Θεμιτά καί ἀθέμιτα ὅρια τῆς κριτικῆς καί τῆς συζήτησης

Ἡ ἐπιφυλλίδα τοῦ Νάσου Βαγενᾶ, «Θεωρίες συνομωσίας», ἔχει ‘ἀναρτηθεῖ στό διαδίκτυο εἰς διπλοῦν:  μονόχρωμη καί πολύχρωμη. Γιά νά ὑπάρχει ἰσομερής ἐνημέρωση, ἀναρτῶ ἐδῶ τήν ἀπάντησή μου στήν ἐπιφυλλίδα του. Καί ἴσως χρειαστεῖ νά ἀναρτηθοῦν ὅλες οἱ ἀπαντήσεις καί ἀνταπατήσεις πού ἀφοροῦν  τό ἴδιο θέμα. Τό κείμενο, «Ὁ καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος», βρίσκεται ἀναρτημένο ἐδῶ στήν Κριτική δοκιμίου. Ἡ παρακάτω ἀπάντηση δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Ποιητική, τεῦχος ἕβδομο, Ἀθήνα ( ἄνοιξη-καλοκαίρι) 2011

Τό καλοκαίρι τοῦ 2007 δημοσιεύτηκε, στό περιοδικό Ποίηση, ἕνα δωδεκασέλιδο γραφτό μου μέ τίτλο, «Καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος».[1] Ὁ Νάσος Βαγενᾶς, μετά ἀπό τρία χρόνια, στίς 29 Αὐγούστου τοῦ 2010, μέ ἐπιφυλλίδα του στήν ἐφημερίδα Τό Βῆμα, μέ τίτλο «Θεωρίες συνωμοσίας», χαρακτήρισε τά περιεχόμενα τοῦ γραφτοῦ μου στήν Ποίηση, «ἀσύστατα».

Τί ἔγραφα στό «Καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος»; Στό πρῶτο μέρος του, ἀναφερόμουν στό δημοσίευμα τοῦ Ἀντρέα Καραντώνη, «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους», στό περιοδικό Τά Νέα γράμματα, τό 1935. Ἔλεγα ἐκεῖ ὅτι ὁ ὅρος «καρυωτακισμός», μέ ἀρνητική σημασία, χρησιμοποιήθηκε τότε, πρώτη φορά, ἀπό τόν Καραντώνη. Καί, ἔλεγα ἔπειτα, τί στοιχεῖα εἶχε ὁ Καραντώνης, ὥστε νά καταφερθεῖ ἐναντίον τῶν ποιητῶν πού μαθήτευσαν ἤ μαθήτευαν στόν Καρυωτάκη. Στό δεύτερο μέρος, ἀσκοῦσα ἔλεγχο στά λεγόμενα τοῦ Καραντώνη γιά πέντε, ἀριθμημένους ἀλφαβητικά, λόγους. Στό τρίτο καί τελευταῖο μέρος, ἔλεγα ποιοί ἄλλοι, ἀπό τούς κοντινούς στό περιοδικό Τά Νέα Γράμματα,  χρησιμοποίησαν τόν ὅρο «καρυωτακισμός» με τήν ἀρνητική σημασία, πού τόν χρησιμοποίησε ὁ Καραντώνης.

Ἡ ἀπάντηση στήν ἐπιφυλλίδα τοῦ Βαγενᾶ δέν θά εἶχε νόημα ἄν ἀντιλαμβανόταν ποιά εἶναι τά θεμιτά ὅρια μέσα στά ὁποῖα μπορεῖ νά ἀσκεῖται ἡ ἄμεση καί ἡ ἔμμεση λογοτεχνική κριτική καί ἐπίσης ποιά δεοντολογία ὀφείλει νά διέπει μιά συζήτηση πάνω σ᾿ ἕνα τέτοιο θέμα. Ὅμως δέν φαίνεται νά τό ἀντιλαμβάνεται ἤ δέν θέλει νά τό παραδεχτεῖ. Ἔτσι, τί νά γίνει, θά χάσω τόν καιρό μου, ἀσχολούμενος μέ τήν ἐπιφυλλίδα του. Ἀρχίζω, λοιπόν, ἀπό τό πρῶτο πού εἶναι τό οὐσιωδέστερο.

