Ὁ Ἐξώστης τοῦ Νίκου Καχτίτση, ἕνα πρόδρομο μεταμοντερνιστικό μυθιστόρημα

Δημοσιεύτηκε -χωρίς τίς ὑποσημειώσεις δυστυχῶς- στό περιοδικό Μανδραγόρας, τεῦχος 47, Ἀθήνα, Δεκέμβριος 2012.

Ὁ Ἐξώστης τοῦ Νίκου Καχτίτση, ἕνα πρόδρομο μεταμοντερνιστικό μυθιστόρημα.*

Ἡ θεματική ἀληθοφάνεια συνιστᾶ στήν παραδοσιακή ἀφήγηση τό α καί τό ω τῆς ἀγηγηματικῆς ἐγκυρότητας. Τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διεκδικεῖ ἕνα κείμενο τήν «αὐθεντικότητά» του, τό νά εἶναι δηλαδή πειστικό. Ἡ τεχνική τῆς ἀληθοφάνειας προῆλθε ἀπό τήν τεχνική τῶν ἱστορικῶν διηγήσεων -πρότυπό της ἔχει τή λεκτική ἀναπαράσταση τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Ὁ Ἀριστοτέλης, μιλώντας στό Περί Ποιητικῆς γιά τήν τραγωδία, καθόρισε τούς βασικούς ὅρους αὐτῆς τῆς ἀναπαραστατικῆς τέχνης. Ἄν ὀνομάσουμε θέμα ὅ,τι λέμε μέ τήν ἴδια σημασία ὑπόθεση ἤ μύθο ἤ «ἱστορία» ἑνός ἀφηγήματος, τότε ἔχουμε τή δυνατότητα νά ἐννοήσουμε ὡς θεματική μονάδα τή μικρότερη ὑποδιαίρεση μιᾶς ἀναπαραστατικῆς πράξης. Αύτή ἡ μονάδα μᾶς δίνεται ἀπό τόν Ἀριστοτέλη μέ τόν ὁρισμό τοῦ «ὅλου». «ὅλον δέ ἐστιν τό ἔχον ἀρχήν καί μέσον καί τελευτήν.»[1] Ἡ ἀνάλυση αὐτῆς τῆς φράσης ἀπό τόν Ἀριστοτέλη εἶναι, σέ μετάφραση, ἡ ἀκόλουθη: «Ἀρχή εἶναι αὐτό πού δέν ἔρχεται (ἤ δέν ὑπάρχει) ἀναγκαστικά ὕστερα ἀπό κάποιο ἄλλο, ἀλλά πού κάποιο ἄλλο ὑπάρχει φυσικά ἤ συμβαίνει ὕστερα ἀπό ἐκεῖνο· τέλος εἶναι, ἀντίθετα, αὐτό πού ὑπάρχει (ἤ ἔρχεται) φυσικά ὑστερα ἀπό κάποιο ἄλλο, εἴτε ὡς ἀναγκαστικό εἴτε ὡς συνηθισμένο ἐπακόλουθο, καί πού ὕστερα ἀπό αὐτό δέν ὑπάρχει κανένα ἄλλο· μέση εἶναι αὐτό πού ἔρχεται ὕστερα ἀπό κάποιο ἄλλο καί πού κάποιο ἄλλο ἄρχεται ὕστερα ἀπό αὐτό».[2] Ὁ ὁρισμός αὐτός μᾶς δίνει τό σχῆμα μιᾶς στοιχειώδους ἀναπαραστατικῆς ἔκφρασης. Π.χ., (ὡς λόγος) κατέβηκα στό κατώι, πῆρα καυσόξυλα, ἀνέβηκα στό καθιστικό καί τοποθέτησα τά ξύλα στό τζάκι. Θεμελιῶδες γνώρισμα μιᾶς τέτοιας ἀναφορᾶς εἶναι ὅτι συνιστᾶ ἀναπαράσταση πράξης πού συντελεῖται σέ συνεχόμενο χρόνο καί χῶρο. Ἄν συνδέσω αὐτή τή στοιχειώδη ἀναπαραστατική ἔκφραση μέ ἄλλη ἤ ἄλλες συνεχόμενες, μπορῶ νά συγκροτήσω εὐρύτερες ἑνότητες. Καί τίς εὐρύτερες ἑνότητες μέ ἄλλες εὐρύτερες ἤ πιό εὐρύτερες, κ.