Ἀνάγνωση καί κριτική

Πῶς διαβάζει κανείς ἕνα βιβλίο, μιά ποιητική συλλογή, ἕνα διήγημα, ἕνα μυθιστόρημα, γιά τό ὁποῖο πρόκειται νά γράψει κριτική; Ἡ ἀπάντηση φαίνεται ἁπλή: ὁ κριτικός διαβάζει προσεκτικά τό βιβλίο, ἐπισημαίνοντας τίς ὅποιες ἀρετές, καθώς καί τά τυχόν ἐλεγχόμενα σημεῖα του. Ἡ ἀπάντηση ὅμως αὐτή, μέσα στή γενική προφάνειά της, ἀφήνει ἀδιευκρίνιστες ὁρισμένες εἰδικότερες πλευρές τῆς ἐρώτησης. Ὁ κριτικός π.χ. ἔχει πάρει τήν ἀπόφαση νά κρίνει τό ἔργο προτοῦ νά τό διαβάσει ἤ μετά, ἀφοῦ τό διάβασε πρῶτα; Ἔχει σημασία, θά ἔλεγε κανείς, νά μπαίνει ἕνα τέτοιο ἐρώτημα. Ἄς τό σκεφτοῦμε.

Στήν περίπτωση πού ὁ κριτικός ἔχει ἀποφασίσει νά κρίνει ἕνα ἔργο προτοῦ νά τό διαβάσει, ἀγνοεῖ, καθώς εἶναι φυσικό, τό ποιόν αὐτοῦ τοῦ ἔργου. Ἀγνοεῖ δηλαδή περί τίνος πρόκειται. Συνεπῶς τό κίνητρο τῆς κριτικῆς ἐδῶ δέν πηγάζει ἀπό τήν ὅποια λογοτεχνική ὑπόσταση τοῦ βιβλίου, ἀλλά ἀπό κάποιο ἐξωβιβλιακό λόγο. Ἤ, ἀλλιῶς, ἀπό κάποια πρόθεση τοῦ κριτικοῦ. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ κριτική, πού θά γίνει γι᾿ αὐτό τό ἔργο, θά  σχετίζεται καί μέ τήν πρόθεση τοῦ κριτικοῦ. Στό βαθμό πού θά συμβεῖ αὐτό, εἶναι πιθανό νά μετρήσει στήν ἐκτίμηση τοῦ ἔργου, θετικά ἤ ἀρνητικά, κι αὐτή ἡ πρόθεση. Μέ συνέπεια νά προκύπτει ζήτημα κριτικῆς ἀμεροληψίας ἤ, ἀλλιῶς, κριτικῆς ἀκεραιότητας.

Ἐνδέχεται ὅμως ἕνας κριτικός νά πάρει τήν ἀπόφαση νά διαβάσει ἕνα βιβλίο μέ σκοπό νά τό κρίνει, χωρίς νά ξεκινάει ἀπό ὁρισμένο ἐξωβιβλιακό κίνητρο. Ἁπλῶς γιατί ἔτυχε νά μήν ἔχει κάποιο ἄλλο ἔργο νά διαβάσει σ᾿ ἐκείνη τήν περίσταση ἤ γιατί, ρίχνοντας μιά ματιά στίς πρῶτες σελίδες του, τοῦ φάνηκε ἐνδιαφέρον. Ὅμως καί στήν περίπτωση αὐτή ὁ κριτικός θά ἔχει νά διαβάσει ἕνα ἔργο μέσα ἀπό τήν ὀπτική γωνία τῆς ἐπικείμενης κριτικῆς πράξης του. Μιά ὀπτική γωνία πού δέν εἶναι ἐκείνη τῆς ἐλεύθερης ἀνάγνωσης τοῦ ἔργου, γιατί δέν ἔχει ἀκριβῶς τό ἴδιο εὖρος. Εἶναι μιά ἀνάγνωση τήν ὁποία θά ἐντάξει ὁ κριτικός στό πλαίσιο τῆς κριτικῆς πού ἀσκεῖ, γεγονός πού συνιστᾶ ἕναν προκαθορισμένο προσανατολισμό ἀπέναντι στό πρός ἀνάγνωση ἔργο. Τό νά διαβάζει κανείς ἕνα βιβλίο μ᾿ ἕναν τέτοιο προσανατολισμό, ἀλλά καί μέ ὁποιονδήποτε ἀνάλογο προσανατολισμό, συνεπάγεται κάποιες, ἔστω καί μικρές, ὁριοθετήσεις. Τό νά διαβάζεις, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἕνα βιβλίο μέ ἀντικειμενικό σκοπό νά τό κρίνεις, τό βάζεις ἀπό πρίν στό στόχαστρο τῆς ἀναμενόμενης κριτικῆς. Κι αὐτό συνιστᾶ μιά λίγο πολύ κατευθυνόμενη ἀναγνωστική πράξη. Ἔτσι τό νά διαβάζει κανείς ἕνα βιβλίο μέ προαποφασισμένο σκοπό νά τό κρίνει, ὅσο καλοπροαίρετα καί ἄν ὑποτεθεῖ,  συνιστᾶ μιά σχετικά ὁριοθετημένη ἀνάγνωση. Κι εἶναι, νομίζω, συχνά τό ἀναγνωστικό μεῖον τῶν κριτικῶν, νά μήν ἔχουν πάντα τό χρονικό περιθώριο καί τήν ψυχική διάθεση νά ἀπολαμβάνουν τά βιβλία πού διαβάζουν χωρίς κριτικές ὑποχρεώσεις. Τό ἰδανικό θά ἦταν νά ἔγραφε κανείς κριτική χωρίς καμιά χρονική ἤ ἄλλη δέσμευση. Κάτι πού γιά τούς ἐπαγγελματίες τουλάχιστο κριτικούς εἶναι ἀνέφικτο.

