Ἡ ποίηση τοῦ Ὀρέστη Ἀλεξάκη

 

Ἡ ποίηση τοῦ   Ὀρέστη Ἀλεξάκη.

(Ἀνταποκρίσεις ἀπό μιά μισερή ἐποχή)

 

 

Ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης ἀνήκει στή δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά καί εἶναι δόκιμο μέλος της. Μέχρι τώρα ἔχει ἐκδόσει ἐννιά ποιητικές συλλογές καί μιά ἐπιτομή (Ὑπῆρξε, Ἀπόστροφος, Κέρκυρα 1999), μέ «ἐπιλεγμένα ποιήματα» ἀπό τά προηγούμενα βιβλία καί τήν ἀνέκδοτη τότε συλλογή Ὁ ἀπόπλους ).

Στήν πρώτη συλλογή του (Ἡ Περσεφόνη τῶν γυρισμῶν, Δωδέκατη ὥρα 1974)  καί στή δεύτερη (Οἱ κόνδορες καί τό ἀντιπρανές, Πόρφυρας 1982), προέχει ἡ λυρική πλησμονή τοῦ λόγου του.

Φανερώθηκες στή νύχτα μου μ᾿ ὅλα τά φῶτα σου

                        Τίναξες στό σκοτάδι μου τ᾿ ἄσπρα σου κρίνα

                        Μοῦ ᾿δωσες φῶς καί ὑπόσταση, τόπο καί χρόνο

                        Σοῦ χρωστῶ πού ἀναδύθηκα μέσα στά πράγματα

Ἀπό τό ποίημα «Φανέρωση», Ἡ Περσεφόνη τῶν γυρισμῶν

 

Ὑπάρχει ἐδῶ μιά λυρική μέθη ὅπου τά λόγια περισσεύουν καί τό βίωμα ὑστερεῖ. Ὅμως τό οὐσιαστικό γεγονός εἶναι ὅτι τό ποιητικό ἐγώ ἀντικρίζει ἀρκετά θετικά τό φαινόμενο τῆς ζωῆς.

 

Τώρα πού βλέπω τή μορφή σου στή φεγγοβολή της

                        Ἀνατρέχω στίς ἐπίγειες ἀστροφεγγιές μας                       

                        Σ᾿ αὐτό τό ρίγος ἀπό λίμνες κι ἀθέατα δάση

                        Σ᾿ αὐτό τό φέγγος ἀπό ἀναπόληση καί γυρισμό

                        Ἀπό τό ποίημα «Μαρία τῶν ἄστρων», Οἱ κόνδορες καί τό ἀντιπρανές

 

Ἀπό τήν τρίτη συλλογή ὡστόσο (Ἡ λάμψη, Κείμενα 1983), κάτι ἀρχίζει νά ἀλλάζει, σάν νά μήν εἶναι τόσο λαμπερά τά χρώματα τοῦ γύρω κόσμου. Σάν πέφτουν ἀνησυχαστικές σκιές πάνω στό οἰκεῖο περιβάλλον.

 

Ἀκοῦς βαριούς βηματισμούς πάνω στό χιόνι;

 

                                    Οἱ σύντροφοι εἶναι

                                    πού ἐπιστρέφουν

                               ἀπό τό παγωμένο μέλλον

                                                        «Ἐπισκέπτες»

 

Στό ἑπόμενο βιβλίο (Βυθός, Ἀστρολάβος/Εὐθὐνη 1985) τά σημάδια μιᾶς ἀνήσυχης αἴσθησης τοῦ κόσμου ἀρχίζουν νά πυκνώνουν. Τό ποιητικό ἐγώ πιάνει μηνύματα ἀπό ἕνα δυσοίωνο παρελθόν, ἀλλά καί μέλλον. Σάν νά βγαίνει ἀπό ἕνα κακό ὄνειρο. Κι ἀκριβῶς αὐτό εἶναι πού συμβαίνει: αὐτά πού διαβάζουμε ξετυλίγουν μπροστά στά μάτια μας τήν ἐμπειρία ἐνός κακοῦ ὄνειρου.