ο.κ. Ἕτσι φτάνουμε τελικά στήν ἀφηγηματική πλοκή. Πῶς στοιχειοθετοῦνται ἀρχικά καί πῶς συνδέονται μετά οἱ μικρότερες μέ τίς μεγαλύτερες θεματικές ἑνότητες ὥστε νά σχηματιστεῖ π.χ. ἕνα διήγημα ἤ ἕνα μυθιστόρημα. Κι ἐδῶ ἡ ἀπάντηση μᾶς ἔρχεται πάλι ἀπό τόν Ἀριστοτέλη. Αὐτό γίνεται «κατά τό εἰκός ἤ τό ἀναγκαῖον» («κατά τό πιθανόν ἤ τό ἀναγκαῖον»).[3] Σά νά λέγαμε ὅτι ἡ θεματική ἐξέλιξη ἑνός ἀφηγηματικοῦ κειμένου γίνεται κατά φυσική συνέπεια. Ἤ, πιό ἁπλά, ὅπως τήν ἀντιλαμβανόμαστε σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρική περιουσία μας. Γιατί, γιά «τό πιθανό καί ἀναγκαῖον», δέν ὑπάρχει ἀπόλυτο ἤ ἀντικειμενικό κριτήριο, μέ συνέπεια μοναδικό κριτήριο νά καθίσταται ἡ ἐμπειρική ἐνδοχώρα, πρακτική καί γνωστική, τοῦ καθενός. Κατά συνέπεια ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀφηγήσεων αὐτῶν, σταθμίζεται ἀπό τόν καθένα ἀναγνώστη κατά τό μέτρο πού ἀνταποκρίνονται στή δική του ἀντίληψη περί ἐμπειρικῆς τάξης. Ἄν ὁ ἀναγνώστης αἰσθάνεται πώς τό κείμενο παρουσιάζει σ᾿ ἕνα ἤ πολλά σημεῖα ἀναντιστοιχία πρός τή δική του ἀντίληψη, τότε ἀμφιβάλλει γιά τήν ἐγκυρότητα τοῦ κειμένου. Ὅταν λέμε αὐτό τό κείμενο μᾶς ἀρέσει, λέμε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ὅτι τό κείμενο ἀνταποκρίνεται στή δική μας  ἀντίληψη τοῦ κόσμου. Καί τό ἀντίθετο, ἄν δέν ἀνταποκρίνεται στήν τέτοια ἀντίληψή μας, μᾶς ἀφήνει ἀδιάφορους. Συνεπῶς ἡ θεματική ἀφηγηματική μέθοδος ὀφείλει τήν ἀληθοφάνειά της στό κατά πόσο ἀναταποκρίνεται στήν ἀφηγηματική δομή τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Στό νά φαίνεται δηλαδή ὅτι αὐτά πού γράφονται εἶναι «ἀληθινά», ἐπειδή ἔτσι ἀκριβῶς βλέπουμε νά συμβαίνει στή ζωή. Πράγμα πού σημαίνει τελικά ὅτι ἡ θεματική ἀφήγηση δέν ἔχει κύρος ἱστορικῆς μαρτυρίας, ἀλλά ἀντλεῖ  ἐγκυρότητα ἀπό τή μιμητική ἀνταπόκρισή της στή δομή τῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας. Δέν εἶναι μαρτυρία, εἶναι σάν μαρτυρία, κι αὐτό τό σάν ἀποτελεῖ τόν ὑψηλό στόχο της: τό νά εἶναι ἀληθοφανής στόν ὑπέρτατο βαθμό.

