Κώστας Κρυστάλλης

                           Κώστας Κρυστάλλης

 

 

Ο Κώστας Κρυστάλλης, πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Κρουστάλλη και της Γιαννούλας, το γένος Καψάλλη, γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868. Έβγαλε το δημοτικό στο χωριό του και μετά κατέβηκε στα Γιάννινα, όπου εργαζόταν εμπορευόμενος ο πατέρας του. Στα Γιάννινα τελείωσε το ελληνικό και τις δυο πρώτες τάξεις του γυμνασίου στη Ζωσιμαία Σχολή και εγγράφηκε δυο άλλες χρονιές «ως κατ’ οίκον διδαχθείς». Το 1887 κυκλοφό­ρησε το επύλλιόν του Αι σκιαί του Άδου, για το οποίο την επόμενη χρονιά διώχτηκε από τις τουρκικές αρχές και κατέφυγε στην Άρτα και από εκεί στην Αθήνα. Στην Αθήνα έζησε πέντε περίπου χρόνια κατά τα οποία, κάτω από αντίξοες βιοποριστικές συνθήκες, μελετούσε και έγραφε πυρετωδώς. Πήρε μέρος δυο φορές στον Φιλαδέλφεια ποιητικό διαγωνισμό με τις συλ­λογές του Αγροτικά και Ο τραγουδιστής τον χωριού και της στάνης, και απέσπασε ισάριθμους επαίνους. Τον Μάρτη του 1894, βαριά άρρωστος από φυματίωση, πέρασε στην Κέρκυρα και από εκεί τον επόμενο μήνα στην Άρ­τα, όπου και πέθανε στο σπίτι της αδερφής του Μαρίας, στις 22.4.1894.

Έργα του σε βιβλία, όσο ζούσε.
Ποιητικά: Αι σκιαι του Άδου,1887.
Ο καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου, 1890. Αγροτικά, 1891.Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893.
Αφηγηματικά: Πεζογραφήματα. 1894.

Πέρα από αυτά άφησε ένα μεγάλο αριθμό δημοσιευμάτων του σε περιοδικά κι άλλα έντυπα τα οποία έχουν συγκεντρωθεί στις διάφορες εκδόσεις των απάντων του, από τις οποίες πληρέστερη και εγκυρότερη είναι του μελετητή και βιογράφου του Μιχαήλ Περάνθη («Εστία», Αθήνα 1952 και β’ έκδοση συμπληρωμένη, Πούντζας, Αθήνα 1959).
Μιλώντας για το έργο του Κρυστάλλη, δεν είναι δυνατό να αγνοήσει κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε. Στον τόπο όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας η κτηνοτροφία και η γεωργία δε διέφεραν, ως προς τα μέσα και τους τρόπους, από την εποχή του Ησίοδου. Εκεί, στο ορεινό χωριό του, η παιδεία του, εκτός από τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου, είχε να κάνει με τα παραμύθια, τις λαϊκές παραδόσεις, τα δημοτικά τραγούδια και ίσως κάποιες λαϊκές φυλλάδες. Το 1880, που κατέβηκε στα Γιάννινα, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με ό,τι θα λέγαμε κόσμο του πνεύματος, αλλά στο μέτρο μιας επαρχιακής, υπόδουλης ακόμα, πόλης που βρισκόταν μάλλον σε περίοδο παρακμής. Φτάνοντας στην Αθήνα το 1889 γνώρισε ουσιαστικά για πρώτη φορά τη σύγχρονή του λογοτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Την εποχή εκείνη λογοτεχνικό κατεστημένο ήταν ακόμη ο ρομαντισμός της πρώτης αθηναϊκής σχολής, με δημοφιλέστερο εκπρόσωπο τον Αχιλλέα Πα­ράσχο, ενώ στο γλωσσικό επίπεδο επικρατούσε ο λογιοτατισμός της καθα­ρεύουσας. Αυτά τα δυο στοιχεία δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον νεαρό Κρυστάλλη. Ήδη χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα και μερικές ποιητικές του δοκιμές ακολουθούν το ρομαντικό πρότυπο. Ήταν μόλις 20 χρονών. Η κράση του, κράση ανθρώπου αγωνιστή και αισιόδοξου, δεν ταίριαζε ιδιαί­τερα με τη ρομαντική αντίληψη για τον κόσμο. Προκαλεί ωστόσο έκπληξη το γεγονός ότι μέσα σ’ ένα χρόνο αφότου έφτασε στην Αθήνα αναθεώρησε τη σχέση του με την αθηναϊκή σχολή, για να προσανατολιστεί προς τη γενιά του, τη γενιά του 1880, και το δημοτικό τραγούδι. Μια στροφή πού δηλώ­νεται με την ποιητική συλλογή του Αγροτικά, που υποβλήθηκε το 1890 στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αν και κάτω από αφόρητες βιοπορι­στικές συνθήκες στη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων πραγματοποίησε τη δεύτερη σημαντική κατάκτηση της λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του. Εννοώ τη χειραφέτησή του από τον Βαλαωρίτη, αλλά κυρίως από το δημο­τικό τραγούδι, με την ποιητική του συλλογή Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, κάτι που δε διέφυγε από την κριτική οξυδέρκεια του Παλαμά:

«Σημείον της ποιητικής φύσεως είναι ή ταχύτηςμεθ’ ής αυτή Αναπτύσσεται  μεταβαίνουσα ώςδιά πινδαρικώναλμάτων από τάάτελέστερα εις τάτελειό­τερα. «Από τόν «Καλόγερον της Κλεισούρας», τό πρωτόπειρονδοκίμων τον Κρυστάλλη, μέχρι τά'»Αγροτικά» ήδιαφορά είναιάπειρος. Μέγαδέ πήδημακαί από τών ‘»Αγροτικών» εις τόν»Τραγουδιστήν του χωριούκαι της στά­νης»».[1]

Υπάρχουν απτά στοιχεία που δείχνουν την πορεία του Κρυστάλλη προς τον εαυτό του διαμέσου αλλά και πέρα από τη δημοτική ποίηση. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, υπάρχουν πολλοί που θεωρούν τον ποιητή απομιμητή των δημοτικών τραγουδιών, λάθος που ξεκίνησε από τον Γιάννη Αποστολάκη και διαιωνίζεται ερήμην της πραγματικότητας.

***

Η πεζογραφία του Κρυστάλλη δεν ακολούθησε ακριβῶς το δρόμο που ακολούθησε η ποίησή του. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν πέρασε από τη φάση του ρομαντισμού και δεν είχε ως αφετηρία τα δημοτικά τραγούδια, αλλά τις λαϊκές παραδόσεις. Από τις παραδόσεις αυτές δε χρειάστηκε να χειραφετηθεί με τη δυσκολία που χρειάστηκε η ποίηση από το δημοτικό τραγούδι. Η ζωή του όμως στάθηκε λίγη, η αθηναϊκή του περίοδος διάρκησε μονάχα πέντε χρόνια, κι από την άποψη αυτή το συγγραφικό του έργο, το πεζογραφικό του ιδιαίτερα, έμεινε ανολοκλήρωτο. Έτσι ο Κρυστάλλης έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ένας πεζογράφος δυνάμει. Μολαταύτα πρόλαβε να γράψει μερικά αξιόλογα πεζά, ενώ στο γλωσσικό επίπεδο η διηγηματογραφία του υπύρξε πρψτοποριακή. Αρχικά και για ένα διάστημα, τα πεζά του γράφονταν στην καθιερωμένη καθαρεύουσα της εποχής. Στή δημοτική άρχισε να γράφει αφότου οριστικοποίησε τη δημοτική στην ποίηση. Πάντως το 1992, τη γονιμότερη χρονιά για τη διηγηματογραφία του, χρησιμοποιούσε σταθερά τη δημοτική γλώσσα. Γιά να φανεί πόσο νωρίς χειραφετήθηκε ο Κρυστάλλης από την καθαρεύουσα στα πεζά του, θα παραθέσω μερικά συγκριτικά στοιχεία. Εκτός από τους ρομαντικούς Φαναριῶτες, ο Ροΐδης ὀ Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιούσαν καθαρεύουσα. Τό 1892 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή διηγημάτψν του Καρκαβίτσα γραμμένη στήν καθαρεύουσα. Τήν ἴδια χρονιά κυκλοφόρησε Ο Πατούσας του Κονδυλάκη ἐπίσης στήν καθαρεύουσα -εκτός από τους κρητικούς διαλόγους. Τί 1983 δημοσιεύτηκαν τρία διηγήματα του Βλαχογιάννη στη δημοτική και την επόμενη χρονιά οι Νησιώτικες ιστορίες του Εφταλιώτη επίσης στή δημοτική. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία αυτά, ο Κρυστάλλης, αναφορικά με την υιοθέτηση της δημοτικής στον πεζό λόγο, ήταν μεταξύ των πρωτοπόρων. Να σημειωθεί ότι ως προς την ηλικία ήταν νεότερος από τους Καρκαβίτσα, Κονδυλάκη, Βλαχογιάννη και Εφταλιώτη, πράγμα που έχει κάποια σημασία.
Λίγους μήνες πριν από το θάνατο του, τον Γενάρη του 1894, κυκλοφό­ρησε μια συλλογή διηγημάτων του, τα Πεζογραφήματα, τα οποία απαρτί­ζονται από τα επόμενα πεζά: «Η εικόνα», «Στα χαλάσματα», «Το σημείωματάρι του Γεροκαλαμένιου», «Το σουλιωτόπουλο». «Το πανηγύρι της Καστρίτσας», «Η δασκάλα», «Τα μάρμαρα». Επιπλέον σχεδίαζε να εκδώσει μια δεύτερη συλλογή με τίτλο Παλιά μου χρόνια, της οποίας τα δημοσιευ­μένα γνωστά κείμενα είναι τα εξής: «Κυρά Νίτσα», «Προπέρσινα Χριστού­γεννα», «Χαραυγούλα πρωτοχρονιάς», «Ο χωρισμός», «Οι Ζακκαίοι», «Ο γάμος της στάνης», «Η πανήγυρις της μεταμορφώσεως εν Ιωαννίνοις», «Το Πάσχα επί της Πίνδου», «Το φυλαχτό μου».[2] Πέρα από αυτά, τουλάχιστον τρία γραφτά ακόμη παρουσιάζουν αρετές λογοτεχνικών κειμένων. Είναι τα «Εις προδότης», «Εις την στάνην του Μπάρμπα μου» και «Τα Χριστούγεννα των κλεφτών». Αλλά και διάφορα άλλα έργα, που έχουν κυρίως ιστορικο- λαογραφικό χαρακτήρα, περιέχουν σελίδες που φανερώνουν πένα λογοτέ­χνη. Πάντως, με τα παραπάνω κείμενα που ξεχώρισα, έχουμε συνολικά ένα αφηγηματικό έργο από 250 περίπου πυκνοτυπωμένες σελίδες. Πρόκειται για ένα έργο, από λογοτεχνική άποψη, αρκετά άνισο, με κορυφώσεις όμως, που δίνουν το μέτρο της αφηγηματικής στόφας του συγγραφέα.

