Συζήτηση γιά τόν καρυωτακισμό καί τόν καραντωνισμό. Ἤ τί σημαίνει ἡ λέξη ἐλαφροχέρης

Συζήτηση γιά τόν καρυωτακισμό καί τόν καραντωνισμό.

                   Ἤ τί σημαίνει ἡ λέξη ἐλαφροχέρης

Στήν ἀπάντησή μου, στήν «Ἐπιφυλλίδα» τοῦ  Βήματος, ὁ Βαγενᾶς ἀνταπάντησε  μέ ἕνα 23σέλιδο κείμενο στό περιοδικό Ποιητική μέ τίτλο, «Λίγα ἀκόμη γιά τόν καρυωτακισμό». Ἡ συνέχεια ἀπό τή μεριά μου δόθηκε ἀπό τό περιοδικό Πλανόδιον (Τεῦχος 52) μέ τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ.

(Προηγούμενα κείμενα: «Ὁ καρυωτακισμός ἕνας δυσφημισμένος ὅρος», Ἀράγης, περιοδικό Ποίηση, τεῦχος 29, 2007. Βαγενᾶς, ἐπιφυλλίδα –στό ἑξῆς ἐπιφυλλίδα– στήν ἐφημερίδα «Τό Βῆμα», μέ τίτλο «Θεωρίες συνωμοσίας», 29-8-2010. Ἀράγης, ἀπάντηση –στό ἑξῆς ἀπάντηση– στήν ἐπιφυλλίδα τοῦ Βαγενᾶ, στό περιοδικό Ποιητική, τεῦχος 7, 2010, μέ τίτλο «Θεμιτά καί ἀθέμιτα ὅρια τῆς κριτικῆς καί τῆς συζήτησης». Βαγενᾶς, ἀνταπάντηση –στό ἑξῆς ἀνταπάντηση– στό ἑπόμενο τεῦχος, 8, τῆς Ποιητικῆς, μέ τίτλο «Λίγα ἀκόμη γιά τόν καρυωτακισμό».)

Στό τέλος τῆς ἀπάντησής μου ἔγραψα πώς «Ὑπάρχει κάποιος λόγος, ἀλλά δέν εἶναι τῆς ὥρας, γιά τόν ὁποῖο ὁ ἀγαπητός Νάσος ἔχει πάρει, ἐδῶ καί πολλά χρόνια, τό δρόμο τοῦ λαύρου καραντωνιστῆ. Κ.λπ.» Στήν ἀνταπάντησή του, ὁ ἀγαπητός Βαγενᾶς, ἀφοῦ παρατηρεῖ ὅτι πρόκειται γιά «ὑπαινιγμό» ἀτεκμηρίωτο -κι ἔχει δίκιο-, βρίσκει εὐκαιρία γιά νά φλυαρήσει περί ἀνέμων καί ὑδάτων, μέ κάμποση κακεντρέχεια. Ἡ ἀπάντησή μου εἶχε κλείσει –οἱ συμφωνημένες σελίδες μέ τό Χάρη Βλαβιανό- καί δέν θά ἔγραφα τότε ἕνα δεύτερο κείμενο ἀπό τήν ἀρχή, θά μποροῦσα βέβαια νά πῶ «δέν ἔχω χῶρο νά τό κάνω», ἀλά Βαγενᾶ, καί νά εἶμαι ἱκανοποιημένος. Ἀντί γι᾿ αὐτό, προτίμησα ν᾿ ἀφήσω τόν ὑπαινιγμό ὡς εἶχε καί ἄν προέκυπτε θέμα θά ἐπανερχόμουν σέ πρώτη εὐκαιρία. Καί νά πού δίνεται τώρα ἡ εὐκαιρία. Λοιπόν:

Στό, πάνω ἀπό τριακόσιες σελίδες, βιβλίο τοῦ φίλου Νάσου, Ὁ ποιητής καί ὁ χορευτής, Κέδρος 1979, ὑπάρχουν μόνο δύο σημεῖα στά ὁποία συσχετίζεται ὁ Σεφέρης μέ τόν Καρυωτάκη. Τό πρῶτο στίς σελίδες 119-120 καί τό δεύτερο στίς σελίδες 133-134. Ἀντιγράφω τό πρῶτο ὁλόκληρο:

«Τό ‘‘Ὕφος μιᾶς μέρας’’ καί τό ‘‘Γράμμα στοῦ Μαθιοῦ Πασκάλη’’ εἶναι χωρίς ἀμφιβολία τά πιό προχωρημένα ποιήματα αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, μέ τήν ἔννοια ὅτι τά καινούργια στοιχεῖα πού ἀφομοιώνουν τά κάνουν νά ξεχωρίζουν αἰσθητά ἀπό τά ἄλλα.  Μέ τό ‘‘Ὕφος μιᾶς μέρας’’ τό πεζολογικό στοιχεῖο μπαίνει στήν ἑλληνική ποίηση μ᾿ ἕναν τρόπο τόσο ἀσυνήθιστο, ὥστε τό ποίημα στήν ἀρχή νά θεωρηθεῖ σάν ἕνα ποίημα σέ πεζό. Εἶναι ἡ διαφορά πού κάνει τήν ἐκφραστική τόλμη στά ποιήματα αὐτά ριζοσπαστικότερη ἀπό ἐκείνη τοῦ Καρυωτάκη, καί πού ξεχωρίζει, ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή, τόν ποιητή τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 ἀπό τόν ποιητή τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20. Ἡ πεζολογία τοῦ Καρυωτάκη περιορίζεται στήν εἰσαγωγή λόγιων ἐκφράσεων καί ἀντιποιητικῶν λέξεων μέσα σέ σχήματα παραδοσιακά, πού ραγίζουν βέβαια ἀπό τήν ποίηση τοῦ καινούργιου ὑλικοῦ, ὅμως δέ σπᾶνε. Σ᾿ αὐτά τά ραγίσματα θά πρέπει νά ἐντοπισθοῦν ὄχι μόνο οἱ ἀρετές ἀλλά καί οἱ ἀδυναμίες τοῦ Καρυωτάκη. Στά ποιήματα τοῦ Σεφέρη, γιά τά ὁποῖα γίνεται λόγος, παρόμοια ραγίσματα δέν ὑπάρχουν. Τά σχήματα ἔχουν ξαναπλαστεῖ γιά νά χωρέσουν μέ ἄνεση τό νέο ὑλικό. Ἀπό τούς τόνους τῆς παλιᾶς ρητορείας διακρίνεται μονάχα ἕνας ἀσθενής ἦχος ρίμας, πού ἀκούγεται περισσότερο σάν ἕνα εἰρωνικό σχόλιο παρά σάν δήλωση πίστης πρός τήν ὁμοιοκαταληξία. Ἡ πεζολογία τοῦ Σεφέρη ἔχει μιά βαθύτερη φυσικότητα, καί αὐτή εἶναι ἡ διαφορά της ἀπό τήν πεζολογία τοῦ Καβάφη. Μέσα ἀπό αὐτό τό πρίσμα θά πρέπει νά δοῦμε καί τόν λεγόμενο καρυωτακισμό τοῦ Σεφέρη. Ἡ ὁποιαδήποτε συγγένειά του μέ τόν Καρυωτάκη, αὐτή τήν ἐποχή, εἶναι περισσότερο συγγένεια συναισθηματική καί λιγότερο ἐκφραστικῶν κατευθύνσεων. Ὁρισμένα κοινά ἐκφραστικά στοιχεῖα, πού μπορεῖ νά διακρίνει κανείς στούς δυό ποιητές, ὀφείλονται λιγότερο σέ μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη καί περισσότερο στήν κοινή μαθητεία καί τῶν δυό στόν Λαφόργκ».

Καί τό δεύτερο ὁλόκληρο:

«Ὅταν ἀναλογιστοῦμε τήν κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γλώσσας τή δεκαετία τοῦ 1920, θ᾿ ἀντιληφτοῦμε πώς ἡ προσπάθεια πού ἀνέλαβε ὁ Σεφέρης –νά ξαναδώσει στήν ἑλληνική ποίηση τό σφρίγος καί τήν ἐνάργεια τῶν καλύτερων στιγμῶν της καί, ταυτόχρονα, νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας –δέν ἦταν ἔργο ἑνός ἀλλά δύο ποιητῶν. Τό δεύτερο δέ θά μποροῦσε νά τό ἐπιτύχει κανείς σέ βάθος χωρίς τό πρῶτο, καί ἀπόδειξη γι᾿ αὐτό ἦταν, γιά τό Σεφέρη, ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη. Μιλώντας γιά τόν Καρυωτάκη ὁ Σεφέρης ἐπαινεῖ μόνο τήν εὐαισθησία του, ὑποδηλώνοντας, ὑποθέτω, μ᾿ αὐτό τήν ἀνεπάρκεια τοῦ ποιητικοῦ του ρήματος  νά λύσει μακροπρόθεσμα τό πρόβλημα τῆς ἑλληνικῆς ἔκφρασης. Ἡ ἔκφραση τοῦ Καρυωτάκη περιεῖχε πολλά ἐπικαιρικά στοιχεῖα, καί γιά τό Σεφέρη ἡ πραγματική ἀνανέωση δέν μποροῦσε νά γίνει, ἄν ἡ νέα γλώσσα δέν πατοῦσε γερά στήν ἑλληνική παράδοση.»

Ὥς τό 1979 τί ἤξερε ἤ τί ὄφειλε νά ξέρει ὁ φίλος Βαγενᾶς γιά τή σχέση καί εἰδικότερα γιά τή μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη; Τουλάχιστο τά παρακάτω:

α) Βάσος Βαρίκας, Ἡ μεταπολεμική μας λογοτεχνία, 1939, σ. 89: «Ἀπό τόν Καρυωτάκη ξεκινάει ὁ ποιητής Γ. Σ ε φ έ ρ η ς, ἕνας ἀπό τούς ἀντιπροσωπευτικότερους τῆς νέας ποιητικῆς γενιᾶς. […] Ὅπως θά μποροῦσε κανένας εὐθύς ἐξαρχῆς νά τό διακρίνει, ὁ κύκλος, ὅπου κλήθηκε νά κινηθεῖ, ἦταν πάρα πολύ περιορισμένος. Ἡ κατοπινή του ἐξέλιξη τό ἐπιβεβαιώνει. Ὁ κύκλος  αὐτός δέν ἦταν διαφορετικός ἀπό κεῖνον τοῦ Καρυωτάκη. Γιά τήν ἀκρίβεια μάλιστα κατά πολύ στενότερος. Ἀκόμη σχετικά μέ τόν Καρυωτάκη, παρουσίαζε τό μειονέκτημα μιᾶς προσωπικότητας περισσότερο λογικῆς στή διάρθρωσή της, μέ μειωμένα τά ὄργανα τῆς διαίσθησης.» Καί δεύτερο κείμενο, μέ τήν ἴδια ἀντίληψη, μετά ἀπό ἐννιά χρόνια.[1]

β) Τίμος Μαλάνος, Ἡ ποίηση τοῦ Σεφέρη, Ἀλεξάνδρεια, 1951, σ. 26: «… Νά γιατί, πεισιθάνατη στή διάθεση [ἡ ποίηση τοῦ Σεφέρη] καί τό αἴσθημα, θυμίζει ἐπιβίωση. Ὁ Καρυωτάκης εἶναι παρών.»

γ) Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Τό Χαμένο κέντρο», στόν τιμητικό τόμο Γιά τόν Σεφέρη, Ἀθήνα 1961, σσ. 89-90: «Ὅμως ἡ ἀληθινή στροφή τῆς ἑλληνικῆς ποίησης δέ γίνηκε μέ τή Στροφή, ἀλλά ὁ Σεφέρης σχετίζεται μαζί της, ἐπειδή ἐκεῖνος εἶναι πού ἔδωσε τήν πρώτη ἀπάντηση, μέ τή συλλογή Μυθιστόρημα (1935), στήν κρίση τῆς ἑλληνικῆς ποίησης ἤ τοῦ parlar, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Δάντης –πού τή σημαδεύουνε, σχεδόν δέκα χρόνια πρίν, τά Ἐλεγεῖα καί Σάτιρες (1927) τοῦ Καρυωτάκη.

»Ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ κρίση τοῦ ποιητικοῦ parlar στήν Ἑλλάδα, πού τή σημαδεύουνε τήν ἐποχή ἐκείνη τά Ἐλεγεῖα καί Σάτιρες; Εἶναι γενική, ἀλλά θά περιορίσουμε τίς παρατηρήσεις μας στά φανερά παθήματα τῆς προσωδίας.» Κι ὁ Λορεντζάτος συνεχίζει γιά πολλές σελίδες.

δ) Στόν ἴδιο τόμο, Γιά τόν Σεφέρη, Νικηφόρος Βρεττάκος «Ἡ στροφή καί ἡ θέση τοῦ Σεφέρη», σ. 52. Ὁλόκληρη ἡ παράγραφος ἀπό «Τό ἀδιέξοδο…» ὥς τή λέξη «παρελθόντος».

ε) Στόν ἴδιο τόμο, Λ.Β. Καραπαναγιώτης, «Μυθιστόρημα ᾿61. Ἀνάγνωση ἑνός ποιήματος», σσ. 222-223, σημείωση 11. Ὅπου, ἀφοῦ θέτει ζήτημα σχέσης τοῦ Σεφέρη μέ τόν Καρυωτάκη, καταλήγει στήν κατακλείδα: «Μένει ἀνοιχτό τό ἐρώτημα κατά πόσο ὁ Καρυωτάκης ἔπαιξε στή διαμόρφωση τοῦ Σεφέρη ρόλο παραπλήσιο μ᾿ ἐκεῖνον πού ἔπαιξε ὁ Laforgue στή διαμόρφωση τοῦ Ἔλιοτ».

στ) Παναγιώτης Μουλλᾶς, «Σημειώσεις πάνω στόν Σεφέρη», περιοδικό Ἐποχές, τεῦχος 8, Ἀθήνα 1963, σ. 12: «Ἄν ἡ Στροφή εἶναι, ἀνάμεσα στά ἄλλα, μιά ἀντίδραση στήν ποιητική γλώσσα τοῦ Καρυωτάκη, αὐτό δέν σημαίνει βέβαια πώς ὁ ποιητής της εἶναι ὁλότελα ἄσχετος πρός τούς ὅρους πού εἶχαν ἐκθρέψει τόν καρυωτακισμό. Μάλιστα, κάποτε ὁ Σεφέρης δέν μοιάζει παρά ν᾿ ἀντιστρέφει τό νόμισμα τοῦ Καρυωτάκη: ἡ κραυγαλέα τραγωδία γίνεται χαμηλόφωνη ἤ σιωπηλή, ὁ καγχασμός καί ἡ ἀνελέητη σάτιρα γίνονται ἀνεπαίσθητος σατιρικός τόνος· ἔτσι ἤ ἀλλιῶς ὅμως, ἐκεῖνο πού παραμένει εἶναι ἡ τραγωδία καί ἡ σάτιρα, κοινό μερίδιο δηλητηριασμένου αἵματος.» Καί στή σημείωση 14: «Μιά προσεκτική ἔρευνα πάνω στό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη θά μποροῦσε πιθανότατα νά φωτίσει μερικές ἀπό τίς πηγές τοῦ Σεφέρη.»

ζ) Γ.Π. Σαββίδης, στόν τόμο Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα καί πεζά, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1972, στήν 42σέλιδη Εἰσαγωγή του, «Ὁ Καρυωτάκης ἀνάμεσά μας ἤ τί ἀπέγινε ἐκεῖνο τό μακρύ ποδάρι;», ἐξετάζει, μεταξύ ἄλλων, εἰδικά, μέ βάση τά κείμενα, τή μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη.

η) Mario Vitti, στό ἔργο του Ἡ γενιά τοῦ τριάντα. Ἰδεολογία καί μορφή, Ἑρμής, Ἀθήνα 1977, σσ. 108-109: Κάτω ἀπό τό μεσότιτλο «‘‘Στροφή’’ καί βίωμα τοῦ Καρυωτάκη», γράφει ὅτι: «Ἀπό τή Στροφή τά ποιήματα πού εἴτε περνοῦσαν στό περιθώριο τοῦ βιβλιογραφικοῦ ἐνδιαφέροντος, εἴτε θεωροῦνταν παράξενα, δηλαδή αὐτά ἀκριβῶς πού ὁ Σινόπουλος θεωρεῖ ‘‘ἀκάθαρτα’’, στηρίζονται στήν κοινή ἐμπειρία τοῦ Καρυωτάκη.» Καί συνεχίζει στίς ἑπόμενες τρεῖς σελίδες ἀναφορικά μέ τό «βίωμα Καρυωτάκη».

Ὅλη τήν παραπάνω βιβλιογραφία, ἴσως καί ἄλλη πού μοῦ διαφεύγει, ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, Ὁ ποιητής καί ὁ χορευτής, τήν ἔγραψε στά παλιά του τά παπούτσια. Ρωτῶ τώρα, κατά τό δικό του παράδειγμα στήν ἀνταπάντησή του, ἕνα φιλόλογο νά μοῦ πεῖ πῶς κρίνει τόν ἐξοβελισμό αὐτῆς τῆς βιβλιογραφίας. Ἱδού ἡ γνώμη του: «Μιά τέτοια ἐνέργεια δέν  καλύπτεται ἀπό καμιά φιλολογική ἤ ἐπιστημονική δεοντολογία. Πολύ περισσότερο ἐπειδή ἡ ἐργασία τοῦ Βαγενᾶ ἀποτελεῖ διδακτορική διατριβή καί ὡς διατριβή ἔχει ἐξ ὁρισμοῦ σκοπό νά ἐρευνήσει καί νά ἀποκαλύψει στοιχεῖα, ὄχι νά ἀποκρύψει. Πρόκειται γιά καθαρό ἀποκλεισμό καί μάλιστα ἰδιαίτερα ἠχηρό. Δυσκολεύομαι νά πιστέψω ὅτι ἡ ἐπιτροπή τῶν καθηγητῶν, πού ἐνέκρινε αὐτή τή διδακτορική, γνώριζε τό συγκεκριμένο ἀποκλεισμό. Γιατί, ἄν τόν γνώριζε, θά ἔπρεπε νά ἐπιστρέψει τήν ἐργασία στό Βαγενᾶ, ὥστε νά συμπεριλάβει τή βιβλιογραφία αὐτή στό τελικό κείμενο τῆς διατριβῆς καί νά ἀναδιαρθρώσει τά παραπάνω ἀποσπάσματα». Αὐτά ὁ φιλόλογος. Ἐγώ ἔχω νά παρατηρήσω ὅτι τά παραπάνω δυό ἀποσπάσματα τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου -ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι βρίθουν αὐθαίρετων γνωματεύσεων καί ἀοριστολογιῶν, ἐνῶ σ᾿ ἕνα σημεῖο (στό δεύτερο ἀπόσπασμα) ἔπρεπε νά ὑπάρχει παραπομπή στόν Τ.Σ. Ἔλιοτ- δείχνουν τή μέριμνα τοῦ συγγραφέα τους νά διαχωρίσει τό Σεφέρη ἀπό τόν Καρυωτάκη, πρός ὄφελος τοῦ Σεφέρη. Πρόκειται γιά τήν κατευθυντήρια γραμμή, πού πρῶτος ὑπέδειξε καί τήρησε ἀπαρέγκλιτα ὁ Ἀντρέας Καραντώνης (ὁ Κατσίμπαλης πάντα στή σκιά) σ᾿ ὅλη τή ζωή του. Μέχρι τοῦ σημείου νά καταφύγει καί σέ ψυχοπαθολογικά, δηλαδή ἐξωποιητικά, κριτήρια γιά νά διαχωρίσει τό Σεφέρη ἀπό τόν Καρυωτάκη, πρός ὄφελος τοῦ Σεφέρη. Γι᾿ αὐτόν ἄλλωστε, «ὁ Καρυωτάκης καί σά διάθεση καί σά μορφή ἦταν ἕνα τέλος, δέν ἦταν μιά ἀρχή».[2] Ὡραῖα , ἀλλά ὁ φίλος μου Νάσος, ὅταν δούλευε γιά τό Ὁ ποιητής καί ὁ χορευτής, ἦταν σχετικά νέος -ἀπό τά 30 ὥς 34ρά του χρόνια. Εἶχε τή δυνατότητα ἀργότερα νά ἀναθεωρήσει τήν καραντωνική γραμμή του. Τό ἔκανε; Δέν τό ἔκανε. Ἀντίθετα μ᾿ ἕνα πεῖσμα ἀκατανόητο ἀκολούθησε τήν ἴδια γραμμή μέχρι σήμερα, πολεμώντας «μέ νύφες καί μ᾿ ἀγγόνια» γιά μιά χαμένη ὑπόθεση καί ἀναδείχνοντας μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν ἔντονα κομφορμιστικό χαρακτήρα του. Κι ἔτσι, ἄν τυχόν μιλήσει κανείς γιά τήν ἀστοχία τοῦ Καραντώνη πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ἤ γιά μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη, βρίσκει μπροστά του τόν καραντωνιστή Βαγενᾶ, νά κραδαίνει τό σπαθί του. Ἀλλά ἀπό τό 1979 μέχρι σήμερα ἔχουν γραφτεῖ πολλά γιά τή σχέση Σεφέρη Καρυωτάκη, ἡ ὁποία πλέον θεωρεῖται κοινός τόπος. Ἀπό τά πολλά θά παραθέσω μόνο μία γνώμη. Μία, ὄχι τή μοναδική, γνώμη τοῦ φίλου τοῦ Σεφέρη Ζήσιμου Λορεντζάτου: «Τόν Καρυωτάκη τόν εἶχαν ὅλοι στό μυαλό τους –δέ θά μποροῦσε νά γινόταν διαφορετικά- πολύ συχνότερα ἀπό ὅσο τόν μνημόνευαν. Τοῦ σημαντικότερου ἀπό αὐτούς (τοῦ Σεφέρη) τίς ἀναφορές, λόγου χάρη, τίς βρίσκω δυσανάλογες μέ τό μάθημα πού ἔλαβε. Πολύ λίγες. Ὅμως ἐνδειχτικά χαρακτηριστικές γιά τή θέση πού ὁ Καρυωτάκης κάτεχε μέσα στό ἀμπαρωμένο κελάρι, ὅπου ὁ Σεφέρης κατέβαινε σάν πεθυμοῦσε νά δοκιμάσει κανένα ἀπό τά καλά κρασιά.»[3]

Λοιπόν, ὁ φίλος μου Νάσος εἶναι καραντωνιστής ὄχι γιατί ἁπλῶς ἔγραψε πρόσφατα στήν ἐφημερίδα «Τό Βῆμα» τέσσερεις ὑμνητικές ἐπιφυλλίδες γιά τόν Καραντώνη, ἀλλά γιατί καραντωνίζει μιά ὁλόκληρη ζωή. Φανατικά καί ἀμετανόητα.

