Δέν ἤξερα….

Στήν Ἀνταπάντησή μου στόν Νάσο βαγενᾶ, μιλοῦσα σ᾿ ἔνα σημεῖο γιά τούς αὐλικούς του κι ἔλεγα πώς πρέπει νά μείνουν ἔξω ἀπό τή συζήτησή μας. Ἀφορμή εἶχα πάρει ἀπό μιά ἐνέργεια Ε. Γαραντούδη, ὁποῖος πάσσαρε ἀδημοσίευτο κείμενό του στόν Βαγενᾶ νά τό χρησιμοποιήσει ἐναντίον μου. Κι ὁ Βαγενᾶς τό χρησιμοποίησε. Ὁ Γαραντούδης ἀντέδρασε, στά λεγόμενά μου περί αὐλικῶν, στέλνοντας ἐπίστολή του στό περιοδικό Τό Δέντρο (τεῦχος 191-192), ὅπου, ἀνάμεσα σέ ἄλλα πού μέ κατηγορεῖ, λέει πώς δέν εἶναι αὐλικός τοῦ Βαγενᾶ, ἀλλά ἁπλά φίλος του. Σ᾿ αὐτή τήν ἐπιστολή τοῦ Γαραντούδη ἀπάντησα, στό ἴδιο περιοδικό, μέ τά παρακάτω:

