Μικρή εἰσαγωγή στήν ποίηση τοῦ Γιώργου Σαραντάρη

 

 

Μικρή εἰσαγωγή στήν ποίηση τοῦ Γιώργου Σαραντάρη*      

                                 (1908-1941)

       Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 1908. Ἀπό τό 1912 ὥς τό 1931 ἔζησε στήν Ἰταλία, ὅπου ἐγκαταστάθηκαν οἱ γονεῖς του. Ἐκεῖ ἔκανε τίς ἐγκύκλιες σπουδές του καί μετά σπούδασε νομικά. Τό 1931 ἦρθε στή Ἑλλάδα φέρνοντας μιά ρηξικέλευθη, δηλαδή ἀκραία, μοντερνιστική ἀντίληψη γιά τήν ποίηση. Ἦταν αὐτός πού συμπαραστάθηκε στά πρῶτα βήματα τοῦ Ἐλύτη. Ἡ ποίησή του, ἀπό ὁρισμένη ἄποψη, εἶναι γιά πολλούς δυσκολοπλησίαστη. Κυρίως γιατί ὁ λόγος της εἶναι ἐλλειπτικός καί γιατί δέν παρουσιάζει τά ἐξωτερικά γνωρίσματα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης. Πρόκειται ὡστόσο γιά ἕναν ἀπό τούς σημαντικότερους ποιητές πού ἐμφανίστηκαν τή δεκαετία τοῦ 1930.
     Σήμερα θά ἀναφερθῶ στόν δεύτερο παράγοντα πού κάνει  «δύσκολα» τά ποιήματα τοῦ Σαραντάρη. Στό γεγονός ὅτι άπουσιάζουν ἀπό τήν ποίησή του τά ἐξωτερικά γνωρίσματα πού ἀπαντοῦν στήν παραδοσιακή ποίηση. Δηλαδή τά ἀκόλουθα:
α) Ἀπουσιάζει τό θέμα ἤ μύθος ἤ ἱστορία πού παρουσιάζουν τά κείμενα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης. Παράδειγμα τό ποίημα τοῦ Γ. Δροσίνη «Ἡ μυγδαλιά».

          Ἐκούνησε τήν ἀνθισμένη μυγδαλιά
                   με τά χεράκια της
           καί γέμισ᾿ ἀπό ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιά
                  καί τά μαλλάκια της.

               

                Ἄχ! χιονισμένη σάν τήν εἶδα τήν τρελλή,
γλυκά τή φίλησα,
τῆς τίναξα τά ἄνθη ἀπό τήν κεφαλή
κι ἔτσι τῆς μίλησα: …

        Ἤ τό ποίημα «Ὁ Μιχαλιός» τοῦ Κ. Καρυωτάκη.

             Τό Μιχαλιό τόν πήρανε στρατιώτη.
             Καμαρωτά ξεκίνησε κι ὡραῖα
               μέ τό Μαρή καί μέ τόν Παναγιώτη.
              Δέ μπόρεσε νά μάθει κάν τό «ἐπ᾿ ὤμου»
               ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κύρ-Δεκανέα,
               ἄσε με νά γυρίσω στό χωριό μου».

              Τόν  ἄλλο χρόνο, στό νοσοκομεῖο
ἀμίλητος τόν οὐρανό κοιτοῦσε.
Ἐκάρφωνε πέρα, σ᾿ ἕνα σημεῖο,
τό βλέμμα του νοσταλγικό καί πράο,
σά νά ᾿λεγε, σα νά παρακαλοῦσε:
«Ἀφῆστε με στό σπίτι μου νά πάω…»

 Ἤ τό ποίημα «Τό κέντημα τοῦ μαντιλιοῦ» τοῦ Κρυστάλλη.