Ὅσο γνωρίζω ὁ στίβος τῆς λογοτεχνικῆς δραστηριότητας εἶναι ἐλεύθερος. Νόμος γραφτός ἤ ἄγραφος, πού νά κάνει διακρίσεις σ᾿ αὐτή τήν ἐλευθερία, δέν ξέρω νά ὑπάρχει, ἐκτός ἀπό τό δόγμα τοῦ Ἀντρέι Ζντάνοφ κατά τό σοβιετικό παρελθόν. Συνεπῶς, ταλαντοῦχοι καί ἀτάλαντοι μαθητευόμενοι στά μυστικά τῆς λογοτεχνίας, εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθεροι νά ἀσκήσουν χωρίς περιορισμούς τίς ἐκφραστικές τους δυνατότητες. Ὅσο μποροῦν καί ὅπως μποροῦν, χωρίς καμιά διάκριση. Αὐτό καθορίζει, ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη, καί τά θεμιτά ὅρια τῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στίς προσπάθειες τῶν ἀνθρώπων πού καταγίνονται μέ τή λογοτεχνία. Αὐτά ἀκριβῶς τά θεμιτά ὅρια πού δέν τήρησε ὁ Καραντώνης στό δημοσίευμά του τό 1935. Ἀντίθετα μίλησε γιά τούς ποιητές πού, κατά τή γνώμη του, μαθήτευαν στόν Καρυωτάκη, μέ βαρύτατους καί ἀήθεις χαρακτηρισμούς. Μέ ποιό δικαίωμα καί βάσει ποιᾶς ἀρχῆς μεταχειρίστηκε, γιά τούς καρυωτακικούς ποιητές, φράσεις ὑβριστικές, ὅπως: «τίποτα πιό ἄθλιο», «ἠθική μαλάκυνση», «ψυχική ἐξαθλίωση», «κλαψοπούλια τοῦ Καρυωτακισμοῦ», δηλαδή περίπου γκιώνηδες, «ὁ πρῶτος διαβάτης πού θά τούς συναντοῦσε θά τούς ἅρπαζε ἀπό τό γιακά καί θά τούς ὁδηγοῦσε ὁ ἴδιος στό λοιμοκαθαρτήριο», κ.λπ. κ.λπ. Ποιός ἔχει δικαίωμα νά ἁρπάζει «ἀπό τό γιακά» ἕνα μαθητευόμενο ποιητή, σέ ὁποιονδήποτε προγενέστερό του, καί νά τόν ὁδηγεῖ «στό λοιμοκαθαρτήριο»; Τί εἶναι οἱ νέοι ποιητές γιά νά ὁδηγοῦνται στό λοιμοκαθαρτήριο; Λεπροί, χολεριασμένοι, μολυσμένοι ἀπό πανούκλα, ἤ κάτι ἄλλο χειρότερο; Ἀπό ποιά θέση μιλοῦσε ἔτσι ὁ Καραντώνης γιά τούς καρυωτακικούς ποιητές, χωρίς μάλιστα νά τεκμηριώνει τίποτα ἀπό τά λεγόμενά του, ἐνῶ ψευδολογοῦσε; Ὄχι βέβαια ἀπό τή θέση τοῦ κριτικοῦ. Αὐτή τή θέση, μέ τά θεμιτά ὅρια καί τή δεοντολογία πού συνεπαγόταν, τήν εἶχε γράψει στά παλιά του τά παπούτσια. Ὁ ὑβριστικός τρόπος καί τό ἀπροκάλυπτο μένος μέ τό ὁποῖο ἀπευθυνόταν σέ νέους ποιητές, γενικά καί ἀόριστα, τόν τοποθετοῦσαν στή θέση τοῦ χωροφύλακα, τοῦ εἰσαγγελέα καί τοῦ δήμιου. Ἡ βάναυση φρασεολογία του δείχνει πώς, ἄν εἶχε τήν πρακτική δυνατότητα, θά ἔστελνε τούς ποιητές αὐτούς κατευθείαν στήν κρεμάλα. Αὐτό ὅμως πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο βρισκόμαστε ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς ἄμεσης ἤ ἔμμεσης κριτικῆς. Κι ἀλλοίμονο ἄν κάτι τέτοιο καθιερωνόταν ὡς κριτικός κανόνας. Οὐσιαστικά ὁ Καραντώνης ἀρνιόταν τήν ἐλευθερία τοῦ κάθε νέου ποιητῆ νά μαθητεύει ὅπου τόν ὁδηγοῦσε ἡ κράση του καί ἡ παιδεία του. Μπορεῖ ὁ Καραντώνης νά μήν καταλάβαινε ὅτι, καταδικάζοντας τούς καρυωτακικούς ποιητές, ἔκανε χρήση ἑνός γενικότερου δόγματος. Τοῦ δόγματος ὅτι οἱ νέοι ποιητές καί γενικότερα οἱ λογοτέχνες δέν εἶναι ἐλεύθεροι νά μαθητεύουν σέ πρόσωπα καί ἰδέες τῆς προτίμησής τους. Δέν θέλω νά πῶ ὅτι ὁ Καραντώνης υἱοθετοῦσε τότε τίς πρόσφατες θέσεις τοῦ Ζντάνοφ. Κάθε ἄλλο, ὁ δεξιότατος Καραντώνης, αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τά σοβιετικά πράγματα. Στήν πράξη ὅμως βρισκόταν πολύ κοντά στό ἀνελεύθερο πνεῦμα τοῦ Σοβιετικοῦ θεωρητικοῦ. Γιά ὅλα αὐτά καί γιά ὅ,τι ἔγραφα ἀκόμα στό περιοδικό Ποίηση τό 2007, ὁ ὅρος καρυωτακισμός, μέ τήν καραντωνική σημασία, εἶναι ὅρος πού στρέφεται κατά τῆς ἐλεύθερης ἄσκησης τῆς λογοτεχνικῆς ἔκφρασης. Γιά τοῦτο εἶναι ἄστοχο νά χρησιμοποιεῖται ἀκόμα σήμερα, ὅπως ἦταν ἄστοχο ἐπίσης τό γεγονός ὅτι χρησιμοποιήθηκε, ὅποτε χρησιμοποιήθηκε, παλιότερα. Τά θεμιτά ὅρια τῆς κριτικῆς ἐξαντλοῦνται στό χῶρο τῶν διαπιστώσεων (ἀπό πραγματολογική, ἱστορική, γλωσσική, τεχνική, κ.λπ. σκοπιά), καί τῶν κρίσεων (ἀπό αἰσθητική, ἀξιολογική, σκοπιά). Ἔξω ἀπό αὐτά τά ὅρια ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ χάνει τή σημασία της.