Δέν ἤξερα…

Ὡς ἀπάντηση στό κείμενο τοῦ Εὐριπίδη Γαραντούδη, μέ τίτλο «Ἡ ἀθεράπευτη ἕ(λ)ξη τοῦ λαϊκισμοῦ», ἔχω νά πῶ τά ἀκόλουθα.
α) Δέν ἤξερα ὅτι Λαϊκιστής εἶναι ὅποιος χρησιμοποιεῖ λαϊκές ἐκφράσεις, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Γαραντούδης. Σωστό ἤ λάθος; Γιά διευκρίνιση καί γιά νά μήν λέει ἕνας πανεπιστημιακός φιλόλογος ἄλλ᾿ ἀντ᾿ άλλων στούς φοιτητές, καταφεύγω στά λεξικά: «Λαϊκισμός (ο) [1887] 1. ἡ ἰδέα σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ πεποιθήσεις τῶν λαϊκῶν μαζῶν ἀποτελοῦν βάσιμο ὁδηγό πολιτικῆς δράσης. 2. πολιτικό κίνημα μέ βάση συνήθως τό ἀγροτικό τμῆμα μιᾶς κοινωνίας, πού ἀποσκοπεῖ στήν ἱκανοποίηση λαϊκῶν αἰσθημάτων καί προσδοκιῶν 3. (κακόσ.) ὁ ἔπαινος καί ἡ κολακεία τῶν ἀδυναμιῶν καί τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ λαοῦ, καθώς καί ἡ υἱοθέτηση ἐπιχειρημάτων ἤ θέσεων πού εὐχαριστοῦν τόν λαό (καί γενικότ. τούς πολλούς), χωρίς ὅμως καί νά τούς ὠφελοῦν, μέ σκοπό τήν ἐξασφάλιση τῆς εὔνοιάς του. –λαϊκίζω ρ[1] Γιά περισσότερα παραπέμπω σέ τρία κείμενα τοῦ Πιέρ-Ἀντρέ Ταγκυέφ γιά τόν λαϊκισμό (Νέα Ἑστία, τεῦχος 1816, Νοέμβριος 2008). Ὅπου φαίνεται καθαρά πώς ἡ ἔννοια τοῦ λαϊκισμοῦ συνδέεται στενά μέ τήν πολιτική. Ἀρχικά μέ θετική σημασία. Ἀργότερα ὅμως, τόν 20ό αἰώνα καί πρός τό τέλος του καί ὡς τίς μέρες μας, μέ ἀρνητική σημασία, καθώς φορτίζεται πιά μέ τό νόημα τῆς πολιτικῆς  δημαγωγίας. Γι᾿ αὐτό ἡ λέξη λαϊκιστής θεωρεῖται συνώνυμη τοῦ δημαγωγοῦ. Ἄρα ἡ ἔννοια τοῦ λαϊκισμοῦ δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή χρήση τῶν λαϊκῶν ἐκφράσεων. Χρήση καθ᾿ ὅλα θεμιτή καί εὐρύτατα ἀποδεκτή. Ἀλίμονο ἄν στερούσαμε τή γλώσσα μας ἀπό τίς λαϊκές ρήσεις. Ἄν ὅποιος χρησιμοποιοῦσε λαϊκές ἐκφράσεις ἦταν λαϊκιστής τότε ὁ Α. Παπαδιαμάντης, ὁ Ι. Κονδυλάκης, ὁ Α. Καρκαβίτσας, ὁ Γ. Βλαχογιάννης, ὁ Κ. Θεοτόκης, ὁ Δ. Βουτυρᾶς καί πολλοί ἄλλοι θά ἦταν λαϊκιστές. Ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Λαϊκιστής, ἄν θέλουμε νά ξέρουμε τί λέμε, ἦταν π.χ. ὁ Θ. Δηλιγιάννης ἤ ὁ Ἀ. Παπανδρέου. Ἄς εἴμαστε λίγο προσεκτικότεροι ὅταν δογματίζουμε ἐτσιθελικά, γιατί ἡ φράση «…νά ἀποδείξω ὅτι δέν εἶμαι ἐλέφαντας ἤ γάτος στά κεραμίδια», καθιστᾶ, σύμφωνα μέ τόν ἰσχυρισμό του, λαϊκιστή καί τόν χρήστη της Γαραντούδη. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι γιά χρήση λαϊκῶν ἐκφράσεων κατηγορήθηκα καί ἀπό ἄλλο μέλος τῆς αὐλῆς, τόν Νίκο Λάζαρη.[2] Τυχαῖο τάχα;
β) Δέν ἤξερα ὅτι ἡ προχωρημένη ἡλικία ἑνός ἀνθρώπου, «76 ἐτῶν σήμερα», ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα ἐναντίον του. Κι ὅμως νά πού περνάει ἀπό τό μυαλό κάποιων. Κι ὄχι ἀδέσποτα, μιά φορά. Ἀρκεῖ νά θυμίσω ὅτι τό ἴδιο ἐπιχείρημα χρησιμοποίησε ὁ Γαραντούδης καί ἐναντίον τοῦ μακαρίτη τοῦ Ἀνδρέα Μπελεζίνη. Ὁ Μπελεζίνης ἀπαντώντας τότε ἀναλυτικά τόν χαρακτήρισε, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, «κανίβαλο».[3] Μιά βαρύτατη «ὕβριν» ἀπέναντι στήν ὁποία ὁ κατήγορος Γαραντούδης ἔπαθε ἀλαλία καί δέν ἀπάντησε τίποτα. Τό κείμενο τοῦ Μπελεζίνη μέ καλύπτει καί δέν χρειάζεται νά ἐπιμείνω. Μέ καλύπτει ἐπίσης καί ἐκεῖνος ὁ ἀρχαῖος Ἀθηναῖος πού εἶπε «γηράσκω δ᾿ ἀιεί πολλά διδασκόμενος», ἄν καί ὄχι ἀπόλυτα, μιά καί ὁ καημένος ὁ Σόλων δέν εἶχε φιλολογικούς πανεπιστημιακούς τίτλους. Πάντως ὀφείλει ὁ φίλτατος Γαραντούδης νά μᾶς πεῖ ποῦ βάζει τό ὅριο τῆς προχωρημένης ἡλικίας, πέρα ἀπό τό ὁποῖο ἀπαγορεύεται νά μιλάει καί νά γράφει κανείς. Ὅμως προσοχή: ὄχι στά 70 χρόνια, γιατί πρός τά ἐκεῖ πελάζει ὁ «φίλος» του Βαγενᾶς.
