Ἡ ἰδιότυπη φυλή τῶν κοινοβουλευτικῶν μας

Ἡ ἰδιότυπη φυλή τῶν κοινοβουλευτικῶν μας

 

Τό ἑλληνικό Κοινοβούλο δέν περιορίζεται βέβαια στίς δικές του διαστάσεις. Ἔχει προεκτάσεις. Πέρα ἀπό τούς πολιτικούς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοίκησης, ἐπεκτείνεται σέ μεγάλο ἀριθμό δημοσιογράφων, συνδικαλιστῶν, ἐπιχειρηματιῶν, πανεπιστημιακῶν κ.ἄ. Ἔχει μ᾿ ἄλλα λόγια σεβαστό πληθυσμό δορυφόρων. Ἀλλά ἐδῶ θά περιοριστοῦμε μόνο σ᾿ αὐτά πού βλέπουμε καί ἀκοῦμε ἀπό τά 300 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μέσα κι ἔξω ἀπό τήν αἴθουσά του. Γιά τόν λόγο ὅτι στήν περίπτωση αὐτή βρισκόμαστε μπροστά σέ ὁρισμένη φυλετική ἰδιαιτερότητα μέ διακριτικά γνωρίσματα.

Λοιπόν:

α) Ἕνα ἀπό τά κύρια γνωρίσματα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐκπροσώπων μας εἶναι ὅτι οἱ παράξενοι αὐτοί ἄνθρωποι δέν διαθέτουν μνήμη. Γιά κάποιον ἄγνωστο  λόγο φαίνεται πώς ὁ ἐγκέφαλός τους δέν περιέχει «κέντρο μνήμης». Ἔτσι δέν θυμοῦνται τί ἔχουν εἰπεῖ καί τί ἔχουν κάνει τίς προηγούμενες μέρες, τούς προηγούμενους μῆνες, καθώς καί τά προηγούμενα χρόνια. Ἀντίθετα αἰσθάνονται ἀπόλυτα ἀδέσμευτοι νά λένε κάθε φορά ὅτι περνάει ἀπό τόν νοῦ τους τήν τελευταία στιγμή, ἀκόμα κι ἄν αὐτά εἶναι ὁλωσδιόλου διαφορετικά ἤ ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι εἶπαν καί ἔκαναν νωρίτερα. Εἶναι, θά λέγαμε γενικεύοντας, ἄτομα τῆς ἑκάστοτε παροντικῆς στιγμῆς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀδυνατοῦν νά συλλάβουν τόν χρόνο στίς τρεῖς διαστάσεις του, παρελθόν, παρόν καί μέλλον, ἀναγνωρίζοντας μόνο τήν παροντική του διάσταση. Εἶδα πολλές φορές τή δυσκολία τους νά ἐννοήσουν ὅσους τυχαίνει νά τούς θυμίζουν τί ἔλεγαν καί τί ἔκαναν στό παρελθόν. Προσπαθοῦν νά θυμηθοῦν, κάνουν ὅ,τι εἶναι δυνατό, ἀλλά δέν τά καταφέρνουν. Καί πρέπει νά δεχτοῦμε πώς εἶναι ἀπρέπεια νά θυμίζουμε στά κοινοβουλευτικά μέλη τήν παρελθοντική πολιτεία τους ἤ νά τούς λέμε πώς αὐτή ἡ πολιτεία προιωνίζεται τή μελλοντική πολιτεία τους. Γιατί αὐτό σημαίνει ὅτι δέν τούς ἀναγνωρίζουμε τή φυλετική τους ἰδιαιτερότητα.