Ἔρχομαι τώρα στήν ἐπιφυλλίδα τοῦ φίλου Νάσου Βαγενᾶ στό Βῆμα. Νά σημειώσω ἀρχικά ὅτι ὁ τίτλος της ὄφειλε νά βρίσκεται μέσα σέ εἰσαγωγικά. Γιατί εἶναι τίτλος ξένου βιβλίου πού ἔχει μεταφραστεῖ πρόσφατα στήν Ἑλλάδα. Νά σημειώσω ἀκόμα ὅτι ὁ ὅρος «παρανάγνωση», πού χρησιμοποιεῖται προλογικά ἐναντίον μου («Σήμερα θά σχολιάσω μιά ἀνάλογη παρανάγνωση τοῦ κειμένου τοῦ Καραντώνη….»), εἶναι ἄτοπος. Ἡ σημασία τοῦ ὅρου αὐτοῦ προέκυψε ἀπό τήν ἀντίληψη τῶν μεταδομιστῶν ὅτι δέν ὑπάρχει ὁλική ἀνάγνωση τῶν κειμένων, ἀλλά μόνο παραναγνώσεις τους ἀπό ὅλους, χωρίς καμιά ἐξαίρεση, τούς ἀναγνῶστες. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τήν ὁλική ἀνάγνωση ουδείς τήν κατέχει. Ἔτσι καί οὐδείς κατέχει τό κριτήριο τῆς ὁλικῆς ἀνάγνωσης, πού εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά μπορεῖ κάποιος, ἄς ποῦμε, Β νά ἰσχυριστεῖ πώς ὁ τάδε Α κάνει παρανάγνωση κειμένου. Ἐκτός καί συμβαίνει νά θεωρεῖ ὁ Β  ὅτι κατέχει τό μυστικό τῆς ὀλικῆς ἀνάγνωσης μέ τό ἔτσι θέλω.