***

Πᾶμε τώρα στήν ἀνταπάντησή του. Στήν ἀνταπάντησή του προτάσσει τήν ἐπιφυλλίδα του στό «Βῆμα», γιά νά μᾶς θυμίσει προφανῶς ἐκεῖνα τά «ἀσίστατα», «δέν ἔχω χῶρο», «τό βασικότερο λάθος του», «Ἡ κριτική ἡλικία τοῦ Καραντώνη τό 1935 ἦταν πολύ ὡριμότερη ἀπό ἐκείνη τοῦ κατά ἕντεκα χρόνια μεγαλύτερού του Κατσίμπαλη». Τό ἐρώτημα εἶναι γιατί χρειαζόταν ἡ ἀναδημοσίευση αὐτῆς τῆς ἀτεκμηρίωτης καί ἐμπαθοῦς ἐπιφυλλίδας; Τόν γοητεύει ἡ δεινή ἐπιχειρηματολογία της, τόν εὐφραίνει ὁ παπισμός της; Ἄς δοῦμε ὅμως τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἡ ἐπιφυλλίδα μου ἦταν ἕνα κριτικό ἄρθρο χωρίς καμιά ἐπιθετική αἰχμή…» «Κριτικό ἄρθρο», «χωρίς καμιά ἐπιθετική αἰχμή»: αὐτές οἱ φράσεις ἔτσι ἀξιωματικἀ διατυπωμένες δέν ἔχουν κανένα ἴχνος κύρους καί εἶναι καθαρά ψεύδη. Κάνει λάθος νά πιστεύει ὁ ἀγαπητός Νάσος ὅτι φορώντας τό σκοῦφο τοῦ πάπα περνάει ἀπαρατήρητος. Ἡ ἐπιφυλλίδα του ἔσταζε φαρμάκι καί δέν περιεῖχε σταγόνα κριτικῆς διάθεσης. Ἀλλά γιατί τήν ἔγραψε; Χρειάζονταν νά περάσουν τρία χρόνια, ἀπό τή δημοσίεψη τοῦ «Καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος», γιά νά ὀργιστεῖ ξαφνικά μέσα στή ζέστη τοῦ Αὐγούστου; Τρία χρόνια συνέχεια ὀργιζόταν καί τό ἔκρυβε; Γιατί νά βασανίζει τόν ἑαυτό του τόσο μεγάλο διάστημα; Φαίνεται ὅμως πώς, ἄν καί εἶχε γεμίσει τό ποτήρι, ἔλειπε μόνο μιά σταγόνα γιά νά ξεχειλίσει. Καί ἡ σταγόνα αὐτή ἦρθε. Στό περιδοδικό Πλανόδιον, τεῦχος 48, Ἰούνιος 2010, δημοσιεύτηκε κείμενό μου μέ τίτλο «Ὀφειλόμενη ἀπάντηση» (ἀπάντηση στό Νίκο Λάζαρη), σσ. 943-947. Στό κείμενο αὐτό ὑπῆρχε μιά ὑποσημείωση ἡ ὁποία τελείωνε μέ τά ἀκόλουθα λόγα: «…Στόμα Λάζαρη, νοοτροπία Καραντώνη. Τά ὀλέθρια λάθη τοῦ παρελθόντος τίποτα δέν μᾶς ἔμαθαν». Αὐτή ἦταν ἡ σταγόνα πού ὁ καραντωνιστής Βαγενᾶς δέν μποροῦσε νά ἀνεχτεῖ. Μόνο πού ἔχασε τήν ψυχραιμία του καί ἐλαφρῶς τά θαλάσσωσε. Μετά ἀπό τά παραπάνω ὁ σχολιασμός τῆς ἀνταπάντησης μᾶλλον περιττεύει. Ὡστόσο θά κάνω κάμποσα σχόλια γιά νά μήν μείνει παραπονεμένος ὁ συνομιλητής μου.    Γιά τόν τίτλο τῆς ἐπιφυλλίδας του, «Θεωρίες συνωμοσίας», λέει πώς ἔχει ἐξωβιβλιακές πληροφορίες σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες τό ὁμότιτλο βιβλίο τοῦ Ταγκιέφ κυκλοφόρησε μερικές μέρες μετά τή δημοσίεψη τῆς ἐπιφυλλίδας. Ὠραῖα, δέχομαι τήν ἄποψή του, μολονότι ξέρω πώς ὁ φίλος μου Νάσος, ὅταν δυσκολεύεται, δέ διστάζει νά λέει καί ψέματα. Ἀλλά.., ἀλλά ἀφοῦ ὁ ὅρος ἦταν ἤδη γνωστός πρίν ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ταγκιέφ, πῶς δικαιολογεῖται νά μήν εἶναι μέσα σέ εἰσαγωγικά ὁ τίτλος τῆς ἐπιφυλλίδας; «Παρανάγνωση»: ἦταν παλαιόθεν γνωστό ὅτι δέν διαβάζουμε ὅλοι μέ τόν ἴδιο τρόπο ἕνα κείμενο. Ἀλλά δέν ὑπῆρχε ὁ ὅρος «παρανάγνωση» μέ τή φιλοσοφική κάλυψη καί μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια πού τῆς ἔδωσε ὁ μεταμοντερνισμός. Σύμφωνα μέ αὐτή τήν ἔννοια δέν ὑπάρχει αὐθεντική ἀνάγνωση, ἀλλά μόνο παρανάγνωση, ἀπό τούς πάντες, χωρίς καμιά ἐξαίρεση. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη ὁ ὅρος εἶναι δεσμευτικός, πού σημαίνει ὅτι ὅποιος τόν χρησιμοποιεῖ τόν χρησιμοποιεῖ μέ τήν ἔννοια πού ἔχει παραχθεῖ. Ἔτσι δέν μπορεῖς νά πεῖς σέ κάποιον «ἐσύ κάνεις παρανάγνωση», γιατί ὁ ὅρος σέ περιέχει αὐτόματα κι ἐσένα πού τό λές. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἄλλος ἔχει ὅλο τό περιθώριο νά σοῦ ἀπαντήσει «εἶπε ὁ γάιδαρος τόν πετεινό κεφάλα». Παρακάτω, ὁ συνομιλητής μου, ὁλωσδιόλου ἀπερίσκεφτα, μοῦ καταλογίζει τό ὅτι ἔγραψα πώς «ἡ θεωρία τοῦ μεταδομισμοῦ εἶναι μᾶλλον ξεπερασμένη». Δέν μοῦ τό καταλογίζει ἐπί τῆς οὐσίας -ἄν εἶναι ἤ δέν εἶναι ξεπερασμένη ἡ θεωρία τοῦ μεταδομισμοῦ- ἀλλά ἐπειδή κάνω λόγο γιά τόν ὅρο «παρανάγνωση». Εἶπα, «ἀπερίσκεφτα», διότι τόν ὅρο «παρανάγνωση» δέν τόν χρησιμοποιοῶ ἐγώ, καί συνεπῶς δέν μεταμοντερνίζω ἐγώ, ἀλλά ὁ ἀγαπητός Νάσος πού τόν χρησιμοποιεῖ καί μάλιστα μέ ἀνεδαφική ἀλαζονία.

Τήν ἀπάντησή μου τήν εἶχα χωρίσει σέ δύο μέρη. Τό πρῶτο, γιά τό ὁποῖο ἔγραψα πώς «εἶναι τό οὐσιωδέστερο», ὁ φίλος Βαγενᾶς τό πέρασε στά ψιλά καί σχεδόν τό ἀγνόησε. Τί ἔλεγα σ᾿ αὐτό; Ἔλεγα πώς τό χωρίς στοιχεῖα, κείμενο τοῦ Καραντώνη, πού δέν ἀπεῖχε ἀπό τό νά εἶναι ἕνα ὑστερικό παραλήρημα ἐξουσιαστικοῦ λόγου, δέν διαπνεόταν ἀπό κριτικό πνεῦμα. Κάτι περισσότερο εὐθυγραμμιζόταν, ἀλλά ἀπό τά δεξιά, μέ τό γνωστό ἀνελεύθερο δόγμα τοῦ Α. Ζντάνοφ. Ἀνεπίγνωστα ἤ ὄχι λίγη σημασία ἔχει. Γιατί δέν ἦταν κριτικῆς κατηγορίας τό κείμενο τοῦ Καραντώνη «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους»; Γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι δέν νοεῖται κριτική χωρίς ἀναφορά σέ συγγραφεῖς καί σέ κείμενα. Καί γιά ἄλλους ἐπιπλέον δύο λόγους. Ὁ ἕνας εἶναι ὅτι, ὁ κριτικός ἔχει δικαίωμα νά κρίνει θετικά ἤ ἀρνητικά ἕνα λογοτεχνικό ἔργο, δέν ἔχει ὅμως δικαίωμα νά καθυβρίζει τό συγγραφέα του, ὅποιο κι ἄν εἶναι τό ἁμάρτημά του. Ὁ ἄλλος εἶναι ὅτι ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας συνιστᾶ δημοκρατικό λόγο, ἐπιχειρηματολογεῖ δέν «ἀποφασίζει καί διατάζει». Ὁ Καραντώνης οὔτε συγγραφεῖς ἀνάφερε, οὔτε ἔργα, ἐνῶ ὑπῆρξε ὑβριστικός καί ἀπόλυτα καταδικαστικός. Αὐτός ὁ τρόπος νά μιλᾶς ἀνώνυμα καί ταυτόχρονα ὑβριστικά καί ἀπόλυτα καταδικαστικά, εἶναι τρόπος ἐξουσιαστικός ἤ, ἀλλιῶς, τρόπος ἐκφοβιστικός, πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά εἶναι ἔντονα αὐταρχικός. Οὔτε ἀπέχει ἀπό τό νά συνιστᾶ λόγο ἐξουσιαστικῆς προπαγάνδας. Στή σελίδα 29 τῆς ἀνταπάντησης συναντοῦμε αὐτή τή διατύπωση: «Τό νά ψέγει ἕνας κριτικός ἕναν ἤ περισσότερους συγγραφεῖς γιά τίς γλωσσικές τους χρήσεις, ἄν τίς θεωρεῖ ἀτυχεῖς, δέν εἶναι ἀθέμιτο· ἀποτελεῖ ἄσκηση τοῦ δικαιώματός του νά ἐπικρίνει ὅ,τι θεωρεῖ ἀνάρμοστο σέ ἕνα ἔργο». (Ἀφήνω στήν ἄκρη ὅ,τι, κατά τήν προσφιλή του μέθοδο, παραλείπει ἐδῶ ἀπό τό δικό μου κείμενο ὁ συνομιλητής μου, ἐνῶ μιλάει γιά φανταστικούς, στό κείμενο τοῦ Καραντώνη, συγγραφεῖς καί ἔργα.) Ἄς σταθοῦμε στήν «ἄσκηση τοῦ δικαιώματος». Τό δικαίωμα αὐτό θεωρητικά τό ἔχει ὁ καθένας. Πρακτικά ὅμως, μόλις κάποιος ἐκφραστεῖ, ἀποκαλύπτει μέ ποιά ἰδιότητα μιλάει. Ὅταν ὁ μηχανικός δίνει ὁδηγίες στό ἐργατικό προσωπικό πῶς νά οἰκοδομήσουν ἕνα κτήριο, μιλάει μέ τήν ἰδιότητα τοῦ μηχανικοῦ, κι αὐτό προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ λόγος του σημαίνει (ἀποκαλύπτει) τήν ιδιότητα αὐτή. Ὅταν ὁ δικηγόρος μιλάει στό δικαστήριο, μιλάει μέ τήν ἰδιότητα τοῦ νομικοῦ, τήν ὁποία ὁ λόγος του σαφῶς σημαίνει. Κ.ο.κ. Καθώς εἶναι φανερό ἡ ἰδιότητα μέ τήν ὁποία μιλάει κανείς εἶναι περιοριστική. Δέν μπορεῖ γιά παράδειγμα νά πάει ὁ δικηγόρος στό δικαστήριο καί νά μιλάει γιά τή στρατόσφαιρα. Ὁ Καραντώνης γράφοντας τό «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους» δέ λογάριασε τά ὅρια πού θέτει ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ. Πρῶτα ὅτι μιά κριτική ὀφείλει νά περιορίζεται σέ ἀναφορές σέ συγγραφεῖς καί ἔργα. Καί δεύτερα ὅτι ὀφείλει νά ἐπιχειρηματολογεῖ -ὄχι νά μιλάει ἐτσιθελικά καί νά φτάνει σέ ὑβιστικές κορόνες καί ἠθικολογίες- καί φυσικά νά διέπεται γενικά ἀπό δημοκρατικό πνεῦμα. Τό κείμενο τοῦ Καραντώνη δέ διαθέτει αὐτές τίς προϋποθέσεις. Δέν «ἀσκοῦσε δικαίωμα κριτικοῦ» ὅταν μιλοῦσε γενικά καί ἀόριστα καί ταυτόχρονα δέν ἀναγνώριζε τήν ἐλευθερία σέ νέους ποιητές νά μαθητεύουν σέ ὅποιον ποιητή ἤθελαν, ὅπως ἤθελαν καί ὅσο ἤθελαν. Μά αὐτή ἡ μαθητεία στόν Καρυωτάκη, θά ἔλεγε ἕνας καραντωνιστής, κατά τήν «ἄποψη» τοῦ Καραντώνη, ἦταν βλαπτική. Ὡς κριτικός κανείς δέν ἔχει τό ἀλάθητο. Τό ἀλάθητο τό ἔχουν ἐδῶ στή γῆ οἱ πάπες, οἱ δικτάτορες καί ὅσοι, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, εὐθυγραμμίζονται μαζί τους. Τό ὅ,τι ὁ Καραντώνης μιλοῦσε σάν νά κάτεχε τό ἀλάθητο δείχνει μέ ποιά ἰδιότητα μιλοῦσε: ὄχι τοῦ κριτικοῦ ἀλλά τοῦ αὐταρχικοῦ κήνσορα. Κι ἐδῶ θέλω νά ἐπιστήσω τήν προσοχή στό φίλο Νάσο. Δέν εἶναι τόσο ἀθῶο νά ταυτιζόμαστε, γιά τίς ἀνάγκες μιᾶς συζήτησης, μέ στάσεις σάν αὐτή τοῦ Καραντώνη στό συγκεκριμένο κείμενο.