Έχω σημειώσει ήδη πως η πεζογραφία του Κρυστάλλη δεν είχε πίσω της παράδοση ανάλογη με εκείνη της ποίησης, ώστε να επηρεαστεί από αυτή. Από τ’ άλλο μέρος το λαογραφικό υλικό που είχε στη διάθεσή του ο συγγρα­φέας δεν είχε οργανωμένη λογοτεχνική μορφή, όπως η δημοτική ποίηση. Ήταν απλώς πρώτη ύλη. Έτσι, η πεζογραφία αυτή ως μορφή και ως περιε­χόμενο συνοδοιπόρησε, χωρίς να χρειαστούν επώδυνες χειραφετήσεις, με την πεζογραφία της γενιάς του 1880. Από την πλευρά αυτή, όσο κι αν φαί­νεται παράξενο, η πεζογραφία του Κρυστάλλη παρουσιάζεται περισσότερο εκσυγχρονισμένη από την ποίησή του.

Η κριτικογραφία για την πεζογραφική δουλειά του συγγραφέα είναι σχετικά περιορισμένη. Η στάση πάντως της κριτικής υπήρξε θετική έως έντονα επαινετική. Δεν έλειψαν ωστόσο και κάποιες αρνητικές φωνές. Σ’ αυτές τις τελευταίες θέλω να σταθώ, γιατί δίνουν την ευκαιρία να γίνει συ­γκεκριμένος λόγος πάνω στο έργο.
Οι βασικότερες κατηγορίες που διατυπώθηκαν είναι, νομίζω, τρεις: α) Τα θέματα των πεζών προέρχονται από τη ζωή του χωριού, με συνέπεια να είναι κοινά και ασήμαντα, β) Τα διηγήματα δεν έχουν πλοκή, γ) Αποτελούν γραφικές ηθογραφίες, που μένουν στο επίπεδο της φωτογραφικής παρου­σίασης του κόσμου τους.[3]
      Υπάρχει βέβαια αρκετή δόση κριτικής αφέλειας στις κατηγορίες αυτές, αλλά αξίζει να τις δούμε ειδικότερα.

    α)Γα θέματα προέρχονται από τη ζωή του χωριού, με συνέπεια να είναι κοινά και ασήμαντα.Πρώτα πρώτα τα θέματα από τα πεζά του Κρυστάλλη δεν προέρχονται όλα από τη ζωή του χωριού. Πέντε από τα διηγήματα που προανάφερα διαδραματίζονται στα Γιάννινα («Η εικόνα», «Το σημείωματάρι του Γεροκαλαμένιου», «Κυρά Νίτσα», «Προπέρσινα Χριστούγεννα», «Η πανήγυρις της μεταμορφώσεως εν Ιωαννίνοις»), ενώ ένα («Εις προδό­της») στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης. Πέρααπό αυτά, η άποψη ότι τα θέματα είναι ασήμαντα είναι καθεαυτή άστοχη. Στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν σημαντικά και ασήμαντα θέματα, υπάρχει μόνο λογοτεχνικός ή όχι χειρισμός των θεμάτων. Είναι δηλαδή ζήτημα οπτικής γωνίας και εκ­φραστικού αποτελέσματος. Από τα πιο ταπεινά και ασήμαντα θέματα είναι δυνατό να προκύψουν αριστουργήματα και το αντίθετο. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά και ο καθένας μπορεί να τα σκεφτεί, θυμίζω απλώς ότι τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη έχουν κατά κανόνα θέματα ταπεινά και ασήμαντα.

που τιτλοφόρησε κι αυτός ορισμένες συλλογές του Πεζογραφή­ματα: τον Γιώργο Ιωάννου. Τα κείμενα των συλλογών αυτών έχουν μηδα­μινή ή καθόλου πλοκή, κι όμως, ο συγγραφέας θεωρείται από τους αξιολογότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους.

γ) Γραφικές ηθογραφίες φωτογραφικής υφής. Αντί για άλλα σχόλια θα αναφερθώ σ’ ένα διήγημα που έχει απλοϊκό θέμα, ασήμαντη πλοκή και από πρώτη άποψη απεικονίζει «φωτογραφικά» τα εξιστορούμενά του. Πρό­κειται για το διήγημα «Στα χαλάσματα», το οποίο περιγράφει μια μπόρα που έπιασε τον αφηγητή και την παρέα του ενώ οδοιπορούσαν. Τέσσερις αγωγιάτες με δεκατρία μουλάρια κι ο αφηγητής μ΄έναν ξάδερφο του κα­βάλα σε δυο μούλες ανηφορίζουν, Αύγουστο μήνα, το δρόμο που βγάζει από τον Άραχθο στο Συρράκο. Το διήγημα αυτό έχει αρχή, μέση και ε­πίλογο. Η αρχή καλύπτει τρεις σελίδες και περιγράφει την αφόρητη ζέστη που ταλάνιζε τους οδοιπόρους, καθώς πλησίαζε το μεσημέρι. Όταν έφτα­σαν στην τοποθεσία Δυο Εκκλησιές, έκαναν στάση να φάνε και να ξαπλώ­σουν στη σκιά. Η μέση αφορά την μπόρα: τα προμηνύματα, την αρχή, το ξέσπασμα και το ξεθύμασμα, όπως τα έζησε ο αφηγητής. Είχε προπορευτεί και είχε ξεκοπεί από τους άλλους την ώρα της φουρτούνας. Ο ίδιος και το ζώο του δοκιμάστηκαν άγρια από το δυνατό αέρα, την καταρρακτώδη βρο­χή, τα νερά που σχημάτισαν χείμαρρο στο δρόμο, τις λάμψεις και τις βρο­ντές, αλλά και από έναν κεραυνό που έπεσε δίπλα τους. Όλη αυτή την ώρα το σαμάρι του ζώου είχε γείρει στην κοιλιά του και ο αφηγητής καθόταν με τα πόδια μέσα στο χείμαρρο. Τελικά απελευθέρωσε τη μούλα από το σαμάρι και την τράβηξε μαζί του να συναντήσει τους άλλους. Τους συναντάει, πα­ραβιάζουν ένα κλειστό χάνι και ανάβουν φωτιά να ζεσταθούν. Όταν στα­μάτησε η μπόρα προχώρησαν ψηλότερα, που είχε βοσκή για τα ζώα, όπου θα περνούσαν τη νύχτα γύρω από μια μεγάλη φωτιά. Η μέση καλύπτει κά­που οχτώ σελίδες. Ο επίλογος αφορά τη νύχτα γύρω από τη φωτιά ως την ώρα που αποκοιμιέται ο αφηγητής. Εκτείνεται σε πεντέμισι σελίδες και περιλαμβάνει ένα περιστατικό με έναν περαστικό γιδοβοσκό και διάφορες κουβέντες και αφηγήσεις των αγωγιατών. Ουσιαστικά, πρόκειται για την απόδοση της ώρας που συντελείται το χαλάρωμα των νεύρων από την έντα­ση της μπόρας. Υπάρχουν ακόμα λίγες φράσεις για το πρωί της άλλης μέρας, όταν φόρτωσαν τα πράματα και πέρασαν το μέρος του δρόμου που χαλούσε από τις βροχές και λεγόταν «χαλάσματα». Το διήγημα δεν παρουσιάζει μόνο εξωτερικά γεγονότα, αλλά και σκέψεις και συναισθήματα. Το σπουδαίο όμως είναι ότι περιγράφει τα γεγονότα κατά τρόπο που να αποδίνει έμμεσα τον εσωτερικό τους αντίκτυπο. Έτσι, η ένταση με την οποία δίνονται τα περιστατικά, η κορύφωση της δοκιμασίας και το υστερνό χαλάρωμα, το καθιστούν ένα κείμενο βαθύτατα βιωματικό. Όσον αφορά τώρα τα περί αφελούς θέματος, έλλειψης πλοκής και φωτογραφικής ηθογραφίας, φο­βούμαι πως δεν είναι σοβαρά συζητήσιμα. Κάτι ήξεραν οι τρεις κορυφαίοι κριτικοί της εποχής του συγγραφέα, ο Ξενόπουλος, ο Παλαμάς και ο Χα­τζόπουλος, που κράτησαν θετική στάση απέναντι στα πεζά του.