Ἔρχομαι στό κείμενο.  Κατά τόν ἐπιφυλλιδογράφο, ὅπως ἔχω ἤδη πεῖ, τά ὅσα ἔγραφα στό περιοδικό Ποίηση τό 2007, ἦταν «ἀσύστατα». Σύμφωνα μέ στοιχειώδη δεοντολογία, θά ἔπρεπε, καθώς πιστεύω, προτοῦ νά χρησιμοποιήσει ὁ ἐπιφυλλιδογράφος τή λέξη «ἀσύστατα», νά ἐνημερώσει τούς ἀναγνῶστες του γιά τό τί ἔλεγα σ᾿ ἐκεῖνο τό δωδεκασέλιδο κείμενο στήν Ποίηση. Νά πεῖ περιληπτικά ἔστω ποιοί ἦταν οἱ πέντε λόγοι πού ἀσκοῦσα ἔλεγχο στό δημοσίευμα τοῦ Καραντώνη στά Νέα Γράμματα. Δέν τό ἔκανε. Ἀλλά τότε ποῦ βάσιζε τή βαριά κουβέντα τοῦ «ἀσύστατα». Παραθέτω τά λόγια του: «Τά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα εἶναι βέβαιος [ὁ Ἀράγης] ὅτι τεκμηριώνει τίς κατηγορίες του εἶναι ἀσύστατα, ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἐσφαλμένα αὐτά καθεαυτά (δέν ἔχω τόν χῶρο νά τό δείξω αὐτό ἐδῶ), ἀλλά καί γιατί ἀπορρέουν ἀπό τό βασικότερο λάθος του (τό ἀναλύω παρακάτω), πού εἶναι ὅτι ὁ Καραντώνης κατασκεύασε τό θέμα τοῦ καρυωτακισμοῦ κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κατσίμπαλη.» «Τά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα εἶναι βέβαιος [ὁ Ἀράγης]…». Γιά τά «στοιχεῖα» αὐτά (γιά τά ὁποῖα ὁ ἀναγνώστης τῆς ἐπιφυλλίδας δέν ἔχει ἰδέα ποιά εἶναι), τσιμουδιά ὁ ἀγαπητός Νάσος. Ἐπανέρχομα, ἔτσι, ἀναγκαστικά στό ἐρώτημα: πῶς τεκμηριώνεται τότε τό «ἀσύστατα»; Ἀπό τό παραπάνω ἀπόσπασμα πού παράθεσα βγάζει κανείς τό συμπέρασμα πώς τό «ἀσύστατα» τεκμηριώνεται μέ δύο τρόπους. Τούς ἀκόλουθους. α) Ὁ πρῶτος ἀφορᾶ τήν  παρενθετική φράση: «δέν ἔχω τόν χῶρο νά τό δείξω αὐτό ἐδῶ.» Τό νά μήν ἔχει κάποιος χῶρο νά ἀναπτύξει τίς ἰδέες καί τά ἐπιχειρήματά του πάνω σέ ὁρισμένο θέμα εἶναι κρίμα κι ἄδικο. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωση νά κάνω ἔκκληση, στά σχετικά μέ τή λογοτεχνία ἔντυπα, νά δώσουν ἐπαρκή «χῶρο» σ᾿ αὐτόν τόν ἀποτραβηγμένο ἄνθρωπο τοῦ περιθωρίου, ὥστε νά «δείξει» τό ὅπερ ἔδει δεῖξαι. Κι ἄν ἡ ἔκκλησή μου δέν εἰσακουστεῖ, τότε θά ἀναλάβω ἐγώ ὁ ἴδιος, πού συνδέομαι μέ τό λογοτεχνικό κατεστημένο καί σουλατσάρω ὅπου θέλω στίς ἐφημερίδες καί στά περιοδικά, νά τοῦ ἐξασφαλίσω ἐπαρκή δημοσιογραφικό «χῶρο». Γιατί, πῶς νά τό κάνουμε, ἡ διεξαγωγή μιᾶς ἐλεύθερης συζήτησης πρέπει νά γίνεται μέ ἴσες προϋποθέσεις. Γι᾿ αὐτό κατά τήν ὑποθήκη του Βολταίρου, ἄν καί διαφωνῶ μέ τή θέση τοῦ φίλου Βαγενᾶ πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα, θά ἀγωνιστῶ μ᾿ ὅλες μου τίς δυνάμεις γιά νά βρεθεῖ «χῶρος» νά διατυπώσει ἐλεύθερα τήν ἐπιχειρηματολογία του ἐναντίον μου. β) Ὁ δεύτερος τρόπος ἀφορᾶ τήν ἑπόμενη φράση τοῦ παραπάνω ἀποσπάσματος: [«τά στοιχεῖα» τοῦ Ἀράγη «εἶναι ἀσύστατα»] «καί γιατί απορρέουν ἀπό τό βασικότερο λάθος του (τό ἀναλύω παρακάτω), πού εἶναι ὅτι ὁ Καραντώνης κατασκεύασε τό θέμα τοῦ καρυωτακισμοῦ κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κατσίμπαλη». Εἶχα, φαίνεται, τήν ψευδαίσθηση ὅτι γράφω καλά νεοελληνικά καί καθαρά. Τώρα ἀπό τήν ἐπιφυλλίδα τοῦ Βαγενᾶ μαθαίνω πώς ὄχι, κάνω λάθος. Νόμιζα δηλαδή ὅτι ἀπό τό κείμενό μου, στήν Ποίηση τό 2007, γινόταν πολύ καθαρά φανερό πώς τό ἕνα καί μοναδικό ζήτημα, πού ἔθετα, ἦταν τό ἀπαράδεκτα παρακριτικό δημοσίευμα τοῦ Καραντώνη στά Νέα Γράμματα. Τώρα μαθαίνω πώς ὄχι, γράψε λάθος, τό κύριο ζήτημα δέν ἦταν αὐτό, ἀλλά τό ἄν ἤ ὄχι τό κείμενο τοῦ Καραντώνη γράφτηκε «κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κατσίμπαλη». Ἄν θέλει ὁ φίλος Νάσος, δέχομαι ὅτι ὁ Καραντώνης δέν συνάντησε ποτέ καί δέν συζήτησε ποτέ μέ τόν Κατσίμπαλη, ὅτι δέν πῆγε ποτέ μαζί του τά βράδια σέ ταβέρνες, οὔτε τά μεσημέρια στοῦ Ἀπότσου, ὅτι δέν ὑπάρχει κανένα σημάδι μέχρι σήμερα πώς ὁ Καραντώνης (τή δεκαετία τοῦ ᾿30 τουλάχιστο) ἦταν ὑποτακτικός τοῦ Κατσίμπαλη. Οὔτε ὅτι ὑπάρχουν ρητές μαρτυρίες, διά στόματος Κατσίμπαλη, ὅτι ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου, Ὁ ποιητής Γῶργος Σεφέρης, πού φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Καραντώνη, κατευθυνόταν ἀπό τόν ἴδιο τόν Κατσίμπαλη. Οὔτε ὅτι τό κείμενο τοῦ Καραντώνη στά Νέα γράμματα ὑποδηλώνει στοιχεῖα κατσιμπαλικοῦ ὕφους. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά. Δέχομαι ἀκόμα ὅτι ὁ Κατσίμπαλης καί ἡ ἄλλη παρέα, ὅταν διάβασαν τό κείμενο τοῦ Καραντώνη διαφώνησαν ἔντονα μαζί του καί τόν κατακεραύνωσαν μέ πύρινα ἄρθρα στόν τύπο. Δέχομαι τέλος ὅτι κανείς ἀπό τήν ἴδια παρέα δέν πῆρε στό στόμα του τή λέξη  καρυωτακισμός μέ τή σημασία πού τῆς ἔδωσε ὁ Καραντώνης. Μάλιστα δέν ἔχω ἀντίρρηση νά ἀποσυνδέσουμε ὁλικά τό δημοσίευμα τοῦ Καραντώνη ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κατσίμπαλη. Νά φύγουν δηλαδή, ἀπό τό κείμενό μου στήν Ποίηση, οἱ 14  σειρές πού ἀφοροῦν «τήν ἀφανή παρουσία τοῦ Κατσίμπαλη» στό «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους».  Ὅμως καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά δέν παύει νά μᾶς μένει ἀκέριο «τό σῶμα τοῦ ἐγκλήματος», πού ἦταν ὁ στόχος τοῦ κειμένου μου. Τοῦ τά χαρίζω ὅλα τοῦ φίλου Νάσου, ὄχι ὅμως καί «τό σῶμα τοῦ ἐγκλήματος». Γιατί περί αὐτοῦ πρόκειται. Ἄς μᾶς πεῖ λοιπόν ὁ ἴδιος ὁ Βαγενᾶς, ἄν καί κατά πόσο εἶναι ἤ δέν εἶναι «ἀσύστατα» τά γραφόμενα ἀπό τόν Καραντώνη στό συγκεκριμένο δημοσίευμά του. Στό σημεῖο τοῦτο εἶμαι ἀναγκασμένος νά κάνω κάτι πού ὄφειλε νά κάνει, καί μάλιστα πληρέστερα, ὁ ἀγαπητός Νάσος. Νά παραθέσω  δηλαδή τήν περίληψη τῶν πέντε λόγων γιά τούς ὁποίους ἀσκοῦσα ἔλεγχο στό κείμενο τοῦ Καραντώνη, ὅπως τήν εἶχα διατυπώσει στό περιοδικό Ποίηση τό 2007. Λοιπόν:

«Τό γεγονός ὅτι: α) Γνωρίσματα ἐπίδοξων ποιητῶν, τά ὁποῖα τό 1931 εἶχαν ἀποδοθεῖ ἀπό τόν Καραντώνη σέ μιμήσεις μεταπαλαμικῶν ποιητῶν, ἀποδόθηκαν τό 1935 σέ καρυωτακικούς ποιητές. β) Ὁ ἰσχυρισμός πώς ἡ μετά τό 1931 τετραετία δέν εἶχε «τίποτα τό κοινό» [βρισκόμαστε στή μαύρη χρονιά τοῦ 1935] μέ τήν ἐποχή τοῦ Καρυωτάκη, ἀποτελεῖ ψευδολογία. γ) Οἱ μαθητευόμενοι ποιητές στόν Καρυωτάκη ἀντιμετωπίστηκαν μέ χολερικό μένος, γιά τό λόγο ὅτι οἱ προσπάθειές τους ἦταν ποιητικά ἀδόκιμες. Κάτι πού, σέ καμιά περίπτωση, δέν στοιχειοθετεῖ ἠθικό ἤ ἄλλης κατηγορίας παράπτωμα, ἐκτός ἀπό τό ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί θά ἔμεναν ἴσως ἔξω ἀπό «τῶν ἰδεῶν τήν πόλι». δ) Καταλογίστηκε ἀνάρμοστη γλωσσική συμπεριφορά στούς καρυωτακικούς ποιητές, συμπεριφορά ἡ ὁποία εἶχε καταλογιστεῖ τό 1931 σέ μή καρυωτακικούς ποιητές. ε) Ὁ κριτικός χρησιμοποίησε στιχουργικά σκουπίδια γιά νά στηρίξει τή θέση του περί κακομεταχείρισης τῆς γλώσσας καί τῆς ποίησης ἀπό τούς καρυωτακικούς ποιητές. Καί ταυτόχρονα ἀπέφυγε οἱαδήποτε ἀναφορά σέ συγκεκριμένους μαθητές τοῦ Καρυωτάκη. Τό γεγονός λοιπόν ὅτι τά στοιχεῖα αὐτά ἀφοροῦν τό κείμενο τοῦ Καραντώνη μᾶς ἐπιτρέπει νά σκεφτοῦμε ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα κείμενο κατευθυνόμενο. Γραμμένο, δηλαδή, ὄχι γιά νά ὑποστηρίξει μιά ἰδέα ἤ νά ἀποκαλύψει ἤ ἔστω νά τονίσει μιά ἀλήθεια, ἀλλά γιά νά δυσφημίσει ὁρισμένη εὔνοια μαθητευόμενων ποιητῶν: τήν εὔνοια πού ἔδειχναν οἱ μαθητευόμενοι ποιητές στό ἔργο τοῦ Καρυωτάκη. Στό ἔργο δηλαδή τοῦ ποιητῆ πού ἦταν δημοφιλέστερος, ἐκεῖνα τά χρόνα, ἀνάμεσα στούς νέους ποιητές.»

