Χρονικό (Ἡ πορεία μου πρός τήν κριτική καί τό δοκίμιο)

 Ι

Ἡ σχέση μου μέ τή λογοτεχνία ἄρχισε ἀπό τά νηπιακά μου χρόνια. Κάποια χειμωνιάτικα βράδια, πού ἡ οἰκογένεια μαζευόταν γύρω ἀπό τό ἀναμμένο τζάκι τοῦ χωριάτικου σπιτιοῦ μας, γινόταν ὁρισμένη χωροθετική διάταξη. Ἀπό τή μιά πλευρά τοῦ λαμπαδιασμένου τζακιοῦ, ὅπου καί ἡ λάμπα πετρελαίου μέ γυαλί, ἔπαιρναν θέση οἱ γραμματισμένοι: ὁ πατέρας καί τά τρία μεγαλύτερα ἀγόρια τῆς οἰκογένειας -ὁ μεγαλύτερος, σπουδαστής στή Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ἀκαδημία, οἱ ἄλλοι δυό, στίς τελευταῖες τάξεις τῆς Ζωσιμαίας Σχολῆς. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ ἀγράμματοι: ὁ παππούς, ἡ μάνα (ἄν καί αὐτή εἶχε τελειώσει τό Ἑλληνικό), ἡ ὑπηρέτρια, ἡ ἀδερφή μου κι ἐγώ –τά δυό μικρότερα παιδιά. Ὁ ἐνδιάμεσος στήν ἡλικία ἀδερφός μου ἔλειπε συνήθως στό ἐξοχικό μας σπίτι, στά ζῶα. Θά εἴμουν τριῶν-τεσσάρων χρονῶν. Ἔπασχα ἀπό βρεφικό ἔκζεμα καί συχνά βρισκόμουν τέτοιες ὧρες ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω στά πόδια τῆς μάνας ἤ τοῦ παπποῦ. Ἔτσι πού ἕνα χέρι τους νά πηγαίνει πάνω κάτω στό κορμί μου καί νά μ᾿ ἀνακουφίζει ἀπό τή φαγούρα. Ὅλοι σώπαιναν. Ἀπέναντι δίπλα στή λάμπα ὁ πατέρας, κρατώντας ἕνα βιβλίο ἀνοιχτό, διάβαζε φωναχτά. Καί μόνο οἱ μεγάλοι ἀδερφοί μου τόν διέκοπταν κάπου κάπου γιά νά ρωτήσουν κάτι ἤ νά κάνουν κάποιο σχόλιο. Ὅλοι ὅμως ἀκούγαμε, ἀκόμα κι ἐγώ πού ξεχνοῦσα κάπως τή φαγούρα. Ὁρισμένα ἀπό αὐτά πού διάβαζε ὁ πατέρας τά θυμοῦμαι ἀρκετά καθαρά: τήν ἀρχή π.χ. ἀπό τό διήγημα, «Στό Χριστό στό Κάστρο», τοῦ Παπαδιαμάντη, καθώς καί τή νυχτερινή πεζοπορία τῆς παρέας, ὥσπου νά φτάσει στήν κλειστή πόρτα τοῦ Κάστρου, ὅπου καί ὁ διάλογος μέ τούς μέσα κλεισμένους κυνηγούς. Ἀκόμα ἔχω στ᾿ αὐτιά μου φράσεις ἀπό τό σύντομο διάλογο: «Ποιοί εἶστε ; Ποιοί εἶστε; […] Ἀργύρη! ἐγώ εἶμαι!..» Τόν Πατούχα μετά, ὅταν μεγάλωνε ἀμέριμνος κι εὐτυχισμένος κοντά στά ζῶα του στό βουνό. Κι ὅταν ἀργότερα τόν κατέβασε ἆρον ἆρον ὁ πατέρας του, ἀνοικονόμητο κι ἄπραγο, στόν  ἀλλοιώτικο κόσμο τοῦ Χωριοῦ του… Τήν πάλη τοῦ Διγενῆ μέ τό Χάροντα, πού τόσο μ᾿ εἶχε στενοχωρέσει ἡ τελική νίκη τοῦ Χάροντα… Πολύ ἀχνά θυμοῦμαι[1] «Τό πανηγύρι τῆς κακάβας», ἀπό τό Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου τοῦ Παλαμᾶ. Πολύ καλά ὅμως ὁλόκληρη τή Βατραχομυομαχία, σέ μετάφραση τοῦ Βηλαρᾶ. Εἴχαμε διασκεδάσει ὅλοι ἀκούγοντάς την, μά περισσότερο ἴσως ἐγώ, κι ἀπορῶ πῶς αὐτό τό ἔργο δέ βρίσκεται τώρα ἀνάμεσα στά ἐκλεκτότερα παραμύθια τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Αὐτές οἱ βραδιές κόπηκαν ἀπότομα μέ τόν πόλεμο τοῦ 1940. Ἀκολούθησαν δύσκολα χρόνια, μέ χειρότερα ἀνάμεσά τους τό καταστροφικό κάψιμο τῆς περιοχῆς ἀπό τούς Γερμανούς τό φθινόπωρο τοῦ 1943 καί τά χρόνια  τοῦ ἐμφύλιου.

          Μέσα σ᾿ αὐτή τήν ταραγμένη δεκαετία εἶδα πολλές φορές τή ζωή γύρω μου νά παίζεται κορόνα γράμματα -γεγονότα καί καταστάσεις πού ἡ ἐξιστόρησή τους θά κάλυπτε τόμους. Καί μολαταῦτα δέν ἔλειψαν πολλές ἔμμεσες κι ἐλάχιστες ἄμεσες, ἀλλά ἀνεπίγνωστες, σχέσεις μέ τόν κόσμο τῆς λογοτεχνίας. Μέ τό ‘πολλές ἔμμεσες’, ἐννοῶ τά πολλά παραμύθια καί τούς θρύλους πού ἄκουσα ἀπό στόματα γυναικῶν, μέσα καί ἔξω ἀπό τήν οίκογένεια. Ἔντυπα παραμύθια δέν διάβασα, δέν ἦταν ἄλλωστε μέσα στά ἔθη τοῦ χωριοῦ. Κι ἔπειτα τά βιβλία αὐτή τήν ἐποχή, τά ὁποιαδήποτε βιβλία, ἦταν εἶδος δυσεύρετο. Στήν ἕκτη τοῦ δημοτικοῦ, πού δέν ἀντιστοιχοῦσε κανονικά οὔτε κάν στήν τέταρτη,[2] τή μόνη χρονιά πού φοίτησα σέ στεγασμένο σχολεῖο, στά Γιάννινα πιά (Παιδόπολη Ἅγιος Κωνσταντίνος, μέσα στήν πόλη), διάβασα μιά διασκευή γιά παιδιά τοῦ Δον Κιχώτη. Τήν τελείωσα μέ τό στανιό· κι ἀλήθεια δέ μ᾿ ἄρεσε καθόλου. Ἀντίθετα διάβασα μονορούφι μιά διασκευή τοῦ Ἰβανόη τοῦ Οὐώλτερ Σκότ. Στήν πρώτη τάξη τοῦ γυμνασίου, ὁ δεύτερος στήν ἡλικία ἀδερφός μου, πού σπούδαζε στή Νομική Σχολή τῆς Ἀθήνας, μοῦ ἔστειλε ἕνα βιβλίο. Ἦταν ἀρκετά ὀγκῶδες. Τό κοίταξα λίγο ἀδιάφορα καί τό ἄφησα στήν ἄκρη, δέ μοῦ ἄρεσε καί τό ἐξώφυλλο μέ τή βυζαντινή ψηφιδωτή εἰκόνα του. Ὅ,τι, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, μέ συνέπαιρνε ἐκείνον τόν καιρό ἦταν τό ποδόσφαιρο –νά βλέπω καί νά παίζω. Ἕνα βράδι ὡστόσο, ἀφοῦ ἑτοίμασα τά σχολικά μαθήματα, ἄνοιξα τόν τόμο καί ἄρχισα νά διαβάζω. Διάβασα τήν πρώτη, τή δεύτερη, τήν τρίτη σελίδα καί συνέχισα ὅλη τή νύχτα. Ἦταν ἕνα συναρπαστικό ἀνάγνωσμα πού ἀκόμα τό θυμοῦμαι μέ ἀγάπη. Μερικές φράσεις του μοῦ ἔμειναν ἀξέχαστες. Ὁ συγγραφέας  του λεγόταν Πηνελόπη Σ. Δέλτα καί τό ἴδιο τό βιβλίο,Τόν καιρό τοῦ Βουλγαροκτόνου. Τό ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἕνα μεσημέρι, πού βρισκόμουνα στό δυτικό ὀντά τοῦ ἐξοχικοῦ ἤ, καλύτερα, ἀγροτικοῦ σπιτιοῦ μας,[3] περιφερόμουν ἄσκοπα περιεργαζόμενος τά ἐντοιχισμένα ντουλάπια. Κοιτάζοντας τό ἕνα καί τό ἄλλο ἀπό τά διάφορα ἀντικείμενα ἐντόπισα σέ μιά γωνιά ἕνα βιβλίο χωρίς ἐξώφυλλα καί ἐσωτερικές σελίδες μέ στοιχεῖα τίτλου καί συγγραφέα. Μήν ἔχοντας τί ἄλλο νά κάνω, ξάπλωσα στό κρεβάτι δίπλα στό παράθυρο καί ἄρχισα νά τό διαβάζω ἀπό τήν πρώτη σελίδα τοῦ κειμένου, πού δέν ἦταν σκισμένη. Δέν ἦταν τόσο συναρπαστικό σάν Τόν καιρό τοῦ Βουλγαροκτόνου, ἀλλά διαβαζόταν μέ ἐνδιαφέρον. Καθώς δέν ἦταν ὀγκῶδες τό διάβασα σύντομα. Δώδεκα χρόνια ἀργότερα διαπίστωσα πώς τό χωρίς ἐξώφυλλα βιβλίο πού διάβασα τότε στό χωριό ἦταν Ὁ Λουκῆς Λάρας τοῦ Δημητρίου Βικέλα. Στό ἴδιο σπίτι βρῆκα κι ἕναν τόμο Μεταφράσεις Γερμανῶν κλασικῶν ἀπό Δημήτριο Ι. Λάμψα (Γκαῖτε, Σίλλερ, Χάϊνε, Χαίλντερλιν, κ.ἄ.). Τόν διάβασα, ἀλλά τόσο μόνο. Ἐκτός ἀπό κάνα δυό κείμενα, δέ μ᾿ ἄγγιξαν, δέν τά ᾿νιωσα. Οὔτε γύρεψα ἀργότερα νά ξαναδῶ τόν τόμο. Ὅπως προανάφερα δέν εἶχα ἰδέα ὅτι διαβάζοντας τά παραπάνω βιβλία βρισκόμουν στά οἰκόπεδα τῆς λογοτεχνίας. Οὔτε τή λέξη λογοτεχνία ἤξερα, οὔτε φυσικά τήν ἔννοιά της. Οὔτε θυμοῦμαι τώρα πότε ἀργότερα ἔμαθα τή λέξη αὐτή καί πότε ἀκριβῶς τήν πρωτοχρησιμοποίησα.

          Κάπως συνειδητά πλησίασα τά λογοτεχνικά πράγματα, ἀπό τήν πλευρά τῆς ποίησης κυρίως, τά τελευταῖα χρόνια στό γυμνάσιο, ὁπότε καί ἄρχισα νά ψιλογράφω. Ἦταν μιά ἐρωτοτροπία ἀνάμικτη: διάθεση παιγνιδιοῦ, περιέργειας, ματαιοδοξίας καί ἐπίδειξης. Σιγά σιγά ὡστόσο μέ κέρδιζε ἡ ἰδέα αὐτοῦ τοῦ παιχνιδιοῦ, καθώς μαζί μέ τά διάφορα βιβλία ἄρχισα νά ρίχνω ματιές καί σέ λογοτεχνικά περιοδικά (Ἠπειρωτική Ἑστία, Ἠπειρωτικές Σελίδες -συντάκτης ὁ ἀδερφός μου Βασίλης-,  Νέα Ἑστία, Ἑλληνική Δημιουργία, Νέα Ἑλληνικά). Θά πρέπει νά πῶ πόσο μέ βοήθησαν ἐκεῖνον τόν καιρό οἱ ἀνθολογίες τῆς ποίησης καί τοῦ διηγήματος τοῦ Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη. Οἱ ποιητές πού πιό πολύ μέ τράβηξαν ἦταν, ἔξω ἀπό τό συντοπίτη μου Κρυστάλλη, ὁ Πορφύρας, ὁ Καρυωτάκης, ὁ Καβάφης καί λιγότερο ὁ Μαλακάσης -ἀδύνατο, ἄν καί τούς διάβαζα, νά ἐπικοινωνήσω μέ τό Σολωμό καί τόν Παλαμᾶ.[4] Καθόλου πάντως δέ σκεφτόμουν πώς αὐτό τό πάρε δῶσε μέ τά λογοτεχνικά κείμενα θά μποροῦσε νά πάρει σοβαρές διαστάσεις. Ἔτσι τό νά σπουδάσω μιά πρακτική ἐπιστήμη δέν ἔβλεπα νά σχετίζεται ἀρνητικά μέ τήν τέτοια σχέση μου μέ τή λογοτεχνία. Ἄλλωστε σχεδόν ἐξίσου μέ ἐνδιέφερε ἡ ζωγραφική, ἡ μουσική καί πάντα ὁ ἀθλητισμός. Μολαταῦτα, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ὅλο καί περισσότερο στρεφόμουν πρός τή λογοτεχνία, στήν ὁποία ἀφιέρωνα ἀνάλογα περισσότερο χρόνο. Στό πανεπιστήμιο φάνηκε καθαρότερα πώς ἡ σχέση μου μέ τή λογοτεχνία, ἐκτός ἀπό τή σπουδή στήν Ἰατρική Σχολή, ἔπαιρνε κεφάλι ἀνάμεσα στίς ἄλλες πάρεργες ἀσχολίες μου. Πάντως οὔτε καί τότε μοῦ περνοῦσε ἀπό τό μυαλό πώς θά ᾿ταν κάτι περισσότερο ἀπό ἕνα, τό πιό ἐνδιαφέρον ἔστω, πάρεργο. Στό μεταξύ προέκυπταν ὁρισμένες γνωριμίες μέ ἀνθρώπους τοῦ λογοτεχνικοῦ κόσμου καί κάποιες δημοσιεύσεις σέ λογοτεχνικά  ἔντυπα. Κι ἔτσι πήγαιναν τά πράγματα, οὔτε πολύ κρίσιμα οὔτε ἀδιάφορα, ἐνόσω δέ συνδεόταν ἐυθέως ὁ χῶρος τῆς ἐνδόμυχης ζωῆς μου μέ τά ζητήματα τῆς γραφῆς. Τό 1963 ὡστόσο ἡ ὑπόθεση κάπως σοβάρεψε: ἔνιωσα πώς κάτι δέν πήγαινε καλά, πώς τά ποιητικά κείμενα πού δημοσίευα δέν ἀνταποκρίνονταν στίς ἀξιώσεις μου. Ἡ κρίση ὅμως, ἡ ὁποία ἔφερε τά πάνω κάτω, ἦρθε λίγα χρόνια ἀργότερα, ὅπως θά δοῦμε ἀμέσως παρακάτω.

