρωσή τους. Κατά τά ἄλλα, ὡς πρός τούς εἰδικούς ἱστορικούς ὅρους, τό κοινωνικό περιβάλλον, τό πνευματικό κλίμα, τά πρόσωπα, κ.λπ., διαφέρουν καί δέν εἶναι δυνατό νά συσχετιστοῦν. Παραμένουμε λοιπόν στίς γενικές ἀναλογίες πού παρουσιάζουν. Γιά τή ρωμαϊκή λογοτεχνία ἔχει γραφτεῖ ὅτι: «Ἡ ρωμαϊκή λογοτεχνία εἶναι ἡ πρώτη ‘‘καταγόμενη’’ λογοτεχνία. Ἀσχολεῖται συνειδητά μέ τήν -ἀναγνωρισμένη ὡς ἀνώτερη– παράδοση ἑνός ἄλλου λαοῦ. Καί ὅταν πιά αὐτονομεῖται ἀπό τήν προκάτοχό της, τότε βρίσκει τόν ἑαυτό της καί ἀναπτύσσει μιά διαφοροποιημένη αὐτοσυνειδησία».[2] Καί: «Ἡ ρωμαϊκή λογοτεχνία εἶναι μιά ‘‘μαθητευόμενη’’ λογοτεχνία. Δέν νιώθει ντροπή γιά τούς δασκάλους της· ἀντίθετα, μέ πολλούς τρόπους δηλώνει τό σεβασμό της γι᾿ αὐτούς, καί μάλιστα ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά τους καί πορεύεται τούς δικούς της δρόμους.»[3]

Σύμφωνα μ᾿ αὐτά θά ἔλεγα πώς ἡ βμπ περίοδος τῆς Ρωμαϊκῆς ποίησης ἀρχίζει ἀπό τή γνωριμία τών Ρωμαίων μέ τά ἑλληνικά γράμματα καί ἐκπληρώνει τό σκοπό της, ὅταν, ἔπειτα ἀπό διακόσια περίπου χρόνια (250-50 π.Χ.), δίνει τά πρῶτα δόκιμα ρωμαϊκά ποιητικά ἔργα. Ἀντίστοιχα ἡ ρωσική βμπ τῆς ποίησης ἀρχίζει ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ Μεγάλου Πέτρου πρός τή Δύση καί ὁλοκληρώνεται, μετά ἀπό ἑκατόν τριάντα περίπου χρόνια 1700-1830), μέ τό ἔργο τοῦ Γκριμπογιέντοφ, τοῦ Κριλόφ καί τοῦ Πούσκιν.  Ἡ ρωμαϊκή καί ἡ ρωσική βμπ τῆς ποίησης παρουσιάζει, ὅπως θά δούμε στή συνέχεια, ἀναλογίες μέ τή βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης κατά τά πρῶτα ἑκατό χρόνια τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους (1830-1930). Ὁ γενικός στόχος αὐτῶν τῶν περιόδων προδιαγράφεται, ὅπως προανάφερα, ἀπό τό θεμελιώδη ἀρχικό προσανατολισμό ἀπό τόν ὁποῖο προκύπτουν. Γιά τούς Ρωμαίους ἡ ἀλλαγή προέκυψε ἀπό τή γνωριμία τους μέ τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό πνευματικό πολιτισμό καί εἰδικότερα τῆς λογοτεχνίας. Γιά τούς Ρώσους ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ Μεγάλου Πέτρου στόν εὐρωπαϊκό ἀστικό πολιτισμό. Καί γιά τούς Νεοέλληνες ἀπό τή στροφή τους ἐπίσης πρός τό δυτικό ἀστικό πολιτισμό. Εἶναι φανερό πώς αὐτός ὁ προσανατολισμός «μαθητείας» περιέχει ἕνα φιλόδοξο στόχο: νά φτάσει κάποτε σ᾿ ἕνα σημαντικό ἤ καί πλήρη βαθμό ἰθαγενοῦς ταυτότητας, κάτι πού συνιστᾶ ἀντίστοιχο βαθμό αὐτονομίας ἀπό τό ἑκάστοτε πρότυπο τοῦ προσανατολισμοῦ αὐτοῦ. Κι ὅταν τά πρῶτα διακριτά σημάδια μιᾶς τέτοιας ἰθαγενοῦς ἐπάρκειας ἔρχονται στήν ἐπιφάνεια, τότε ἔχουμε τό περιθώριο νά ποῦμε πώς ἡ βμπ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἤ ἔχει ἐκπληρώσει τόν προορισμό της. Σημάδια τέτοιας ἐπάρκειας εἶναι δυνατό νά διακρίνει κανείς σέ πολλούς τομεῖς,  στό πολίτευμα π.χ., στή διοίκηση, στή δικαιοσύνη, στήν ἐκπαίδευση, στήν κοινωνική συμπεριφορά, κ.λπ. Ἀναφορικά μέ τή λογοτεχνία καί εἰδικότερα τήν ποίηση, τά σημάδια αὐτά ἔχουν νά κάνουν μέ τή γλώσσα, τήν ἔκφραση καί τόν αὐτογνωστικό χαρακτήρα τους. Πιό ἀναλυτικά θά ἔλεγα ὅτι στήν ποίηση τά σημάδια πού προέχουν εἶναι τά ἀκόλουθα. Ἡ προσγείωση τῶν ποιητῶν στό πρακτικό γίγνεσθαι τοῦ κάθε κράτους ἤ ἔθνους. Ἡ προσωπική συμμετοχή τους στό καθημερινό γλωσσικό καί ἐμπειρικό πάρε δῶσε τοῦ περιβάλλοντός τους. Τό βάρος ἐδῶ πέφτει στή λέξη «ἐμπειρικό», πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐμπειρική συμμετοχή τῶν ποιητῶν στό κοινωνικό καζάνι ἔχει θεμελιώδη σημασία. Ἔτσι ὥστε στό ἔργο τους νά γίνεται διακριτή ἡ σύνδεση τῆς προσωπικῆς ζωῆς τους μέ ὅ,τι συμβαίνει μέσα στό βρασμό αὐτοῦ τοῦ καζανιοῦ. Ἕνα τρίτο σημάδι συνιστᾶ τό γεγονός ὅτι ὁ λόγος τῶν ποιητῶν ἀποκτάει τώρα, σέ μεγάλο βαθμό, κριτικό χαρακτήρα. Κριτικό χαρακτήρα γενικά καί εἰδικότερα πρός τήν κατεύθυνση τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς. Μιᾶς κριτικῆς πού ἐκδηλώνεται ὡς εἰρωνική ἤ σατιρική ἀντίδραση, ὡς λίβελλος, ὡς ἐπιθετικότητα, ἀλλά καί ὡς ἀπογοήτευση καί διαμαρτυρία. Μέ στόχο τά διάφορα πλήν τοῦ ὀργανωμένου κοινωνικοῦ περιβάλλοντος. Εἶναι συνεπῶς ἡ ὥρα πού ἡ ποίηση συγκρούεται μέ τό ἐλεγχόμενο ἐποχιακό κατεστημένο. Ἡ ὥρα, θά λέγαμε, μιᾶς κριτικῆς αὐτογνωσίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ ποίηση φτάνει στό στάδιο νά γίνεται κριτικός καθρέφτης τοῦ περιβάλλοντος κόσμου της.  Καί μ᾿ αὐτό τόν τρόπο  νά ἀποκτάει ἕνα χαρακτήρα ἐπαναστατικότητας. Ἕνα έταρτο σημάδι ἀφορᾶ τήν ὑποχώρηση τῆς ἐθνοκεντρικῆς ρητορικῆς, πού παρουσιάζει ἔξαρση στά πρῶτα στάδια τῆς βμπ. Μέ συνέπεια ἡ ἐπική καί ὑμνητική ἐθνοκεντρική τάση μέ τό ἰδεολογικό της ὑπόστρωμα νά δίνει τή θέση της στά ἁπτά προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Κι ὁ λόγος νά περνάει ἀντίστοιχα ἀπό τίς ἰδέες στά πράγματα ἤ, ἀλλιῶς, νά γίνεται λόγος ἐμπράγματος. Ἄς προστεθεῖ ἀκόμα στά προηγούμενα σημάδια ὁ χωρίς στόμφο, ἄν καί ὄχι χωρίς ὀξύτητα, λόγος τῶν ποιητῶν. Αὐτά πολύ γενικά ὡς δεῖκτες ἤ ὡς ἐνδείξεις ὅτι μιά βμπ βρίσκεται στό κορύφωμά της καί συνεπῶς στό σημεῖο πού κλείνει τόν κύκλο της. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό καί μετά ἀρχίζει μιά ἄλλη ἱστορία ποιητικῶν πραγματώσεων. Πάντως τά ποιοτικά ἀποτελέσματα τῶν ποιητῶν πού συνδέονται μέ τήν ἀκμή καί τό τέλος μιᾶς βμπ, ὅπως ἔχω προαναφέρει, κρίνονται, τόσο ἀπό τούς σύγχρονους, ὅσο καί ἰδίως ἀπό τούς μεταγενέστερους. Ὡστόσο, ἄν καί ὑστερόχρονα ἀπό τούς μεταγενέστερους, ἐφόσον ἔτσι ἀναγνωρίζεται ἡ προδρομική ἀξία τους, εἶναι ἕνα ἰσχυρό δεδομένο πού δείχνει τήν ἀκμή καί τό τελικό στάδιο ὁρισμένης βμπ. Μετά τή βμπ ὁρισμένης λογοτεχνίας ἀρχίζει ἡ ὥριμη, δηλαδή ἡ «κλασική» της, πορεία. «Κλασική» μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔκτοτε  εἶναι, στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων της, μιά φτασμένη λογοτεχνία. Φτασμένη ἀπό ἄποψη ἰθαγένειας, βασικῆς αὐτοτέλειας, γλώσσας καί τεχνικής -στοιχεῖα γιά τά ὁποῖα ὁ δρόμος ἔχει, σέ πρώτη φάση, ἀνοιχτεῖ ἀπό τή βμπ αὐτῆς τῆς λογοτεχνίας. Ὄχι, ἑπομένως, κλασική μέ τήν ἔννοια πού ἔχει ἡ λέξη, ὅταν μιλοῦμε γιά τά κλασικά γράμματα στήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, ἀλλά μέ  τήν ἔννοια ὅτι ἔχει βρεῖ ὁριστικά τό δρόμο της, τήν κοίτη της.

 

ΙΙ

 

Ἡ βασική ρωμαϊκή μεταβατική περίοδος τῆς λογοτεχνίας ἀρχίζει, εἴπαμε, ἀπό τή γνωριμία τῆς Ρώμης μέ τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό πολιτισμό καί τά γράμματα. Σύμφωνα μέ τούς λατινιστές ἡ ἀρχή, στόν τομέα τῆς ποίησης, γίνεται μέ τό Λίβιο Ἀνδρόνικο καί τό Γναῖο Ναίβιο στό δεύτερο μισό τοῦ τρίτου π.Χ. αἰώνα. Αὐτοί οἱ ποιητές ἀσχολήθηκαν κυρίως μέ τό ἔπος καί τήν τραγωδία. Τό ἴδιο ἔγινε μέ τούς ἑπόμενους καί μεθεπόμενους, ἄν βάλουμε στό λογαρισμό καί τήν κωμωδία.[4] Στό ἔπος πού εἶχε μεγάλη πέραση, ἀντιτάχτηκε μιά τέταρτη σειρά ἤ γενιά ποιητῶν πού παρουσιάστηκε τήν πρώτη πεντηκονταετία τοῦ πρώτου π.Χ. αἰώνα. Αὐτοί εἶναι οἱ λεγόμενοι νεοτερικοί ποιητές. Μετά ἀπό τούς ποιητές αὐτούς περνοῦμε στό Βιργίλιο, στόν Ὀράτιο καί στόν Ὀβίδιο, στούς κατεξοχήν δηλαδή «κλασικούς» Ρωμαίους ποιητές. Ἄρα ἡ βασική μεταβατική περίοδος τῆς ποίησης θά ἔπρεπε νά ἔχει λήξει πρίν ἀπό τό Βιργίλιο καί τόν Ὀράτιο. Τοῦτο σημαίνει ὅτι πιθανότατα ἡ ἀκμή καί συνεπῶς ἡ ὁλοκλήρωση τῆς βμπ σημαδεύεται ἀπό τήν ἐμφάνιση καί τή δράση τῶν νεοτερικῶν ποιητῶν.[5] «Σ᾿ αὐτούς ἀνήκουν κυρίως ὁ Valerius Kato, […] ὁ M. Furius Bibakulus, ὁ G. Likinius Calvus, […] καί ὁ G. Helvius Cinna […]. Δέν πρέπει νά ἦταν μόνο ἡ ποιότητά τους πού ἔκανε τά ποιήματα αὐτά νά περιπέσουν σέ λήθη, ἀλλά καί ἡ τάση τους νά στρέφονται ἀντίθετα ἀπό τό ρεῦμα τῆς ἐποχῆς τους.

»Ὁ Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος ἦταν ὁ πιό σημαντικός καί ἴσως γι᾿ αὐτό τό λόγο ὁ πλήρως σωζόμενος ‘‘νεωτερικός’’ ποιητής.»[6]

Ἀπό ἰδεολογική ἄποψη, «Οἱ νεωτερικοί συνδέουν ἕνα ἔντονο προσωπικό αἴσθημα μέ μιά ἐπιδίωξη γιά τελειότητα τῆς μορφῆς. Ὁ Κάτουλλος συγκαταλέγεται σ᾿ ἐκείνους τούς νεαρούς Ρωμαίους πού ὡς ‘‘ὀργισμένα νιάτα’’ ἀμφισβητοῦν τούς παραδοσιακούς κανόνες καί στή θέση ἐκείνων χτίζουν τό δικό τους κόσμο ἀξιῶν».[7] Καί: «Γιά τούς Νεοτερικούς τῆς Ρώμης ὁ σεβαστός Ἔννιος καί ἡ σχετική ἐπική παράδοση ἔπαψε νά ἀποτελεῖ πηγή ἔμπνευσης καί μετετράπη σέ πόλο ἀντιπαράθεσης. Τούς νέους ποιητές δέν τούς ἐνδιαφέρουν τά κλέα τῶν ἡρώων καί ἀνδρῶν τῆς λαμπρῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας. Τούς ἐνδιαφέρουν τά ἐρωτικά παθήματα, οἱ παράξενες ἱστορίες, τό προσωπικό καί τό καθημερινό.»[8] Ἔχει σημασία νά σημειωθεῖ -θά τό θυμηθοῦμε καί στήν περίπτωση τῆς ἑλλαδικῆς βμπ- πώς οἱ ποιητές αὐτοί ἔδωσαν ἔμφαση στήν ἐκλεπτισμένη ζωή καί ποίηση τοῦ ἄστεως («urbanitas»), σέ ἀντίθεση πρός ἐκείνη τῆς ὑπαίθριας ζωῆς («rusticitas»).[9] Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος τό οὐσιῶδες εἶναι ὅτι οἱ νεοτερικοί ποιητές ἀναγνωρίστηκαν ὡς σταθμός στήν ἀνοδική πορεία τῆς ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας. Καθώς, γιά τούς μεταγενέστερους λυρικούς ποιητές, ὁ Κάτουλλος καί οἱ φίλοι του ἀποτελοῦν σύμβολα μιᾶς ἀνανεωτικῆς κίνησης  πού ἀποσκοποῦσε στό νά ξεπεράσει ἡ ρωμαϊκή ποίηση «τό στάδιο τῆς μαθητείας»[10] στήν ἑλληνική ποίηση. Ἔτσι, «Γιά πρώτη φορά τώρα, ἤ ἔστω σέ λίγο μέ τούς Αὐγούστειους ποιητές, ἡ λατινική λογοτεχνία ἀποκτᾶ ὅλα τά ἐχέγγυα νά δημιουργήσει κάτι ὑψηλὀ καί ἄριστο ἤ τέλος πάντων ἐφάμιλλο καί ἀνταγωνιστικό τῶν ἑλληνικῶν ἀριστουργημάτων».[11] «Γιά πρώτη φορά τώρα, ἤ ἔστω σέ λίγο μέ τούς Αὐγούστειους ποιητές»: μέσα σ᾿ αὐτή τή φράση μπορεῖ νά διακρίνει κανείς τό πέρασμα ἀπό τήν κορύφωση τῆς βμπ στήν «κλασική» ἐποχή τῆς λατινικῆς ποίησης.