Δυο λόγια ακόμη για το ηθογραφικό υλικό. Το υλικό των λογοτεχνικών έργων εξαρτάται από το χρόνο και τον τόπο που τοποθετείται η δράση τους. Πάντως, είτε προέρχεται από τη ζωή της υπαίθρου, είτε από τη ζωή της πόλης, είτε από τη φαντασία, καθεαυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι, απλώς πρώτη ύλη κι από την άποψη αυτή δεν αποτελεί αξιολογικό παράγοντα.

***

Συμπέρασμα:
α) Ο Κρυστάλλης, αναφορικά με τη γλωσσική πρωτοβουλία στα πεζά του, υπήρξε πρωτοπόρος.
β) Άφησε ανολοκλήρωτο το έργο του και από την πλευρά αυτή παρα­μένει περισσότερο πεζογράφος δυνάμει .
γ) Πρόλαβε ωστόσο να δώσει μερικά κείμενα που δείχνουν αξιόλογο αφηγηματικό τάλαντο.

Από τό λῆμμα «Κώστας Κρυστάλλης», τῆς ἀνθολογίας, Ἡ Παλαιότερη πεζογραφί μας, τόμος Η΄, Σοκόλης, Ἀθήνα 1997.

 

 

 

 

 

 

 

  1. Μιχαήλ Περάνθης: Κρυστάλλης. Χιωτέλλης, Αθήνα 1976, σο. 120-121.

 

 

 

 

 

Η στρατιωτική ζωή ἐν Ελλαδι

 

Ο συγγραφέας του Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστος. Τα στοιχεία που παρέχει το ίδιο το βιβλίο για την ταυτότητα του είναι συζητήσιμης ιστορικής εγκυρότητας. Γιατί, αν και το έργο έχει μορφή αυτοβιογραφίας, διέπεται από τις συμβάσεις της συνθετικής αφήγησης. Συνεπώς, τα στοιχεία αυτά είναι δυνατό να είναι, μερικά ή ολικά, υποθετι­κά. Άλλωστε και το όνομα του κεντρικού ήρωα δηλώνεται ψευδώνυμα.*

Εκδόσεις:

Α’, Βραίλα της Ρουμανίας, 1870.[4]

Β’, «Γαλαξίας», Αθήνα 1970.

Γ’, «Ερμής», Αθήνα 1977 – με επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή τουMarioVitti.

 

To 1855, στην πρωτεύουσα του τότε περιορισμένου Ελληνικού Βασιλείου, δημοσιεύτηκε ο ΘάνοςΒλέκαςτον Π. Καλλιγά. Έντεκα χρόνια αργότερα, το 1866, εκδόθηκε Η πάπισσα Ιωάννα του Ε. Ροίδη. Και μετά τέσσερα χρό­νια, το 1870, στη Βραίλα της Ρουμανίας, Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι. Από τα τρία έργα, το τελευταίο φαίνεται ότι δεν είχε καμιά απήχηση στον καιρό του, ο Θάνος Βλέκας ασήμαντη, ενώ Η πάπισσα Ιωάννα εξαιρετική. Κι αυτό συνεχίστηκε και αργότερα, για έναν αιώνα περίπου, καθώς ο Θάνος Βλέκας και Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι παρέμειναν στην αφάνεια. Ο χρόνος έδει­ξε ωστόσο πως τους άξιζε καλύτερη τύχη, τόσο γι’ αυτά τα ίδια, όσο και για την εξέλιξη της πεζογραφίας μας. Σήμερα, όταν τα τοποθετούμε στην ιστο­ρική τους θέση, χρειάζεται να σκεφτόμαστε αφαιρετικά για να συνειδητο­ποιούμε ότι δεν έπαιξαν το ρόλο που τους ταίριαζε να παίξουν στην πορεία της πεζογραφίας μας. Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι ιδιαίτερα, όπως θα δούμε παρακάτω, πέρα από τη λογοτεχνική αξία της, προοιώνιζε και την πιο γόνιμη πτυχή του πεζογραφικού μας λόγου. Στον Κ. Θ. Δημαρά ανήκει η τιμή ότι την έβγαλε από την αφάνεια, αναγνωρίζοντας την αξία της και επισημαίνοντας συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά της.

Ολόκληρο το έργο αναφέρεται στη στρατιωτική θητεία ενός ομογενούς νέου και χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος ο ομογενής νέος, που δη­λώνεται με το ψευδώνυμο Ερρίκος Σκράδος, ερχόμενος από την Κωνσταντι­νούπολη, αποβιβάζεται στον Πειραιά και καταλύει στην Αθήνα. Σκοπός του είναι να καταταχτεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό, για τον οποίο τό­σα εγκωμιαστικά έχει ακούσει από το δάσκαλο του στο σχολείο. Ώσπου να καταταχτεί ζει και μελετάει τη ζωή των νέων στην Αθήνα. Τελικά εγγράφε­ται στη δύναμη του 2ου Τάγματος των Ακροβολιστών, το οποίο, μετά τα σχετικά γυμνάσια, ακολουθεί ως οπλίτης πεζικού στη Χαλκίδα. Εκεί περ­νάει αρκετό μέρος της θητείας του και αργότερα στέλνεται με το λόχο του στην Αταλάντη. Η Αταλάντη ήταν τότε έδρα λόχου με αποστολή την κατα­πολέμηση της ληστείας. Στο δεύτερο μέρος ο Ερρίκος Σκράδος συμμετέχει σε επιχειρήσεις καταδίωξης των ληστών. Γνωρίζει έτσι από κοντά την ελλη­νική ύπαιθρο, καθώς επίσης τις σχέσεις των ανθρώπων της υπαίθρου με την εξουσία — νόμιμη και παράνομη. Στο μεταξύ παίρνει μέρος σε διάφορα εξω- υπηρεσιακά συμβάντα, τυχαία ή οργανωμένα από την παρέα του. Τέλος επι­στρέφει με το λόχο του στη Χαλκίδα. Στο τρίτο και μικρότερο μέρος ο δεκα­νέας πια Σκράδος μετατίθεται στο Υπουργείο Στρατιωτικών, στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως μεταφραστής. Από τη θέση του αυτή, περατώνοντας τη θητεία του, παίρνει απολυτήριο.