β) Δεύτερο οὐσιῶδες γνώρισμα ἀποτελεῖ ἡ ἀδυναμία τῶν κοινοβουλευτικῶν νά ἐννοήσουν τί τούς ρωτοῦν ἤ τί τούς καταλογίζουν. Ἄλλα τούς λέει κανείς καί σ᾿ ἄλλα ἀπαντοῦν. Ὅταν κάποιος τούς ἀπευθύνει τόν λόγο, εἶναι φανερό πώς ἀδυνατοῦν νά ἐννοήσουν τί τούς λέει. Θέλουν νά καταλάβουν, σκέφτονται, προσπαθοῦν, ἐπιμένουν, ἀλλά δέν εἶναι στό φυσικό τους νά καταλαβαίνουν. Τοῦτο συνάγεται ἀπό τίς ἀπαντήσεις πού δίνουν στόν ἑκἀστοτε συνομιλητή τους. Ἄν π.χ. ἡ ἐρώτηση ἀφορᾶ ὁρισμένη νομοθετική ἀκρότητα ἤ ἀτυχές μέτρο ἤ ἀντιφατική δήλωση, ἡ ἀπάντηση μπορεῖ νά εἶναι ὅτι μέ οὔριο ἄνεμο τά καράβια ταξιδεύουν καλύτερα ἤ περίπου. Ἄλλοτε καταλαβαίνει κανείς ὅτι ὁρισμένη ἀπάντηση ἔχει νά κάνει μᾶλλον μέ τά δυσμορφικά σουσούμια αὐτουνοῦ πού ρωτάει, παρά μέ τό περιεχόμενο τῆς ἴδιας τῆς ἐρώτησης. Γενικά οἱ ἐρωτήσεις δέν ἔχουν οὐσιαστική σημασία, ἐπιτρέπονται ὡστόσο γιά ἐθιμοτυπικούς λόγους. Παράδειγμα οἱ δημόσιες ἐρωταποκρίσεις μεταξύ τῶν κοινοβουλευτικῶν μας, καθώς ὅλες τους σχεδόν θυμίζουν τό παιδικό παιχνίδι τῆς κολοκυθιᾶς. Π.χ.: «Ἔχω μιά κολοκυθιά πού κάνει τρία κολοκύθια. -Γιατί νά κάνει τρία κολοκύθια; -Πόσα νά κάνει; -Νά κάνει πέντε κολοκύθια. -Γιατί νά κάνει πέντε κολοκύθια; -Πόσα νά κάνει; -Νά κάνει τρία κολοκύθια. -Γιατί νά κάνει τρία; Πόσα νά κάνει; Κ.λπ. κ.λπ….»

γ) Δέν ἀντιλαμβάνονται, μᾶλλον ἀπό ὑπερβολικό αἴσθημα ἐλευθερίας, τή σημασία τοῦ Συντάγματος. Αἰσθάνονται φυλετικά τόσο ἐλεύθεροι, ὥστε δέν τούς ἐνοχλεῖ τό Σύνταγμα, ὅταν γιά «ζωτικούς λόγους» ἀποφεύγουν τά ἐπάρατα δεσμά του. Πάνω σ᾿ αὐτό ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει στή νεοελληνική ἐπινοητικότητα, στήν ὁποία  ὀφείλονται οὐκ ὀλίγες γενικές ἀλλά καί εἰδικές εὑρεσιτεχνίες. Τίς ἔχουμε δεῖ, τίς ἔχουμε συνηθίσει. Μία, ἄς ποῦμε τέτοια, ἀρκετά συνηθισμένη, εἶναι νά ψηφίζονται νόμοι πού δέν ἀνταποκρίνονται στό πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Ἕνας ἄλλος τρόπος εἶναι νά μην ἀναγνωρίζουν οἱ ἑκάστοτε κυβερνήσεις τόν συνταγματικό ρόλο τῆς ἀντιπολίτευσης, διεκδικώντας καί αὐτόν τόν ρόλο γιά πάρτι τους. Πάει πολύς καιρός, ἀπό τό 1984 περίπου, πού βλέπουμε νά δίνεται αὐτή ἡ  παράσταση τῆς διπλῆς συνταγματικῆς ὑπόκρισης. Ἄλλος ἕνας τρόπος εἶναι νά λές στή δικαιοσύνη τί ἀποφάσεις νά βγάζει. Κι ἕνας πρόσφατος τρόπος εἶναι νά ὁρίζεις συνταγματική ἤ ἀντισυνταγματική τήν τοξοβολία στούς ἀθλητικούς ἀγῶνες.