Ὁ Κάτουλλος γεννήθηκε στή Βερόνα τό 84 π.Χ. ἀπό εὔπορους γονεῖς καί πέθανε στή Ρώμη τό 54 π.Χ. σέ ἡλικία 30 χρόνων.[12] «Τό ἔργο του [τοῦ Κάτουλλου] φέρει τή σφραγίδα τῆς ἐποχῆς του. Στά ποιήματά του, πού ἔχουν σαφή χαρακτήρα λιβέλλου, δέν ἀφήνει τήν παραμικρή ἀμφιβολία ὅτι ὁ κόσμος τῆς πολιτικῆς, ὅπως ἀκριβῶς ἦταν, καί ἰδιαίτερα ὁ κόσμος τοῦ Καίσαρα καί τῶν εὐνοουμένων του, δέν ἦταν ὁ δικός του κόσμος. Ἀποκρούοντας τόν κόσμο αὐτό δημιούργησε ἕνα ἔργο λεπτό, διαποτισμένο ἀπό ψυχή καί ἐπικεντρωμένο ἀπόλυτα στόν προσωπικό του συναισθηματικό κόσμο -ἡ μαρτυρία μιᾶς γενιᾶς πού αἰσθανόταν χαμένη.»[13] Τό ἔργο τοῦ ποιητῆ ἀπαρτίζεται ἀπό 116 ποιήματα, τιτλοφορημένα μέ τούς ἀριθμούς ἀπό τό 1 μέχρι τό 116· καί διακρίνεται σέ τρεῖς ἑνότητες.[14] Τεχνοτροπικά ἤ, ἀλλιῶς ἀπό ἄποψη ποιητικῆς, τά κείμενα τοῦ Κάτουλλου, τόσο ὡς ἀντίθεση πρός τόν στομφώδη, πληθωρικό, λόγο τοῦ ἔπους, ὅσο καί ὡς πρός τά εἰδικότερα ζητήματα τῆς μορφῆς (λιτότητα, συντομία,  κομψότητα, παιγνιῶδες πνεῦμα, χάρη, κ.ἄ.), προϋποθέτουν ἐπισταμένη μαθητεία στήν ποιητική τῶν λεξανδρινῶν ποιητῶν καί ἰδιαίτερα τοῦ Καλλίμαχου.[15] Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ προσγείωσή του, μέ προσωπικό αἴσθημα, στά ρωμαϊκά πράγματα τοῦ καιροῦ του, χωρίς νά ἐξαιροῦνται τά ἐρωτικά του ποιήματα τά σχετικά μέ τήν ἀγαπημένη του Λεσβία, τοῦ παρέχει ἰσχυρό ἕρμα ρωμαϊκῆς ἰθαγένειας.

Ἀναφορικά μέ τή στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στό ἐλεγχόμενο ἐποχιακό κατεστημένο παραθέτω δυό ποιήματα, τό «29» καί τό «52»:

 

29

 

Ποιός τό ᾿δε καί τό ἀνέχτηκε νά ἔχει ὁ Μαμούρας-

μονάχα ἕνας ξεδιάντροπος, ρουφήχτρας καί ζαράκιας-

τῆς μακρυμάλλικης Γαλλίας τά χρυσάφια

καί τῆς ἀπόμακρης τοῦ κόσμου Βρετανίας.

Καίσαρα κίναιδε, τά βλέπεις καί σωπαίνεις;

 

Τώρα ξυλοπερήφανος αὐτός καί ξιπασμένος,

σάν τό λευκοπερίστερο ἤ σάν τόν Ἅδωνη,

σεργιάνι στά κρεβάτια μας θά κάνει.

Καίσαρα κίναιδε, τά βλέπεις καί σωπαίνεις;

 

Εἶσαι ξεδιάντροπος, ρουφήχτρας καί ζαράκιας.

Ὥστε λοιπόν γιά χάρη του, μοναδικέ στρατάρχη,

στό πιό ἀπόμακρο ἔφτασες νησί τῆς Δύσης,

γιά νά μπορεῖ αὐτός ὁ ψωλαράς γαμιόλης

διακόσιες καί τρακόσιες νά μασάει χιλιάδες;

Πῶς νά τό πεῖ κανείς αὐτό, ἁπλοχεριά ἤ βλακεία;

Ἤ τάχα λίγα ἔφαγε σέ πουτανιές καί ξόδια;

Πρῶτα σπατάλησε τό βιός πού τοῦ ἄφησε ὁ γονιός του,

τοῦ Πόντου τό διαγούμισμα μετά καί τῶν Ἰβήρων τρίτο,

καί μάρτυράς μου ὁ ποταμός, ὁ χρυσοφόρος Τάγος.

Τώρα τῆς Γαλατίας κινδυνεύουν καί τῆς Βρετανίας τά λάφυρα.

 

Τί θέλετε τόν ἄθλιο καί τόν χαδιολογᾶτε, αὐτόν

πού ξέρει μόνο νά μασάει βαρβάτες περιουσίες;

Ὥστε λοιπόν γιά χάρη του, τῆς πόλης μας ὦ πρῶτοι,

γαμπρέ καί πεθερέ, ὅλα σᾶς πῆγαν στράφι;[16]

 

52

 

Τί συβαίνει, Κάτουλλε; Γιατί διστάζεις νά πεθάνεις;

Στόν φιλντισένιο δίφρο ὁ Νιόνιος θρονιάστηκε τό ἀπόστημα,

καί ὑπατικά ἐπιορκεῖ ὁ Βατίνιος πιά τώρα.

Τί συμβαίνει Κάτουλλε; Γιατί διστάζεις νά πεθάνεις.[17]

 

Τό δεύτερο φέρνει κάπως στό νοῦ τήν «Πρέβεζα» τοῦ Καρυωτάκη: «Ἄν τουλάχιστον, μέσα στούς ἀνθρώπους / αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπό ἀηδία…» Θάνατο ἀπό ἀηδία ὑπαινίσσεται καί ὁ Κάτουλλος.

Ἔχω ἤδη πεῖ πώς μιά ἀπό τίς ἐνδείξεις, ὅτι ἔνας ποιητής ἤ μιά γενιά ποιητῶν σημάδεψαν τήν κορύφωση ὁρισμένης βμπ, εἶναι ἡ ἀναγνώριση ἀπό τούς μεταγενέστερους ὁμότεχνους. Ἡ ἀναγνώριση ὅτι οἱ πραγματώσεις τους ἔστρωσαν τό δρόμο σέ μιά νέα ἐποχή στόν ποιητικό λόγο,  ἐποχή πέρα ἀπό τή δύσκολη ἀνηφόρα τῆς βμπ. Ἀρκετά στοιχεῖα γιά τή σχέση τοῦ Κάτουλλου μέ τούς μεταγενέστερους δίνονται στήν ἐπιμέρους ἑνότητα, «Ἐπιδράσεις» τῆς Ἱστορίας τοῦ Μ. Ἄλμπρεχτ. Ἀντιγράφω τίς πρῶτες ἀράδες: «Η πίστη τοῦ Κατούλλου γιά τήν ἀθανασία τῆς ποίησής του (carm. 1, 10, 68, 45-50) δέν διαψεύστηκε. Ἡ ἱστορία τῶν ἐπιδράσεών του ἀρχίζει πολύ νωρίς. Δέν μᾶς ἐκπλήσσει τό γεγονός ὅτι τόν ἐγκωμιάζει ὁ Κορνήλιος Νέπως, συμπατριώτης τοῦ Κατούλλου καί ἀποδέκτης τοῦ ἀφιερωματικοῦ ποιήματος (Νέπ. Att. 12, 4). Ἤδη ὁ Βάρρων (ling. 7. 50) φαίνεται νά ὑπαινίσσεται τό ἐπιθαλάμιο carmen 62· ὁ Ἀσίνιος Πολλίων γράφει γιά τόν ποιητή μας (Χαρίσ. GL 1, 97, 10). Οἱ αὐγούστειοι κλασικοί ὀφείλουν στούς νεωτερικούς τούς αὐστηρούς αἰσθητικούς κανόνες. Ἡ ἀφήγηση τοῦ Βιργιλίου γιά τή Διδώ ἔχει ὡς ἀφετηρία τήν ἱστορία τοῦ Κατούλλου γιά τήν Ἀριάδνη (πρβ. καί Aen. 6. 460 μέ Κάτουλλο 66. 39). Ἡ Appendix Vergiliana θά ἦταν ἀδιανόητη χωρίς τόν Κάτουλλο…»[18]  Ἐπίσης ἀναλυτικότερα στοιχεῖα πάνω στό ἴδιο θέμα

μᾶς δίνονται στό κεφάλαιο «Κάτουλλος καί μεταγενέστεροι» τοῦ τόμου Κάτουλλος, ὁ νεωτερικός ποιητής τῆς Ρώμης».[19] Ὅπου σχετικά μέ τή στάση τῶν Αὐγούστειων ποιητῶν ἀπέναντί του διαβάζουμε τά ἀκόλουθα:

«Ἡ ἑπόμενη γενιά τῶν μεγάλων Αὐγούστειων ποιητῶν πού τόν διαδέχτηκαν εἶναι γεγονός -ἄν καί παράξενο- ὅτι δέν τόν μνημονεύουν ὅπως, θά περιμέναμε ἐμεῖς. Ὅμως ἡ ὀφειλή τους σ᾿ αὐτόν εἶναι ἀνυπολόγιστη, ἔστω καί ἀνομολόγητη. Τά νεανικά ἔργα τοῦ Βιργιλίου ἔχουν ἔντονη τή σφραγίδα τῶν νεωτερικῶν ἐπιδράσεων, ὅπως φαίνεται ἀπό τά Catalepton ποιήματα, ἰδιαίτερα ἀπό τό ὑπ᾿ αρίθμ. 10 που παρωδεῖ τόν κατουλλικό φάσηλο (π. 4) καί τό ὁποῖο γράφτηκε περί τό 50 π.Χ., δηλ. περίπου ἕξι χρόνια μετά τήν κατουλλική σύνθεση. Ἀλλά καί στά ὑπόλοιπα ἔργα του ὁ Βιργίλιος τιμᾶ τόν Κάτουλλο […].

»Ὁ δεύτερος μεγάλος λυρικός τῆς Ρώμης, Ὀράτιος, ἀναφέρει ἅπαξ τόν Κάτουλλο, κι αὐτό ὄχι ἄμεσα. Θά ἦταν ἐξάλλου παράξενο νά συμπαθεῖ ὁ ἐγκεφαλικός αὐτός λυρικός τό ἐνθουσιῶδες καί ἐπαναστατικό πνεῦμα τῶν Νεωτέρων, […] Ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ Ὀράτιος γνωρίζει πολύ καλά τόν Κάτουλλο […].

»Οἱ Αὐγούστειοι ἐλεγειακοί (Προπέρτιος, Τίβουλλος, Ὀβίδιος) θά πρέπει ἀσφαλῶς νά ἀναγνώριζαν τήν πρωτοπορία τοῦ Κάτουλλου στήν ποιητική διαμόρφωση τοῦ ἐρωτικοῦ βιώματος. […].»[20]

Σύμφωνα μέ τά προηγούμενα μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι, μέ τούς νεοτερικούς Ρωμαίους ποιητές καί μέ ἐξέχοντα τόν Κάτουλλο, κορυφώνεται καί ὁλοκληρώνεται ἡ βασική μεταβατική περίοδος τῆς λατινικῆς ποίησης. Μέ ποιά εἰδικότερα στοιχεῖα στοιχειοθετεῖται ἐδῶ ἡ διάκριση, «βασική μεταβατική περίοδος», πέρα ἀπό τό θεμελιώδη, ἀρχικό, προσανατολισμό τῆς ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας  πρός τήν ἀρχαία ἑλληνική; Εἶναι τά ἴδια περίπου στοιχεῖα πού συναντοῦμε σέ κάθε παρόμοια βμπ τή στιγμή πού ὁλοκληρώνεται. Στή συγκεκριμένη περίπτωση, θά ἔλεγα, ὅτι προέχουν τά ἀκόλουθα. Πρῶτα ὅτι οἱ νεοτερικοί ποιητές -κρίνοντας κυρίως ἀπό τήν περίπτωση τοῦ Κάτουλλου- ἀρθρώνοντας ἕναν προσωπικό λόγο, ἔδωσαν ἔργο δόκιμο πού ξεπέρασε τήν κρίση τοῦ χρόνου. Ἔπειτα ὅτι ἡ ποίησή τους χαρακτηρίζεται ἀπό τήν προσγείωσή τους στό ἐμπειρικό γίγνεσθαι τῆς σύγχρονής τους ρωμαϊκῆς ζωῆς. Ὅτι, ἐπιπλέον, ὑπάρχει στό ἔργο τους κριτική στάση ἀπέναντι στό ρωμαϊκό κατεστημένο. Ὅτι, πάρα πέρα, μέ τό ἔργο αὐτό ἄνοιξε μιά νέα ποιητική κοίτη, ἕνα νέος δρόμος, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίστηκε ἔμπρακτα ἀπό τούς μεταγενέστερους ποιητές. Ὅτι, τέλος, μέ ὅλα αὐτά προωθήθηκε ἡ ἐξέλιξη τῆς ρωμαϊκῆς ποίησης πρός τήν ἔξοδο ἀπό «τό στάδιο τῆς μαθητείας».[21]

Θά ἔθετε ἴσως κανείς τό ἐρώτημα: γιατί ἡ βμπ νά ὁλοκληρώνεται μέ τούς νεοτερικούς ποιητές καί νά μή συνεχίζεται μέ τό Βιργίλιο, τόν Ὀράτιο, τόν Ὀβίδιο, τόν Προπέρτιο, κ.λπ.; Ἄν ἔχει νόημα ἡ διάκριση τῆς βμπ, εἶναι γιατί μέ τήν ὁλοκλήρωσή της μπαίνουμε στήν περίοδο τῆς «κλασικῆς» ὡριμότητας ὁρισμένης λογοτεχνίας. Κι αὐτή ἡ ὁλοκλήρωση συντελεῖται τή στιγμή πού ἡ λογοτεχνία αὐτή ἀποκτάει ἰθαγενή χαρακτήρα. Κάτι πού προσυπογράφουν καί προϋποθέτουν οἱ μεταγενέστερες γενιές. Ἡ κορύφωση τῆς βμπ εἶναι μιά κρίσιμη καμπή, ἕνας σταθμός πού χωρίς αὐτόν ἡ λογοτεχνία ἑνός τόπου θά ἔμενε χωρίς νά ἀξιοποιήσει τόν ἀρχικό ριζικό προσανατολισμό της. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἀπό τή στιγμή πού μιά λογοτεχνία, πού ξεκινάει ἀπό πολύ χαμηλά καί τυχαίνει, μετά ἀπό ὁρισμένα ἐξελικτικά στάδια, νά ἀποκτήσει ἰθαγενή ταυτότητα, μπαίνει σ᾿ ἕνα δρόμο ἄλλων πάρα πέρα ἐξελίξεων. Τό ζήτημα συνεπῶς εἶναι πότε μιά λογοτεχνία, πού ξεκινάει ὡς μαθητευόμενος ἀρχάριος σ᾿ ἕνα ἀνώτερο λογοτεχνικό πρότυπο, ἀποκτάει γιά πρώτη φορά διακριτό, ἐμπειρικό, ἰθαγενές πρόσωπο, δόκιμο αἰσθητικά. Ἄς σημειωθεῖ πώς στήν περίπτωση αὐτή ἡ ἔννοια τῆς ἰθαγένειας εἶναι ἄσχετη ἀπό τόν ἐθνικισμό πού προσιδιάζει μᾶλλον στό πνεῦμα τοῦ ἔπους, πού, ὅπως προανάφερα, ἐκδηλώνεται στά πρῶτα στάδια τῆς βμπ.[22]

 

 

 

 

 

ΙΙΙ

Στόν Μῆτσο Ἀλεξανδρόπουλο

 

Ἡ βμπ τῆς ρωσικῆς ποίησης ἔχει στενότερη σχέση, συγκριτικά μ᾿ ἐκείνη τῆς ρωμαϊκῆς, μέ τή βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης. Ὡστόσο ἡ βμπ τῆς ρωσικῆς ποίησης προηγεῖται κατά ἑκατόν τριάντα χρόνια τῆς νεοελληνικῆς, ἐνῶ ξεκινάει μέ πολύ διαφορετικές γλωσσικές, πολιτισμικές καί κοινωνικές προϋποθέσεις. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος κι οἱ δυό προσδιορίζονται ἀπό τόν ρηξικέλευθο προσανατολισμό τῶν δύο χωρῶν πρός τόν πολιτισμό καί τά γράμματα τῆς ἀστικῆς δύσης.