Δυό λόγια ἀκόμα πάνω στό ἴδιο ζήτημα. Ὁ ἀγαπητός Βαγενάς, προκειμένου νά δικαιολογήσει τά ἀδικαιολόγητα, δέ διστάζει νά ἐξομοιώνει τά διαφορετικά. Γράφει: «.., σέ ἄλλο κείμενό του ὁ κ. Α. [Ἀράγης] δημιουργεῖ τόν ὅρο μακρυγιαννισμός (κατά τό πρότυπο, αἰσθάνεται κανείς τοῦ ὅρου καρυωτακισμός) γιά νά ἐπικρίνει τό φαινόμενο τῆς μίμησης τοῦ μακρυγιαννικοῦ ὕφους ὄχι μόνο ἀπό παλαιότερους ἀλλά καί ἀπό νέους συγγραφεῖς». Νά πῶ ἀρχικά πώς ὁ συνομιλητής μου δέν φαίνεται νά ξέρει ἄλλη λέξη σέ -ισμό    ἐκτός ἀπό τόν καρυωτακισμό. Νά πῶ ἔπειτα ὅτι δέν φόρεσε τά καλά γυαλιά του, ὅταν διάβασε τό κείμενό μου. Γιατί πουθενά μέσα σ᾿ αὐτό δέν ἐπικρίνω κανέναν, διαπιστώσεις κάνω, οὔτε μιλάω γιά «μακρυγιαννικό ὕφος», οὔτε γιά «μίμηση μακρυγιαννικοῦ ὕφους». Ποῦ τά βρῆκε αὐτά; Κι ἐνῶ λέει αὐτά τά ἀνυπόστατα, ἀποκρύβει τό γενονός ὅτι ἀναφέρομαι σέ συγκεκριμένους συγγραφεῖς καί συγκεκριμένα ἔργα. Καί τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι ποῦ βρίσκεται ἡ ὁμοιότητα τοῦ δικοῦ μου κειμένου μέ ἐκεῖνο τοῦ Καραντώνη.

Ἔρχομαι τώρα στά «πέντε στοιχεῖα», στίς πέντε συμπερασματικές συνοψίσεις, ὅσων εἶχα ἀναπτύξει στό κείμενό μου «Καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος» τό 2007. Τίς παρουσίασα στήν ἀπάντησή μου γιά νά πάρουν οἱ ἀναγνῶστες μιά ἰδέα περί τίνος γινόταν συζήτηση, γιατί ὁ συνομιλητής μου, δέν εἶχε δώσει καμιά σχετική πληροφορία. Λοιπόν.

1) Ἔγραφα τό 2007: «Γνωρίσματα ἐπίδοξων ποιητῶν, τά ὁποῖα τό 1931 εἶχαν ἀποδοθεῖ ἀπό τόν Καραντώνη σέ μιμήσεις μεταπαλαμικῶν ποιητῶν, ἀποδόθηκαν τό 1935 σέ καρυωτακικούς ποιητές». Καί γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές ἀντέγραφα δυό ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Καραντώνη Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης. Ὁ συνομιλητής μου, παραγνώρισε τό δεύτερο ἀπόσπασμα, ὅπου ἀναφέρονται ὀνομαστικά οἱ μεταπαλαμικοί ποιητές πού ἀποτελοῦσαν πρότυπα μίμησης τό 1931, ἀπέκρυψε τό ὅτι ὁ Καραντώνης ἀπέφυγε νά μιλήσει γιά τούς μιμητές τοῦ Παλαμᾶ, καί πιάνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι στό πρῶτο ἀπόσπασμα παράλειψα ὁρισμένες φράσεις, βάζοντας ἐνδεικτικές ἀγκύλες. Καί παραθέτει τό ἀπόσπασμα αὐτό ὁλόκληρο. Ἀλλά καί ὁλόκληρο τό ἀπόσπασμα δέν παύει νά περιέχει αὐτά πού παράθεσα ἐγώ ἐκτός ἀγκυλῶν, ἐνῶ κανένα τους δέν ἀναιρεῖται μέσα στό πλῆρες ἀπόσπασμα. Ἄρα καί μ᾿ ὁλόκληρο τό ἀπόσπασμα δέν ἀλλάζει τίποτα. Κι ὅλο τό βιβλίο νά ἀντέγραφε, τό συμπέρασμα θα ἦταν τό ἴδιο. Ὅταν δέν ἔχει νά πεῖ τίποτα περισσότερο ἀπό τό ὅτι χρησιμοποίησα ἀγκύλες, πρός τί αὐτή ἡ ἀνώφελη χειρονακτική; Παρακάτω μιλάει γιά τόν καρυωτακισμό, πρίν ἀπό τόν Καρυωτάκη καί βάζει κι ἐμένα στό λογαριασμό.[4] Κι αὐτό (ὁ καρυωτακισμός), λέει, παράγινε τό 1935. Ἄν διάβαζε προσεκτικότερα τή μία ἀπό τίς δυό μικρές κριτικές τοῦ Καραντώνη, στίς ὁποῖες παραπέμπει στήν ἀνταπάντησή του, θά ἤξερε πώς ὅλος ὁ συλλογιστικός μόχθος του ἦταν ἄσκοπος. Γιατί; Γιατί κατά τόν Καραντώνη τό καλοκαίρι τοῦ 1935, ἕνα μήνα ἤ ἐνάμιση πρίν ἀπό τό ἐπίμαχο κείμενό του, καρυωτακισμός ὡς συρμός δέν ὑπῆρχε. Ἰδού ἡ περικοπή. «Προξενεῖ ἀληθινή θλίψη τό θέαμα ἑνός νέου πού ἐνῶ δείχνει ἀναμφισβήτητη ποιητική διάθεση καί λυρική φαντασία, καταφέρνει μολαταῦτα νά πραγματοποιεῖ τά ἀντίθετα τῶν ὅσων ἐπιδιώκει μέ τήν τέχνη του, μόνο καί μόνο γιατί ἀκολουθεῖ τυφλά καί μακάρια τήν ὀλέθρια αἰσθητική πού ξεπήδησε ἀπό τό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη καί τῶν λησμονημένων, σήμερα, ὀπαδῶν του.»[5] Ἡ ὑπογράμμιση δική μου. Ὕστερα ὅμως ἀπό ἕνα μήνα καί κάτι ἡ κάθοδος ἑνός «ἀπό μηχανῆς θεοῦ» ἤ τό σηκωμένο δάχτυλο ἑνός λοχία, σήμανε τήν ἀνάσταση τῶν «λησμονημένων, σήμερα, ὀπαδῶν» τοῦ Καρυωτάκη. Καί τώρα ἀπολαῦστε τό συμπέρασμα τῆς ἐπίμοχθης συλλογιστικῆς τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου. «Συμπερασμα: Ἡ κατηγορία τοῦ κ. Ἀ. ὅτι ὁ Καραντώνης τό 1935 διέπραξε ‘‘τή δόλια πράξη’’ νά ἀποδώσει σέ καρυωτακικούς ποιητές γνωρίσματα πού τό 1931 ἀπέδιδε ‘‘σέ μιμήσεις τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν’’ δέν εὐσταθεῖ. Ἀπεναντίας ὁ κ. Ἀ. θά μποροῦσε νά κατηγορηθεῖ γιά ἀπόκρυψη καί παραποίηση στοιχείων.» Νά σχολιάσω ἤ νά μή σχολιάσω. Δυό λόγια μόνο. Ἡ φράση «τή δόλια πράξη» συνιστᾶ καθαρή λαθροχειρία, γιατί δέν ἀπαντᾶ πουθενά στό μέρος «1». Τό «δέν εὐσταθεῖ» εἶναι αὐθαίρετο, γιατί δέν προκύπτει ἀπό τά προηγούμενα. Στό τέλος τοῦ συμπεράσματός του λέει πώς θά μποροῦσα νά κατηγορηθῶ «γιά απόκρυψη καί παραποίηση στοιχείων». Γιά ποιά πράξη μου τάχα; Γιά τίς ἀγκύλες, πού χρησιμοποίησα στό πρῶτο ἀπόσπασμα τοῦ Καραντώνη, φαντάζομαι. Πράγματι αὐτές οἱ ἀγκύλες συνιστοῦν πρωτόφαντη –οὐδείς ἄλλος τίς μεταχειρίστηκε ποτέ, οὔτε ὁ Βαγενᾶς- ἐγκληματική πράξη καί θά πρέπει νά καταδικαστῶ σέ ἀτιμωτικό θάνατο. Θεοί τοῦ Ὀλύμπου σῶστε με!…

2) «Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Καραντώνη πώς ἡ μετά τό 1931 τετραετία δέν εἶχε ‘‘τίποτα τό κοινό’’ –βρισκόμαστε στή μαύρη χρονιά τοῦ 1935- μέ τήν ἐποχή τοῦ Καρυωτάκη, ἀποτελεῖ ψευδολογία.» Λίγα στοιχεῖα ἐδῶ γιά τό 1935: 1η τοῦ Μάρτη, ἐπανάσταση βενιζελικῶν -ἀποτυχία, ἡ Γερουσία καταργεῖται· 9η τοῦ Ἰούνη βουλευτικές ἐκλογές -ἀποχή τῶν βενιζελικῶν κομμάτων· 10η τοῦ Ὀκτώβρη ἐξαναγκάζεται σέ παραίτηση ὁ πρωθυπουργός Τσαλδάρης, Κονδύλης-Θεοτόκης κυβέρνηση βασιλική, διωγμοί βενιζελικῶν, ψευδοδημοψήφισμα· 25η τοῦ Νοέμβρη, ἐπιστρέφει ὁ βασιλιάς Γεώργιος Β΄, οἰκονομική δυσπραγία στή χὠρα. Γιά περισσότερα στήν Ἱστορία καί στά εἰδικά συγγράμματα. Τρεῖς μαρτυρίες τώρα, ἡ πρώτη γιά τό 1933 καί οἱ ἄλλες γιά τό 1935. α) «Ἴσως μέ τήν τωρινή διαμονή μου στό Μαρούσι καί μέ τή γαλήνη τῆς πλάσης πού μέ περιστοιχίζει, βρῶ ξανά τό κέφι (καί πολύ σύντομα ἴσως) καί σοῦ κουβεντιάσω γι᾿ ἄλλα ὄχι λιγότερο δυσάρεστα ἴσως ἀλλά περισσότερο ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέροντα, γιά σένα, γιά μένα, γιά μερικούς φίλους μας πού παλεύουμε μέ ὀνειροφαντασιές καί χαμένα πράματα ἐνῶ γύρω μας γκρεμίζεται τό πᾶν.»[6] β) «Γενιά θυσιασμένη. Γενιά πού ἔχει τή νιότη της ἀκουμπισμένη σ᾿ ἕναν πόλεμο. Πού προσμένει ἕναν ἄλλο πόλεμο. […] Γενιά πού κληρονόμησε ἀπό τόν πρῶτο πόλεμο μιάν ἄγνωστη ἀνησυχία, τό αἴσθημα πώς κάθε θεμέλιο, ὥς τά βαθύτερα τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματος, ἔχει φαγωθεῖ, ἔγινε σκόνη· […].»[7] Ἄς κοιτάξει ὁ ἀναγνώστης καί τήν παρακάτω σελίδα 33. γ) «Ὑπενθυμίζω ὅτι τό ἔτος 1935 δέν εἶχε μόνο ἕνα μήνα σκληρό, ἀλλά ἦταν ἕνας ὁλόκληρος σκληρός χρόνος. Τό κίνημα Πλαστήρα, πιθανῶς μιά προσπάθεια νά ἀναχαιτίσει τήν ἀντιδραστικοποίηση τοῦ καθεστῶτος, κατέληξε στή δικτατορία Κονδύλη (ἐξορίζεται ὄχι μόνο ὁ Γληνός ἀλλά καί ὁ ἄκακος –πολιτικά- Βάρναλης), πού κατέληξε στό νόθο δημοψήφισμα καί τήν ἐπάνοδο τοῦ Γλύξμπουργκ, ὁ ὁποῖος θά ὁδηγήσει στή σιγουριά (γιά ἐκεῖνον) τῆς 4ης Αὐγούστου.»[8] Μέ τεκμήρια γιά τό τί ἦταν ἡ τετραετία 1931-1935 θά μποροῦσα νά γεμίσω δεκάδες σελίδες. Δέν χρειάζονται, ὅποιοι διαβάζουν ἱστορία ξέρουν πώς ἦταν μιά μαύρη περίοδος. Ἀλλά ὁ Καραντώνης, πού ψωμοζοῦσε, παρά τήν ἔμμεση καί ἄμεση βοήθεια τοῦ κηδεμόνα του, φαίνεται πώς δέν ἔβλεπε, οὔτε αἰσθανόταν τίποτε. Ἦταν ἀναίσθητος καί ἀπαθής. Ἐνῶ εἶχε τούς ὁραματισμούς τοῦ βουτυρόπαιδου Ἐλύτη. Τοῦ Ἐλύτη, ὄχι τοῦ Κατσίμπαλη, ὄχι τοῦ Σεφέρη, ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ του. Κι ὅταν ἔλεγε πώς τό 1935 δέν εἶχε «τίποτα τό κοινό» μέ τήν ἐποχή τοῦ Καρυωτάκη, βρισκόταν σέ ἄλλο πλανήτη. Ἀλλά ἔστω, ἄν ὁ ἴδιος εἶχε τή μεταρσίωση πού τοῦ ἀποδίνει ὁ συνομιλητής μου, ὄφειλε νά διαχωρίσει τή θέση του ἀπό τήν ἐποχή του. Νά μιλήσει δηλαδή στό ὄνομα τῆς προσωπικῆς του αἰσιοδοξίας. Ἔκανε ὅμως τό ἀκριβῶς ἀντίθετο: μίλησε  στό ὄνομα τῆς ἐποχῆς τοῦ Καρυωτάκη καί τῆς δικῆς του. Ἄρα, ἄς μήν κοροϊδευόμαστε, ἀσφαλῶς καί δέν ἔλεγε τήν ἀλήθεια. Ὅσο γιά τούς ἀριστερούς, εἶχαν τό δικό τους εὐαγγέλιο, εἶχαν τήν αἰσιοδοξία πού τούς ἐνέπνεε ἡ Ὀκτωβριανή Ἐπανάσταση καί τό μέλλον της. Καμιά σχέση συνεπῶς μέ τήν αἰσιοδοξία τοῦ νεαροῦ Ἐλύτη. Μᾶλλον μπερδεύει τά πράγματα ὁ ἀγαπητός Νάσος, ὅταν ψάχνει νά βρεῖ ἐρείσματα στήν ἀριστερά.

