Διαβάζοντας συλλογές ἐπίδοξων ποιητῶν

Ὅταν ξεκινάει κανείς νά μιλήσει γιά ποιητές καί ποίηση, καλό εἶναι νά θυμίζει μερικά βασικά αὐτονόητα. Ὅτι δηλαδή αὐτός πού μιλάει, ὅπως καί κάθε ἄλλος, δέν ἔχει τό ἀλάθητο, ἁπλῶς λέει τή γνώμη του -μιά γνώμη πού κρίνεται ἄλλωστε ἀπό τό ἀναγνωστικό κοινό. Ἔπειτα ὅτι οἱ ποιητές εἶναι ἐρευνητές στό εἶδος τους, ἔτσι πού οὐδείς γνωρίζει καλύτερα ἀπό τούς ἴδιους τό ἐρευνητικό πεδίο στό ὁποῖο ἐργάζονται κάθε φορά. Κι ἀκόμα ὅτι μαθαίνουμε πάντα ὑστερόχρονα τίς πραγματώσεις τους, ἀπό ὅ,τι ἔχουν δημοσιέψει καί ὄχι ἀπό τίς ἔκτοτε ἐρευνητικές τους προσπάθειες πού τ᾿ ἀποτελέσματά τους μένουν ἀκόμα ἀδημοσίευτα. Συνεπῶς δέν γνωρίζουμε ποῦ βρίσκονται ποιητικά ὅταν ἀναφερόμαστε στά δημοσιευμένα κείμενά τους.

Ἔρχομαι τώρα στό θέμα μου. Ἀπό τίς ἑκατοντάδες ποιητικές συλλογές νέων ἤ νεότατων ποιητῶν, πού ἔχω λάβει τήν τελευταία δεκαετία,[1]  μποροῦν νά βγοῦν ὁρισμένα γενικά ἐξαγόμενα.

Ἕνα πρῶτο εἶναι ὅτι οἱ νέοι ποιητές στέλνουν τά βιβλία τους θέλοντας ν᾿ ἀκούσουν κάποιον νά μιλήσει, κι ἄν εἶναι δυνατόν δημόσια, γιά τά γραφτά τους. Κάποτε τό λένε εὐθέως, ἀλλά συνήθως τό ὑποδηλώνουν μέ τά στοιχεῖα πού συνοδεύουν τίς ἀφιερώσεις τους -διευθύνσεις, τηλέφωνα, ἠ-μέιλ. Ἀλλά καί χωρίς αὐτά τά στοιχεῖα, ἀπό μόνο τό γεγονός ὅτι ταχυδρομοῦν τά βιβλία τους τήν ἴδια προσδοκία ὑποδηλώνουν. Εἶναι φανερό πώς αἰσθάνονται στό περιθώριο καί κάνουν σήματα πρός τούς ἀνθρώπους πού εἶναι κάπως γνωστοί νά τούς προσέξουν. Αὐτό δείχνει, πιστεύω, καί ἡ ἐπιμονή τους νά στέλνουν τίς συλλογές τους κι ὅταν δέν παίρνουν καμιά ἀπάντηση. Προσωπικά σπάνια ἀπαντῶ μ᾿ ἕνα σύντομο γράμμα, ἀλλά ποτέ δέν παραλείπω νά ξεφυλλίζω καί νά κοιτάζω τά γραφόμενα. Μέ τήν εὐκαιρία θέλω νά εὐχαριστήσω τούς νέους ποιητές γιά τά βιβλία πού στέλνουν.

Ἕνα ἄλλο ἐξαγόμενο ἀφορᾶ τή γλώσσα τῶν κειμένων. Στόν τομέα τῆς γλώσσας παρατηρεῖται ἀρκετή διαφοροποίηση. Ἕνα μεγάλο ποσοστό ἔχει πολύ καλή γλωσσική κατάρτιση καί γράφει στρωτά, μέ ἀρκετή ἄνεση, ἀποφεύγοντας τίς δημόσιες κοινοτοπίες καί τά ἠχηρά τοῦ συρμοῦ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἕνα ἐπίσης μεγάλο ποσοστό βασίζεται στήν ἀγοραία ρητορική τοῦ δημόσιου λόγου, μέ φανερή κάποτε τήν ἐπίδραση τῆς ἄκαμπτης τηλεοπτικῆς γλώσσας. Ἐδῶ βλέπει κανείς καί μιά κάποια ἀπόκλιση πρός τή λογιοσύνη, μέ ἀνάλογη λεκτική σύνθεση τῶν κειμένων.