Τό συμπέρασμα εἶναι πώς ἡ πλεονεκτικότερη ἀνάγνωση ἑνός βιβλίου εἶναι ἡ χωρίς κρατούμενα, ἡ ἐλεύθερη δηλαδή ἀνάγνωση, χωρίς κανένα ἀπό πρίν στόχο παρά μόνο ἐκεῖνον τῆς ὅποιας ἀπόλαυσης ἐνδέχεται νά προσφέρει τό ἔργο. Γιά νά ὑπάρξει ὅμως ἐλεύθερη ἀνάγνωση ἀπό ἕνα κριτικό, θά πρέπει ὁ κριτικός αὐτός νά διαβάζει πολύ περισσότερα βιβλία ἀπό αὐτά πού κρίνει, ὥστε νά ἔχει τή δυνατότητα νά διαβάζει τά βιβλία αὐτά χωρίς νά γνωρίζει ποιό θ᾿ ἀποτελέσει ἀντικείμενο κριτικῆς. Καί μάλιστα ἡ ἀνάγνωση τῶν βιβλίων νά  γίνεται χωρίς νά προϋπάρχει κάν στό μυαλό τοῦ κριτικοῦ ἡ προοπτική τῆς κριτικῆς τους. Νά διαβάζει δηλαδή ἐλεύθερα τά βιβλία αὐτά γιά δική του ἱκανοποίηση καί ἄν κάποιο κεντρίσει τό ἐνδιαφέρον του ν᾿ ἀσχοληθεῖ κριτικά μ᾿ αὐτό ὑστερόχρονα. Εἶναι ὅμως πάλι, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, θέμα χρόνου γιά τούς κριτικούς. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς οἱ κοινοί ἀναγνῶστες ἔχουν, ἔναντι τῶν κριτικῶν, τό πλεονέκτημα τῆς ἐλεύθερης ἀνάγνωσης τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Μιᾶς ἀνάγνωσης πού δέν ἀποκλείει τή δεύτερη καί τήν τρίτη ἀνάγνωση τῶν ἴδιων ἔργων πού ἔτυχε νά τούς ἀρέσουν περισσότερο. Βέβαια δέν μποροῦμε νά θεωρήσουμε τίς ἀναγνώσεις τῶν κριτικῶν κατευθυνόμενες καί προσδιορισμένες πλήρως ἀπό τήν ἰδιότητά τους, μιά κάποια ἐξάρτηση ὡστόσο εἶναι ἀδύνατο νά μήν ὑπάρχει. Καί στό βαθμό πού ὑπάρχει μιά τέτοια ἐξάρτηση δέν ἀπέχει ἀπό τό νά συνιστᾶ ἕνα εἶδος «ἐπαγγελματικῆς διαστροφῆς».

Ἄς ἀφήσουμε γιά τήν ὥρα τά παραπάνω, γιά νά σταθοῦμε σ᾿ ἕνα ἐπιμέρους -ἕνα ἀπό τά πολλά- ἀναγνωστικό πρόβλημα. Ἄς δοῦμε τί συμβαίνει ὅταν διαβάζουμε ἕνα ποίημα, ἕνα διήγημα ἤ ἕνα μυθιστόρημα. Ἄν, διαβάζοντας κανείς ἕνα κείμενο, σταθεῖ κάποια στιγμή νά ἀναλογιστεῖ πῶς ἀκριβῶς ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτό τό κείμενο, δέν θά δυσκολευτεῖ φαντάζομαι νά διαπιστώσει τά ἑπόμενα. Δέν θά δυσκολευτεῖ νά ἀντιληφτεῖ ὅτι τήν ὥρα πού διάβαζε ἀνταποκρινόταν αὐτόματα σέ ἕνα εἶδος πολυφωνικῆς ὀρχήστρας. Ὅτι παρακολουθοῦσε, μ᾿ ἄλλα λόγια, τήν ἐξέλιξη μιᾶς ἐνοχρηστρωμένης «πολυφωνίας», ἐνεργειῶν, νοημάτων, ἀντιδράσεων, αἰσθημάτων, εἰκόνων, σχημάτων, χρωμάτων, ἤχων, θορύβων, κ.λπ. Κι ὅλα αὐτά ἀρθρωμένα, θεματικά ἤ συνειρμικά ἤ σύνθετα, μέ τόν λίγο πολύ ἰδιαίτερο τόνο μιᾶς ὑποβλητικῆς συγγραφικῆς φωνῆς. Θά διαπιστώσει ἐπίσης ὅτι ἡ «πολυφωνία» αὐτή ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἐξίσου αὐτόματη συμμετοχή τῆς παιδείας τοῦ ἀναγνώστη, τῶν ἐμπειριῶν του, τῆς εὐαισθησίας του, τῆς φαντασίας του, κ.λπ. Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια ἡ ἀνάγνωση ἀποτελεῖ μιά πολυσύνθετη ἀνταπόκριση στό κείμενο, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται αὐτόματα, κατεξοχήν δηλαδή ἀσυνείδητα.

