Κανείς δέν ξέρει τί ζυγίζει…


Κανείς δέν ξέρει τί ζυγίζει…

Κανείς δέν ξέρει σήμερα τί ζυγίζει στή σκέψη τῶν συγχρόνων του. Μιλῶ γιά τούς ἀνθρώπους πού ἀνήκουν στή λογοτεχνική κοινότητα. Δέν ἀποκλείεται κάτι παρόμοιο νά συμβαίνει καί σέ ἄλλους κοινοτικούς κλάδους, στήν πανεπιστημιακή κοινότητα λ.χ., στή δημοσιογραφική, κ.λπ. Γιά τίς παλιότερες ἐποχές ἔχουμε, ὥς ἕνα βαθμό τουλάχιστο, κοινές ἀντιλήψεις πάνω σέ γνωστά πρόσωπα. Ξέρουμε π.χ. τί γνώμη ἐπικρατεῖ γιά τόν Κοραή,  γιά τόν Σολωμό, γιά τόν Πολυλᾶ, γιά τόν Ροΐδη, γιά τόν Καβάφη, κ.ἄ. Ἡ γνώμη μας γιά τούς συγγραφεῖς αὐτούς εἶναι θετική σέ ὑψηλό βαθμό. Σήμερα ὡστόσο, γιά τούς σύγχρονους ἐργάτες τοῦ λόγου, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀξία τους, τά πάντα εἶναι ρευστά καί χωρίς ἀξιολογική κλίμακα. Ἀπό τήν ἱστορία γνωρίζουμε πώς ἕνα τέτοιο φαινόμενο δέν ἦταν ἀσυνήθιστο στίς προγενέστερες ἐποχές. Κάθε ἄλλο. Ὅμως, ἄν δέν κάνω λάθος, σήμερα, βοηθώντας καί ἡ ἐξέλιξη τῶν μέσων προβολῆς, τό ζήτημα ἔχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Μέ ἀποτέλεσμα νά γίνεται διαγκωνισμός ἀνάμεσα στούς ζηλωτές τῆς δημόσιας προβολῆς, ἀλλά χωρίς καμιά σιγουριά γιά τήν ἀπήχηση αὐτῆς τῆς προσπάθειας στούς ἄλλους. Ἔτσι μένουμε στίς ἐπιδόσεις τῆς προβολῆς, πού σέ μερικές περιπτώσεις τείνει νά πάρει ὑστερικές διαστάσεις.

Συγκριτικά μέ ἄλλες ἐποχές παρατηροῦμε ὅτι ἔχουμε ὁρισμένες σχετικές μέ τό θέμα διαφοροποιήσεις.  Συγκεκριμένα:

α) Γιά χάρη τῆς προβολῆς ἐκτοπίσαμε τήν κριτική, παραχωρώντας ἀπόλυτη κυριαρχία στίς βιβλιοπαρουσιάσεις, πού γίνονται πιά μέ αὐξανόμενη πληθωριστική πρόοδο. Οὐδείς πηγαίνει σέ μιά βιβλιοπαρουσίαση γιά νά πεῖ τή γνώμη του. Ἀντίθετα πηγαίνει μέ μοναδικό σκοπό νά βρεῖ κάτι ἐπαινετικό νά πεῖ γιά τό ἑκάστοτε παρουσιαζόμενο βιβλίο. Νά ἐπαινέσει ἔμμεσα τόν συγγραφέα του. Πολλοί βέβαια βιλιοπαρουσιαστές δέν ἔχουν κάν γνώμη πάνω στό λογοτεχνικό βάρος τῶν βιβλίων. Ἀλλά καί ὅποιοι ἔχουν ἀποφεύγουν νά τήν ποῦν μήν τυχόν καί δυσαρεστήσουν τούς συγγραφεῖς. Γεγονός εἶναι πάντως ὅτι στίς βιβλιοπαρουσιάσεις, πού γίνονται κατά κανόνα ἀπό φιλικά πρόσωπα τῶν συγγραφέων, οὐδέποτε διατυπώνονται ἀρνητικές κρίσεις ἤ ἐπιφυλάξεις ἤ ὑπαινιγμοί ἐπιφυλάξεων. Ἀρνητική βιβλιοπαρουσίαση δέν ἔχει διαπιστωθεῖ μέχρι σήμερα. Πράγμα πού σημαίνει πώς ὅλα τά παρουσιαζόμενα  βιβλία εἶναι ἐξαιρετικά, ὅλα εἶναι ἀξιοσύστατα, ὅλα εἶναι ἄμεμπτα, ὅλα τῆς ἴδιας στάθμης, τίποτα δέν ἐξέχει, διαφορές δέν ὑπάρχουν, ὅλα εἶναι ἀριστουργήματα. Ἐνῶ, ταυτόχρονα, παρουσιάζονται τά πάντα καί παντοῦ, στήν πρωτεύουσα σωρηδόν, ἀλλά καί στήν ἐπαρχία, ὅπου τρέχει καί μεγάλος ἀριθμός Ἀθηναίων κάτι πού θυμίζει τούς παλιούς γυρολόγους. Τώρα γίνονται παρουσιάσεις καί ἀπό τήν τηλεόραση,[1] μάλιστα δέν εἶναι σπάνιο νά παρουσιάζονται ἀπίθανες περιπτώσεις, ἄκριτα καί ὅπως ὅπως. Ἀπό ὠφελιμιστική πλευρά, στίς βιβλιοπαρουσιάσεις, ὑπάρχει ὁ εὐσεβής πόθος, μήπως κάποιοι φιλοτιμηθοῦν νά ἀγοράσουν στό τέλος κανένα βιβλίο μέ ἀφιέρωση τοῦ συγγραφέα.  Ἄδηλο ὡστόσο ἄν διαβάζονται κάν αὐτά τά βιβλία. Ἔτσι φτάνουμε νά παρουσιάζουμε τά βιβλία κατά τόν ἴδιο τρόπο πού διαφημίζουμε τά ἀπορρυπαντικά. Εἶναι καί τό μόνο πού μετράει τελικά, τό διαφημιστικό ἀποτέλεσμα. Ἐμπόρευμα εἶναι ὅλα καί ὅποιον ξεγελάσουμε. Νά εἴχαμε τουλάχιστο χιοῦμορ, ἄ μπά, σοβαροφάνεια καί πολλά χαμόγελα. Κοσμικότητες ἤ σάν κοσμικότητες.

Εἶπα παραπάνω πώς ἔχουμε διαφοροποιηθεῖ ἀπό ἄλλες ἐποχές καί θά δώσω ἕνα παράδειγμα. Τό 1933 κυκλοφόρησε ἡ Ἀργώ (Α΄μέρος) τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ. Ὁ Θεοτοκᾶς ἦταν μόλις 27 χρονῶν, ὅμως δέν ἦταν ἄγνωστος, Εἶχε στό ἐνεργητικό του τρία βιβλία (Ἐλεύθερο πνεῦμα, 1929, Ὧρες ἀργίας, 1931, Ἐμπρός στό κοινωνικό πρόβλημα, 1932), καί πολλές δημοσιεύσεις σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες. Κι ὅμως οἱ κριτικές γιά τήν Ἀργώ ἦταν ἀρνητικές,[2] μολονότι δέν σταδιοδρόμησε ἔκτοτε τό βιβλίο ἄσχημα.

β) Κάτι ἄλλο, ἐκτός ἀπό τίς βιβλιοπαρουσιάσεις, πού μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπό τούς προγενέστερους, εἶναι οἱ συνεντεύξεις. Οἱ συνεντεύξεις πού βλέπουν τό φῶς τῆς δημοσιότητας ἔχουν τήν ἴδια περίπου συχνότητα καί ἰσοπεδωτική τάση μέ τίς βιβλιοπαρουσιάσεις. Εἶναι πιά τόσο συχνές πού δέν προλαβαίνεις νά τίς διαβάσεις. Ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν βγεῖ ἀκόμα ἀπό τ᾿ αὐγό, δίνουν συνεντεύξεις. Τό τί λέγεται δέν τό βάζει ὁ νοῦς σας, νά σοῦ φεύγει τό καφάσι. Ἀρκεῖ νά πῶ πώς δέν εἶναι λίγοι οἱ ἐκδοτικοί οἶκοι πού διαθέτουν ὁρισμένο ἄτομο, πού ἔχει ἐντολή νά παίρνει συνεντεύξεις ἀπό ὅλους τούς συγγραφεῖς πού βγάζουν βιβλία ἀπό τόν οἰκεῖο ἐκδοτικό οἶκο. Συνεντεύξεις λοιπόν σωρηδόν. Ὅλες καλόβολες, ὅλες μέ τό χαμόγελο στά χείλη, ὅλες κολακευτικές γιά τόν συνεντευξιαζόμενο συγγραφέα, τίποτα νά μή θίγεται, καμιά ἀναφορά στά κακῶς κείμενα. Ἰσοπεδωτική ἀντίληψη καί σ᾿ αὐτόν τόν τομέα. Μέ μοναδικό σκοπό τή διαφήμιση καί τήν προβολή. Περιττό νά πῶ ὅτι τέτοιο ὄργιο συνεντεύξεων δέν παρουσιαζόταν στίς παλιότερες ἐποχές. Πόσες συνεντεύξεις ἔδωσε ὁ Ροΐδης, πόσες ὁ Παλαμᾶς, πόσες ὁ Ἄγρας, πόσες ὁ Σεφέρης, πόσες ὁ Σαχτούρης;