γ) «Οἱ μαθητευόμενοι ποιητές στόν Καρυωτάκη ἀντιμετωπίστηκαν μέ χολερικό μένος, γιά τό λόγο ὅτι οἱ προσπάθειές τους ἦταν ἀδόκιμες. Κάτι πού, σέ καμιά περίπτωση, δέν στοιχειοθετεῖ ἠθικό ἤ ἄλλης κατηγορίας παράπτωμα, ἐκτός ἀπό τό ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί θά ἔμεναν ἴσως ἔξω ἀπό ‘‘τῶν ἰδεῶν τήν πόλι’’». Γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ὁ Καραντώνης τούς καρυωτακικούς ποιητές, μίλησα νωρίτερα, ἀναφερόμενος στό πρῶτο μέρος τῆς ἀπάντησής μου. Δέν ἔχει νόημα νά τά ἐπαναλάβω. Θά σταθῶ μόνο σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπό τήν ἀμήχανη φλυαρία τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου νά δικαιολογήσει τά ἀδικαιολόγητα. «Τό 1935, ὅμως, διαπιστώνοντας [ὁ Καραντώνης] ὅτι οἱ μιμητές τοῦ Καρυωτάκη εἶχαν στό μεταξύ πληθύνει καί ὅτι δέν περιορίζονταν μόνο στή γλωσσική μίμηση -ὅτι ὁ καρυωτακισμός εἶχε ἐξελιχθεῖ σέ ποιητικό φαινόμενο- ἀποφασίζει νά κάνει τήν πρώτη παρέμβαση στό φαινόμενο αὐτό,…» Ἀναρωτιέμαι γιατί ἐπιμένει, ὅταν ὁ Καραντώνης ὁ ἴδιος τόν διαψεύδει, ἀφοῦ ἕνα μήνα νωρίτερα εἶχε γράψει, τό εἴδαμε παραπάνω, ὅτι   τούς ὀπαδούς τοῦ Καρυωτάκη τούς εἶχε φάει ἡ μαρμάγκα ἤ, ἀλλιῶς, οἱ ὀπαδοί αὐτοί εἶχαν «ἀπολησμονηθεῖ».  Ποιῶν ὀπαδῶν καί ποιό «φαινόμενο»; «Τῶν ἀπολησμονημένων, σήμερα, ὀπαδῶν του» [τοῦ Καρυωτάκη]; Ἄς διαβάζει λίγο προσεκτικότερα τά κείμενα ὁ ἀγαπητός Νάσος. Ὅσο γιά τίς δυό μικρές κριτικές στό τεῦχος 7-8 Τῶν Νέων Γραμμάτων (γιά τή συλλογή Τρακτέρ τοῦ Γιάννη Ρίτσου καί τή συλλογή Τοπία δίχως οὐρανό τοῦ Μανώλη Ἀλεξίου), κάθε ἄλλο παρά ταυτίζονται μέ τό φασίζον κείμενο τοῦ ἑπόμενου τεύχους «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους». Πρῶτα καί κύρια γιατί σ᾿ αὐτά ὁ Καραντώνης μιλάει ὡς κριτικός, ἀναφέρει ὀνόματα καί καταθέτει ἐνδεικτικά κείμενα. Δεύτερα γιατί ἀναφέρεται εὐθέως στόν Καρυωτάκη καί δέν εἶναι μιά στό καρφί καί μιά στό πέταλο, ὅπως στό κείμενο τοῦ ἑπόμενου τεύχους. Καί τό ἐρώτημα πού μένει γιά τήν ἀπότομη στροφή τοῦ Καραντώνη, μέσα σέ τόσο σύντομο διάστημα, εἶναι ποιός κούνησε τά σκοινιά τῆς μαριονέτας.

4) «Καταλογίστηκε τό 1935 [ἀπό τόν Καραντώνη] ἀνάρμοστη γλωσσική συμπεριφορά στούς καρυωτακικούς ποιητές, συμπεριφορά ἡ ὁποία εἶχε καταλογιστεῖ τό 1931 σέ μή καρυωτακικούς ποιητές». Ἐδῶ περιέργως ὁ συνομιλητής μου λέει λίγα. Παραλείπει βέβαια τό πῶς εἶχε τό γλωσσικό θέμα τό 1935, παραλείπει τό ἀπόσπασμα τοῦ Καραντώνη πού παράθετα ὡς μαρτυρία, παραλείπει ἐπίσης ὅτι ὁ Καραντώνης δέν ἔβγαλε ἄχνα γιά τήν καθαρευουσιάνικη Ὑψικάμινο τοῦ Ἐμπειρίκου, ἐνῶ δημοσίεψε ἀργότερα καί ποιήματά του σέ ἄπταιστη καθαρεύουσα στά Νέα Γράμματα. Ἀντί γι᾿ αὐτά ἀσχολεῖται ἀρχικά μέ τήν «ἄσκηση δικαιώματος» τοῦ κριτικοῦ. Ἔχω μιλήσει νωρίτερα, ἀναφερόμενος στό πρῶτο μέρος τῆς ἀπάντησής μου, γι᾿ αὐτό τό «δικαίωμα». Παρακάτω λέει: «Τό ὅτι ὁ Καραντώνης καταλόγιζε τό 1935, καί μάλιστα δολίως, στούς καρυωτακικούς ποιητές […]». Ἐδῶ βρίσκω γιά δεύτερη φορά χαρακτηρισμό πού τόν βγάζει ἀπό τήν τσέπη του. Ἐννοῶ τό «καί μάλιστα δολίως». Πρόκειται γιά δεύτερη λαθροχειρική χρησιμοποίηση τῆς ἴδιας φράσης. Πᾶμε ὅμως παρακάτω. «Διότι ἡ βεβαιότητά του [τοῦ κ. Ἀ.] ὅτι στό Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης ὁ Καραντώνης μιλοῦσε γιά τόν γλωσσικό καθαρευουσιανισμό τῶν νέων ποιητῶν ‘‘χωρίς ἀναφορά τότε στόν καρυωτακισμό’’ (σ. 51) διαψεύδεται ἀπό τό ἑξῆς χωρίο τοῦ βιβλίου:

»‘‘Ἐπειδή ὁ Καρυωτάκης, ποιητής σπάνιος γιά τά χρόνια μας, ἔδωσε κάποια καθαρευουσιάνικη ἀπόχρωση στούς στίχους του, καί μάλιστα ὄχι σέ ὅλους, νόμισαν πώς μποροῦν νά γίνουν ὅλοι καρυωτάκηδες’’».

Ἄν ὁ ἀγαπητός Νάσος διάβαζε προσεκτικότερα ὅσα ἔγραφα ἀμέσως μετά τό ἀπόσπασμα τοῦ Καραντώνη, τό ὁποῖο εἶχα παραθέσει στό κείμενό μου τοῦ 2007, αὐτό πού τώρα γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές τά παραθέτω ἐκτενέστερο,[9] θά ἦταν ἐπιφυλακτικότερος. Ἰδού τί ἔγραφα παρακάτω στήν ἴδια σελίδα 51. «Τίποτε νέο λοιπόν δέν ἀποτελοῦσε ἡ γλωσσική συμπεριφορά τῶν καρυωτακιστῶν, ἀφοῦ δέν ἦταν παρά γνώρισμα μιᾶς γενικότερης τάσης πού εἶχε προηγηθεῖ. Καί εἶναι φυσικό, ἡ χρέωση τώρα αὐτῆς τῆς γενικότερης τάσης στούς καρυωτακιστές μόνο (τά πλάγια τωρινά), νά προκαλεῖ ἐρωτηματικά». Ὅπως καταλαβαίνει κανείς αὐτό τό «στούς καρυωτακιστές μόνο» χαλοῦσε τή σούπα τοῦ συνομιλητῆ μου γι᾿ αὐτό φρόντισε νά τό ἐξαφανίσει. Ὅσο γιά τόν ὅρο καρυωτακισμός, ὅπως τόν χρησιμοποιεῖ ὁ Καραντώνης τό 1935, γιά νά δηλώσει συρμό ἀπό καρυωτακικούς ποιητές καί μόνο, δέν ὑπάρχει στό συγκεκριμένο βιβλίο, οὔτε στό παράθεμα τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου, ἐνῶ γίνεται λόγος γιά «Καβαφισμό» καί ἄλλα πολλά. Ἡ παραπάνω ἀναφορά στόν Καρυωτάκη (στό παράθεμα Βαγενᾶ), ἀπό τόν Καραντώνη, ἀποτελεῖ μία, ἀνάμεσα σέ ἄλλες, ἀναφορά. Ἀλλά ὁ συνομιλητής μου, ἐκτός ἀπό ὅσα παραλείπει νωρίτερα, κόβει καί τό παράθεμα ἐκεῖ πού ὑπάρχει κόμμα καί βάζει αὐθαίρετα τελεία. Παραθέτω τώρα τή συνέχεια ἀπό τό κείμενο τοῦ Καραντώνη ἀπό ἐκεῖ πού κόπηκε αὐθαίρετα: «…, (ὅλοι καρυωτάκηδες), ἄν ἐφαρμόσουν τίς γλωσσικές θεωρίες τῆς κ. Ἀργυροπούλου, ἄν ὑποταχθοῦν στή γλώσσα τοῦ ἀθηναϊκοῦ σαλονιοῦ, ἑνός γελοίου γλωσσικοῦ κράματος ἀπό ρέουσα καθαρεύουσα κι ἀπό κακοπρόφερτη γαλλική φρασεολογία,…». Ἔτσι λοιπόν, ὄχι ὅπως τά περικόβει καί τά παρουσιάζει ὁ ἐλαφροχέρης Νάσος. Τό 1935 ὅλα τά, κατά Καραντώνη, γλωσσικά ἁμαρτήματα φορτώνονταν στήν πλάτη τοῦ καρυωτακισμοῦ μόνο, ἐνῶ τό 1931 φορτώνονταν σέ πολλές πλάτες, γεγονός πού ἦταν «φυσικό», ὅπως ἔγραφα τό 2007, «νά προκαλεῖ ἐρωτηματικά».