Μετά ἀπό τά παραπάνω προκαταρκτικά ἄς ἔρθουμε στόν Ἐξώστη. Ὁ Καχτίτσης ἀπό νωρίς, φάνηκε κι ἀπό τά γράμματά του, δέν αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἕλξη πρός τήν παραδοσιακή ἀφήγηση. Τήν ἀφήγηση τῆς ὁποίας ἡ ἀληθοφάνεια ἀνάγεται στήν ἀριστοτελική «μίμηση» καί ἡ ὁποία βασίζεται κυρίως στήν ἀρχή τῆς δράσης σέ συνεχόμενο χρόνο καί χώρο.[4] Γι᾿ αὐτό αἰσθανόταν ὅτι ἀνῆκε στόν εὐρύτερο κύκλο τῶν αἰρετικῶν πεζογράφων (Πεντζίκη, Δέλιου, Γονατᾶ).

Στόν Ἐξώστη ὁ ἐνδοκειμενικός ἀφηγητής Σ.Π. σέ προχωρημένη πιά ἡλικία, καταγράφει τά πεπραγμένα τῆς ζωῆς του. Ἐδῶ καί ἑφτά χρόνια  διαμένει σέ μιά γαλλική ἀποικία τῆς Κεντρικῆς Ἀφρικῆς. Μιλάει γιά τό παρελθόν του στή Γάνδη τοῦ Βελγίου, γιά τό ἐπάγγελμά του, γιά τήν πολιορκία τῆς πόλης στίς ἀρχές τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα καί γιά τήν τωρινή του κατάσταση στήν Ἀφρική. Λέει πώς στήν πατρίδα του κατά τήν πολιορκία της διέπραξε «ἐγκλήματα», γι᾿ αὐτό μετά τή λύση τῆς πολιορκίας, φοβούμενος τή δικαιοσύνη, τό ἔσκασε στήν Ἀφρική μέ ψευδώνυμο. Πρόλαβε ὅμως νά ἐκποιήσει τή μεγάλη περιουσία του -ἦταν ἀρχαιοπώλης, ἔχοντας στήν κατοχή του ἀκίνητα-, καί νά ἔχει στή διάθεσή του μεγάλα χρηματικά ποσά. Κοντολογής, ὁ Σ.Π. μιλάει, σέ πρῶτο πρόσωπο, γιά τό παρελθόν καί τό παρόν του. Τό παρόν του ἰδίως, ὅταν, τόν τελευταῖο καιρό, νιώθει νά σφίγει ὁ κλοιός τῆς ἀπομόμωσης καί ὁ κίνδυνος τῆς ἀποκάλυψής του.

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο ἔχουμε ἕνα κείμενο πού παρουσιάζει θεματική διάρθρωση, πού εἶναι δηλαδή παραδοσιακῆς μορφῆς. Μπορεῖ κανείς νά συγκροτήσει μέ τά στοιχεῖα πού δίνει ὁ Σ.Π. ἕνα ἀφήγημα καθ᾿ ὅλα ὀρθόδοξο ἀπό θεματική ἄποψη, ἕνα ἀφήγημα, θά λέγαμε, πού ἀνταποκρίνεται στήν ἀριστοτελική «μίμηση». Καθόσον μάλιστα τά ἐλάχιστα συνειρμικά ἅλματα πού περιέχει ουδόλως τό ἐντάσσουν στά πεζογραφήματα τῆς μοντερνιστικῆς γραφῆς. Από τήν πλευρά αὐτή κατά τίποτα δέν θυμίζει τήν, ὁμολογημένη, μαθητεία τοῦ Καχτίτση στόν Πεντζίκη. Σ᾿ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο, λοιπόν, ὁ πεζογράφος ἐπιδιώκει νά εἶναι θεματικά ἀληθοφανής.