Ὁ ἀναγνώστης τοῦ παραπάνω περιληπτικοῦ ἀποσπάσπατος εἶναι εὔκολο, νομίζω, νά καταλάβει ὅτι ἡ ἄποψη τοῦ Βαγενᾶ, ὅτι τά «ἀσύστατα» [ στοιχεῖα τοῦ Ἀράγη] «ἀπορρέουν ἀπό τό βασικότερο λάθος του [τό μαύρισμα δικό μου], πού εἶναι ὅτι ὁ Καραντώνης κατασκεύασε τό θέμα τοῦ καρυωτακισμοῦ κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κατσίμπαλη», βγαίνει κατευθείαν ἀπό τή τσέπη του. Ὡς ἐδῶ, ἐπί τῆς οὐσίας, φαντάζομαι ὅτι τελείωσα μέ «τό βασικότερο λάθος [τοῦ Ἀράγη]», δείχνοντας ὅτι αὐτό, «τό βασικότερο λάθος», δέν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπό μιά παραπλανητική σοφιστεία τοῦ ἐπιφυλλιδογράφου γιά νά ἀποφύγει τή συζήτηση ἐπί τῆς οὐσίας πάνω στά γραφόμενα τοῦ Καραντώνη. Σοφιστεία μέ τήν ἔννοια ὅτι, ἄν συνδεθεῖ τό δημοσίευμα τοῦ Καραντώνη μέ τόν Κατσίμπαλη, κι αὐτό θεωρηθεῖ «βασικότερο λάθος» τοῦ Ἀράγη, τότε συμβαίνει ἕνα θαῦμα: τό  περιεχόμενό τοῦ καραντώνειου δημοσιεύματος παθαίνει ἐξαέρωση κι ἐξαφανίζεται στό ὑπερπέραν. Ἄρα κάθε συζήτηση γι᾿ αὐτό εἶναι συζήτηση χωρίς ἀντικείμενο. Μ᾿ αὐτόν τό τρόπο οἱ 14 σειρές τοῦ κειμένου μου, πού ἀφοροῦν τήν ἀφανή παρουσία τοῦ Κατσίμπαλη στό γραφτό τοῦ Καραντώνη, ἐξισώνονται μέ ὁλόκληρο τό 12σέλιδο κείμενό μου! Θαυμάσια! Ἄν εἶχα τή δυνατότητα, θά ἔδινα βραβεῖο συλλογιστικῆς «συνέπειας» στό φίλο Νάσο. Ἥ, ἀλλιῶς, βραβεῖο ἔξοχου στρεψόδικου ἑλιγμοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνουμε γιατί δέν γίνεται καμιά μνεία, στήν ἐπιφυλλίδα, γιά τό περιεχόμενο τοῦ καραντώνειου δημοσιεύματος, ἐνῶ σέ δεδομένα αὐτοῦ τοῦ δημοσιέυματος θά περίμενε κανείς νά στηριχεῖ ἡ κατηγορία ὅτι μίλησα γι᾿ αὐτό «ἀσύστατα».

Νά πῶ ὅμως καί δυό λόγια γιά τό παρενθετικό «τό ἀναλύω παρακάτω». Ψάχνω τήν ἀνάλυση στό παρακάτω μέρος τῆς ἐπιφυλλίδας καί ἀνάλυση δέν βρίσκω. Ξέρω πάνω κάτω τί σημαίνει ἡ λέξη ἀνάλυση, ἀλλά αὐτά πού βρίσκω στή συνέχει τῆς ἐπιφυλλίδας δέν ἔχουν σχέση μέ τή λέξη ἀνάλυση. Τέλος πάντων, ἄς δοῦμε τί γράφει. «Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Ἀράγης γράφει τά παραπάνω [πρόκειται γιά μερικές μοδιστρικές, κόψε-ράβε, φρασοῦλες πού ἀναφέρονται στό «κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Κατσίμπαλη»] γιατί ἔχει ἐλλιπή γνώση τόσο τῆς ἱστορίας τοῦ καρυωτακισμοῦ ὅσο καί τοῦ κριτικοῦ ἔργου τοῦ Καραντώνη. Διότι θά γνώριζε ὅτι δέν εἶναι Καραντώνης ὁ πρῶτος πού θέτει τό θέμα [ἐγώ δέν μίλησα γιά «θέμα», ἀλλά γιά ὅρο. Ἄς εἶναι.] τοῦ καρυωτακισμοῦ  ἀλλά ὁ Ν. Κάλας (ὁ ὁποῖος ἤδη τόν Φεβρουάριο τοῦ 1929 [τό μαύρισμα δικό μου] καυτηρίαζε τά ’’σημάδια τῆς παρακμῆς’’ στούς ’’πνευματικούς συγγενεῖς τοῦ Καρυωτάκη’’, χαρακτηρίζοντάς τους  ‘‘λιποτάκτες τῆς ζωῆς» πού ‘‘μυρίζουν μούχλα»)· θά γνώριζε ὅτι ὁ Καραντώνης…» Ἀλλά ἐδῶ σταματάω τήν ἀντιγραφή. Ὄχι γιατί στό θέμα αὐτό, σύμφωνα μέ ὅσα ἔγραψα προηγουμένως, ἔχει δοθεῖ ἀπάντηση, ἀλλά καί γιατί ἀκολουθοῦν βιβλιογραφικές παραπομπές ἐξίσου ἀπαράδεκτες μέ τήν παραπάνω. Τί συμβαίνει; Δέν ξέρει ὁ φίλος Βαγενᾶς νά παραπέμπει συγκεκριμένα καί μέ ἀκρίβεια: ποιός δημοσίεψε, σέ ποιό ἔντυπο (ἄν εἶναι ἐφημερίδα: ὄνομα συγγραφέα, τίτλος κειμένου, ὄνομα ἐφημερίδας, τόπος ἔκδοσης, χρονολογία, σελίδα· ἄν εἶναι περιοδικό: ὄνομα συγγραφέα, τίτλος κειμένου, ὄνομα περιοδικοῦ, τεῦχος περιοδικοῦ, τόπος ἔκδοσης, χρονολογία, σελίδα) καί τί λέει ἀκριβῶς ἐκεῖ. Ἄν πράγματι δέν ξέρει νά παραπέμπει, ἄς ρωτήσει ἕνα φιλόλογο νά τοῦ τό πεῖ. Κι ἄν δέν βρεθεῖ κανένας φιλόλογος, ἔ, τότε, τί νά γίνει, θά ὑποχρεωθῶ νά τοῦ τό πῶ ἐγώ, πού δέν εἶμαι φιλόλογος, ἀλλά σπούδασα μιά ἐπιστήμη πού εἶναι ἄτεγκτη σέ θέματα βιβλιογραφίας. Ἄς μάθει λοιπόν νά παραπέμπει συγκεκριμένα καί μέ ἀκρίβεια καί τότε τά λέμε γιά τό ποιός ἔχει καί ποιός δέν «ἔχει ἐλλιπή γνώση».