          Εἶναι κάπου σαραντατέσσερα χρόνια ἀπό τότε –φθινόπωρο τοῦ 1966. Εἶχα παραιτηθεῖ ἤδη ἀπό τή φιλοδοξία μου νά γράψω ποίηση. Τά ποιητικά γραφτά μου, ὅπως εἶπα, μέ ἄφηναν ἀνικανοποίητο. Ἡ τελευταία δημοσίεψη ἦταν δυό ποιήματα στό περιοδικό Ἐνδοχώρα, τά ὁποῖα γράφτηκαν στόν ἀπόηχο τῆς δολοφονίας τοῦ Γρηγόρη Λαμπράκη στή Θεσσαλονίκη.[5] Γιά ἀρκετά χρόνια ὡστόσο ἐξακολουθοῦσα νά γράφω στίχους χωρίς νά τούς δημοσιεύω. Κατά τά ἄλλα, τί θά γινόταν, πρός τά ποῦ θά τραβοῦσα μοῦ ἦταν ἄγνωστο. Διάβαζα πυρετικά καί δοκίμαζα νά γράψω ὁτιδήποτε μοῦ ἄνοιγε τή διάθεση νά πιάσω μολύβι καί χαρτί. Αὐτά τά δοκιμαστικά γραφτά, ποιητικά, ἀφηγηματικά, κριτικά ἤ δοκιμιακά, πού σχεδόν μέ συνέπαιρναν τήν ὥρα πού τά ᾿γραφα, ὅταν τά διάβαζα μετά ἀπό κάποιο καιρό, μέ ἀπογοήτευαν. Κι αὐτό γινόταν πάλι καί πάλι…

          Ἐκείνη τήν ἐποχή, κάτι πού γυρόφερνε τόν τελευταῖο καιρό μέσα μου, ἦρθε στήν ἐπιφάνεια μέ ἀρκετή εὐκρίνεια. Κάποια στιγμή, σάν ν᾿ «ἄστραψε φῶς», εἶδα πώς ἡ σκέψη μου, τά συναισθήματά μου καί ὁ λόγος μου, διέπονταν ἀπό δύο βασικές ἀναντιστοιχίες. Γεγονός πού μ᾿ ἔκανε νά αἰσθανθῶ πρός στιγμήν ἀφοπλισμένος ἀπό τίς κάποιες βεβαιότητές μου. Μέ κάμποση ἀνησυχία δοκίμασα μερικές φορές νά κάνω ἐπαλήθευση, τοποθετώντας τόν ἑαυτό μου στή θέση πού βρέθηκε τήν ἀποκαλυπτική στιγμή. Κοιτάζοντας κάθε φορά νά ξαναδῶ, στό βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου, τί εἶχε συμβεῖ σ᾿ ἐκείνη τή μοναχική βόλτα δίπλα στήν Παμβώτιδα. Ἔπαιρνα πάλι νοερά τά ἴδια βήματα, ἔβλεπα τό ἴδιο πλακόστρωτο, τά ἴδια πλατάνια, τήν ἴδια ἐπιφάνεια τῆς λίμνης, τό ἴδιο βουνό ἀπέναντι… Τό ἀποτέλεσμα ἦταν, παρά τήν κρυφή ἐλπίδα πώς ἴσως εἶχα πλανηθεῖ, νά ἐπαληθεύεται ἀκόμα μιά φορά ἡ στιγμή τῆς ἀρχικῆς διάγνωσης. Ὄχι δέν ἦταν πλάνη, ἕνα αἴσθημα φευγαλέο ἤ μιά σκέψη περαστική, χωρίς ἀμφιβολία ἀπό καιρό λάνθαναν μέσα μου αὐτές οἱ ἀναντιστοιχίες. Τίς διαισθανόμουν κάτι λίγο, ἀλλά πάντα ἔμεναν σκεπασμένες μ᾿ ἕνα θολό, μισοδιαφανές, πέπλο. Ἀπό τή μέρα ὡστόσο πού ἦρθαν στήν ἐπιφάνεια ἦταν ἐξαιρετικά διακριτές. Ἡ μία ἀπό αὐτές ἦταν ὅτι ἐκδηλωνόμουν ἐξωτερικά ἀναντίστοιχα μέ ὅ,τι ἐνδόμυχα αἰσθανόμουν. Κι ἡ ἄλλη ὅτι ὑπῆρχε ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα σ᾿ αὐτό πού ἔγραφα καί σ᾿ αὐτό πού εἶχα μέσα μου καί ἤθελα νά ἐκφράσω. Στίς ἑπόμενες σελίδες θά τίς συζητήσω, ἀρκετά διεξοδικά, σέ σχέση μέ τά χρόνια πού ἀκολούθησαν καί τίς συναφεῖς ἐξελίξεις.

                                                                        ΙΙ

          Πῶς ἐκδηλωνόμουν ἀναντίστοιχα μέ ὅ,τι ἐνδόμυχα αἰσθανόμουν;

          Ἦταν μιά διάσταση, ἕνας διχασμός, πού ἀφοροῦσε εἰδικότερα τίς σχέσεις μου μέ τούς ἀνθρώπους, πού εἶχαν πάρε δῶσε μέ τά λογοτεχνικά πράγματα. Σ᾿ αὐτές τίς σχέσεις ἀκολουθοῦσα τίς κοινές τάσεις. Τίς τάσεις ἐκεῖνες πού ὑπέθαλπαν, τίς καλές σχέσεις, τή διπλωματική συμπεριφορά, τίς κρυφές ἐπιθυμίες. Ἦταν σάν μιά κοινωνική ἀγωγή, πού σέ προσανατόλιζε πρός ὁρισμένη γενική ἀντίληψη. Δέν ὑπῆρχε μεγάλη διαφορά ἀπό τή μόδα στό ντύσιμο καί στήν ἐμφάνιση (κοντό σακάκι, καμπάνα παντελόνι, μακρύ μαλλί, μακριές φαβορίτες, κ.λπ.). Ἦταν μιά γλυκιά αἴσθηση ἀσφάλειας νά νιώθεις μέσα στά κοινῶς ζητούμενα τοῦ περιβάλλοντός σου, ἡ αἴσθηση ὅτι βρίσκεσαι μέσα στήν προστατευτική περιοχή τῆς εὐρύτερης ὁμάδας. Ἤ, ἀλλιῶς, ἔνιωθα νά μέ ἕλκει ἡ ἀνταπόκριση σέ ὅ,τι ζητιόταν στή δημόσια πνευματική ἀγορά. Μαθητεία σ᾿ ἕναν ἄγραφο κανόνα, μέ τή συναίσθηση ὅτι στήν ἐπικράτειά του, ἐφόσον ἔπαιζες τό ρόλο πού ἔμμεσα σοῦ ὑπαγορευόταν, γινόσουν εὐνοϊκά δεκτός. Ἔτσι, τότε, δέν ἔκανα στήν πραγματικότητα ἄλλο ἀπό τό νά παίζω ἕναν κάποιο ρόλο, νά ὑποδύομαι δηλαδή κάποιον πού δέν ἦταν ὁ ἐνδόμυχος ἑαυτός μου. Ἀπό ἄλλη ἄποψη ἦταν ἔνα εἶδος λογοδοσίας στό πνευματικό περιβάλλον, σάν νά ᾿δινα δηλαδή κάθε φορά ἐξετάσεις. Ὑπῆρχε πάντα ἡ ἐντύπωση ἑνός ἀόριστου ἔλεγχου, πράγμα πού δέν ἀπεῖχε ἀπό τό νά συνεπάγεται ἕνα εἶδος αὐτολογοκρισίας. Κι ἀλήθεια δέν ἔκανα κάτι περισσότερο ἀπό τό νά θέλω νά σηκώνω τό χέρι μου νά λέω τήν ἀπάντηση, ὅπως ἔκανα μαθητής μέσα στήν τάξη. Νά λέω, μ᾿ ἄλλα λόγια, τά κοινῶς ζητούμενα. Κάποτε ἔπαιρνα τό ντορό διακεκριμένων πνευματικῶν ἀνθρώπων, ὑπέθετα τή συμπεριφορά τους, τί θά ἔλεγαν π.χ. σέ ὁρισμένη περίσταση, πῶς θά ἀπαντοῦσαν σέ μιά ἐρώτηση, πῶς θά ἦταν ἡ φωνή τους, καί προσάρμοζα ἀνάλογα τή δική μου συμπεριφορά. Συνήθως ὅμως, ὅταν ἔγραφα κάτι, λογοδοτοῦσα ἀσυναίσθητα σ᾿ ἕναν ἐπόπτη ἀναγνώστη, σέ κάποιον πού ἐμφανιζόταν ἀπέναντί μου, παρακολουθώντας με τήν ὥρα πού ἔγραφα. Ἔτσι, πού σέ μεγάλο βαθμό, ἀνάλογα μέ τό πνεῦμα τῆς κάθε στιγμῆς, νά φαντασιώνομαι τόν ἐμπνευσμένο, νά μιλῶ γιά πράγματα πού θά ᾿καναν ἐντύπωση, νά ἀπαντῶ σέ σπουδαῖες ἐρωτήσεις, νά δείχνω πόσα ἐπιπλέον ἔμελλε νά κάνω… Ἀρκεῖ νά ἔπιανα τό μολύβι καί ἀμέσως, πρίν γράψω τήν πρώτη λέξη, τό φανταστικό πρόσωπο ἐμφανιζόταν ἀπέναντί μου καί τότε ἄρχιζε ἡ συνηθισμένη θαυματοποιία. Μιά θαυματοποιία πού δέν ἦταν ἄσχετη ἀπό τίς πραγματικές σχέσεις μέ τό γνωστό μου, διά ζώσης ἤ ὄχι, λογοτεχνικό κόσμο. Τό πιό κοντινό παράδειγμα ἀποτελοῦσε ἕνας φίλος μου. Ἀρκεῖ νά ἔβρισκε ἀκροατήριο γιά ν᾿ ἀρχίσει νά δίνει παράσταση: ἀνέβαινε πάνω σέ μιά ὑποθετική -κάποτε καί πραγματική- σκηνή κι ἐκεῖ μέ πλατιές χειρονομίες, μέ δυνατή φωνή, μέ ἠχηρά λόγια, ἔντονες κινήσεις καί μορφασμούς, κοίταζε νά ἐντυπωσιάσει τό κοινό. Μιά εἰκόνα πού δέν ἀπεῖχε πολύ ἀπό ἐκείνη τοῦ χοροῦ τῶν μάγων στίς πρωτόγονες φυλές τῆς Ἀφρικῆς. Πέρα ὅμως ἀπό τό παράδειγμα αὐτό, ἀπό τή γενικότερη κατάσταση, ἀντλοῦσα καθημερινά ἀνάλογα διδάγματα. Στόν κόσμο τοῦ σιναφιοῦ τό πάρε δῶσε γινόταν, κατά κανόνα, μέ κατά συνθήκην ψεύδη. Σπάνια, στόν προφορικό ἤ στό γραφτό λόγο, διαπίστωνε κανείς λόγια ἐκ βαθέων εἰπωμένα. Ὅ,τι λεγόταν εἶχε συνήθως χαρακτήρα ὑποκριτικό. Ἔτσι, ἀπό μιά χρόνια ἐμπειρική μαθητεία στό περιβάλλον, εἶχα υἱοθετήσει μιά στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι. Διακριτικά ὑποτακτική ἀπέναντι στούς θεωρούμενους ἀναγνωρισμένους καί σημαντικούς, ἀρκετά συγκαταβατική ἀπέναντι στούς θεωρούμενους ὑποδεέστερους.

          Ὡς ἐδῶ ἄς ποῦμε καλά, ἡ στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι εἶχε ἐξωτερικό προσανατολισμό, τί γινόταν ὅμως στά ἐνδότερα; Τά ἐνδότερα, σέ μεγάλο βαθμό, καλύπτονταν ἀπό τό θόρυβο τῶν ἐξωτερικῶν, μιά καί ἡ ἔτσι διαμορφωμένη κατάσταση δέν ἄφηνε πολύ χῶρο γιά τίς ἐσωτερικές ἐνδοσκοπήσεις. Κάποτε ὡστόσο μ᾿ αἰφνιδίαζε ἕνα ὑπόγειο ἐρώτημα: «πῶς σχετίζονται, ποῦ εἶναι τό κοινό σημείο ὅλων αὐτῶν, μέ τήν τέχνη· ἤ τί συμβαίνει ἀκριβῶς μέ τήν τέχνη;» Ἡ τέχνη στίς φωτεινές στιγμές της, στίς ἐλλάμψεις της, ἀκολουθοῦσε ἐπίσης τή στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι; Μποροῦσα νά ἀποδώσω στό Σολωμό, στό Ροΐδη, στό Βιζυηνό, στόν Παπαδιαμάντη, στόν Καρυωτάκη, στό Σαραντάρη, στόν Ἀλεξάνδρου, στό Σαχτούρη καί στίς καλές στιγμές πολλῶν ἄλλων, παρόμοια ὑποκριτική στάση; Καί ἡ ἀφιλοκέρδεια τῆς τέχνης τότε, καί ὁ ἄλογος τρόπος της νά εἶναι πειστική, πῶς ἐξηγιόταν; Ὅσο τό σκεφτόμουν τόσο βεβαιωνόμουν πώς ἡ τέχνη στίς καλές στιγμές της ἀκολουθοῦσε ἄλλο δρόμο, ἕνα δρόμο πού δέν ἦταν δυνατό νά παρακάμπτει τή σφαίρα τῆς ἐνδόμυχης ἀλήθειας. Ἀλλά τότε, ἀπό τή στιγμή πού αὐτό ἀλήθευε, δέν ὑπῆρχε σοβαρή ἀντίφαση; Ἀπό τή μιά ἡ γλυκιά παράσταση τοῦ φαίνεσθαι κι ἀπό τήν ἄλλη ἡ διαφορετική, ἡ οὐσιαστικά ἀντίθετη, ὑπόμνηση τῆς τέχνης. Ὑποθέτω πώς τό ἐρώτημα, «πῶς σχετίζονται, ποῦ εἶναι τό κοινό σημεῖο ὅλων αὐτῶν, μέ τήν τέχνη», ἔπαιξε βασικό ρόλο στά νά ἔρθει στήν ἐπιφάνεια μέ εὐκρίνεια ἡ διάσταση ἀνάμεσα στό μέσα καί στό ἔξω.