Σ᾿ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο ὡστόσο ἡ κατάσταση ἀλλάζει. Γιατί, σύμφωνα μέ τά λεγόμενα τοῦ ἀφηγητῆ Σ.Π., δέν εἶναι τόσο ἀναμφίβολα τά ὅσα «ἐξομολογεῖται». Ἀντίθετα πολύ συχνά δέν εἶναι σίγουρος γιά τήν πραγματικότητα ὅσων ἔζησε στό παρελθόν. Καί ὄχι μόνο δέν εἶναι σίγουρος γι᾿ αὐτό, ἀλλά καί δέν ἔχει τήν πρόθεση νά πεῖ τήν ἀλήθεια. Ἐπιπλέον ἔχει παραισθήσεις γιά τίς ὁποῖες ἀμφιβάλλει ἄν εἶχαν τή μορφή μέ τήν ὁποία τίς περιέγραψε. Παραθέτω τρία παραδείγματα, ἀντίστοιχα πρός τίς ἀμέσως παραπάνω τρεῖς περιπτώσεις ἀβεβαιότητας πού ἀνάφερα. α) «Ἔλεγα, θυμᾶμαι, κάποτε σ᾿ ἔνα φίλο μου πώς ἔρχονται στιγμές πού τά παίρνω ὅλα γιά ἀνύπαρκτα [ἐννοεῖ αὐτά πού ἔζησε], ἀποκυήματα τῆς φαντασίας μου», σ. 71. β) «Πρέπει νά πῶ ἐπίσης ὅτι εἶπε [ὁ συνταγματάρχης] λόγια ἐκείνη τή νύχτα πού ὁ ἑαυτός μου δέν μ᾿ ἄφησε νά μεταφέρω στό χαρτί. Ἤθελα καί σ᾿ αὐτό ἀκόμα νά κρύψω τήν ἀλήθεια.», σ. 121. Ἤ «…, πολλά ἀπό ἐκεῖνα πού παρουσίασα γιά δικά του δέν ἦταν παρά ὑποκρισίες δικές μου. […] Ὁμολογῶ λοιπόν, […] ὅτι σέ πολλά σημεῖα ἔβαλα στό στόμα του λόγια πού δέν εἶπε», σ. 119. γ) Μετά ἀπό μιά ἔντονη πρωινή παραίσθηση στόν ἐξώστη τοῦ ξενοδοχείου Ἀτλάντικ (Ἀφρική), λέει: «Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτά πού λέω μπορεῖ νά μή συνέβησαν ὅπως τά περιγράφω», σ. 40. Ἄς προσθέσω ἀκόμα ὅτι στίς ἀρχικές σελίδες τοῦ βιβλίου, μετά ἀπό μερικές βαρύγδουπες δηλώσεις περί ἐπικείμενου θανάτου του, ὁ Σ.Π. καταλήγει στήν ἀκόλουθη ὁμολογία: «Ἀνάθεμα κι ἄν ξέρω τί λέω αὐτή τή στιγμή», σ. 20. Τέτοιες διαψεύσεις πάνω στά γραφόμενα τοῦ Σ.Π. συναντοῦμε ἀρκετές μέσα στόν Ἐξώστη. Διαψεύσεις γιά τίς ὁποῖες ὁ ἀναγνώστης τοῦ κειμένου ποτέ δέν μαθαίνει τί διαψεύδεται ἀκριβῶς καί τί ἰσχύει ἀπ᾿ ὅσα γράφονται. Νά σημειωθεῖ πώς ὁ Σ.Π. μιλάει γιά βαριά ἐγκλήματα πού διέπραξε στό παρελθόν, χωρίς ὡστόσο νά γράφει τίποτα γι᾿ αὐτά. Ἁπλῶς στό τέλος τοῦ βιβλίου δηλώνει τά ἀκόλουθα: «Στήν ἐξομολόγησή μου δέν κατόρθωσα τελικά νά μιλήσω γιά τά πραγματικά μου ἐγκλήματα, μπροστά στά ὁποῖα αὐτά πού διηγήθηκα δέν εἶναι τίποτα», σ. 139. Αὐτά πού διηγήθηκε εἶναι δύο. α) Ὅταν ἡ πόλη του εἶχε πολιορκηθεῖ ἀπό ἐχθρικά στρατεύματα, ἔμεινε χωρίς νερό -οἱ πολιορκητές ἔκοψαν τή ὕδρευση- καί βομβαρδίστηκε ἀγρίως. Τότε, ἐνῶ ὁ Σ.Π. ἔμεινε ἀμέριμνος καί ἐφοδιασμένος μέ τά πάντα, ἕνας φίλος του, διψασμένος ὥς ἐκεῖ πού δέν ἔπαιρνε ἄλλο, τοῦ ζήτησε λίγο νερό. Ὁ Σ.Π. δέν τοῦ ᾿δωσε κι ὁ φίλος του τόν καταράστηκε. Σέ δυό μέρες πού μπῆκαν στήν πόλη τά ἡμέτερα στρατεύματα, ὁ φίλος του σκοτώθηκε ἀπό φιλικά πυρά. β) Τήν ἴδια περίοδο τῆς πολιορκίας, πέταξε στό δρόμο, τή νεαρή ἀνθοπώλιδα πού τήν παραμονή τῆς πολιορκίας τήν γνώρισε καί τήν
εἶχε πάρει κοντά του. Ὅταν λύθηκε ἡ πολιορκία ἔψαξε νά τή βρεῖ, ἀλλά μάταια. Θά εἶχε καταπλακωθεῖ κάτω ἀπό τά ἐρείπια τῶν βομβαρδισμῶν κι οὔτε τό πτῶμα της βρέθηκε. Αὐτά εἶναι τά ὁμολογημένα ἐγκλήματα τοῦ Σ.Π. καί κάποιοι ἀκόμα ἀόριστοι ὑπαινιγμοί. Ὅμως κι ἄν θεωρήσουμε ἐγκλήματα αὐτά τά περιστατικά, δέ διαθέτουν ἀρκετή θεματική ἀληθοφάνεια, καθώς δέν μαθαίνουμε τίποτε γιά τήν τότε κατάσταση τοῦ Σ.Π. μέσα ἀπό τήν ὁποία ὁδηγήθηκε σ᾿ αὐτές τίς πράξεις. Ἐπιπλέον, ὅταν λέει ὅτι διέπραξε ἄλλα βαριά ἐγκλήματα, τά ὁποῖα δέν τά παρουσιάζει, εἶναι σάν νά παίζει μέ τόν ἀναγνώστη.