              Στήν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ ξανθή κάθεται κόρη
              κι ὡριόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντίλι,
              μαντίλι τοῦ γαμπροῦ, τοῦ γάμου της κανίσκι…

 

Αὐτά τά παραδοσιακά ποιήματα, ὅπως ὅλα τά παραδοσιακά, ἔχουν θέμα, μᾶς λένε δηλαδή μιά ἱστοριούλα. Τά ποιήματα τοῦ Σαραντάρη δέν ἔχουν θέμα. Ἄν πάει κανείς νά τά συναντήσει ἀπό τήν πλευρά τοῦ θέματος, θά συναντήσει κλειστές πόρτες.
       β) Τό δεύτερο ἐξωτερικό γνώρισμα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης εἶναι ἡ λογική συνέπεια τῆς δομῆς. Ὑπάρχει ἕνα λογικός εἱρμός στή διατύπωση τοῦ θέματος.  Ἐδῶ, ὅπως καί στό θέμα, ἔχουμε ὁρισμένη σύμβαση. Τή σύμβαση ὅτι τά πράγματα ὀφείλουν νά ἐκφραστοῦν κατά λογική συνέπεια. Πολλοί λένε ὅτι δέν καταλαβαίνουμε τήν μοντερνιστική ποίηση. Κι ἔχουν δίκιο, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἄδικο. Γιατί τή μοντερνιστική ποίηση λιγότερο τήν καταλαβαίνει κανείς καί περισσότερο τήν αἰσθάνεται. Ἡ ποίηση τοῦ Σαραντάρη, ἐπειδή δέν ἔχει ούτε θέμα οὔτε λογική θεματική δομή, δέν εἶναι νοητή κατά τό πρότυπο τῆς παραδοσιακῆς ποίησης. Ἀντίθετα εἶναι ποίηση κυρίως ἄλογη -θά ἐξηγήσω παρακάτω τί σημαίνει αὐτό.
       γ) Τό τρίτο ἐξωτερικό γνώρισμα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης εἶναι τό μέτρο καί ἡ ὁμοιοκαταληξία. Στίχοι ἰσοσύλλαβοι (ἐνδεκασύλλαβοι, δεκαπεντασύλλαβοι, κλ.π.), ἰαμβικοί, τροχαϊκοί, ἀνάπαιστοι, κ.λπ., μέ διάφορους συνδυασμούς ὁμοιοκαταξίας (σταυρωτή, πλεχτή, κ.λπ.). Στόν Σαραντάρη δέν ἔχουμε οὔτε μέτρο οὔτε ὁμοιοκαταληξία. Ὁ ποιητής χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερο στίχο.
Θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς ἄν, τελικά, διατηρεῖ κάτι ὁ Σαραντάρης ἀπό τήν παραδοσιακή ποίηση. Ναί, διατηρεῖ, ὅπως ὅλη ἡ μοντερνική ποίηση, διατηρεῖ τόν ρυθμό. Ἀλλά ρυθμό ἔχουν καί τά πεζά γραφτά. Κι ἕνας δικηγόρος πού μιλάει στό δικαστήριο, μιλάει μέ κάποιο ρυθμό. Ὁ ρυθμός ἀνήκει στή φύση τοῦ ἀνθρώπου, ρυθμό ἔχει ἡ ἀναπνοή μας, ἡ καρδιά μας, τό ἔντερό μας, ὁ λόγος μας, ὁ χορός, τά τραγούδια μας. Ρυθμό ἔχει ἡ κίνηση τῆς Γῆς. Ρυθμό ἔχει, ἀπ᾿ ὅσο γνωρίζουμε, καί τό σύμπαν.