Ἄν τώρα μᾶς ρωτήσει κανείς τί μᾶς λέει ἕνα κείμενο πού διαβάσαμε πρόσφατα, δύσκολα θά μιλήσουμε γιά σχήματα, γιά χρώματα, γιά ἤχους καί γιά θόρυβους. Ἡ τάση μας θά εἶναι νά μιλήσουμε ἐκλογικευμένα ὥστε νά γίνουμε κατανοητοί. Ὅμως ἀπ᾿ ὅλα τά στοιχεῖα τῆς ἀναγνωστικῆς «πολυφωνίας» ἐκεῖνο πού προσφέρεται γιά ἀπευθείας ἐκλογικευμένη διατύπωση εἶναι τό νοηματικό στοιχεῖο τοῦ κειμένου. Ἕνα ἀπό τά πολλά τῆς ἀναγνωστικῆς μας ἀναταπόκρισης στό λογοτέχνημα, τό ὁποῖο κάποτε μπορεῖ καί ν᾿ ἀπουσιάζει ἐντελῶς. Ἀπό τήν ποίηση τό βλέπουμε νά ἀπουσιάζει συχνά, ὄχι σπάνια ὅμως καί ἀπό τόν ἀφηγηματικό λόγο. Ἰδού ἕνα συναφές παράδειγμα:

«Ὁ Ἄγγελος σήκωσε τό βλέμμα του [βρισκόμαστε στή λίμνη τῆς Βουλιαγμένης] πρός τήν κορυφή τοῦ πανύψηλου βράχου καί τό ἄφησε ἀκίνητο γιά ἀρκετή ὥρα, ὥσπου μέσα στό μυαλό του σχηματίστηκαν οἱ τρεῖς στίχοι ἀπό ἕνα χαϊκού:

Ὅλα σωπαίνουν
Ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα
Σχίζει το βράχο.[1]

»Ἄρχισε νά ντύνεται μέ ἀργές κινήσεις, λέγοντας μέσα του ξανά καί ξανά: ‘‘Ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα σχίζει τό βράχο’’. Ὅταν μπῆκε στό αὐτοκίνητό του ἔνιωθε ἀνάλαφρος. Ἔβαλε ν᾿ ἀκούσει τό πρῶτο σεξτέτο τοῦ Μπράμς. Τό σῶμα του ἦταν εὐχάριστα κουρασμένο καί μέσα στά νερά τῆς σκέψης του κολυμποῦσε τό ποίημα τοῦ Μπασό. Ἀπό τίς πρῶτες κιόλας νότες θυμήθηκε τήν περίφημη  σκηνή ἀπό τούς Ἐραστές τοῦ Λουί Μάλ κάτω ἀπό τό ἀσπρόμαυρο σεληνόφως. Ὁ Ἄγγελος ἄρχισε νά σκέφτεται τή ζωή τοῦ  Γιοχάνες Μπράμς…»[2]

Τί βλέπουμε στό ἀπόσπασμα; Πρῶτα πρῶτα ὅτι ἔχουμε ἕνα ἀπόσπασμα  ἀπό ἀφηγηματικό ἔργο, γραμμένο μέ στρωτή γλώσσα καί συνειρμική ἀνάπτυξη. Ἔπειτα ὅτι παρουσιάζει μιά «πολυφωνία» ἐνεργειῶν («σήκωσε τό βλέμμα», «ἄρχισε νά ντύνεται», «ὅταν μπῆκε», «ἔβαλε ν᾿ ἀκούσει»), οἱ ὁποῖες συνδέονται μέ ἐσωτερικές ἀντιδράσεις («χαϊκού», «ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα», «ἀπό τίς πρῶτες νότες»). Ταυτόχρονα ἔχουμε εἰκόνες («πανύψηλου βράχου», «ἀσπρόμαυρο σεληνόφως»), αἰσθήματα (ἔνιωθε ἀνάλαφρος», «εὐχάριστα κουρασμένο»), μιά διπλή μεταφορά («μέσα στά νερά τῆς σκέψης του κολυμποῦσε τό ποίημα τοῦ Μπασό»), μιά  αἰσθησιακή μνήμη («θυμήθηκε τή σκηνή») καί τέλος τήν ἀφετηρία γιά κάποια περιδιάβαση στή ζωή «τοῦ Γιοχάνες Μπράμς». Ὅλα αὐτά μαζί σχηματίζουν ἕνα ὑποβλητικό σύνολο, μέ σαφή αἰσθαντικό χαρακτήρα. Ὅποιος θά διαβάσει τό παραπάνω ἀπόσπασμα δύσκολα, πιστεύω, θά τό προσπεράσει, χωρίς νά σταθεῖ μιά στιγμή νά τό ξαναδεῖ καί νά τό νιώσει πληρέστερα. Ὁ συνειρμός τοῦ ἀποσπάσματος, πού φαίνεται κάπως συζητήσιμος, εἶναι αὐτός πού ἀπό τό κοίταγμα τοῦ βράχου ἀναδύεται τό χαϊκού. Προσωπικά δέν βρίσκω τίποτε αὐθαίρετο σ᾿ αὐτό. Οἱ συνειρμοί προκύπτουν ἀνεξέλεγκτα καί κάποτε ἀπό ὑπονοούμενες ἤ ἀφανεῖς αἰτίες. Ἔχει τύχει νά κοιτάξω τέτοιους βράχους, ἀκόμα κι αὐτόν πού ἀναφέρει τό ἀπόσπασμα, κατακαλόκαιρο, ὅταν ἀχολογάει ὁ τόπος ἀπό τά τζιτζίκια. Τό κοίταγμα πάνω στή σταχτιά ἐπιφάνεια ἑνός ψηλοῦ βράχου μπορεῖ νά προκακαλέσει διάφορες ἐσωτερικές ἀντιδράσεις. Ὅμως κατακαλόκαιρο δέν εἶναι παράξενο νά συνδυαστεῖ με τή φωνή τῶν τζιτζικιῶν. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ βράχοι τό καλοκαίρι σχετίζονται μέ τή ζέστα καί τήν ξεραΐλα, ὅπως καί ἡ φωνή τῶν τζιτζικιῶν. Τό ἀπόσπασμα δέν μιλάει γιά καλοκαιρινή ξεραΐλα, ὅμως αὐτό συνάγεται, ἤ μᾶλλον ὑποβάλλεται, ἀπό τά συμφραζόμενα. Μάλιστα τό ἐπίμονο κοίταγμα μπορεῖ, κάτι καθόλου ἀσυνήθιστο, νά προκαλέσει τό ἀδυνάτισμα τῆς ὀπτικῆς εἰκόνας, σέ βαβμό πού νά διαπεραστεῖ ἀπό τή φωνή τῶν τζιτζικιῶν. Σύνδεσμος λοιπόν ἀνάμεσα στό βράχο καί στό χαϊκού εἶναι ἡ ἐποχή, ἡ στιγμή καί ἡ φωνή τῶν τζιτζικιῶν. Κι ἴσως ἀκόμα κάποιο ἀφανές ἐμπειρικό ὑπόβαθρο τοῦ συγγραφέα. Πῶς ἐξηγεῖται ὅμως ἡ φράση τοῦ χαϊκού (καί τοῦ Ἄγγελου βέβαια) , «Ὅλα σωπαίνουν», μέσα στό τζιτζίκισμα τῆς ὥρας; Εἶναι θέμα ἐμπειρίας, γιατί ἔτσι συμβαίνει, μέσα στό τζιτζίκισμα νιώθεις μέσα στή σιωπή, καθώς ἡ φωνή τοῦ τζίτζικα, πού ταυτίζεται μέ τό φυσικό περιβάλλον, καλύπτει κάθε ἄλλο ἦχο. Τό ξαναλέω, προσωπικά δέν βρίσκω τίποτε αὐθαίρετο στό συνειρμό αὐτό. Τό νά κοιτάζεις ἕνα βράχο καί νά σχηματίζεται μέσα σου μιά φράση, τρεῖς στίχοι ἤ ἕνα πρόσωπο εἶναι ἀπό τούς βαθύτερους συνειρμούς πού μᾶς τυχαίνουν. Τό ἀξιοπρόσεκτο ὡστόσο γεγονός στό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι ὅτι, ἄν καί ἀνήκει στόν ἀφηγηματικό λόγο, δέν περιέχει νοήματα. Δέν ἀναφέρεται καθόλου στή νόηση. Στή φράση, «Ὁ Ἄγγελος ἄρχισε νά σκέφτεται τή ζωή του Γιοχάνες Μπράμς», τό ρῆμα «σκέφτεται» ἔχει τήν ἔννοια τοῦ ἄρχισε νά ἀναπολεῖ τή ζωή τοῦ Μπράμς. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τό ἀπόσπασμα δέν προκαλεῖ τή νόηση τοῦ ἀναγνώστη, ἀλλά τήν αἰσθαντικότητά του, μέ ὄλη τήν κουστωδία τῶν δικῶν του αἰσθημάτων, ἀνακλήσεων, ἐμπειριῶν καί φανταστικῶν προεκτάσεων. Μέ συνέπεια ἡ ἐκλογικευμένη ἑρμηνεία του νά εἶναι δυσκολότατη, ἄν ὄχι καί ἀδύνατη.

