Μάριος Μαρσέλος, «Νέα φιλαδέλφεια»

                              Μάριος Μαρσέλος, «Νέα Φιλαδέλφεια»[1]

 

 

Τό πεζογράφημα «Νέα Φιλαδέλφεια» γράφτηκε ὡς φόρος τιμῆς στόν παππού τοῦ συγγραφέα, Παναγιώτη Μαρσέλο. Ἀπό τήν ὅλη δομή του (φωτογραφίες, βιβλιογραφία στό τέλος) δέν φαίνεται νά γράφτηκε μέ λογοτεχνικές προθέσεις. Μολαταῦτα τό κείμενο παρουσιάζει ἀξιοπρόσεκτες λογοτεχνικές ἀρετές.
Λίγα γιά τό ἱστορικό. Ὁ προπάππος τοῦ συγγραφέα, καταγόμενος ἀπό τό Τσιρίγο (Κύθηρα), ἀναζήτησε καλύτερη τύχη τό 1840 στόν Κουκλουτζᾶ, ἕνα χωριό ἔξω ἀπό τή Σμύρνη, πού ἦταν προορισμός καί ἄλλων συμπατριωτῶν του. Ἐκεῖ γεννήθηκε τό 1876 ὁ παππούς Παναγιώτης. Αὐτός ἐπιδόθηκε κυρίως στή γεωργία, ἔγινε κτηματίας καί πρόκοψε καλλιεργώντας σταφίδα σουλτανίνα. Παντρεύτηκε καί ἀπόκτησε μέ τή γυναίκα του Μαρία πέντε γιούς. Μέ τή μικρασιατική καταστροφή ἔχασε τά πάντα, ἀλλά ἡ οἰκογένειά του κι ὁ ἴδιος κατάφεραν νά περάσουν μ᾿ ἕνα καΐκι καί μέ τά ροῦχα πού φοροῦσαν μόνο στή Μυτιλήνη. Ἐκεῖ ἔμειναν μιά ἑβδομάδα, ὅπου γνώρισαν τή φιλάνθρωπη φιλοξενία τῶν Μυτιληνιῶν. Ἔπειτα μέ καράβι ἔφτασαν στόν Πειραιά -τρεῖς μέρες ἔξω στά χωράφια καί δυό μέρες στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ἀκολούθησαν δυό χρόνια στήν Καλλίπολη, σ᾿ ἕνα ὑπόγειο δωμάτιο στό ὁποῖο στεγάζονταν τέσσερεις οἰκογένειες, τέσσερα χρόνια στήν Κολοκυνθού καί τέλος στόν προσφυγικό συνοικισμό τοῦ Ποδονίφτη (Νέα Φιλαδέλφεια). Ὁ Παναγιώτης Μαρσέλος γιά νά ζήσει τήν οἰκογένειά του (ὁ μικρότερος γιός του ἦταν μόλις τριῶν χρόνων) ἀναγκάστηκε νά κάνει διάφορες δουλειές τοῦ ποδαριοῦ. Ἀργότερα τά δυό μεγαλύτερα παιδιά του, μέ χρήματα πού ἔβγαλαν στήν Αἴγυπτο, ἵδρυσαν μιά βιοτεχνία γιά χαρτοσακοῦλες τῆς ἀγορᾶς καί τελικά κανονικό ἔργοστάσιο. Ἐκεῖ στό ἐργοστάσιο συναντάει ὁ συγγραφέας τόν παππού του, πού εἶχε μεγἀλη ἐπιθυμία νά τόν ἐπισκεφτεῖ. Ἀφοῦ τά λένε στό ἐργαστάσιο, πηγαίνουν τό βράδι καί συνεχίζουν τή συζήτησή τους στό σπίτι τοῦ παπποῦ. Συζήτηση μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ ἐγγονός ρωτάει καί ὁ παππούς τοῦ ἐξιστορεῖ τήν ὀδύσσεια τὴς ζωῆς του. Ὁ ἀναγνώστης παρακολουθεῖ αὐτή τήν ἐξιστόρηση ὡς μαρτυρία, ὥσπου νά φτάσει τελικά στό «Ἐπίμετρο» καί νά πληροφορηθεῖ ἔκπληκτος πώς ὁ Παναγιώτης Μαρσέλος πέθανε τό 1946, ἐνῶ ὁ Μάριος, ὁ ἐγγονός-ἀφηγητής, γεννήθηκε τό 1948, δύο χρόνια ἀργότερα. Ἄρα ὅλη ἡ ἀφήγηση εἶναι φανταστική. Καί τά λεγόμενα τότε τοῦ παπποῦ καί οἱ τόσες λεπτομέρειες εἶναι λόγια τοῦ ἀέρα; Ὄχι βέβαια. Εἶναι φανερό πώς ὁ συγγραφέας, πρίν νά καταπιαστεῖ μ᾿ αὐτό τό ἀφήγημα, εἶχε συγκεντρώσει  τά  ἀπαραίτητα στοιχεῖα.