Στόν τομέα τοῦ θεματικοῦ προσανατολισμοῦ παρατηροῦνται ἐπίσης ποικίλες τάσεις. Προηγοῦνται μέ μεγάλη διαφορά τά ἐρωτικά θέματα, εἴτε ὡς αἴτημα, εἴτε ὡς ἐρωτική μοναξιά, εἴτε ὡς νοσταλγία περασμένων στιγμῶν, εἴτε ὡς παράπονο καί διαμαρτυρία πού φτάνει κάποτε ὥς τήν ὀργή. Μετά τά ἐρωτικά ἔρχονται τά ἰδεολογικά-ἀνθρωπιστικά, μέ ἀνάλογη πρός τό δημόσιο λόγο ρητορική ἀπόκλιση καί κριτικό πνεῦμα. Ἔντονη εἶναι ἰδίως ἡ τάση νά στηλιτευτοῦν τά κακά τοῦ σύγχρονου κόσμου. Σέ μερικές συλλογές μπορεῖς νά ἀνιχνεύσεις στοιχεῖα πού συναντοῦμε σέ δημοσιογραφικές ἐπιφυλλίδες ἤ ἄρθρα. Ἀκολουθοῦν σέ μικρότερο ποσοστό τά φιλοσοφικά θέματα -ἑλεύθερες σκέψεις καί ἐρωτήματα πάνω στή φύση τῶν πραγμάτων, τῆς ἀλήθειας, τῶν ἀξιῶν, κλπ. Ἔχουμε τέλος τά ὑπαρξιακά θέματα, ἀνησυχία γιά τό ἐγώ πού φτάνει ὥς τά σύνορα κάποτε τῆς ἀγωνίας: τί θέλω, τί μ᾿ ἐνδιαφέρει, τί κάνω…

Στόν τομέα τῆς τεχνοτροπίας κυριαρχεῖ ὁ ἐλεύθερος στίχος. Θά ἔλεγα ὁλοκληρωτικά, ἄν δέν ὑπῆρχαν ἀρκετές περιπτώσεις πεζόμορφης γραφῆς καί ἐπίσης λίγοι ποιητές, μετρημένοι στά δάχτυλα, πού θητεύουν στόν ἔμμετρο ἤ καλύτερα στόν ἐλευθερωμένο στίχο.

Ὅ,τι ὅμως ἀξίζει νά προσέξουμε περισσότερο εἶναι αὐτά πού συμβαίνουν στόν ἐκφραστικό τομέα. Στόν τομέα τῆς ἔκφρασης, στήν πλειονότητα τῶν γραφτῶν, ἔχουμε μεγάλη κατάχρηση ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί ἀκραίων μεταφορῶν. Γιά νά φανεῖ καλύτερα τί ἐννοῶ θά παραθέσω ἐνδεικτικά τρεῖς φραστικές ἑνότητες.

α) «Ἔσχατοι ἀναχωροῦν
ἀπό τίς παραβιασμένες λέξεις τῶν προορισμῶν τους.»

β) «Ἀκούραστη ἀναδίφηση τοῦ πεπρωμένου
Ἡ καταβύθιση τῆς σκέψης
ἀνακαλύπτει μιά νέα ἰκμάδα
στίς πετρωμένες ἐπιφάνειες τοῦ λόγου»

γ) «Ἕνας ἄφθαρτος μεταπράτης
ἀγόρασε στόφα ἀνοχῆς-
-Αὐτή εἶναι ἡ κυρίως κόψη, Ἀναστάσιε; Ρώτησε τό ἀντίγραφο
ἐξαντλώντας τήν προμήθεια τοῦ Πάθους»