Ἡ στροφή τῆς Ρωσίας πρός τήν Εὐρώπη ἔγινε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ἄς ποῦμε χοντρικά στή ἀρχή τοῦ 18ου αἰώνα.[23] Ἀναφορικά μέ τό θέμα τῆς βμπ, πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, παραθέτω ἀπό τό τρίτομο ἔργο τοῦ Μήτσου Ἀλεξανδρόπουλου, Ἡ Ρωσική Λογοτεχνία, ὁρισμένα συναφή σημεῖα:

«Σήμερα ἡ ρωσική λογοτεχνία τοῦ 18ου αἰώνα ἔχει φιλολογικό καί ἱστορικό ἐνδιαφέρον. Ἐλάχιστα ἔργα διατήρησαν μία δική τους ἀξία –λίγοι στίχοι τοῦ Λεμονόσωφ, περισσότερα ποιήματα τοῦ Ντερβάζιν, σελίδες ἀπό τό πεζό ἔργο τοῦ Καραμζίν, τοῦ Ραντίτσεφ, μερικῶν σατιρικῶν κι ἄλλα ἴσως περιορισμένου ἀριθμοῦ κείμενα. Ὅλη ἡ ἐποχή εἶναι ἕνα μεγάλο ἐργαστήρι ἐθνικῶν μορφῶν πάνω στά εὐρωπαϊκά ὑποδείγματα. Ἡ στιγμή τῆς ὡρίμανσης γιά τή νέα αὐτή λογοτεχνία εἶναι μπροστά, στήν ἑπόμενη περίοδο. […]

»Ὅλος αὐτός ὁ πολιτισμός καί στίς δυό αὐτές περιόδους -ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰώνα ὥς τά τέλη τοῦ 19ου– ἀναπτύχθηκε πάνω σέ κοινή ἱστορική βάση, εἶναι ἡ νέα ἐθνική κουλτούρα, ὁ ἀστικός ἄς ποῦμε πολιτισμός στή Ρωσία […].»[24]

Σύμφωνα μέ τόν ἴδιο, στήν πρώτη περίοδο [αὐτή πού ἀφορᾶ τή βμπ], «Τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι σταθμοί:

-Τά χρόνια τοῦ Μεγάλου Πέτρου, ὅταν ὅλη ἡ κοινωνική ζωή κανοναρχεῖται ἀπό τήν πανίσχυρη θέληση τοῦ ἀναμορφωτῆ αὐτοκράτορα.

-Ἡ περίοδος τοῦ 1730-1760, ὅπου ἀνθίζει ὁ Ρωσικός Κλασικισμός, μέ κύριες μορφές τόν Τρεντιακόφσκι, τόν Λεμονόσωφ καί τόν Σουμαρόκωφ.

-Καί οἱ τρεῖς – τέσσερες τελευταῖες  δεκαετίες, τά χρόνια τῆς Αἰκατερίνης, ὅταν οὐσιαστικά γεννιέται ἡ νέα λογοτεχνία στή Ρωσία. Χαρακτηρίζεται ἡ περίοδος αὐτή ἀπό τή λογοτεχνία τοῦ Σεντιμενταλισμοῦ, ἀλλά παρουσιάζει καί ἀξιοσημείωτες τάσεις πρός τόν ρεαλισμό καί τόν ρομαντισμό. Οὐσιαστικά ἐνσωματωμένες στήν τελευταία αὐτή περίοδο εἶναι καί οἱ δυό πρῶτες τοῦ 19ου αἰώνα, μέχρι τόν Πούσκιν.»[25]

Ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, σ᾿ αὐτές τίς δυό πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰώνα ἐνσωματώνεται καί ἡ τρίτη, κατά τήν ὁποία σημειώνεται ἡ κορυφαία καί τελική φάση τῆς βμπ. Πάντως, καθώς γίνεται φανερό, ὁ Ἀλεξανδρόπουλος, χωρίς νά τήν ὀνομάζει, σκιαγραφεῖ τή βμπ τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας. Ὄχι γιατί ἀναφέρεται γραμματολογικά στή χρονική της περίοδο, αὐτό θά τό ᾿κανε ὁ κάθε γραμματολόγος ὑποχρεωτικά, ἀλλά γιατί κλιμακώνει τά στάδια τῆς βμπ ἀξιολογικά. Εἶναι μιά κλιμάκωση στήν ὁποία ἐπανέρχεται συχνά. Ἰδού πῶς τή διατυπώνει σέ ἄλλο σύγγραμμά του:

«Ἕτοιμη ἦταν ἡ Ρωσία [τόν καιρό τοῦ Πούσκιν] γιά δικές της ἐθνικές δημιουργίες. Εἶχαν ἤδη προηγηθεῖ οἱ ἄλλοι. Ὁ Λεμονόσωφ, ὁ Ντερβάζιν, ὁ Καραμζίν, ὁ Ζουκόφσκι, ὅλο ἐκεῖνο τό ἀπίθανο σέ ἐργατικότητα καί ποσότητες ἐργαστήριο τοῦ 18ου αἰώνα. Αὐτοί ἑτοίμασαν ὅ,τι χρειαζόταν. Γύμνασαν τή γλώσσα, ἔδωσαν πολυμορφία, εὐλυγισία, πύκνωσαν τό στίχο, σταθεροποίησαν τό ρωσικό ἐπίπεδο, προσανατολισμένο στή σύγχρονη Εὐρώπη. Ὅλα ἐκεῖνα τά μικρά καί μεγάλα καί περίπλοκα πού συμμετέχουν στίς κρίσιμες ὧρες (κι ἔχουν προηγουμένως βασανίσει πολλές γενιές) ἦταν ὥριμα γιά νά λυθοῦν μιά καί κάτω, ‘‘ὡς διά μαγείας’’ –μέ τό τραγούδι ἑνός ἀνθρώπου.»[26] Τήν ἴδια περίπου κλιμάκωση συναντοῦμε καί στήν Ἱστορία τοῦ D.S. Mirsky.[27]

 

Λιγα λόγια γιά τήν κλιμάκωση τῆς βμπ στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα.

Πρῶτος «σταθμός»: «Τά χρόνια τοῦ Μεγάλου Πέτρου.» Ὁ κύριος προβληματισμός, στόν τομέα τῶν γραμμάτων, εἶχε νά κάνει μέ τή γλώσσα. Ἡ Ρωσία δέν εἶχε συγκροτημένο γλωσσικό ὄργανο. Στό λεξιλόγιο καί στή σύνταξη εἰσχωροῦσαν στοιχεῖα παλαιοσλαβικά, εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν (ἰδίως γαλλικῶν), λατινικά, ἑλληνικά, λόγια ρωσικά καί τῆς ρωσικῆς καθημερινότητας. Τελικά, μετά ἀπό ἀρκετές δεκαετίες, συγκροτήθηκε μιά ρωσική γλώσσα μέ πολλά δάνεια. Ἡ λογοτεχνική παραγωγή αὐτό τό διάστημα ἦταν λίγη καί ἀσήμαντη. Ἄρχισε ὅμως ἡ μεταφραστική προσπάθεια πού στήν ἑπόμενη περίοδο θά ἔπαιρνε κατακλυσμιαῖες διαστάσεις.

Δεύτερος «σταθμός»: «Τά χρόνια 1730-1760.» Πρόκειται οὐσιαστικά γιά τό διάστημα πού βασίλεψε ἡ κόρη τοῦ Μεγάλου Πέτρου Ἐλισάβετ (1741-1761). Πολύ κατώτερη ἀπό τόν πατέρα της σέ ὅλα, περισσότερο ἔδωσε ἔμφαση στήν κοσμική ζωή τῆς Αὐλῆς. Ἀπό τήν πλευρά τῶν γραμμάτων ἔχουμε μεταφραστικό ὀργασμό λατινικῶν, Ἑλληνικῶν καί εὐρωπαϊκῶν συγγραμμάτων -ἰδίως γαλλικῶν. Στή λογοτεχνία ἐπικρατεῖ τό πνεῦμα τοῦ κλασικισμοῦ, μέ ὑπολογίσημη ντόπια παραγωγή ποιητικοῦ, πεζοῦ καί δραματικοῦ λόγου. Στήν ποίηση ἰδιαίτερα προέχουν οἱ κανόνες πού διατυπώνονται στό βιβλίο Ποιητική Τέχνη τοῦ Μπουαλώ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος κυριαρχεῖ ὁ στομφώδης, ὑμνητικός, ἐπικός τόνος, μέ κορυφαῖο ἐκπρόσωπο τόν Λεμονόσοφ.

Τρίτος «σταθμός»: «οἱ τρεῖς-τέσσερες τελευταῖες δεκαετίες, τά χρόνια τῆς Αἰκατερίνης…» Ἡ Γερμανίδα αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη ἔμεινε στό θρόνο 34 χρόνια (1762-1796). Ἐξαιρετικά μορφωμένη, μέ πολλές συγγραφικές ἐπιδόσεις, ἰδίως στόν τομέα τῆς λογοτεχνίας. Φίλη τοῦ Βολταίρου καί ἄλλων ἐπιφανῶν Εὐρωπαίων πνευματικῶν ἀνθρώπων. Ὅμως ταυτόχρονα κρατοῦσε γερά τά χαλινάρια ἀπέναντι στούς ἐπικριτές συγγραφεῖς τῆς ἐξουσίας της. Στήν ἐποχή της, ἐνῶ συνεχίζεται ὁ μεταφραστικός ὀργασμός, εἰσβάλλουν στή Ρωσία οἱ ἰδέες τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἔντονη πάντα ἡ παρουσία τοῦ γαλλικοῦ πνεύματος καί τῆς γαλλικῆς γλώσσας. Ἀρχίζει καί πολλαπλασιάζεται ἡ ἔκδοση περιοδικῶν. Εἰσβάλλει ἐπίσης καί παίζει σημαντικό ρόλο τό κίνημα τοῦ μασονισμοῦ. Γίνεται προσπάθεια νά ἀναπτυχτεῖ τό ρωσικό θέατρο, καί γράφονται πολλές κωμωδίες. Στήν ποίηση: «Ὅταν στή Ρωσία δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις γιά τούς νέους προσωπικούς τόνους στή λογοτεχνία, ἡ ἄλλη Εὐρώπη εἶχε ἤδη ὁλοκληρώσει τό στάδιο αὐτό. Οἱ εὐρωπαῖοι νομοθέτες τῶν ἰδεῶν καί τοῦ καλλιτεχνικοῦ γούστου εἶχαν στραφεῖ ἀπό τό Νοῦ στήν Καρδιά, ἀπό τή Λογική στή φαντασία κι ἀπό τήν ἀφηρημένη γενίκευση στό συγκεκριμένο καί τό προσωπικό. […] Στήν ποίηση τά πρῶτα συναισθηματικά σαλέματα ἐπισημαίνονται στό ἔργο τοῦ Χεράσκωφ.»[28] (1733-1807). Ἕνας ἀπό τούς ἐπιφανέστερος ποιητές αὐτῆς τῆς περιόδου θεωρεῖται ὁ Γαβριήλ Ντερβάζιν (1743-1816). Ἄν καί ξεκίνησε ἀπό τή «μεγαλοστομία» τοῦ Λεμονόσωφ, κατέβηκε ἀπό αὐτήν τήν κλίμακα στό δικό του προσωπικό λυρικό καί σατιρικό λόγο. Ἄλλος ἐπιφανής ποιητής στά χρόνια τῆς Αἰκατερίνης ἦταν ὁ Νικόλαος Καραμζίν (1766-1826), πού «θεωρεῖται πατέρας τοῦ ρωσικοῦ Σεντιμενταλισμοῦ».[29] Ἔχοντας διδαχτεῖ ἀπό ὅσα εἶχαν συμβεῖ σέ ἄλλους λογοτέχνες, ἀπέφυγε νά θίξει ὁτιδήποτε σχετικά μέ τά κακῶς κείμενα τοῦ παλατιοῦ καί τῆς ὑψηλῆς κοινωνίας, καταγινόμενος μέ τά ἁβρά συναισθήματα, τόν ἔρωτα, τή φιλία καί τίς εἰδυλλιακές καταστάσεις. Σημαντική ἦταν ἡ πρωτοβουλία του νά υἱοθετήσει στά γραφτά του τόν προφορικό λόγο. Θεωροῦσε ὅτι ὁ αἰσθηματισμός ἀποτελοῦσε τό μοναδικό ἀντικείμενο τῆς λογοτεχνίας ἤ, ἀλλιῶς, τήν καθαρή λογοτεχνία. Συνεπῶς, ὄχι κοινωνική κριτική, ὄχι πολιτική, ὄχι βέλη πρός τά στραβά τοῦ παλατιοῦ καί τῶν ἀρχόντων.

Μένει νά δοῦμε τόν τέταρτο καί τελευταῖο σταθμό τῆς βμπ –τίς τρεῖς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰώνα. Ὁ Ἀλεξανδρόπουλος δέν ἀναφέρει τίς δεκαετίες αὐτές ὡς τέταρτο σταθμό, ἀλλά τίς ὑπονοεῖ τοποθετώντας τήν καμπή τῆς ποίησης πρός τήν ὡριμότητα στά 1925. «Οἱ δύο πρῶτες δεκαετίες ἀνήκουν οὐσιαστικά στήν παλιά προκλασική ἐποχή. Εἶναι τά λεγόμενα Χρόνια τοῦ Ρομαντισμοῦ, πού ἐντάσσονται στά γενικά ὅρια τῆς προετοιμασίας. Συνήθως τό ὅριο τοποθετεῖται στό 1925, τό χρόνο πού ἀνέβηκε στό θρόνο ὁ τσάρος Νικόλαος, τσακίζοντας τό φιλελεύθερο κίνημα τῶν εὐγενῶν.»[30] Καί σ᾿ ἄλλο σημεῖο παρακάτω: «Στό τέλος ἀκριβῶς τῆς περιόδου, τό 1925, ὁ Α. Μπεστοῦζεφ, μιλώντας γιά τήν ποίηση τοῦ Ζουκόφσκι, ἔθετε τό πρόβλημα μ᾿ ἕναν τρόπο σά νά ἔκανε ἀπολογισμό ὅλης τῆς 25ετίας».[31] Ἔρχονται λοιπόν ἀπό τήν Εὐρώπη τά μηνύματα τοῦ ρομαντισμοῦ. Τά ἐνστερνίζεται περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους ὁ ποιητής Βασίλης Ζουκόφσκι (1783-1852). Μεταφράζει ἔξοχα πολλά ἔργα ρομαντικῶν συγγραφέων, ἀπό τά ὁποῖα κεντρίζεται γιά τίς δικές του πραγματώσεις. Σημαντική ὑπῆρξε ἡ συμβολή του στήν ἐξέλιξη τῆς ρωσικῆς στιχουργίας. Ἄλλος ρομαντικός τῆς ἴδιας περιόδου ἦταν ὁ ποιητής Κωνσταντίνος Μάτιουσκωφ (1787-1855), μέ ἰδιαίτερη ὡστόσο μαθητεία στήν Ἀρχαία ἑλληνική καί λατινική λυρική ποίηση (Ἀνακρέων, Σαπφώ, Ὀράτιος κ.λπ.). Δεξιοτέχνης τῆς μικρῆς, κομψῆς, φόρμας. Δέν εἶναι οἱ μόνοι ρομαντικοί ποιητές αὐτή τήν ἐποχή,[32] ἀλλά οἱ πιό ἐξέχοντες.