Τό ἐξαγόμενο εἶναι πώς, ὅταν μιλοῦμε κριτικά γιά ἕνα λογοτεχνικό κείμενο καί ἐκλογικεύουμε ὅ,τι ἀπό τό κείμενο αὐτό εἶναι εὔκολο νά ἐκλογικευτεῖ (νοήματα, ἰδέες, θέσεις, κ.λπ.), παραγνωρίζουμε τό εὐρύτερο φάσμα τῆς ἐκφραστικῆς του «πολυφωνίας». Ἕνα φάσμα πού χωρίς αὐτό ἡ κριτική ἀξιολόγηση τοῦ κειμένου θά εἶναι λειψή. Ἡ τάση πού ἐπικρατεῖ σήμερα στήν κριτική, περισσότερο ἀπό προηγούμενες ἐποχές, εἶναι νά ἐπιμένουμε στίς πτυχές τῶν κειμένων πού ἐπιδέχονται ἀπευθείας ἐκλογίκευση. Ἁπό τή μιά μεριά εἶναι ἡ εὐκολία τῆς ἐκλογίκευσης πού εὐνοεῖ αὐτή τήν τάση. Κι ἀπό τήν ἄλλη ἡ πλησμονή τῶν θεωριῶν καί τῶν μελετῶν πού ἀφοροῦν τά λογικά ἁπτά συστατικά τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Συστατικά πού στήν πλεινότητά τους μάλιστα ἔχουν ἐξωλογοτεχνικό χαρακτήρα. Τό ζήτημα ὡστόσο ἀπό τήν πλευρά τῶν κριτικῶν εἶναι τί διαβάζουμε ὅταν διαβάζουμε ἕνα λογοτεχνικό κείμενο. Τί διαβάζουμε, μέ τήν ἔννοια τί μᾶς συμβαίνει ἤ τί παρακολουθοῦμε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀνάγνωσης πέρα ἀπό τίς νοηματικές του διαστάσεις. Ἀκόμα κι ὅταν διαβάζουμε θεωρητικά γραφτά ἡ ἀνάγνωση δέν εἶναι μονοδιάστατα νοηματική. Νά δοῦμε ὅμως κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα ἀπό τή μεριά τῆς ποίησης:

Η ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Ἡ πράξη τῆς αὐγῆς ἔγινε χωρίς αἷμα
Μήτε χύθηκαν δάκρυα
Μονάχα ὁ κρίνος μιᾶς φωνῆς
Ἐγέμισε τ᾿ αὐτιά μας
Ὕστερα τά χέρια μας δέν ἔπιασαν τίποτα
Ἀλλά τά μάτια μας τρέχανε
Ὅπως τρέχει ὁ ἥλιος.[3]