 

Ν ι ώ θ ω  θ ρ υ μ μα τ ι σ μ έ ν ο ς

                                   

                                 ἐλλιπής

 

                        μέ διαπερνᾶ σά ρίγος ἡ ὑποψία

                                    πώς κάποτε

                            πληρέστερος ὑπῆρξα

                                    πληρέστερος

                        στό ἰδανικό μου ἀρχέτυπο

 

            Σέ ποιούς καιρούς λοιπόν ἔχω φθαρεῖ;

                        Σέ ποιούς καθρέφτες

                     ἀλλοιώθηκε ἡ μορφή μου;

                        πῶς τοῦ ἑαυτοῦ μου τό

                           κακέκτυπο ἔγινα;

Ἀπό τό ποίημα «Νιώθω θρυμματισμένος»

 

Στή συλλογή Ὁ ληξίαρχος (Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 1989) ἔχουμε τήν ἀκόλουθη ἀφιέρωση:

 

Στούς νεκρούς πού ἀσυγχώρητα σωπαίνουν

                        Στούς φίλους πού καί πάλι ἀργοποροῦν

                        Στούς μάταιους ὁδοιπόρους

                        πού ἐπιμένουν

 

Σέ ὅλα σχεδόν τά ποιήματα μᾶς μιλάει κάποιος πού ἔχει ζήσει μιά δεύτερη ζωή. Μιά ζωή σ᾿ ἕναν ἀνοίκειο κόσμο, ὅπου προέχει ἡ στέρηση, ἡ ἐρημιά καί τό ἐρειπωμένο τοπίο. Ἐντύπωση κάνει ἡ ἐπιμονή τῆς μνήμης του νά παρουσιάζει εἰκόνες ἀπό ἕνα ἄλλο παρελθόν, σάν κάποιος πού γύρισε ἀπό τόν Ἄδη ἤ περίπου. Πάντως ὄχι ἀπό ὅ,τι συμβαίνει τώρα, ἤ συνέβαινε χτές, στήν τρέχουσα καθημερινότητα. Πρόκειται γιά μιά μεταφορά, ὅπου τό παρόν σκιαγραφεῖται σάν ἐφιαλτικό παρελθόν, σάν ἀναμνήσεις κάποιου πού περιπλανήθηκε σ᾿ ἕνα ἀλλοῦ. Τό ἄτομο συνειδητοποιεῖ καταστάσεις πού ξεπερνοῦν τή δύναμή του, τό αἰφνιδιάζουν καί τό παγιδεύουν.

 

Πῶς βρέθηκα λοιπόν ἀνεβασμένος

                        πάνω σέ τοῦτο τό

                        κωδωνοστάσι;

                        Νύχτα κι ἀγέρας σκοτεινός φυσάει

                        κι ὅπως βαριά στενάζουν οἱ καμπάνες

                        μέ διαπερνᾶ τό ρίγος τῆς ἀβύσσου

 

                        Κατρακυλῶ στή σιδερένια σκάλα

                        Κι ἄν ὅμως εἶν᾿ ἡ θύρα κλειδωμένη;

                        Κι ἄν ἴσως δέν μπορῶ νά ξεκλειδώσω;

 

                        Νιώθω νερά στά πόδια μου

                        κοάζουν

                        τριγύρω μου βατράχια

                        μέ φωτίζει

                        ξάφνου ὁ θαμπός φανός τοῦ νεωκόρου

                        πού σκύβει ἀπό ψηλά καί μοῦ φωνάζει

 

                        Ἀνέβα πάλι ἐπάνω χτριστιανέ μου

                        τί θέλεις τέτοιαν ὥρα στό πηγάδι

                        θά σέ τραβήξουν κάτω τά τελώνια

 

                        Κι ἀπορημένος κάνει τό σταυρό του

 

Ἀκόμα ἕνα δεῖγμα ἀπό τόν Ληξίαρχο:

 

Στίς σκοτεινές γωνιές

                        τῶν πανδοχείων

                        ὁ ἀπόμαχος σκιαμαχεῖ

                        κλείνει τά μάτια καί ξυπνᾶ στό παρελθόν του

                        σχεδόν πετᾶ σχεδόν

                        ὑπνοβατεῖ

                        στίς στέγες μιᾶς χαμένης πολιτείας

                        Ρίχνει τό βλέμμα στούς

                        βυθούς

                        τῆς μνήμης

                        θυμᾶται τούς τριγμούς

                        τῶν ναυαγίων

                                    Ἀπό τό ποίημα «Ὁ θλιβερός ἐπίλογος τῶν ἀπομάχων»

 