Ρομαντικός ὑπῆρξε καί ὁ Ἀλἐξανδρος Πούσκιν (1799-1837), ἐπηρεασμένος ἰδίως ἀπό τόν Μπάυρον, τουλάχιστο ὥς τό 1825-1826. Πρόκειται γιά τή διετία, Αὔγουστος 1924-Σεπτέμβρης 1826, πού ἔμεινε σέ περιορισμό στό μητρικό του κτῆμα στό χωριό Μιχαηλόφσκογιε. Αὐτή τή διετία, ἐκεῖ στήν ἀπομόνωση μέ συντροφιά τήν ἀγαπημένη του παραμάνα Ἀρίνα Ροντιόνοβνα,[33] κάτι ἄλλαξε μέσα του: «ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τόν ἐσωτερικό του κόσμο, κατά τό διάστημα πού ἔμεινε στό Μιχαήλοβο ἔγινε μέσα του μιά σοβαρή ἀλλαγή. Ἐδῶ ξέφυγε τελείως ἀπ᾿ τόν Βυρωνισμό. […], στό Μηχαήλοβο κατώρθωσε νά παρουσιάσει ἕξη κεφάλαια τοῦ ‘‘Εύγένιου Ὀνέγκιν’’».[34] Τό ἔργο Εὐγένιος Ὀνέγκιν ἀπαρτίζεται ἀπό ὀχτώ κεφάλαια. Τό πρῶτο τό εἶχε ἀρχίσει ὁ Πούσκιν τό 1823-1824, ὅταν ἦταν στό Κισινιόφ καί τήν Ὀδυσσό. Ὁλοκλήρωσε αὐτό καί ἔγραψε ἄλλα πέντε στό μητρικό χωριό του, 1824-1826. Τό 1830, βρίσκεται πάλι ἀπομονωμένος γιά τρεῖς μῆνες, λόγω χολέρας, στό πατρικό τώρα κτῆμα Μπόλτινο. «Ἐκεῖ τελειώνει τόν Εὐγένιο Ὀνέγκιν (τά δυό τελευταῖα κεφάλαια)…»[35] Ἔτσι ὁ Εὐγένιος Ὀνέγκιν ὁλοκληρώνεται τό 1830. Μέ αὐτό τό κορυφαῖο ἔμμετρο ἔργο του ὁ Πούσκιν ἀφήνει πίσω του τόν Μπάυρον[36] καί τό ρομαντισμό καί προσγειώνεται στόν πραγματισμό τῆς ρωσικῆς ζωῆς.[37]Εὐγένιος Ὀνέγκιν ὡς γλώσσα, στιχουργία, ποιότητα καί ἀντίληψη τῆς ρωσικῆς κοινωνίας, εἶναι κατά ἕναν τρόπο ἡ δικαίωση καί ἡ ὁλοκλήρωση ὅσων ἔγιναν στό στίβο τῆς ρωσικῆς ποίησης ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Πέτρου καί ὕστερα. Ὁ Πούσκιν, μετά ἀπό τήν κρίσιμη καμπή,[38] δέν ἔγραψε μόνο τόν Εὐγένιο Ὀνέγκιν, ἀλλά καί ἄλλα ἔργα ὀνομαστά, μικρά καί μεγάλα, ἀνάμεσά τους καί τό Χάλκινο καβαλάρη.[39] Γιά ὅ,τι συζητῶ ἐδῶ σημασία ἔχει πώς μέ τόν Ὀνέγκιν ὁ ποιητής ἀφήνει πίσω του τόν ἰδεοκρατούμενο ρομαντικό ἑαυτό του καί περνάει στή βαθμίδα τοῦ πραγματιστῆ.[40] «Ἐδῶ», λέει ὁ Μπελίνσκι γιά τόν Εὐγένιο Ὀνέγκιν, «ὁ Πούσκιν δέν εἶναι μονάχα ποιητής. Εἶναι ἀκόμα ἐκπρόσωπος τῆς κοινωνικῆς συνείδησης, πού ξυπνάει γιά πρώτη φορά: ὑπηρεσία τεράστια στήν ποίηση καί στόν τόπο!

»Πρίν ἀπό τόν Πούσκιν, ἡ ρωσική ποίηση δέν ἦταν ἄλλο παρά μιά ἔξυπνη καί καλή μαθήτρια τῆς Εὐρωπαϊκῆς μούσας.»[41]

Ἐκτός ἀπό τόν Πούσκιν, στή δεκαετία 1820 ἔχουμε ἄλλους δυό ἐπιφανεῖς ἐκφραστές τῆς ρωσικῆς πραγματικότητας. Τόν Ἰβάν Κριλώφ (1768-1844) καί τόν Ἀλέξανδρο Γκριμπογιέντωφ (1795-1829). Ὁ πρῶτος, ἀφοῦ γιά πολλά χρόνια ἐπιδόθηκε σέ διάφορα εἴδη τοῦ λόγου, ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, σάτιρα, ἀπό τά τριάντα ὀχτώ του χρόνια (1806) ἄρχισε νά γράφει τούς ὀνομαστούς σατιρικούς του «Μύθους», ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς του (1844). Ἕχοντας πρότυπα τόν ἀρχαῖο Αἴσωπο καί τό Γάλλο Λαφονταίν, ὁδηγήθηκε σέ μικρά, ἔμμετρα, σατιρικά κείμενα πάνω στίς καταστάσεις καί τά συμβάντα τῆς τρέχουσας ρωσικῆς ζωῆς. Μέ προσωπικό γοῦστο, γλώσσα, ἰδιοτυπία καί λαϊκή ἀντίληψη. «Στό πρόσωπο τοῦ Ι.Α. Κριλώφ», λέει ὁ Μπελίνσκι, «εἴδαμε, μέ ὅλη τή σημασία τῆς λέξης, τόν πραγματικό Ρῶσο, μέ ὅλα τά χαρίσματα καί τίς ἀδυναμίες, πού ἰδιαίτερα μᾶς χαρακτηρίζουν».[42],

Τό ἄλλο ὄνομα πού συνδέθηκε μέ τήν καμπή τῆς ρωσικῆς ποίησης ἀπό τήν ἀνωριμότητα στήν ὡριμότητα εἶναι ἐκεῖνο τοῦ Ἀλέξανδρου Γκριμπογιέντωφ (1795-1829). Στή σύντομη ζωή του ὅ,τι ἀξιόλογο ἔγραψε ἦταν τό ἔμμετρο, σατιρικό, θεατρικό ἔργο, «Τό πολύ μυαλό βλάφτει» ἤ «Συμφορά ἀπό τό πολύ μυαλό». Γράφτηκε τό 1823, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά, περικομμένο ἀπό τή λογοκρισία, τό 1833 καί μόλις τό 1862 πλῆρες. «Οἱ στίχοι του ἐλεύθεροι, σύντομοι, πλούσιοι σ᾿ ἀπρόσκοπτες ἀντιθέσεις καί κωμικά στοιχεῖα εἶναι στή μνήμη κάθε καλλιεργημένου Ρώσου.»[43] «Σχεδόν κάθε στίχος της [τῆς κωμωδίας] ἔχει περάσει στήν καθημερινή γλώσσα, καί οἱ παροιμίες τοῦ Γκριμπογιέντωφ εἶναι τόσο πολυάριθμές ὅσο καί ἐκεῖνες τοῦ Κριλώφ.»[44] Τό ἔργο αὐτό εἶναι μιά καυστική σάτιρα τῆς κατεστημένης ρωσικῆς κοινωνίας. Ὁ κεντρικός ἥρωας, ὁ Τσάτσκι, νέος, μορφωμένος, ξύπνιος καί ἀσυμβίβαστος, ὅταν γυρίζει άπό τήν Εὐρώπη στή Μόσχα, γίνεται τό μαῦρο πρόβατο σ᾿ αὐτό τό περιβάλλον καί ἀναγκάζεται νά τό σκάσει ἄναυλα.[45]

Τούς παραπάνω τρεῖς ποιητές τούς σχετίζει ἀξιολογικά ὁ κριτικός Μπελίνσκι ὡς ἑξῆς:

«Μαζί μέ τό Συμφορά σου πού ἔχεις πολύ μυαλό, τό μεγαλοφυές ἔργο τοῦ Γκριμπογιέντωφ, τοῦ συγκαιρινοῦ του, τό μυθιστόρημα σέ στίχους τοῦ Πούσκιν [Ὀνέγκιν] ἔβαλε τά θεμέλια τῆς καινούργιας ποίησης καί τῆς καινούργιας ρωσικῆς λογοτεχνίας.

»Ἄν ἡ ρωσική λογοτεχνία δέν εἶχε γνωρίσει τόν Κριλώφ, ὁ στίχος τοῦ Γκριμπογιέντωφ δέ θά εἶχε αὐτή τήν τόσο ἐλεύθερη κι ἀβίαστη πρωτοτυπία. Κοντολογῆς δέ θά τραβοῦσε τόσο μακριά.»[46]

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἀπό τήν πλευρά τῆς ἡλικίας περισσότερο ἀπό τούς τρεῖς ἔζησε ὁ Κριλώφ, 76 χρόνια, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἐνεργός ὥς τό θάνατό του τό 1844. Λιγότερο ἀπ᾿ ὅλους ὁ Γκριμπογέντωφ πού πέθανε τό 1829 σέ ἡλικία 34 χρονῶν. (Ἄς εἰπωθεῖ ἐδῶ πώς ἄν καί τή Συμφορά τήν ἔγραψε τό 1823 δέν ἔπαψε ἔκτοτε νά κάνει διορθώσεις γιά μεγάλο διάστημα.) Στή μέση βέβαια βρίσκεται ὁ Πούσκιν, πού ἔζησε 38 χρόνια καί πέθανε τό 1837 στήν ἀκμή του.

 

Μέ τούς τρεῖς ρώσους ποιητές πού προανάφερα, ἡ δεκαετία τοῦ 1820 ἀναδείχνεται ὡς δεκαετία κατά τήν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ βμπ τῆς ρωσικῆς ποίησης καί ἀρχίζει ἡ μακρά περίοδος τῆς ὥριμης ἤ «κλασικῆς» της ἐποχῆς. Ἔτσι κατά ἕνα τρόπο ἡ δεκαετία αὐτή μετέχει, τόσο στό προκλασικό στάδιο αὐτῆς τῆς ποίησης, ὅσο καί στό μόλις ἀρχόμενο «κλασικό» ἤ, ἀλλιῶς, τῆς ὡριμότητας. Τό μέλλον ἔδειξε ὅτι ἡ τριάδα τῶν Πούσκιν, Κριλώφ, Γκριμπογέντωφ, ἄνοιξε διάπλατα τήν πόρτα στήν ἰθαγένεια τῆς ρωσικῆς ποίησης καί γενικότερα τῆς λογοτεχνίας. Γι᾿ αὐτό οἱ μετεγανέστεροι λογοτέχνες οὐδέποτε τούς ξέχασαν. Κάνει πάντως ἐντύπωση ὅτι οἱ Ρῶσοι κριτικοί καί ἱστορικοί τῆς λογοτεχνίας διέγραψαν μέ σαφήνεια, τόσο τή χρονική περίοδο τῆς ποιητικῆς τους βμπ (χωρίς νά τήν ὀνοματοθετοῦν), ὅσο καί τήν κλιμάκωσή της μέσα στά ἑκατόν τριάντα χρόνια, πού μεσολάβησαν ἀπό τό 1700 ὥς τό 1830. Γεγονός πού δείχνει τήν ὑψηλή στάθμη τῆς ρωσικῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς καί ἱστοριογραφίας.

 

 

ΙV

 

Ἡ βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης συνδέεται μέ τήν προοοδευτική ἀνάπτυξη τῆς Ἀθήνας, ἀφότου ὁρίστηκε πρωτεύουσα τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους. Τῆς Ἀθήνας πού, ἀπό μιά ρημαγμένη ἀκατοίκητη κωμόπολη τό 1830, ἡ ὁποία τό 1834 ἀριθμοῦσε μόλις δέκα χιλιάδες κάτοικους, διαμορφώθηκε σέ ἀστικό κέντρο δυτικοῦ τύπου, τό ὁποῖο τό 1930 ἀριθμοῦσε πεντακόσιες χιλιάδες καί πλέον κάτοικους. Καί ταυτόχρονα σέ κύριο κέντρο πνευματικῶν ζυμώσεων ὥς τό 1930 τουλάχιστο, καθώς ἔκτοτε παρουσιάζεται ὡς δεύτερο πνευματικό κέντρο καί ἡ Θεσσαλονίκη. Ὁ σαφής προσανατολισμός τῆς Ἀθήνας πρός τήν ἀστική Εὐρώπη ἔχει τόν ἀντίστοιχό του στό σαφή πρασανατολισμό τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας πρός τή σύγχρονή εὐρωπαϊκή λογοτεχνία. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ νεοελληνική λογοτεχνία καί φυσικά ἡ ποίηση εἶναι κι αὐτή μιά «μαθητευόμενη» λογοτεχνία, ὅπως ἦταν ἡ λατινική «μαθητευόμενη» στήν ἀρχαία ἑλληνική καί ἡ ρωσική «μαθητευόμενη» στήν εὐρωπαϊκή. Ὅλες οἱ τάσεις πού ἐκδηλώθηκαν στή νεοελληνική λογοτεχνία, μέχρι τό 1950 τουλάχιστο, ἀκολούθησαν τίς εὐρωπαϊκές νεοτεριστικές τάσεις. Τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι ἡ νεοελληνική λογοτεχνία δέν ἀπόκτησε ποτέ δική της ἰθαγένεια. Ὅμως γιά νά τήν ἀποκτήσει χρειάστηκε νά διανύσει πρῶτα, ὅπως ἡ λατινική καί ἡ ρωσική, τά στάδια τῆς δικῆς της βασικῆς μεταβατικῆς περιόδου.

Ἡ βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης παρουσιάζει, ἄν θεωρήσουμε τούς Φαναριῶτες καί τούς διαδόχους τους μεταφαναριῶτες μία ποιητική βαθμίδα,[47] τέσσερα ἀνελικτικά στάδια (ὅσα καί ἡ λατινική καί ἡ ρωσική). Φαναριῶτες-μεταφαναριῶτες, γενιά τοῦ 1880, μεταπαλαμικοί ποιητές, γενιά τοῦ 1820.

α) Φαναριῶτες-μεταφαναριῶτες (Ἀδελφοί Σοῦτσοι, Ραγκαβής, Καρασούτσας, Παπαρρηγόπουλος, καί λοιποί). Ὅπως καί οἱ ποιητές πού ἄνοιξαν τό ἀνανεωτικό δρόμο στή ρωμαϊκή καί στή ρωσική ποίηση, ὑπῆρξαν καί αὐτοί ἀβαθεῖς μιμητές ἑνός ξένου πρότυπου: τῆς εὐρωπαϊκῆς ρομαντικῆς ποίησης. Τό ἀποτέλεσμα τῆς δουλειᾶς τους δέν εἶχε βέβαια τίποτα ἀπό τήν πρωτοτυπία, τό βάθος καί τήν ἱστορική συγκυρία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ρομαντικοῦ κινήματος. Ἦταν ὡστόσο μιά ἀρχή ἐκ τῶν ἐνόντων. Κι αὐτά τά «ἐνόντα» ἀποτελοῦσαν, ὅπως θά ᾿λεγε ἴσως ὁ Ντοστογιέφσκι, «τό βάθος τῆς ὑπόθεσης». Τό πρῶτο ἦταν ἡ ἀγλωσσία. Οὔτε τή γλώσσα τῆς ὑπαίθρου γνώριζαν οἱ ποιητές αὐτοί, οὔτε ἐμπειρική γνώση τῆς ὑπαίθρου εἶχαν.[48] Ἄλλωστε στήν ὕπαιθρο δέν ὑπῆρχε ἀπόλυτη γλωσσική ἑνότητα, μιά καί τά διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα εἶχαν τό καθένα τήν ἰδιαίτερη διάλεκτό τους. Οὔτε γηγενή γλώσσα ἀστική μποροῦσαν νά ἔχουν οἱ συγκεκριμένοι ποιητές, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κάν διαμορφωμένη ἀστική κοινωνία. Ἔτσι πολύ φυσικά, σύμφωνα καί μέ τή σχετική λόγια παιδεία τους, στράφηκαν πρός τήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα, μιά γλώσσα ὡστόσο πού δέν εἶχε πρακτική σχέση μέ τή νεοελληνική πραγματικότητα. Ἐκτός ἀπό τήν ἀγλωσσία, τό δεύτερο ἀπό τά «ἐνόντα» ἦταν ἡ ἔλλειψη κοινωνικοῦ βάθρου. Στή πρωτεύουσα τοῦ νέου κράτους δέν ὑπῆρχε διαμορφωμένος κοινωνικός ἱστός καί μάλιστα δυτικοῦ τύπου. Ὅ,τι ὑπῆρχε ἦταν μιά ἄναρχη προσπάθεια νά προκύψει συγχώνεψη τῶν ἑτερόκλητων στοιχείων πού συγκροτοῦσαν τήν τότε Ἀθήνα στήν βρεφική της ἡλικία. Ἔτσι χωρίς γλώσσα μέ ἀπευθείας σχέση πρός τή ζωή καί χωρίς κοινωνικό βάθρο, οἱ ποιητές τοῦ πρώτου σταδίου, ἀδικημένοι ἀπό τήν ἱστορική περίοδο πού περνοῦσε ἡ χώρα, ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν.[49] Μίλησαν σάν ρομαντικοί καί σάν ἐκφραστές ἑνός κόσμου, ὁποῖος, ἄν ἐξαιρέσουμε τίς ὑμνητικές ἀναφορές τους στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, περισσότερο ὑποθετικά παρά πραγματικά ὑπῆρχε. Μολαταῦτα, πηγαίνοντας ἀπό τούς Σούτσους πρός τόν Παράσχο, κάτι ἔγινε, μιά κάποια ὑποτυπώδης ἔστω κίνηση πρός τό ἔδαφος τῆς τότε πραγματικότητας.[50]

