Ἕνα τραγούδι

 

                                        Ἕνα τραγούδι

                                             (Μνήμη ἐποχῆς)

 

Φθινόπωρο τοῦ 1947. Εἴμουν ἕντεκα χρονῶν. Μόλις εἶχα κατεβεῖ, μέ πλήρη χωριάτικη ἐξάρτηση, ἀπό τό χωριό στήν πόλη. Ἀνέβαινα τήν ὁδό Δωδώνης, ὥρα πού πηγαίνουν τά πουλιά νά κουρνιάσουν. Ἀνέβαινα προς τόν Κουραμπᾶ στό ἀριστερό νοητό πεζοδρόμιο τοῦ δρόμου, γιατί πεζοδρόμιο ὅπως τό ξέρουμε δέν ὑπῆρχε, ἀλλά χωμάτινη πλατιά λωρίδα στήν ἄκρη τοῦ ἐπίσης χωμάτινου δρόμου, ὅπου στη χάση καί στη φέξη περνοῦσε κανένα μόνιππο ἤ κανένας χαμάλης σπρώχνοντας τό καροτσάκι του. Ἀρύτερα καί κανένα στρατιωτικό ἤ ἄλλο φορτηγό αὐτοκίνητο. Ἀπέναντί μου δεξιά ἔβλεπες τήν Ἀκαδημία, τό πολύκλαδο κτίριο τῆς Ζωσιμαίας Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας. Κοντά της, πάνω μεριά, δίπλα στό δρόμο, τό καφενεῖο τοῦ Γκόλα, τό παντοπωλεῖο καί σειρά ἀπό σπίτια.  Ἀριστερά μου δυό τρία σπίτια κι ἕνα ἀμπέλι. Ψηλότερα ἡ Πυροσβεστική καί πλάι της μέσα στά δέντρα καί στίς γλυσίνες τό ψυχαγωγικό κέντρο τοῦ Κουραμπᾶ. Στό καφενεῖο τοῦ Γκόλα, ἔξω ἀπό τό κατάστημα, ἄνθρωποι τά πίναν γύρω ἀπό τραπεζάκια, μόλις ξεχώριζα τίς κοψιές τους κάτω ἀπό τις ἀδύνατες ἠλεκτρικές λάμπες. Κι οἱ κουβέντες τους χαμηλές, σαν ἀξεδιάλυτο μουρμουρητό. Εἶχε σταματήσει κι ὁ φωνόγραφος. Ἀπό τραγούδια ἤξερα μόνο δημοτικά, πολλά δημοτικά, λόγια, μελωδία, χορός, ἀξεχώριστα. Μ᾿ αὐτά εἶχα μεγαλώσει. Κι ἐκείνη τή δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿40᾿50, ὁ κόσμος στά χωριά λές καί βάλθηκε νά ξεφαντώνει σαν νά ᾿ταν ἡ καλύτερη ἐποχή. Στό στόμα γυρόφερνα μιά καραμέλα «μαργαρίτα». Αὐτές τις σκληρές καραμέλες πού ἀργοῦσαν νά λιώσουν καί τίς εἶχα βάλει στό μάτι. Ὄχι πώς δέν μοῦ ἄρεσαν οἱ ἄλλες, ὅλες μοῦ ἄρεσαν κι ἔλεγα πώς ἅμα μεγαλώσω καί βγάζω λεφτά θά τρώω μόνο καραμέλες. Ὅμως οἱ «μαργαρίτες» δέν ἦταν πολύ ἀκριβές, εἶχαν ἐλαφρό ἄρωμα καί φτουροῦσαν.

