Τό ἄλογο στήν ποιητική ἔκφραση

  

                       

                 Τό ἄλογο ὡς ποιητική ἔκφραση*

 

 

Τό ἄλογο ἀποτελεῖ ὁρμέφυτη τάση τοῦ ἀνθρώπου. Πηγάζει ἀπό τό πρωτόγονο βάθος τοῦ ἐγώ, μαζί μέ τά ἔνστικτα, τίς ἐπιθυμίες, τίς παρορμήσεις, τήν κατακτητική ροπή, τόν φόβο, τή βία… Εἶναι μιά δύναμη πού δέν ἐλέγχεται ἀπό τό λογικό, οὔτε τιθασσεύεται μέ ἄλλον τρόπο. Δύναμη ὑπόγεια πού ἐπιβάλλεται ὡς ἐνδόμυχη ἀνάγκη καί ἀφορᾶ ὅλες σχεδόν τίς πτυχές τῆς ζωῆς μας. Τό βλέπουμε νά ἐκδηλώνεται στήν καθημερινότητα μέ ποικίλες μορφές, τό γέλιο λ.χ., τό κλάμα, τόν ἔρωτα, τόν θυμό, τόν φθόνο, τή φιλαργυρία, τόν χορό, τό τραγούδι, τά ὄνειρα, τή γοητεία ἤ τήν ἕλξη πού ἀσκοῦν πάνω μας πρόσωπα, τοπία, φυτά, χρώματα, κελαηδήματα πουλιῶν, ἀρώματα, κ.λπ. Οἱ εἰκόνες καί οἱ ἀνεικονικές μορφές πού γεννιοῦνται μέσα μας, ὅταν εἴμαστε μάρτυρες ἤ ὑποκείμενα διάφορων γεγονότων, ἔχουν πάντοτε ἄλογη μορφή. Ἀρκεῖ νά προσέξει κανείς τί συμβαίνει μέσα του, ὅταν δεχτεῖ ἕνα χτύπημα ἤ ὅταν ἐκνευριστεῖ καί γίνει ὁ ἴδιος ἐπιθετικός. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐσωτερική μορφολογία τοῦ ψυχισμοῦ μας σχετίζεται στενά μέ τίς ἄλογες δυνάμεις πού δεσπόζουν στό ὀντολογικό μας εἶναι. Ἀκόμα καί πολλές λογικές ἐνέργειές μας ξεκινοῦν ἀπό ἄλογες τάσεις, οἱ ὁποῖες ἀπό τό ἀσυνείδητο τίς ὑποκινοῦν καί τίς κατευθύνουν.
Θά πρέπει νά εἰπωθεῖ ὅτι καθαυτό τό ἄλογο δέν ἀναλύεται οὔτε ἐκφράζεται ἔλλογα ἤ θεωρητικά. Ἄν δέν ἦταν ἔτσι, ἄν ἐκφραζόταν δηλαδή ἔλλογα, ὅλοι οἱ διανοούμενοι καί οἱ θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας θά μποροῦσαν νά εἶναι σπουδαῖοι καλλιτέχνες. Στήν πραγματικότητα ἡ μόνη δυνατότητα πού ἔχουμε νά έκφάσουμε τό ἄλογο εἶναι μέ τρόπο ὁμόλογο πρός τή δική του δομή. Συνεπῶς ὄχι ἔλλογα, ἀλλά κατ᾿ αἴσθηση ἤ ἐνορατικά. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἀκριβῶς γιατί τό ἄλογο εἶναι μιά πανίσχυρη ὑπόγεια τάση πού ὑποκινεῖ μέγα μέρος τῶν ἐνεργειῶν μας, ἔχει ἀσκήσει καί ἀσκεῖ διαμορφωτική ἐπίδραση πάνω στή γλώσσα. Ὅλα τά ἐπιφωνήματα ἤ οἱ ἐπιφωνηματικές σειρές, ὅπως τό «πώ πώ πώ!», «τραλαλά λά λά», «ὀέ ὀέ ὀέ!» (στό τραγουδάκι «Ἦταν ἕνα μικρό καράβι») κ.λπ., ἀποτελοῦν ἄλογα γλωσσικά μορφώματα. Ἄς θυμηθοῦμε καί τή φράση τοῦ Βαλερύ ὅτι «ποίηση εἶναι ἡ ἀνάπτυξη ἑνός ἐπιφωνήματος».  Ἡ ποίηση πάντως, ὡς λόγος τοῦ μέσα μας ἄρρητου, ἔχει νά κάνει κατεξοχήν μέ τήν ἄλογη διάστασή μας. Βέβαια, καθώς χρησιμοποιεῖ λέξεις καί ὄχι νότες, δέν διαθέτει τίς  ἐκφραστικές δυνατότητες πού διαθέτει ἡ μουσική. Ποίηση ὅμως χωρίς ἀναφορά στό ἄλογο στοιχεῖο δύσκολα μπορεῖ νά ὑπάρξει. Ποίηση ἀπόλυτα λογική δύσκολα ἤ οὐδόλως μπορεῖ νά ὑπάρξει, -στιχουργήματα ὡς λογικές κατασκευές -κάτι πού γίνεται συχνά- ναί, ἀλλά ὄχι ποίηση. Ἐνῶ ἔχουμε, σέ ἀκραῖες περιπτώσεις, ἔξοχα ποιήματα ἤ στίχους χωρίς νοηματικό περιεχόμενο. Τά κύρια ποιητικά κινήματα τοῦ 19ου καί τοῦ 20ου αἰώνα, ὁ ρομαντισμός, ὁ συμβολισμός, ὁ ὑπερρεαλισμός, ὁ ἀγγλο-αμερικάνικος μοντερνισμός, δέν ἤθελαν ἄλλο ἀπό τό νά ἀνοίξουν διάπλατα τόν δρόμο στήν ἄλογη ἐνδοχώρα τῶν ἀνθρώπων. Στό ἐπίπεδο τῆς ἔκφρασης ὡστόσο δέν ὑπάρχει, καθώς ξέρουμε, βασιλική ὁδός πού νά ὁδηγεῖ στήν πραγμάτωση αὐτῆς τῆς ἐνδοχώρας. Κρίνοντας πάντως ἀπό τό ἀποτελέσμα, ἔχουμε τό περιθώριο νά ξεχωρίσουμε ὁρισμένους ποιητικούς δεῖκτες τέτοιων πραγματώσεων. Δεῖκτες μέ τήν ἔννοια ὅτι φανερώνουν τίς πρακτικές δυνατότητες τῆς γλώσσας νά ἐκφράζει πτυχές τοῦ ἄλογου. Θά ἔλεγα μάλιστα πώς δυνητικά αὐτές οἱ δυνατότητες εἶναι σχεδόν ἀπεριόριστες. Ἄς δοῦμε μερικούς τέτοιους δεῖκτες.