          Ἀπό τήν ὥρα πού συνειδητοποιεῖς ὅτι οἱ πράξεις καί οἱ σκέψεις σου διέπονται ἀπό τή στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι, εὔκολο σοῦ φαίνεται νά γυρίσεις σελίδα καί νά ἐναρμονιστεῖς μέ τόν ἐνδόμυχο ἑαυτό σου. Μέ ἀντικειμενικό, ἐννοεῖται, σκοπό νά φτάσεις νά εἶσαι αὐθεντικός, τόσο στίς πράξεις σου, ὅσο   καί στά γραφτά σου. Στήν ἀρχή δέν εἶχα καταλάβει τί βαθιές ρίζες εἶχε ἡ συμπεριφορά τοῦ ὑποκριτικοῦ ἐγώ μου. Μόλις κάθησα νά γράψω κάτι, ἔπεσα στήν ἴδια κατάσταση τοῦ νά ἔχω ἀπέναντί μου τό γνωστό φανταστικό πρόσωπο –καθισμένο πάνω σ᾿ ἕνα νοερό κάθισμα, ἀμίλητο καί διφορούμενο… Πῶς διωχνιόταν τώρα αὐτό τό ἀνεπιθύμητο φάντασμα; Ἡ παρουσία αὐτή φάνηκε πολύ ἰσχυρότερη ἀπό τή θέλησή μου νά τήν ἀποδιώξω. Ἡ θέλησή μου ἦταν μιά ἐσκεμμένη, μιά βουλητική ἐνέργεια, ἐνῶ ἡ φανταστική παρουσία ἦταν μιά αὐθόρμητη καί ἀνεξέλεγκτη ἐμφάνιση. Καί ὅλη ἄλλωστε ἡ στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι δέν ἔπαυε νά μέ ἀκολουθεῖ, κι ἦρθαν στιγμές πού ἔνιωσα ἄσχημα γιά τή συμπεριφορά μου. Περίεργο νά ξέρω τί θέλω νά κάνω κι ὅμως νά μή μπορῶ νά τό βάλω σέ ἐφαρμογή. Καθώς ἄρχισα νά ψάχνω τό ἕνα καί τό ἄλλο, παρατήρησα ὅτι, διαβάζοντας κάποια κείμενα, εἶχα στιγμές κατά τίς ὁποῖες ἐλευθερωνόμουν ἀπό τό βραχνά τοῦ φαίνεσθαι. Οἱ πιό ἀγαπημένοι  πεζογράφοι μου ἦταν τότε ὁ Ντοστογιέφσκι καί ὁ Κάφκα. Κι οἱ δυό προσφέρονταν γιά ἄσκηση πάνω στό ζήτημα πού μ᾿ ἀπασχολοῦσε. Στή συγκεκριμένη πάντως περίπτωση τό βιβλίο, πού περισσότερο μέ ἀπελευθέρωνε ἀπό τό συμβατικό ἑαυτό μου, ἦταν τό Ἀναμνήσεις ἀπό τό σπίτι τῶν πεθαμένων τοῦ πρώτου. Διαβάζοντας γιά τή ζωή στό κάτεργο τοῦ Ὄμσκ αἰσθανόμουν μιά τέτοια ἀπογύμνωση ἀπό τόν κοσμικό ἑαυτό μου, πού, ἄν μποροῦσα νά τή διατηρήσω καί μετά τό διάβασμα, θά ἦταν ἡ λύση τοῦ προβλήματος πού ζητοῦσα. Ὅμως, μόλις δοκίμαζα νά ξαναγράψω κάτι, διαπίστωνα πώς πάλι τίποτα δέν εἶχε οὐσιαστικά ἀλλάξει. Σκεφτόμουν πώς ὁ Ντοστογιέφσκι καί ὁ Κάφκα, γιά νά φανεῖ ἡ ἀλήθεια, τραβοῦσαν τίς καταστάσεις στά ἄκρα. Μιά λύση λοιπόν θά ἦταν νά τραβήξω κι ἐγώ τή συμπεριφορά μου στά ἄκρα. Κάποιες φορές δοκίμασα νά φερθῶ ἀντισυμβατικά σέ ὁρισμένες συντροφιές. Λάθος. Προκάλεσα ἀνώφελες ἀντιδράσεις.

          Στό διάστημα πού μ᾿ ἀπασχολοῦσε τό ζήτημα τοῦ φανταστικοῦ ἀναγνώστη, ἦρθε στήν ἐπιφάνεια καί ἡ παρουσία ἑνός  ὑποβολέα, ἡ ὁποία μοῦ διέφευγε νωρίτερα. Ὅ,τι ἄλλοτε θεωροῦσα πρόσφορο, γιά τή στρατηγική τοῦ φαίνεσθαι, νά ὑποδύομαι δηλαδή τήν ὑποθετική συμπεριφορά γνωστῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, τώρα τό εὕρισκα μποστά μου ὡς βραχνά. Τί συνέβαινε ἀκριβῶς; Μόλις καθόμουν στό γραφεῖο κι ἔπιανα τό μολύβι, πολύ κοντά στ᾿ αὐτιά μου, ἔπιανα μιά ψιθυριστή, μόλις ἀκουστή, ὑποβλητική φωνή, νά μοῦ ὑπαγορεύει τόν τόνο αὐτῶν πού ἄρχιζα νά γράφω. Αὐτός ὁ ἀνεπαίσθητος ψίθυρος δέν ἦταν κάτι νέο. Ἀπό τή στιγμή πού ἐντοπίστηκε μποροῦσα νά ξέρω πώς πάντα μέ συνόδευε, χωρίς νά γίνεται συνειδητά ἀντιληπτός. Τίνος ἦταν ἡ φωνή αὐτή; Σίγουρα ὄχι ἡ δική μου. Ἀπό τά διαβάσματά μου, μποροῦσα νά τή συσχετίσω περισσότερο μέ τόν Καβάφη, τόν Καρυωτάκη καί τό Σεφέρη, μά ὄχι πολύ καθαρά. Δέν εἶχε τήν καθαρότητα μιᾶς συγκεκριμένης συγγραφικῆς φωνῆς. Ἴσως ἦταν ἕνα μίγμα ἀπό διάφορες ἐπικρατέστερες φωνές. Ὅμως ὅταν διάβαζα στό «Ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον», «Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ᾿, ἀκουσθεῖ /ἀόρατος θίασος νά περνᾶ…», εἶχα τή βεβαιότητα πώς ἦταν τοῦ Καβάφη. Τό ἴδιο ὅμως συνέβαινε κι ὅταν διάβαζα  στήν «Πρέβεζα» τοῦ Καρυωτάκη, «Περπατώντας ἀργά στήν προκυμαία / ‘‘ὑπάρχω’’ λές, κι ὕστερα: ‘‘δέν ὑπαρχεις!’’…» Τό ἵδιο κι ὅταν διάβαζα στίς «Μυκῆνες» τοῦ Σεφέρη, «Δός μου τά χέρια σου, δός μου τά χέρια σου, δός μου τά χέρια σου»… Ὅταν ὡστόσο καθόμουν νά γράψω δέν ἦταν ἀκριβῶς οὔτε τοῦ πρώτου, οὔτε τοῦ δεύτερου, οὔτε τοῦ τρίτου. Μερικά χρόνια ἀργότερα ξεκαθάρισα πώς ὁ ὑποβλητικός ψίθυρος προερχόταν ἀσφαλῶς ἀπό τά διαβάσματά μου. Γιά τήν ὥρα πάντως ἦταν μιά ἐνοχλητική ἀλογόμυγα, ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, πού μ᾿ ἀκολουθοῦσε, παρέα μέ τή φανταστική παρουσία τοῦ ἀναγνώστη.

          Συνέχισα ὡστόσο νά δοκιμάζομαι στό γράψιμο. Φυσικά δέν εἴμουν εὐχαριστημένος, ἀλλά κάτι σά νά γινόταν. Ἄλλωστε δέν εἶχα νά κάνω μόνο μέ τήν πρώτη ἀναντιστοιχία, ἦταν ταυτόχρονα κι ἡ δεύτερη πού ἔμπαινε στή μέση. Τώρα πάντως τό ζήτημα ἦταν πῶς νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τό συμβατικό ἑαυτό μου, πού μοῦ εἶχε γίνει δεύτερη φύση. Καί πού μολονότι εἶχε συνειδητοποιηθεῖ καί ἀποτελοῦσε στόχο, ἔδειχνε νά ἔχει βαθιές ρίζες, σέ βαθμό πού δέν μποροῦσα νά τίς ἐλέγξω.

          Θά πέρασαν ἔτσι κάνα δυό χρόνια, ὅταν, ψάχνοντας τό ἕνα καί τό ἄλλο, γύρισα πάλι στά βιβλία. Ξεχώρισα μερικά (Τό Κόκκινο καί τό μαῦρο τοῦ Σταντάλ, τούς Δαιμονισμένους, τόν  Ἠλίθιο, τίς Ἀναμνήσεις ἀπό τό σπίτι τῶν πεθαμένων καί τό Ἡμερολόγιο τοῦ Ντοστογιέφκι, τήν Αἰσθηματική ἀγωγή τοῦ Φλωμπέρ, ὅλον τόν Κάφκα πού ἤξερα, τόν Ξένο τοῦ Καμύ, τό Πορτραῖτο τοῦ καλλιτέχνη τοῦ Τζόυς, τόν Ντέμιαν τοῦ Ἔσσε) καί κοίταξα τίς ὑπογραμμίσεις πού εἶχα κάνει μέσα στά κείμενα καί τίς σημειώσεις στίς λευκές σελίδες στήν ἀρχή καί στό τέλος τῶν τόμων (ὅπου σημείωνα καί τούς ἀριθμούς τῶν σελίδων στίς ὁποῖες ὑπῆρχαν ὑπογραμμίσεις). Εἶχα ἤδη προσέξει ἀπό νωρίτερα πώς οἱ ὑπογραμμίσεις ἀφοροῦσαν συνήθως ἀκραῖες καταστάσεις. Τώρα μέ περισσότερο στατιστική ἀντίληψη διέκρινα κάτι εἰδικότερο. Δέν ἦταν ἀκριβῶς οἱ πιό ἀκραῖες καταστάσεις πρός τίς ὁποῖες συνέκλιναν οἱ ὑπογραμμίσεις, ἀλλά κυρίως οἱ πιό κρίσιμες ἀπό κάποια ἄποψη γιά τά ἀφηγηματικά πρόσωπα. Καί, σύμφωνα πιστεύω μέ τήν τοτεσινή καί ὕστερή μου τάση, ἀπ᾿ αὐτές δεχόμουνα ὡς κρισιμότερες ἐκεῖνες πού εἶχαν ὑποστασιακό χαρακτήρα. Στό Κόκκινο καί στό μαῦρο, γιά παράδειγμα, τή στιγμή πού ἡ Ματθίλδη δείχνει τό γράμμα τῆς κυρίας Ρενάλ στόν Ἰουλιανό (μετάφραση Πέτρος Χάρης, Τσόγκας, Ἀθήνα 1955, σ. 448). Στόν Ἠλίθιο τήν ἀφήγηση τοῦ καταδικασμένου, πού περίμενε μπροστά στό ἀπόσπασμα νά ἐκτελεστεῖ (μετάφραση Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Γκοβόστης, πρῶτος τόμος, σ. 66). Στό ἴδιο ἐπίσης βιβλίο, τήν ἐνορατική στιγμή πρίν ἀπό τήν ἐπιληπτική κρίση πού περιγράφει ὁ Μίσκιν στό Ραγκόζιν (Δεύτερος τόμος, σ. 53). Στήν Αἰσθηματική ἀγωγή, τή ματαιωμένη συνάντηση τοῦ Φρεντερίκ μέ τήν κ. Ἀρνοῦ (Μετάφραση Παναγιώτης Μουλλάς, Γαλαξίας, Ἀθήνα 1971, σσ. 332-337). Στή Δίκη τοῦ Κάφκα, τήν ταπεινωτική σύλληψη τοῦ Κ (μετάφραση Ἀλέξανδρος Κοτζιάς, Γαλαξίας, Ἀθήνα 1961, πρῶτες σελίδες). Στόν Ξένο, τή στιγμή τοῦ ἐγκλήματος (Μετάφραση Γιωργής Κότσιρας, Δωδώνη, Ἀθήνα 1969, σσ. 93-96). Στό Πορτραῖτο τοῦ καλλιτέχνη, τήν ἄδικη ὅσο καί βάρβαρη τιμωρία τοῦ Στῆβεν (μετάφραση Μ.Σ., Γαλαξίας, Ἀθήνα 1965, σσ. 51-55). Στό Ντέμιαν, τό δισταγμό τοῦ νεαροῦ Σίνκλαιρ νά ἀκολουθήσει τό πρότυπο τοῦ Ντέμιαν (μετάφραση Μένης Κουμανταρέας, Γαλαξίας, Ἀθήνα 1961, σ. 49). Τά παραδείγματα θά μποροῦσαν νά πολλαπλασιαστοῦν, τόσο στά παραπάνω βιβλία, ὅσο καί σέ ἄλλα ξένα ἤ ἑλληνικά. Τό οὐσιῶδες ἦταν πώς ἡ ἐντόπιση αὐτῶν τῶν ἀναγνωστικῶν σημείων μοῦ ὑπέδειξε τήν κατεύθυνση πρός τήν ὁποία θά ἔπρεπε τώρα νά στραφῶ. Τό ἑπόμενο ἀποφασιστικῆς σημασίας βῆμα, ἄν καί ὄχι τῆς ἴδιας σημασίας μέ τήν ἀρχική συνειδητοποίηση τοῦ προσποιητοῦ ἑαυτοῦ μου, ἦταν νά στραφῶ πρός τίς δυσκολότερες, τίς κρισιμότερες περιστάσεις πού μοῦ εἶχαν τύχει.

          Ὅμως προτοῦ νά προχωρήσω θά χρειαστεῖ νά ἀνοίξω παρένθεση. Ὁ σταδιακός τρόπος πού παρουσιάζω τίς διάφορες ἐξελίξεις εἶναι ὁπωσδήποτε σχηματικός. Δέν χωρίζονται τόσο στεγανά τά διάφορα στάδια μεταξύ τους. Θά ἔλεγα μάλιστα πώς σχετίζονται ἀξεδιάλυτα. Εἶναι ἀλήθεια πώς ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι ὅλα ξεκίνησαν ἀπό τή μέρα πού κατάλαβα ὅτι ὑποδυόμουν ἕνα ἐγώ ὑποκριτικό. Κι ὅτι αὐτό ἦταν ἕνας γενικός κανόνας στόν περιβάλλοντα κόσμο μέ πολύ βαθιές ρίζες, πού δύσκολα τίς συνειδητοποιεῖ κανείς σ᾿ ὅλο τό βάθος τους. Ἡ ἐντύπωσή μου εἶναι ἐπίσης ὅτι μετά τήν πρώτη ἀποκάλυψη ἀκολούθησαν οἱ ἑπόμενες φάσεις: ὁ προβληματισμός γιά τή γνησιότητα στήν τέχνη, ἡ δυσκολία νά ξεπεράσω τό συμβατικό ἑαυτό μου, ἡ βοήθεια τῶν βιβλίων, ἡ στροφή πρός τίς κρίσιμες περιστάσεις. Δέν εἶμαι ὅμως καθόλου σίγουρος γιά τόν ἀρχικό χρόνο τῆς κάθε φάσης. Πότε ἄρχισε ἡ ἐπίδραση τῶν βιβλίων, μετά ἀπό τήν ἀρχική ἀποκάλυψη ἤ εἶχαν προηγηθεῖ παίζοντας ἀσυνείδητα τό ρόλο τους. Ὑπογραμμίσεις καί σημειώσεις σέ βιβλία εἶχα ἀρχίσει νά κάνω ἀπό πολύ νωρίς, πολλά χρόνια πρίν ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ συμβατικοῦ ἐγώ. Γίνονταν βέβαια ἀδέσποτα. Ἀπό πότε ἄρχισαν νά ὑποδηλώνουν ἕναν κάποιο γενικότερο προσανατολισμό, δέν μπορῶ νά πῶ. Οὔτε μπορῶ νά πῶ ποιό στοιχεῖο στάθηκε περισσότερο δραστικό στήν ἀμοιβαία ἀλληλεπίδραση τῶν παραπάνω συντελεστῶν. Ἔτσι ὁ σχηματικός τρόπος, πού παρουσιάζω τά διάφορα ἐξελικτικά στάδια, εἶναι μιά λύση ἀνάγκης. Ἕνας ἀναγκαῖος τρόπος νά γίνω κατανοητός. Διαφορετικά, ἄν ἤθελα νά ἀποδώσω ὅπως νιώθω τή σύνθετη σχέση τῶν συντελεστῶν αὐτῶν μεταξύ τους, θά ἔπρεπε νά ἐκφραστῶ μέ ποιητικό τρόπο. Ἡ σταδιακή διάκριση λοιπόν τῶν ἐξελίξεων γίνεται γιά συστηματικούς λόγους. Κλείνει ἡ παρένθεση.