Κι ἔξαφνα κάτι ἔγινε· ἕνα τραγούδι ἀπό δίσκο δόνησε τήν ἀτμόσφαιρα. Πρῶτα κάτι καρφωτές πενιές σαν ἀπό τεζαρισμένες χορδές μαντολίνου –μαντολίνο εἴχαμαν στό καινούριο σπίτι προτοῦ νά τό κάψουν οἱ Γερμανοί. Κάτι καρφωτές πενιές, σάν ἀπό καλέμι μάστορα πάνω σέ σκληρή πέτρα. Ἔπειτα μιά ἄγνωστη γυναικεῖα φωνή. Μιά φωνή λαγαρή, γλυκειά, διαπεραστική. Μά τί ἦταν αὐτό!.. Ἀπό μέσα της φάνηκε νά ξεπηδάει ἕνα κεχριμπαρί χρῶμα πού σκέπασε τό καφενεῖο μέ τούς θαμῶνες ἀλλά καί τά γύρω μέρη. Ἄλλο τραγούδι τοῦτο, ἄλλης σειρᾶς. Κοντοστάθηκα βάζοντας αὐτί, μέ τις αἰσθήσεις αἰφνιδιασμένες ἀπό αὐτό πού συνέβαινε. Ἡ περιοχή σάν νά ᾿χε συντονιστεῖ μέ  τή φωνή τοῦ παράξενου τραγουδιοῦ. Ἡ Ἀκαδημία ντύθηκε μεμιᾶς τό χρῶμα καί τήν ἔντασή της. Ὁ δρόμος σκέπασε τίς λακοῦβες του μ᾿ ἕνα κεχριμπαρί μαγνάδι, μαζί καί τά πεζοδρόμια στίς δυό μεριές του. Τά σπίτια μέ τίς καμινάδες τους, οἱ αὐλές μέ τά λουλούδια τους, οἱ κῆποι μέ τά δέντρα τους, πήγαιναν κι ἔρχονταν στό ρυθμό πού ἔδιναν οἱ νότες. Κι ὅλη ἡ περιοχή σάν νά ᾿χε γίνει ἄλλη τώρα. Ἔμεινα, κοιτάζοντας προς τό καφενεῖο, χωρίς ἔγνοιες, χωρίς σκέψεις. Κι ὅταν ὁ  δίσκος σταμάτησε, τίποτε δέν ἄλλαξε γιά μερικά δευτερόλεπτα. Δευτερόλεπτα πού ἔπεσαν ἕνα ἕνα ἀργά μέσα στήν ἀπόλυτη σιγή. Ἔπειτα, σιγά σιγά, ὅλοι ἤρθαμε στα συγκαλά μας. Ἄρχισα κι ἐγώ νά περπατάω μουδιασμένος προς τόν Κουραμπᾶ. Δέν τό ᾿ξερα τότε, ὅπως τό ξέρω τώρα, ἀλλά αἰσθανόμουνα ἀσυνείδητα νά βαραίνει ἀδιόρατα πάνω μου τό κλίμα τῆς ἐποχῆς. Τό ἄγνωστο τραγούδι τό ἄκουσα κάνα δυό φορές ἀκόμα καί μιά μέρα τόν ἔλεγαν πάνω σ᾿ ἕνα περαστικό στρατιωτικό τζέημς μιά παρέα φαντάροι. Ἔκτοτε χάθηκε καί δέν ξανακούστηκε. Ὅμως ὅταν ἔβαζα στό στόμα καραμέλα «μαργαρίτα», νά σου πάλι τό τραγούδι, τό καφενεῖο τοῦ Γκόλα, ἡ Ἀκαδημία, οἱ λακοῦβες τῆς Δωδώνης, τά πεζοδρόμια κι ὅλα τ᾿ ἄλλα.

Πέρασαν χρόνια. Ἡ ζωή πῆρε μεγάλες τοῦμπες. Ἔτυχε νά γωρίσω καί κάποιες ἄλλες, παρόμοιες ἤ σχεδόν, μουσικές στιγμές. Κάτι ἀνάλογο μοῦ συνέβηκε ὅταν ἄκουσα πρώτη φορά τό συνθετικό ποίημα Ὁ Μολδάβας  τοῦ Τσέχου συνθέτη Β. Σμέτανα. Στό σημεῖο πού ἡ ἅρπα ἔπαιζε τόν κυματισμό τοῦ νεροῦ, ἄν καί βρισκόμουν στην Ἀθήνα, βρέθηκα ἀκαριαῖα δίπλα στόν Ἄραχθο. Ἐκεῖ πού ἔζησα ἀξέχαστες παιδικές περιπέτειες. Κι ὅποτε ἀκούω τόν Μολδάβα, θέλω δέ θέλω, βουτάω στό ποτάμι μαζί μέ τήν παρέα μου ἤ ψαρεύουμε ἤ πηδοῦμε στήν ἀμμουδιά ποιός θά πηδήσει μακρύτερα ἤ κάνουμε ἄλλες τρέλες.