δ) Ἀπό ἰδιοσυγκρασιακή ἰδιορρυθμία ἀδυνατοῦν ἐπίσης νά ἐννοήσουν τά ὅρια τῆς δημοκρατίας. Κι ἐπειδή λέγεται πώς «ἡ δημοκρατία γεννήθηκε ἐδῶ», μέσα συνεπῶς στό νεοελληνικό κοινοβούλιο, οἱ μέν ἰδέες κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα, οἱ  παράνομες ὅμως πράξεις τιμωροῦνται. Πολύ σωστά, καμιά ἀντίρρηση. Ὅμως μέ βάση τήν ἀντίληψη αὐτή ἔκλεισε τό κοινοβούλιο ξαφνικά στή φυλακή ἕνα μικρό κόμμα του, δημιουργώντας ἕνα προηγούμενο καί ἀνοίγοντας τόν ἀσκό τοῦ Αἰόλου πάνω στίς μελλοντικές κοινοβουλευτικές δικαιοδοσίες; Καμιά πάντως σχέση μέ πολύ γνωστό ὄνομα τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης. Γενικότερα, θά λέγαμε, πώς οἱ κοινοβουλευτικοί μας ἐφαρμόζουν τή ρήση τοῦ ἀρχαίου Αἴσωπου: «ἀνθρώπων ἕκαστος δύο πήρας φέρει, τήν μέν ἔμπροσθεν, τήν δέ ὄπισθεν, γέμει δέ κακῶν ἑκατέρα· ἀλλ᾿ ἡ μέν ἔμπροσθεν τῶν ἀλλοτρίων γέμει, ἡ δέ ὄπισθεν τῶν αὑτοῦ τοῦ φέροντος. Καί διά τοῦτο τά μέν ἑαυτῶν κακά οὐχ ὁρῶσιν, τά δε ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται». Ἔτσι, οἱ  ἐκπρόσωποι, λέει, τοῦ λαοῦ στή Βουλή, ἀντιλαμβάνονται τά πάντα μέ κριτήριο τήν «ἔμπροσθέν» τους πήρα. Μέ συνέπεια νά διακρίνουν τίς ἀλλότριες ἀντιδημοκρατικές ἐνέργειες, ἀλλά νά ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν τίς δικές τους. Μάλιστα σέ περιπτώσεις πού τυχαίνει νά δροῦν ἀντιδημοκρατικά, τό κάνουν, σύμφωνα μέ τά λεγόμενά τους, στό ὄνομα τῆς ἴδιας τῆς δημοκρατίας. Σάν νά᾿ ναι ἡ δημοκρατία κάτι σάν τόν φοῦρνο τοῦ Χότζα πού τόν γυρίζει κανείς κάθε φορά πρός τό μέρος πού φυσάει ὁ ἀέρας. Κατέχονται δηλαδή ἀπό τήν ἔμμονη ἰδέα πώς οἱ θεσμοί τῆς δημοκρατίας ἐξαρτιῶνται κάπως ἀπό τήν κατεύθυνση τοῦ ἀέρα ἤ ἀπό τά χιόνια στά βουνά.

ε) Δυσκολεύονται νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ὁ κομματικός διαχωρισμός τους προϋποθέτει ἰδεολογική διαφοροποίηση. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀντιλαμβάνονται τόν χῶρο τοῦ κοινοβουλίου κάτι σάν πολυκατάσταστημα, ὅπου μπορεῖ νά σουλατσάρει κανείς κατά τό κέφι του στά διάφορα χωρίσματά του. Ἀφύσικο δέν εἶναι νά θέλει κάποιος νά δοκιμάσει τά διάφορα ἐδέσματα πού προσφέρουν τά διαμερίσματα τοῦ πολυκαταστήματος. Γιατί ἀλήθεια τό καθένα κάτι τί ξεχωριστό, ἔχει νά προσφέρει. Καλούς μεζέδες, καλά ποτά, ξηρούς καρπούς, φροῦτα, γλυκίσματα κ.ἄ. Κι ἄν δέν διαλαλοῦν στεντορία τῆ φωνῆ τά προϊόντα τους, οἱ κοινοβουλευτικοί μας, ἔχοντας ὀξεία ὄσφρηση, δέν δυσκολεύονται νά προσανατολιστοῦν σωστά. Ἔτσι βλέπουμε π.χ. δυό λεβέντες νά ὑπερασπίζονται μέ ἱερό πάθος τίς θέσεις τοῦ κόμματός τους (ΛΑΟΣ). Κι ἔπειτα τούς ἴδιους νά περνᾶνε, μαζί μέ τό περιστασιακό ἀξίωμά τους, σέ  ἄλλο κόμμα. Καί τότε νά ὑπερασπίζονται μέ τό ἴδιο ἰερό πάθος τίς θέσεις τοῦ ἄλλου κόμματος. Ἀλλά ταυτόχρονα καί νά τούς γίνεται πανηγυρική ὑποδοχή ἀπό τό ἄλλο κόμμα. Κατά τόν ἴδιο τρόπο βλέπουμε κάποιους διαγραμμένους, δημοκρατικότατα ἐννοεῖται, ἀπό ἕνα κόμμα, ἀποφασισμένους νά κάνουν παρέα μέ τούς ἄστεγους τῆς Ὁμόνοιας. Ἀλλά κάποιους ἀπό αὐτούς νά γυρίζουν σκυφτά σκυφτά μέσα ἀπό στενοσόκακα στό κόμμα πού τούς διέγραψε. Ἐνῶ αὐτό, ἀφοῦ ἐννοεῖται τούς διέγραψε γιά λόγους ἀρχῆς, τούς δέχεται πάλι γιά λόγους ἀρχῆς. Κάποιους ἄλλους διορατικούς, πού τό κόμμα τους κάπως παρακμάζει, τούς βλέπουμε νά παίρνουν ρότα πρός ἄλλο κόμμα πού ἀκμάζει. Κι αὐτό νά τούς δέχεται ἀσμένως. Νά μην τά πολυλογῶ, τό πολυκατάστημα τοῦ κοινοβουλίου ἔχει ἑνότητα ἰδεῶν καί στόχων. Ἕνα εἶναι οὐσιαστικά μέ κοινή βάση καί κοινή θεατρική συνεργασία γιά τό καλό τοῦ τόπου.