Πέρα ἀπό τά παραπάνω, ὑπάρχει στό βιβλίο μιά βραδινή συζήτηση τοῦ Σ.Κ. μέ τόν συνταγματάρχη-διοικητή στήν πόλη τῆς ἀποικίας πού μένουν. Ἡ συνάντηση γίνεται στό μπάρ τοῦ ξενοδοχείου Ἀτλάντικ, καί καλύπτει στό κείμενο κάπου 35 σελίδες. Ἐκεῖ ὁ διοικητής, ἐκτός ἀπό τούς ἀπειλητικούς  ὑπαινιγμούς γιά τό παρελθόν καί τήν ταυτότητα τοῦ Σ.Π., διηγεῖται καί μιά δική του «ἡρωική» πράξη. Τό πῶς συναντήθηκε στή ζούγκλα μ᾿ ἕνα λιοντάρι καί πῶς τό σκότωσε, μετά ἀπό πάλη, μ᾿ ἕνα σουγιά. Ἡ διήγηση τοῦ διοικητῆ συνιστᾶ καθαυτή γελοιοποίηση τοῦ γεγονότος –τό λιοντάρι δέν τόν δάγκωνε, δέν τόν σκότωνε, ἀλλά τόν κυλοῦσε πέρα δῶθε στό χορτάρι σάν παιχνίδι, σάν «τόπι». Ἐπιπλέον ὅταν τελειώνει τή διήγηση αὐτή ἀκολουθεῖ (ἀπό τό διοικητή) ἡ διάψευσή της: «‘‘Καί τώρα ἑτοιμάσου νά φρίξεις’’. Εἶπε ξαφνικά μέ ὕφος ἐντελῶς ἀλλαγμένο. ‘‘Τί θά κάνεις ἄν σοῦ ἀποκαλύψω ὅτι τά περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα σοῦ εἶπα ἀπόψε εἶναι ψέματα. Ἀπορῶ πῶς δέν τό κατάλαβες τόσην ὥρα’’», σ. 91. Ἀργότερα στήν ἴδια συνάντηση ὁ διοικητής λέει στόν Σ.Π. «…, σοῦ ἀνακοινώνω αὐτή τή στιγμή ὅτι ἐκεῖ πού σοῦ εἶπα ψέματα ἦταν ὅταν σοῦ εἶπα ὅτι εἶπα ψέματα. Σοῦ δίνω τό λόγο τῆς τιμῆς μου ὅτι σοβαρολογῶ…» Ἐδῶ ἔχουμε διάψευση τῆς διάψευσης. Πάντως ὁ Σ.Π. μαθαίνει τυχαῖα σ᾿ ἕνα ταξίδι του πώς τό περιστατικό τοῦ διοικητῆ μέ τό λιοντάρι εἶχε ἀληθινή βάση. σ. 121. Πῶς ὅμως μέ πιά μορφή ἦταν ἀληθινό τό περιστατικό, αὐτό μένει ἄγνωστο. Ἔπειτα καί ὅλοι οἱ ἀποκαλυπτικοί ὑπαινιγμοί τοῦ συνταγματάρχη σέ βάρος τοῦ Σ.Π., διαψεύδονται ἀπό τήν ὁμολογία τοῦ Σ.Π. ὅτι παραποίησε τά λόγια τοῦ συνταγματάρχη.[5]