Ἡ πεζογραφία δίνει σίγουρα περισσότερες λαβές, γιά ἐκλογικευμένες ἑρμηνεῖες, ἀπό τήν ποίηση. Ἡ ποίηση ἀπευθύνεται περισσότερο ἀπό τήν πεζογαφία στήν αἰσθαντικότητα τοῦ ἀναγνώστη. Ἡ πυκνότητα τοῦ λόγου της, ἑνός λόγου κατεξοχήν μεταφορικοῦ καί ὐποβλητικοῦ, κι οἱ ἀκαριαῖοι συσχετισμοί τῶν πραγμάτων, δέν ἀφήνουν πολλά περιθώρια σέ ἔλλογες ἀναγνωστικές ἀνταποκρίσεις. Τό παραπάνω ποίημα τοῦ Σαραντάρη, ἔχεις τήν εὐχέρεια νά τό παρακολουθήσεις σάν μιά σειρά ἀπό μικρογεγονότα, συσχετισμούς, εἰκόνες, ἤχους καί αἰσθήματα, ἀλλά δύσκολα μπορεῖς νά τό προσεγγίσεις ἀλλιῶς παρά ἀπό τή μεριά τῆς αἰσθαντικῆς εὐαισθησίας σου. Ὡς θέμα δέν βγάζει πουθενά, οὔτε ὡς συνειρμός ἰδεῶν, οὔτε ὡς νοηματικό σύνολο. Τό νιώθεις, ἀλλά δέν τό καταλαβαίνεις νοητικά. «Μονάχα ὁ κρίνος μιᾶς φωνῆς/ Ἐγέμισε τ᾿ αὐτιά μας». Ἀπό πραγματιστική ἄποψη τό δίστιχο συνιστᾶ παραλογισμό. Κι ὅμως τόν αἰσθανόμαστε, ἔτσι ὥστε νά μήν τόν ἀπορρίπτουμε. Κι ὄχι μόνο, ἀλλά καί νά τόν βρίσκουμε πρωτότυπα θαυμάσιο. Ἐδῶ κι ἑνάμισι αἰώνα (Μποντλαίρ) ἔχει γίνει λόγος γιά τίς ἀνταποκρίσεις πού γίνονται ἀνάμεσα στίς αἰσθήσεις. Ὅταν διαβάζουμε αὐτό τό δίστιχο, αἰσθανόμαστε αὐτόματα τό ὀπτικό αἴσθημα τοῦ κρίνου ὡς ἠχητικό ἀνάλογο μιᾶς ἰδιαίτερης φωνῆς. Καί τό «Ἐγέμισε τ᾿ αὐτιά μας», ἀπηχώντας τήν ἐσωτερική δόνηση ἀπό αὐτόν τόν ἦχο, πάει πάρα πέρα ἀπό τό ἀκουστικό αἴσθημα. Ὁλόκληρο τό ποίημα, ὡς σύνολο, δέν δίνει λαβές γιά ὁποιαδήποτε λογική ἀνάλυση. Ἀντίθετα ἀποτελεῖ ἕνα ἀδιάσπαστο ὅλον. Δέν ἔχεις παρά νά τό προσεγγίσεις σάν ἕνα ὑποβλητικό σύνολο. Βέβαια ὑπάρχει καί ἡ ἀποδομιστική δυνατότητα, πού δέν εἶναι, ὅπως πολλοί νομίζουν, ἐφεύρεση τῶν ἡμερῶν μας. Ἡ δυνατότητα  νά πάρεις τό κείμενο λέξη λέξη καί φράση φράση καί νά  ἑρμηνέψεις νοηματικά τό καθένα συστατικό (μέ τή βοήθεια καί τῶν λεξικῶν) καί μέ πραγματολογικές προεκτάσεις. Π.χ. τί εἶναι ὁ κρίνος, τή σχῆμα ἔχει, πόσα εἴδη κρίνων ὑπάρχουν, τί ἱστορία ἔχει, τί σχέση ἔχει μέ τή γονιμότητα καί τή θρησκεία κ.λπ. Ὅμως, τό νά προχωρήσεις σέ μιά τέτοια ζωοτομία τοῦ κειμένου, σημαίνει ὅτι μᾶλλον βρίσκεσαι μακριά ἀπό τά χωρικά ὕδατα τῆς ποίησης.