***

 

Το κείμενο είναι διατυπωμένο σε πρώτο πρόσωπο και «παρουσιάζεται σαν κομμάτι αυτοβιογραφίας, αλλά με πολλά χαρακτηριστικά της δημιουργικής πεζογραφίας».[5] Ο MarioVitti θεωρεί επίσης πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα γραφτό που δεν είναι στενά αυτοβιογραφικό, αλλά μ’ ένα «αφήγημα» «με προσόντα στη δομή του που μαρτυρούν μια τάση οργανικότερης σύνθε­σης».[6] Πιστεύει πάντως ότι ο συγγραφέας του έργου είναι «ταυτόσημος με τον αφηγητή»[7] του. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς αντίθετα, με βάση εσωτερικές μαρτυρίες του κειμένου, κάνει διάκριση ανάμεσα στον αφηγητή και στον συγγραφέα του.[8] Για τη σύγχρονη αφηγηματολογία η διάκριση γενικά με­ταξύ αφηγητή και συγγραφέα αποτελεί αξίωμα. Αν θέλουμε μάλιστα να λε­πτολογήσουμε σχετικά πάνω στο συγκεκριμένο έργο, έχουμε το περιθώριο να διακρίνουμε τρεις εκδοχές προσώπων. Εκείνη του νεαρού ομογενούς που είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Εκείνη του ώριμου αφηγητή που μι­λάει μέσα στο κείμενο για τη στρατιωτική θητεία του ομογενούς νέου. Κι εκείνη του «νοητού»[9] ή υποκειμένου συγγραφέα που έγραψε με το χέρι του το κείμενο.

Για τον τελευταίο, τον «νοητό» ή υποκείμενο συγγραφέα, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, όπως συνάγεται από αρκετές μαρτυρίες, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα με εξαιρετικές πνευματικές κατακτήσεις. Κατακτήσεις που αντανακλούν θετικά στην ποιότητα του κειμένου. Τα δεδομένα που στοι­χειοθετούν τις κυριότερες από αυτές είναι τα ακόλουθα.

α) Όπως προκύπτει από πολλά σημεία ο συγγραφέας του βιβλίου, ο οποίος βρίσκεται πίσω από τον αφηγητή, είχε ασυνήθιστη παιδεία. Είχε σημαντικές γνώσεις από την Αρχαία Ελληνική και Εβραϊκή Γραμματεία (σελ. 42, 94, 121, 128, 149, 159. – Οι παραπομπές τώρα καί εφεξής στην έκδοση τον «Ερμή»), Γνώριζε ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης (σελ. 145, 163). Ήταν ακόμα σε θέση να κάνει λεπτές γραμματικές παρατηρήσεις (σελ. 191). Ήταν ακόμα σε θέση να διακρίνει και να σταθμίζει την καλλιέργεια άλλων ατόμων (σελ. 51,177, 199). κ.λπ. Το να έχει βέβαια κανείς παιδεία δε θα πει ταυτόχρονα πως έχει και αναπτυγμένη προσωπικότητα. Το σημα­ντικό με τον συγγραφέα του Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι είναι ότι δεν έχει απλώς γνώσεις, αλλά ότι είναι άτομο χειραφετημένο από την παιδεία του. Δεν είναι δέσμιος της παιδείας του, ή, αλλιώς, η παιδεία του δεν αποτελεί υπερεγώ που τον κατευθύνει έτσι ώστε να βλέπει τον κόσμο με βάση τις γνώ­σεις του. Αντίθετα είναι άνθρωπος που οι γνώσεις του δεν προβάλλουν στη θέση της ευαισθησίας του, ούτε την αμβλύνουν, αλλά μάλλον την οξύνουν. Η παιδεία του δηλαδή μπαίνει στην υπηρεσία της ευαισθησίας του, η οποία έχει πάντα τον πρώτο λόγο α όλο το κείμενο. Πράγμα που δείχνει πόσο ο συγγραφέας αυτός είχε αφομοιώσει την παιδεία του και την είχε κάνει οργα­νικό συστατικό της ιδιοσυγκρασίας του.

β) Είναι φανερό, από τον τρόπο που ο Ανώνυμος συγγραφέας περιγρά­φει την παιδική ηλικία του ομογενούς νέου και από το «με» που χρησιμοποι­εί στη θέση του «μου», ότι ο τόπος της καταγωγής του βρισκόταν έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα. Και μάλλον προερχόταν από εύπορη οικογένεια και είχε ανατραφεί σε πολιτισμένο περιβάλλον. Μολαταύτα δεν βλέπει και δεν κρίνει την ελλαδική πραγματικότητα από τη μεριά της καταγωγής του. Η όραση του είναι προσγειωμένη στα ελλαδικά δεδομένα που καθεαυτό απο­τελούν το μέτρο του καλού και του κακού. Μ’ άλλα λόγια ο Ανώνυμος συγ­γραφέας, ανάλογα προς την παιδεία του, ήταν άτομο χειραφετημένο και από τα δεδομένα της καταγωγής του.

γ) Όταν γραφόταν Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, στην Ελλάδα ήταν του συρμού η αρχαιοπρεπής καθαρεύουσα. Σ’ αυτήν γράφονταν και τα λογοτε­χνικά έργα. θα έλεγα μάλιστα πως αυτή η γλώσσα την εποχή εκείνη ήταν κάτι σαν «αυθεντία» των διανοούμενων. Τα δυό αμέσως προηγούμενα πεζά έργα, ο Θάνος Βλέκας και Η πάπισσα Ιωάννα, είναι γραμμένα σε τέτοια γλώσσα. Ο Θάνος Βλέκας ιδιαίτερα πολλές φορές αρχαΐζει σε βαθμό δυσ­νόητο. Μολαταύτα ο Ανώνυμος συγγραφέας δεν ακολούθησε τον συρμό της εποχής του. Αλλά στο σημείο τούτο θα πρέπει να δοθεί ο λόγος στον MarioVitti, ο οποίος μελέτησε εμπεριστατωμένα και λεπτόλογα τη γλώσσα που υιοθέτησε ο Ανώνυμος συγγραφέας.

«Οι θεσμοί του εκφραστικού συστήματος της επίσημης λογοτεχνίας δεν τον αγγίζουν. Όχι μόνο περιγελάει τον Ορφανίδη, βάζοντας «πέντε λύκους και (…)τρίατζακάλια, εντός δύο στίχων» (σελ. 146), αλλά βρίσκεται έξω από τους αφηγηματικούς θεσμούς της Αθήνας, που δεν δείχνουν ανεκτικότητα προς τη δημοτική και είναι υποταγμένοι σε ορισμένες συμβάσεις θανάσιμες για την προκοπή του μυθιστορήματος. Ο Υπαξιωματικός είναι ελεύθερος από ανα­στολές τέτοιου είδους.»[10]

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση του «Χειρογράφου» έχουμε μια αφήγηση που ακολουθεί πραγματικά την αυθόρμητη ροή της ομιλίας και που είναι μια καταγραφή στο χαρτί ενός πηγαίου και αδίστακτου (μη παρενοχλη­μένου από τα συμπλέγματα του γλωσσικού ζητήματος) προφορικού λόγου. Στην επιφάνεια αυτού του λόγου έχουμε το τυπικό της καθαρεύουσας. Στην ουσία του όμως ο προφορικός λόγος αυτού του αφηγηματικού στρώματος είναι ανυπότακτος στο πνεύμα της καθαρεύουσας. Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή η σύνταξη, αντί να ακολουθεί την περίπλοκη δομή της λόγιας γλώσ­σας, ακολουθεί την απλούστερη, κατά παράταξη σύνταξη. Οι φράσεις έ­χουν έτσι τον τρόπο να είναι μικροπερίοδες. Όταν πάλι έχουν μια έκταση κάπως ευρύτερη, δεν το κάνουν με τρόπο διαφορετικό από ό,τι θα έκανε η σύνταξη σε δημοτική».[11]

Ο Vitti διαπιστώνει επίσης ότι οι διάλογοι δίνονται συνήθως σε ευθύ λόγο προφορικής υφής, κατά το τυπικό της έκφρασης των λαϊκών ανθρώ­πων. Το συμπέρασμα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια γλωσσική πρωτο­βουλία που επικυρώθηκε από το χρόνο γενικά, και ειδικότερα από τις μετέ­πειτα γλωσσικές εξελίξεις στην πεζογραφία μας. Για ό,τι όμως συζητώ εδώ ενδιαφέρει να τονιστεί η ανεξαρτησία του πνεύματος που χαρακτήριζε τον Ανώνυμο συγγραφέα – το ισχυρό κύτταρο της προσωπικότητάς του

* * *

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο βλέπει ότι μέσα του πραγματώνονται ορι­σμένες δυνατότητες οι οποίες ανάγονται σ’ αυτό που γενικά ονομάζουμε λο­γοτεχνικό τάλαντο. Πρόκειται για διαπίστωση που αφορά, τόσο το επίπεδο της δράσης του έργου ή αλλιώς των γεγονότων, όσο και το επίπεδο του λό­γου με τον οποίο καλύπτεται εκφραστικά η δράση.

Α) Αναφορικά με το πρώτο επίπεδο, του δραστικού περιεχομένου του βιβλίου, θεωρώ ότι προέχουν περισσότερο οι επόμενοι συντελεστές.