          Ἐπανέρχομαι στίς δύσκολες περιστάσεις πού μοῦ ἔτυχαν, ὅπως φαντάζομαι πώς λίγο πολύ ἔχει συμβεῖ στόν καθένα. Θά ἀναφερθῶ ἐνδεικτικά σέ δυό περιπτώσεις.

          Στήν πρώτη εἴμουν 6-7 χρονῶν στό χωριό μου. Ἀκολουθώντας δυό μεγαλύτερα παιδιά τῆς γειτονιᾶς φτάσαμε ἐκεῖ πού ἄρχιζε νά κατηφορίζει ἕνας γκρεμός. Θά δοκιμάζαμε νά περάσουμε τρεχάλα τήν πάνω μεριά τῆς κατηφόρας. Σ᾿ ἐκεῖνο τό μέρος δυό πλάγιες χωμάτινες ἐπιφάνειες συνέκλιναν συμμετρικά, σχηματίζοντας μιά κατηφορική χοάνη μάκρους 12 περίπου μέτρων. Τό πάνω ἄνοιγμα τῆς χοάνης θά ἦταν γύρω στά 7-8 μέτρα πλάτος. Ἐκεῖ πού τέλειωνε στενεύοντας ἡ χοάνη, στό κάτω μέρος, ἦταν πέτρινο χεῖλος γκρεμοῦ, τό ὁποῖο προεξεῖχε ἔτσι πού, ἄν κανείς ξέφευγε ἀπό αὐτό, θά ἔπεφτε πάνω σέ ἀνώμαλα, κοφτερά, βράχια δεκαπέντε μέ εἴκοσι μέτρα χαμηλότερα. Σταθήκαμε στά πλάγια τῆς χοάνης κοντά στήν κορυφή της. Εἴμασταν μόνοι μας. Τά μεγαλύτερα παιδιά ἔδωσαν μιά καί πέρασαν τρεχάλα στήν ἀπέναντι ἄκρη της. Ἔτρεξα πίσω τους κι ἐγώ. Ὅμως ἔχασα τήν ἰσορροπία μου κι ἔπεσα καθιστός μέσα στή λακκιά τῆς χοάνης. Τό χῶμα ἦταν ξερό καί τριβόταν μέ ἀποτέλεσμα νά τσουλάω, σάν πάνω σέ ἄμμο, πρός τό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, χωρίς νά μπορῶ νά πιαστῶ ἀπό κάπου καί νά συγκρατηθῶ. Γύρω στά ἑνάμισι-δυό μέτρα ἀπό τό χεῖλος ἦταν φυτρωμένο ἕνα χορταράκι πού ὅταν ἀκούμπησε ὁ πισινός μου σ᾿ αὐτό σταμάτησε ἡ τσουλήθρα. Ἔμεινα γιά λίγο σαστισμένος καί ἀμήχανος. Τά ἄλλα παιδιά δέν δοκίμασαν νά ᾿ρθουν νά μέ βοηθήσουν, φοβόνταν νά κατεβοῦν σ᾿ ἐκεῖνο τό σημεῖο. Ἔπειτα, ἀφοῦ κάπως συνῆλθα, ἄρχισα, ὅπως εἴμουν καθιστός, νά ψιλοσκάβω, ὅσο πιό ἀκίνητος μποροῦσα, μέ τά χέρια στά πλάγια τοῦ κορμιοῦ καί μέ τίς φτέρνες ἐκεῖ πού ἀκουμποῦσαν. Ἔφτιαξα ἔτσι τέσσερις μικρές λακκουβίτσες. Ὕστερα γύρισα σιγά σιγά μπρούμυτα καί στηριγμένος σ᾿ αὐτές τίς λακουβίτσες ἔφτιαξα μέ τά νύχια ἄλλες δυό παραπάνω. Πατώντας στίς προηγούμενες καί σκάβοντας καινούργιες, ἔφτασα σιγά σιγά μισοέρποντας στήν κορφή τῆς χοάνης… Κανένας ἀπ᾿ τούς τρεῖς μας δέν εἶπε ποτέ κουβέντα γιά τό περιστατικό

          Στή δεύτερη περίσταση εἴμουν φοιτητής στό πτυχεῖο τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τῆς Ἀθήνας. Λίγο πρίν ἀπό τίς ἐξετάσεις ἔπρεπε νά ἔχουμε μαζέψει στό Βιβλιάριο Σπουδῶν τίς ὑπογραφές τῶν καθηγητῶν ἀπο τά ἐργαστηριακά μαθήματα. Αὐτές οἱ ὑπογραφές ἦταν ἀπαραίτητες γιά νά γίνουμε δεκτοί στίς πτυχιακές ἐξετάσεις. Πῆγα καί πῆρα τήν τελευταία ὑπογραφή, τῆς καρδιολογίας, στό Ἱπποκράτειο Νοσοκομεῖο. Κρατοῦσα τό βιβλιάριο στό ἀριστερό μου χέρι μαζί μέ κάποια βιβλία καί περπάτησα ὥς τό τέρμα Ἀμπελοκήπων, μιά ἀπόσταση 500 μέτρα περίπου. Ἐκεῖ κατάλαβα πώς μοῦ εἶχε πέσει κάπου τό βιβλιάριο. Γύρισα καί πῆρα τή διαδρομή ἀντίστροφα. Δέν τό βρῆκα. Ἔψαξα τή διαδρομή πολλές φορές. Πῆγα στήν ἐφημερίδα «Τά Νέα» κι ἔβαλα ἀγγελία μήπως τό βρῆκε κάποιος ἄλλος. Τίποτα, τό βιβλιάριο ἄφαντο κι οἱ μέρες περνοῦσαν. Ἔτρεξα στή Γραμματεία τῆς Σχολῆς καί δήλωσα τήν ἀπώλεια τοῦ βιβλιαρίου. Ἡ Γραμματεία μοῦ ἔβγαλε ἕνα λευκό βιβλιάριο στό ὁποῖο ἔπρεπε νά μαζέψω τίς ὑπογραφές τῶν καθηγητῶν ἀπό τήν ἀρχή. Θά εἶχα μαζέψει τίς περισσότερες, ὅταν ἕνας καθηγητής ἀρνήθηκε νά ὑπογράψει ὅτι εἶχα κάνει τά ἐργαστηριακά μαθήματά του. Ἤδη εἶχα χάσει χρόνο καί βρισκόμουν ξαφνικά χωρίς τή δυνατότητα νά ἐξεταστῶ. Ζήτησα νά δῶ τόν καθηγητή, κι ὅταν τοῦ ἐξήγησα τό λόγο τῆς ἐπίσκεψής μου μέ πέταξε ἔξω ἀπό γραφεῖο του. «Δέν ἔχασες κανένα βιβλιάριο», μοῦ εἶπε ἄγρια, «τό πέταξες μόνος σου κι ἦρθες ἐδῶ νά μέ ἐξαπατήσεις, ὅτι τάχα ἔκαμες τά ἐργαστήρια!… Αλλοῦ αὐτά!..». Βγαίνοντας ἀπό τό γραφεῖο ἔβλεπα ἀκόμα τό ἀγριεμένο πρόσωπο τοῦ καθηγητῆ νά μέ ἀποπαίρνει σάν ἀπατεώνα. Ταυτόχρονα, μαζί μέ τή δυσκολία μου νά κατανοήσω τό γεγονός, αἰσθανόμουν ἕνα ἀνθρωπάκι τόσο δά, ἀδικημένο, ἀνυπεράσπιστο καί μηδαμινό. Ἡ συμπεριφορά αὐτή τοῦ καθηγητῆ, γιά ὅσους τόν ἤξεραν, δέν ἦταν κάτι πρωτάκουστο. Τό ζήτημα ὡστόσο γιά μένα ἦταν ὅτι θά ἔχανα τίς ἐξετάσεις καί τή χρονιά. Ὁ χρόνος πίεζε καί ἦταν στή μέση καί ἡ προθεσμία τῆς ἀναβολῆς ἀπό τό στρατό. Καί τί θά ᾿λεγα στούς δικούς μου πού δέν  ἤξεραν, οὔτε θά καταλάβαιναν, τί ἐστί Παναγιώτης Φωτεινός…

          Ἀνάλογα προσωπικά περιστατικά θά μποροῦσα νά παραθέσω κάνα δυό ἀκόμα. Ὅλα τους εἶχαν ἕνα κοινό παρονομαστή: ὅτι, μέ μικρές διαφορές μεταξύ τους, ἔνιωθα κάθε φορά ἀφοπλισμένος ἀπό τήν καθημερινή μου προσχηματική πανοπλία. Καί ὄχι μόνο ἀπό αὐτή τήν πανοπλία, ἀλλά καί ἀπό τά ἴδια τά ροῦχα πού φοροῦσα, κατά τρόπο πού νά αἰσθάνομαι γυμνός καί εὐάλωτος.  Γεγονός πού μοῦ δημιουργοῦσε τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ ψυχικές καί, παραδόξως, οἱ σωματικές μου διαστάσεις συστέλνονταν καί μίκραιναν σέ ἐξαιρετικό βαθμό. Μιά τέτοια σύμπτυξη στό σκληρό πυρήνα τῆς ὕπαρξης δέν ἔπαυε ὡστόσο νά εἶναι ταυτόχρονα κι ἕνας τρόπος αὐτογνωσίας.