Στή συλλογή, Ὁ ἀπόπλους, συνεχίζεται καί καί βαθαίνει τό χάσμα ἀνάμεσα στόν κόσμο τῆς ποιητικῆς μεταφορᾶς καί στήν ἱστορική πραγματικότητα τοῦ παρόντος. Τό χάσμα ὅμως αὐτό δέν εἶναι παρά χάσμα τεχνικό. Μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ποιητικό ὑποκείμενο, ἀφοῦ ἀνιχνεύσει ἐνορατικά τά οὐσιώδη χαρακτηριστικά τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, τά ἀνάγει μετά σέ συμβολικές μορφές. Τά συναισθήματα συνεπῶς, τά ὁποῖα τοῦ προκαλεῖ ἡ ἱστορική παραγματικότητα, τά δηλώνει μέ αὐτόν τόν ἱσοδύνατο συμβολικό τρόπο. Ἔτσι ἡ ζοφερή ἱστορική πραγματικότητα παίρνει τή μορφή ἐφιαλτικῶν πεπραγμένων. Τό ποιητικό ἐγώ μοιάζει νά μετράει τά εὑρήματα ἀπό κάτι κακό πού ἔχει συμβεῖ καί πού ἀφορᾶ τή ζωή του. Τά εὑρήματα αὐτά δέν ἔχουν καθόλου  τή μορφή τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, ἀλλά τή μορφή πού βγαίνει ἀπό τά δικά του συναισθήματα καί τούς στοχασμούς του. Μιά μορφή πού μεταμορφώνει τήν ἱστορική πραγματικότητα σέ κάτι πολύ διαφορετικό, ἀλλά πού αὐτό ἀντιστοιχεῖ στήν ψυχική κατάσταση τοῦ ποιητῆ. Μοιάζει σάν νά βρίσκεται στήν ἐρημιά μιᾶς περιοχῆς μετά ἀπό θανατηφόρο λοιμό. Γιά νά γίνω σαφέστερος θά φέρω σάν παράδειγμα τόν Πύργο  τοῦ Φ, Κάφκα. Ὅ,τι συμβαίνει στό μυθιστόρημα αὐτό δέν εἶναι ὁρισμένη ἱστορική πραγματικότητα, ἀλλά τό ἀκριβές μεταφορικό ἀντίστοιχό της. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί στήν περίπτωση τῆς ποίησης πού ἀναφέρομαι. Καί γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές παραθέτω δυό ποιήματα ἀπό τό παραπάνω βιβλίο τοῦ Ἀλεξάκη.

 

            Ἦταν τό σπίτι σκοτεινό κι ἡ θύρα

                        μισάνυχτη καί μπῆκα σά νά μ᾿ εἶχε

                        φωνάξει κάποιος ἀπ᾿ τό βάθος ὅμως

                        κανείς δέν ἦταν μόνον ἄδειοι τοῖχοι

                        σοβάδες γκρεμισμένοι καί σπασμένα

                        τῶν προκτητόρων ἔπιπλα καί σκόνη

                        πού γέμιζε τό στόμα καί τό στῆθος

                        κι ἔψαχνα ψηλαφώντας στό σκοτάδι

                        χωρίς νά ξέρω τί κι ἀναζητοῦσα

κάποιον πού δέν ἐγνώριζα καί μόνον

ὅταν καί πάλι βρέθηκα στοῦ δρόμου

τήν καταχνιά καί τά λιωμένα φῶτα

σά νά ᾿χα ἀπό ἕνα λήθαργο ἐπιστρέψει

καί μέτρησα τά χρόνια

κι εἶδα πώς εἶχα χάσει τή ζωή μου

«Τό συμβάν»

 

Θά ἤθελα νά παρατηρήσω πώς, ἀπό θεματική ἄποψη, τό ποίημα αὐτό, δέν παρουσιάζει κενά. Λέει μιά «ἱστορία» μέ ἀρχή, μέση καί τέλος. Μολαταῦτα δέν μᾶς φαίνεται σάν μιά ρεαλιστική ἐξιστόρηση γεγονότων. Ἀντίθετα μᾶς φαίνεται κάπως παράξενο. Φυσικά, γιατί ὁλόκληρο δέν εἶναι παρά μιά μεταφορά τῆς πραγματικότητας σ᾿ ἕνα ἰσοδύναμο ὑποκειμενικῶν αἰσθημάτων. Ἔτσι νιώθει ὁ ποιητής ἀπέναντι στήν ἱστορική πραγματικότητα πού ἔζησε, ἔτσι ἐκφράζεται.

Τό ἄλλο ποίημα.