Πάντως, γιά ὅποιον διαβάζει λογοτεχνικά κείμενα, ἡ ἀναγνωστική ἀνταπόκριση εἶναι, γιά ἕνα ὁρισμένο λόγο, ἀνάμεσα σέ ἄλλους, ἐξαιρετικά ἀπαιτητική. Γιά τό λόγο ὅτι χρειάζεται νά εἶσαι στό μέγιστο βαθμό διαθέσιμος τήν ὥρα τῆς ἀνάγνωσης. Διαθέσιμος σημαίνει ἐλεύθερος ἀπό ὁποιασδήποτε μορφῆς περισπασμούς. Νά μήν σέ ἀπασχολοῦν ζωτικά ζητήματα τῆς καθημερινότητας ἤ γενικότερα τῆς ζωῆς. Νά μή σέ ἀπασχολεῖ κάποιο κείμενο πού πρόκειται νά γράψεις. Νά μήν κουβαλᾶς τά προηγούμενα διαβάσματά σου. Νά μήν ἔχεις, ἄν εἶναι δυνατό, σχηματισμένες ἀπόψεις γιά τή λογοτεχνία. Νά εἶσαι ψυχικά καί σωματικά ξεκούραστος. Νά αἰσθάνεσαι τίς δυνάμεις σου διαθέσιμες, γιατί, ὅπως ξέρουμε ἀπό τήν πείρα μας, ὅταν διαβάζουμε ξοδεύουμε δυνάμεις. Τό διάβασμα ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἄθλημα, κάθε ἄλλο δηλαδή παρά, ὅπως κοινά πιστεύεται, διασκέδαση. Τό ἴδιο ἰσχύει καί στήν περίπτωση πού παρακολουθοῦμε μιά συμφωνική συναυλία, μιά ἀξιόλογη θεατρική παράσταση, ἕνα κινηματογραφικό ἔργο ἐπιπέδου, κ.λπ. Ἄν δέν εἴμαστε διαθέσιμοι ψυχικά, πνευματικά καί σωματικά ξεκούραστοι, χάνουμε πολλά κι ἴσως τά οὐσιαστικότερα. Τό ζήτημα πάντως, γιά ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, εἶναι πώς, ὅταν διαβάζουμε ἕνα λογοτεχνικό ἔργο, ἀκόμα καί κάτω ἀπό τίς καλύτερες συνθῆκες, δέν ἀποφεύγουμε παντελῶς τήν ἀναγνωστική φύρα. Αὐτό τουλάχιστο μᾶς δείχνει ἡ ἐπαναλαμβανόμενη ἀνάγνωση ὁρισμένων κειμένων. Δέν νομίζω νά ὑπάρχει ἀναγνώστης πού νά ἔχει διαβάσει δεύτερη φορά ἕνα βιβλίο πού τοῦ ἄρεσε καί νά μήν διαπίστωσε ἀναγνωστικά κενά στήν πρώτη ἀνάγνωσή του. Αναγνωστικά κενά διαπιστώνουμε ἀκόμα κι ὅταν διαβάζουμε τρίτη καί τέταρτη φορά τό ἴδιο βιβλίο. Οἱ ἐπαναλαμβανόμενες ἀναγνώσεις τῶν ἴδιων βιβλίων μᾶς δείχνουν, ἀπό τό ἕνα μέρος, πόσο σχετική εἶναι ἡ ἀναγνωστική μας ἀνταπόκριση στά κείμενα, καί ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πόσο ἀπαιτητικό ἄθλημα εἶναι τό ἀναγνωστικό ἐγχείρημα. Ἕνας «ἐλεύθερος» ἀναγνώστης ἔχει τό περιθώριο νά ἀποφασίσει νά διαβάσει ὁρισμένο ἔργο, ὅταν αἰσθάνεται ἐξαιρετικά διαθέσιμος. Αὐτή τήν πολυτέλεια, στόν ἴδιο βαθμό τουλάχιστο, δέν τήν ἔχει ὁ κριτικός πού τόν πιέζει ὁ χρόνος. Στή χειρότερη θέση βέβαια βρίσκεται ὁ ἐπαγγελματίας κριτικός, πού εἶναι ὑποχρεωμένος νά γράφει κριτικές σέ τακτά χρονικά διαστήματα λίγων ἡμερῶν. Ἔτσι δέν εἶναι ἀνεξήγητο τό γεγονός νά διαπιστώνει κανείς μερικές φορές πώς κάποια κριτικά κείμενα ἐπαγγελματιῶν κριτικῶν δέν ἔχουν βγεῖ ἀπό προσεκτική μελέτη ὁλόκληρου τοῦ κρινόμενου ἐργου, ἀλλά ἀπό ἕνα μέρος του. Ὅλα αὐτά δέν ἔχουν τήν ἔννοια ὅτι οἱ κριτικοί καί ἰδιαίτερα οἱ ἐπαγγελματίες, δέν μποροῦν νά γράψουν καί ἐξαιρετικές κριτικές. Ἐπαγγελματίας ἦταν ὁ Ξενόπουλος κι ὁ Τέλλος Ἄγρας, πού ἔγραψαν μερικά ἀπό τά κορυφαῖα κείμενα τῆς νεοελληνικῆς κριτικῆς. Σημαίνει ὅμως ὅτι κάνουν τή δουλειά τους μέ σχετικά μειονεκτικούς ὄρους, τόσο ἀπό τήν πλευρά τῆς ἐλεύθερης διαθεσιμότητας, ὅσο καί ἀπό τήν πλευρά του ἐλεύθερου χρόνου.