Ὁ ἀναγνώστης τοῦ Ἐξώστη αἰσθάνεται ἀρκετή ἀμηχανία, καθώς διαβάζει ἕνα κείμενο ποῦ κυμαίνεται ἀνάμεσα στό εἶναι καί δέν εἶναι. Ἔτσι μάλιστα ὥστε τελικά νά κερδίζει τό δέν εἶναι. Ὅταν ἡ ἀφηγηματική ἀληθοφάνεια ἀμφισβητεῖται ἀπό τό ἴδιο πρόσωπο πού τήν ἐκθέτει, χάνει τήν ἀξιοπιστία της, πού θά πεῖ χάνει τό ἀναπαραστατικό της ἄλλοθι. Ἡ ἀναπαραστατικότητα τοῦ Ἐξώστη εἶναι, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἀναπαραστατικότητα ναρκοθετημένη. Στήν πραγματικότητα ὁ Καχτίστης ὑποσκάπτει καί σχεδόν ἐμπαίζει τήν ἀληθοφάνεια τῶν ὅσων, μέ τό πρόσωπο τοῦ Σ.Π., ἀφηγεῖται. Θά ᾿λεγε κανείς πώς κατά ἕνα τρόπο θέλει νά δείξει πόσο τρωτό ἤ ἐπισφαλές εἶναι τό ἄλλοθι τῆς παραδοσιακῆς ἀφηγηματικῆς ἀληθοφάνειας. Καί σέ πολύ ἀκραία ἐκδοχή, κατά τό «ὁ Θεός πέθανε» τοῦ Νίτσε, νά στοιχηματίσει πάνω στή χρεωκοπία τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου ἀφήγησης. Ἀπό μιά τέτοια ὀπτική γωνία κοιταγμένος ὁ Ἐξώστης ἀποκτάει τή σημασία ἑνός πειραματικοῦ κειμένου. Ἄν δοῦμε τόν Ἐξώστη σάν πειραματικό κείμενο, πού στρέφεται κατά τῆς παραδοσιακῆς ἀφήγησης, ἴσως δέν εἶναι ἄσχετη μ᾿ αὐτό ἡ τοθέτηση τῆς δράσης σέ ξένο τόπο καί ἡ χρησιμοποίηση ξένου πρωταγωνιστῆ-ἀφηγητῆ. Θέλω νά πῶ ὅτι τό «εἶναι δέν εἶναι» πηγαίνει καλύτερα μέ τήν ἀοριστία μιᾶς φασματικῆς πόλης καί ζωῆς. Ἐνῶ μιά ἐλληνική πόλη κι ἕνας Ἕλληνας πρωταγωνιστής-ἀφηγητής θά εἶχαν μιά ἀμεσότητα πού θά ταίριαζε πιό πολύ στή θεματική ἀληθοφάνεια, παρά στήν ἀπροσδιοριστία τοῦ Ἐξώστη. Ἄν καί αὐτό δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀπόλυτο, εἶναι ὡστόσο ἕνα ἐρώτημα τό γιατί ὁ Καχτίτσης προτίμησε ξενικό ὑλικό. Πάντως, μέ τήν τακτική του νά ὑποσκάπτει τό κύρος τῆς θεματικῆς ἀληθοφάνειας, ἀφήνει πίσω του τήν παραδοσιακή ἀφήγηση, προσπερνάει τό μοντερνισμό,[6] καί μπαίνει μέ τόν δικό του ἰδιότυπο τρόπο στήν περιοχή τοῦ μεταμοντερνισμοῦ. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη ὁ Ἐξώστης εἶναι τό πρῶτο μεταμοντερνιστικό μυθιστόρημα στήν Ἑλλάδα, προτοῦ νά γίνει γνωστή ἡ θεωρία τοῦ μεταμοντερνισμοῦ. Ἴσως μάλιστα νά εἶναι τό πρῶτο, ἀπό προσωπική ἔφεση καί ὄχι ἀπό θεωρητική συνταγή, εὐρωπαϊκό πεζογράφημα μεταμοντερνιστικῆς ὑφῆς. Καμιά εὐθεία σχέση μέ Πεντζίκη, ἀλλά σ᾿ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο πεζογραφικῆς ἀνορθοδοξίας μπορεῖ νά συσχετιστεῖ μαζί του.