γ) Δέν ἤξερα ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «γραφτό» γιά ἕνα κείμενο εἶναι προσβλητικός γι᾿ αὐτόν πού τό ᾿γραψε. Τή λέξη «γραφτό» τή χρησιμοποιῶ συχνά γιά διάφορα κείμενα, δικά μου καί μή (κοίταξε πώς ἀρχίζει ἡ «Ἀπάντησή» μου στήν «Ἐπιφυλλίδα» τοῦ Βαγενᾶ). Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος τί εἶναι τό κείμενο τοῦ Γαραντούδη, εἶναι προφορικό -ὄχι γραφτό; Δέν εἶπα ὅτι ἦταν ἀνακοίνωση σέ συνέδριο, ἀλλά παράθεσα περικοπή τοῦ Βαγενᾶ, ὅπου ἀναφερόταν ὅτι ἦταν ἀνακοίνωση. Ἄκου προσβλητική ἡ λέξη «γραφτό», προσβάλλει, σάν νά λέμε, τόν «κανιβαλισμό» τοῦ Γαραντούδη.
δ) Δέν ἤξερα πώς ἕνα κείμενο ἀδημοσίευτο μπορεῖ νά θεωρεῖται… δημοσιευμένο! Πρός τί ὅλη ἡ φλυαρία περί αὐτοῦ; Ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ Γαραντούδη τό μόνο πού προκύπτει εἶναι ὅτι τό «γραφτό» του ἦταν ἀδημοσίευτο. Ἀλλωστε τό λέει πολύ καθαρά ὁ Βαγενᾶς: «Εὐχαριστῶ τόν Εὐριπίδη Γαραντούδη πού ἔθεσε στή διάθεσή μου τό κείμενο τῆς ἀνακοίνωσής του (ὑπό ἐκτύπωση στά πρακτικά τοῦ συνεδρίου)».[4]….
στ) Δέν ἤξερα ὅτι ἔπρεπε νά ἀπαντήσω εἰδικά στό ρηχό ἐφυολόγημα τοῦ Γαραντούδη, ὅταν ἡ ἀπάντηση δίνεται ἀναλυτικά στήν «Ἀνταπάντησή μου» στό Βαγενᾶ. Τή διάβασε ὁ ἀγαπητός Εὐριπίδης; Κι ἄν τή διάβασε δέν εἶδε τά περί «μισθοφόρου», τά περί «μαριονέτας», δέν εἶδε τί ἔγαφε ὁ Καραντώνης ἕνα μήνα πρίν ἀπό ἐπίμαχο ἄρθρο του γιά τήν «’Επίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νεους». Δέν εἶδε ὅτι ὁλόκληρο τόν ἐπίλογο, στό βιβλίο «Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης» τοῦ Καραντώνη, τό ἔγραψε μέ τό χέρι του ὁ Κατσίμπαλης; Καί δέν εἶναι μόνο αὐτά…
ζ) Ἡ μοναδική αἰτία γιά τήν ὁποία γράφτηκε ἡ «ἀπάντηση» Γαραντούδη ἦταν τά περί αὐλικοῦ τοῦ Βαγενᾶ, ἄλλο ἄν πῆρε ἀφορμή γιά νά μιλήσει μέ κάμποση χολή γιά πολλά ἄλλα, ἄσχετα μ᾿ αὐτό. Λοιπόν: ὁμολογῶ ὅτι δέν ἤξερα ὅτι ὁ Ε. Γαραντούδης ἦταν, ὅπως γράφει, ἁπλά «φίλος» τοῦ Βαγενᾶ καί τίποτα περισσότερο. Μερικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς «φιλίας», τῆς βασισμένης «στήν ἀλληλοεκτίμηση καί τόν ἀμοιβαῖο σεβασμό», εἶναι, ὑποθέτω, καί τά ἀκόλουθα. 1. Ὁ Γαραντούδης εἶναι 19 χρόνια νεότερος ἀπό τόν Βαγενᾶ. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ Βαγενᾶς θά μποροῦσε νά ἦταν καί φυσικός πατέρας του ἤ, ἀλλιῶς, θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ δυνάμει πατέρας του. 2. Ὁ Βαγενᾶς, ὄντας πανεπιστημιακός καθηγητής, ὑπῆρξε Ἐπόπτης τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς τοῦ Γαραντούδη μέ θέμα Ἡ μετρική καί ἡ ποίηση τῶν Ὠδῶν τοῦ Κάλβου (ἡ ὁποία πέρασε τό 1993, στό Πανεπιστήμιο Κρήτης). 