γ) Κάτι ἀκόμα πού μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπό τούς παλιότερους εἶναι τά ἀθρόα καί συχνά πολυσέλιδα ἀφιερώματα. Ἀφιερώματα γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Τά ἀφιερώματα, ἄν ἐξαιρέσουμε τό περιοδικό Ἑλληνική δημιουργία, ἦταν σπάνια παλιότερα. Σήμερα τά ἀφιερώματα κατάντησαν εὔκολος τρόπος νά ἀναπληρώνεται ἡ ἔλλειψη τρέχουσας ὕλης τῶν περιοδικῶν. Κάτι σάν μπάζωμα τοῦ κενοῦ. Πέρα ἀπό αὐτό ἀνταποκρίνονται σέ ποικίλες ἄλλες καιροσκοπικές σκοπιμότητες. Τό ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ ἀθρόα ἐμφάνιση τῶν ἀφιερωμάτων ὑπονομεύει καί εὐτελίζει τή σημασία τους. Εἶναι κανόνας ὅτι ἡ αὔξηση τῆς ποσότητας γίνεται σέ βάρος τῆς ποιότητας, κανόνας πού δέν ἀφήνει ἀπέξω τά ἀφιερώματα.

δ) Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν πληθώρα τῶν περιοδικῶν. Πόσα λογοτεχνικά περιοδικά, ἔντυπα καί μή, σηκώνει ἡ Ἑλλάδα; Πόσα ἔβγαιναν παλιότερα. Πόσα τή δεκαετία τοῦ 1920, πόσα τή δεκαετία τοῦ 1930; Πόσα περιοδικά ἀπό ὅσα κυκλοφοροῦν σήμερα δικαιολογοῦν τή δημόσια παρουσία τους; Τί κενό πραγματώσεων, ἰδεῶν, καταστάσεων, καλύπτουν; Ποιές ἀνεκδήλωτες τάσεις φέρνουν στό φῶς;  Ἄς τό δοῦμε καί διαφορετικά, πόσα περιοδικά χρειάζονται γιά νά καλύψουν τήν τρέχουσα λογοτεχνική ὕλη καί συζήτηση; Αὐτή πού ἔχει δραστικό χαρακτήρα καί λόγο νά διαβαστεῖ ἀπό τούς ἀναγνῶστες; Νά σημειωθεῖ ἐπιπλέον πώς ἔχουμε πληθώρα  ἠλεκτρονικῶν περιοδικῶν πού, γενικά, εἶναι χαμηλότερης στάθμης ἀπό τά ἔντυπα. Ἀπό τά ἔντυπα πόσα περιοδικά βγάζουν τά ἔξοδά τους ἀπό τίς πωλήσεις τους, μολονότι δέν πληρώνουν τίς συνεργασίες τους; Τό περιοδικό Ἑκηβόλος μέ δυσκολία ξόδευε κοντά στά χίλια ἀντίτυπα, τό περιοδικό Πλανόδιον ἐπίσης.