 

                        Δέν ξεχνῶ τό πανδοχεῖο ἐκεῖνο

                        Τόν ξενοδόχο πού χαμογελοῦσε

                        μέ τό ἕνα μάτι πάντοτε κλεισμένο

                        σά νά ᾿χε βρεῖ τοῦ αἰνίγματος τή λύση

                        Τήν καμαριέρα μέ τό μαῦρο δόντι

                        πού διέσχιζε τούς ἔρημους διαδρόμους

                        κρατώντας πάντα μιά σβησμένη λάμπα

                        λές κι εἶχε κάτι νά μᾶς φανερώσει

                        τό θάλαμο τά δώδεκα κρεβάτια

                        -γύρω τίς βαλίτσες

                        μπόγοι

                        πατερίτσες

                        κι ἡ μυρωδιά παντοῦ τοῦ σάπιου χόρτου-

                        Ν᾿ ἀκούγεται βροχή νά κάνει κρύο

                        νά χώνεσαι στά βρώμικα σεντόνια

                        νά βγάζει ὁ διπλανός τό πρόσωπό του

                        μέσ᾿ ἀπό τίς κουβέρτες καί νά λέει

                        Καλά νά σκεπαστεῖς νά μή κρυώσεις

                        νύχτα νά καβατζάρομε τό κάστρο

                        μπάζει φαρμάκι ἀπό τίς χαραμάδες

«Ξενοδοχεῖον ὁ Ἀπόπλους»

 

Στίς δυό τελευταῖες συλλογές του, ὁ Ἀλεξάξης, ἀκολουθεῖ τήν ἴδια ρότα, πάντα ὅμως μέ ἐρευνητικό πνεῦμα, ἀναζητώντας νέες πτυχές τῆς ποιητικῆς του ἐνδοχώρας. Ἔχουμε ἐπίσης τήν ὡριμότητα πού συνεπάγεται ἡ κεκτημένη πείρα ἀπό τό δούλεμα τοῦ λόγου μιά ζωή. Ἀλλά καί κάτι διαφορετικό, ἕνα μόλις ἀχνό χαμόγελο, θυμοσοφικό ἤ καί κάπως οἰκεῖο. Τό βλέπουμε αὐτό τό χαμόγελο καί σ᾿ ἅλλους συνομήλικούς του ποιητές. Ἴσως κοντά στό κλείσιμο τοῦ κύκλου τῆς ζωῆς νά αἰσθάνονται πώς, μολαταῦτα, ἀξίζει ἕνα τέτοιο χαμόγελο ἡ ζωή. Βέβαια νά μήν ξεχνοῦμε πώς ἕνα ἀχνό χαμόγελο δέν ξεγράφει τόν καταθλιπτικό χαρακτήρα τοῦ ποιητικοῦ σύμπαντος, πού ἔχει τεχνουργήσει ὁ Ἀλεξάκης. Προτοῦ νά προχωρήσω ἄς δοῦμε δύο δείγματα ἀπό τά δυό τελευταῖα του βιβλία. Πρῶτα ἀπό τή συλλογή, Μοῦ γνέφουν, κι ὕστερα ἀπό τήν, Ὁ θίασος στήν ἐξέδρα.

 

Κάποιος μές στόν ὕπνο μέ φωνάζει

Καί ξυπνῶ σέ λάθος ἐποχή

Μέ βαραίνει ἀγιάτρευτη ἐνοχή

Νυχτωμένο σπίτι μέ στεγάζει

Ἔπιπλα-σκιές μέ συντροφεύουν

Σκυθρωποί καθρέφτες-θυρωροί

Στούς διαδρόμους κέρινοι φρουροί

Τῶν νεκρῶν τήν εἴσοδο ἐποπτεύουν

 

Δέν θυμᾶμαι κι οὔτε περιμένω

Ζῶ σ᾿ ἕνα φαιόχρωμο κενό

Σάν ἀπ᾿ τό παρόν μου νά περνῶ

Σ᾿ ἕναν ἄλλο χρόνο-πετρωμένο

 

Μόνο σάν γυρνῶ στό προσκεφάλι

Τό παιδί ἀπ᾿ τό μέλλον μέ κοιτᾶ

Δακρυσμένο πάλι καί ρωτᾶ

Ποιός ἀπ᾿ τό πηγάδι θά τό βγάλει

                                       «Τό παιδί», Μοῦ γνέφουν.