 Ἔχει γίνει πολλή συζήτηση ἄν τά ἐξωτερικά γνωρίσματα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης (θέμα, λογικός εἱρμός, μέτρο, ὁμοιοκαταληξία) εἶναι γνωρίσματα καθαυτό ποιητικά. Σήμερα ἔχει γίνει κοινή συνείδηση πώς εἶναι βοηθητικά στοιχεῖα, ἀλλά ὄχι καθαυτό ποιητικά. Γιά νά μήν χαθοῦμε σέ θεωρητικές συλλογισμούς, ἄς δοῦμε τό ζήτημα αὐτό ἔμπειρικά. Ὅταν ἀκοῦμε ἔνα ἀηδόνι νά κελαηδάει ἤ καλύτερα ἕναν κότσυφα, πού κελαηδάει μελωδικότερα, κάτι αἰσθανόμαστε. Αὐτό τό κάτι δέν ἔχει οὔτε θέμα, οὕτε λογικό εἱρμό, οὔτε μέτρο. Ὅταν βλέπουμε ἕνα ἡλιοβασίλεμα καί αἰσθανόμαστε κάτι, αὐτό τό κάτι δέν ἔχει θέμα, λογική καί μέτρο. Ὅταν κοιτάζουμε, τώρα τό Φθινόπωρο, μιά δασωμένη, πολύχρωμη, πλαγιά στό Ζαγόρι, ὅ,τι αἰσθανόμαστε δέν ἔχει θέμα, λογική καί μέτρο. Τί συμβαίνει σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις; Ἁπλούστατα, ὁ ἀντίκτυπος μέσα μας, ἀπό τίς ἐξωτερικές ἐντυπώσεις, δέν ἔχει θεματική καί λογική δομή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀντίκτυπος αὐτός δέν γίνεται αἰσθητός μέ θεματική καί λογική μορφή. Ἔχει ὅμως κάποια μορφή. Εἶναι ἡ μορφή τοῦ ἄλογου στοιχείου πού ἔχει μεγάλο μερίδιο, δηλαδή κυριαρχικό, στήν ἐσωτερική ζωή μας. Ἄν τώρα κάποιος ποιητής, ἤ μουσικός ἤ ζωγράφος καταφέρει, μέ τά μέσα του ὁ καθένας, νά ἐκφράσει αὐτόν τόν ἄλογο, ἐσωτερικό, ἀντίκτυπο, φτάνουμε στή γέννηση ἑνός καλλιτεχνικοῦ ἔργου. Ὅλοι μας ζοῦμε καθημερινά τίς παρορμήσεις αὐτοῦ τοῦ ἄλογου. Ὅλοι μας κάποτε ἐρωτευτήκαμε. Τό ἐρωτικό συναίσθημα δέν ἔχει οὔτε θεματική μορφή οὔτε λογική. Ὅπως δέν ἔχει ὅλος ὁ συναισθηματικός κόσμος μας. Δέν εἶναι προνόμιο τῶν καλλιτεχνῶν αὐτές οἱ καταστάσεις. Ἁπλῶς ἐκεῖνοι δέν τίς αἰσθάνονται μόνο, ἀλλά καί τίς ἐκφράζουν. Δέν θά ξεχάσω ποτέ μιά ἐμπειρία τῆς νεανικῆς μου ζωῆς. Εἶχα πάει  στά πρόβατα στό βουνό. Τό βράδι, πού σκάρισε τό κοπάδι νά βοσκήσει, ἐμένα τόν «μικρό», μέ ἄφησαν οἱ μεγάλοι στή στάνη. Ἦταν νύχτα καλοκαιρινή, χωρίς φεγγάρι, ἀλλά ξάστερη. Ξαφνικά, μέσα στή νυχτερινή μοναξιά μου, κάτι ἀκούστηκε ἀπό τήν ἀπέναντι πλαγιά. Κάτι πού, τήν πρώτη στιγμή τό ἔνιωσα σάν μήνυμα συντροφιᾶς,  ἔπειτα ὅμως μέ συνεπῆρε ἡ γοητεία του. Τί ἦταν; Ἦταν τό κάπως μελαγχολικό παίξιμο μιᾶς φλογέρας. Ἔμεινα