Στό τέλος τῆς ἐπιφυλλίδας διαβάζουμε τοῦτα τά ἀποφθεγματικά λόγια: «Ἡ κριτική ἡλικία τοῦ Καραντώνη τό 1935 ἦταν πολύ ὡριμότερη ἀπό ἐκείνη τοῦ Κατσίμπαλη.» Ἑδὼ, ἄν δέν γελᾶμε, ἀναρωτιόμαστε, ἄν τά λόγια αὐτά εἶναι λόγια κάποιου καρδιογνώστη, ἤ ἄν ἔχουν κανένα ἴχνος κύρους ἔτσι ἔκθετα, χωρίς καμιά τεκμηριωτική ὑπεράσπιση. Κι ὅμως εἶναι ἁπλό: φαντασιώνεσαι ὅτι φορᾶς τό σκοῦφο τοῦ Πάπα καί ἀποκτᾶς τό ἐλεύθερο νά χρησμοδοτεῖς κατά βούληση. Συνηθίζεται. Ξέρω ἄλλους πού φοροῦν τό σκοῦφο τοῦ Μέγα Ἀλέξανδρου καί κατατροπώνουν τούς Πέρσες. Ὁ παπισμός καί ὁ μεγαλεξανδρισμός εἶναι ἀθλήματα μέ λαμπρές ἐπιδόσεις στόν τόπο μας. Ἔτσι τουλάχιστο μπορεῖ νά καταλάβει κανείς καί τήν προέλευση τῆς φράσης: «Τά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα εἶναι βέβαιος [ὁ Ἀράγης] ὅτι τεκμηριώνει τίς κατηγορίες του εἶναι ἀσύστατα». Ὅσο γιά τήν ὡριμότητα τοῦ Καραντώνη τό 1935, ἄς δοῦμε πῶς τήν ἐκτιμάει ἕνας ἔγκυρος μελετητής τῆς λογοτεχνίας μας, πού δέν ὑπῆρξε θερμός ὑποστηρικτής τοῦ καρυωτακικοῦ ἔργου:

«Τό ἄρθρο τοῦ Καραντώνη ἦταν ὀργισμένο καί σαφῶς: προϊόν πάθους. Εὔκολες ὑπερβολές; Μάλλον![2]  Εἶναι βέβαια, τότε, νέος 25 ἐτῶν (πού θά ἔλεγε ὁ Καβάφης).

»Ἔστω ὅμως! Ἡ ἐπίθεση κατά τῶν καρυωτακικῶν ποιητῶν, καί σέ δεύτερο πλάνο κατά τοῦ ἴδιου του Καρυωτάκη, μειώνοντας τή σημασία του, ἀρχίζει ἀπό ἕναν νέο ‘‘φανατικό γιά γράμματα’’, λίγο βιαστικό στίς κρίσεις του καί ἀκαταστάλακτο. Ἄν κρίνουμε ἀπό τά ποιήματα πού δημοσιεύει στά περιοδικά ἐκεῖνα τά χρόνια, εἶναι δέσμιος τῆς πιό τυπικῆς παραδοσιακῆς ἀντίληψης.[3]»[4]

Καί κάτι ἀκόμα ἐνδεικτικό τοῦ πῶς ἀντλαμβάνεται ὁ Βαγενᾶς τήν ὑπεράσπιση τοῦ καραντωνικοῦ δημοσιεύματος στά Νέα Γράμματα τό 1935. Παραθέτω.