Μικρότερης σημασίας, ἀλλά ὄχι ἀμελητέο, ζήτημα εἶναι ἀκόμα ἐκεῖνο τῆς συγγένειας ἀνάμεσα στόν ἀναγνώστη καί στό ἔργο πού τυχαίνει νά διαβάζει. Ἄν λογαριάσουμε τήν παιδεία τοῦ ἀναγνώστη, τήν κοσμοθεωρία του, τήν ἐμπειρική περιουσία του, τήν ψυχοσύνθεσή του καί τίς εὐαισθησίες του, ἔχουμε τό περιθώριο νά θεωρήσουμε τόν κάθε ἀναγνώστη μιά μοναδικότητα. Θά ὑπάρχουν σίγουρα κοινές γενικές τάσεις, ἀλλά εἶναι ἀπίθανο νά ὑπάρχουν δυό ὅμοιοι ἀναγνῶστες στόν πλανήτη, ἐκτός ἴσως ἀπό τά μονοωογενῆ δίδυμα ἀδέρφια -ἄν καί συζητήσιμο. Ἡ μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀναγνώστη συνεπάγεται, ὅπως εἶναι αὐτονόητο, καί ἀνάλογη ἀναγνωστική μοναδικότητα. Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς μοναδικότητας σημαντικό ρόλο παίζει ἡ συγγένεια πού αἰσθάνεται ὁ ἀναγνώστης μέ ὅρισμένη κατηγορία ἔργων ἤ συγγραφέων ἤ καί μέ ὁρισμένα μετρημένα ἔργα. Συγγένεια πού πηγάζει ἀπό ὅλα ὅσα ὡς ἰδιοσυγκρασία καί καλλιέργεια καθιστοῦν τόν ἀναγνώστη μιά ἰδιαίτερη προσωπικότητα. Δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο ὅτι δέν μᾶς ἀρέσουν ὅλα τά λογοτεχνικά ἔργα πού, σύμφωνα μέ τή γενική ἐκτίμηση, βρίσκονται στήν κορυφή τῆς παγκόσμιας ἀξιολογικής κλίμακας. Ἔχω ἕνα φίλο πού δέν μπορεῖ νά διαβάσει Προύστ, γιατί ό λόγος τοῦ Προύστ τόν ἀπωθεῖ, ἐνῶ τοῦ ἀρέσει νά διαβάζει Καῖστλερ. Ξέρουμε ὅτι ὁ Οὐγώ δέν ἐκτιμοῦσε τό ἔργο τοῦ Φλωμπέρ. Ὁ Φῶτος Πολίτης πάθαινε ἀλλεργία μέ τήν ποίηση τοῦ Καβάφη. Ὁ Δημαρᾶς ὑποτίμησε τόν πεζογράφο Βιζυηνό, τόν Παπαδιαμάντη καί τόν Καρυωτάκη. Τά παραδέιγματα θά μποροῦσαν νά πολλαπλασιαστοῦν. Ὅλοι μας ξέρουμε ὅτι ἔχουμε τίς προτιμήσεις μας. Κι εἶναι κοινό μυστικό ὅτι δέν μᾶς πηγαίνουν ὅλα τά ἔργα. Ἀνεξάρτητα ἀπό τόν ἀριθμό τῶν βιβλίων πού ἔχουμε διαβάσει ἤ ὑπάρχουν στά ράφια τῆς βιβλιοθήκης μας, ἡ νοητή προσωπική μας βιβλιοθήκη, αὐτή πού ἀντατοκρίνεται στίς ἰδιαίτερες προτιμήσεις μας, ἀπαρτίζεται ἀπό ἕνα ἀρκετά περιορισμένο ἀριθμό λογοτεχνικῶν ἔργων. Ἀκόμα καί τά γραφτά λογοτεχνῶν τῆς ἀρεσκείας μας δέν μένουν χωρίς, ἁδρές κάποτε, ἀξιολογικές διαβαθμίσεις. Καθώς γίνεται ἀντιληπτό, οἱ ἐκλεκτικές συγγένειες ἀνάμεσα σέ ἀναγνῶστες καί ἔργα, ἀφοροῦν τήν ποιότητα τῶν ἀναγνωστικῶν ἀνταποκρίσεων στά λογοεχνικά κείμενα. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ ἀναγνώστης ἀνταποκρίνεται δημιουργικότερα στά ἔργα πού ταιριάζουν περισσότερο στή δική του προσωπικότητα. Ὁ ἐλεύθερος ἀναγνώστης ἔχει τήν εὐχέρεια νά διαβάζει τά βιβλία πού βρίσκονται κοντά στίς ἰδιαίτερες κλίσεις του. Αὐτά πού τοῦ πηγαίνουν, μέ τά ὁποῖα ἀνοίγει ψυχικό καί πνευματικό διάλογο καί τόν συντροφεύουν ἔκτοτε σάν μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἄν ἀρχίσει νά διαβάζει ἕνα βιβλίου, πού τοῦ τό σύστησαν ἤ διάβασε καλά λόγια γι᾿ αὐτό ἤ γι᾿ ἄλλους λόγους, καί τό βιβλίο δέν τοῦ ἀρέσει, τό παρατάει.  Μιά τέτοια ἀναγνωστική σχέση μέ τά βιβλία μποροῦν νά ἔχουν βέβαια καί οἱ κριτικοί, ὄχι ὅμως μέ ὅλη τήν ποσότητα τῶν βιβλίων γιά τά ὁποῖα γράφουν κριτικές. Οἱ ἐκλεκτικές συγγένειες, ἀνάμεσα σέ ἀναγνῶστες, ἔργα καί συγγραφεῖς, ἔχουν τά ὅριά τους, δέν εἶναι δυνατό νά ἀφοροῦν ἀπεριόριστο ἀριθμό ἔργων. Οὔτε εἶναι δυνατό νά πηγάζουν ὅλα τά κριτικά γραφτά ἀπό σχέσεις ἐκλεκτικῆς συγγένειας μέ τά κρινόμενα ἔργα. Ὁ Τέλλος Ἄγρας, πού καθώς φαίνεται τόν ἀπασχόλησε τό ζήτημα γιά τόν ἑαυτό του, ἔχει παρατηρήσει τά ἀκόλουθα: «Μετρῶ στά δάχτυλα τά ἔργα πού μοῦ ἐγέννησαν αὐθόρμητα κριτικές σκέψεις καί τήν ἀπόλυτη ἐπιθυμία νά τίς ἐκφράσω. Γιά τά λοιπά, ἔγραψα γιατί ἔπρεπε νά γίνει λόγος, γιατί μοῦ τό ζήτησαν, γιατί τό ὑποσχέθηκα.»[4] Καί σ᾿ ἄλλο κείμενό του: «Ἔτσι, λοιπόν, καί πολλά, πάμπολλα ἀπό τά βιβλία πού ὁ κριτικός ἀποσφραγίζει καί περίσκεπτος, πολύ περίσκεπτος, τά κόβει σιγά σιγά μέ τόν χαρτοκόπτη, δέν εἶναι οὔτε καλά, οὔτε κακά, ἀλλά περιττά. Τό ν᾿ ἀνακαλύψει κανείς μέσα σ᾿ αὐτά ἐνδιαφέρον, μιά κάποια ἔστω σκιά ἐνδιαφέροντος, εἶναι ζήτημα μόνον ἐμπνεύσεως –καί μάλιστα ἰσχυρᾶς. Ἐννοῶ ὅμως ἐμπνεύσεως κριτικῆς».[5] Ὑπάρχει δηλαδή ἕνα θέμα δημιουργικῆς ἀνάγνωσης τῶν διάφορων λογοτεχνικῶν ἔργων. Μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν διαβάζουμε πάντα καί τά πάντα ἐξίσου ἀποδοτικά. Ὁ κριτικός ὡστόσο εἶναι ὑποχρεωμένος νά γράφει, σχεδόν προγραμματικά, τή μία κριτική μετά τήν ἄλλη γιά τά νέα βιβλία πού κυκλοφοροῦν. Ἄν ἔγραφε μόνο γιά βιβλία πού ἀνταποκρίνονται στίς ἰδιαίτερες προτιμήσεις καί στόν προβληματισμό του, σέ ὅ,τι συνεπῶς συνιστᾶ τή βαθύτερη ἀτομικότητά του, θά ἔγραφε μετρημένες κριτικές. Ὅμως κάτι τέτοιο δέν συμβιβάζεται μέ τή θεσμική ἰδιότητά του. Εἶναι συνεπῶς ὑποχρεωμένος νά διαβάζει καί νά γράφει γιά μεγάλο ἀριθμό βιβλίων, ἀνεξάρτητα ἀπό τό βαθμό  πού τά βιβλία αὐτά ἀγγίζουν θετικά ἤ ἀρνητικά τόν ἴδιο. Ἔτσι αὐτή ἡ, σχεδόν, ὑπαλληλική σχέση τοῦ κριτικοῦ μέ τή δουλειά του, βάζει ὅρια στήν ἐκλεκτική ἀνάγνωση τῶν βιβλίων γιά τά ὁποῖα γράφει.