           Μετά ἀπό τήν ἀναπόληση τέτοιων ἀπογυμνωτικῶν προσωπικῶν περιστατικῶν ἐπανῆλθα στό γράψιμο. Ἀπό τίς πρῶτες ὅμως φράσεις, ἔμφανιζόταν ἀπέναντί μου, λιγότερο ἴσως ἔντονα ἀπό ἄλλοτε, ὁ παλιός μου φίλος, ὁ φανταστικός ἀναγνώστης. Ἐνῶ πίσω ἀπό τά αὐτιά μου ἄκουγα πάλι τόν ὑποβλητικό ψίθυρο τοῦ ἄλλου φίλου μου. Ὕστερα ἀπό πολλές ἀποτυχημένες προσπάθειες νά γράψω ἀπό τήν πλευρά ἑνός γυμνοῦ, ἀπελευθερωμένου ἀπό ὁποιεσδήποτε προθέσεις, ἐγώ, μοῦ κόπηκε, ὅπως τόσες φορές ἄλλωστε, ἡ διάθεση νά συνεχίσω. Σάν μιά διέξοδο σκέφτηκα νά ἀναζητήσω στή νεοελληνική λογοτεχνία ἔργα πού γράφτηκαν ἀπό συγγραφεῖς πού, ὅταν τά ᾿γραφαν, βρίσκονταν σέ κατάσταση ἀπογύμνωσης. Τό πρῶτο ὅνομα πού ἦρθε στό νοῦ μου ἦταν ἐκεῖνο τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ ὡς πεζογράφου. Ἀπό τά διηγήματά του ξεχώριζαν στή μνήμη μου, «Τό ἁμάρτημα τῆς μητρός μου», τό «Ποῖος ἦτον ὁ φονεύς τοῦ ἀδελφοῦ μου», «Τό μόνον τῆς ζωῆς του ταξείδιον» καί τό «Ὁ Μοσκώβ-Σελήμ». Σ᾿ αὐτά τά διηγήματα μποροῦσα νά πῶ ὅτι ὁ συγγραφέας πού τά ἔγραψε, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀφηγηματολογική μέθοδό του, βρισκόταν σέ κατάσταση ἀπογύμνωσης. Ἀπογύμνωσης ἀπό ἰδεολογικές, ἐθνικιστικές, κοινωνικιστικές, ψυχαναλυτικές, κοσμικές καί ὅποιες ἄλλες προθέσεις. Δέν ἔβλεπα τίποτε ἄλλο ἀπό μιά ὕπαρξη συσπειρωμένη στήν ἐνδόμυχη ἀλήθεια της. Μιά ὕπαρξη μάλιστα γυμνή καί στήν ἐξωτερική της ἐμφάνιση, τό σχῆμα ἑνός ἀνθρώπου πού δέν εἶχε τίποτα νά κρύψει. Ἔπειτα σκέφτηκα τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἡ γενική ἐντύπωση ἦταν πώς εἴχαμε πάλι ἕναν πεζογράφο σέ μεγάλο βαθμό ἀφτειασίδωτο. Ὅμως τό ἕνα ἀπό τά δυό ἐκτενέστερα πεζά τῆς ὥριμης παραγωγῆς του ἦταν συζητήσιμο. Ἐνῶ τό Βαρδιάνος στά σπόρκα, πού τό ᾿χα διαβάσει πρόσφατα ἀπό τίς ἐκδόσεις Γαλαξία, μοῦ ἄφηνε τήν ἐντύπωση ἑνός ἔργου πού εἶχε γραφτεῖ χωρίς κρατούμενα, ἄρα ἀχειραγώγητο ἀπό ἰδεολογική ἤ ἄλλη ἄποψη, Ἡ Φόνισσα δέν ἔδειχνε ἐξίσου ἀχειραγώγητη. Ἡ ὅλη ἱστορία ἔμοιαζε νά ἔχει κίνητρο μιά προσχηματισμένη ἰδέα, τήν ἰδέα τῆς δύσκολης ζωῆς τῶν γυναικῶν. Μιᾶς ζωῆς πού ἔπεφτε βαρειά στίς πλάτες τῶν γυναικῶν ὁρισμένης χαμηλῆς κοινωνικῆς στάθμης. Δίπλα στό ἄρρωστο νεογέννητο, στή νυχτερινή ἀτμόσφαιρα τοῦ σπιτιοῦ, κάτω ἀπό τό βάρος τῶν συλλογισμῶν της, ἡ Φραγκογιαννοῦ θά μποροῦσε νά φτάσει στό σημεῖο νά πνίξει τήν ἐγγονή της, γιά νά τήν ἀπαλλάξει ἀπό τά βάσανα τῆς ζωῆς πού τήν περίμεναν. Ἐδῶ πέρα ἡ πράξη, ἄν καί τραβηγμένη, φαίνεται νά δικαιώνει τήν ἰδέα. Ὅταν ὅμως μέρα μεσημέρι, στήν ὕπαιθρο, ἡ Φραγκογιαννοῦ ρίχνει μέσα στή στέρνα τά δύο ξένα κοριτσάκια, ἡ πράξη δέν μοιάζει τόσο φυσική. Ἀντίθετα, ἡ πράξη αὐτή, στήν ὁποία δέν λογαριάζονται οἱ διαφορετικές συνθῆκες ἀπό τή νύχτα στό σπίτι τῆς λεχώνας κόρη της, οὔτε τό μητρικό φίλτρο κι ἐνῶ τά μυαλά τῆς Φραγκογιαννοῦς ἦταν στή θέση τους, ἄφηνε ἔκθετη τή ἰδέα. Στή Φόνισσα ὑπάρχουν καί ἄλλα σημεῖα στά ὁποῖα γίνεται φανερό ὅτι ὁ πεζογράφος ἔγραφε χειραγωγημένος ἀπό μιά ἀρχική ἰδέα. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔγραφε ἰδεατά ὁπλισμένος καί ὄχι συνεπῶς κατά τίς ἐνδόμυχες ἐπιταγές του. Πρόσφατα εἶχα διαβάσει τήν Ἱστορία ἑνός αἰχμαλώτου τοῦ Στρατῆ Δούκα στήν ὡραία 5η ἔκδοση τοῦ Αἰγόκερω (Θεσσαλονίκη 1969). Δέν εἶχα ἀμφιβολία πώς εἶχε γραφτεῖ μέ εὐθύτητα καί ἀπροσχημάτιστη συγγραφική προαίρεση. Τό ἴδιο τό κείμενο μαρτυροῦσε μᾶλλον ὑψηλό συγγραφικό ἦθος. Πρόσφατη ἦταν ἐπίσης ἡ ἀναγνωστική γνωριμία μου μέ τό Γιάννη Μπεράτη. Τόσο ὁ Αὐτοτιμωρούμενος, ὅσο καί Τό πλατύ ποτάμι (τό Ὁδοιπορικό του 43, τό διάβασα ἀργότερα), στή δική μου ἀντίληψη ἦταν ἔργα γραμμένα σέ κατάσταση πλήρους συγγραφικής ἀπογύμνωσης. Ὁ λόγος τοῦ Μπεράτη δέν εἶχε τίποτα τό προσχηματικό. Κι ὅταν, στό Πλατύ ποτάμι, παρουσιάζεται ὁ συγγραφέας μέ τό ὄνομά του, λέγοντας σ᾿ ἕνα σημεῖο, «Ἄ! κ᾿ εἴπαμε, ὅταν ἀρχίσαμε τούτη ἐδῶ τήν ἱστορία, πώς πρέπει νά ᾿μαστε ἀπολύτως εἰλικρινεῖς καί νά μήν παραλείψουμε οὔτε μιά λεπτομέρεια. Ναί, ὅταν ἄνοιγα τήν πόρτα κι ἔμπαινα μέσα σ᾿αὐτή τήν αἴθουσα πού κανένας δέν μέ πρόσεχε, μοῦ ᾿ρχόταν νά τούς πιάσω ἕναν-ἕναν ἀπό τό πέτο τῆς στολῆς τους καί νά τούς φωνάξω μές στά μοῦτρα πώς ὅ,τι καί νά γίνει, πώς καί νά σπάσει ὁ διάβολος τό ποδάρι του, θά τήν κάνω τήν Ἑλλάδα νά μιλάει μιά μέρα γιά μένα. Μά ὅλ᾿ αὐτά, βέβαια, ἦταν τό ἡφαίστειο πού μόνιμα κοχλάζει καί τυραννᾶ μέσα, ἐνῶ ἀπ᾿ ἔξω ἦταν τό κόρδωμα, ἡ προσοχή, ἡ ἐλαφριά συνοφρύωση, κ᾿ ἡ ἔξαλλη προσπάθεια νά μή φαίνεται τίποτα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά πάνω στό πρόσωπό σου,  οὔτε δηλαδή ὁ ζητιάνος, οὔτε καί ὁ ἄνθρωπος πού προκαλεῖ»[6], ξέρεις κι ἀπ᾿ ὅλο τό βιβλίο πώς εἶναι ἕνα μάθημα συγγραφικῆς ἀκεραιότητας. Ἀπό τούς πιό νεότερους εἶχα ἤδη ἀνοίξει διάλογο μέ τέσσερις φρεσκοδιαβασμένους πάλι. Τό Θανάση Βαλτινό τοῦ «Ἡ κάθοδος τῶν ἐννιά»  (περιοδικό Ἐποχές, τεῦχος 5, Ἀθήνα 1963), τό Γιῶργο Ἰωάννου τοῦ Γιά ἕνα φιλότιμο (Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1964), τό Χριστόφορο Μηλιώνη τοῦ μεγάλου διηγήματος «Τό πουκάμισο τοῦ Κένταυρου» (δακτυλογραφημένο τό 1966) καί τό Μάριο Χάκκα τοῦ Μπιντέ καί ἄλλες ἱστορίες, Κέδρος, Ἀθήνα 1970) καί λίγο ἀργότερα τοῦ Κοινόβιου (Κέδρος, Ἀθήνα 1972). Κι οἱ τέσσερις ἔδειχναν, μέ διαφορετικό τρόπο ὁ καθένας, τόση συγγραφική εὐθύτητα, ὥστε νά μήν διακρίνονται, πίσω ἀπό τά κείμενα ἤ ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές τους, «νεύματα» ἀλλότριων κινήτρων. Ἀντίθετα κι οἱ τέσσερις ἔμειναν πιστοί στήν ἀρχή ἑνός ἀπροσχημάτιστου λόγου. Στήν ἴδια κατηγορία ἔβαζα τά Ἀπομνημονεύματα τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, τή Στρατιωτική ζωή ἐν Ἑλλάδι τοῦ Ἀνώνυμου (ἔκδοση Γαλαξίας, 1970), τό Νούμερο 31328 τοῦ Ἠλία Βενέζη, τό Λεωνή τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ, τήν Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς τοῦ Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, τήν Τειχομαχία τοῦ Θ.Δ. Φραγκόπουλου, κ.ἄ.

          Καθώς σκεφτόμουνα τά παραπάνω, σκεφτόμουνα ταυτόχρονα καί  πεζογράφους πού εἶχαν ἀκολουθήσει διαφορετική ὥς ἀντίθετη κατεύθυνση.  Πεζογράφους δηλαδή πού εἶχαν γράψει κείμενα σέ κατάσταση προσποιητῆς ἔμπνευσης ἤ, ἀλλιῶς, πεζογράφους ἰδεοκρατούμενους. Τέτοιους θεωροῦσα π.χ. Τόν Πέτρο Πικρό τῆς συλλογῆς διηγημάτων Χαμένα κορμιά. Τό Στρατή Μυριβήλη τοῦ μυθιστορήματος Ἡ παναγία ἡ γοργόνα. Τό Θανάση Πετσάλη-Διομήδη τοῦ μυθιστορήματος Οἱ Μαυρόλυκοι. Τό Νίκο Καζαντζάκη τοῦ μυθιστορήματος Βίος καί πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπᾶ. Τό Γιῶργο Θεοτοκᾶ τοῦ μυθιστορήματος Ἀργώ. Τόν Ἀντώνη Σαμαράκη τῆς συλλογῆς διηγημάτων Ζητεῖται ἐλπίς καί τοῦ μυθιστορήματος Σῆμα κινδύνου, κ.ἄ. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις οἱ πεζογράφοι δέν ξεκινοῦσαν ἀπό τή ζωή, ἀλλά ἀπό κάποια ἰδέα τήν ὁποία ἔπειτα γύρευαν νά ἐπενδύσουν μέ ὁρισμένη ἀφηγηματική δράση. Τό ζήτημα ἦταν πώς ἡ ἀφηγηματική δράση, ὅπως στή Φόνισσα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀποκάλυπτε τήν πρόθεση τοῦ συγγραφέα, μέ συνέπεια ἡ ἴδια ἡ δράση νά μήν γίνεται πειστική. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἕνας ἀκόμα πεζογράφος, ὁ Κωσταντίνος Χατζόπουλος, εἶχε γράψει δυό μυθιστορήματα τά ὁποῖα ἀνταποκρίνονταν σέ διαφορετικούς ὅρους. Κατά τό προηγούμενο τῆς Φόνισσας εἴχαμε τόν Πύργο τοῦ Ἀκροπόταμου, ἕνα μυθιστόρημα ἰδεολογικά κατευθυνόμενο. Ἐκεῖ πού θά ταίριαζε μιά καθαρά ἠθογραφική ἀφήγηση, σύμφωνη μέ τήν πραγματικότητα καί τά δεδομένα τοῦ τόπου καί τῆς ἐποχῆς, εἴχαμε μιά ἀφήγηση κοινωνικοῦ προβληματισμοῦ. Τό ἔργο ἄφηνε νά διαφανεῖ ὅτι εἶχε γραφτεῖ ἀπό πεζογράφο πού βρισκόταν σέ κατάσταση ἰδεολογικῆς ἐξάρτησης. Κάθε ἄλλο δηλαδή, παρά ἀπογυμνωμένον ἀπό ἐπείσακτα στοιχεῖα. Ἀντίθετα ὁ ἴδιος πεζογράφος στό μυθιστορημά του Φθινόπωρο, ἀντίστοιχα μέ τό Βαρδιάνο στά σπόρκα τοῦ Παπαδιαμάντη, παρουσιαζόταν ἐξαιρετικά αὐτοδύναμος, γράφοντας μέ πυξίδα τήν εὐαισθησία του.

          Τόν ἴδιο καιρό ἀναδύθηκαν αἰσθήματα καταχωνιασμένα μέσα μου ἀπό τά μαθητικά μου χρόνια. Ὅταν στίς ἐθνικές γιορτές μᾶς μιλοῦσαν στό Δημοτικό οἱ δάσκαλοι καί ἀργότερα στό Γυμνάσιο οἱ καθηγητές, οἱ λόγοι τους ἦταν τόσο θεατρικά ὑψηλόφρονοι, πού προκαλοῦσαν μᾶλλον κωμική ἐντύπωση. Ἔβλεπες ἕνα γνωστό ἄνθρωπο νά γίνεται κήρυκας εὐγενικῶν καί ἡρωικῶν αἰσθημάτων, ὅταν ἤξερες πώς ὁ ἴδιος ἄνθρωπος κάθε ἄλλο παρά ἐμφοροῦνταν ἀπό παρόμοια αἰσθήματα. Καθηγητές π.χ. πού κατέβαζαν τή στάθμη τῶν βαθμῶν γιά νά ἀναγκάσουν τούς ἀδύνατους μαθητές νά κάνουν, ἐπί πληρωμῆ, ἰδιωτικά  μαθήματα στούς ἴδιους, παρουσιάζονταν στίς ὁμιλίες τους ἄμετρα μεγαλόψυχοι. Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἐμφάνιση τῶν θεολόγων στόν ἄμβωνα. Αὐτῶν δέν γνώριζα τήν ἰδιωτική τους ζωή, ὅμως αἰσθανόμουν πώς ὁ τόνος καί ὁ χρωματισμός τῆς φωνῆς τους ἦταν ἐξαιρετικά ὑποκριτικός. Μέσα στά λόγια τους ἡ ἀγάπη γιά τό συνάνθρωπο ἐκφραζόταν συχνά μέ τόσο μένος σωτηριολογίας, πού ἀναρωτιόσουν ἄν κατά βάθος ἤταν κάν καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι. Τή θεατρική παράσταση τήν ἔβλεπα ἐπίσης στή σαββατοκύριακη βόλτα τῶν Γιαννιωτῶν στήν κεντρική πλατεία τῆς πόλης. Ντυμένοι μέ τά καλύτερά τους, ἄντρες, γυναῖκες, ἀγόρια καί κορίτσια, περπατοῦσαν πάνω-κάτω, σάν παγώνια. Ἡ μικρή πόλη ἐπέτρεπε νά γνωρίζονται οἱ περισσότεροι μεταξύ τους. Ἔτσι ὁ βαθμός τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στό καλοντυμένο, ἐπίσημο, παρουσιαστικό τους στήν πλατεία, ἀπό τό ἕνα μέρος, καί, ἀπὀ τ᾿ ἄλλο, στήν καθημερινή τους ζωή μέ τά τριμμένα ροῦχα τους, δέν ἦταν ἄγνωστος. Κι ὅμως ὅλοι φέρνονταν σά νά ἦταν ἄγνωστος.

          Λίγο μετά μοῦ ἔγινε ἔμμονη ἰδέα νά παρατηρῶ τό φέρσιμο τῶν ἀνθρώπων στίς συναναστροφές τους ἤ στό δρόμο, καθώς καί τῶν συγγραφέων μέσα ἀπό τά ἔργα τους. Ἔβλεπα π.χ. στό δρόμο ἕναν κύριο μέ ἀτσαλάκωτο κοστούμι καί τσάντα στό χέρι νά βαδίζει σοβαρός, κορδωτός, ἄκαμπτος σάν λαμπάδα, σχεδόν ἐξωκοσμικός. Ἕναν κύριο σάν τίς ντυμένες κοῦκλες πού βλέπουμε στίς βιτρίνες, ὅπου τό πᾶν εἶναι ἡ ἄψογη κατά τή μόδα ἐμφάνιση. Τό ἐξαγόμενο ἦταν πώς ὁ κύριος αὐτός, σύμφωνα μέ τό παρουσιαστικό του, δέν θά ᾿πρεπε νά τρώει, νά φτύνει, νά κατουράει, νά κάνει ἔρωτα. Δέν ἔπρεπε νά ἔχει κάν πρωκτό, τό παρουσιαστικό του δέν ἐπέτρεπε νά ἔχει. Τό ἴδιο γινόταν σέ ἄλλες περιπτώσεις μέ τίς πολύ σεμνοτυφεῖς κοπέλες ἤ τίς πολύ σοβαρές κυρίες, κ.λπ. Σ᾿ ἕνα διαφορετικό περιβάλλον γνώρισα τήν ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματατος αὐτοῦ, ἐκεῖ πού οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ἀποκαλύπτονταν ἐξαιρετικά ἀξιαγάπητοι: στό περιβάλλον τῶν νοσοκομείων. Ἐκεῖ πού ἡ ἔπαρση καί ἡ προσποίηση δέν εἶχαν θέση, οἱ ἄνθρωποι εὕρισκαν τά μέτρα τοῦ ἀπροσχημάτιστου ἑαυτοῦ τους. Καί οἱ συγγραφεῖς; Μέ τούς συγγραφεῖς ἀνοίγονταν ἕνα εὐρύ κεφάλαιο παρατηρήσεων. Ὅ,τι μπορεῖ νά περάσει ἀπό τό μυαλό κανενός πάνω στίς κοινωνικές συμπεριφορές, τό βρίσκει μέσα στά βιβλία. Ἐννοῶ ἀναφορικά μέ τή συμπεριφορά τῶν συγγραφέων ἀπέναντι στούς ἀναγνῶστες. Διαβάζοντας ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές τῶν κειμένων, τῶν ὁποιωνδήποτε κειμένων, ἔχει κανείς τή δυνατότητα νά διακρίνει ποικίλες ὅσες στάσεις συγγραφέων. Τή στάση τῆς σεμνότητας, τῆς ἁπλότητας, τῆς σοβαρότητας, τῆς σοβαροφάνειας, τῆς πόζας τοῦ σπουδαίου, τοῦ νάρκισσου, τοῦ ἐπιδειξία, κ.λπ. Εἶναι τόσο ἀνελέητα προδοτικά τά κείμενα γι᾿ αὐτούς πού τά γράφουν, πού θά ᾿πρεπε νά τό καλοσκέφτεται κανείς προτοῦ νά πιάσει πένα στό χέρι. Ἀκόμα καί τί βρακί φοράει κανείς δέν μένει μυστικό. Γιά μένα ἡ ἐνασχόληση μέ τήν ἀποκαλυπτική ἰδιότητα τῶν κειμένων ὑπῆρξε μιά περίοδος ἔντονης ἄσκησης καί προβληματισμοῦ, λόγω τῶν δυσκολιῶν πού ἀντιμετώπιζα στό γράψιμο. Συχνά, καθώς βρισκόμουν σέ συγγραφικό ἀδιέξοδο, περνοῦσα τήν ὥρα μου κάνοντας ταξινομήσεις συγγραφέων κατά τήν ἐνδοκειμενική παρουσία τους. Τραβοῦσα κάθετες γραμμές σέ μιά λευκή κόλλα χαρτί, σχημάτιζα  στῆλες κι ἔγραφα πάνω πάνω διάφορους χαρακτηρισμούς. Π.χ.: (α) ἀκέραιοι, (β) ἀπροσχημάτιστοι, (γ) μέτρια ἀπροσχημάτιστοι, (δ) προσχηματικοί, (ε) ποζάτοι, (στ) ὑποκριτικοί, κ.λπ. Ἔπειτα ἔγραφα μέσα στίς στῆλες ὀνόματα συγγραφέων πού πίστευα πώς ἀνταποκρίνονταν στούς χαρακτηρισμούς αὐτούς. Ἀνάλογες διακρίσεις ἐπιδέχονταν ἐπίσης τά διάφορα κείμενα τοῦ ἡμερήσιου καί περιοδικοῦ τύπου (μελέτες, δοκίμια, ἐπιφυλλίδες, ἄρθα, κριτικές) ὁποιασδήποτε κατηγορίας. Πρέπει νά πῶ ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἄσκηση, πέρα ἀπό παιγνίδι νά περνάει ἡ ὤρα, εἶχε καί μιά προπαιδευτική σημασία. Πράγμα πού φάνηκε ἀργότερα, καθώς δέν ἦταν ἄσχετη ἀπό τίς μετέπειτα ἀποδοχές μου. Ἀκόμα καί σήμερα, ὅταν πιάνω ἕνα νέο λογοτεχνικό βιβλίο στά χέρια μου, τό πρῶτο πού κοιτάζω εἶναι ἡ γλώσσα του, τό ἐπίπεδο τῶν νεοελληνικῶν του, τό δεύτερο εἶναι ἡ στάση τοῦ ὑποκείμενου συγγραφέα. Ἄν καθοιονδήποτε τρόπο τή βρίσκω κίβδηλη καί ὑποκριτική κλείνω τό βιβλίο.