Στό δημοτικό μοιρολόγι, «Τῆς Λυγερῆς καί τοῦ Χάρου», ἔχουμε τό ἀκόλουθο δίστιχο:

«’’Νά ζήσεις, πρωτομάστορη, τίνος εἶναι τό κιβούρι;
Εἶναι τ᾿ ἀνέμου, τοῦ καπνοῦ καί τῆς ἀνεμοζάλης.’’»[1]

Προφανῶς ὁ «πρωτομάστορης» δέν θέλει νά πεῖ πώς τό κιβούρι εἶναι γιά τή Λυγερή, ὅμως ἡ ἀπάντησή του στέκει χάρη στό ἀκατανόητο καί τό ἄλογο τῆς ζωῆς, κατά τρόπο μάλιστα πού νά συνιστᾶ ταυτόχρονα ἕνα ἔξοχο ποιητικό ἀποτέλεσμα. Αὐτός πού ρωτάει τόν «πρωτομάστορη» εἶναι τό παλικάρι πού ἀγαπάει τή Λυγερή καί πού σέ λίγο, ἀφοῦ τή δεῖ νεκρή, θά αὐτοκτονήσει δίπλα στό νεκρό της σῶμα.
Ἀκόμα ἕνα δεῖγμα ἀπό τά δημοτικά τραγούδια μᾶς δίνει τό τετράστιχο, «Τό θρῆνος τς ἀγαπητικῆς»:

Ἐγώ μνωξα τς ἀγάπης μου, βραδιά νά μήν τσῆς λείψω.
Μά μιά βραδιά τσῆ ξώμεινα, μιά νύχτα, μιάν ἑσπέρα.
Γεμίζουν τά βουνά φωνές καί τά λαγκάδια δάκρυα,
καί τά λαγκοπεράσματα ἀξέπλεχτες πλεξοῦδες.[2]

Θά συμφωνήσετε, φαντάζομαι, πώς οἱ πιό εὔστοχοι ποιητικά στίχοι εἶναι οἱ δυό τελευταῖοι, οἱ στίχοι δηλαδή πού δέν διακρίνονται γιά τήν ἔλλογη ὑφή τους.
Νά δοῦμε τώρα μερικές περιπτώσεις ἀπό τήν προσωπική ποίηση. Καί πρῶτα πρῶτα ἕνα δίστιχο τοῦ Σολωμοῦ ἀπό τούς «Ἐλεύθερους Πολιορκημένους»:

Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πές ἀπόψε τί ᾿δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!,[3]

Ἕνα δίστιχο πού, καθώς πιστεύω, ἀνήκει στούς στίχους πού δέν ἀναλύονται, πέρα ἀπό ὅ,τι λένε ἀπό μόνοι τους. Ἤδη ἡ ἔννοια τοῦ ἀλαφροΐσκιωτου εἶναι ἐξαιρετικά σιβυλλική, πολύ περισσότερο ὅμως ὁ δεύτερος στίχος. Κι ὅμως τόν δεχόμαστε σάν μιά ἀπαράμιλλη ἐκφραστική πραγμάτωση.
Ἕνα ἄλλο δεῖγμα, ἀπό μεταγενέστερο ποιητή, ἀποτελεῖ τό ποίημα τοῦ Ρώμου Φιλύρα, «Κοῦκλες»:

«Νά ᾿μαι πιστός στ᾿ Ὡραῖο, στή γοητεία τῆς στιγμῆς,
μποέμ τοῦ ὀνείρου, τῆς κουβέντας, νοσταλγικός τριγυριστής,
νά τίς προσμένω στίς γωνίες τοῦ δρόμου, χώρια καί μαζί,
γιά νά χαρῶ καί νά χαροῦνε, μές στά λογάκια ὁ νοῦς μου ζεῖ.
Ρητή κι ἀπόκοσμη μέ παίρνει στίς ὀμορφιές των, λαύρη ὁρμή,
δέν εἶν᾿ οἱ πόθοι, εἶναι τό χάρμα, εἶναι τό χαῖρε μου, κορμί
δέν ἔχει ὁ λογισμός, δέν παίρνει σάρκα ἡ λαχτάρα πού ἁρπᾶ:
ντυμένες εἶναι τῆς Χιμαίρας οἱ κοῦκλες μου χρυσά παπά…»[4]

Ἀρχικά κάνουν ἐντύπωση οἱ φράσεις «μποέμ τοῦ ὀνείρου» καί «κορμί δέν ἔχει ὁ λογισμός». Ἔπειτα ὁλόκληρο τό ποίημα ἐκφράζει οὐσιαστικά κάτι ἄλογο: τή μέθη τῆς ὀμορφιᾶς: «δέν εἶναι οἱ πόθοι, εἶναι τό χάρμα», λέει ὀ ποιητής. Φράσεις καθαυτές μᾶλλον ἀ-νόητες, καί μολαταῦτα μᾶς ἐπιβάλλονται ὡς ποιητικά εύστοχες.
Γιά ἕνα ἀκόμα δεῖγμα, θά πάρω τήν πρώτη ἑνότητα ἀπό τό πολύστιχο ποίημα τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου, «Ὁ Σεβάχ Θαλασσινός»:

εἶν᾿ ἡ ψυχή μου συχνά
ἕνα σοκάκι στή Μύκονο
σάν ἀρχινάει νά βραδιάζει
καί πιάνουν οἱ γυναῖκες
καί τοποθετοῦν ἐρωτικά
χάμω στό δρόμο
σέ σχήματα γεωμετρικά
μονότονα
ὅλο μπλέ γυαλικά
-μπλέ ποτήρια
μπλέ καράφες
πόθους μπλέ
βιολιά
λουλούδια
χαλίκια
ὅλα
ἀπό μπλέ γυαλί-
μακριά ἀπ᾿ τόν ἥλιο
πάνω στό χῶμα
στό δρόμο
ἀπ᾿ ὅπου πέρας᾿ ὁ ἥλιος
καί δέν πρόκειται
– ἄλλωστε –
νά ξαναπεράσει πιά[5]

Οἱ στίχοι αὐτοί μᾶς θυμίζουν τό δημοτικό τραγούδι, «Κόκκιν᾿ ἀχείλη ἐφίλησα…», πού χησιμοποίησε ὁ Σεφέρης στόν «Διάλογο πάνω στήν ποίηση» μέ τόν Τσάτσο, γιά νά ὑποστηρίζει τό ἄλογο στοιχεῖο τῆς Ποίησης. Οἱ στίχοι τοῦ Ἐγγονόπουλου σχετίζονται μ᾿ ἐκείνους τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι καί οἱ δυό περιπτώσεις βασίζονται στή σαγηνευτική αἴσθηση ἑνός χρώματος, τό ὁποῖο διαποτίζει τά πάντα. Παραθέτω τό δημοτικό τραγούδι:

Κόκκιν᾿ ἀχείλι ἐφίλησα κι ἔβαψε τό δικό μου,
καί στό μαντίλι τό ᾿συρα κι ἔβαψε τό μαντίλι,
καί στό ποτάμι τό ᾿πλυνα κι ἔβαψε τό ποτάμι,
κι ἔβαψε ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ κι ἡ μέση τοῦ πελάγου,
Κι ἔβαψε ὁ ἥλιος ὁ μισός καί τό φεγγάρι ἀκέριο.
Κατέβη ὁ ἀιτός νά πιεῖ νερό κι ἔβαψαν τά φτερά του
κι ἔβαψε ὁ ἥλιος ὁ μισός καί τό φεγγάρι ἀκέριο.[6]

«Ἅς ὑποθέσουμε», παρατηρεῖ ὁ Σεφέρης, «πώς δέν ἔχουμε συνηθίσει τή δημοτική ποίηση, ὅπως τήν ἔχουμε συνηθίσει, κι ἄς ποῦμε πώς ἕνας ἄγνωστος ποιητής μᾶς παρουσιάζει γιά πρώτη φορά ἕνα ποίημα μέ ‘‘συνειρμική ἔκφραση’’ τέτοιας λογῆς. Θά μᾶς φαινόταν ἐξωφρενικός. Γιατί ἐδῶ οἱ εἰκόνες ὑπακοῦνε σέ μιά καθαρά ποιητική, δηλαδή ἄλογη, ἀρχιτεκτονική, πού δέν εἶναι, καθώς μοῦ φαίνεται, διόλου ἀντίθετη μήτε μέ ‘‘βαθύτερη ἀρχή τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος’’ μήτε καί τῆς ‘‘ἑλληνικῆς ὡραιότητας…’’»[7]
Ἕνα ἄλλο δεῖγμα τώρα ἀπό τήν προσωπική πάντα ποίηση· τό ποίημα τοῦ Μίλτου Σαχτούρη, «Τό περιστέρι»:

Ἀπό δῶ θά περνοῦσε τό περιστέρι
Εἶχαν ἀνάψει δαδιά γύρω στούς δρόμους
ἄλλοι ἄνθρωποι φυλάγαν στίς δεντροστοιχίες
παιδιά κρατοῦσαν στά χέρια σημαιοῦλες
περνοῦσαν οἱ ὧρες κι ἄρχισε νά βρέχει
ἔπειτα σκοτείνιασε ὅλος ὁ οὐρανός
μιά ἀστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
καί ἄνοιξε ἡ κραυγή στό στόμα τοῦ ἀνθρώπου

τότε τό ἄσπρο περιστέρι μ᾿ ἄγρια δόντια
σά σκύλος οὔρλιαξε μέσα στή νύχτα[8]

Νά σημειώσω ἁπλῶς πώς τό ποίημα αὐτό, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τήν τέταρτη συλλογή τοῦ ποιητῆ, τή συλλογή, Ὅταν σᾶς μιλῶ (1956), δέν εἶναι ὑπερρεαλιστικό. Ἡ μεταμορφωτική ἀντιστροφή τῆς γιορταστικῆς ὑποδοχῆς  τοῦ «περιστεριοῦ» σέ ἐφιάλτη εἶναι κάτι συνηθισμένο στήν ποίηση τοῦ Σαχτούρη καί δέν ἀνήκει στή γραμμή τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ. Ἄν ἐξαιρέσουμε τή Μεταμόρφωση τοῦ Κάφκα καί κάποιες συμπτωματικές πραγματώσεις ἄλλων ποιητῶν, ἡ ἐμμονή τοῦ Σαχτούρη στή μεταμορφωτική ἀντιστροφή τῶν πραγμάτων ἀποτελεῖ δική του πρωτοβουλία. Πάντως γιά τό θέμα πού συζητῶ σημασία ἔχει ὅτι, μέ τούς παραπάνω στίχους, ἔχουμε ἄλλη μιά ποιητική πραγμάτωση χωρίς ἔλλογη δομή
Ἕνα ἀκόμα δεῖγμα ἀπό νεότερο ποιητή. Εἶναι ἡ πρώτη ἑνότητα ἀπό τό πολύστιχο ποίημα τοῦ Βύρωνα Λεοντάρη «Πρός Amager»:

Ἄνυδρο νέφος μ᾿ ἔπαιρνε τ᾿ ἀεράκι
λευκές ἐνθύμησες ἔτρεμαν στούς κροτάφους και
στούς  ὤμους γύρω ψίθυροι
σκιές ἀνάλαφρες καί τρυφερά στενάγματα
Τίποτε τό αἰσθητό δέν βάραινε
ὄχι πιά ἀγγίγματα οὔτε λόγια –οἱ ψυχές τους μόνο θλιμμένεςνά μ᾿ ἀκολουθοῦν
καί στά γυμνά μου πόδια ἡ χόρτος τῶν ἡμερῶν τοῦ ᾿60
δακρυσμένη[9]

Ὁ Λεοντάρης εἶναι ἀπό τούς πιό στοχαστικούς ποιητές μας. Τόσο πού θά μποροῦσε νά τόν ἀντιπαραθέσει κάποιος στήν ἄποψη ὅτι τό ἄλογο εἶναι «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ» στήν ποίηση. Ὅμως ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικότερα καί πιό λεπτόλογα τά κείμενά του, ἰδίως τίς ὑστερότερες συλλογές του, βλέπουμε πώς τό ἄλογο διατρέχει ὅλη τή δουλειά του.
Κι ἕνα τελευταῖο δεῖγμα ἀπό ἀκόμα νεότερο ποιητή, τό λιγόστιχο, «Ὁ Διορθωτής», τοῦ Γιάννη Πατίλη:

Φύσαγε δυνατός ἀέρας καί δέν ἄκουγε·
ἡ σκάλα ἔτριζε δαιμονισμένα καί κατέβαινε
ἀπό τήν πίσω ὄψη ἑνός πανύψηλου
καί σκοτεινοῦ κτιρίου