α) Παρατηρητικότητα. Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι παρουσιάζει κά­ποιες αναλογίες, όπως θα δούμε και παρακάτω, με το Πλατύ ποτάμι και το Οδοιπορικό τον ’43 του Μπεράτη. Ανάμεσα σε άλλα, έχουμε και στις δυο περιπτώσεις πραγματώσεις που προϋποθέτουν οξεία παρατηρητικότητα. Η παρατηρητικότητα διαπιστώνεται καλύτερα στα σημεία εκείνα που από πρώτη άποψη φαίνονται ασήμαντα ή περιττά. Είναι σημεία που χρειάζεται να έχει κανείς την ευαισθησία του σε πλήρη και διαρκή ετοιμότητα για να τα συλλάβει και να τα φέρει σε πρώτο πλάνο. Και τότε είναι αυτά που δίνουν κατά τον καλύτερο τρόπο την αίσθηση του πραγματικού, δημιουργώντας μάλιστα ατμόσφαιρα. Ιδού δύο παραδείγματα από το βιβλίο του Ανώνυμου συγγραφέα.

«Τό μέρος δπου έκοιμήθησαν την νύκτα έφαίνετο, καί τά φύλλα δσα εΐχον στρώσει ύπήρχον, άν καί κατάβρεκτα· επίσης έφαίνετο επί χαμηλής άγριοε- λαίας ό κλόνος δπου έκρέμασαν καί ήτοίμασαν τό σφακτόν. Τά γιαταγάνια των θά έκοπτον θαυμάσια, διότι καί αυτός ό κλόνος καί άλλοι πολλοί, είς τούς οποίους έκρεμάσθησαν πιθανώς τά ταγάρια, ή τίς ήξεΰρει τί άλλα πράγματα, ήσαν είς την άκραν κομμένοι μέ έν μόνον κτύπημα’ καθείς δε ήξεΰρει πόσον σκληρόν ξύλον ή άγριοελαία εχει. «Ο,τι μέ έξέπληξε περισσότερον άπό δσα είδον εκεί, ήτο πώς ίχνος σφακτοϋ δεν ύπήρχεν άλλο άπό κόκκαλα έψημένου καί καταφαγωθέντος κρέατος· οϋτε δέρμα, οϋτε εντόσθια, οϋτε κέρατα έφαί- νοντο. «Οσον δι’ αίμα, ή βροχή έφρόντισε νά τό πλύνη βεβαίως.» (σελ. 119).

«Έβλεπον τάς κόρας της πόλεως, φορτωμένας τάς στάμνας νά μεταβαίνουν είς τήν

βρύσην, έλαφραί ώς πέρδικες, καί νά επιστρέφουν επειτα βαρεϊαι ώς χήνες.» (σελ.

149).

Ο καθένας θα πρόσεχε ασφαλώς, στο πρώτο απόσπασμα, ό,τι σημάδια υπήρχαν στο λημέρι των ληστών που να φανέρωναν τον χρόνο που το εγκα­τέλειψαν και την κατεύθυνση που πήραν. Το ότι. όμως όλα τα κλαδιά ήταν κομμένα με μια σπαθιά, αυτό θα χρειαζόταν ιδιαίτερη προδιάθεση για να το παρατηρήσει κανείς. Το ίδιο θα έλεγα για τις «πέρδικες» και τις «χήνες» του δεύτερου αποσπάσματος.

β) Προσήλωση στο γεγονός. Ο συγγραφέας τού Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι ήταν, όπως έχω πει, άνθρωπος μορφωμένος και θα πρέπει να διέθετε στοχαστικές ικανότητες. Το βιβλίο ωστόσο κάθε άλλο παρά έχει διανοητικό βάθρο. Το πλασματικό πρόσωπο που μας μιλάει μέσα από το κείμενο, ο αφηγητής, περιγράφει πράξεις και μάλιστα χωρίς να τις προλογίζει ή να τις σχολιάζει. Επιπλέον, δε φαίνεται να υιοθετεί άμεσα ή έμμεσα κάποιο σύστημα ιδεών το οποίο να προβάλλει στα διαδραματιζόμενα. Θέλω να πω ότι δε θολώνει τον χαρακτήρα των γεγονότων με θέσεις αλλότριες. Τις ελάχιστες φορές που αναγκάζεται να δώσει κάποιες εξηγήσεις —τούτο συμ­βαίνει κυρίως όταν ο πρωταγωνιστής τοποθετείται στο Υπουργείο Στρατιω­τικών— είναι για να γίνουν κατανοητά τα συμβάντα που ακολουθούν. Στο τέλος του βιβλίου μας δίνεται επιγραμματικά ο αφηγηματικός προσανατο­λισμός του συγγραφέα. «Έγραψα» λέει «δσα έπαθον, όσα εϊδον και ήκουσα (…) Άπέφυγον νά προσθέσω ιδίας έμαυτοϋ σκέψεις». Τα λόγια αυτά τα επανέλαβε σχεδόν κατά λέξη τρία τέταρτα του αιώνα αργότερα ο Γιάννης Μπεράτης. «Ό,τι είδα» γράφει στις ημερολογιακές σημειώσεις του για το Πλατύ ποτάμι. «Ό,τι ένιωσα. Ό,τι υπέφερα. Τίποτε άλλο. Ούτε ακόμη και τις ίδιες μου τις σκέψεις». Η συνάντηση δεν είναι βέβαια τυχαία. Αν θέλου­με πάντως να ακριβολογήσουμε, μπορούμε να πούμε πως ο Ανώνυμος συγ­γραφέας σε μία περίπτωση δεν έμεινε πιστός στο λόγο του. Εννοώ την περί­πτωση που αφορά την «Ιστορία του Μανώλη». Το μέρος αυτό αποτελεί αφή­γηση από δεύτερο χέρι και συνεπώς δεν ανταποκρίνεται στα «έπαθον», «εί- δον» και «ήκουσα». Πολύ εύστοχα ο MarioVitti το θεωρεί «ενότητα παρέμ- βλητη στο σώμα του έργου και ένα επεισόδιο ξένο από την ουσία του έρ­γου».[12] Πρόκειται ωστόσο για ένα πολύ μικρό μέρος —πέντε σελίδες μόνο— που ξεχωρίζει ακριβώς επειδή όλο το άλλο έργο παρουσιάζει αυθεντική σχέση λόγου και πράξης.

γ) Ένταση από την έλξη του πρωτόγνωρου. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου αισθάνεται κανείς το διακριτικό ρεύμα ορισμένης έντασης. Τα εξι- στορούμενα γεγονότα καθεαυτό δεν έχουν τίποτα το συνταρακτικό. Θα έλε­γα μάλιστα ότι σχεδόν στο σύνολο τους δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η σχέ­ση όμως του κεντρικού ήρωα με αυτά είναι συνεχώς τεταμένη. Ακόμα κι ό­ταν τα πράγματα είναι αντικειμενικά ανούσια ή αρνητικά, όπως στην περί­πτωση της υπηρεσίας του στο Υπουργείο Στρατιωτικών, η αφήγηση δια­τηρεί σε ικανό βαθμό την έντασή της. Ίσως είναι το μυστικό του συγγραφέα. Την έφεση για το πρωτόγνωρο που εμφύσησε στον ήρωά του τον κάνει να ζει το καθετί που συναντάει για πρώτη φορά —και ό,τι συναντάει στα πλαίσια του βιβλίου είναι πάντα για πρώτη φορά— με την ένταση του ερευνητή που ανακαλύπτει έναν καινούριο κόσμο. Ήδη από τα πρώτα βήματα του νεαρού πρωταγωνιστή στο ελλαδικό έδαφος αρχίζει η αφήγηση να προχωρεί με υλι­κό μια αλυσίδα από μικρές ή μεγάλες αποκαλύψεις. Μέχρι την ώρα που ο δεκανέας Σκράδος παίρνει απολυτήριο από τον ελληνικό στρατό, η αλυσίδα αυτή μακραίνει πολύ, παρουσιάζοντας διάφορες διακυμάνσεις, αλλά δε διακόβεται ποτέ. Οι καταστάσεις που διαδέχονται η μία την άλλη έχουν πά­ντοτε τη φρεσκάδα και το ενδιαφέρον της πρωτόγνωρης εμπειρίας. Φυσικά, το πράγμα αποκτάει το πλήρες νόημά του όταν κάποτε κάτω από ευνοϊκό­τερες συνθήκες ο πρωταγωνιστής περνάει από το επίπεδο της πρωτόγνωρης εμπειρίας στο επίπεδο του μοναδικού βιώματος. Συνέπεια της εντύπωσης που προκαλεί το εκάστοτε πρωτόφαντο στον πρωταγωνιστή είναι ότι η αφή­γηση παρακολουθεί τα διαδραματιζόμενα από πολύ κοντά. Η χρονική στιγ­μή από την οποία κοιτάζονται τα εξιστορούμενα είναι εκείνη κατά την ο­ποία συμβαίνουν. Έτσι η αφήγηση μένει καθηλωμένη σ’ ένα διαρκές τώρα. Ο αφηγητής, αν και ομολογεί ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τα συμ­βάντα που εξιστορεί, τοποθετεί τον αφηγηματικό φακό στα μάτια του νεα­ρού στρατιώτη. Κι αυτό σημαίνει ότι δε χρησιμοποιεί υστερόχρονα δεδο­μένα. Η ένταση που προκύπτει από την έλξη του πρωτόγνωρου διατρέχει, όπως έχω πει, ολόκληρη την έκταση του κειμένου. Και μολονότι δεν πέφτει κάτω από ένα όριο, έχουμε, όπως είναι φυσικό, πολλές κορυφώσεις. Να δούμε δύο σχετικά αποσπάσματα.