νά τήν άκούω συνεπαρμένος, ὥσπου σώπασε. Ἔκτοτε ἔχω ἀκούσει πολλῶν εἰδῶν μουσικές -κλασική μουσική, παλιά δημοτικά ἠπειρώτικα, νησιώτικα δημοτικά, λαϊκά τραγούδια, σύγχρονα ἔντεχνα. Ὅμως ὁ ἄλογος καϋμός τόν ὁποῖο ἐξέφραζε ἐκείνη τή νύχτα ὁ ἀσπούδαχτος καί ἀγράμματος βοσκός δέν νομίζω πώς ἔχει ξεπεραστεῖ. Τό ξαναλέω: ὅλοι μας ζοῦμε ἔντονες ἐσωτερικές καταστάσεις, εἴτε συνειδητά εἴτε ἀσυνείδητα. Ἀρκεῖ νά τίς ἀνιχνεύσουμε μέ τήν ἔσω ὅραση, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας ἤ, ὅπως λέγεται ἀλλιῶς, μέ ὅργανο τήν ἐνόρασή μας. Ἄς σημειωθεῖ πώς ἡ ἐσωτερική μας ζωή ἀναλογεῖ στόν βυθισμένο ὄγκο τοῦ παγόβουνου, ἐνῶ ἡ ἐξωτερική, ἄς τήν ποῦμε συνειδητή, μόλις στό ὁρατό μέρος τοῦ παγόβουνου.
Ἔρχομαι τώρα στόν Σαραντάρη, ἕναν ποιητή τόν ὁποῖο ἀρχικά τόν πρόσεξαν ἰδιαίτερα ὁ Ο. Ἐλύτης (γιά τόν ὁποῖο ὑπῆρξε ἡ πνευματική του μαμή) καί Ν. Γ. Πεντζίκης. Πιό πολύ ὁ δεύτερος πού ἦταν μιά προσωπικότητα εὐρύτερη ἀπό τόν Ἐλύτη καί τό μάτι του ἔκοβε περισσότερο. Ἐξαιτίας τοῦ Πεντζίκη, πού ἦταν Θεσσαλονικιός, ὁ Σαραντάρης ἀγάπησε τή Θεσσαλονίκη καί πήγαινε ἐκεῖ κάθε φθινόπωρο. Ἀρχικά τόν πρόσεξαν τόν ποιητή κυρίως αὐτοί οἱ δυό καί πολύ λιγότερο κάποιοι ἄλλοι. Ἔπειτα ἔπεσε κάπως σέ λήθη. Ὅμως τά τελευταῖα 30 χρόνια ἔρχεται ὁλοένα καί περισσότερο στήν ἐπιφάνεια. Βιβλία βγαίνουν γιά τόν ποητή, διδακτορικές διατριβές ἐκπονοῦνται, ἀφιερώματα περιοδικῶν γίνονται, ἐκδηλώσεις ὀργανώνονται, ἀθρόες βιβλιογραφικές παραπομπές σημειώνονται, σωματεῖο μελέτης τοῦ ἔργου του ἔχει συσταθεῖ…
Ἡ ποίηση τοῦ Σαραντάρη, ὅπως παροανάφερα, δέν ἔχει τά ἐξωτερικά γνωρίσματα τῆς παραδοσιακῆς ποίησης. Ὅ,τι ἐπιδιώκει νά ἐκφράσει εἶναι κυρίως ἐσωτερικές στιγμές μέ ἀνιχνευτικό ὄργανο τήν ἐνόραση. Θά μπορούσαμε νά τή χαρακτηρίσουμε ἐπιγραμματικά ὡς  ἐνορατική ποίηση. Θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς: ἀπό αὐτή τήν ἐνορατική ποίηση ἔχει ἀποκλειστεῖ ὁ στοχασμός; Ὄχι, δέν ἔχει ἀποκλειστεῖ, ἀλλά ὁ βαθύς στοχασμός, πηγάζει ἀπό τήν ἴδια πηγή πού πηγάζει τό ἄλογο: ἐκεῖ πού ἔχουν τήν ἕδρα τους τά ἔνστικτα, οἱ παρορμήσεις, οἱ θυμικές καταστάσεις, ἡ ἐπιθετικότητα, ἡ ἀγάπη…  Ἀπό τά βαθιά στρώματα δηλαδή τοῦ εἶναι μας. Ἄς ἔρθουμε ὅμως στά κείμενα. Διαβάζω:

        Εἴταν γυναίκα, εἴταν ὄνειρο, εἴτανε καί τά δυό
       Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νά τή δῶ στά μάτια
       Ἀλλά τῆς φιλοῦσα τό στόμα τήν κράταγα
Σάν νά εἴταν ἄνεμος καί νά εἴταν σάρκα
Μούλεγε πώς μ᾿ ἀγαποῦσε, ἀλλά δέν τό ἄκουγα καθαρ
        Μούλεγε, πώς πονοῦσε νά ζῆ μαζί μου
       Εἴταν ὠχρή καί κάποτε ἔτρεμα γιά τό χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τήν ὑγεία της σά δική μου   ὑγεία.

        Ὅπως βλέπετε αὐτοί οἱ στίχοι παρουσιάζουν μιά ἰσχνότατη θεματική καί λογική συγκρότηση, ἀλλά ὄχι σαφή θεματική καί λογική συνέπεια.  Μολαταῦτα κάπως μᾶς μιλᾶνε γιά μιά ὀνειρική κατάσταση. Τούς νιώθουμε, ὅσο τούς νιώθουμε ὁ καθένας μας, ἀλλά δέν τούς καταλαβαίνουμε καί τόσο λογικά. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος πρέπει νά πῶ ὅτι ἡ ποιητική μέθεξη, ἡ σχέση μας μέ τήν ποίηση, εἶναι στενά προσωπική ὑπόθεση. Καθηγητάδες καί παρακαθηγητάδες ἐδῶ δέν ἔχουν λόγο. Δέν γίνεται νά μᾶς ταΐσει κανένας σοφός τήν ποίηση, τή μουσική καί τή ζωγραφική, μέ τό κουτάλι. Ὁ καθένας μας πηγαίνει πρός τίς καλλιτεχνικές μορφές μέ βάση τίς ἐμπειρίες του, τήν ἰδιοσυγκρασία του καί τήν παιδεία του. Ἄλλο ἕνα κείμενο:

              Ζεστή ἀνάσα τοῦ βουνοῦ
               Κάθομ᾿ ἐδῶ πού κεληδοῦν τ᾿ ἀστέρια
               Κι ἔχει τό χῶμα μιά περίεργη ἰδέα
               Σά νά μή θέλει νά γλυστρήσει κάπου
               Σά νά μή θέλει νά μέ ἀφήσει μόνο.

        Κελαηδοῦν τ᾿ ἀστέρια; Ὄχι δέν κελαηδοῦν. Ἔχει ἰδέες τό χῶμα; Ὄχι δέν ἔχει. Θά μποροῦσε κανείς νά δώσει πάνω σ᾿ αὐτά κάποιες λογικές ἐξηγήσεις. Ὅτι π.χ. τά ἀστέρια κελαηδοῦν σάν τά πουλιά πού ἄκουσε στό βουνό ὁ ποιητής τή μέρα, ὅτι συνεπῶς πρόκειται γιά μιά μεταφορά. Κι ὅτι, ἐπίσης, ἡ προσωποποίηση τοῦ χώματος δέν εἶναι κάτι πολύ παράξενο. Ὅμως προτιμῶ νά μήν τό δοῦμε ἔτσι, ἀλλά σάν μιά ἐνορατική στιγμή τοῦ ποιητῆ μέ τήν ὁποία ἐκφράζει τόν ἑαυτό του. Εἶναι μιά στιγμή εὐφορίας, στιγμή εὐφροσύνης, κατά τήν ὁποία αἰσθάνεται ὅτι μετέχει στήν κατάστασή του τό φυσικό περιβάλλον. Ἄν λέει ἤ δέν λέει τίποτα σ᾿ ἕναν ἀναγνώστη εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀρκεῖ ὁ ἀναγνώστης νά μήν εἶναι λογικά προκατειλημμένος, νά μήν διαβάζει μέ προσχηματισμένες ἀντιλήψεις γιά τό τί εἶναι καί τί δέν εἶναι ποίηση. Ἔνας ἀπροκατάληπτος ἀναγνώστης, πού διαβάζει τούς παραπάνω στίχους, ἔχει ὅλο τό δικαίωμα νά πεῖ ὅτι αὐτοί οἱ στίχοι δέν μοῦ λένε τίποτα. Ἄλλωστε δέν εἶναι ὑποχρεωτικό νά μᾶς ἀρέσουν ὅλα τά ποιήματα κι ὅλοι οἱ ποιητές. Καί τό καλύτερο εἶναι νά διαβάζουμε λογοτέχνες πού εἶναι ἀπό ἄποψη ἰδιοσυγκρασίας κοντά σέ μᾶς. Λογοτέχνες πού μᾶς πηγαίνουν, πού τούς νιώθουμε οἰκείους. Τά ποιήματα εἶναι σάν ἐλεύθερα μηνύματα, ἄν τύχει νά τά συναντήσουμε καί κάτι μᾶς λένε, ἔχει καλῶς, ἄν ὄχι δέν δίνουμε σημασία. Ἄλλο ἕνα κείμενο:

                 Εἴταν μιά μέρα γελαστή
               Πού τή χορεύαν ὅλο
               Ἕνας σοφός μᾶς ἄκουγε ξανά
                Νά λέμε παραμύθια
               Εἴταν καιρός πού ἄνοιγε ἡ καρδιά
               Καί μπαίναν τά λουλούδια
               Ἐκελαϊδοῦσαν ὅλο πιό γλυκά
               Τά σύννεφα στά δέντρα
              Κι εἴταν μιά τρέλλα τά πουλι
               Πού ἀκούμπαγαν στήν πλάση. 