β) Τό δεύτερο στάδιο ἀφορᾶ τήν ποιητική γενιά τοῦ 1880, μεταξύ τῶν ὁποίων προέχει ἡ παρουσία τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Καμπᾶ καί τοῦ δραστήριου Δροσίνη. Παρά τά ἐθνικά καί κοινωνικά πλήν, οἱ ποιητές αὐτοί καί προπαντός ὁ Παλαμᾶς, σέ ἀντίθεση μέ τούς προγενέστερους, χάρη στό δημοτικισμό καί στή Μεγάλη Ἰδέα, διαπνέονται ἀπό αἰσθήματα αἰσιοδοξίας. Ἄν καί ὅλοι τους ξεκίνησαν ὡς καθαρευουσιάνοι μαθητές τῶν προηγούμενων ποιητῶν, ἀρκετά νωρίς στράφηκαν πρός τό δημοτικισμό, ἰδίως μετά Τό ταξίδι μου τοῦ Ι. Ψυχάρη, τό 1888. Στά θεωρητικά τους κείμενα ὡστόσο ἀντιμετώπισαν ἀνυπέρβλητες δυσκολίες μέ τή δημοτική. Τά «ἐνόντα» ἔπαιξαν τόν ἀρνητικό τους ρόλο καί σ᾿ αὐτούς τούς ποιητές. Πρῶτα πρῶτα γλωσσικά. Χωρίς νά ἔχουν τήν ὡριμότητα νά κατανοήσουν τό παράδειγμα τοῦ Σολωμοῦ, θέλησαν νά ταυτιστοῦν μέ τή γλώσσα τῆς ὑπαίθρου, παραβλέποντας, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, τήν πολιτισμική, τεχνολογική καί κοινωνική κατεύθυνση τῆς Ἀθήνας πρός τήν ἀστική δύση. Μάλιστα ἔδωσαν τόση σημασία στό δημοτικισμό πού σχεδόν ταύτισαν τή δημοτικίστικη γλώσσα μέ τήν ποίηση. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἄν καί ἡ κατεύθυνση τῆς ἐξέλιξης εἶχε πρότυπο τήν ἀστική Εύρώπη, τό κοινωνικό βάθρο τῆς Ἀθήνας, ὡς χωνευτήρι ἑτερόκλητων στοιχείων, παρέμεινε ἀκόμα ἀρκετά ἀδιαμόρφωτο. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν οἱ ποιητές τοῦ 1880 νά γράφουν σάν νά ζοῦσαν ἔξω ἀπό τό περιβάλλον τῆς Ἀθήνας, τόσο ἀπό ἄποψη κοινωνική, ὅσο καί ἀπό ἄποψη θεματική καί γλωσσική. Αὐτή ἡ ἔλλειψη προσγείωσης στό ἐδῶ καί τώρα τῆς Ἀθήνας εἶχε βασική αἰτία, ὄχι τόσο, ὅπως θά νόμιζε κανείς, τό μικρό τους ποιητικό τάλαντο, ὅσο τά ἀρνητικά «ἐνόντα» τῆς ἰδιότυπα ἀναπτυσσόμενης πρωτεύουσας. Ἀρνητικό ρόλο ἔπαιξε ὡς ἕνα βαθμό καί ἡ Μεγάλη Ἰδέα πού δέν ἄφησε ὁλωσδιόλου ἀκαπέλωτη τήν ποιητική πράξη, ἰδίως τοῦ Παλαμᾶ πού εἶχε κατεξοχήν κράση ἐπικοῦ ποιητῆ. Ὅμως παρόλα τά μεῖον πού χαρακτηρίζουν τό ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ 1880 -στόμφος καί μεγαλομανία, ὅπως τῶν προγενέστερων, θεματικός  προσανατολισμός ἐκτός τόπου καί χρόνου, ἀβαθής γλωσσικός προβληματισμός, ταύτιση ἤ σχεδόν δημοτικῆς καί ποίησης-  μέ τή γενιά αὐτή ἔγινε ἕνα σημαντικό βῆμα πρός τήν πραγμάτωση τῆς ἑλλαδικῆς βμπ. Μάλιστα ἐκ τῶν ὑστέρων ξέρουμε πώς ἦταν ἀτύχημα πού ἡ ἰσχυρή προσωπικότητα τοῦ Νίκου Καμπᾶ -ὁ ὁποῖος δέν ἀκολουθοῦσε τήν παλαμική γραμμή- δέν στάθηκε περισσότερο θετική γιά τήν ἐξελικτική τροχιά τῆς ποίησης. Ὁ Καμπᾶς ἄφησε νωρίς τήν ποίηση γιά νά ἀσχοληθεῖ μέ τή νομική ἐπιστήμη. Πρόλαβε ὡστόσο νά δείξει τό σημεῖο τοῦ ὁρίζοντα πρός τό ὁποῖο θά στρεφόταν μελλοντικά ἡ ποιητική πορεία. Κάτι πού γιά λόγους κατανοητούς στήν ἐποχή του πέρασε ἀπαρατήρητο. Μέ τή γενιά αὐτή, ἔστω καί ἀντίθετα πρός τήν ἐξελικτική πορεία τῆς Ἀθήνας, ὅπου οἱ ἴδιοι ζοῦσαν, πέρασε στήν ποίηση ἡ ἑλληνική ὕπαιθρος καί δόθηκε μιά σχετικά ἀναγνωρίσιμη εἰκόνα τῆς νεοελληνικῆς παραδοσιακῆς ζωῆς. Ὑπῆρξε σπουδαία πρόοδος στήν τεχνική τῆς στιχουργίας. Δόθηκε, ἄν καί ὄχι μέ τόν καλύτερο τρόπο, ἡ ἐκκίνηση γιά μιά γλώσσα σύγχρονη.

γ) Τό τρίτο στάδιο πραγματώνεται ἀπό τούς λεγόμενους μεταπαλαμικούς ποιητές. Μιά ὁμάδα σκαπανέων ποιητῶν πού ἔχει ἀδικηθεῖ ἀπό τήν κριτική καί τήν ἱστορία. Ὁ Δημαρᾶς μάλιστα, ὁλωσδιόλου ἄκριτα, τούς τοποθετεῖ κάτω ἀπό τή «βαριά σκιά τοῦ Παλαμᾶ». Κάτω ἀπό τή «βαριά σκιά τοῦ Παλαμᾶ» δέν μποροῦσαν νά ἀνήκουν ποιητές οἱ ὁποῖοι, τήν ὥρα πού διπλασιαζόταν γεωγραφικά καί πληθυσμιακά τό κράτος, ἀπελευθέρωναν τήν ποίηση ἀπό τόν ἰδεολογικό ζυγό τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Γεγονός πού δέ σημαίνει πώς ἦταν λιγότερο πατριῶτες ἀπό τούς μεγαλοϊδεατικούς, ἀλλά περισσότερο ποιητές. Ἐπιπλέον, μέ πρωτεργάτη τόν Κ. Χατζόπουλο εἰσηγήθηκαν, ἄν καί ὄχι μέ τήν ὡριμότερη ἀντίληψη, τό κίνημα τοῦ συμβολισμοῦ. Ἔδωσαν ἐπίσης σημαντική ὤθηση στόν τομέα τῆς στιχουργικῆς δεξιοτεχνίας. Τέλος, καί δέν εἶναι τό λιγότερο, μέ τούς μεταπαλαμικούς ποιητές, μολονότι κατά βάση δημοτικιστές, ἔγιναν τά πρῶτα βήματα πρός τή γλώσσα καί τό κλίμα τῆς ἀναπτυσσόμενης Ἀθήνας. Γιά τόν Πορφύρα ἰδιαίτερα θά ἔλεγα πώς πρόλαβε νά πατήσει στό κατώφλι τῆς νέας ἐποχῆς πού ξανοιγόταν μέ αἰχμή τήν πρωτεύουσα τοῦ νέου κράτους. Γιά τούς παραπάνω λόγους, οἱ ποιητές αὐτοί, θά ἔπρεπε νά κριθοῦν ὡς ἄξιοι σκαπανεῖς στή σταδιακή πορεία τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης πρός τήν ὁλοκλήρωση τῆς βασικῆς της μεταβατικῆς περιόδου. Ἀντί γι᾿ αὐτό κοιτάχτηκαν ἀπό τό πρίσμα τῆς μεγαλοϊδεατικῆς παλαμικῆς μεγαλοστομίας καί ἀντιμετωπίστηκαν σάν παρίες ἤ περίπου τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος. Ζηλεύει κανείς τήν ὡριμότητα τῆς ρωσικῆς κριτικῆς πού εἶδε μέ διαύγεια τήν πορεία τῆς δικῆς της ποίησης πρός τήν βμπ, χωρίς νά ἀντιμετωπίζει στατικά τό ζήτημα. Σέ μᾶς ἡ κριτική καί οἱ ἱστορίες τῆς λογοτεχνίας δέν εἶδαν μέ τήν ἴδια ἀντίληψη τό πέρασμα ἀπό τή μιά γενιά στήν ἄλλη, ἀλλά στατικά μέ βάση ὁρισμένα ὀνόματα, μεγάλα, μέτρια ἤ μικρά. Ἔτσι ἀντί γιά ἱστορία σταδιακῶν περασμάτων ἀπό τή μιά γενιά στήν ἄλλη, ἔχουμε ἁπλῶς ἱστορική ὀνοματολογία. Καθόλου παράξενο ἀφοῦ τά κριτήρια καθορίστηκαν, ὅπως ἔδειξε ἡ σημαντική ἐργασία τῆς Βενετίας Ἀποστολίδου,[51] ἀπό τίς ἱστορικοκριτικές προτάσεις τοῦ Παλαμᾶ, πού εἶδε τή γενιά του σάν τό κέντρο τοῦ κόσμου. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι οἱ ἱστορίες τῆς λογοτεχνίας μας παραγνωρίζουν τήν κλιμακωτή ἱστορική ἀνέλιξη τῆς λογοτεχνίας. Ἄν σταθμίσουμε ὡστόσο μέ δυναμικό τρόπο τήν ἀκολουθία τῶν ποιητικῶν γενιῶν, ὀφείλουμε νά ἀποδόσουμε δικαιοσύνη στούς μεταπαλαμικούς ποιητές. Γιατί οἱ ποιητές αὐτοί ὑπῆρξαν ἄξιοι σκυταλοδρόμοι στήν πορεία τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης πρός τήν ὡριμότητά της.

δ) Τό τέταρτο καί τελευταῖο στάδιο τῆς ἑλλαδικῆς βμπ πραγματώνεται ἀπό τούς ποιητές τοῦ 1920. Ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῆς γενιᾶς αὐτῆς καί μέ κορυφαῖο τό Κώστα Καρυωτάκη περνᾶμε ὁριστικά στό στάδιο τῆς ἀθηναϊκῆς ἀστικῆς πραγματικότητας. Αὐτῆς τῆς παραγματικότητας πού μετά ἀπό ἑξήντα χρόνια, στά 1980 περίπου, θά ἔχει ἐπιβληθεῖ σέ ὅλη τή χώρα, ἀκόμα καί στήν ἀκραία βουκολική ὕπαιθρο. Ἀπό τόν πρῶτο κιόλας ποιητή τῆς γενιᾶς, τό Ρῶμο Φιλύρα εἰσάγονται σέ μεγάλο βαθμό τό λεξιλόγιο, οἱ ἄνθρωποι καί ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς πρωτεύουσας. Κάτι βέβαια πού ὁλοκληρώνεται μέ τούς ἑπόμενους. Τό γεγονός αὐτό ἀποκτάει τή σημασία του ἄν τό δοῦμε ἀπό τήν ἄποψη ὅτι γιά πρώτη φορά αἵρεται στήν ἑλλαδική ποίηση ὁ διχασμός ἀνάμεσα στό ποιητικό ἔργο καί στήν κοινωνική ὀντότητα τῶν ποιητῶν. Αἴρεται, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἡ δυσαρμονία πού ὑπῆρχε ἀνάμεσα στόν τόπο καί τό χρόνο τῆς ποίησης καί στόν τόπο καί τό χρόνο τῆς προσωπικῆς ζωῆς τῶν ποιητῶν. Θά παρατηροῦσε ἴσως κανείς πώς μιά τέτοια ἐξέλιξη συνιστᾶ τυπικό γεγονός ὀφειλόμενο στήν ἀνάπτυξη καί τή σχετική ὁμοιογένεια τῆς Ἀθήνας. Ἀσφαλῶς, ἀλλά δέν εἶναι τόσο ἁπλά τά πράγματα. Ἀρχικά γιατί κανένα ἀπό τά τέσσερα στάδια μέ τά ὁποῖα ὁλοκληρώνεται ἡ βμπ δέν συνιστᾶ ἀπόλυτα τυπικό γεγονός, μηχανιστική δηλαδή συνάρτηση τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν. Ὑπάρχουν ποιοτικά βήματα μέσα καί πέρα ἀπό τίς ἱστορικές συνθῆκες σ᾿ ὅλες τίς βαθμίδες. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος οἱ ποιητές τοῦ 1920 δέν θά ἦταν αὐτοί πού ἀναδείχτηκαν, ἄν δέν εἶχαν προηγηθεῖ οἱ πραγματώσεις τῶν προηγούμενων γενιῶν καί δέν ἀναπτυσσόταν ἡ Ἀθήνα πληθυσμιακά, πολιτισμικά καί ὡς χωνευτήρι ἑτερόκλητων στοιχείων.[52] Σέ κάθε περίπτωση δέν εἶναι τυπικό γεγονός τό ὅτι οἱ ποιητές αὐτοί εἶδαν τόν κόσμο μέσα ἀπό τήν προσωπική τους ζωή καί ὄχι ἰδεατά καί γενικά, προσγειώνοντας τήν ὅρασή τους στήν καθημερινή Ἀθήνα. Οὔτε ὅτι εἰσηγήθηκαν μέ τό παράδειγμά τους τήν εἰλικρίνεια τοῦ αἰσθήματος –πού συνιστᾶ μέγιστη ποιητική κατάκτηση. Οὔτε ὅτι ἄφησαν πίσω τους, μετά ἔστω ἀπό τά πρῶτα ἔργα τους, τό ρομαντισμό καί τό συμβολισμό ὡς σχολές, γιά νά σκύψουν στά πράγματα καί νά ἀναδειχτοῦν σέ ἐξαιρετικό βαθμό πραγματιστές. Οὔτε ὅτι κράτησαν  κριτική στάση ἀπέναντι στά στραβά τοῦ καιροῦ τους. Οὔτε τέλος ὅτι αὐτοί ἄνοιξαν τήν κοίτη στήν ὁποία θά βάδιζε μελλοντικά ἡ ποίησή μας, καθώς ὅλες οἱ πρωτοβουλίες τους υἱοθετήθηκαν ἀπό τίς μεταγενέστερες γενιές. Σήμερα εἶναι κοινό μυστικό ὅτι δέ διαβάζουμε, γιά τήν εὐχαρίστησή μας, φαναριῶτες καί μεταφαναριῶτες, δέν διαβάζουμε Παλαμᾶ καί Δροσίνη, δέν διαβάζουμε Γρυπάρη καί Χατζόπουλο. Ἴσως διαβάζουμε πολύ λίγο Μαλακάση καί περισσότερο Πορφύρα. Ὅμως διαβάζουμε πολύ περισσότερο τούς ποιητές τοῦ εἴκοσι καί προπαντός τόν Καρυωτάκη. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι μέ τούς ποιητές αὐτούς ἔχουμε φτάσει στό ὅριο τῆς δόκιμης ποιητικῆς ἔκφρασης. Στήν περίπτωση μάλιστα τοῦ Καρυωτάκη βρίσκουμε τή διφασική ἐξελικτική πορεία πού εἶχε παρουσιάσει στή ρωσική ποίηση Ὁ Α. Πούσκιν. Ἐννοῶ ὅτι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἔργου του (Ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν πραμάτων, 1919. Νηπενθῆ, 1921) θά ἦταν δυνατό νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀνήκει στήν, ἄς ποῦμε ἀκολουθώντας τή ρωσική ὁρολογία, «προκλασική» ζώνη, ἐνῶ ἡ δεύτερη περίοδος (Ἐλεγεῖα καί Σάτιρες, 1927 σύν τά τελευταῖα τρία ποιήματα τοῦ 1928) στήν «κλασική». Τώρα τό πόσο «κλασικός» καί ἐπίκαιρος εἶναι ὁ Καρυωτάκης τό λέει ὅλη ἡ μεταγενέστερή του, μέχρι τίς μέρες μας, νεοελληνική ποίηση καί ἡ συνεχῶς ὀγκούμενη βιβλιογραφία πάνω στό ἔργο του. Κάνει μάλιστα ἐντύπωση πῶς ἕνας ποιητής μέ τόσο λίγο ἔργο ἔχει παραδειγματίσει τόσο πολλούς νεότερους ποιητές, ἐνῶ ταυτόχρονα ἔχει προκαλέσει τόσο μεγάλο ἐνδιαφέρον ἀπό τή μεριά τῶν μελετητῶν. Καθόλου παράξενο ὡστόσο, καθώς μέ τόν Καρυωτάκη «ἄστραψε φῶς» καί γνώρισε ὁ τόπος τόν ἑαυτό του. Διαβάζοντας τό ἔργο του ξεχνᾶς σχολές καί ρεύματα, ξεχνᾶς τό ποῦ καί πῶς μαθήτεψε, γιατί αἰσθάνεσαι μέσα στή νεοελληνική πραγματικότητα. Τόσο ἄμεσα καί τόσο καίρια δοσμένη. Συμπερασματικά θά ἔλεγα πώς μέ τούς ποιητές τοῦ 1920 καί μέ κορυφαῖο τόν Καρυωτάκη ὁλοκληρώνεται ἡ βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης, ἐνῶ ταυτόχρονα μπαίνουμε στά χωρικά ὕδατα τῆς ποιητικῆς μας ἰθαγένειας.