ε) Βραβεῖα. Ἄν θυμᾶμαι καλά, εἴχαμε παλιότερα τρία βραβεῖα, τά βραβεῖα τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τά Κρατικά καί τῶν Δώδεκα. Σήμερα ἔχουμε πάλι τά δύο πρῶτα (Ἀκαδημίας καί Κρατικά), ἀλλά καί κάμποσα ἄλλα. Βραβεῖα, ποικίλα, δίνει ἡ Ἑταιρεία Συγγραφέων, βραβεῖα δίνει τό περιοδικό Ἀναγνώστης (πρώην Διαβάζω), βραβεῖα δίνει τό περιοδικό Δέκατα καί ὁρισμένα ἱδρύματα. Στό μεταξύ τιμητικές διακρίσεις ἀπονέμει καί ἡ Πολιτεία καί τά Πανεπιστήμια. Εἶναι μόνο αὐτά ἤ καί ἄλλα πού μοῦ διαφεύγουν; Ἄς ποῦμε πώς εἶναι μόνο αὐτά. Ἀναρωτιέμαι τί θά ἔλεγε κάποιος πού δέ θά γνώριζε τίποτε γιά τήν Ἑλλάδα καί θά μάθαινε τίς παραπάνω βραβεύσεις ἀναλυτικά καί σέ ὅλο τό φάσμα τους. Δέν θά τοῦ περνοῦσε ἡ ἰδέα πώς σ’ αὐτόν τόπο ὑπάρχει πολιτισμικός ὀργασμός; Τί συμβαίνει ὅμως;  Τά βραβεῖα, καθώς δίνονται συχνά χαριστικά καί χωρίς τεκμηριωμένη ἀξιολόγηση, ἔχουν χάσει, ἤ σχεδόν, τή σημασία τους. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι, ἀντί νά φωτίζουν καί νά χαρτογραφοῦν τήν πολιτισμική μας κατάσταση, περισσότερο τή συσκοτίζουν.

στ) Ἕνα ἀκόμα σύμπτωμα, μικρότερης σημασίας, πού μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπό τούς προγενέστερους εἶναι ἡ «φατσομαχία», ὅπως τήν εἶπε κάποτε ὁ Γ. Πατίλης. Ἡ φωτογραφομανία. Φάτσες λογιῶν λογιῶν, κατά κανόνα γελαστές, ἀλλά καί ἀγέλαστες καί κάποτε βλοσυρές. Φάτσες μέ ἴσια ἤ λοξά βλέμματα, σάν τίς παλιές ντιζέζες καί ντιζέζους. Φάτσες μέ καπέλα ἤ χωρίς, μέ μακρύ μαλλί ἤ ὄχι, μέ μούσι ἤ χωρίς. Ὅσο γιά τό διαδίκτυο, σ’ αὐτό γίνεται χαμός, ἰσχύει μάλιστα ἡ ἀρχή τῆς τρυποφραχτικῆς, ὅπου μπορεῖς νά τρυπώσεις. Ἔτσι πού ἄν κάποιος θέλει κάτι νά δεῖ, τσούπ, τοῦ παρουσιάζεται φάντης μπαστούνι ἡ μουτσούνα τῆς τάδε ἤ τοῦ τάδε, κ.λπ.

Μέσα σ᾿ αὐτό τό κλίμα κάτι χάνεται: χάνεται ἡ ἐμπιστοσύνη στά λόγια μας, ἡ ἐμπιστοσύνη στή σημασία τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς ἀλήθειας, ἐνῶ κερδίζει ἡ ὑποκρισία καί ὁ προσχηματικός λόγος. Ἔτσι, χωρίς μέτρα καί σταθμά, κανείς δέν ξέρει τί ζυγίζει στή σκέψη καί στήν ἐκτίμηση τοῦ ἄλλου. Κανένα παράπονο, βέβαια, καμιά ἀντίρρηση, αὐτό εἶναι τό τίμημα τῆς πολιτείας μας, τό τίμημα πού κάναμε τόν ἑαυτό μας κούφα θεατρική παράσταση.

[1] Νά θυμίσω πώς αρχή τοῦ κακοῦ στάθηκε ἡ ἐκπομπή τοῦ Βασίλη Βασιλικοῦ «Ἄξιον ἐστί».

[2] Κοίταξε, μεταξύ ἄλλων, Ἄλκης Θρύλος, περιοδικό Σήμερα, Ἀθήνα Ὀκτώβριος 1933. Ἀντρέας Ζευγᾶς (Αἰμίλιος Χουρμούζιος), περιοδικό Νέα ἐπιθεώρηση κοινωνικῆς ἔρευνας, τέχνης καί κριτικῆς, Ἀθήνα Νοέμβρης 1933. Πέτρος Σπανδωνίδης, Ἡ πεζογραφία τῶν νέων 1929-1933, Θεσσαλονίκη 1934.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.