5) «Ὁ κριτικός χρησιμοποίησε στιχουργικά σκουπίδια γιά νά στηρίξει τή θέση του περί κακομεταχείρησης τῆς γλώσσας καί τῆς ποίησης ἀπό τούς καρυωτακικούς ποιητές. Καί ταυτόχρονα ἀπέφυγε οἱαδήποτε ἀναφορά σέ συγκεκριμένους μαθητές τοῦ Καρυωτάκη.» Τί ἀπαντάει σ᾿ αὐτό ὁ φίλος Νάσος; Δέν ἀπαντάει, ἁπλῶς ψευδολογεῖ. «Ὁ Καραντώνης», λέει, «δέν ἀπέφυγε οἱαδήποτε ἀναφορά σέ συγκεκριμένους μαθητές τοῦ Καρυωτάκη»! Τί τοῦ λές τώρα; Καί συνεχίζει λέγοντας ὅτι σέ ἄλλο κείμενο ὁ Καραντώνης ἀνάφερε δυό συγκεκριμένα ὀνόματα!.. Ὁμολογῶ ὅτι δυσκολεύομαι νά παρακολουθήσω τή λογική συνέπεια τοῦ συνομιλητῆ μου. Ἀμέσως μετά βγάζει ἕνα δικολαβικό δεκάρικο ὑπέρ τοῦ Καραντώνη καί ἐπανέρχεται στό δικό μου κείμενο: «Τό νά ψάχνει κανείς στά στιχουργικά σκουπίδια γιά νά βρεῖ τί ἐπίδραση εἶχε ἕνας ποιητής στούς νεότερους δέν εἶναι ἁπλῶς κακή μέθοδος, εἶναι ἐπιπλέον δόλια πράξη». Νά ποῦ βρίσκεται ἡ φράση «δόλια πράξη», ἐδῶ καί πουθενά ἀλλοῦ, – ὄχι ὅπου τήν τοποθετεῖ λαθροχειρικά ὁ ἀγαπητός Νάσος κατά τό δοκοῦν. Λοιπόν ναί, πρόκειται γιά δόλια πράξη. Παραλείπω ὅλη τήν ἀνεδαφική φλυαρία τοῦ συνομιλητή μου πού ἀκολουθεῖ γιά νά πάω στά «στιχουργικά σκουπίδια». Μοῦ προκάλεῖ θυμηδία τό γεγονός ὅτι ὁ ἀγαπητός Νάσος ἔψαξε νά βρεῖ ἀπό ποῦ προέρχονταν τά «στιχουργικά σκουπίδια» τοῦ Καραντώνη. Γιατί μπῆκε σ᾿ αὐτόν τόν κόπο; Ἄν ἔπρεπε κάποιος νά πεῖ ἀπό ποῦ προέρχονταν αὐτός ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Καραντώνης. Λίγα ἀπό αὐτά τά «σκουπίδια», λέει (ὁ Βαγενᾶς), τοῦ ξέφυγαν, δέν βρῆκε ἀπό ποῦ προέρχονταν, γιατί ἦταν βιαστικός. Δέν ἀξίζει νά στενοχωριέται. Ἄς θεωρήσουμε ὅτι τά βρῆκε ὅλα, τί συμπέρασμα βγαίνει; Βγαίνει ὅτι ἡ μέθοδος τῶν «στιχουργικῶν σκουπιδιῶν» εἶναι ἔγκυρη καί θεμιτή μέθοδος λογοτεχνικῆς κριτικῆς; Ἄν αὐτό νομίζει γιατί δέν τό λέει καθαρά; Πάντως, ἄν χρειάζεται, ἰδού κι ἄλλη μιά συλλογή «στιχουργικῶν σκουπιδιῶν». («φῶς ἀπό σβησμένα ἄστρα», «Ἀκούγεται ἕνα χορταριασμένο βιολί», «Ὁ νεκρός κουρέας ξυρίζει ἀκόμα», «τό δέκα εἶναι πέντε», «Ἀνοξείδωτοι μενεξέδες», «ὁμίχλες περασμένων χρήσεων», «Ὅμως ὁ ἀέρας εἶναι ἀέρας», «σκόνταψα καί μάτωσα τή μύτη μου», «Οἱ φλόγες μποροῦν νά κάψουν τό βιολί», «Ἀφοῦ μετατρέπεται σέ λίπασμα/θά κυκλοφορεῖ ὥς ἀπείκασμα».) Ἀπο ποῦ προέρχονται αὐτά τά «στιχουργικά σκουπίδια»; Προέρχονται ἀπό δημοσιευμένα στιχουργήματα τοῦ συνομιλητῆ μου. Δέν ἔχω πολύ καλή γνώμη γιά τίς ποιητικές ἐπιδόσεις τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου καί τοῦ τό ἔχω πεῖ πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Ὅμως τήν παραπάνω μέθοδο, ὡς μέθοδο λογοτεχνικῆς κριτικῆς, τή θεωρῶ βρόμικη καί ὄχι λίγο δόλια. Μ᾿ αὐτή τή μέθοδο μπορεῖς νά βγάλεις σκάρτο ὅποιον ποιητή θέλεις. Ὁ συνομιλητής μου φαίνεται νά ἔχει ἀντίθετη ἄποψη, ἀφοῦ συμμερίζεται τήν ἐφαρμογή της ἀπό τόν Καραντώνη. Ἐδῶ θά τελείωνα μέ τό «5 στοιχεῖο», ἀλλά δέν μ᾿ ἀφήνει μιά ἄλλη παραποίηση τοῦ φίλου Βαγενᾶ. «Ἀπομένει», γράφει στό τέλος τοῦ «5», «ὁ Σεφέρης. Ὁ ὁποῖος γράφει, μέ ἀνακούφιση, ὅτι ‘‘βγῆκ(ε) ἀπό τό θάλαμο’’ της ἀτμόσφαιρας πού ἐξέθρεψε τόν Καρυωτάκη καί τόν καρυωτακισμό, ‘‘γύρω στά 1928 περίπου’’». Λυποῦμαι πού τό λέω, ἀλλά πρόκειται γιά ἀπαράδεκτη παραποίηση. Ὁ Σεφέρης ἀναφέρεται στήν ποιητική συλλογή τοῦ Τίμου Μαλάνου Ρόδα θαλάμου (στό Μαλάνο γράφει γράμμα) καί ἐννοεῖ ὅτι ξεπέρασε τό ἐγώ του καί ἀνοίχτηκε στόν κόσμο τοῦ «καταστρώματος». Καμιά ἀναφορά καί καμιά σχέση μέ Καρυωτάκη καί καρυωτακισμό, ἀφοῦ, ἄλλωστε, ὁ Καρυωτάκης εἶναι περισσότερο κοινωνικός ποιητής ἀπό τό Σεφέρη. Προτιμῶ πάντως νά θεωρήσω ὅτι ὁ ἀγαπητός Νάσος διάβασε ἀπρόσεκτα τό κείμενο τοῦ Σεφέρη, παρά νά θεωρήσω ὅτι διέπραξε ἐσκεμμένα μιά τέτοια φιλολογική ἀήθεια. Γιατί τό νά λές π.χ. πώς τό πρῶτο ποιητικό βιβλίο τοῦ Σκαρίμπα βγῆκε ἕνα χρόνο μετά τό κείμενο τοῦ Καραντώνη, ἁπλῶς κρύβεις τό γεγονός ὅτι εἶχαν δημοσιευτεῖ ποιήματα τοῦ Σκαρίμπα νωρίτερα σέ περιοδικά καί σέ ὁρισμένη περίπτωση μέ τρόπο ἐμφαντικό.[10] Ὅμως τό νά λές πώς ὁ Σεφέρης γράφει ὅτι «βγῆκε ἀπό τό θάλαμο» τοῦ Καρυωτάκη καί τοῦ καρυωτακισμοῦ τό 1928, διαπράττεις βαρύτατη ἀπάτη.

Γενικό συμπέρασμα γιά τά «5 σημεῖα». Ὅπως φάνηκε ἀπό ὅσα προανάφερα, κανένα ἀπό αὐτά δέν βγῆκε «ἀσύστατο», ἀπό τά λεγόμενα τοῦ ἀγαπητοῦ Νάσου. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι δέν ἀρκεῖ νά εἶσαι ἐλαφροχέρης γιά νά βγάζεις «ἀσύστατα» αὐτά πού δέν εἶναι «ἀσύστατα».