 

***

Ἀναφορικά μέ τή βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης θά ἤθελα νά προλάβω δύο ἐρωτήματα. Τό πρῶτο εἶναι γιατί δέν ἀρχίζει ἡ περίοδος αὐτή ἀπό τήν ἑφτανησιώτικη ποίηση; Τό δεύτερο εἶναι τί χρειάζεται, τί νόημα ἔχει, ὁ προσδιορισμός μιᾶς τέτοιας περιόδου;

α) Γιατί δέν ἀρχίζει ἡ βμπ τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης ἀπό τήν ἑφτανησιώτικη;

Τυπικά δέν ἀρχίζει, θά λέγαμε, γιατί τά ἑφτάνησα ἐντάχτηκαν στό νεοελληνικό κράτος τό 1864, τριάντα χρόνια ἀφότου ὁρίστηκε ἡ Ἀθήνα πρωτεύουσα τοῦ νέου κράτους. Ὅμως αὐτή ἡ τριαντάχρονη καθυστέρηση ἔχει ἐλάχιστη ἤ καμιά σημασία. Ἡ ἀρχή τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης δέν μπορεῖ νά τοποθετηθεῖ στά Ἑφτάνησα γιά δυό σοβαρούς λόγους.

Ὁ ἕνας εἶναι ὅτι ἡ κοινωνική, πολιτισμική, γλωσσική καί ποιητική ἀνάπτυξη στά Ἑφτάνησα δέ συνταυτίζεται ἱστορικά μέ τήν ἑλλαδική. Τά Ἑφτάνησα προηγήθηκαν τῆς ἑλλαδικῆς τό λιγότερο κατά ἕναν αἰώνα. Μέ βάση τήν Βενετσιάνικη νομοθεσία εἶχαν ἀναπτυχθεῖ ἐκεῖ δύο σαφεῖς κοινωνικές τάξεις, ἡ τάξη τῶν εὐγενῶν καί ἡ τάξη τῶν ποπολάρων. Τόν 18ο αἰώνα εἶχαν ἤδη διαμορφωθεῖ προηγμένα ἀστικά κέντρα.  Γλωσσικό ζήτημα, μέ τή μορφή πού ἐκδηλώθηκε ἀργότερα στήν Ἀθήνα, δέν ὑπῆρξε στά ἑφτάνησα, ὅπου ἐπίσημη γλώσσα ἦταν ἡ ἰταλική ὥς τό 1820.[53] Ὑπῆρχε ὅμως λόγια καί λαϊκή γλώσσα, χωρίς νά βρίσκονται σέ ὀξεία διαμάχη μεταξύ τους[54]. Ἡ λαϊκή πάντως χρησιμοποιήθηκε ἀπό ἀρκετά νωρίς στήν ποίηση.  Ἡ στενή ἐπαφή τῶν νησιῶν μέ τήν Ἰταλία καί παραπέρα μέ τήν ἄλλη Εὐρώπη εἶχε εὐεργετικές συνέπειες στήν πολιτισμική ἀνάπτυξή τους. Ἥδη στή Ζάκυνθο ἔχουμε στά μέσα τοῦ 18ου αἰώνα στιχουργούς πού, γιά τήν ἐποχή καί τά μέτρα τους, εἶχαν φτάσει στήν ἀκμή τους (Ἀντώνιος Κατήφορος, Θωμᾶς Ξανθόπουλος). Ἐνῶ ἀκολούθησαν ἄλλοι ἑφτά νεότεροι, ἀνάμεσα στούς ὁποίους προέχουν ὁ Ἀντώνιος Μαρτελάος καί ὁ Θωμᾶς Δανελάκης.[55] «Δυστυχῶς ἡ εἰς τάς ὡραίας νήσους μας ἐνσκήψασα συμφορά, ἄν μή τελείως ματαιώση, πάντως ἐφ᾿ ἱκανόν θέλει ἀνακόψει τάς περαιτέρω ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἐρεύνας…»[56] Ἡ «ἐνσκήψασα συμφορά» ἀφορᾶ τόν ἰσχυρό σεισμό πού χτύπησε τά Ἑφτάνησα τόν Αὔγουστο τοῦ 1953, κατά τόν ὁποῖο, πέρα ἀπό τή γενικότερη συμφορά, καταστράφηκε καί πολύτιμο ἀρχειακό ὑλικό. Ἡ σχετική ἔρευνα τοῦ Μπουμπουλίδη ἔγινε μόλις πρίν ἀπό τούς σεισμούς στή Ζάκυνθο καί ἔμεινε ἀνολοκλήρωτη καί χωρίς νά ἐπεκταθεῖ στά ὑπόλοιπα νησιά. Ὡστόσο μένοντας στό χῶρο τῆς Ζάκυνθος, οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐργασίας Ἑπτανήσιοι προσωλομικοί ποιητές, ἀναφορικά μέ τόν τίτλο της, παρατηροῦν τά ἀκόλουθα: «Θά ἠδυνάμεθα νά τούς ἀποκαλέσωμεν καί προδρόμους, διότι οὗτοι ἀκριβῶς προετοιμάζουν τό ἔδαφος καί τό πνευματικόν περιβάλλον, ἐντός τοῦ ὁποίου θ᾿ ἀναπτυχθῆ ἡ μεταγενεστέρα πνευματική καί λογοτεχνική κίνησις τῶν Ἰονίων, προετιμήσαμεν ὅμως τόν ὅρον προσολωμικοί, ὡς καθορίζοντα καλύτερον τήν σχέσιν μέ τόν βραδύτερον ἀναδειχθέντα ἀρχηγόν τῆς ἑπτανησιακῆς σχολῆς Ἐθνικόν βάρδον, ὁ ὁποῖος, εἰς τάς πρώτας γλωσσικάς καί ποιητικάς ἐκδηλώσεις του, ἀκολουθεῖ τήν ὑπ᾿ αὐτῶν χαραχθεῖσαν παράδοσιν».[57] Τό συμπέρασμα εἶναι, ἄν γενικέψουμε τά λεγόμενα γιά τή Ζάκυνθο, ὅτι στά Ἑφτάνησα ἡ ποιητική βμπ εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ὅταν μόλις ἄρχιζε στήν Ἀθήνα ἡ ἑλλαδική κάτω ἀπό δυσμενέστατες συνθῆκες.

Ὁ δεύτερος λόγος, γιά τόν ὁποῖο δέν μπορεῖ νά τοποθετηθεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἑλλαδικῆς βμπ στά Ἑφτάνησα, ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἑλλαδική ποίηση δέν ὑπῆρξε ἡ ὀργανική συνέχεια τῆς ἑφτανησιώτικης ποίησης. Δέν ξεκίνησε π.χ. ἀπό τό Σολωμό καί δέν προχώρησε ὡς ὥριμη συνέχειά του. Τό κοινωνικό, πολιτισμικό καί γλωσσικό καθεστώς τῆς Ἀθήνας κατά τόν 19ο αἰώνα ἦταν ὁλωσδιόλου διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο τῶν Ἑφτάνησων. Πῶς θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ὀργανική ποιητική συνέχεια μέ τά Ἑφτάνησα, ὅταν στόν κοινωνικό, στόν πολιτισμικό καί στό γλωσσικό τομέα ἐπικρατοῦσαν πολύ διαφορετικές συνθῆκες; Ἡ ποίηση καί γενικότερα ἡ λογοτεχνία δέν παράγεται στό κενό. Τά Ἑφτάνησα εἶχαν προηγηθεῖ ὡς πράξη κατά πολύ τῆς ἑλλαδικῆς Ἀθήνας. Κι αὐτή ἡ διαφορά δέν ἦταν δυνατό νά καλυφτεῖ ὅ,τι κι ἄν λέγονταν στά λόγια. Πάντως, ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο μεγάλη ἦταν ἡ κοινωνική καί πολιτισμική διαφορά, παραμένει ἱστορικό γεγονός ὅτι ἡ ἑλλαδική ποίηση δέν προέκυψε ὡς ἀδιάσπαστη συνέχεια τῆς ἑφτανησιώτικης. Τόσο ὡς αἰσθητική ἀντίληψη, ὅσο καί ὡς γλώσσα. Οἱ Φαναριῶτες ὄχι μόνο δέν διαδέχτηκαν τήν ἑφτανησιώτικη ποίηση, ἀλλά καί στράφηκαν ἐναντίον της. Ὅταν διαβάζεις ἑφτανησιώτικη ποίηση, ὄχι Σολωμό, ἀλλά π.χ. Τερτσέτη ἤ Τυπάλδο, καί μετά φαναριώτικη, νομίζεις πώς πρόκειται γιά ποίηση ἀπό ἄλλο πλανήτη. Οἱ ποιητές τοῦ 1880 δέν στράφηκαν ἐναντίον τῆς ἑφτανησιώτικης ποίησης, οὔτε ὅμως στάθηκαν  ἄμεσοι συνεχιστές της. Λίγοι στίχοι τοῦ Σολωμοῦ ἀπέναντι σέ στίχους τοῦ Παλαμᾶ ἀρκοῦν γιά νά ὑποδηλωθεῖ ἡ διαφορετική παράδοση καί τό διαφορετικό πολιτισμικό βάθρο. Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι στήν ἑλλαδική Ἀθήνα, λόγω ἀναπόδραστων ἱστορικῶν συνθηκῶν, ἔγινε μιά νέα ποιητική ἀρχή πού ὁδήγησε στήν ὁλοκλήρωση τῆς δικῆς της βμπ (καί στή συνέχειά της), σέ στενή συνάρτηση βέβαια μέ τήν ἰδιότυπη ἀνάπτυξη τῆς οἰκείας κοινωνίας. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι μέχρι σήμερα δέν ἔχει γίνει κάποια σοβαρή μελέτη πού νά δείχνει ἄν καί πότε πέρασε δημιουργικά καί ὄχι θεωρητικά ἤ ἀπό πρόθεση ἡ σολωμική πρόταση στήν ἑλλαδική ποίηση, τόσο κατά τό 19ο αἰώνα, ὅσο καί κατά τόν 20ό καί ὡς τίς μέρες μας.

β) Τί χρειάζεται, τί νόημα ἔχει, ὁ προσδιορισμός τῆς συγκεκριμένης βμπ;