«Όταν έπάτησα τό έδαφος τοϋ Πειραιώς, καί είδον τους πλατείς έκείνους δρόμους, (τούς κατασκευασθέντας άπό γάλλους στρατιώτας), τους δημοσίους κήπους, τά μεγάλα κτίρια, καί τάς βρύσεις τάς στολισμένος με αγάλματα, ήρώ- τησα έκθαμβος τόν εαυτόν μου πώς αρά γε πρέπει νά είναι ή πρωτεύουσα, άφ’ ού ό λιμήν της είναι τοιούτος. Εις Πειραιά κατέλυσα εις τό ξενοδοχεϊον τοϋ Τζελέπη, διότι αυτό με είχον συστήσει συνταξειδιώται άπό τό άτμόπλοιον, καί εις έμέ καταλληλότερα σύστασις άπό αυτήν δεν έγίνετο. «Αμα κατέβην εις τό καφενεϊον τοϋ ξενοδοχείου, την προσοχήν μου ειλκυσαν τρεις τέσσαρες φου- στανελοφόροι μέ πάλλαν καί χρυσά κομβία, περιτριγυρισμένοι με σέβας άπό διάφορα άτομα, καί στρατηγοί τιτλοφορούμενοι· έδώ στρατηγός, έκεϊ στρατη­γός, παρ’ έκεϊ στρατηγός. Έπροσπάθησα καί εγώ νά πλησιάσω εις ένα άπό τούς στρατηγούς αυτούς, καί νά καταθέσω καί εγώ εις τούς πόδας του τάς ενδείξεις τοϋ σεβασμού μου καί την διαβεβαίωσιν τοϋ ενθουσιασμού μου, άλλά δεν έπρόσεξαν είς έμέ· λόγος τις, τόν όποιον έρριψα διά νά λάβω μέρος εις τήν συνδιάλεξιν, έμεινε χωρίς άπάντησιν. Είπον τότε κατ’ έμαυτόν Μή σας μέλλη, καί εντός ολίγου όταν αποτελέσω μέρος της «δεκαεπτά χιλιάδων βαγιονέτας», θά σας δείξω αν ήμαι άξιος νά γίνω καί εγώ στρατηγός!» (σελ. 7-8).

«Μετά τήν άνακάλυψιν αυτήν, καταβαίνοντες ράχην βουνού σκεπτικοί καί κατηφείς, έστάθημεν αίφνης όλοι, μαγευθέντες άπό φωνήν ενός των άνδρών τοϋ αποσπάσματος, ε’ιπόντος,

–    Γιά τους! γιά τους!

Έμπροσθεν μας ήτο άλλο βουνόν. Είς τήν κορυφήν αύτοΰ, γυμνήν άπό δέν­δρα, δέκα περίπου φουστανελοφόροι ώπλισμένοι έχόρευον, μή προσέχοντες ποσώς εις ήμάς. Παρετηρήσαμεν τοϋτο κατόπιν της φωνής εκείνης τοϋ συν­τρόφου μας.

Ουδεμία άμφιβολία ύπήρχεν δτι οί χορευταί εκείνοι ήσαν λησταί. Φουστα­νέλα, κάππα, φέσιον, καί όλα των τά φορέματα ήσαν κατάμαυρα. Καί εγώ, δστις ποτέ έως τότε δεν είχον ιδεί ληστή ν, τούς έγνώρισα· άλλως τε καί φιλο­σοφία μεγάλη δέν έχρειάζετο νά έννοήση τις, δτι δέκα οπλοφόροι κατάμαυροι είς τήν κορυφήν βουνοϋ γάμους δέν έώρταζον.

—Κρυφθήτε παιδιά! έμβήτε είς τά κλαδιά, είπεν ό ένωμοτάρχης τών χωρο­φυλάκων.

Πρό τοϋ νά κρυφθώμεν δμως οί λησταί μας είδον. Έπαυσαν τότε τόν χορόν των, καί ήρχισε μεταξύ αυτών καί ημών διάλογος άξιος των ομηρικών χρόνων.

Έπί κλασικής γης κλασικαί σκηναί.

–    Χοϋ, χού! τά κοράκια! έλεγον αί λησταί.

–   Γιά την καρμαγκιόλα σάς έχω, εν άπό ένα, έλεγεν είς τών χωροφυλάκων.

–   Πόσα κεφάλια είσθε γιά τόν ντορβά; έφώναζεν ερωτών ό Μπάρμπα Τζούγκας.

–  Σιωπή, σιρατιώτα, σιωπή! τοϋ έλεγεν ό Κοντοπερήφανος, σφίγγωντοΰς γρόνθους. «Οταν ήναι ό άποσπασματάρχης παρών οί στρατιώται δεν όμιλοΰν. Έγώ θά τούς ομιλήσω.

Έθεσε τότε τάς χείρας δεξιά καί αριστερά τοϋ στόματος καί έζήτησε μέ με- γάλην φωνήν άπό τούς ληστάς νά τφ δείξουν τόν άρχηγόν των.

–   Έγώ είμαι, ώρέ κοντοπίθαρο, είπε προβάς άνθρωπος μικρόσωμος μέ φωνήν ισχνήν. Κόπιασε νά μέ πιάσγις άν σον σφίγγΐ].» (σελ. 128-129)

Β) Στο δεύτερο από τα δυο επίπεδα του έργου, τα οποία προανέφερα, το επίπεδο του λόγου, διακρίνουμε επίσης ορισμένους ποιοτικούς συντελε­στές. Τέτοιους θεωρώ προπάντων την παραστατικότητα του λόγου, την εκλεκτικότητα και την ειρωνική υφή του.

α) Παραστατικότητα. II ευκολία με την οποία αφομοιώνεται Η στρατιω­τική ζωή εν Ελλάδι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παραστατικότητα του λόγου της. Ο Ανώνυμος συγγραφέας δεν αρέσκεται σε γενικές ή θολές δια­τυπώσεις. Αντίθετα προτιμάει τις συγκεκριμένες εκφράσεις που καλύπτουν πράξεις. Οι λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί είναι στην πλειονότητα τους λέ­ξεις που αποδίδουν αισθήσεις. Ο αφηγηματικός κόσμος δίνεται από τη με­ριά του νεαρού πρωταγωνιστή με βασικό όργανο σύλληψής του την όραση και τις άλλες αισθήσεις. Έτσι τα εξιστορούμενα συμβάντα αποκτούν παρα­στατική ενάργεια και έχει κανείς την αίσθηση ότι συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του ατόμου που παίρνει μέρος σ’ αυτά. Είναι η πρώτη φορά ίσως που βλέπουμε με τόση ενάργεια σκηνές από τη ζωή της νεοελληνικής υπαίθρου του περασμένου αιώνα. Ο λόγος λοιπόν του Ανώνυμου συγγραφέα αποδίνει τα πράγματα από τη μεριά των αισθήσεων. Και τα αποδίνει άμεσα και απτά. Η παραστατική ενάργεια όμως του κειμένου έχει να κάνει επιπλέον με την αίσθηση της πραγματικότητας ως λεκτικής παράστασης. Κάτι που δεν είναι απλή απόρροια της πρωτοβουλίας του να αποδίνει τα γεγονότα από τη με­ριά των αισθήσεων. Χρειάζεται δηλαδή ειδικό συνθετικό τάλαντο. Όλα αυτά βέβαια τα βλέπει καλύτερα κανείς μέσα στο ίδιο το κείμενο. Παραθέτω εδώ ένα ενδεικτικό απόσπασμα, αν και όσα χρησιμοποίησα στις προηγού­μενες σελίδες για διαφορετικούς σκοπούς δεν υστερούν από τη συγκεκρι­μένη άποψη.

«Εν ω ευρισκόμεθα ήδη πλησίον της κορυφής, ήκούσαμεν γογγυσμόν βαθύτα­το ν. Έστάθημεν όλοι αμέσως, ώς άπό τό ίδιον αίσθημα κινούμενοι, καί έτεί- ναμεν τό ους πρός τό μέρος δθεν ήκούσθη. Της αύτής γνώμηςήμεθα δλοι- δτι, ή ληστής πληγωμένος εκείτο έκεϊ που πλησίον, ή άλλος, άπό ληστάς πληγωθείς. Έβλεπόμεθα μεταξύ μας χωρίς νά τολμώμεν νά όμιλήσωμεν, διά τόν φόβον μή ό κειτόμενος έννοήση τήν παρουσίαν μας.