          Μετά τήν πρώτη διάγνωση τῶν ἀναντιστοιχιῶν πίστευα πώς ὅλα ἦταν ζήτημα ἐμπειρικῶν δεδομένων. Δεδομένων πού πήγαζαν απευθείας ἀπό τήν προσωπική μου ζωή καί παραπέρα ἀπό τή φαντασία. Ἡ συνέχεια ὅμως ἔδειξε πώς οἱ ἀναγνωστικές ἐμπειρίες εἶχαν ἐξίσου μεγάλο μερίδιο στίς ἐξελίξεις. Καθώς ὁ καιρός περνοῦσε μέ διαστήματα ἀπάθειας, πού τά διαδέχονταν διαστήματα ἐνεργητικότητας καί ἐνθουσιασμοῦ, σιγά σιγά καί ἀνεπαίσθητα τό ἐνδιαφέρον μου μετατοπίστηκε, ὄχι ἀπόλυτα ἀλλά σημαντικά, ἀπό τό φανταστικό ἀναγνώστη στόν ψιθυριστή ὑποβολέα. Πίστευα πώς ἡ παρουσία αὐτή ἀναπλήρωνε τό κενό πού ὀφειλόταν στήν ἔλλειψη προσωπικῆς φωνῆς. Τί σήμαινε ὅμως προσωπική φωνή; Μιά ἀκουστική ἐμπειρία ἡ ὁποία μοῦ εἶχε τύχει πρίν ἀπό μερικά χρόνια καί εἶχε μείνει στά ἀζήτητα τῆς μνήμης, ἀνασύρθηκε τώρα σάν πολύτιμο εὕρημα.

          Τό χειμώνα τοῦ 1964-1965 ἡ Ἑλληνοαμερικανική Ἕνωση εἶχε ὀργανώσει μιά σειρά ἀπό ποιητικές ἀναγνώσεις. Ὁρισμένη μέρα τῆς ἑβδομάδας ἕνας ποιητής διάβαζε ποιήματά του στό κοινό. Ἡ εἴσοδος ἦταν ἐλεύθερη. Ἐκεῖ λοιπόν ἄκουσα γιά πρώτη φορά μερικούς ποιητές πού γνώριζα τό ἔργο τους, ἀλλά ὄχι τούς ἴδιους. Ἧταν ὁ Μανώλης Ἀναγνωστάκης, ἡ Ἑλένη Βακαλό, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, ὁ Δημήτρης Παπαδίτσας, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ὁ Τάκης Σινόπουλος… Εἶχαν διαβάσει κι ἄλλοι ποιητές πού δέν ἔτυχε νά τούς ἀκούσω. Ἡ ἀνάγνωση γινόταν χωρίς νά προηγεῖται σύντομο βιογραφικό ἤ εἰσαγωγή στό ἔργο τοῦ κάθε ποιητῆ. Ἦταν ἐνδιαφέρον νά βλέπει κανείς πόσο διαφορετικά διάβαζαν τά ποιήματά τους οἱ ποιητές. Ὁ Σινόπουλος ὅλο νά ἱδρώνει νά κοκκινίζει καί νά σκουπίζει τό μέτωπό του μ᾿ ἕνα μαντίλι, κοιτάζοντας συχνά πρός τό κοινό. Στήν ἀρχή τῆς ἀνάγνωσης τοῦ Συνόπουλου ὁ Σεφέρης σηκώθηκε ὄρθιος καί τοῦ φώναξε ἀπό κάτω, ἀποκαλώντας τον «ποιητή», νά δυναμώσει τή φωνή του. Ἱδρωνε καί σκουπιζόταν ἐπίσης κι ὁ Βαλαωρίτης, ὁ ὁποῖος, προτοῦ ν᾿ ἀρχίσει νά διαβάζει, εἶπε πώς αὐτά πού θά διάβαζε ἦταν γλωσσοκεντρικά ποιήματα. Ὁ Παπαδίτσας ξεκίνησε κάπως ἡρωικά μέ τόν «Guiteriez» του,  πέφτοντας μετά σέ πιό μαλακούς τόνους. Ἡ Βακαλό διάβασε μέ κάποια ἐπιθετικότητα καί με βαθιά φωνή, βαθύτερη θά ᾿λεγα ἀπό τίς ἀντρικές. Ὁ Ἀναγνωστάκης πρόφερε τίς λέξεις κάπως καρφωτά, ἀλλά ζεστά καί μέ αἴσθημα. Κι ὅταν τό κοινό τόν χειροκρότησε μετά ἀπό ἕνα ποίημα, εἶπε νά μήν τόν χειροκροτοῦν προτοῦ νά τελειώσουν οἱ ἀναγνώσεις του. Ὁ Σεφέρης με φωνή λίγο τριζάτη διάβαζε συρτά, ἀρκετά μονότονα, ἀλλά πολύ καθαρά. Τό κοινό πού παρακολουθοῦσε τίς ἀναγνώσεις δέν ἦταν παραπάνω ἀπό 40 ὥς 60 ὥς 70 ἄτομα, ἀνάμεσά τους καί οἱ ἴδιοι οἱ ποιητές καί οἱ γνωστοί τους. Δεξιά ἀπό τόν κεντρικό διάδρομο, πρώτη σειρά πρός τό διάδρομο, περίπου στή μέση τῆς ἀπόστασης ἀπό τήν ἐξέδρα τῶν ὁμιλητῶν, καθόταν πάντα ὁ Σεφέρης. Σωματώδης, μέ κοστούμι γκρί καί προσηλωμένος στίς ἀναγνώσεις. Δέν θυμᾶμαι καθόλου παρόντα τόν Ἐλύτη καί τό Ρίτσο. Ξαφνικά, τό συνήθως μετρημενο ἀκροατήριο, τή μέρα τοῦ Σεφέρη, καθώς ἦταν νωπή ἡ βράβευσή του μέ τό Νόμπελ, πολλαπλασιάστηκε. Γέμισε ἡ αἴθουσα, γέμισαν οἱ σκάλες, στάθηκε κόσμος καί στό πεζοδρόμιο. Οἱ ὀργανωτές βάλαν σέ λειτουργία μεγάφωνο γιά τούς ἔξω ἀπό τήν αἴθουσα, ἐνῶ κανονικά οἱ ἀναγνώσεις γίνονταν μέ τή φυσική φωνή τῶν ποιητῶν. Σ᾿ αὐτά τά ποιητικά ἀπογεύματα, τοῦ 1964-1965, στήν Ἑλληνοαμερικανική Ἕνωση, εἶδα ἀπό κοντά ποιητές πού, μολονότι, ὅπως εἶπα, γνώριζα τό ἔργο τους, δέν ἔτυχε νά τούς ἔχω δεῖ καί νά τούς ἔχω ἀκούσει ποτέ ἄλλοτε. Κοίταζα λοιπόν τή σωματική τους διάπλαση, τό ντύσιμό τους, τίς κινήσεις τῶν χεριῶν τους, τίς ἐκφράσεις τοῦ προσώπου τους, καθώς καί τήν ξεχωριστή φωνή τοῦ καθενός. Ἄν μέ ρωτοῦσε κάποιος, γιατί πήγαινα σ᾿ αὐτές τίς ἀναγνώσεις, θά ἔλεγα, ἀπαντώντας εἰλικρινά, ὅτι πήγαινα ἀπό περιέργεια. Πέρα ὅμως ἀπό τήν περιέργεια ἦταν καί μιά ἐξαιρετική ἐμπειρία, τή σημασία τῆς ὁποίας διέκρινα ὅταν μπῆκε τό πρόβλημα τῆς προσωπικῆς φωνῆς.

          Τί εἶχε συμβεῖ σ᾿ εκεῖνες τίς ἀναγνώσεις ἀκριβῶς; Πηγαίνοντας στήν Ἑλληνοαμερικανική Ἕνωση ν᾿ ἀκούσω τούς ποιητές εἶχα ἤδη σχηματισμένη ὁρισμένη ἀκουστική ἐντύπωση ἀπό τό ἔργο τους. Σύμφωνα μέ τήν ἐντύπωση αὐτή τό ἔργο τοῦ καθενός ποιητῆ, τήν ὥρα τῆς σιωπηλῆς ἀνάγνωσής του, ὑπέβαλλε μιά ὁρισμένη ποιότητα φωνῆς. Σάν νά τό διάβαζε κάποιο ἀόρατο πρόσωπο μέ τά χαρακτηριστικά τῆς ἰδιαίτερης φωνῆς του. Δέν ἦταν ἡ δική μου σωματική φωνή, ἀλλά ἕνας τύπος φωνῆς πού ἔβγαινε ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές τοῦ κειμένου, μέ χαρακτηριστικά παρόμοια μ᾿ ἐκεῖνα τῆς φυσικῆς φωνῆς ἑνός ἀνθρώπου. Τήν ἐντύπωση αὐτή δέν τήν εἶχα μόνο ἀπό τό ἔργο τῶν ποιητῶν πού ἄκουσα στήν Ἑλληνοαμερικανική Ἕνωση, τήν εἶχα ἀπό πολλά σημαντικά ἔργα. Ἔτσι πού κατά περίπτωση ὑπῆρχαν ἀνάμεσα στίς ξεχωριστές αὐτές φωνές καί γενικές διαφορές βάθους, ὕψους, ἔντασης καί χρώματος. Παρακολουθώντας λοιπόν  τούς ποιητές νά διαβάζουν κείμενα πού γνώριζα συνέβαινε τό ἑξῆς. Ἔχοντας ἤδη στά αὐτιά μου τή φωνή τῶν κειμένων τους, ἄκουγα τώρα τή φυσική τους φωνή νά εἶναι πολύ διαφορετική. Ἄλλη συνεπῶς ἦταν ἡ κειμενική (ἡ ποιητική) φωνή τους καί ἄλλη ἡ σωματική (λαρυγγική) φωνή τους. Πράγμα πού σήμαινε πώς οἱ ποιητές αὐτοί, ὅπως καί πολλοί ἄλλοι, εἶχαν μιά ποιητική ἤ κειμενική φωνή καί μιά σωματική. Σωματική φωνή εἶχε ὅλος ὁ κόσμος. Κειμενική ὡστόσο μόνο οἱ σημαντικοί ποιητές, ἀλλά καί πεζογράφοι. Ὅπως ἔγραφα ἀρκετά χρόνια μετά:

          «Ἄν διαβάσει κανείς ἀπό μέσα του, ἔστω λίγες σειρές ἀπό κάποιο λογοτεχνικό πεζό τοῦ Ἰωάννου, θά διακρίνει, εὔκολα ὑποθέτω, τόν τόνο καί τό χρῶμα μιᾶς ὑποβλητικῆς φωνῆς πού θυμίζει κάπως τήν ἀνθρώπινη φωνή τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας. Κι ὅμως, ἄν καλοπροσέξουμε, θά δοῦμε πώς δέν πρόκειται γιά τόν τόνο καί τό χρῶμα τῆς δικῆς μας φωνῆς, ὅπως θά τήν ἀκούγαμε ἄν διαβάζαμε φωναχτά τό κείμενο. Οὔτε πάλι γιά τά ἀντίστοιχα χαρακτηριστικά τῆς φυσιολογικῆς, δηλαδή τῆς σωματικῆς, φωνῆς τοῦ συγγραφέα, ὅπως τήν ἄκουσαν ὅσοι τήν ἄκουσαν, στόν προφορικό του λόγο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά κάτι ἄλλο, γι᾿ αὐτό πού θά ᾿λεγα φωνή τοῦ κειμένου. Ὅσο μπορῶ νά κρίνω ἡ φωνή τοῦ κειμένου ἀποτελεῖ κατά κάποιον τρόπο τήν ἀντήχηση τῆς προσωπικότητας ἑνός συγγραφέα μέσα στά γραφτά του. Κι ὅσο πιό ἰδιότυπη καί ὁλοκληρωμένη εἶναι ἡ προσωπικότητα αὐτή, ὅσο πιό ἰδιότυπη ὡς κράση καί ὁλοκληρωμένη ὡς πνευματική ὀντότητα, τόσο εὐκρινέστερα ‘‘ἀντηχεῖ’’ μέσα στά γραφτά της.»[7]

          Στό ἴδιο θέμα ἀναφέρθηκα ἀναλυτικά στό δεύτερο βιβλίο μου[8]. Τότε βέβαια πού μέ ἀπασχολοῦσε τό πρόβλημα τῆς ξένης φωνῆς, ὅ,τι μ᾿ ἐνδιέφερε περισσότερο ἦταν ἡ ἔγνοια μου νά φύγει ἀπό τ᾿ αὐτιά μου ὁ γνωστός ψίθυρος. Καί βέβαια ν᾿ ἀκούω, ὅταν διάβαζα νοερά γραφτά μου, μιά ἀντίστοιχη δική μου κειμενική φωνή. Οἱ δοκιμές ὡστόσο δέν πήγαιναν καλά, γιά τήν ἀκρίβεια πήγαιναν ἄσχημα. Γιά ἕνα διάστημα ἔφτασα στά ἄκρα: αὐτιαζόμουν συνεχῶς, μιλώντας ἀπό μέσα μου γιά διάφορα πράγματα, μήπως ἀκούσω κάποιον ξεχωριστό δικό μου τόνο ἀντί τοῦ γνωστοῦ μου ψίθυρου. Ἄλλοτε προσπαθοῦσα νά διαβλέψω πῶς θά μποροῦσε νά ᾿ναι αὐτή ἡ κειμενική φωνή μου. Ὅμως σέ τέτοια ζητήματα τό νά ἐπιμένεις βουλητικά νά εἶσαι ἀποτελεσματικός εἶναι λάθος.