Θά ἤθελα νά πῶ σχετικά πώς οἱ ἀφηρημένες λέξεις διαθέτουν κατεξοχήν διανοητική φόρτιση καί ἐλάχιστη ἤ καθόλου ἐμπειρική-συγκινησιακή. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀπευθύνονται κατά κύριο λόγο στή νόηση καί ὄχι στήν αἰσθαντικότητα τοῦ ἀναγνώστη. Ὁ ἀναγνώστης δυσκολεύεται νά παρακολουθήσει ἕνα λόγο πού δέν βάζει σέ κίνηση τήν ἐμπειρική περιουσία του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος οἱ ἀκραῖες μεταφορές, παρομοιώσεις κ.λπ., παρουσιάζουν ἔντονη φυγόκεντρη τάση, τείνοντας νά αὐτονομηθοῦν  ἀπό τό φραστικό πλέγμα τοῦ λόγου. Μέ συνέπεια ὁ ἀναγνώστης νά δυσκολεύεται νά ἀναγνωρίσει τή συμφραστική σχέση τῶν λέξεων μεταξύ τους. Ὅταν ὁ ποιητής χρησιμοποιεῖ συχνά ἀφηρημένες ἔννοιες καί ἀκραῖες μεταφορές καθιστᾶ δυσχερή τόν εἱρμό τοῦ λόγου κι ἀπ᾿ αὐτή τήν ἄποψη εἶναι σάν νά γυρίζει τήν πλάτη στόν ἀναγνώστη. Στή φράση π.χ., «Ἕνας ἄφθαρτος μεταπράτης/ἀγόρασε στόφα ἀνοχῆς», δέν φαίνεται νά ὑπάρχει ὑπολογίσημη ἀλληλεγγύη ἀνάμεσα στίς λέξεις τοῦ κάθε στίχου καί ἀνάμεσα στίς ἑνότητες τῶν δύο στίχων. Τό ἐπίθετο π.χ. «ἄφθαρτος», ὡς προσδιοριστικό τοῦ οὐσιαστικοῦ «μεταπράτης», παρουσιάζει ἐξαιρετική συμφραστική ἀντίσταση. Πού θά πεῖ ὅτι οἱ δύο λέξεις δέν συνεργάζονται πρός ἕνα ἑνιαῖο περιεχόμενο. Οὔτε, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἀνταποκρίνονται, στοιχειωδῶς ἔστω, στήν αἰσθαντικότητα τοῦ ὑποκειμένου. Τελικά, ἐφόσον αὐτές οἱ λέξεις δέν συμφράζονται, δέν δένονται μεταξύ τους, ἀποκλείοντας τήν ἀναγνωστική ἐπικοινωνία. Νά σημειωθεῖ ἀκόμα πώς οἱ ἀκραῖες μεταφορές στήν πλειονότητά τους δέν παρουσιάζονται ὡς αὐθόρμητες ἐκφορές, ὅπως θά περίμενε κανείς σ᾿ ἕνα ποιητικό κείμενο, ἀλλά ὡς λογικές ἐπινοήσεις. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελοῦν κατασκευές ἀπό πρόθεση, οἱ ὁποῖες θέλουν νά δίνουν τήν ἐντύπωση ἑνός ἀκραῖα «πρωτότυπου» περιεχομένου. Ἐνέργεια μᾶλλον ἀντιποιητική, ἄσχετη πρός τήν περιβόητη «σκοτεινότητα» τῆς μοντερνιστικῆς ἔκφρασης πού εἶναι προϊόν διαφορετικοῦ προσανατολισμοῦ ἀπέναντι στό ποιητικό ἀντικείμενο. Γιατί ἐδῶ ὁ λόγος μαρτυράει τή ἠθελημένη κατασκευή καί τό κείμενο δέν πείθει γιά τή γνησιότητά του. Ἔτσι ὁ, κατά Μπωντλαίρ, «ὑποκριτής -ὅμοιος -ἀδελφός» τοῦ ποιητῆ, δηλαδή ὁ ἀναγνώστης, παίρνει εἴδηση περί τίνος πρόκειται καί δέν ἀνταποκρίνεται θετικά στά γραφόμενα. Θά ἔλεγα τελικά πώς ἡ κατάχρηση ἀφηρημένων λέξεων καί τραβηγμένων ὥς τήν ἀκαταληψία μεταφορῶν ἀποτελοῦν στοιχεῖα πού δυσκολεύουν, ἄν δέν κλείνουν, τό δρόμο πρός τήν ποίηση. Θά μιλοῦσε ἴσως κανείς γιά παρεξηγημένο ὑπερρεαλισμό. Μιά τέτοια τάση ὑπάρχει, ἀλλά ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀφηρημένη χρήση τοῦ λόγου. Ὁ παρεξηγημένος ὑπερρεαλισμός καταφεύγει συνήθως σέ ὀνειρικές κατασκευές, σέ μιά τεχνητά ὀνειρική καί παράλογη τάξη πραγμάτων. Τό βλέπουμε αὐτό καί σέ ἡλικιωμένους ποιητές, πού ἔχουν ἐξαντλήσει τά ἀποθέματά τους καί αὐτοεπαναλαμβάνονται. Οὔτε ὅμως στήν περίπτωση αὐτή ἔχουμε πειστικό ἐκφραστικό ἀποτέλεσμα. Πάντως  δέν ὑπάρχουν μόνο οἱ παραπάνω τάσεις στούς νέους ποιητές. Ἔχουμε μιά ὑπολογίσημη μερίδα πού χειρίζεται ἐμπειρικά τό λόγο καί βρίσκει τόν τρόπο νά ἀπευθύνεται στήν ἐμπειρική ἐνδοχώρα καί τό θυμικό τοῦ ἀναγνώστη, εἴτε περιγραφικά εἴτε ὑποβλητικά εἴτε ἀλλιῶς.