στ) Ὕψιστο προσόν τῶν κοινοβουλευτικῶν μας εἶναι τό δαιμόνιο τῆς ἀποταμίευσης. Στόν τομέα αὐτῶν ἀναδείχνονται χαρισματικά ὄντα. Ἀδύνατο νά καταλάβει κανείς τίς ἀποταμιευτικές πρωτοτυπίες τους. Σιωπηλά, χωρίς θόρυβο, χωρίς ἱδρώτα, χωρίς ἐπιχειρησιακούς τίτλους, κερδίζουν ὅλους τούς ἀγῶνες ταχύτητας καί παίρνουν τά κύπελα, μαζί  μέ τά βαρύτιμα ἀντίτιμα. Φυσικά τούς ἀξίζει κάθε τιμή, ὅπως καί παχυλοί μισθοί γιά τόν κόπο τους, σέ  ἀντίθεση μέ τούς τεμπελχανάδες πού δίκαια λιμοκτονοῦν. Καί νά πεῖς ὅτι σπαταλοῦν τά κέρδη τους, κάθε ἄλλο. Μάλιστα, σύμφωνα μέ τό ἐθνικό συμφέρον καί γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια, τά βγάζουν παραόξω. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἔχουν καί μιά ἀδυναμία γιά περισσότερο στερεά πράγματα, γιά τέτοια πού δέν ἔχουν πόδια καί μένουν ἀκίνητα στό ἴδιο μέρος. Παλιοί τσελιγκάδες καθώς εἶναι, σχηματίζουν κοπάδια ἀπό «ἀκίνητα». Ὄχι πεντακόσια σάν τά πρόβατα τῆς «παινεμένης βλάχας», ἀλλά τουλάχιστο τριάντα, σαράντα, πενῆντα, ἑξῆντα, καί βάλε. Κρίμα πού δέν μποροῦν νά τα βγάλουν γιά βοσκή νά τά καμαρώνουν στίς πλαγιές μέ τά κυπροκούδουνά τους, ὅσο γιά ἄρμεγμα ὡστόσο κάτι γίνεται. Σάν νά λέμε, κατά παράφραση δημοτικῶν στίχων, «τ᾿ ἀρμέξανε τά πρόβατα  σ᾿ ἕνα μεγάλο κάδο καί ὁ λαός ἀγνάντευε φτιάχνοντας κι ἄλλες τρύπες στό λουρί του…»