Κάποιοι τόν κυνηγοῦσαν πού δέν φαίνονταν·
μόνη ἔγνοια λίγες τελευταῖες διορθώσεις
σ᾿ ἕνα παλιό κιτρινισμένο δακτυλόγραφο
«Ἡ κολλεκτίβα τοῦ πόνου» ἀγνώστου συγγραφέως[10]

Ὁ Πατίλης, ὅπως καί ὁ Λεοντάρης, εἶναι ἀπό τούς πιό στοχαστικούς ποιητές μας. Τό ποίημα ὡστόσο πού μόλις διάβασα δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά τό ποῦμε στοχαστικό ούτε, πολύ περισσότερο, ἔλλογης ὑφῆς. Τό πολύ πολύ θά ἔλεγε κανείς γενικά πώς μᾶς δίνει τήν ἄλογη αἴσθηση ἑνός ὀνείρου.

Οἱ δεῖκτες πού προανάφερα δέν εἶναι βέβαια οἱ μοναδικοί πού ἔχει τή εὐχέρεια νά ἐντοπίσει κανείς στή νεοελληνική ποίηση. Σέ κάποια κλίμακα τούς συναντοῦμε σέ ὅλα τά ἀξιόλογα ποιήματα. Ἡ σημασία αὐτῶν πού προανάφερα εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτική γιά τίς ἐκφραστικές δυνατότητες πού ἔχει ἡ ποίηση στό θέμα τοῦ ἄλογου. Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς, γιατί νά δίνουμε τόση σημασία σ᾿ αὐτές τίς δυνατότητες ἤ, ἀλλιῶς, γιατί εἶναι σημαντικό νά ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἐκφραστικές δυνατότητες στόν ποιητικό λόγο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: διότι τό ἄλογο ἔχει νά κάνει μέ τό ἀχανές ὑπόγειο ὀντολογικό μας σύμπαν καί ποίηση χωρίς ὀντολογικό περιεχόμενο δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ.

* Εἰσήγηση στό Τριακοστό Τρίτο Συμπόσιο Ποίησης (5-7 Ἰουλίου 2013), μέ θέμα «Ποίηση καί ἀλογία», ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν στό Συνεδριακό καί Πολιτιστικό Κέντρο τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Νικολάου Γ. Πολίτη, Δημοτικά τραγούδια, (Ἐκλογαί ἀπό τά τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ), Ἐκδόσεις «Παράδοση», χ.χ., σ. 248.

[2] Ὅ.π., σ. 189.

[3] Δονύσιος Σολωμός, Ἅπαντα, τόμος πρῶτος, ἐπιμέλεια-σημειώσεις Λίνου Πολίτη, Ε΄ἔκδοση, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1986, σ.245.

[4] Ρῶμος Φιλύρας, Ἅπαντα, κριιτική εἰσαγωγή Αἰμίλιου Χουρμούζιου, Γκοβόστης, Ἀθήνα 1939, σ. 73.

[5] Νίκος Ἐγγονόπουλος, Μήν ὁμιλεῖτε εἰς τόν ὁδηγόν. Τά κλειδοκύμβαλα τῆς σιωπῆς, δευτέρα ἔκδοσις. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1966, σσ. 73-74.

[6] Γιῶργος Σεφέρης, Δοκιμές, πρῶτος τόμος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1974, σσ. 86-87.

[7] Ὅ.π., σ. 87.

[8] Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος, Ἀθήνα 1977, σ. 116.

[9] Βύρων Λεοντάρης, Ἐν γῆ ἀλμυρᾶ, Ἔρασμος, Ἀθήνα 1996, σ. 15.

[10] Γιάννης Πατίλης, Ἀκτή Καλλιμασιώτη καί ἄλλα ποιήματα, Ὕψηλον/βιβλία, σ. 9.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.