Ὑπάρχουν δύο μέρη στό βιβλίο ὅπου ἡ θεματική ἀφήγηση δέν παρουσιάζεται ναρκοθετημένη ὅπως στό ὑπόλοιπο ἔργο. Εἶναι ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Σ.Π. μέ τήν Ἐνδώρα (τήν κόρη τοῦ διοικητῆ), μέ λαντώ, στό ἀρωματοπωλεῖο τῆς κυρίας Γκερέν μέσα στό δάσος. Καί ἡ συμφωνημένη «ἀπαγωγή» τῆς ἀνθοπώλιδας ἀπό τίς φιλενάδες της, στή Γάνδη, πρίν ἀπό τήν πολιορκία τῆς πόλης. Τότε πού ἡ κοπέλα, ἀφοῦ ἔμεινε μιά βδομάδα σέ ξενοδοχεῖο καί περιποιήθηκε τόν ἑαυτό της, ταξίδεψε σιδηροδρομικῶς μέ τόν Σ.Π.,-συνταξιδεύοντας γιά ἕνα διάστημα μέ μιά ἄγνωστη, εὐγενική, κυρία. Ἰδίως τό δεύτερο κομμάτι μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἄψογη θεματική ἀφήγηση. Ἤθελε ἄραγε νά δείξει ὁ συγγραφέας ὅτι κάτεχε ἄριστα αὐτήν τήν τέχνη ἤ θά πρέπει νά θεωρηθοῦν κι αὐτά τά μέρη ὑπό τήν αἵρεση τοῦ «αὐτά πού λέω μπορεῖ νά μή συνέβησαν ἀκριβῶς ὅπως τά περιγράφω»;

* Ὁ Ἐξώστης  ἐκδόθηκε πρώτη φορά τό 1964 (ἐπιμέλεια Κάρολος Τσίζεκ, ἐκδόσεις Πρώτη Ὕλη, Ἀθήνα). Δεύτερη φορά τό 1985 (ἐπιμέλεια Ἐ. Χ. Γονατᾶς, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα). Τρίτη φέτος τό καλοκαίρι τοῦ 2012 (ἐπιμέλεια Γιώτα Κριτσέλη καί Βίκτωρ Καμχῆς, ἐκδόσεις Κίχλη, Ἀθήνα). Ἡ τελευταία ἔκδοση πλεονεκτεῖ ἔναντι τῶν δύο προηγούμενων. Πρόκειται γιά μιά ἔξοχη φιλολογική ἔκδοση, τόσο ὡς τυπογραφική ἐμφάνιση, ὅσο καί ὡς ἐπιμέλεια καί ὡς «Ἐπίμετρο». Τό «Ἐπίμετρο», πού ἀκολουθεῖ μετά τό ἔργο τοῦ Καχτίτση, ἀποτελεῖται ἀπό τρία κείμενα, πού, συνολικά, καλύπτουν 82 σελίδες. Τό πρῶτο ὑπογράφεται ἀπό τόν Γιάννη Δημητρακάκη καί ἐπιγράφεται «Ὁ ἀναξιόπιστος ἐξομολογούμενος. Ἀφήγηση καί ὕφος στόν Ἐξώστη τοῦ Νίκου Καχτίτση». Ἀναφέρεται, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τόν τίτλο του, στή δομή τοῦ ἔργου. Τό δεύτερο ὑπογράφεται ἀπό τή Γιώτα Κριτσέλη. Ἐπιγράφεται, «Ὁ Ἐξώστης: Ἡ περιπέτεια τῆς ἔκδοσης», καί μᾶς δίνει τό ἱστορικό τῶν προηγούμενων ἐκδόσεων, καθώς καί τό πῶς διαμορφώθηκε ἡ τωρινή ἔκδοση. Τέλος ἔχουμε, ἀπό τόν Βίκτωρα Καμχμῆ τό «Χρονολόγιο σέ Α΄καί Γ΄πρόσωπο», μέ χρονολογικές καί συγγραφικές πληροφορίες γιά τόν Νίκο Καχτίτση. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς νέας ἔκδοσης κρίνω σκόπιμο νά ξανακοιταχτεῖ αὐτό τό νεότροπο ἔργο.