Τό κείμενο εἶναι γραμμένο σέ μιά ρέουσα ἀστική δημοτική, χωρίς αἰσθητές παρεκκλίσεις, τόσο λεκτικά, ὅσο καί συντακτικά. Ὅμως, πέρα ἀπό τήν κατακτημένη γλώσσα, προέχει νά τονιστεῖ ἡ πηγαία ἐκφραστική ποιότητά του. Ἡ λεπτόλογη κι ὡστόσο λιτή εὐστοχία του, χωρίς νά κάνει, ὅπως λέμε, κοιλιές ἤ νά πλατυάζει. Ἕνα κείμενο, πού ἄν καί βασίζεται στίς λεπτομέρειες, τό διακρίνει σέ ἐξαιρετικό βαθμό ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου. Ἕνα μικρό παράδειγμα. Ὁ ἐγγονός-ἀφηγητής μπορεῖ νά ἀκολουθήσει δύο διαδρομές γιά νά φτάσει στό «ἐργοστάσιο»: τήν «πάνω» διαδρομή καί τήν «κάτω». Ἀκολουθεῖ τή δεύτερη. Ὅταν φτάνει στό «ἐργοστάσιο», Ὁ παππούς του τόν ὑποδέχεται μέ τά λόγια: «Καλῶς τον. Τό ηὗρες εὔκολα;». Πράγμα πού σημαίνει ὅτι εἶχε προηγηθεῖ τηλεφωνική ἐπικοινωνία στήν ὁποία ὁ παππούς εἶχε ὑποδείξει τίς δύο διαδρομές στόν ἐγγονό του. Ὅμως τό τηλεφώνημα δέν ἀναφέρεται, ἁπλῶς ὑπονοεῖται ἀπό τά λόγια μέ τά ὁποῖα τόν ὑποδέχτηκε ὁ παππούς Παναγιώτης. Τό «Καλῶς τον», σημαίνει πώς ὁ παππούς τόν περίμενε ἤδη. Καί «Τό ηὗρες εὔκολα;» σημαίνει πώς τόν εῖχε ὀρμηνέψει νωρίτερα πῶς νά πορευτεῖ γιά νά βρεῖ τό ἐργοστάσιο.
Στήν ἀφηγηματική ροή τοῦ κειμένου ἀκούει κανείς τρεῖς εὐδιάκριτες ἀφηγηματικές φωνές ἤ, ἀλλιῶς, τρεῖς ἀφηγηματικές ἰδιοσυγκρασίες: τοῦ παπποῦ, τοῦ ἐγγονοῦ καί τῆς κόνας-Ἐλισσῶς, ἡ ὀποία ἔχει μιά μικρή συμμετοχή. Τοῦ παπποῦ, κουβεντιστή στόν ἑνικό, βγαίνει ἀπό τίς συγκλονιστικές ἐμπειρίες του, μέ τήν αἴσθηση μιᾶς ζωῆς πού ἔφτασε στό τέλος της, καί ἠχεῖ σάν ἤρεμος ἀπολογισμός. Λές καί ἔρχεται ἀπευθείας ἀπό τό βάθος τοῦ χρόνου. («Γιά ἐκεῖνον ἦταν μᾶλλον ἡ ἀνάγκη νά πεῖ κάποια πράγματα, πού γιά πολύ μεγάλο διάστημα δέν ἤθελε οὔτε νά ἀναφέρει οὔτε νά σκέφτεται. Τώρα, ὅμως, ἡ ἀπόσταση τοῦ χρόνου εἶχε ἁπαλύνει τά συναισθήματα».) Τοῦ ἐγγονοῦ, πιό νεανική, στόν πληθυντικό ὅταν ἀπευθύνεται στόν παππού, μέ κάποιο σεβασμό καί μέ τή δίψα ν᾿ ἀκούσει καί νά μάθει. Τῆς κόνας-Ἐλισσῶς, ἀπό τή Σμύρνη, μέ τό ἰδιότυπο λεκτικό της («Ἔχεις κι ἐσύ δικοί σου ἄνθρωποι στήν Ἀμερική!», «δουλεύει στσ᾿ σιδηρόδρομοι»), αὐτάρεσκα πληθωρική.
Πέρα ἀπό τά παραπάνω τό κείμενο κερδίζει τόν ἀναγνώστη ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ ἐγώ ἀπό τό ὁποῖο ἐκπορεύεται. Ἐπίπεδο ἀπό τό ὁποῖο ἀπουσιάζουν ἡ φιλαρέσκεια, ὁ ἐντυπωσιασμός καί κάθε ἴχνος ὑψηλῶν τόνων. Μέ μιά ἀποφασιστική κίνηση ὁ συγγραφέας ἄφησε ὅλα τά περιττά στήν ἄκρη, βύθισε τό βλέμμα του βαθιά μέσα στόν ἑαυτό του καί μίλησε μέ εἰλικρίνεια. Ἔτσι ὥστε νά ἀρθρώσει ἕνα λόγο σεμνό καί ἐκ βαθέων. Παραθέτω μιά μικρή περικοπή.