3. Σ᾿ αὐτή τή διατριβή βασίστηκε τό βιβλίο τοῦ Γαραντούδη, Πολύτροπος ἁρμονία. Μετρική καί ποιητική τοῦ Κάλβου, πού ἐκδόθηκε τό 1995 ἀπό τίς Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης. Κατά σύμπτωση Διευθυντής τῶν ἐκδόσεων αὐτῶν ἦταν ὁ Νάσος Βαγενᾶς. Κατά σύμπτωση ἐπίσης ἀπό τίς ἴδιες έκδόσεις βγῆκε καί ἄλλη ἐργασία τοῦ Γαραντούδη. 4. Ὁ Βαγενᾶς, ἄν καί Ἐπόπτης τῆς διατριβῆς ἔγραψε, συμπτωματικά, λίγο καθυστερημένα, ἐπαινετικότατη κριτική γιά τήν Πολύτροπη ἁρμονία τοῦ Γαραντούδη.[5] 5. Ὁ Γαραντούδης ἔχει δημοσιέψει, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ κάτι λίγες κριτικο-μελέτες γιά τόν Βαγενᾶ. Εἶναι κρίμα πού δέν ἔγραψε περισσότερες. 6. Ὁ Βαγενᾶς, μέ τή διδακτορική του ἐργασία, Ὁ ποιητής καί ὁ χορευτής -καί ἔκτοτε- ἀκολούθησε, ὄχι ἀθώα ἀλλά μᾶλλον καιροσκοπικά, τή γραμμή Κατσίμπαλη-Σεφέρη-Καραντώνη. Ἡ γραμμή αὐτή ἐξυψώνει τήν ποίηση τοῦ Σεφέρη καί ταυτόχρονα ὑπονομεύει τήν ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. Κατά σύμπτωση τήν ἴδια γραμμή ἀπέναντι στούς δυό ποιητές ἀκολουθεῖ καί ὁ Γαραντούδης -μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση μάλιστα στήν ὑπονόμευση τοῦ Καρυωτάκη. Πολύ θεάρεστος ρόλος, ἀλήθεια, τό νά ἔχουν τάξει σκοπό τους κι οἱ δυό τήν ὑπονόμευση ἑνός ποιητῆ.[6] 7. Ὁ Γαραντούδης σέ ἀνακοίνωσή του σέ συνέδριο, πού τά πρακτικά του ἐκδόθηκαν τό 2012 (ποιόν μήνα;), «σχολιάζει», ὅπως γράφει, «ἀρκετά σημεῖα τῆς συζήτησης τοῦ Ἀράγη καί τοῦ Βαγενᾶ». Γιά ἀνακοίνωση σέ συνέδριο πρόκειται, ὄχι γιά κάποιο σχόλιο τοῦ ποδαριοῦ. Καί στήν ἀνακοίνωση αὐτή (πῶς ὁρίζεται καί τί σκοπό ὑπηρετεῖ μιά ἐπιστημονική ἀνακοίνωση;) ὑπεισέρχεται καί ἀσχολεῖται μέ μιά συζήτηση ἡ ὁποία βρισκόταν σέ ἐξέλιξη. Καί τί κάνει ἀκριβῶς; Παίρνει τό μέρος τοῦ Βαγενᾶ καί βάζει κατά τοῦ Ἀράγη. Καί δέν τοῦ φτάνει αὐτό, ἀλλά πασάρει κιόλας τό κείμενο τῆς «ἀνακοίνωσης» στόν Βαγενᾶ, προτοῦ νά δημοσιευτοῦν τά πρακτικά τοῦ συνεδρίου, ὥστε νά τό χρησιμοποιήσει ὁ Βαγενᾶς ἐναντίον τοῦ Ἀράγη. Τί νά πῶ; Καλύτερα ἄς «μνημονέψω Διονύσιο Σολωμό»: «Ὄμορφος κόσμος ἠθικός ἀγγελικά πλασμένος!» 8. Ἐνῶ μοναδικός λόγος γιά νά γραφτεῖ ἡ «Ἐπιστολή» του ἦταν τό θέμα τοῦ αὐλικοῦ, αὐθαίρετα ἐπεκτάθηκε, ὅπως προανάφερα, καί σέ πολλά ἄλλα, μέ σαφῶς ἐχθρική διάθεση. Ἔτσι μέ κατηγορεῖ ὡς ὑβριστή ἐπειδή, στήν Ἀνταπάντησή μου στόν Βαγενᾶ, χαρακτηρίζω τόν Ἐλύτη τοῦ 1935 «βουτυρόπαιδο». Ἀσφαλῶς τό 1935, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι τά εἶχε ὅλα, ἀπέναντι στόν πένητα Καραντώνη, ὁ Ἐλύτης ἦταν βουτυρόπαιδο. Δέν μιλῶ ἐκεῖ γιά χαζομπεμπέδες, ἀλλά γιά τήν ἐποχή καί τήν ἀνέχεια τοῦ Καραντώνη. Ὁ χαρακτηρισμός ὀφείλεται σ᾿ αὐτή τήν ἀντίθεση, πού, μέσα στά συμφραζόμενα, εἶναι εἰκολονόητος, ἄν δέν εἶναι κανείς κακόπιστος. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἐλύτης οὐδέποτε δούλεψε γιά νά βγάλει τό ψωμί του. Ποῦ βρίσκεται ἡ ὕβρις;
Αὐτό τό τελευταῖο καί τ᾿ ἄλλα, τά ἐκτός θέματος, πού γράφει στήν «Ἐπιστολή» του, (περί λαϊκιστῆ, προχωρημένης ἡλικίας, δερματολόγου κ.λπ.). Ἀλλά κυρίως τά ὅσα προανάφερα γιά τή σχέση του μέ τόν πατρωνά του καί τή συμπεριφορά του, δείχνουν ἤ δέν δείχνουν ὅτι ὁ Γαραντούδης  εἶναι αὐλικός τοῦ Βαγενᾶ; Ἄς τό κρίνουν οἱ ἀναγνῶστες.