Ό γογγυσμός έπαναλήφθη δυνατώτερος, καί ό Κοντοπερήφανος τότε μόνον έζήτησε τό δπλον του· άλλ’ αυτό εΰρίσκετο, ώς εϊδομεν, είς τήν ράχην τών ζώων με τήν συντροφίαν τών σάκκων, καί τά ζώα ήσαν πολύ μακράν άπό ή μας· ούτε καν έφαίνοντο. Τό είχε δώσει εις τινα στρατιώτην νά τό κράτη, όταν ήμεθα άκόμη είς τούς πρόποδας, καί αύτός έθεώρησε φρονιμώτερον νά μή άναβη με δύο όπλα τό Σκροπονέρι. Ό Λοχίας μας έγινε κατακόκκινος πρώτον, έπειτα ωχρός, έπειτα πάλιν κατακόκκινος, καί έλαβε τήν θέσιν του της δημηγο- ρίας· άλλ’ άμέσως άλλη σκέ-ψις τοϋ ήλθε καί έδιάταξε νά προχωρήσωμεν πρός τό μέρος της φωνής. Μέ μεγάλην προφύλαξιν, δηλαδή παρατηροϋντες μέ προ- σοχήν καί έχοντες τό όπλον ήτοιμασμένον, έτρέξαμεν άπό διάφορα σημεία, παραμερίζοντες μέ τήν λόγχην τούς κλάδους τών δένδρων, διά νά άνοίξωμεν δρόμον καί ζητήσω μεν παντού τόν πληγωμένον. ‘Ακολουθών τόν Μπάρμπα Τζούγκαν, είς τόν όποιον είχον περισσοτέραν έμπιστοσύνην άπό κάθε άλλον στρατιώτην, έφθασα είς έκ τών πρώτων είς τό μέρος όπου καί τρίτος γογγυσμός τήν στιγμήν έκείνην μας έσταμάτησε καί μας άπόδειξε πόθεν προήρχετο. Δύο βήματα μακράν εκείτο έλαφος πλατύκερως είς άγωνίαν. Ποτέ δέν είδον έλαφον μεγαλητέραν καί ώραιοτέραν άπό έκείνην άλλ’ ούτε άλλοτε είδον ζώον νά έκφράζη τό πάθος καί τόν πόνον τόσον ζωηρά, ώς εκείνο. Τό σώμα πεσμένον κατά γης καί τήν κεφαλήν κρεμαμένην άπό κλόνον δρυός, είς τόν όποιον τά πλατέα κέρατα είχον έμπλεχθή, μας έπαρατήρει μέ τούς μεγάλους καί μαύρους της οφθαλμούς, καί ένόμιζες δτι έζήτει έλεος. Άπό πληγήν, τήν οποίαν είχεν είς τήν ράχην έτρεχε τό αίμα κρουνηδόν, καί ή γλώσσα του σχεδόν δλη έξω τοϋ στόματος έσταζε καί αυτή αίμα. Τό πλατώνι συνήθως είναι μικρότερον άπό τήν καθ’ αυτό έλαφον, καί όμως τό ταλαίπωρον εκείνο είχε σώμα ογκώδες, ώς τοϋ καλά θρεμμένου ‘ίππου. Διά νά τελειώσω τά βάσανά του, ηθέλησα νά τοϋ στεί­λω τήν σφαϊραν τής κάνας μου είς τό μέτωπον, άλλ’ ό Τζούγκας μέ εμπόδισε, καί είχε δίκαιον οί άλλοι στρατιώται, άκούοντες τόν πυροβολισμόν, θά ένό- μιζον δτι έσυμπλάκημεν μέ ληστάς, ή καί ότι έπέσαμεν είς ένεδραν αύτών, καί ή άπερισκεψία μου ήμποροϋσε νά έπιφέρη κάνέν δυστύχημα.

–    ‘Απ’ εδώ, άπ’ εδώ, α’ί! τόϊα!

—Μέ τόν τρόπον αυτόν έκάλεσεν ό Μπάρμπας τούς άλλους καί τούς έδειξε πού έπρεπε νά συνέλθουν.» (σελ. 95-96).

β) Εκλεκτικότητα. Ποιο ήταν ακριβώς το χρονικό διάστημα της θητείας του ομογενούς νέου στον ελληνικό στρατό δεν φαίνεται από το βιβλίο. Πάντως όχι μικρότερο από ένα χρόνο. Ένας χρόνος έχει 365 μέρες. Αν ο συγγραφέας κάλυπτε περιγραφικά το σύνολο αυτών των ημερών, θα έγραφε μερικές χιλιάδες σελίδες. Το βιβλίο ωστόσο αποτελείται από 217 σελίδες. Μολαταύτα έχουμε την αίσθηση ότι στην αφήγηση επενδύεται με πληρότητα ο χρόνος που υπηρέτησε στο στρατό ο Ερρίκος Σκράδος. Από πού πηγάζει αυτή η αίσθηση; Κατά τη γνώμη μου οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγρα­φέας αποδίδει τα σημεία εκείνα τα οποία ισοδυναμούν με το εσωτερικό αντίκρισμα που είχε ο χρόνος της θητείας στον κεντρικό ήρωα. Τούτο βέ­βαια προϋποθέτει ευρηματική εκφραστική κάλυψη. Πραγματικά ο λόγος του Ανώνυμου συγγραφέα είναι εξαιρετικά εκλεκτικός, με την έννοια ότι κερδίζει το παιχνίδι της οικονομίας του, εκφράζοντας κάθε φορά τις πιο χαρακτηριστικές και γι’ αυτό αποδοτικότερες επιμέρους πτυχές των γεγο­νότων. Κάποτε, μια ή δυο λεπτομέρειες είναι αρκετές για να αποδώσουν το γενικό κλίμα μιας κατάστασης. Από την άποψη αυτή το κείμενο του βιβλίου είναι το απόσταγμα ενός νοητού πληθωρικού κειμένου ενός κειμένου χαώ­δους, που χρειαζόταν η αίσθηση του καίριου ενός ταλαντούχου συγγραφέα για να πάρει τη συγκεκριμένη μορφή. Όταν διαβάζουμε σήμερα το βιβλίο, έχουμε την εντύπωση πως όλα συνέβησαν όπως περιγράφονται, και συνε­πώς πως η μορφή του ήταν δοσμένη από τα πράγματα. Πρόκειται φυσικά για πλάνη. Το κείμενο, από την πλευρά που το συζητώ, είναι προϊόν εκφρα­στικής ευρηματικότητας. Στη σελίδα 164 ο συγγραφέας μας δίνει μια ιστο­ρία ερωτικού δράματος μέσα σε 29 σειρές. Και μάλιστα πειστικά και ολο­κληρωμένα.

γ) Ειρωνεία. Η συμβολή της ειρωνείας στην ποιοτική σύνθεση του λόγου είναι σαφώς υποδεέστερη από εκείνη των δύο προηγούμενων συντελεστών. Έστω κι έτσι όμως δεν παύει να συμμετέχει ως ένα βαθμό στην εκφραστική πραγμάτωση του κειμένου. Όταν λέω ότι η συμβολή της είναι υποδεέστερη από των άλλων δύο συντελεστών, εννοώ, πρώτα, ότι υστερεί ποσοτικά. Τα σημεία του κειμένου τα οποία έχουν ειρωνική υφή αντιπροσωπεύουν συνο­λικά ένα περιορισμένο ποσοστό. Από τ’ άλλο μέρος τα σημεία αυτά και μέσα στα όρια της έκτασής τους δεν έχουν τον πρώτο λόγο στο εκφραστικό απο­τέλεσμα. Η ειρωνική πτυχή του έργου στάθηκε αιτία να θεωρηθεί ο Ανώ­νυμος συγγραφέας επηρεασμένος από την Πάπισσα Ιωάννα του Ροίδη. Προσωπικά μου φαίνεται απίθανο. Αρχικά, γιατί ανάμεσα στην έκδοση του μυθιστορήματος του Ροίδη και στο γράψιμο της Στρατιωτικής ζωής ίσως δεν μεσολάβησε ο αναγκαίος χρόνος που χρειαζόταν για να διαβάσει την Πάπισσα ο Ανώνυμος συγγραφέας και να επηρεαστεί απ’ αυτή. Θυμίζω ότι τα δυο βιβλία εκδόθηκαν με διαφορά 4 χρόνων και σε διαφορετικούς τό­πους. Έπειτα, όπως έχω αναφέρει ήδη, ο Ανώνυμος συγγραφέας διέθετε εξαιρετική ανεξαρτησία πνεύματος και θα ήταν δύσκολο να υιοθετήσει μια ροπή του Ροΐδη και μάλιστα μονομερώς. Πολύ περισσότερο αν σκεφτούμε πως Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι από καθαρά λογοτεχνική άποψη στέκει σε ψηλότερο επίπεδο από εκείνο του Η Πάπισσα Ιωάννα. Το κυριότερο όμως είναι πως η ειρωνεία του Ανώνυμου συγγραφέα έχει διαφορετικό χα­ρακτήρα από εκείνη του Ροΐδη. Ο ειρωνικός λόγος του Ροίδη είναι επιθετι­κός, δηκτικός, σαρκαστικός, Ο Ανώνυμος συγγραφέας δεν είναι ούτε επιθε­τικός, ούτε δηκτικός, ούτε σαρκαστικός. Η ειρωνεία του κρύβει στο βάθος συμπάθεια για ό,τι θίγει και διατυπώνεται σε χαμηλούς τόνους. Με βάση αυτά θα έλεγα πως η εκδοχή της επίδρασης του Ροΐδη στον Ανώνυμο συγ­γραφέα υπήρξε μάλλον αποτέλεσμα φιλολογικού συνειρμού. Συνειρμού που βασίστηκε στην ειδολογική ταυτότητα ενός στοιχείου κοινού στα δυο έργα, αλλά που διαφέρει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά από το ένα στο άλλο.