Πρός συζήτηση τώρα ἡ σχέση Κατσίμπαλη Καραντώνη. Πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ὁ ἀγαπητός Νάσος κέρδισε στήν ἀπάντησή μου ἕνα «βραβεῖο ἔξοχου στρεψόδικου ἑλιγμοῦ». Στήν ἀνταπάντησή του κάνει πώς δέν τό κατάλαβε. Δέν κατάλαβε ὅτι οἱ 14 σειρές τοῦ κεμένου μου τοῦ 2007 δέν μποροῦν νά ἐξισωθοῦν μέ τίς 12 σελίδες τοῦ συνολικοῦ κειμένου μου. Ἄς εἶναι. Τί ἔλεγα τότε στήν ἀπάντηση γιά τή σχέση Κατσίμπαλη Καραντώνη; Τό ἀντιγράφω: «Ἄν θέλει ὁ φίλος Νάσος, δέχομαι ὅτι ὁ Καραντώνης δέν συνάντησε ποτέ καί δέν συζήτησε ποτέ μέ τόν Κατσίμπαλη, ὅτι δέν πῆγε ποτέ μαζί του τά βράδια σέ ταβέρνες, οὔτε τά μεσημέρια στοῦ Ἀπότσου, ὅτι δέν ὑπάρχει κανένα σημάδι μέχρι σήμερα πώς ὁ Καραντώνης (τή δεκαετία τοῦ ᾿30 τουλάχιστο) ἦταν ὑποτακτικός τοῦ Κατσίμπαλη. Οὔτε ὅτι ὑπάρχουν ρητές μαρτυρίες, διά στόματος Κατσίμπαλη, ὅτι ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου, Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης, πού φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Καραντώνη, κατευθυνόταν ἀπό τόν ἴδιο τόν Κατσίμπαλη. Οὔτε ὅτι τό κείμενο τοῦ Καραντώνη στά Νέα Γράμματα ὑποδηλώνει στοιχεῖα κατσιμπαλικοῦ ὕφους. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά. Δέχομαι ἀκόμα ὅτι ὁ Κατσίμπαλης καί ἡ ἄλλη παρέα, ὅταν διάβασαν τό κείμενο τοῦ Καραντώνη διαφώνησαν ἔντονα μαζί του καί τόν κατακεραύνωσαν μέ πύρινα ἄρθρα στόν τύπο. Δέχομαι τέλος ὅτι κανείς ἀπό τήν ἴδια παρέα δέν πῆρε στό στόμα του τή λέξη  καρυωτακισμός μέ τή σημασία πού τῆς ἔδωσε ὁ Καραντώνης.» Αὐτή ἡ ἀρνητική διατύπωση δέν σημαίνει τίποτα ἄλλο ἀπό αὐτό πού λέει ὁ κόσμος «τί κάνει νιάου νιάου στά κεραμίδια». Τώρα ὅμως ὁ ἀγαπητός Νάσος ἄλλαξε τακτική. Λέει ὅτι δέν ἔχουμε ἀρκετά κείμενα τοῦ Κατσίμπαλη γιά νά κάνουμε ἀντιπαραβολή μέ τό κείμενο τοῦ Καραντώνη. Καί πάνω στό ὅλο θέμα ἐπικαλεῖται ἀδημοσίευτο γραφτό τοῦ Ε. Γαραντούδη, ὁ ὁποῖος τό ἔθεσε στή «διάθεση» τοῦ Βαγενᾶ. Καί παραθέτει ἀπό τό ἀδημοσίευτο γραφτό τοῦ Γαραντούδη τά ἑξῆς: «ὁ ἰσχυρισμός» [τοῦ Ἀράγη] ὅτι τό κείμενο τοῦ Καραντώνη ὑπαγορεύτηκε ἀπό τόν Κατσίμπαλη] «ὄχι μόνο μένει ἀτεκμηρίωτος, ἀλλά κυρίως παρουσιάζει ἕνα λογικό κενό: ἀφοῦ ἡ συμμετοχή τοῦ Κατσίμπαλη εἶναι ‘‘ἀφανής’’ δέν μπορεῖ νά εἶναι ‘‘περισσότερο ἀπό βέβαιη’’». Σᾶς μυρίζει τίποτα ἄσχημα ἐδῶ πέρα; Προτοῦ νά προχωρήσω θέλω νά πῶ ὅτι οἱ αὐλικοί καλά θά κάνουν νά μήν παρεμβαίνουν σ᾿ αὐτή τή συζήτηση. Γιατί ἡ συζήτηση πρέπει νά γίνει μέ ἴσους ὅρους: ἕνας μέ ἕναν. Διότι ἄν μοῦ ριχτεῖ ἡ πολυάριθμη αὐλή πού συγκρότησε τίς τελευταῖες δεκαετίες, συστηματικά καί μεθοδικα ὁ φίλος μου Νάσος, ἐμένα δέν θά μοῦ φτάσει ἡ ὑπόλοιπη ζωή μου γιά νά ἀπαντάω ξεχωριστά στό καθένα ἀπό τά μέλη της. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ὅτι ὁ συνομιλητής μου ἔχει κολλήσει σάν στρείδι στίς 14 σειρές τοῦ κειμένου μου τοῦ 2007. Λές καί αὐτές οἱ 14 σειρές μποροῦν νά τόν βγάλουν ἀσπροπρόσωπο. Ἐνῶ τά ὑπόλοιπα δέν ἔχουν σημασία. Ἄς δοῦμε τώρα, γιά τή σχέση Κατσίμπαλη Καραντώνη, μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τήν ἀλληλογραφία Κατσίμπαλη–Σεφέρη. α) Κ. (Κατσίμπαλης) πρός Σ. (Σεφέρη), 9-9-1931: «Τή διάβασα [τήν ἐργασία τοῦ Καραντώνη γιά τό Ὀ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης] προσεχτικά πέντε ὁλόκληρες φορές προτοῦ τή δώσω στό τυπογραφεῖο, καί ἐπέφερα μερικές σημαντικές ἀλλαγές. Π.χ. πέταξα τίς τέσσερις ἐκεῖνες ἀμφισβητήσιμες σελίδες πού φλυαροῦσαν γι᾿ ἄδολη ποίηση, περιεῖχαν ἐπιφυλάξεις, μιλοῦσαν γιά ‘‘κλειστές πόρτες’’ τοῦ Μαίτερλιγκ κλπ. κι ἔβαλα τόν Κ [αραντώνη] νά γράψει μιά-δυό νέες γιά τή σύνδεση τῆς συνέχειας, κάπως πιό μετρημένες. Ὕστερα ἔβγαλα μιά ἄλλη σελίδα πού χτυποῦσε εἰδικῶς τόν Παράσχο, γερά βέβαια, μά πού δέν ἔστεκε».[11] β) Κ. πρός Σ., 20-10-1931: «Ἡ μελέτη τοῦ Καραντώνη ξεπέρασε καί τό ἕβδομο τυπογραφικό μέ τάσεις νά ξεπεράσει κι αὐτό τό ὄγδοο -ἴσως καί παραπάνω! Σωστό βιβλίο 140-150 σελίδων! Ἡ αἰτία: τόν ἐκούρδισα νά προσθέσει ἕνα κεφάλαιο ἀκόμα γιά τό στίχο, ἕνα ἄλλο γιά τίς εἰκόνες, τά σύμβολα κλπ».[12] γ) Κ. πρός Σ., 1-12-1931: «Παραλείπω κάθε ἐξήγηση ἤ ἀνάλυση πού θά μ᾿ ἔφερνε σέ μάκρος, θά τά βρεῖς, ἄλλωστε, θαυμαστά διατυπωμένα στίς 140 σελίδες τῆς μελέτης τοῦ Καρανώνη, πού ἀντιπροσωπεύει κατά 90% καί τή δική μου γνώμη».[13] δ) Κ. πρός Σ. 1-12-1931: «Οὔφ! Τέλειωσε πιά κι αὐτή ἡ ὑπόθεση [ἡ μελέτη τοῦ Καραντώνη]. Δέν μπορεῖς νά φανταστεῖς τί βραχνάς μοῦ εἶχε καταντήσει. Μέ βασάνισε ἕξι ὁλόκληρους μῆνες. […] Τήν τελευταία στιγμή (κι ὕστερα ἀπό τήν ἀπώλεια τριῶν ὁλόκληρων ἑβδομάδων), ἀναγκάστηκα νά ἀποκόψω τήν 40σέλιδη κριτική τῆς κριτικῆς τοῦ Καραντώνη, Δέν ἦταν ἐκεῖνο πού ἔπρεπε νά εἶναι.» […] Μήν παραλείψεις νά γράψεις τοῦ παιδιοῦ [τοῦ Καραντώνη]. […] Στεῖλε του, μάλιστα, ἄν μπορέσεις, 5-6 λίρες, γιά ἀγορά ἑνός ὁρισμένου ἀριθμοῦ ἀντιτύπων (50 ἄς ποῦμε)». [Τό βιβλίο εἶχε ἐκδοθεῖ μέ χρήματα τοῦ Κατσίμπαλη καί ἡ διάθεσή του χαρίστηκε στόν Καραντώνη γιά νά ἐνισχυθεῖ οἰκονομικά. Ἐδῶ παίζεται ἕνα παιχνίδι στόν Καραντώνη, τά χρήματα τοῦ Σεφέρη θά τοῦ δοθοῦν, ὄχι απευθείας, ἀλλά ὡς ἀγορά ἀντιτύπων…][14] ε) Κ. πρός Σ. 18-1-1932: «Βρίσκομαι στήν ἴδια ἀπόγνωση ὅπως ὅταν δέν μποροῦσε νά τελειώσει ἀνθρωπινά τή μελέτη του γιά τό Σεφέρη ὁ Καραντώνης κι ἔβλεπα ἄξαφνα νά καταποντίζεται ἡ ὅλη ὑπόθεση. Τέσσερις ἐπιλόγους τόν ἔβαλα κι ἔγραψε, κυμαινόμενους ἀπό 3 σέ 30 σελίδες ὁ καθένας, καί κανένας δέ στεκότανε. Στό φινάλε, στήν ἀπελπισία μου, πῆρα φράσεις ἀπό δῶ κι ἀπο κεῖ, τίς συνέραψα καί βγῆκε ἐκεῖνο πού εἶδες, ἀφοῦ ξενύχτησα κάμποσες βραδιές».[15]

Λίγα σύντομα σχόλια. Τά παραπάνω ἀποσπάσματα δέν εἶναι τό μόνα πού ἀφοροῦν τό πάρε-δῶσε Κατσίμπαλη Καραντώνη. Γίνεται φανερό ὅτι ὑπῆρχε ἄνιση σχέση μεταξύ τους, ἰδίως ἀπό ἄποψη γνώσεων καί ὡριμότητας. Ἡ συχνότατη ἐπικοινωνία μεταξύ τους δέν γινόταν τηλεπαθητικά, ἀλλά μέ τό λόγο. Κι ὁ λόγος ἔχει χαρακτηριστικά λεξιλογίου, σύνταξης, φρασεολογίας,  κ.λπ.  Στό βιβλίο Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης ὁ Καραντώνης εἶχε ρόλο κυρίως γραφιά καί ὅχι ἰθύνοντα νοῦ, ἔτσι ὥστε τό βιβλίο νά ἀνήκει περισσότερο στόν Κατσίμπαλη ἀπό κάθε ἄποψη. Καί βέβαια καί ἀπό ἄποψη ὕφους γραφῆς. Πληρώνοντας ὁ Κ. καί ὁ Σ. τόν Καραντώνη τόν καθιστοῦσαν καί τυπικά μισθοφόρο τους. Ἀλοίμονο στή μοίρα τῶν φτωχῶν κι ἀδύνατων.

Καί γιά ὅσους τυχόν δέν τό ξέρουν, μιά πληροφορία γιά τό περιοδικό Τά Νέα Γράμματα. «Ἐμφανίστηκε [ὁ Καραντώνης] ὡς διευθυντής τοῦ περιοδικοῦ Τά Νέα Γράμματα, ὅταν ὁ Κατσίμπαλης ἀρνήθηκε νά βάλει τό δικό του ὄνομα, μολονότι ἦταν ὁ οὐσιαστικός ἐκδότης καί διαχειριστής».[16] Ὁ Κατσίμπαλης ἔλυνε κι ἔδενε στά Νέα Γράμματα, ὄχι ὁ Καραντώνης. Γι᾿ αὐτό, ὅταν δημοσιεύτηκαν στό περιοδικό τά καθαρευουσιάνικα ποιήματα τοῦ Ἐμπειρίκου, ὁ σφόδρα δημοτικιστής Καραντώνης δέν ἔβγαλε κίχ. Μ᾿ ἄλλα λόγια δέν δημοσιεύονταν κείμενα στά Νέα Γράμματα χωρίς τήν ἔγκριση τοῦ Κατσίμπαλη. Πολύ περισσότερο ἄν ἔθεταν ὁρισμένο γενικότερο ζήτημα, ὅπως τό κείμενο «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους». Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ ξαφνική μεταστροφή τοῦ Καραντώνη στό θέμα τοῦ καρυωτακισμοῦ, τί ἄλλο φανερώνει ἀπό τό ὅτι τό κείμενο γράφτηκε καθ᾿ ὑπαγόρευση τοῦ Κατσίμπαλη;

Πᾶμε παρακάτω. Στήν ἐπιφυλλίδα του ὁ φίλος Νάσος ἔγραψε πώς δέν μίλησε γιά τόν καρυωτακισμό ἀρνητικά μόνο ἡ παρέα Τῶν Νέων Γραμμάτων, ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι. Σχετικά μέ τό «πολλοί ἄλλοι» ἀνάφερε μερικά ὀνόματα, ἀλλά τά ἀνάφερε χωρίς νά δώσει σαφή βιβλιογραφία. Αὐτή τή βιβλιογραφία τοῦ τή ζήτησα μέ τόν ἐντονότερο τρόπο στήν ἀπάντησή μου. Στήν ἀνταπάντησή του παραθέτει ξανά τά ὀνόματα αὐτά σύν κάποια ἐπιπλέον, ἀλλά χωρίς βιβλιογραφία πάλι. Ἀναρωτιέμαι πόσο μακριά θά πάει τό κρυφτούλι. Ὁρίστε, τοῦ ζητάω πάλι νά δώσει ἀκριβή βιβλιογραφία. Θά συνεχίσει νά φυγομαχεῖ αἰωνίως; Ἀλλά ἄν συνεχίσει δέν καταλαβαίνω τήν νόημα ἔχει ἡ παράθεση τῶν ὀνομάτων αὐτῶν. Ὁνόματα χωρίς βιβλιογραφία ἔχει πολύ περισσότερα ὁ τηλεφωνικός κατάλογος.