Εἶναι ζήτημα ἱστορικῆς προοπτικῆς. Ὁ προσδιορισμός τῆς βμπ μᾶς δείχνει μέ σαφήνεια τίς διαστάσεις καί τή βαρύτητα πού ἔχει γιά τό ποιητικό γίγνεσθαι ἡ κοινωνική, πολιτισμική καί λογοτεχνική παράδοση ἑνός τόπου. Ἔτσι ὥστε ἡ παράδοση αὐτή νά συνιστᾶ τόν ἕνα ἀπό τούς δυό θεμελιώδεις ὅρους τούς ὁποίους προϋποθέτει ἡ λογοτεχνική καί, εἰδικότερα ἐδῶ, ἡ ποιητική πράξη. Τό θέμα αὐτό οὔτε ἄγνωστο εἶναι οὔτε τόσο νέο. Μάλιστα, καθώς εἶναι γνωστό, ἔγινε ἀντικείμενο θεωρητικῆς διαμάχης ἀνάμεσα στόν Ἄγγελο Βλάχο καί στόν Ἐμμανουήλ Ροΐδη τό 1877. Θυμίζω μέ δυό λόγια τή διαφωνία τους. Ἡ ἄποψη τοῦ Βλάχου ἦταν ὅτι «ὁ ποιητής γεννᾶται ἀλλά δέν γίνεται».[58] Μέ περισσότερη πληρότητα διατυπώνεται στήν ἀκόλουθη περίοδο: «Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς δεύτερον πάντη καί ἐπουσιῶδες στοιχεῖον τῆς παραγωγῆς ποιήματος τήν κοινωνικήν ἐπίδρασιν, ὡς πρῶτον δέ καί κύριον τήν ἀτομικήν ἔμπνευσιν τοῦ ποιητοῦ».[59] Ὁ Ροΐδης, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ὑποστήριξε ὅτι ἡ γέννηση τοῦ ποιητῆ εἶναι μέν ἀπαραίτητη, ἀλλά ὄχι ἐπαρκής προϋπόθεση γιά τό ποιητικό ἀποτέλεσμα. Γιατί πρέπει νά συνυπολογιστεῖ ἐξίσου ὁ παράγοντας τοῦ ἐποχιακοῦ περιβάλλοντος. Καί χρησιμοποίησε τό παράδειγμα τοῦ σπόρου: ἄν ὁ σπόρος ἑνός φυτοῦ πέσει σέ γόνιμο ἔδαφος βλασταίνει καί δίνει πλῆρες φυτό, ἐνῶ ἄν πέσει σέ ἄγονο «ἤ οὐδόλως βλαστάνει ἤ ἀποδίδει βλάστημα θνησιγενές».[60] Ἡ θέση τοῦ Ροΐδη, ὅπως ἀναπτύχτηκε στά κείμενά του, «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως» καί «Περί συγχρόνου ἐν Ἑλλάδι κριτικῆς», ἦταν ὅτι ἡ σημασία τοῦ περιβάλλοντος γιά τήν ποιητική δημιουργία ἀποτελεῖ ὅρο «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ». Πρέπει νά διευκρινιστεῖ ἐδῶ πώς «τό περιβάλλον», μέ τή σημασία τοῦ παρόντος, δέν ταυτίζεται μέ τήν ἔννοια τῆς παράδοσης, γιά τό λόγο ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παράδοσης ἔχει χρονικό βάθος –σημαίνει τή δραστική παρουσία τοῦ παρελθόντος μέσα στό παρόν. Μολαταῦτα μποροῦμε νά θεωρήσουμε βάσιμα πώς ἡ θέση τοῦ Ροΐδη «περί περιβάλλοντος» δέν ἦταν ἀσχετη πρός τήν ἔννοια τῆς παράδοσης. Ἀντίθετα τώρα ἀπό τή θέση τοῦ Ροΐδη, ἡ διαφορετική θέση τοῦ Βλάχου ὅτι «ὁ ποιητής γεννᾶται ἀλλά δέν γίνεται», δίνει ἀπόλυτη ἀξία στό συγγενές τάλαντο τοῦ ποιητῆ. Ἐνῶ ἡ διατύπωσή του: «Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς δεύτερον πάντη καί ἐπουσιῶδες στοιχεῖον τῆς παραγωγῆς ποιήματος τήν κοινωνικήν ἐπίδρασιν», ἐπιτρέπει νά ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ ποίηση, ὅταν ὑπάρχει τάλαντο, εὐδοκιμεῖ ἤ μπορεῖ νά εὐδοκιμεῖ, μέσα σέ κοινωνικό, πολιτισμικό, πνευματικό καί ποιητικό κενό. Εἶναι σάν νά λέμε ὅτι στά 400 χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς δέν γεννήθηκε κανένας ποιητής σ᾿ αὐτόν τόν τόπο, κανένας μουσουργός, κανένας κοσμικός ζωγράφος, κανένας γλύπτης, κανένας κριτικός, κ.λπ. Ἐνῶ μετά τήν ἀπελευθέρωση, σάν νά περίμεναν ὅλοι στό μουσκέτο, ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται ἕνας ἕνας, ὁλοένα καί περισσότεροι. Δέν χρειάζεται νά ξοδέψει κανείς πολλή φαιά οὐσία γιά νά καταλάβει πώς ἡ ἄποψη τοῦ Βλάχου ὑπῆρξε μονομερής καί ἀνιστόρητη.[61] Μολαταῦτα τί ἔγινε τότε καί ἀργότερα; Εἴτε γιατί δέν ἔπρεπε νά ὑποτιμηθεῖ τό φυλετικό μας δαιμόνιο, εἴτε γιατί ἡ ἄποψη τοῦ Ροΐδη ἀμφισβητοῦσε τήν κοινωνική, πολιτισμική καί ποιητική ὡριμότητα τῆς ἐποχῆς, εἴτε γιατί ὁ γενικότερος πνευματικός προβληματισμός δέν ἦταν ἕτοιμος νά ἀνταποκριθεῖ σέ μιά τέτοια ἀντίληψη,[62] ὁ Ροΐδης ἀντιμετώπισε τή γενική ἀποδοκιμασία. Ἄλλωστε στήν πράξη, ἡ ἄποψη τοῦ Βλάχου, εἶχε ἤδη ἐφαρμοστεῖ νωρίτερα ἀπό τούς Φαναριῶτες. Αὐτοί, χωρίς νά ὑπολογίζουν τόν παράγοντα τῆς γαλλικῆς ποιητικῆς παράδοσης, θεώρησαν τά ἔργα τους ἰσάξια μέ τά πρότυπά τους. Καμιά ὑποψία πώς, τήν ὥρα πού ἀνακήρυχναν τούς ἑαυτούς τους μεγάλους ποιητές, ὁ ποιητικός τους λόγος ἔπασχε ἀπό ἔλλειψη πολλαπλοῦ παραδοσιακοῦ βάθρου. Καί ὅτι συνεπῶς αὐτός ὁ λόγος τους ἦταν ἀναντίστοιχος πρός τό φυσικό τους τάλαντο. Οὔτε, λίγο ἀργότερα, εἶχε κανείς ἐνδιασμούς νά ἀναγνωριστεῖ ὁ Ἀχιλλεύς Παράσχος ἐθνικός ποιητής πρώτου ἀναστήματος. Οὔτε οἱ ποιητές τοῦ 1880 καί ἀναμεσά τους ὁ Παλαμᾶς, εἶδαν τό δικό τους ἰσχνό παραδοσιακό βάθρο ὡς ἀρνητικό ποιητικό παράγοντα. Τό ζήτημα ὅμως δέν μπαίνει μόνο ἀπό τήν πλευρά τῶν ποιητῶν, ἀλλά πολύ περισσότερο ἀπό τήν πλευρά τῶν μελετητῶν καί ἱστορικῶν. Ὅσο γνωρίζω, μέχρι σήμερα, οἱ μελετητές καί ἱστορικοί τῆς λογοτεχνίας μας, ἀπέδωσαν τή χαμηλή στάθμη τῆς ἑλλαδικῆς φαναριώτικης ποίησης, στήν ἀνάλογη στάθμη τοῦ τάλαντού τους καί στή γλώσσα πού χρησιμοποίησαν. Ἄν καί κατά πόσο ὑπῆρχαν οἱ παραδοσιακές προϋποθέσεις ὥστε νά εὐοδωθεῖ τό ὅποιο τάλαντό τους, ἔμεινε ἐκτός συζήτησης. Ἐνῶ ταυτόχρονα μέτρο σύγκρισης γιά τό ἔργο τους στάθηκε, ὁλωσδιόλου αὐθαίρετα, ἡ ἑφτανησιώτικη ποίηση καί ὁ Σολωμός. Ἡ ἀρχή ἔγινε ἀπό τήν κριτική γενιά τοῦ 1880 ἡ ὁποία εἶδε τή φαναριώτικη ποίηση ἀπό τή μεριά τῆς γλώσσας, ἔχοντας μέτρο σύγκρισης τήν ἑφτανησιώτικη ποίηση καί τό Σολωμό.[63] Ὅμως ἡ γενιά τοῦ 1880, δηλαδή ὁ Παλαμᾶς, παραγνωρίζοντας τά κοινά στοιχεῖα πού παρουσίαζε ἡ ποίησή του μ᾿ ἐκείνη τῶν Φαναριωτῶν καί τῶν διαδόχων τους (στόμφος, προγονολατρεία, ἐθνικιστικό πνεῦμα, Μεγάλη Ἰδέα, ρομαντισμός), ἐπιχείρησε, μέ κύριο ἔρεισμα τό δημοτικισμό, καί πέτυχε νά ἐπιβάλει τούς ὅρους μέ τούς ὁποίους θά ἀναγνωριζόταν καί θά κρινόταν τό ἔργο τό δικό του καί τῆς παρέας του. Καί μέχρι σήμερα οἱ μελετητές καί οἱ ἱστορικοί σταθμίζουν, σέ μεγάλο βαθμό τουλάχιστο, τήν παλαμική ποίηση μέ τά μέτρα πού καθόρισε ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ Ἱστορία π.χ. τοῦ Δημαρᾶ ἀκολουθεῖ πιστά τή γραμμή Παλαμᾶ. Ἔτσι, ὄχι μόνο κρίθηκαν χωρίς ἐλαφρυντικά -λόγω ἱστορικῶν συνθηκῶν- οἱ φαναριῶτες καί οἱ διάδοχοί τους, ἀλλά ὑποτιμήθηκαν ἐπιπλέον, τόσο οἱ ἀξιόλογοι μεταπαλαμικοί ποιητές, ὅσο καί οἱ ἑπόμενοι προδρομικοί ποιητές τοῦ 1920. Ἀνάλογα, μερικές δεκαετίες ἀργότερα, ἡ γενιά τοῦ 1930 ἐπιχείρησε καί πέτυχε νά καθορίσει ἡ ἴδια τά κριτήρια μέ τά ὁποῖα θά σταθμιζόταν τό ἔργο της, ὑποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τήν ποιητική γενιά τοῦ 1920 ἀπό τήν ὁποία κληρονόμησε θεμελιώδεις κατακτήσεις της, ἀλλά καί τήν ἑπόμενή της πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά.

Αὐτή ἡ σειρά μέ τήν παρ᾿ αξίαν ὑπερτίμηση ὁρισμένων ποιητικῶν γενιῶν καί τήν ὑποτίμηση ἄλλων, πέρα ἀπό ἰδιοτελεῖς προθέσεις καί ἀνιδιοτελεῖς ἀνεπάρκειες, δείχνει ὅτι λείπει, ἀπό τήν κριτική, τή μελέτη καί τήν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, ὁρισμένη πυξίδα. Ἐννοῶ ὅτι λείπει τό ἀξιολογικό κριτήριο τῆς παράδοσης. Εἶναι ἐξωπραγματικό νά σταθμίζονται πρόσωπα καί γενιές ἐρήμην τοῦ παράγοντα πού συνιστᾶ ἡ συνάρτηση ὁρισμένης γενιᾶς μέ τήν προηγούμενή της. Ὅσο ἀνανεωτική καί νά εἶναι μιά γενιά, συγκριτικά πρός τήν προηγούμενή της, εἶναι ἀδύνατο νά μήν προϋποθέτει τήν προηγούμενη. Ἔτσι μπορῶ νά πῶ πώς ἡ πυξίδα πού λείπει ἀπό τή μελέτη τῆς λογοτεχνίας μας εἶναι ἡ πυξίδα τήν ὁποία συνιστᾶ ἡ σταδιακή ἀξιολογική μελέτη τῶν λογοτεχνικῶν γενιῶν.[64] Τί ὀφείλει ἡ ἑκάστοτε νεότερη στήν προηγούμενη καί ποιές εἶναι οἱ δικές της παραπέρα πρωτοβουλίες. Ἡ βμπ τῆς  ἑλλαδικῆς ποίησης μᾶς δίνει μιά τέτοια πυξίδα γιά τή μεταβατική πορεία τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης ὥς τή στιγμή πού ἀρχίζει ἡ «κλασική» της συνέχεια. Φυσικά ἡ ἀρχή ἡ ὁποία διέπει τή βμπ -ἡ δημιουργία καί ἡ ἀξιακή σημασία τῆς παράδοσης- μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ ἄνετα καί πέρα ἀπό τό σημεῖο πού λήγει ἡ δική της ὁλοκλήρωση. Πάντως σύμφωνα μέ τά προγηγούμενα ὁ προσδιορισμός τῆς βμπ μᾶς προσγειώνει στό πῶς, μέ ποιό συγκεκριμένο τρόπο, κάνει τά πρῶτα βήματα, ἀπό τήν ἀνωριμότητα πρός τήν ὡριμότητα, ὁρισμένη λογοτεχνία. Καί στή δική μας περίπτωση, ὁρισμένη μαθητευόμενη λογοτεχνία, μέ εἰδικότερη ἀναφορά στήν ποίηση. Πρέπει νά πῶ ὅτι πολλές μελέτες καί ὅλες οἱ ἱστορίες τῆς λογοτεχνίας μας δέν παύουν νά κάνουν λόγο γιά τίς ἐποχιακές (ἱστορικές, κοινωνικές, πολιτικές, κ.λπ.) συνθῆκες τῆς κάθε λογοτεχνικῆς γενιᾶς. Ὅ,τι ὡστόσο λείπει εἶναι ἡ ἀξιολογική κλιμάκωση τῶν βημάτων πού κάνει ἡ μία λογοτεχνική γενιά μετά τήν ἄλλη. Μιά κλιμάκωση ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει ἀπό αὐθαίρετες συγκρίσεις καί ἀβάσιμες ὑπερτιμήσεις ἤ ὑποτιμήσεις προσώπων καί γενιῶν.

 

 

Ἀδημοσίευτο

 

Γιῶργος Ἀράγης

                                                                     Μάρτης 2012

 

 

 

 

 

 

 

[1]. Θυμίζω τή σχετική μέ τό θέμα αὐτό, φράση τοῦ Ντοστογιέφσκι: «Ὅλοι ἐμεῖς [οἱ μεταγενέστεροι πεζογράφοι] βγήκαμε ἀπό τό Παλτό τοῦ Γκόγκολ».

[2]. Michael von Albrecht, Ἱστορία τῆς Ρωμαϊκῆς Λογοτεχνίας, τόμος πρῶτος, Ἐπιμέλεια, Δ. Ζ. Νικήτας, 3η ἔκδοση, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2000, σ. 12.

[3]. Ὅ.π., σ. 13.

[4]. H. J. Rose, Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, τόμος πρῶτος, μετάφραση Κ. Χ. Γρόλλιος, Μορφωτικό Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 1993, σσ. 34 – 91.

[5]. Δέν ξέρω, δέν μπορῶ να πῶ, ἄν θά πρέπει νά συνυπολογιστεῖ, λόγω ποιητικοῦ ἐπιπέδου, ὡς δείκτης τῆς ἴδιας περιόδου καί ὁ Τίτος Λουκρήτιος, μολονότι δέν ἀνήκει ἰδεολογικά καί τεχνοτροπικά στήν ὁμάδα τῶν νεοτερικῶν.

[6]. Fritz Graft, Εἰσαγωγή στήν ἀρχαιογνωσία. Τόμος Β,΄ Ρώμη. Μετάφραση-ἐπιμέλεια Δημήτρης Ζ. Νικήτας, ἐκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας, Ἀθήνα 2003, σ. 207.

[7]. Michael von Albrecht, ὅ.π., σ. 369.

[8]. Λεωνίδας Τρομάρας, Κάτουλλος, ὁ νεωτερικός ποιητής τῆς Ρώμης, εἰσαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Θεσσαλινίκη, University Studuo Press, 2001, σ. 31.

[9].Ὅ.π., σ. 36.

[10]. Λ.Μ. Τρομάρας, Κάτουλλος, ἕνας ποιητής γιά ὅλες τίς ἐποχές, εἰσαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Θεσσαλονίκη 1980, σ.34.

[11]. Λεωνίδας Τρομάρας, Κάτουλος, ὁ νεωτερικός ποιητής τῆς Ρώμης, ὅ.π., σ. 30.

[12]. Λεωνίδας Τρομάρας, ὅ.π., σ. 19.

[13]. Fritz Graft, ὅ.π., σ. 208.

[14]. Λεωνίδας Τρομάρας, ὅ.π., σ. 38.

[15]. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, Ἡ Ποιητική τῶν Ρωμαίων «Νεώτερων». Προϋποθέσεις καί προεκτάσεις, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1994, σσ. 95-172.

[16]. Λεωνίδας Τρομάρας, ὅ.π. σ. 91

[17]. Ο.π., σ. 117.

[18]. Michael von Albrecht, ὅ.π., σσ. 396-399.

[19]. Λεωνίδας Τρομάρας, ὅ.π., σσ. 45 – 53.

[20]. Ὅ.π., σ. 46 – 47.

[21]. Βλ. παραπάνω, σημ. 9.

[22]. Ὀφείλω πολλές εὐχαριστίες στόν καθηγητή τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης Λεωνίδα Τρομάρα, ὁ ὁποῖος δέχτηκε πρόθυμα νά διαβάσει ὅλο τό προηγούμενο μέρος καί νά κάνει σημαντικές παρατηρήσεις.

[23]. Ὁ Μεγάλος Πέτρος ἔζησε 53 χρόνια (1672-1725), βασίλεψε 43 χρόνια (1682-1725) καί 24 χρονῶν γύρισε τήν Εὐρώπη (1696-1697) μαζί μέ μεγάλο ἐπιτελεῖο τεχνητῶν κι ἐπιστημόνων. Ἡ Πετρούπολη χτίστηκε στό διάστημα 1703-1713 στά πρότυπα τῶν εὐρωπαϊκῶν μεγάλων πόλεων καί ἀνακηρύχτηκε πρωτεύουσα τῆς Ρωσίας τό 1715.

[24]. Μῆτσος Ἀλεξανδρόπουλος, Ἡ Ρωσική Λογοτεχνία. Ἱστορία σέ τρεῖς τόμους. Ἀπό τόν 11ον αἰώνα μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 17, τόμος Α’, Κέδρος, Ἀθήνα 1977, σ. 243.

[25]. Ὅ.π., σ. 244.

[26]. Μῆτσος Ἀλεξανδρόπουλος, Πέντε Ρῶσοι κλασικοί, τρίτη ἔκδοση, Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2006, σ. 43.

[27]. D.S. Mirsky, Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Λογοτεχνίας, μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά Ἰουλιέττα Ράλλη-Καίτη Χατζηδήμου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1977.

[28]. Μῆτσος Ἀλεξανδρόπουλος, Ἡ Ρωσική Λογοτεχνία, ὅ.π., σσ. 309-310.

[29]. Ὅ.π., σ. 324.

[30]. Ὅ.π., τόμος Β’, σ.9.

[31]. Ὅ.π., σ. 18.

[32]. Μεταξύ αὐτῶν καί ὁρισμένοι Δεκεμβριστές, Ριλέγιεφ, Ραγιέφσκι, Ὀντόγιεφσκι, Κιουχελμπέχερ, κ.ἄ.

[33]. Ἀπ᾿ αὐτή ἄκουσε τά παραμύθια καί τούς θρύλους τῆς λαϊκῆς Ρωσίας.

[34]. Α. Σκαμπιτσέφσκι, «Βιογραφικό σημείωμα», στό βιβλίο Α. Πούσκιν, Εὐγένιος Ὀνέγκιν, μετάφραση Κοραλία Μακρή, Δ. Κοροντζής, Ἀθήνα 1977, σσ. 12, 13.

[35]. Μῆτσος Ἀλεξανδρόπουλος, Πέντε Ρῶσοι κλασικοί, ὅ.π., σ. 100.

[36]. Λεπτομέρεια: στό ὄγδοο κεφάλαιο τοῦ Εὐγένιου Ὀνέγκιν ὑπάρχει μότο τοῦ Μπάυρον.

[37]. Ὁ Εὐγένιος Ὀνέγκιν, φαίνεται πώς ἔχει ἀγαπηθεῖ ἰδιαίτερα στήν Ἑλλάδα. Ἔχω ὑπόψη μου τρεῖς μεταφράσεις πού ἐκπονήθηκαν ἐπευθείας ἀπό τά ρωσικά στά τελευταῖα 60 χρόνια. (Νίκου Παπακωνσταντίνου, ἔμμετρη, Ἀθήνα 1962. Κοραλίας Μακρῆ πεζή -ὄχι ἄμεμτη-, Κοροντζής, Ἀθήνα 1977. Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ, ἔμμετρη, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2000). Στό ἔργο αὐτό ἀναφέρεται τό κείμενό μου, «Ἡ ἀναγνώριση τῆς Τατιάνας», (Ζητήματα Λογοτεχνικῆς κριτικῆς, Γιάννινα 1980, Δωδώνη Ἀθήνα 1982, 1988).