ζ) Θεάριστο θέαμα παρουσιάζουν οἱ κοινοβουλευτικοί μας στά τηλεοπτικά παράθυρα. Ὅλοι ξέρουν πολύ καλά τό ποίημά τους, καί τό ἀπαγγέλλουν μέ πολύ αἴσθημα, τόσο πού θά τούς ζήλευαν κι οἱ πιό ἐκπαιδευμένοι παπαγάλοι. Σ᾿ αὐτές τίς συζητήσεις κερδίζει τό ἐκτενέστερο καί τό θεατρικότερο ποίημα, ὅπου οἱ μορφασμοί οἱ χειρονομίες καί ἡ φωνή παίζουν μεγάλο ρόλο. Ὅμως ἐπειδή συνήθως ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τί λέει ὁ συνομιλητής τους, προτιμοῦν, μονολογώντας, νά μιλοῦν εἰς ἑαυτόν. Κάτι σάν «ἐσωτερικός μονόλογος» πού λένε οἱ θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος εἶναι παρατηρημένο ὅτι ποτέ δέν διακόπτει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, δίνοντας ἔτσι ἕνα παράδειγμα ἐξαίρετης ἀγωγῆς σέ μαθητές καί πολίτες. Κάποτε, ἀλλά ὄχι σπάνια, ἔχουν τήν τάση νά μιλοῦν ταυτόχρονα ἀνά δυό μαζί ὥστε νά κερδίζουν χρόνο. Τότε δύσκολα ξεχωρίζουν τά λεγόμενα τοῦ καθενός, ἀλλά τί σημασία ἔχει ἀφοῦ ὁ σκοπός τους πετυχαίνει Γιατί σκοπός τους εἶναι νά μην ἀκούγεται τί λέει αὐτός πού εἶχε ἀρχικά τόν λόγο. Ἀλλά ἀδικία δέν ὑπάρχει καθώς αὐτό συμβαίνει ἐναλλακτικά. Μιά σου δηλαδή καί μιά μου, μέ τή σειρά, μέ ὑπομονή καί μέ σύστημα. Προπαντός μέ σύστημα.

η) Ἄλλο γνώρισμα τῶν κοινοβουλευτικῶν μας εἶναι ἡ ἄμετρη ἀγάπη πού αἰσθάνονται γιά τόν λαό. Ἡ χώρα μας περνάει, λέμε, κρίση οἰκονομική -ἡ ἠθική κρίση ἐξαιρεῖται ὡς ἀντισυνταγματική. Μιά ἐπιγραφή στήν πίσω πόρτα μικροῦ φορτηγοῦ αὐτοκινήτου στήν Ἀθήνα, ἔγραφε: «Μαζί τά φάγαμε, χώρια πεινᾶμε». Ἀδυνατῶ νά πιστέψω πώς ἤθελε νά πεῖ ὅτι οἱ κοινοβουλευτικοί μας δέν πεινᾶνε. Γιατί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί μόνο πού δέν κλαῖνε ὅταν προφέρουν τή λέξη λαός. Λαός ἀνώνυμος, ὄχι πολίτες μέ ὄνομα. Μέ τόσο δυστροφικούς κοινοβουλευτικούς εἶναι δυνατόν νά «πεινᾶμε χώρια»; Νά μή ξεχνοῦμε πώς ἄλλο ἀποταμίευση καί ἄλλο πλοῦτος. Ὅλοι ξέρουμε πώς πολλοί σπάγκοι πέθαναν στήν ψάθα ἀπό σκληρή ἀποταμίευση. Συνεπῶς πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἔρωτας γιά τόν λαό. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, βαδίζοντας μέσα στήν ἔρημο μέ τό διψασμένο στράτευμά του, ἀρνήθηκε νά πιεῖ τό λίγο νερό πού βρῆκαν οἱ ἀκόλουθοί του, λέγοντας ὅτι «Ἀφοῦ διψάει ὁ στρατός μου θά διψάσω κι ἐγώ». Ἀπό αὐτό ἀκριβῶς τό προγονικό πνεῦμα διαπνέονται καί οἱ κοινοβουλευτικοί μας, συμπάσχοντας οἰκονομικά μέ τόν λαό τους. Ἄλλωστε δέν εἶναι ὑπεύθυνοι αὐτοί γιά τήν κρίση.Ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ μικρομεσαῖοι, οἱ μικροαστοί, οἱ ἐργάτες, οἱ μικροκαματιάρηδες, οἱ κομμώτριες, οἱ καφετζοῦδες, οἱ παλιατζῆδες, οἱ καλαντζῆδες, οἱ λοῦστροι, οἱ ζητιάνοι. Αὐτοί χειρίστηκαν τήν τύχη τῆς χώρας κι αὐτοί οἱ ἀπαίσιοι τήν ἔκαναν σάν τά μοῦτρα τους: καφετζούδικη, ἀστεγάδικη, παλιατζίδικη, πατσαβούρικη, καλαντζίδικη, λούστικη, φαφούτικη,  παρασούσουμη, κατσιασμένη, γανιασμένη καί ὅλα τά κακά τῆς μοίρας.