Ἀπό το περιοδικό Το Δέντρο, τεῦχος 193-194, Ἀθήνα, Οκτώβριος 2013,


[1] Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε. Δεύτερη ἔκδοση, Ἀθήνα 2002, σ. 985.

[2] Νίκος Λάζαρης, «Ὀφειλόμενη ἀνταπάντηση», περιοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 50, Ἀθήνα, Ἰούνιος 2011, σ. 551.

[3] Ἀνδρέα Μπελεζίνη, «Ὁ κανιβαλισμός ἑνός ἀνθολόγου», Νέα Ἑστία, τεῦχος 1817, Ἀθήνα, Δεκέμβριος 2008, σ. 1350.

[4] Νάσος Βαγενᾶς, «Ἀκόμη λίγα γιά τόν καρυωτακισμό», περιοδικό Ποιητική, τεῦχος ὄγδοο, Ἀθήνα 2011, σ. 24, σημείωση 5.

[5] Νάσος Βαγενᾶς, «Εὐριπίδη Γαραντούδη: Πολύτροπος ἁρμονία: Μετρική καί ποιητική τοῦ Κάλβου», Τό Βῆμα, 1/10/2012.,

[6] Χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται κι οἱ δυό ὅτι, πέρα ἀπό τό ὅτι ἔχουν καταπιαστεῖ μέ μιά ἄχαρη δουλειά, ἡ ἐπιμονή τους νά ὑπονομεύουν τόν Καρυωτάκη καθιστᾶ ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἀντιθετικά, ἀντιπαθητικό τόν Σεφέρη πού ὅ,τι κι ἄν τοῦ καταλογίσει κανείς δέν παύει νά ἔχει ἕνα πολύ ἀξιόλογο ἔργο.

Advertisements
This entry was posted in Συζήτηση. Bookmark the permalink.