[38]. Ὁ Ντοστογιέφσκι παρατηρεῖ σχετικά ὅτι «Ἡ ἀρχή τοῦ Ὀνέγκιν, π.χ., ἀνήκει κατά τή γνώμη μου στήν πρώτη περίοδο [τοῦ Πούσκιν]…» Τό ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα, μετάφραση Μίνα Ζωγράφου, Δαρεμᾶς, Ἀθήνα, χ.χ., σ. 685. Θά χρειαστεῖ νά θυμηθοῦμε αὐτή τή λεπτομέρεια ὅταν φτάσουμε στόν Καρυωτάκη.

[39]. Ἐχει μεταφραστεῖ στήν ἑλληνική ἀπό τόν Ἀλεξανδρόπουλο (Δελφίνι, Ἀθήνα 1995).

[40]. Ἄν καί ἡ ποίηση, ὅπως λέμε, εἶναι ἀμετάφραστη, θά ἤθελα νά δώσω δειγματοληπτικά ἕστω μόνο μιά στροφή ἀπό τή μετάφραση τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ. (Εἶναι ἀπό τήν τελική συνάντηση τοῦ Ὀνέγκιν μέ τήν Τατιάνα, τήν ὁποία εἶχε περιφρονήσει ὅταν τήν εἶχε συναντήσει νέα κοπέλα σήν ἐπαρχία της. Τώρα πού τή βρίσκει μέσα στή λάμψη τῆς Αυλής ν᾿ ἀστράφτει μπροστά του, πέφτει ἐρωτικός ἱκέτης στά πόδια της. Ἡ Τατιάνα, πού καταλαβαίνει τί τοῦ συμβαίνει, τοῦ λέει ἀνάμεσα σέ ἄλλα κι ἐνῶ εἶναι μόνοι τους πρόσωπο μέ πρόσωπο μέσα στό ἀρχοντικό της.)

 

Τότε -ψέματα μήπως;- στήν ἐρημιά

Μακριά ἀπ᾿ τό μάτιαιο κουτσομπολιό πού ἀγαπᾶτε

Καθόλου δέ σᾶς ἄρεσα… Γιατί σήμερα

Τόσο μέ κυνηγᾶτε;

Γιατί τόσο σᾶς ἀπασχολῶ;

Μήπως γιατί τώρα κυκλοφορῶ

Στήν κοινωνία τήν ὑψηλή;

Γιατί εἶμαι πλούσια καί γνωστή,

Γιατί ὁ ἄντρας μου στόν πόλεμο παθών

Τά ᾿χει καλά μέ τήν Αὐλή;

Ἤ μήπως γιατί τώρα ἡ δική μου ἡ ντροπή

Θά ᾿ ταν στό στόχαστρο ὁλονῶν

Καί στήν κοινωνία θά μπορούσατε

Νά ᾿χετε ὅποια δελεαστική θέση ἐπιθυμούσατε;

 

[41]. Μπελίνσκι, Ἀνάλεκτα, πρόλογος, θεώρηση, ἐπιμέλεια, Βάσος Γεωργίου, μετάφραση ἀπό τά ρωσικά Λιλίκα Γεωργίου, Μάχη Γεωργίου-Κορωναίου, Κάλβος, Ἀθήνα 1970, σ. 71.

[42]. Μπελίνσκι, Θεωρητικά κείμενα λογοτεχνίας, μετάφραση Λουκᾶς Καστανάκης, Πρόλογος-ἐπιμέλεια Γιῶργος Καραντώνης, Gutenmperg, Ἀθήνα 1988, σ. 69. Ὁ Καζαντζάκης στήν Ἱστορία του, δίνει μερικές περιλήψεις ἀπό τούς «Μύθους» τοῦ Κριλώφ. Παραθέτω μιά τέτοια περίληψη ἀπό ἕνα «μύθο», πού δέν εἶναι ἄσχετος ἀπό τή νεοελληνική μας προγονοπληξία. «Ἕνας ἀπό τούς πιό περίφημους μύθους του εἶναι καί «Οἱ χῆνες»: Κάποιος Χωριάτης πήγαινε στό παζάρι χῆνες· στό δρόμο οἱ χῆνες βέπουν ἕνα διαβάτη καί τοῦ παραπονιοῦνται γιατί μέ τόσο κακό τρόπο τίς μεταχειρίζεται ὁ χωρικός, ἐνῶ αὐτές κατάγονται ἀπό ἀπευθείας ἀπό τίς ἡρωικές χῆνες πού ἔσωσαν τό Καπιτώλιο τῆς Ρώμης. Ὁ διαβάτης τίς ρωτᾶ τί ἔκαναν αὐτές οἱ ἴδιες; Μά ἡ ἀπόκριση πού δίνουν εἶναι πάντα ἡ ἴδια: ‘‘Οἱ πρόγονοί μας ἔσωσαν τή Ρώμη!’’.  Ὁ διαβάτης τέλος ἀγανακτεῖ: ‘‘ἀφῆστε τούς προγόνους σας ἥσυχους, -θέρισαν τή δόξα ἀπό τά ἔργα τους·- ἐσεῖς ὅμως κυράδες μου, μόνο ψητές ἀξίζετε’’». Ν. Καζαντζάκης, Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Λογοτεχνίας, ἐκδόσεις: Ἑλ. Καζαντζάκη, Ἀθήνα 1965, σ.33.

[43]. Marcelle Ehrhard, Ἡ Ρωσική Λογοτεχνία, μετάφραση Σάββας Βασιλείου, Ἰωάν. Ν. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα 1965, σ. 33.

[44]. D.S. Mirsky, ὅ.π., σ. 94.

[45]. Ἀντιγράφω ἐνδεικτικά λίγα λόγια ἑνός προσώπου τοῦ ἔργου, ἐκπροσώπου τῆς κατεσημένης κοινωνικῆς τάξης:

 

Ὑπάρχουνε βιβλία καί βιβλία. Μεταξύ μας:

ἄν βάζανε ἐμένα στή λογοκρισία,

δέν θ᾿ ἄφηνα μύθο γιά μύθο. Ὤχ, οἱ μύθοι εἶν᾿ ὁ θάνατός μου!

Νά ρεζιλεύουνε αἰωνίως τούς λέοντες! τούς ἀετούς!

Θά πεῖτε, ζῶα εἶναι,

μά ὅμως ἄν καί ζῶα δέν παύουνε νά εἶναι βασιλεῖς.

 

Αλεξ. Γκριμπογιέντωφ, Συμφορά ἀπό τό πολύ μυαλό, μετάφραση Μῆτσος Ἀλεξανδρόπουλος, Δωδώνη, Ἀθήνα 1990, σ. 170.

 

[46]. Μπελίνσι, Ἀνάλεκτα, ὅ.π., σ. 74.

[47]. Οἱ ἱστορίες τῆς λογοτεχνίας μας ἀναφέρουν τούς μεταφαναριῶτες ὡς «Ἀθηναϊκή Σχολή», χωρίς ὡστόσο, ὅπως καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, νά ἐξηγεῖται κατά τί αὐτοί οἱ ποιητές, ὡς σύνολο, ἀνταποκρίνονται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ ὅρου σχολή.

[48]. Μικρή λεπτομέρεια, οἱ ποιητές τῆς πρώτης βαθμίδας δέν φόρεασαν ποτέ φουστανέλα.

[49]. Μέ τά ζητήματα τῶν μεταβατικῶν βαθμίδων στήν ἑλλαδική ποίηση ἀσχολήθηκα στό βιβλίο μου Ἡ μεταβατική περίοδος τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης. Ἡ σταδιακή της ἐξέλιξη ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους ἕως τό 1930. Σοκόλης, Ἀθήνα 2006.

[50]. Μέ μόνη φωτεινή ἐξαίρεση τά λίγα ποιήματα τοῦ Ζαλοκώστα, πού, γραμμένα σέ δημοτική γλώσσα, ἀφοροῦσαν οἰκογενειακές του ἀτυχίες.

[51]. Βενετία Ἀποστολίδου, Ὁ Κωστής Παλαμᾶς ἱστορικός τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, Θεμέλιο, Ἀθήνα 1994.

[52]. Ἄς σκεφτοῦμε τί θά ἦταν ἡ γενιά τοῦ 1930 ἄν εἶχε βρεθεῖ στή θέση τῆς γενιᾶς τοῦ Παλαμᾶ, ἔχοντας πίσω της τούς φαναριῶτες-μεταφαναριῶτες καί κοινωνικό πλαίσιο τήν τότε Ἀθήνα. Φυσικά δέν ξέρουμε τί θά ἦταν ἀκριβῶς. Ὅμως κάτω ἀπό τίς ἴδιες προϋποθέσεις παιδείας, γλώσσας, ποίησης καί κοινωνίας, δέν θά μποροῦσε νά ἦταν κάτι πολύ ἀνώτερο ἀπό τή γενιά τοῦ Παλαμᾶ.

[53]. Mario Vitti, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Β΄ἔκδοση, Ὀδυσσέας, Ἀθήνα 2003, σ. 166.

[54]. Ὅ.π., σ. 166.

[55]. Γ.Φ. Ζώρα – Φ.Κ. Μπουμπουλίδου, Ἑπτανήσιοι προσολωμικοί ποιητές, Ἀθήνα 1953, σσ. 15, 25-26.

[56]. Ὅ.π. σ. 9.

[57]. Ὅ.π., σ. 11.

[58]. Ἄγγελος Βλάχος, «Περί νεωτέρας ἑλληνικῆς ποιήσεως καί ἰδίως περί Γεωργίω Ζαλοκώστα», Ἀνάλεκτα, τόμος δεύτερος, Π.Δ. Σακελλαρίου, ἐν Ἀθήναις 1901, σ. 117.

[59]. Ἄγγελος Βλάχος, «Ὁ νέος κριτικός», Βασική Βιβλιοθήκη, τόμος 40ος, Ἀθήνα 1954, σ. 117.

[60]. Ἐμμανουήλ Ροΐδης, «Περί συγχρόνου ἐν Ἑλλάδι κριτικῆς», Ἅπαντα, τόμος δεύτερος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Φιλολογική Βιβλιοθήκη-1, Ἀθήνα 1978, σ. 252.

[61]. Σχηματοποιῶ γιά νά φανεῖ τό κεντρικό σημεῖο τῆς διαφορᾶς μεταξύ τοῦ Βλάχου καί τοῦ Ροΐδη. Ἀναλυτικότερα στοιχεῖα, πέρα ἀπό τά ἴδια τά κείμενα τῶν δύο συζητητῶν, βρίσκουμε, ἐκτός ἄλλων, στήν ἀνασκόπιση τοῦ θέματος ἀπό τό Δ. Πλάκα, «’’Ἡ φιλολογική ἔρις’’ Ἐμμ. Ροΐδη – Ἄγγ. Βλάχου» στό περιοδικό Διαβάζω, τεῦχος 96, (ἀφιέρωμα στό Ροΐδη) Ἀθήνα 13/6/84, σσ. 48-56.

[62]. Θά χρειαστεῖ νά περάσουν κάπου 70 χρόνια γιά νά ἀκουστεῖ σάν συνηγορία τοῦ Ροΐδη ἡ ἐπιγραμματική ἄποψη τοῦ Σεφέρη: «δέν πιστεύω νά ὑπάρχει παρθενογένεση στήν τέχνη». Γιῶργος Σεφέρης, «Γράμμα σ᾿ ἕνα ξένο φίλο», Δοκιμές, τόμος δεύτερος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1981, σ. 19.

[63]. Ὁ Παλαμᾶς, στή γνωστή ὁμιλία του γιά τόν Κάλβο, τό 1888 στόν Παρνασσό, ἀφοῦ μνημονεύει πρῶτα τό Σολωμό, τό Βαλαωρίτη, τόν Τερτσέτη, τό Μαρκορᾶ, τόν Ἰούλιο Τυπάλδο καί τό Λασκαράτο, καταλήγει, σέ ἄπταιστη καθαρεύουσα, στά ἀκόλουθα: «Πάντες οὗτοι, καί ὅταν δέν ἐμπνέονται ἁγνῶς ἐκ τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως, ἀλλά πάντοτε ἐξεφράσθησαν ἐν τῆ γλώσση τοῦ λαοῦ, εὐγενεστάτη, ὡς πᾶσα γλῶσσα δι᾿ ἧς ἐλάλησεν ἡ ποίησις, καί κατά τόν ποιητήν, ‘‘ἔδωσαν νέα φορεσιά στόν κλέφτικο τόν στίχο’’. Καί ὅταν ἀκόμη τό ὕφασμα τοῦ ἐνδύματός των παραλαμβάνωσιν ἄλλοθεν, κατασκευάζουσιν αὐτό κατά τόν πατροπαράδοτον τρόπον καί διαθέτουσι τάς πτυχάς του ἑλληνοπρεπῶς. Ἡ ποίησις ἐκείνων ζῆ, καί σύγκειται ἐκ σαρκός καί πνεύματος.

»Δέν γνωρίζω διατί, ἐγώ τουλάχιστον, ἀδυνατῶ νά διακρίνω τήν ζωήν ταύτην καί τήν ἀρτιότητα καί εἰς τά ποιητικά προϊόντα τῆς καθαρευούσης». Κωστής Παλαμᾶς, «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος», Ἅπαντα, τόμος δεύτερος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σσ. 34.

[64]. Ὅπως ἔχω σημειώσει ἤδη μιά τέτοια σταδιοποίηση προσπάθησα νά κάνω στό βιβλίο μου Ἡ μεταβατική περίοδος τῆς ἑλλαδικῆς ποίησης. Ἡ σταδιακή της ἐξέλιξη ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους ἕως τό 1930. Τό γεγονός ὅτι σ᾿ αὐτή τήν ἐργασία δέν ὑπῆρχε ρητά διατυπωμένη ἡ λέξη βασική (μεταβατική περίοδος), τήν ὁποία ἁπλῶς ὑπονοοῦσα, ἴσως ἐπέτρεψε νά γίνουν ὁρισμένες παρανοήσεις. Ὁ λόγος στή Μεταβατική δέν ἦταν γενικά γιά τά γνωρίσματα τῆς ποίησης, τῆς ποίησης καί στήν ὥριμή της, τήν «κλασική»της περίοδο, ἀλλά γιά ἐκεῖνα τῆς ἑλλαδικῆς βμπ. Ὑπάρχει διαφορά. Παρατηρήθηκε π.χ. ὅτι ἡ ἐπιμονή μου στήν ἀνίχνευση τοῦ ἐμπειρικοῦ καί συγκεριμένου ποιητικοῦ ὑλικοῦ ἄφηνε τό φανταστικό ὑλικό ἀναξιοποίητο, μέ συνέπεια νά ὑποβαθμίζονται συναφεῖς ποιητικές πραγματώσεις κατά τή μεταβατική περίοδο. Ὅμως ἀπό τήν Ψυχολογία ξέρουμε πώς ἡ φαντασία παρουσιάζει ἀναλογική σχέση μέ τήν πραγματικότητα, χωρίς τήν ὁποία ἄλλωστε δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κάν. Ἔτσι τά τυχόν πραγματιστικά μεῖον στό ἐπίπεδο τῆς ποιητικῆς πράξης θά ὑπάρχουν ἀναγκαστικά καί στίς φανταστικές διαστάσεις αὐτῆς τῆς πράξης. Συνεπῶς σημασία ἔχει ἡ κατάκτηση τῶν πραγματιστικῶν δεδομένων, γιατί ἀπό αὐτή τήν κατάκτηση ἀξαρτιοῦνται ὅλα. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι δέν ἀπουσιάζουν ἀπό τό ὑλικό πού χρησιμοποίησα στή Μεταβατική κείμενα μέ φανταστική μορφή. Μέ τή διαφορά πώς ἀνάλογα μέ τή φάση τῆς βμπ ἔχουν τήν ἴδια τεκμηριωτική σημασία μέ τά κείμενα πού δέν ἔχουν φανταστική μορφή. Μέ δυό λόγια: ὅταν ἡ ἑλλαδική ποίηση διανύει τό δρόμο πρός τήν ὡριμότητά της, οἱ φανταστικές καί μή πραγματώσεις της συνιστοῦν τήν ἴδια μεταβατική μαρτυρία.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.