Ἕνα ἄλλο καίριο ζήτημα ἔχει νά κάνει μέ τό ἐγώ τῶν ποιητῶν. Ὅλοι ἔχουμε ἕνα ἐγώ. Κοιτάζοντας τά γενικά ἐξαγόμενα ἀπό τήν ἐπισκόπηση τῶν ποιητικῶν συλλογῶν τῆς δεκαετίας πού προανάφερα, παρατηρῶ ὅτι συχνά τό ἐγώ δέν ἀποτελεῖ τὀ ἐρευνητικό ἀντικείμενο τῶν νέων ποιητῶν. Στά ἐρωτικά καί στά ἰδεολογικά κείμενα π.χ. ὁ πρασανατολισμός τοῦ ὑποκειμένου εἶναι συχνά φυγόκεντρος, δηλαδή ἐξωστρεφής. Ἡ φορά τοῦ λόγου εἶναι ἀπό τό ἐγώ πρός τό ἐσύ ἤ στό ἐσεῖς. Φυσικά ἔχουμε πολλούς ποιητές πού εἶναι προσανατολισμένοι πρός τό ἐγώ τους. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι πῶς; Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά πῶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι καί φυσικά οἱ ποιητές δέν ἔχουν τίποτε πιό πρωτότυπο, πιό βαθύ καί πιό ποιοτικά μοναδικό ἀπό τόν ἑαυτό τους. Ὅλες οἱ ἀξίες πού ἔχει κατακτήσει ἡ ἀνθρωπότητα ἐδῶ καί χιλιετίες ἔχουν πηγάσει ἀπό τή μήτρα τοῦ βαθιοῦ ἐγώ. Θά πρέπει ὅμως νά γίνει ὁρισμένη σχηματική διάκριση ἀνάμεσα σέ δυό ἐπίπεδα τοῦ ἐγώ, σ᾿ ἕνα πρῶτο ὑπερκείμενο καί σ᾿ ἕνα δεύτερο ὑποκείμενο. Τό πρῶτο χαρακτηρίζεται ἀπό τάση φιλαυτίας καί αὐτοϋπεράσπισης. Αὐτός πού γράφει τό ποίημα κατέχεται ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ἔχει τό δίκαιο μέ τό μέρος του καί τό ὑπερασπίζεται. Στήν πραγματικότητα ὑπερασπίζεται τό ἐγώ του, ὅσο κι ἄν βασίζεται σέ εὐλογοφανή ἀντικειμενικά στοιχεῖα ἤ ἐκφράζεται μέ πλάγιους τρόπους. Στήν περίπτωση αὐτή, κάτι συχνό στούς ποιητές γιά τούς ὁποίους μιλάω, ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα ἐγώ λίγο πολύ ἰδιοτελές. Τό δεύτερο ἐπίπεδο τοῦ ἐγώ εἶναι ἐκεῖνο πού σχετίζεται μέ τά βαθιά νερά τῆς ὕπαρξης ἤ μέ «τίς ρίζες τῆς ὑπάρξεως» γιά νά θυμηθῶ τόν Τέλλο Ἄγρα. Τό ζήτημα βέβαια εἶναι ὅτι ἡ κατάδυση στά βαθιά νερά τῆς ὕπαρξης δέν εἶναι καθόλου εὔκολη. Θεωρητικά εἶναι εὔκολο νά πεῖ κανείς πώς, γιά τήν κατάδυση αὐτή, χρειάζεται νά ἀπελευθερωθεῖς ἀπό τίς ἐξωγενεῖς ἰδέες σου καί παραπέρα ἀπό τό ἀκόμα δυσκολότερο: νά παρακάμψεις τόν ἔμφυτο δικηγόρο σου. Αὐτόν τόν συνήγορο τοῦ ἑαυτοῦ μας πού ὅλοι ἔχουμε μέσα μας καί πού ἑδρεύει στό ἀσυνείδητο καί γ᾿ αὐτό εἶναι δυσκολότατο νά τόν ἐλέγξει κανείς. Τό βαθύ ἐγώ πάντως δέν φαίνεται νά εἶναι κάτι εὐκρινές, πού καταδύεται κάποιος στή σφαίρα του καί τό συλλαμβάνει σάν καθαρό θέαμα. Ἀμφιβάλλω ἄν ὑπῆρξε κι ἕνας ἄνθρωπος ποτέ ὁ ὁποῖος νά γνώρισε ἀπόλυτα τόν ἑαυτό του. Σημασία ἔχει ὡστόσο ἡ φορά τῆς κατάδυσης πρός τό βάθος ἐκείνο ὅπου βασιλεύει ὁ ἀνιδιοτελής ἐγωτισμός, ἀπό τόν ὁποῖο πηγάζει, γιά νά θυμηθῶ τόν Ἐλύτη, ἡ «ἀφιλόκερδη φωνή τῆς ψυχῆς τοῦ ποιητῆ»[2]. Σημασία, λοιπόν, ἔχει ὁ προσανατολισμός πρός τό βαθύ ἐγώ, αὐτό εἶναι τό πρῶτο ζητούμενο, τά ἄλλα ἀφήνονται στήν ὅποια δυνατότητα τοῦ καθενός. Ἔτσι, γιά νά ἔρθω τώρα στό θέμα μου, θά εἶχα νά πῶ ὅτι ἕνας τέτοιος προσανατολισμός μόλις ἀνιχνεύεται σέ λίγες ποιητικές συλλογές ἀπό αὐτές πού διάβασα τά τελευταῖα δέκα χρόνια.