 

Τήν τρίτη μέρα ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τό κρύο

                                                  βρήκαμε κάποιο

χάνι κι ἀπαγγιάσαμε. Δέσαμε τ᾿ ἄλογα στό στάβλο, τά ταΐσα-

με καί μαζευτήκαμε τριγύρω στή φωτιά. Μᾶς ἔφεραν ζεστό

ζωμό, κρέας στά κάρβουνα ψημένο καί κόκκινο κρασί λιαστό.

Κορίτσια μέσα σέ καπνούς καί ἀχλή τοῦ ὀνείρου χτυποῦσαν

ντέφια καί χορεῦαν ξέφρενα. Φάγαμε κι ἤπιαμε κι ἀπέ μᾶς

πῆρε ὁ ὕπνος ἐκεῖ στήν ἴδια θέση πού καθόμαστε.

Τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος λήγοντας ξυπνήσαμε.

 

Ἀπόβλητοι ὅλων τῶν παραμυθιῶν.

 

Στά χιόνια πάλι.

 

 «Τήν τρίτη μέρα ξυλιασμένοι ἀπό τό κρύο», Ὁ θίασος στήν ἐξέδρα.

 

Ἡ ποίηση τοῦ Ἀλεξάκη δέν εἶναι εὔκολη. Ὄχι γιατί δέν εἶναι σαφής καί συγκεκριμένη γιά ὅτι λέει, ἀλλά γιατί βασίζεται σέ μιά ματάθεση τῶν δεδομένων. Ὁ ποιητής, ἀντί νά ἐκφράσει ἀπευθείας τήν ἀπογοήτευση, τήν πίκρα καί τήν ὀργή γιά τήν ἐποχή πού μεγάλωσε, δίνει στοιχεῖα ἀπό ἕναν καθημαγμένο κόσμο. Μέ τρόπο μάλιστα, τόσο διαφορετικό ἀπό τήν ἀπευθείας περιγραφή τῆς ἐποχῆς, ὥστε νά δυσκολεύεται ὁ ἀναγνώστης νά κάνει ἀμέσως τόν συσχετισμό. Ὅταν, ὡστόσο, ἕνας ποιητής μιλάει τόσο ἀρνητικά κάτι συμβαίνει. Οἱ ποιητές δέν ψεύδονται, οὔτε ἀσχολοῦνται μέ ἐξωκοσμικά φαινόμενα. Ἀντικείμενό τους εἶναι ὁ κόσμος μας, ὅπως τόν βλέπουν καί τόν ζοῦν συναισθηματικά καί στοχαστικά. Τό πῶς τόν ἐκφράζουν εἶναι ζήτημα κράσης καί παιδείας. Τήν ἀρνητική στάση τοῦ Ἀλεξάκη ἀπέναντι στήν ἐποχή του θά τή συναντήσουμε στό σύνολο τών συνομηλίκων του ποιητῶν. Ὄχι βέβαια μέ τόν ἴδιο ἐκφραστικό τρόπο. Σ᾿ αὐτόν τόν τομέα ὁ καθένας ἀκολουθεῖ τή δική του τεχνοτροπία. Κι ὁ Ἀλεξάξης ἄσκησε τήν ἐκφραστική εὑρηματικότητά του μέ τόν ρηξικέλευθο τρόπο πού προανάφερα.

Ποιά εἶναι, λοιπόν, αὐτή ἡ ἐποχή, πού στάθηκε τόσο μισητή γιά τούς δευτερομεταπολεμικούς ποιητές; Εἶναι ἡ ἐποχή πού καλύπτει τήν περίοδο ἀπό τή γέννησή τους ὥς τά τριάντα – τριανταπέντε χρόνια τους. Κατά μέσο ὅρο, δηλαδή, ἀπό 1935 μέχρι τό 1965 -1970. Μιά ἐποχή πού, γιά πολλούς λόγους, στάθηκε ὀλέθρια γιά τή χώρα μας: δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ, πόλεμος, κατοχή, ἐμφύλιος, ἰδεολογικός διχασμός, ψυχροπολεμική περίοδος, νέα δικτατορία. Ἐποχή τήν ὁποία πλήρωσε ἀκριβά κι ἐξακολουθεῖ νά τήν πληρώνει ὁ τόπος μας.