Οἱ παραπομπές στό κείμενό μου γίνονται στήν ἔκδοση τῆς  Κίχλης. 

                                                                             


[1]. Ἀριστοτέλους, Περί Ποιητικῆς, Μετάφρασις ὑπό Σίμου Μενάρδου, Εἰσαγωγή, κείμενον καί ἑρμηνεία ὑπό Ι. Συκουτῆ, Κολλάρος & Σία, Ἀθήνα 1937, σ. 69.

[2]. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ἀρχαῖοι Κριτικοί, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1978, σ. 64.

[3]. Ἀριστοτέλους, Περί ποιητικῆς, ὅ.π. σσ. 77, 78, 79.

[4]. Δέν πρόκειται γιά τή «ἑνότητα χώρου καί χρόνου» τῆς Ἀρχαίας Τραγωδίας. Στό παραδοσιακό διήγημα καί μυθιστόρημα ἔχουμε κάποια, μικρά ἤ μεγάλα, χρονικά καί χωρικά ἅλματα, πίσω μπρός καί ἀντίστροφα, ἀλλά μετά ἀπό κάθε τέτοιο ἅλμα ἀκολουθεῖ πάντα ἐξέλιξη σέ συνεχόμενο χρόνο καί χῶρο. Ἀντίθετα δηλαδή ἀπό τή μοντερνιστική ἀφήγηση ὅπου, μέ τούς πολλούς συνειρμούς, ἔχουμε πολύ συχνή, κάποτε καί ἀδιάπτωτη, διάσπαση τῆς χωροχρονικῆς συνέχειας. Θεματική ἀφήγηση ἔχουμε π.χ. στό μυθιστόρημα, Ἡ δασκάλα μέ τά χρυσά μάτια, τοῦ Μυριβήλη, ἐνῶ συνειρμική στό πεζογράφημα, Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς, τοῦ Πεντζίκη ἤ «Τό κοινόβιο» τοῦ Μάριου Χάκκα. Τό ζήτημα αὐτό μέ εἶχε ἀπασχολήσει παλαιότερα στό κείμενό μου, «Ἀπό τό θέμα στό συνειρμό», περιοδικό Γράμματα καί Τέχνες, τεῦχος 67 (68), Ἀθήνα 1993.

[5]. Κοίταξε παραπάνω τίς φράσεις τοῦ παραδείγματος «β», μέ παραπομπές στίς σελίδες 71 καί 121 τοῦ βιβλίου.

[6]. Ἄς σημειωθεῖ πώς ὁ Καχτίτσης δέν εὶχε καλή ἰδέα γιά τό μοντερνισμό. Σέ γράμμα του στόν Σεφέρη ἀναφέρει ἀνάμεσα σέ ἄλλα τά ἑξῆς: «Πολλοί σεβαστοί μου φίλοι, ἀπό τήν Ἀθήνα, μέ ἐπαίνεσαν γιά τόν ‘‘μοντέρνο’’ τρόπο τῆς γραφῆς μου. Αὐτό μέ κατάπληξε –γιατί τρέφω μεγάλη καχυποψία γιά ὅλους τούς μοντέρνους ἐπί οίκομενικοῦ ἐπιπέδου, καί δέν τούς διαβάζω καθόλου ἀπό φόβο μήπως μέ διαφθείρουν, καί τό μόνο πού κάνω εἶναι νά ρίχνω, στά βιβλιοπωλεῖα ὅταν πηγαίνω, φευγαλέες ματιές ἀνάμεσα στίς σελίδες τῶν βιβλίων τους. Οἱ μόνοι μοντέρνοι πού μ᾿ ἔχουν κάπως ἀπασχολήσει εἶναι ὁ Dylan Thomas καί ὁ Beckett -ἀλλά καί αὐτοί μ᾿ ἄφησαν ἀσυγκίνητο.» Γιῶργος Δανιήλ, «Ἡ ἀλληλογραφία Σεφέρη-Καχτίτση», περιοδικό Ἡ Λέξη, τεῦχος 53, Μάρτης-Ἀπρίλης 1986, σσ. 360 -361.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας. Bookmark the permalink.