Κλείνοντας αὐτό τό κειμενάκι, θά ἤθελα πῶ, ἄν δέν ἔγινε ἤδη σφές, ὄτι τά παραπάνω σχόλια ἔχουν προκύψει ἀπό τό σύνολο τῶν ποιητικῶν συλλογῶν πού διάβασα. Μέσα σ᾿ αὐτό τό σύνολο ξεχωρίζουν ὁρισμένες θετικότερες προσπάθειες. Ἔτσι συνέβαινε πάντα, μέσα ἀπό τή συνολική προσπάθεια ἔβγαινε τό ποιητικό κέρδος. Ὅλοι ὅμως ὅσοι μετέχουν σ᾿ αὐτή τήν προσπάθεια εἶναι ἐργάτες τῆς ποίησης καί τούς ἀξίζει κάθε ἔπαινος.

Γιῶργος Ἀράγης


[1]. Λέω τήν τελευταία δεκαετία γιά νά ἔχουμε ἕνα σχετικά πρόσφατο καί ταυτόχρονα ἐπαρκές, χρονικό διάστημα.

[2]. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ λυρική τόλμη τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου», Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἀστερίας, Ἀθήνα 1974, σ. 96.

_______________

Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό «Δίοδος», τεῦχος 4, Δράμα, Σεπτέμβρης 2012.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.