          Στό μεταξύ τό ζήτημα τῶν κρίσιμων περιστάσεων δέν εἶχε κλείσει ὁριστικά. Ὅτι ὁ ἀπογυμνωτικός ρόλος αὐτῶν τῶν περιστάσεων πάνω στό ἄτομο ἦταν κεφαλαιώδους σημασίας γιά τή λογοτεχνική πράξη τό θεωροῦσα βέβαιο. Μολαταῦτα μιά ὑποψία  ὅτι κάτι οὐσιαστικό μοῦ ξέφευγε δέν ἔφευγε ἀπ᾿ τό μυαλό μου. Μιά ὑποψία πού κέρδιζε μέ τόν καιρό ἔδαφος, τόσο διαισθητικά, ὄσο καί ἀπό τήν πευρά τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Ἔτσι τό ἐρώτημα, ἄν ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἀναλογία ἀνάμεσα στίς κρίσιμες περιστάσεις καί στό λογοτεχνικό ἀποτέλεσμα, ἄνοιγε ἕνα δρόμο σ᾿ ἕνα νέο προβληματισμό. Ἄν ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἀναλογία  πῶς μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ ἡ ποιοτική διαφορά πού παρουσιαζόταν ἀνάμεσα σέ ἔργα, τά ὁποῖα διαδραματίζονταν κάτω ἀπό παραπλήσιες συνθῆκες; Πῶς μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ π.χ. τό γεγονός ὅτι ὁ Θάνος Βλέκας τοῦ Παύλου Καλλιγᾶ ἦταν ὑψηλότερης στάθμης πεζογράφημα ἀπό τούς Ἄθλιους τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Ἰωάννη Κονδυλάκη; Ὅτι Τό πλατύ ποτάμι τοῦ Γιάννη Μπεράτη ἦταν ἀνώτερης ἐπίσης στάθμης ἀπό τούς Ἁρματωμένους τοῦ Λουκή Ἀκρίτα; Ὅτι ἡ Τειχομαχία τοῦ Θ.Δ. Φραγκόπουλου ὑπερεῖχε ἀπό τή Ρίζα τοῦ μύθου τοῦ Ρόδη Ρούφου; Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἄν δέν ὑπῆρχε εὐθύγραμμη ἀναλογία, ποιά ἦταν ἡ εἰδοποιός διαφορά πού ἔκανε μιά κρίσιμη περίσταση λογοτεχνικά ἀποδοτικότερη ἀπό μιά ἄλλη; Ἔργα, ὅπως Ὁ Ἠλίθιος τοῦ Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ἡ Ἄννα Καρένινα τοῦ Λέοντα Τολστόι, Τό Μαγικό Βουνό τοῦ Τόμας Μάν, ἔδειχναν ὅτι δέν ἦταν ἀπαραίτητο νά συμβαίνουν συνταρακτικά ἐξωτερικά συμβάντα γιά νά προκύπτουν ἔντονες ἐσωτερικές καταστάσεις. Τό συμπέρασμα, πού ἔβγαινε ἀπό ἕνα τέτοιο σκεπτικό, ἦταν ὅτι εὐθύγραμμη ἀναλογία, ἀνάμεσα σέ μιά κρίσιμη ἐξωτερική περίσταση καί στόν ἐσωτερικό ἀντίκτυπό της, δέν ὑπήρχε. Ὁ Ντοστογιέφσκι στόν Ἠλίθιο ἔφτασε νά πεῖ ὅτι ἡ στιγμή τῆς ἐλλαμπτικῆς διαύγειας, πρίν ἀπό τήν κρίση τῆς ἐπιληψίας, «ἀπό μόνη της ἄξιζε μιά ὁλάκερη ζωή»[9]. Στήν περίπτωση αὐτή δέν ὑπῆρχε κάν ἐξωτερικό γεγονός ὡς κρίσιμη περίσταση. Ἀντίθετα ἡ κρίσιμη περίσταση συνδεόταν μ᾿ ἕνα καθαρά ἐσωτερικό γεγονός, τήν προαίσθηση τῆς ἐπιληπτικῆς κρίσης. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι αὐτό πού μετροῦσε οὐσιαστικά ἦταν ἕνα κάποιο ἐσωτερικό γίγνεσθαι, τό ὁποῖο μποροῦσε νά προκύπτει ἀπό συγκλονιστικά ἤ ὄχι ἐξωτερικά συμβάντα, ἀλλά καί ἀπό ἐσωτερικούς παράγοντες. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν ἦταν λίγα τά λογοτεχνικά παραδείγματα πού ἔβαζαν ἐπιπλέον στό λογαριασμό κρίσιμες περιστάσεις φανταστικῆς προέλευσης. Ὅτι δηλαδή ἕνας συγγραφέας μποροῦσε νά φτάσει μέ τή φαντασία του σέ κατάσταση ἔντονου ἐσωτερικοῦ γίγνεσθαι. Παράδειγμα τό «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» τοῦ Νίκου Κάσδαγλη, πού δέν ἦταν μακρονησιώτης, καί πού συνέβαινε μάλιστα τό διήγημά του νά ᾿ναι πειστικότερο ἀπό τό Λοιμό τοῦ Ἀντρέα Φραγκιᾶ, πού αὐτός ἦταν μακρονησιώτης.

          Τότε ἦρθε, σάν ἀπό μηχανῆς θεός, νά δώσει συνέχεια ἕνα μικρό πεζό τοῦ Φράνς Κάφκα. Λεγόταν, «Ἡ ξαφνική ἔξοδος», καί εἶχε δημοσιευτεῖ μεταφρασμένο στή Διαγώνιο τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου.[10] Τό εἶχα διαβάσει κάπου δέκα χρόνια νωρίτερα, ὅταν δέν εἶχα τίς ἴδιες λογοτεχνικές ἔγνοιες. Ὅμως δέν εἶχε περάσει ἐντελῶς ἀπαρατήρητο. Αὐτό λοιπόν τό μονοσέλιδο κειμενάκι παρουσίαζε τό ἐσωτερικό γίγνεσθαι ἑνός ἀνώνυμου ἀτόμου, κάτω ἀπό ἐξωτερικές καί ἐσωτερικές συνθῆκες. Τό ἄτομο αὐτό μετά τό δεῖπνο ἑτοιμάζεται νά ξαπλώσει. Ἡ ὤρα εἶναι ἤδη προχωρημένη καί τίποτε δέν φαίνεται νά εὐνοεῖ τήν ἔξοδο ἀπό τό σπίτι του. «.., καί παρ᾿ ὅλα αὐτά, ἔχεις τιναχτεῖ μ᾿ ἕνα ξαφνικό σπασμό ἀνησυχίας, ἔχεις ντυθεῖ βιαστικά γιά ἔξω, ἔχεις δώσει  ἐξηγήσεις πώς πρέπει νά βγεῖς λίγο, καί, μέ λίγα κοφτά λόγια ἀποχαιρετισμοῦ, ἔχεις ἤδη βγεῖ στό δρόμο, […] μέ τά μέλη σου νά ταλαντεύονται μέ μιάν ἀπίστευτη ἄνεση μπρός στήν ἐλευθερία πού τούς χάρισες, ὅταν σάν ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀποφασιστικῆς ἐνέργειάς σου αἰσθάνεσαι συγκεντρωμένες μέσα σου ὅλες τίς δυνατότητες αὐτῆς τῆς ἀποφασιστικῆς ἐνέργειας, […] –τότε γι᾿ αὐτό τό βράδυ ἔχεις ξεφύγει τελείως ἀπό τήν οἰκογένειά σου, πού ἔτσι διαλύεται στήν ἀνυπαρξία, ἐνῶ ἐσύ ὀ ἴδιος, μέ τά χέρια πίσω, μιά σταθερή καλοσχεδιασμένη σιλουέττα, ὑψώνεσαι στό δικό σου ἀνάστημα». Οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες ἔχουν ἐδῶ τήν ἔννοια τῆς καθημερινῆς ρουτίνας, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἀρκετή πίεση στό ἄτομο νά ἀκολουθήσει τό πρόγραμμά της: νά μείνει μέσα, νά ἀσχοληθεῖ μέ κάτι, νά φορέσει τίς πιτζάμες του, νά ξαπλώσει μετά, νά σβήσει τό φῶς, νά κοιμηθεῖ…  Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ ἐσωτερική παρόρμηση τοῦ ἀτόμου ἔχει ἀντίθετη φορά, μέ ἀποτέλεσμα τόν «ξαφνικό σπασμό ἀνησυχίας, κ.λπ.» Ἡ φράση βέβαια πού βαραίνει ἰδιαίτερα σ᾿ αὐτό τό κείμενο εἶναι ἡ φράση, «ὑψώνεσαι στό δικό σου ἀνάστημα». Αὐτό ἦταν τό ζητούμενο τῆς ἀρχικῆς παρόρμησης. Τό νά ὑψώνεσαι στό δικό σου ἀνάστημα εἶναι ἕνα ἐσωτερικό γίγνεσθαι, τόσο ἀπελευθερωτικό, ὅσο καί αὐτοδημιουργικό, μέ τήν ἔννοια ὅτι πραγματώνεις ἔτσι τόν δυνάμει αὐθεντικό ἑαυτό σου. Γεγονός μέγιστης προσωπικῆς σημασίας.

          Ἡ «Ξαφνική ἔξοδος» στάθηκε αἰτία νά θυμηθῶ μιά λεπτομέρεια πού εἶχα προσέξει στό στρατό: τόν τρόπο πού ὑπόγραφε τίς δίωρες βραδινές ἄδειες τῶν στρατιωτῶν ὁ δόκιμος ἀνθυπολοχαγός Γιῶργος Ροδόπουλος. Ὁ Ροδόπουλος, πού ἦταν πτυχιοῦχος τῆς Παντείου, ὑπόγραφε μέ μελάνι, χρησιμοποιώντας μιά παλιά, ταλαιπωρημένη, πένα «Χ». Αὐτή ἡ πένα, τό παλιό ἐπίσης καλαμάρι «Μενοῦνος» καί τό στυπόχαρτο στήν ἄκρη, μοῦ θύμισαν τόν πατέρα μου. Ἄν καί ἀπό χωριό πρωτόγονης ὀρεινῆς γεωργοκτηνοτροφικῆς κοινωνίας, ὁ παππούς μου ἔστειλε τό μοναχογιό του νά σπουδάσει δάσκαλος στή Μαράσλειο Σχολή τῆς Ἀθήνας, τό 1916. Στή Μαράσλειο, ὁ πατέρας, ἔχοντας ἐξαιρετικούς δάσκαλους (Τζάρτζανο, Λάμψα κ.ἄ.), ἔμαθε θαυμάσια ἑλληνικά καί, μεταξύ ἄλλων, βυζαντινή μουσική, βιολί (οἱ δάσκαλοι τότε ἔπρεπε νά ξέρουν ἕνα μουσικό ὄργανο), λογοτεχνία (μέχρι Παλαμᾶ, Παπαδιαμάντη) καί λίγη γεωπονία. Ταυτόχρονα κατηχήθηκε στά ἐθνικά ἰδεώδη. Ἕνα ἀπό τά τραγούδια πού μᾶς μάθαινε στό σκολειό ἦταν καί τό: «Δέν εἶναι ἐδῶ ἡ πατρίδα μας, μόν᾿ εἶναι πέρα μακριά (τρίς), ὅπου ἄγρυπνα φρουρεῖ ἡ τοῦ Κίμωνος ψυχή. Δέν εἶναι εδῶ ἡ πατρίδα μας, μόν᾿ εἶν᾿ στή Φιλιππούπολη (τρίς). Δέν εἶναι ἐδῶ ἡ πατρίδα μας, μόν᾿ εἶν᾿ στήν κόκκινη μηλιά (τρίς), κ.λπ.» Ὁ πατέρας μου λοιπόν ἔγραφε καί ὑπόγραφε μέ πένα «χ». Στό σπίτι ὑπῆρχε πάντα πένα «χ», καλαμάρι «Μενοῦνος» καί κυλιόμενο, ἡμικυλινδρικό, στυπόχαρτο. Ἡ πένα αὐτή ἦταν τό σύμβολο μιᾶς σεπτῆς κοσμοαντίληψης: παιδεία, θρησκεία, Μεγάλη Ἰδέα. Ἡ παρουσία τῆς πένας σχετιζόταν μέ τή γραμματική, τά μαθηματικά, τήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τό Μέγα Ἀλέξανδρο, τήν Ἁγιά-Σοφιά, τό Βενιζέλο… Μιά ἀντίληψη πού εἶχε διαποτίσει κι ἐμένα ἀπό τά παιδικά μου χρόνια. Στό μεταξύ ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἀδέρφια μου, ὁ πιό διανοούμενος, σπούδαζε νομικά. Αυτός χρησιμοποιοῦσε συνήθως στιλό μελάνης, κι ἔγραφε πολύ περισσότερα ἀπό τόν πατέρα, μάλιστα πέταγε πολλά ἀπό τά γραμμένα χαρτιά. Ὁ Βασίλης, ἔτσι ἔλεγαν τόν ἀδερφό μου, φοροῦσε κοστούμι μέ λεπτό ὕφασμα -ὄχι ὑφαντό τοῦ ἀργαλειοῦ, ὅπως ὁ πατέρας. Εἶχε τρόπους διαφορετικούς καί ὅλος του ὁ προσανατολισμός ἦταν ἀστικός. Τό πέρασμα ἀπό τό χωριό στό ἀστικό ἰδεῶδες ἦταν, θά ἔλεγε κανείς, ἕνα μεῖζον στοίχημα γι᾿ αὐτόν. Ἔτσι τό στιλό του, ὅπως τό ἔβλεπα ἐγώ, ἦταν σύμβολο αὐτῆς τῆς τάσης, τήν ὁποία, ἀφήνοντας σχετικά πίσω τήν πένα τοῦ πατέρα, ἀσπάστηκα ἐπίσης. Ἡ προοτική τώρα μέ τό στιλό ἦταν ἕνα κόσμος γοητευτικός, ὅπου τόσες καί τόσες ἀνομολόγητες ἐπιθυμίες θά μποροῦσαν νά ἐκπληρωθοῦν…  Ὅλα αὐτά ὥσπου νά δῶ τόν τρόπο πού χρησιμοποιοῦσε τήν πένα ὁ Ροδόπουλος. Τά μικρά τετράγωνα χαρτάκια τῆς «᾿μίωρης» ἄδειας, ἦταν ἀπό γκρίζο χαρτί κακῆς ποιότητας. Ὁ Ροδόπουλος τά ἀκινητοῦσε πάνω στό παλιό σανιδένιο τραπέζι μέ τό δείχτη καί τόν παράμεσο τοῦ ἀριστεροῦ χεριοῦ του καί μετά, ἀφοῦ βουτοῦσε τήν ἀξιολύπητη πένα στό μελανοδοχεῖο «Μενοῦνος», τραβοῦσε μέ τό δεξί χέρι μιά ἄγαρμπη ὑπογραφή, ἔτσι πού θά ᾿λεγες πώς θά σκιστεῖ τό χαρτί καί θά χαρακωθεῖ τό ἀποκάτω σανίδι. Τό χαρτάκι ὡστόσο δέν σκιζόταν. Στό τέλος, μετά τίς ὑπογραφές, ὁ δόκιμος πέταζε στήν ἄκρη τήν πένα, χωρίς νά νοιάζεται ἄν στραβώσει ἤ ἄν σπάσει. Αὐτή ἡ χρήση τῆς πένας σάν ἕνα κοινότατο παλιοεργαλεῖο, σάν ἕνα παλιό σκουριασμένο σκαλιστήρι, ἕνα κλαδευτήρι, μιά ἀξίνα, μέ ξάφνιασε. Μιά τέτοια μεταχείριση ἔδινε στήν πένα τή σημασία ἑνός ὄργανου περιορισμένης ἀξίας. Κατά τρόπο πού ἔπαυε, φυσικά, νά εἶναι σύμβολο κάποιου ἀνώτερου ἰδανικοῦ. Οἱ κινήσεις τοῦ χεριοῦ τοῦ Ροδόπουλου, πού κρατοῦσε τήν πένα, δέν εἶχαν τίποτα τό τελετουργικό. Ἧταν κινήσεις ἀναγκαίας πράξης, σχεδόν ἀγγαρίας, χωρίς προεκτάσεις. Ὅλη ἡ στάση του, ὅταν ὑπόγραφε τίς ἄδειες, ἦταν στάση πού ἀποκαθήλωνε τό μύθο τῆς πένας καί τοῦ στιλοῦ πού εἶχα τόσα χρόνια μέσα μου. Στήν πραγματικότητα ἦταν μιά ἀπελευθέρωση ἀπό μιά δεσμευτική, ἀλλότρια, σκευή. Τό ξεπέρασμα, ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη, τοῦ πατέρα καί τοῦ ἀδερφοῦ μου.  Κι ἀπό τήν πλευρά αὐτή ἦταν ἕνα μικρό βῆμα πρός τόν δυνάμει ἑαυτό μου. Κάτι πού βεβαιώθηκε μέ τά χρόνια πού κύλησαν ἔκτοτε, καθώς ὁ χειρισμός τῆς πένας ἀπό τό Ροδόπουλο ἀποτέλεσε μέτρο σύγκρισης σέ πολλές ἄλλες περιπτώσεις. Μποροῦσα π.χ. νά σκεφτῶ κατά πόσο ὁρισμένη  χειρονομία ἤ γενικότερη στάση ἀνταποκρινόταν στό πνεῦμα τοῦ Ροδόπουλου.