«Σκεφτόμουν ὅτι πρέπει νά σηκωθῶ νά ἀνοίξω τό παράθυρο, γιά νά μπεῖ λίγος καθαρός ἀέρας. Δέν τό ἔκανα. Ἤ μήπως τό ἔκανα καί δέν τό θυμᾶμαι; Ἤμουν νυσταγμένος καί συγκινημένος μαζί. Ἡ φράση του ‘‘Κι ἐσύ βρέ παιδί μου, ποῦ ἤσουν ὅλα αὐτά τά χρόνια;’’ εἶχε καρφωθεῖ στό μυαλό μου, ἀλλά μοῦ ἦταν ἀδύνατο νά ἀπαντήσω. Ἔκανα μεγάλη προσπάθεια νά κρατήσω τά μάτια μου ἀνοιχτά. Νόμιζα ὅτι ἔχω ἕτοιμη κάποια ἀπάντηση, πού ὅμως περνοῦσε ἀπό τό μυαλό μου φευγαλέα, χωρίς νά φτάνει στά χείλη. Σάν νά σκάλωνε κάπου καί νά μήν μποροῦσε νά βγεῖ ἀπό τό στόμα. Ὅπως σέ μερικά ὄνειρα, πού ἐνῶ ξέρεις ὅτι πρέπει νά τρέξεις, τά πόδια σου δέν ὐπακοῦν, στέκουν ἀκίνητα καί σέ γεμίζουν ἀγωνία. Ἀκόμα καί τώρα πού τό σκέφτομαι, δέν νομίζω πώς εἶχα πραγματικά ἕτοιμη κάποια ἀπάντηση στό ἐρώτημά του.»

Θά ἤθελα νά προσθέσω ἀκόμα κάποιες στιγμές πού δίνουν τήν εὐκαιρία στό συγγραφέα νά φανερώσει τήν αἰσθαντικότητά του στίς μικροαλλαγές τοῦ περιβάλλοντος χώρου. Ὅπως ὅταν ἔρχεται νά τούς ἀποχαιρετήσει ὁ ἐπικεφαλής τῆς ἀπογευματινῆς βάρδιας ἀφήνοντας γιά λίγο ἀνοιχτή τήν πόρτα τῶν μηχανῶν (σ. 167). Καθώς ἐπίσης τήν εὑρηματική ἐπίσκεψη τῆς κόνας-Ἐλισσῶς στόν κάτω ὄροφο τοῦ παπποῦ Παναγιώτη. Τήν ἀνοιχτόκαρδη παρουσία τῆς κόνας-Ἐλισσῶς, σάν μιά διαφορετική νότα, ἕνα καλοδεχούμενο διάλειμμα στή συζήτηση τῶν δύο ἀντρῶν. Μά τόσο μέσα στήν ὅλη γραμμή τῆς ἀφήγησης.
Τελειώνοντας ἐδῶ θά ἔλεγα πώς, σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ Νέα Φιλαδέλφεια τοῦ Μάριου Μαρσέλου ἀποτελεῖ κείμενο φτασμένου πεζογράφου. Καί νομίζω πώς πρέπει ἐπειγόντως νά ἐκδοθεῖ αὐτοτελῶς, μέ τή μορφή μιᾶς, ἄς ποῦμε, 100σέλιδης νουβέλας.


[1] Μάριος Μαρσέλος, «Νέα φιλαδέλφεια», ἀνάτυπο ἀπό τήν περιοδική ἔκδοση, Νόστος, τεῦχος 7, Ὅμιλος Κυθηρίων Πανεπιστημιακῶν, Ἀθήνα 2012, σσ. 151-228.

Γιῶργος Ἀράγης

Ἀπό τεριοδικό Παρέμβαση, τεῦχος 168-169, Κοζάνη, τέλος καλοκαιριοῦ-ἀρχή ἄνοιξης 2013.

 

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.