       Αὐτοί οἱ στίχοι μᾶς δίνουν μιά αἴσθηση εὐδιαθεσίας, πιό ἐμφαντικά ἀπό τούς προηγούμενους. «Εἴταν καιρός πού ἄνοιγε ἡ καρδιά / Καί μπαίναν τά λουλούδια». Τό δίστιχο αὐτό μᾶλλον δέν χρειάζονται σχόλια. Ἄν καί δέν ἔχει λογική βάση, εὔκολα τό δεχόμαστε. Τό ἑπόμενο δίστιχο ὅμως: «Ἐκελαϊδοῦσαν ὅλο πιό γλυκά / τά σύννεφα στά δέντρα». Μᾶς φαίνεται κάπως ἀφύσικο. Λές καί τά σύννεφα κάθονται πάνω στά δέντρα, ὅπως κάθονται τά πουλιά. Θέλω νά πῶ πάλι πώς ἡ στάση τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι πρός τά ἔξω, δέν περιγράφει τή φύση. Ἀπλῶς, σύμφωνα μέ τή διάθεσή του, μᾶς δίνει πινελιές ἀπό αὐτό πού συμβαίνει μέσα του. Ἔτσι νιώθει, ἔτσι ἐκφράζεται. Μέ τήν εὐκαιρία θέλω νά διευκρινίσω πώς ὁ Σαραντάρης δέν ἦταν ὑπερρεαλιστής, δέν εἶχε καμιά σχέση μέ τόν σουρρεαλισμό. Ἡ ποίησή του, ὅπως ἔχω πεῖ, ἔχει στενή σχέση μόνο μέ τόν μοντερνισμό. Κι ἄλλο ἕνα ποίημα. Ἐπιγράφεται «Ἡ πράξη τῆς αὐγῆς»:

                Ἡ πράξη τῆς αὐγῆς ἔγινε χωρίς αἷμα
               Μήτε χύθηκαν δάκρυα
               Μονάχα ὁ κρίνος μιᾶς φωνῆς
               Ἐγέμισε τ᾿ αὐτιά μας
              Ὕστερα τά χέρια μας δέν ἔπιασαν τίποτα
               Ἀλλά τά μάτια μας τρέχανε
               Ὅπως τρέχει ὁ ἥλιος.

        Αὐτοί οἱ στίχοι μᾶς δίνουν μᾶλλον τό αἵσθημα μιᾶς πρωινῆς συγκινητικῆς στιγμῆς, ἴσως ἀπό κάποιον ἀποχωρισμό. Δέν θά ἐπιμείνω. Κάτι ἄλλο τώρα. Ἄν  τούς δεῖ κάποιος τυπωμένους, θά διαπιστώσει ὅτι,  ὅπως συμβαίνει καί μ᾿  ὅλους τούς προηγούμενους στίχους, δέν ἔχουν σημεῖα στίξης (κόμματα, ἄνω τελεῖες, θαυμαστικά, κάτω τελεῖες, ἐρωτηματικά, ἀποσιωπητικά). Ἐκτός ἀπό μιά τελεία ἐκεῖ πού τελειώνουν. Γιατί τάχα; Ἔχει κανένα νόημα αὐτή ἡ τακτική; Νομίζω πώς ἔχει κάποια σημασία. Ἐννοῶ ὅτι θέλει νά δώσει ρευστότητα στή συνολική ροή τῶν ἐκφραζόμενων. Ὅτι, συνεπῶς, οἱ στίχοι συνιστοῦν ἕνα ρευστό ὅλο, χωρίς διακοπές, χωρίς γέφυρες μεταξύ τους, ἀλλά σάν ἕνα συνεχόμενο ἐκφραστικό ρεῦμα, τό ὁποῖο μπορεῖ νά διαβάσει κανείς μέ μιά ἀναπνοή. Ἔτσι ὥστε ὁ πρῶτος, ἄς ποῦμε,  στίχος νά προβάλλει πάνω στόν δεύτερο, στόν τρίτο καί σ᾿ ὅλους τούς ὑπόλοιπους. Νά τούς φορτίσει μέ τή σημασία του καί νά φορτιστεῖ ἀμοιβαῖα  ἀπό αὐτούς. Ἄρα ὁ πρῶτος μέ τόν τελευταῖο ἀλληλοφορτίζονται, καθώς καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Αὐτό συμβαίνει γενικά στήν ποίηση, τόσο στήν παραδοσιακή, ὅσο καί στή μοντέρνα. Ἀπλῶς ὑπάρχει διαφορά βαθμοῦ. Ἐννοῶ ὅτι στή μοντερνιστική ποίηση συμβαίνει πολύ περισσότερο ἀπό τήν παραδοσιακή. Κι ὁ Σαραντάρης τό τονίζει αὐτό καί μέ τόν τρόπο πού παραθέτει τούς στίχους σάν ἀδιάκοπη συνέχεια. Κι ἕνα τελευταῖο ποίημα:

                Ἔξω στήν ἄνοιξη ἔξω στό πανηγύρι
               Μέ μαλλιά ξέπλεκα
                Μέ χέρια πού ἅρπαξαν τά πουλιά
              Μέ λαιμούς πού ἔπιναν
               Χρώματα καί οὐράνια νερά
               Μέ χαρισμένη ὅλην τήν καρδι
                Πού ὅμως δέν χώριζε ἀπό τό σῶμα,
               Τά φυτά τῆς γῆς ἀποροῦσαν
               Ἔρριχναν στά δικά τους σπλάχνα ματιές
               Νά βροῦν τό μύχιον καί χαμένον ὄλβο

       Ἐδῶ ἔχουμε κάτι σάν γιορταστικό ξεφάντωμα. Μιά στιγμή γεμάτη αἰσιοδοξία καί ψυχική ἔξαρση. Μᾶς θυμίζει κάπως ἀνάλογες στιγμές ἀπό τήν ποίηση τοῦ Διονύσιου Σολωμοῦ.
        Προτοῦ νά τελειώσω θέλω νά πῶ πώς ὅσα εἶπα ἀφοροῦν τή μία πτυχή τῆς σαρανταρικῆς ποίησης: τήν αἰσθαντική. Μιά δεύτερη πτυχή ἔχει νά κάνει μέ τή φιλοσοφική κλίση τοῦ ποιητῆ. Γιατί ὁ Σαραντάρης ἦταν καί φιλόσοφος. Ἦταν αὐτός πού εἰσηγήθηκε, μέ τρία δοκίμια, τή φιλοσοφία τοῦ ὑπαρξισμοῦ στήν Ἑλλάδα. Τότε, τή δεκαετία τοῦ 1930, πού στήν Ἀθήνα δέν ἦταν κάν γνωστή ἡ λέξη ὑπαρξισμός μέ τή σημασία τῆς σύγχρονης φιλοσοφικῆς ἀντίληψης. Ἐκτός ἀπό φιλόσοφος ἦταν καί Χριστιανός. Ἀλλά μέ τήν ὑπαρξιακή ἔννοια. Αὐτή πού πρότεινε ὁ Ἱερός Αὐγουστίνος, ὁ Δανός Σέρεν Κίγκερκωρ, ὁ Μάρτιν Χάιντεγκερ καί ἄλλοι. Σύμφωνα μέ τήν ἔννοια αὐτή τόν Θεό δέν τόν συναντάει κανείς στή ἐκκλησία, οὔτε εἶναι κοινά δεδομένη ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ σχέση μέ τόν Θεό εἶναι προσωπική ὑπόθεση. Τόν συναντάει κανείς ἤ ὄχι μέσα ἀπό ἐρωτήματα, ἀμφιβολίες καί βαθιές προσωπικές δοκιμασίες. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ὅπως ἡ σχέση μας μέ τήν ποίηση εἶναι προσωπική ὑπόθεση, τό ἴδιο εἶναι καί ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό. Ἄρα δέν μιλοῦμε γιά ἕναν κοινό Θεό, ἀλλά γιά μιά προσωπική ἀνακάλυψη τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι.

                                                            Γιῶργος Ἀράγης

                                                               17/10/2013

 

        * Διαβάστηκε τήν 27/10/2013, στήν ἐκδήλωση γιά τόν Σαραντάρη, πού ὀργάνωσε στό χωριό Λάιστα, στό Ζαγόρι, ἡ πρόεδρος τοῦ σωματείου «Γιῶργος Σαρντάρης» Νένα Βενετσάνου.

 Ἀπό τό περιοδικό Δίοδος, τεῦχος 6, Μάρτιος 2014.                                                  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.