Ὁ καθένας, φαντάζομαι, καταλαβαίνει πώς ὁ κριτικός δέν εἶναι μηχανή. Ἴσως ὅμως δέν σκεφτόμαστε πώς τό ποιοτικό ἔργο του δέν εἶναι ἁπλά καί μόνο θέμα τάλαντου καί εὐγενικῶν προθέσεων. Ἄς ὑποθέσουμε ἕνα κριτικό πού διαθέτει ἀνεξαρτησία πνεύματος καί γράφει μέ τό χέρι στήν καρδιά. Ἕναν κριτικό πού καταπιάνεται μέ τήν κριτική ἀπό ἔφεση καί πάθος καί μέ τίς ἁγνότερες προθέσεις. Ἀπό τή στιγμή πού ὁ κριτικός αὐτός θά «βγεῖ στόν πηγαιμό γιά τήν Ἰθάκη», θά βρεῖ στό δρόμο του, πέρα ἀπό τά διάφορα ἐξωγενή σύν καί πλήν, τά ἐνδογενή σύν καί πλήν πού συνεπάγεται ἡ θεσμική του ἰδιότητα. Ἀνάμεσα στά ἐνδογενῆ πλήν ἀνήκουν καί τά ὅρια πού θέτει ἡ ἰδιότητα αὐτή στίς ἀναγνωστικές του ἐπιδόσεις. α) Τήν ἄλογη πολυφωνία τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων πού δέν εἶναι εὔκολο νά ἐκλογικευτεῖ καί κάποτε δέν εἶναι καθόλου ἐκλογικεύσιμη. β) Τό ἐπαχθές αἴτημα νά εἶναι σέ διαρκή διαθεσιμότητα ἀπέναντι στό σωρό τῶν βιβλίων πού διαβάζει καί κρίνει κάθε φορά -ἕνα αἴτημα πού μπορεῖ νά σκοτώσει καί ἐλέφαντα. γ) Τό ἀδύνατο ἐπίσης νά ἔχει ἐκλεκτική σχέση μέ ὅλα τά βιβλία γιά τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκασμένος νά γράφει κριτικές. Νά σημειωθεῖ ὅτι τά ἐνδογενή ἀναγνωστικά μεῖον, πού συνεπάγεται ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ, εἶναι μέσα στή φύση τῶν πραγμάτων κι ἀπό τήν πλευρά αὐτή εἶναι ἀναπότρεπτα. Κι εἶναι ἐπίσης τόσο πιεστικότερα, ὅσο συχνότερα εἶναι ὑποχρεωμένος ἕνας κριτικός νά γράφει κριτικές. Ἀσφαλῶς οἱ κριτικοί αἰσθάνονται, ἰδίως αὐτοί πού εἶναι ζεμένοι στό μαγγανοπήγαδο τῆς ἑβδομαδιαίας συγγραφῆς κριτικῶν, τά ἀναγνωστικά (καί ἄρα κριτικά) μεῖον τῆς δουλειᾶς τους. Καί ἴσως κάποτε νά νιώθουν νά φουσκώνει μέσα τους ἡ διάθεση νά τά βροντήξουν κάτω καί ν᾿ ἀπελευθερωθοῦν ἀπό τό ζυγό αὐτοῦ τοῦ μαγγανοπήγαδου. Μέ τή διαφορά πώς αὐτή ἡ δουλειά εἶναι τό ἐπάγγελμά τους. Ὅπως καί νά ᾿ναι ὁ κριτικός πού ἔχει ἐπίγνωση ὅτι ἐργάζεται κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες, ἐνῶ ταυτόχρονα βάζει στόχο νά εἶναι ἔντιμος στό ρόλο του, εἶναι μιά ἡρωική περίπτωση.        2010

Ἁπό τό περιοδικό Σημειώσεις, τεῦχος 77, Ἀθήνα, Ἰούνιος 2013.


«[1] Ἀπό τό βιβλίο Ἴσσα καί μπασό, Ὁ κόσμος τῆς πάχνης -43 χαϊκού, μετάφρ. Διονύσης Καψάλης, Ἄγρα, Ἀθήνα 2004.» Ἡ σημείωση στό κείμενο.

[2]. Ἀλέξανδρος Ἴσαρης, «BAR VENUS», στό Βίνκελμαν ἤ τό πεπρωμένο, διηγήματα, Κίχλη, Ἀθήνα, 2010, σσ. 108-109.

[3]. Γιῶργος Σαραντάρης, «Ἡ πράξη τῆς αὐγῆς», στό Ἔργα  1, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ἡράκλειο 2001, σ. 68.

[4]. Τέλλος Ἄγρας, Κριτικά, τόμος τέταρτος, φιλολογική ἐπιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, Ἑρμής, Ἀθήνα 1995, σ. 378.

[5]. Ὅ.π., σσ. 278-279.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.