* * *

Στην νεοελληνική πεζογραφία εκδηλώθηκε από νωρίς μια τάση η οποία συνεχίζει να είναι δραστική ως τις μέρες μας. Τα έργα που προήλθαν απ’ αυτή, καθώς έχουν συνεχή παρουσία, τείνουν να δημιουργήσουν ορισμένη παράδοση υποείδους. Μέχρι σήμερα, όσο γνωρίζω, η πτυχή αυτή του πεζού μας λόγου δεν έχει μελετηθεί, αν και απαρτίζει το πιο καταξιωμένο μέρος του. Πρόκειται για τον τύπο της πρόζας που έχω ονομάσει αλλού «μονομερή ή μονοεστιακή».[13] Σ’ αυτήν τα εξιστορούμενα μας δίνονται από έναν ενδο- κειμενικό ή εξωκειμενικό αφηγητή και αφορούν την εσωτερική ζωή ενός μονάχα προσώπου -είτε του ίδιου του αφηγητή, είτε ενός κεντρικού ήρωα. Επιπλέον τα εξιστορούμενα δεν ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης εμπει­ρίας. Τα κείμενα αυτά συνήθως διατυπώνονται σε πρώτο γραμματικό πρό­σωπο ή σε τρίτο. Κάποτε όμως και σε δεύτερο. Αξίζει να σημειωθεί ότι γε­νικά έχουμε να κάνουμε με έργα περιορισμένης έκτασης — διηγήματα, νου­βέλες, μικρά μυθιστορήματα. Αναφορικά με την εσωτερική τους σύσταση είναι χαρακτηριστικό ότι παρουσιάζουν ποιητικό υπόβαθρο. Όχι με την έννοια του φραστικού λυρισμού, αλλά των έντονων βιωματικών καταστά­σεων. Είναι έργα στα οποία ο διανοητικός παράγοντας είναι περιορισμένος προς όφελος του θυμικού. Και φυσικά δεν είναι έργα ιδεών, αλλά σαφώς υπαρξιακών καταστάσεων. Με βάση τα έργα αυτά και την καθαρά ποιητική παραγωγή του τόπου μας, θα ήταν δυνατό να πιθανολογήσει κανείς πάνω στο χαρακτήρα της μεσογειακής μας ιδιοσυγκρασίας. Να υποθέσει δηλαδή ότι λανθάνει στο φυσικό μας η ποιητική-βιωματική αίσθηση των πραγμά­των, η οποία εκδηλώνεται όταν ευνοείται από τις συνθήκες. Έργα της κατη­γορίας που προανέφερα είναι π.χ. ο ΛονκήςΛάραςτου Βικέλα, τα διηγή­ματα του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη, ηEroica του Πολίτη, Το νού­μερο 31328 του Βενέζη, η Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Δούκα, ο Λεωνής του Θεοτοκά,H Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Το πλατύ ποτάμι του Μπεράτη, Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή, η Τειχομαχία του Φραγκόπουλου, Η ομορφάσχημη  του Καχτίτση, τα Πεζογραφήματα του Ἰωάννου, Τό κοινόβιο του Χάκκα, τα Ακροκεραύνια του Μηλιώνη, Η κάθοδος τῶν ἐννιά του Βαλτινού και πολλά ἀλλα. Ἡ στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι ανήκει στην κατηγορία αυτών των έργων και μάλιστα αντιπροσωπεύει, από τυπική και ποιοτική άποψη, τη γενεαλογική –αν εξαιρεθεί «Η γυναίκα της Ζάκυνθος» ως ποιητικό κείμενο- αφετηρία τους. Βέβαια δεν επηρέασε, αφού έμεινε στην αφάνεια. Τοῦτο όμως δεν αναιρεί, ούτε μειώνει τη σημασία και την αξία της. Η θέση της είναι εκεί: στην απαρχή της πιο εκλεκτής έκφανσης του νεοελληνικού πεζού λόγου.

 

***

 

Συμπέρασμα:

α) Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι είναι ἐργο σπουδαίας ανώνυμης προσωπικότητας.

β) Ως περιεχόμενο και ως έκφραση αποτελεί αξιόλογο λογοτεχνικό κείμενο.

γ) Ιστορικά βρίσκεται στην αφετηρία της μονομερούς αφήγησης, της πιο γόνιμης νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

 

 

Ἁπό τό λῆμμα, Ἡ στρατιωτική ζωή ἐν Ἑλλάδι, στήν ἀνθολογία Ἡ παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμος Ε΄, Σοκόλης, Ἀθήνα 1996.

 

 

 

 

[1] Κωστής Παλαμάς: «Το έργον του Κρυστάλλη»· Άπαντα, τόμ. Β’, γ’ έκδοση. Μπίρης, Αθήνα 1912, ο. 477.

[2] Κρυστάλλης: Άπαντα, Εισαγωγή, σχόλια-επιμέλεια Μιχαήλ Περάνθη, β’ έκδοση συμπλη­ρωμένη. Πούντζας, Αθήνα 1959.

[3] Άλκης Θρύλος: Μορφές της ελληνικής πεζογραφίας, «Δίφρος», Αθήνα 1962, σ, 9.

* Ο Παναγιώτης Μουλλάς στην πρόσφατη εργασία του «Ένας γνωστός άγνωστος: ο συγγρα­φέας της Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι», περιοδικό Γράμματα και Τέχνες, τεύχος 76, Ιανουάριος- Μάρτιος 1996, φέρνει στο φως ορισμένα στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι συγ­γραφέας του έργου είναι ο εκδότης του Χ. Δημόπουλος. Την ιδέα της εκδοχής αυτής είχε διατυ­πώσει το 1964 και ο Κ. Θ. Δημαράς στην Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας του.

[4] Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι. Χειρόγραφον Έλληνος Υπαξιωματικού εκδιδόμενον υπό Χ. Δημοπούλου. Εν Βραίλα, Βιβλιοπωλείον Χ. Δημοπούλου. Τυπογραφείον «Το τρίγωνον», πλα­τεία Αρχαγγέλου, 1870. Δύο τόμοι.

[5] Κ. Θ. Δημαράς: Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Δ’ έκδοση. «Ίκαρος», Αθήνα 1968, σελ. 335.

[6] Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, χειρόγραφον Έλληνος Υπαξιωματικού, επιμέλεια MarioVitti. Εκδοτική «Ερμής», Αθήνα 1977, σελ. ιη’.

   [7] όπ.π., σελ. ις’.

[8] Αλέξανδρος Κοτζιάς: «Διάκριση μεταξύ του αφηγητή και του συγγραφέα στη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι»· περιοδ. Γράμματα και τέχνες, τεύχος 61, 1990, σελ. 3.

[9] Δημήτρης Τζιόδας: Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης. Εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα 1993, σελ. 34.

[10] Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, Χειρόγραφον Έλληνος Υπαξιωματικού, επιμέλεια MarioVitti. Εκδοτική «Ερμής», Αθήνα 1977, σσ. κε’-κς’.

8 όπ.π. σελ. μα’.

 

 

[12] όπ.π. σελ. μβ’.

[13] Γιώργος Αράγης: «Το λογοτεχνικό πεζογραφικό έργο του Γιώργου Ιωάννου»· περιοδ. Φιλόλογος, τεΰχ. 43. θεσσαλονίκη 1986 (τώρα και στο βιβλίο μου Ασκήσεις κριτικής. Σοκόλης, Αθήνα 1990).

150

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.