Τώρα εἶμαι γέρος πιά. Οἱ καραμέλες ἐξακολουθοῦν νά μοῦ ἀρέσουν, ἀλλά ὄχι ὡς ἀποκλειστική τροφή. Ἄσε πού κάποτε μπῆκαν στη μέση καί οἱ γιατροί μέ τά διάφορα ἐπιτρέπεται δέν ἐπιτρέπεται. Τίς καραμέλες «μαργαρίτες» πές πώς τίς ξέγραψα, τό τραγούδι ὅμως ὄχι. Μάλιστα ψάχνοντας πρῶτες ἐκτελέσεις ρεμπέτικων τραγουδιῶν ἀπόκτησα κι αὐτή πού τόσο ἀναζητοῦσα. Ἔτσι ἔμαθα πώς ἐκείνη ἡ τραγουδίστρια λεγόταν Στέλλα Χασκίλ· ἐβραϊκῆς καταγωγῆς ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Κι ὅτι ἡ δεύτερη φωνή στά γυρίσμα τοῦ τραγουδιοῦ ἀνῆκε στόν Μάρκο Βαμβακάρη καί στόν πεναδόρο καί συνθέτη τοῦ τραγουδιοῦ Βασίλη Τσιτσάνη.[1] Αὐτό πού μοῦ συνέβηκε τότε ἀπέναντι ἀπό τό καφενεῖο τοῦ Γκόλα εἶναι ἀμετάδοτο καί δέν λέω περισσότερα. Ὅποιος ἔχει ἀκούσει τό τραγούδι ἐκείνη τήν ἐποχή ἤ ἔστω ἀργότερα, ἄς τό θυμηθεῖ μαζί μου μέσα ἀπό τους στίχους του:

 

                 Κάποια μάνα ἀναστενάζει

                   μέρα νύχτα ἀνησυχεῖ,

                   τό παιδί της περιμένει

                   πού εἶχε χρόνια νά τό δεῖ.

 

                   Μέσα στήν ἀπελπισιά της

                   κάποιος τήν πληροφορεῖ

                   ὅτι ζεῖ τό παλληκάρι

                   καί ὁπωσδήποτε θά ᾿ρθεῖ.

 

                   Μέ ὑπομονή προσμένει

                   Μέ λαχτάρα στήν καρδιά

                   ὁ λεβέντης νά γυρίσει

                   ἀπ᾿ τή μαύρη ξενιτιά.

 

Γιά τους νεότερους ἄς εἰπωθεῖ πώς τό τραγούδι αὐτό ἀπαγορεύτηκε ἀπό τήν τότε κυβέρνηση, ἐπειδή τό τραγουδοῦσαν οἱ ἐκτοπισμένοι ἀριστεροί. Ἴσως ὅμως ἐνοχλοῦσε καί τό γεγονός ὅτι τό τραγουδοῦσαν μέ παραπλήσιο νόημα καί οἱ στρατευμένοι. Πάντως ἡ δεύτερη συλλαβή τῆς μάνας, ὅπως τήν ἔλεγε ἡ Χασκίλ, καί ἡ κορύφωσή τῆς φωνῆς στίς ἑπόμενες συλλαβές ὥς τό –στενάζεί, εί, εί,… τρυποῦσε καρδιές. Καί σήμερα ἐπίσης.

 

Ἀπό τήν τοπική ἐφημερίδα Ἠπειρωτικός Ἀγών  17/4/2015.

[1] Ὁ Τσιτσάνης, ἄς τό ξέρουμε, εἶχε πατέρα Γιαννιώτη καί μάνα Ζαγορίσια. Ὅποιος θέλει νά ἀγοράσει τόν δίκο καί δέν τόν βρίσκει στα παλιατζίδικα, μπορεῖ νά τόν ἀναζητήσει στή συλλογή «Βασίλης Τσιτσάνης anniversary» στα βιβλιοπωλεῖα τοῦ Ἰανοῦ (Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα) καί σέ ἄλλα καταστήματα. Μιλῶ γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ τραγουδιοῦ μέ τή Στέλλα Χασκίλ, ὄχι τήν ὕστερη μέ τήν Πόλη Πάνου (πῶς τόλμησε αὐτή νά τό τραγουδίσει;).

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων, Σχόλια. Bookmark the permalink.