Στό τέλος τῆς ἀνταπάντησής του ὁ ἀγαπητός Νάσος γεμίζει τρεῖς σελίδες  μέ γραφόμενα ἐκτός θέματος. Ποιός τοῦ ζήτησε νά μᾶς ἐκθέσει τά ἀντισεφερικά κατορθώματά του; Ὅλοι τό ξέρουμε, ἀκόμα κι οἱ κότες, πώς εἶναι ὁ σφοδρότερος ἀντισεφεριστής. Πρός τί, λοιπόν, αὐτός ὁ ἀπολογητικός οἷστρος, ὅταν κανείς δέν  τοῦ τό ζήτησε; Μήπως μέ θεωρεῖ ἀντισεφεριστή, ὥστε νά κάνουμε παρέα μαζί; Μά ἐγώ δέν εἶμαι ἀντισεφεριστής, κάθε ἄλλο. Στό Σεφέρη χρωστάω πολλά, καί τόν θεωρῶ ἀνώτερη ἀξία ἀνάμεσα στούς κοντινούς του ἡλικιακά. Πάνω ἀπό τόν Ἐλύτη, πάνω ἀπό τό Ρίτσο, τόν Ἐμπειρίκο, πάνω ἀπό τόν -γνησιότερο ἀπό τούς προηγούμενους τρεῖς- Ἐγγονόπουλο, πάνω ἀπό τόν Παπατσώνη, τό Βρεττάκο, τό Βαφόπουλο, τό Θέμελη. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὅμως δέν θεωρῶ τό Σεφέρη ἱερή ἀγελάδα πού χρειάζεται ὑπερπροστασία. Καί ἄν κάποτε διαπιστώνω ἐλεγχόμενα σημεῖα στά γραφτά του δέν ἔχω καμιά δυσκολία νά τά σχολιάζω δημόσια. Παράδειγμα τό δημοσίευμά μου στό περιοδικό Μικροφιλολογικά τῆς Κύπρου, ὅπου λέω πώς ὁ Σεφέρης, ἐνῶ υἱοθέτησε ὁρισμένες βασικές ἀπόψεις τοῦ Παλαμᾶ, ἀποσιώπησε τό γεγονός. Ὅσο γιά σένα, ἀγαπητέ Νάσο, δέν μποροῦσα νά κρύψω ὅτι τόν κάλυψες [τό Σεφέρη] γράφοντας ὅτι «ἡ κύρια σημασία τοῦ κριτικοῦ λόγου τοῦ Σεφέρη βρίσκεται στίς νέες ἀπόψεις πού εἰσάγει στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖες προώθησαν τήν ἑλληνική κριτική πέρα ἀπό τό ἐπίτευγμα τοῦ Παλαμᾶ».[17] Ὡστόσο δέν ὑπῆρχε καμιά κακή πρόθεση ἐναντίον σου καί ἀπόδειξη ὅτι τό ἴδιο χρονικό διάστημα δημοσιεύτηκε ἄλλο κείμενό μου ὅπου σοῦ ἀπέδιδα  «εὔσημα».[18] Ἐπανέρχομαι ὅμως στά προηγούμενα. Γιά ποιό λόγο ἔγραψες τίς τρεῖς ἐκτός θέματος σελίδες; Ποιό σκοπό σου ὑπηρετοῦν; Μήπως στραβίζεις πρός καμιά ἄγνωστη σέ μένα κατεύθυνση, ἤ μήπως ὄχι καί ἁπλῶς ἤθελες νά συμπληρώσεις ἀκριβῶς 23 σελίδες; Καί γιά νά ξελεγράρουμε λιγάκι, τί σοῦ ἔφταιξε ὁ Λουκᾶς Κούσουλας; Γιατί δέν ἐπιτρεπόταν νά πεῖ αὐτό πού εἶπε; Ἀλλά πάλι δέν διάβασες προσεκτικά. Γιατί ἐγώ μίλησα γιά τό θάρρος τῆς γνώμης του καί γιά τή σημαντική ἀναφορά του στή μητρική γλώσσα τοῦ Σολωμοῦ. Δέν ξέρεις τάχα πόσο ἀμελέτητη εἶναι σέ βάθος ἡ πολιτισμική καί λογοτεχνική ἐξέλιξη τῶν Ἑφτάνησων;

Τέλος πάντων, πρέπει νά κλείσω. Καί θά κλείσω μέ τά λόγια πού ἔκλεισα τήν ἀπάντησή μου καί μέ μιά ἀναφορά στόν καρυωτακισμό. Τά λόγια πού ἔκλεισα τήν ἀπάντησή μου ἦταν: «γιατί κατά τά ἄλλα ὁ ἀγαπητός Νάσος ἔχει θετικές πλευρές, γιά τίς ὁποῖες πάντα τόν ἐκτιμῶ». Κι αὐτά τά λόγια δέν τά παίρνω πίσω. Ἡ ἀναφορά στόν Καρυωτακισμό εἶναι ἡ ἀκόλουθη:

«Σέ κάποιο κείμενο εἶδα πάλι ἐπαναλαμβανόμενο τόν ὅρο ‘‘καρυωτακισμός’’.

»‘‘Καρυωτακισμός’’ σήμερα τό 1988 δέν σημαίνει τίποτα. Καί τότε γύρω στά 1930 ἦταν μιά ἄτυχη λέξη προερχόμενη ἀπό παρεξήγηση ὅτι ὁ Καρυωτάκης ἦταν τάχα μισάνθρωπος, πεισιθάνατος κ.λπ. Ὁ Καρυωτάκης δέν ἦταν τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά….»[19]

Γιῶργος Ἀράγης

                                                                     Φλεβάρης 2012


[1]. Στήν ἐφημερίδα «Τά Νέα», 24-9-1948, ἀναφέρεται ἀπό τό Γ. Π. Σαββίδη, στήν Εἰσαγωγή του, στόν τόμο Κ.Γ. Καρυωτάκης.  Ποιήματα καί πεζά, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1972, σ. κδ΄.

[2]. Ἀντρέας καραντώνης, Εἰσαγωγή στή νεότερη ποίηση, Δίφρος, Ἀθήνα 1958, σ. 144.

[3]. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ὁ Καρυωτάκης, Δόμος, Ἀθήνα 1988, σσ. 17-17.

[4]. Οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 παρουσίαζαν ἀσφαλῶς ὁρισμένα κοινά γνωρίσματα (ἀστική γλώσσα, ἀστικό χῶρο καί χρόνο). Ἀνάμεσα σέ ἄλλα καί κάποια σύγκλιση πρός ἕνα κλίμα τό ὁποῖο ἀναγνωρίστηκε ἀναδρομικά ὡς καρυωτακικό, ἐπειδή μέ τόν Καρυωτάκη ἀπόκτησε εὐκρινή ὀντότητα. Σέ καμιά περίπτωση ὡστόσο δέν σχετίζεται αὐτό μέ τόν καρυωτακισμό, ὅπως τόν προσδιόρισε ὁ Καραντώνης τό 1935. Ἐκτός καί θέλουμε νά παίζουμε φτηνά παιγνίδια μέ τίς σημασίες τῶν λέξεων.

[5]. Ἀντρέας Καραντώνης, Γιάννη Ρίτσου: Τρακτέρ, ποιήματα, Τά Νέα Γράμματα, τεῦχος 7-8, Ἰούλιος-Αὔγουστος, Ἀθήνα 1935, σ. 439.

[6]. Ἀπό γράμμα Κατσίμπαλη στό Σεφέρη, 22-6-1933, στό Ἀγαπητέ Γιῶργο, πρῶτος τόμος, Ἐπιμέλεια-σχόλια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2009, σ. 316.

[7]. Γιῶργος Σεφέρης, Μέρες, Γ΄, ἐγγραφή 6-9-1935, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1977, σ. 28.

[8]. Ἀλέξ. Ἀργυρίου, Διαδοχικές ἀναγνώσεις Ἑλλήνων ὑπερρεαλιστῶν, Γνώση, Ἀθήνα 1983, σ. 126.

[9]. «Ἕνας ψευτοκλασικισμός, μιά παρεξηγημένη Μποντλαιρική σαρκολατρεία καί φερετρολατρεία δέ θαμπώνουν τά μάτια ὅπως πάλι κινᾶν τήν ἀγανάχτηση τά σχηματικά ποιήματα, οἱ φουτουριστικές μανοῦβρες, οἱ λυρικοποιημένες γενετήσιες διαστροφές, οἱ δραματικοί ἀλητισμοί, οἱ ξεθωριασμένοι Καβαφισμοί, τά γλωσσικά τερατουργήματα πού φανερώνουν τίτλοι λυρικῶν συλλογῶν, σάν Στοῦ γλυτωμοῦ τό χάζιΟἱ Διθύραμβοι τῆς Μελοδοπλάνταχτης Ἅρπας, τό ψεύτικο ὑπερμοντερνίζον ὕφος, ἡ τάχα βαριεστημένη ἐκφραστική ἀφέλεια κάποιων κουρασμένων διεθνῶν στιχουργῶν μας, ἡ ὄψιμη λυρική λατρεία πρός τόν Ἰεχωβᾶ…

» Ἡ λυρική μας ποίηση (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) μεταμορφώθηκε ὡς διά μαγείας, πλάτυνε τά σύνορά της, ἔγινε μιά Διεθνής Πλάζ, ἄς ποῦμε, μέ τήν εἰσαγωγή κάποιων καθαρευουσιάνικων ἐκφράσεων στή γλώσσα της, πού δικαιολογιοῦνται στόν πεζό λόγο κάπως, ἀδυνατίζουν, στεγνώνουν τό χρῶμα καί τή λάμψη τοῦ λυρικοῦ λόγου, πού γιά νά ἐνεργεῖ σέ ὅλο του τό ἀχτιδοβόλημα πρέπει νά ἐξυπηρετεῖται ἀπό τήν τελειότερα δουλεμένη καί πλουτισμένη ζωντανή, καθάρια δημοτική γλώσσα. Μέ τό ἐξαίσιον, μέ τό ἐπίσημον, μέ τό λεπτόν, μέ τό φρικαλέον καί μέ ἄλλες παρόμοιες λέξεις πού δίνουν τάχα τήν ὑπέρτατη χροιά μιᾶς αἰσθητικῆς ἀπολυτότητας, ἑνός ραφιναρισμένου λεπτοῦ λυρισμοῦ, δέ μεταμορφώνεται, δέν ξανανιώνει ἡ ποίηση, καί τό κυριότερο δέν πλάθονται μεγάλοι ποιητές. Θά μᾶς ποῦν ἴσως πώς «αἰσθητικές ἀνάγκες», ἡ βαθμιαία ἀναμόρφωση τῆς νεοαστικῆς γλώσσας ἀπό γλώσσας χωριάτικης καί καθαρά λαϊκῆς σέ γλώσσα σαλονιοῦ, σέ γλώσσα πού ἀντιπροσωπεύει τό ἀκάθαρτο ἀνακάτωμα δημοτικῆς καί καθαρεύουσας ἀνάλογα μέ τό γοῦστο τοῦ καθενός καί μέ τήν ὄρεξη τῆς πρώτης κυρίας πού φιλολογεῖ, ἐπιβάλλουνε τό μεταχείρισμα τῆς καθαρεύουσας. […]

»Ἡ ποίησή μας σέρνεται, στό σύνολό της (ἡ ὑπογράμμιση δική μου), χωρίς παράδοση ἀδύναμη νά συνεχίσει τό ἔργο τῆς περασμένης γενιᾶς σέ ἴση πνευματική δυναμικότητα, νά τό ξεπεράσει καί νά δημιουργήσει νέα παράδοση.» Ἀντρέας Καραντώνης, Ὁ ποιητής Γιῶργος Σεφέρης, Γαλαξίας, Ἀθήνα 1962, σσ. 10-11.

[10]. Πρωτοσέλιδο, ἔντονα καρυωτακικό, ὅσο καί σκαριμπικό ποίημα, στό περιοδικό Μακεδονικές Ἡμέρες, τεῦχος 7-8, Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος-Αὔγουστος 1935.

[11]. Ἀγαπητέ Γιῶργο, πρῶτος τόμος, ἐπιμέλεια-σχόλια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2009, σσ. 73-74.

[12]. Ὅ.π., σ. 85.

[13]. Ὅ.π., σ 118.

[14]. Ὅ.π., σ. 120.

[15]. Ὅ.π., σ. 164.

[16]. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Οἱ ἀλληλοφράφοι τοῦ Σεφέρη»,  Ἀγαπητέ Γιῶργο, ὅ.π. σ. 38.

[17]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ἀποσιωπήσεις», περιδικό Μικροφιλολογικά, τεῦχος 28, Λευκωσία, Φθινόπωρο 2010, σ. 61.

[18]. Γιῶργος Ἀράγης, «Χόρχε Λουίς Μπόρχες Ἡ τέχνη τοῦ στίχου, περιοδικό «Κ », τεῦχος 21, Ἀθήνα Δεκέμβριος 2010, σ. 52.

[19]. Μίλτος Σαχτούρης, «Καρυωτάκης καί ‘‘Καρυωτακισμός’’, περιοδικό Ἡ Λέξη, τεῦχος 79-80, Ἀθήνα, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1988, σ. 833.

This entry was posted in Συζήτηση. Bookmark the permalink.