θ) Γιά τή διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στά σχολεία, ἀρκεῖ νά παρακολουθοῦν οἱ μαθητές μας τόν κοινοβουλευτικό λόγο. Ἔτσι θά μάθουν πώς τό χρονικό ἐπίρρημα ἀμέσως λέγεται καί ὡς βαρβαρισμός ἄμεσα. Θά μάθουν πώς ἡ δέσμη μέτρων μπορεῖ νά λέγεται καλύτερα πακέτο μέτρων, ὅπως λέμε πακέτο τσιγάρων, πακέτο φαγητῶν, γλυκῶν, κ.λπ. Θά μάθουν ἀκόμα πώς ἡ λέξη διαδικασία ἀποτελεῖ ἀντικλείδι πού ἐφαρμόζεται σέ ὅλες τίς κλειδωνιές καί πρέπει νά λέγεται ἀκατάπαυστα καί χωρίς κανένα μπούχτισμα. Θά μάθουν πώς ἀντί γιά τό ἀπαρχαιωμένο «ἀπορία ψάλτου, βήξ», καλύτερο εἶναι τό ἐπίρρημα πραγματικά, πού κι αὐτό μπορεῖ νά λέγεται ἀκατάπαυστα καί χωρίς κανένα μπούχτισμα. Θά μάθουν πώς στή νεοελληνική γλώσσα, ὅταν θέλει κανείς νά ξεχωρίσει κάτι ἀνάμεσα σέ ἄλλες δυνατότητες, ἔχουμε ἕνα καί μοναδικό ρῆμα μαζί μέ τά παράγωγά του. Αὐτό τό μοναδικό ρῆμα εἶναι τό ἐπιλέγω. Μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο καταργοῦμαι καί βέβαια ξοφλοῦμε μέ τά ρήματα διαλέγω καί ἐκλέγω. Θά μάθουν πώς τό οὐσιαστικό προοπτική μπορεῖ νά λέγεται  χωρίς χωρικό ἤ χρονικό προσδιορισμό, ἄρα στά κουτουροῦ. Θά μάθουν πώς τό ἀρνητικό μόριο μή ἐπιτρέπεται νά χρησιμοποιεῖται πρίν ἀπό ουσιαστικό χωρίς ἄλλη ἀναφορά, π.χ. «μή πόλεμος», «μή Ἕλληνας», μή κοινοβουλευτικοί, κ.λπ. Θά μάθουν πώς τά σύνθετα σέ –ποίηση ταιριάζουν παντοῦ, π.χ.: εὐαισθητοποίηση, ἐντατικοποίηση, σαλαμοποίηση, κ.λπ. Κατ᾿ ἐπέκταση μπορεῖ να μιλᾶ κανείς γιά φαφλατοποίηση, γιά ταρτουφοποίηση, διαφθοροποίηση, πλατσικολοποίηση, ἀλητοποίηση, κ.ο.κ.   Θά μάθουν (οἱ μαθητές πάντα) πώς οἱ ἁλυσιδωτές γενικές μετά ἀπό οὐσιαστικό εἶναι ἑλληνική σύνταξη καί ὄχι ἀγγλική. Θά μάθουν ἀκόμα πώς ἡ ὁμιλία καί ἡ γραφή μας βασίζεται σέ δεκαπέντε ἤ λίγα περισσότερα στερεότυπα, λέξεις δηλαδή μέ γενικό καί ἀόριστο νόημα, πού καλύπτουν τίς βασικότερες γλωσσικές ἀνάγκες. Κατά τά ἄλλα εἴμαστε ἀπόγονοι τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων, γιατί, καθώς δείχνουν τά κείμενά τους, παρόμοια ἔγραφαν καί μιλοῦσαν κι ἐκεῖνοι, χρησιμοποιώντας δεκαπέντε ἤ λίγα περισσότερα στερεότυπα.

 

Κατακλείδα. Ἀπό τά παραπάνω, χωρίς νά ἀποτελοῦν πλήρη κατάλογο, συνάγεται πώς οἱ κοινοβουλευτικοί μας παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ἰδιαίτερης  τάξης. Μέ ξεχωριστά ἤθη καί ἔθιμα, ξεχωριστές ἀρχές, νοοτροπία καί γλώσσα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή θά πρέπει νά κρίνονται καί νά κατανοοῦνται σύμφωνα μέ τά διακριτικά γνωρίσματά τους. Κατά συνέπεια οἱ πολίτες, ἄν θέλουν νά τούς καταλαβαίνουν, θά πρέπει νά παίρνουν ὑπόψη τους ὅλες αὐτές τίς ἰδιαιτερότητες. Διαφορετικά θά τούς παρεξηγοῦν καί θά τούς ἀδικοῦν.

 

Advertisements
This entry was posted in Σχόλια. Bookmark the permalink.