Ὅμως ἡ δευτερομεταπολεμική γενιά ἔχει ἰδιαίτερους λόγους νά εἶναι ὀργισμένη μ᾿ αὐτή τήν ἱστορική περίοδο. Γιατί ἡ γενιά αὐτή πῆρε συνείδηση τοῦ κόσμου καί ἀντρώθηκε μέσα σ᾿ αὐτά τά δίσεχτα χρόνια. Ὅπου, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, εἴχαμε παντοειδή στέρηση ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀγαθῶν. Τό κύριο ὅμως ἦταν ὅτι αἰσθάνθηκε ἀπόπαιδο τῆς ἱστορίας. Ὅλα εἶχαν γίνει χωρίς τή συμμετοχή της καί χωρίς νά ὑπολογίζεται ἡ παρουσία της. Ὅλα ἦταν ἤδη τελειωμένα γιά τον δικό της κλῆρο, ὅλα λειψά καί τελεσίδικα. Γι᾿ ἀυτή τή γενιά δέν ἔμενε ἄλλο παρά νά ζήσει παθητικά καί χωρίς κανένα ἱστορικό ρόλο. Εἶναι ἡ λεγόμενη «χαμένη γενιά».  Βέβαια ἀργότερα οἱ συνθῆκες ἄλλαξαν, οἱ πληγές κάπως ἐπουλώθηκαν, ὁ διχασμός ἀμβλύνθηκε, ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστάσθηκε, οἱ ὑλικές καί οἱ πνευματικές στερήσεις ξεπεράστηκαν. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι πώς οἱ γενιές σφραγίζονται ἀπό τά κρίσιμα χρόνια πού διαμορφώνεται ἡ φυσιογνωμία τους.

Μέσα σ᾿ αὐτά τά χρόνια γνώρισε τόν κόσμο κι ὁ Ὀρέστης Ἀλεξάκης. Μέσα σ᾿ αὐτά διαμορφώθηκε, ἀπό αὐτά σφραγίστηκε καί γι᾿ αὐτά ἔγραψε κατά τήν αἴσθησή του. Τίποτα λοιπόν παράξενο ἄν ἡ ποίησή του δέν ἐκφράζει αἰσιοδοξία, χαρά καί ἐνθουσιασμό γιά τήν ἐποχή αὐτή, ἀλλά διαπνέεται ἀπό τά ἀντίθετα ἀκριβῶς συναισθήματα. Θά ἔλεγα μάλιστα πώς κάνει ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι, στήν ἀρχή τῆς σταδιοδρομίας του, ἔβλεπε μᾶλλον θετικά τήν ὄψη τοῦ κόσμου. Δέν ἀποκλείεται νά σχετίζεται αὐτό μέ τόν τόπο πού γεννήθηκε καί μεγάλωσε. Νά ἐπηρεάστηκε δηλαδή ἀπό τό πανέμορφο φυσικό περιβάλλον τῆς Κέρκυρας καί ἀπό τήν ἑφτανησιώτικη ποιητική παράδοση. Μιά παράδοση ἔξοχων λυρικῶν ποιητῶν (Σολωμός, Πολυλᾶς, Μαρκορᾶς, Τυπάλδος, Μαβίλης κ.ἄ.). Ὅπως καί νά ᾿χει νωρίς ψυχανεμίστηκε τό κλίμα καί τίς γενικές τάσεις τῆς γενιᾶς του.

Μέ ὅσα προανάφερα θά σχημάτιζε ἴσως κανείς τήν ἰδέα πώς ἡ ποίηση τοῦ Ἀλεξάκη ἔχει μοναδικό θέμα τή ζοφερή ἐποχή του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀπό τήν ποίησή του δέν ἀπουσιάζει τό ἐρωτικό στοιχεῖο. Μάλιστα καλύπτει κάμποσο ποσοστό ἀπό τά δημοσιευμένα κείμενα. Ἀκόμα ὅμως καί ἡ ἐρωτική διάθεση  δέν μένει ἀνεπηρέαστη ἀπό τό γενικό ἀρνητικό κλίμα.

Τελειώνοντας θά ἤθελα νά σημειώσω τόν δεσμό αὐτῆς τῆς ποίησης μέ τό βαθύ εἶναι τοῦ ποιητῆ καί τήν ἐκφραστική πρωτοτυπία της. Πράγματα πού καταξιώνουν ὅλους τούς ποιητές πού δέν κράτησαν ματαίως τήν πέννα.

 

Ἀπό το περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, τεῦχος 53, Ἀθήνα 2014.

 

 

 

                                                              

 

 

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων, Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.