Βαγενᾶς: «…μάλιστα ἀναρωτιέται κανείς γιά ποιό λόγο χρακτηρίζεται ἀντικαρυωτακικό, ἀφοῦ ἐκεῖνο πού ἐπικρίνεται σέ αὐτό δέν εἶναι ὁ Καρυωτάκης ἀλλά ὁ ἄγονος καρυωτακισμός τῶν μιμητῶν του.»[5]

Καραντώνης: «… οἱ νέοι πού τόν ἀκουθουθήσανε, ἀντί νά μελετήσουνε τή δραματική αὐτή περίπτωση [τοῦ Καρυωτάκη], μοναδική στήν ἱστορία τῶν γραμμάτων μας, νομίσανε πώς ἡ ἀτομική του μιζέρια [τό μαύρισμα δικό μου] ἦτανε οὐράνιο δῶρο καί γνώρισμα μεγαλοφυΐας…»[6] Τά σχόλια περιττεύουν.

Ὑπάρχει κάποιος λόγος, ἀλλά δέν εἶναι τῆς ὥρας, γιά τόν ὁποῖο ὁ ἀγαπητός Νάσος ἔχει πάρει, ἐδῶ καί πολλά χρόνια, τό δρόμο τοῦ λαύρου καραντωνιστή. Τόν ἐνοχλεῖ κάθε κουβέντα πού δέν συμμερίζεται τήν ἄποψη τοῦ Καραντώνη γιά τόν καρυωτακισμό, τόν Καρυωτάκη καί τήν ἀποδέσμευση τοῦ Σεφέρη ἀπό τόν Καρυωτάκη. Λές καί ἡ μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη μειώνει τήν  ἀξία τοῦ σεφερικοῦ ἔργου. Παρ᾿ ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ μέχρι πρόσφατα πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα,[7] ἐκεῖνος ἔχει ἀποδυθεῖ σ᾿ ἕνα μάταιο ἀγώνα νά γυρίσει τό ποτάμι πίσω, μολονότι δέν μπορεῖ νά μή ξέρει πώς τά ποτάμια δέν γυρίζουν πίσω κι ὅτι ἁπλῶς παρασέρνουν ὅποιον ἀντιστέκεται στή ροή τους. Καί ἤδη ὁ ἴδιος βρίσκεται παρασυρμένος σ᾿ ἕνα τέλμα συλλογιστικῶν ἑλιγμῶν νά δικαιολογήσει τά ἀδικαιολόγητα. Μ᾿ ἕνα πεῖσμα πού ἀδικεῖ τίς δυνατότητές του, γιατί κατά τά ἄλλα ὁ ἀγαπητός Νάσος ἔχει θετικές πλευρές, γιά τίς ὁποῖες πάντα τόν ἐκτιμῶ.


[1]. Γιῶργος Ἀράγης, «Καρυωτακισμός: ἕνας δυσφημισμένος ὅρος», περιοδικό Ποίηση, τεῦχος 29, ἄνοιξη-καλοκαίρι 2007, σσ. 46-58.

[2]. Σημείωση τοῦ συγγραφέα τοῦ ἀποσπάσματος: «Βρίθει λέξεων καί φράσεων ρητορικῶν, πλατειαστικά διατυπωμένων. Λόγου χάριν: ’’Ζώντας μέσα σέ μιάν ἀτμόσφαιρα χαλαρωμένη πνευματικά’’,  ‘‘ἐκβιάζουνε τήν ψυχή τους καί τή φαντασία τους [ὥστε] νά πάρει τό νεκρώσιμο σχῆμα τῆς φοβερῆς αὐτῆς μάσκας’’ (σ. 482). »

[3]. Σημείωση, δεύτερη, τοῦ συγγραφέα τοῦ ἀποσπάσματος: «Ἐνδεικτικό νεανικῆς ἀποκλειστικότητας ἀλλά καί ἀκαστάλακτου κριτηρίου. Πρός ἔνδειξιν, χρήσιμο εἶναι νά δοῦμε τί ποιήματα δημοσίευε στά περ. Ὁ Νουμᾶς (τχ. 178 –Γενάρης 1931, σ. 10) καί Νέα Ζωή (15.9.1933, τχ. 8, σ. 148:» Παραλείπω τά ποιητικά ἀποσπάσματα πού ἀκολουθοῦν.

[4]. Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, «Καρυωτάκισμός: ἕνα φαινόμενο μέσα καί ἔξω ἀπό τή λογοτεχνία», Ἐπιστημονικό Συμπόσιο, Καρυωτάκης καί καρυωτακισμός, Ἑταιρεία Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί Γενικῆς Παιδείας, Ἀθήνα 1998, σ. 146.

[5]. Νάσος Βαγενᾶς, Ἡ παραμόρφωση τοῦ Καρυωτάκη, Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2005, σ. 46.

[6]. Ἀντρέας Καραντώνης, «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Καρυωτάκη στούς νέους», περιοδικό Τά Νέα Γράμματα, τεῦχος 9, Σεπτέβρης [sic] 1935, σ. 481.

[7]. Σχετικά μέ τή μαθητεία τοῦ Σεφέρη στόν Καρυωτάκη, διαφωτιστική εἶναι ἡ πολυσέλιδη μελέτη τῆς Μάρθας Θωμαΐδου-Μώρου, «Σεφέρης-Καρυωτάκης. Μιά συνομιλία», στόν τόμο Ὅσο κρατάει μιά ἀνάγνωσηΜιά ἔκδοση ἀφιερωμένη στή μνήμη τῆς Ἀντωνία Κατσιαντώνη-Πίστα, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 390-441.

Advertisements
This entry was posted in Συζήτηση. Bookmark the permalink.