          Ἡ «Ξαφνική ἔξοδος» καί οἱ ὑπογραφές τοῦ Ροδόπουλου ἄνοιξαν τό δρόμο σ᾿ ἕνα ἄλλο ζήτημα. Μάλιστα μέ πολύ ἁπλό τρόπο ἔδειχναν τό σχῆμα τῆς ἐσωτερικῆς μετάβασης ἀπό μιά κατώτερη σέ μιά ἀνώτερη προσωπική βαθμίδα. Βαθμίδα ἀπελευθερωτική ἀπό ἀλλότρια στοιχεῖα καί ταυτόχρονα  βῆμα πρός τόν ζητούμενο ἔσω ἑαυτό. Ἡ στιγμή πού ἔγινε ἀντιληπτό αὐτό αἰσθάνθηκα σάν νά ᾿χα λύσει τό γόρδιο δεσμό. Ὄχι πάντως χωρίς τό σχετικό  «ἀντιμάμαλο» ἀναφορικά μέ τήν ἀπόλυτη ἰσχύ τοῦ εὑρήμτος: ἦταν πράγματι τόσο ἁπλό, ἦταν ἔτσι ἀκριβῶς;  Κι ὅπως σέ ἄλλες περιπτώσεις ἀναρωτήθηκα πολλές φορές, ἀνακαλώντας τή στιγμή πού πρωτοσκίρτησε στό νοῦ μου ἡ ἐντύπωση αὐτή, κατά πόσο ἀνταποκρινόταν στήν ἀλήθεια. Οἱ διαισθητικές ἀπαντήσεις πού ἔπαιρνα ἀπό τόν ἑαυτό μου ἦταν σχεδόν πάντα ἐνθαρρυντικές. Ἀλλά καί τά διαβάσματα, ποιητικά, πεζογραφικά, κριτικά, θεωρητικά, ὅσα εἶχα διαβάσει καί μποροῦσα νά θυμηθῶ, συνέκλιναν πρός τήν ἴδια ἄποψη. Ἐκεῖνα ὅμως ἀπό τά βιβλία πού ἀνταποκρίνονταν περισσότερο στήν ἰδέα αὐτή ἦταν τά μυθιστορήματα τῆς ἐφηβείας ἤ μαθητείας. Σ᾿ αὐτά παρουσιάζονταν, μέ ἀρκετή εὐκρίνεια, τά στάδια τῆς ἐσωτερικῆς μετάβασης τοῦ κεντρικοῦ προσώπου, ἀπό κάποια ἀλλοτριωτική βαθμίδα σέ μιά ἀνώτερη αὐτογνωστική.[11] Στό ἴδιο συμπέρασμα ὁδηγοῦσαν καί πολλά ἄλλα μυθιστορήματα, ὅπως Τό κόκκινο καί τό μαῦρο τοῦ Σταντάλ, Ἔγκλημα καί τιμωρία τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι, Ἀναζητώντας τόν χαμένο χρόνο τοῦ Μ. Προύστ, Ὁ Πύργος τοῦ Φ. Κάφκα, Τό μαγικό Βουνό Τ. Μάν, Γῆ τῶν ἀνθρώπων του Σ. Ἐξυπερύ, κ.ἄ. Ἔπειτα, πολλά ἐπίσης ποιήματα, μέ τυπικότερα ἀνάμεσά τους τό «Ρόδου μοσκοβόλημα» τοῦ Παλαμᾶ, «Ὁ Δαρεῖος» τοῦ Καβάφη, «Ἡ πεδιάς καί τό νεκροταφεῖο» τοῦ Καρυωτάκη, ὁ «Τελευταῖος σταθμός» τοῦ Σεφέρη, «Ἡ Μαρίνα τῶν βράχων» τοῦ Ἐλύτη, «Τό περιστέρι» τοῦ Σαχτούρη.[12] Καθώς ἐπίσης ἀρκετά θεωρητικά κείμενα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα πρέπει νά ξεχωρίσω τό δοκίμιο τοῦ Ντοστογιέφσκι «Πούσκιν», τά Γράμματα σ᾿ ἕνα νέο ποιητή τοῦ Ρ.Μ. Ρίλκε, τρία δοκίμια τοῦ Τ.Σ. Ἔλιοτ, «Ἡ κοινωνική λειτουργία τῆς ποίησης», «Τά ὅρια τῆς κριτικῆς» καί «Δάντης», τό βιβλίο τοῦ Κλάους Βάγκενμπαχ, Φράντς Κάφκα -ἡ ζωή καί τό ἔργο του, (μετάφραση Νίκος Ματσούκας,  Ἐγνατία, Θεσσαλονίκη 1968).[13] Ἀπό τά ἑλληνικά, πολύτιμα μοῦ στάθηκαν, τό «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως» καί «Περί συγχρόνου ἐν Ἑλλάδι κριτικῆς» τοῦ Ροΐδη, «Τό ἔργον τοῦ Κρυστάλλη» τοῦ Παλαμᾶ, ὁ «Διάλογος πάνω στήν ποίηση» καί ὁ «Μονόλογος πάνω στήν ποίηση» τοῦ Σεφέρη. Ἰδιαίτερα τό δεύτερο στό μέρος ὅπου ὁ Σεφέρης ἀναφέρεται στόν ὁρισμό τῆς τραγωδίας ἀπό τόν Ἀριστοτέλη. Σ᾿ ὅλα αὐτά ἔβλεπα τήν ἐπαλήθευση τοῦ μεταβατικοῦ σχήματος, πού παρουσίαζε «Ἡ ξαφνική ἔξοδος» κι ἡ ἐμπειρία ἀπό τό τρόπο πού ὑπόγραφε τίς ἄδειες ὁ Ροδόπουλος. Ἕνα σχῆμα μέ δύο καταστάσεις ἀτομικές ἤ βαθμίδες. Στήν πρώτη τό ἄτομο προσδιορίζεται ἀπό κάποια συμβατική ἤ ἡμισυμβατική κατάσταση, ὁποιασδήποτε τάξης (ἱστορικῆς, κοινωνικῆς, φιλοσοφικῆς, ἐρωτικῆς, κ.λπ.). Στή δεύτερη μεταβαίνει, ὅταν καταφέρνει νά ἀπαλλαχτεῖ ἀπό τόν προσδιορισμό τῆς πρώτης (πράγμα πού ἔχει καί τήν ἔννοια τῆς ἀνατροπῆς τοῦ προσδιορισμοῦ αὐτοῦ), γεγονός πού φέρνει τό ἄτομο κατά μιά βαθμίδα κοντά στόν δυνάμει αὐθεντικό ἑαυτό του. Αὐτό τό πέρασμα ἀπό τήν πρώτη βαθμίδα στή δεύτερη τό ὀνόμασα ἀργότερα ὑπέρβαση. Ἕναν ὅρο πού τόν δανείστηκα ἀπό τή Φιλοσοφία τοῦ Ὑπαρξισμοῦ. (Δυστυχῶς αὐτός ὁ ὅρος σήμερα ἔχει εὐτελιστεῖ στή χώρα μας ἀπό τήν ἀσύδοτη λαϊκίστικη χρήση του.) Ἡ ὑπέρβαση ἀποτέλεσε τό θεμελιῶδες συνθετικό συστατικό τῆς ἔννοιας τοῦ βιώματος. Μιᾶς φιλοσοφικῆς, ἀλλά καί αἰσθητικῆς, ἔννοιας πού, ὅπως καί ἡ ὑπέρβαση, δολοφονήθηκε ἀγρίως ἐδῶ ἀπό τήν ἀνεύθυνη χρήση της. (Τό κακό τῆς τέτοιας χρήσης ξεκινάει ἀπό τή χαμηλή παιδεία τῶν δημοσιογράφων μας, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζουν ἕναν ὅρο, πού ἀγνοοῦν τήν ἀκριβῆ σημασία του καί τόν καθιστοῦν κενό ἠχηρό τοῦ συρμοῦ. Ἕπονται ἡ τηλεόραση, τό κοινοβούλιο, ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση καί βέβαια οἱ πάντες.  Ἄς εἶναι.) Ἡ ἔννοια καί ἡ σημασία τῆς ὑπέρβασης καί τοῦ βιώματος ἀποτέλεσε, ἀρκετά χρόνια ἀργότερα, ἀντικείμενο τοῦ κειμένου μου «Γιά τό περιεχόμενο τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων», πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Ἑκηβόλος.[14]

           Ἡ ἄσκηση πάνω στήν ἀναντιστοιχία, γιά τήν ὁποία μιλάω σ᾿ αὐτές τίς σελίδες, κράτησε μιά ἑφταετία περίπου. Μιά ἑφταετία ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ περίπου στά ἑφτά χρόνια τῆς δικτατορίας. Τά πρῶτα τρία καί μισό χρόνια ἦταν αὐτά πού στάθηκαν περισσότερο ἀποδοτικά. Τά χρόνια αὐτά εἴμουν ἀγροτικός γιατρός στή Ζίτσα, ἕνα κεφαλοχώρι τῶν Γιαννίνων πάνω ἀπό τόν Καλαμᾶ ποταμό, κι εἶχα πολύ χρόνο ἐλεύθερο νά κλείνομαι μέσα νά διαβάζω, νά γράφω, καί νά σκέφτομαι. Φυσικά τέρμα σ᾿ αὐτά τά πράγματα δέν ὑπάρχει. Καί σήμερα δέν ἔπαψαν νά μέ ἀπασχολοῦν ἐρωτήματα πάνω στά ὅσα προηγήθηκαν. Πάντως ὥσπου νά ξεπεραστοῦν, στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μου, οἱ δυσκολίες, εἶχαν στό μεταξύ συμβεῖ τά παρακάτω.

          Μέ ἀπασχολοῦσε πάντα τό ἐρώτημα τί μοῦ πήγαινε καλύτερα. Γράφοντας, σβήνοντας, πετάζοντας, καί ξαναγράφοντας, ἀκατάστατα, πότε πεζά, πότε κριτικά καί πότε δοκιμιακά κείμενα, κοίταζα ταυτόχρονα νά δῶ τί ἔβγαινε καλύτερο. Ποιό ἀπό τά τρία εἴδη δηλαδή ἐξελισσόταν θετικότερα. Τό πιό ἑλκυστικό γράψιμο ἦταν τό πεζογραφικό, μικρά συνήθως διηγήματα -εἶχα δημοσιέψει ἤδη κάνα δυό τέτοια κείμενα στό περιοδικό Ἐνδοχώρα. Ὅμως τά πεζά ἦταν αὐτά πού, ὅταν τά ξαναδιάβαζα μετά ἀπό ἕνα κάποιο διάστημα, μέ ἀπογοήτευαν περισσότερο. Ἡ κριτική, ἐπειδή ὑπῆρχε ἕνα ἀντικείμενο ἁπτό, τό πρός κρίση ἔργο, πού μοῦ ᾿δινε τήν εὐκαιρία νά κάνω τίς διαγνώσεις μου, μοῦ φαινόταν εὐκολότερη. Εἶχα ἄλλωστε ἀρχίσει νά τήν ἀσκῶ τσάτρα-πάτρα στήν Ἐνδοχώρα. Στά δοκιμιακά γραφτά, ὅπως καί στά δύο προηγούμενα -τήν ἀφήγηση καί τήν κριτική-, δυσκολευόμουν νά ἀποδεσμευτῶ ἀπό τόν ὑποθετικό ἀναγνώστη. Παρ᾿ ὅλα αὐτά, μερικές ἐπιμέρους παρατηρήσεις πού ἔγραφα τίς ξεχώριζα, ἀντιγράφοντάς τες σέ ξεχωριστό τετράδιο. Πολλές ἀπό αὐτές ἀποτέλεσαν σιγά σιγά πυρῆνες γενικότερων ἑνοτήτων. Οἱ περισσότερες τελικά δέν φτούρησαν. Κάτι λίγα ὅμως ξεδιαλέγματα ἄντεξαν καί χρησιμοποιήθηκαν ἀργότερα. Αὐτές οἱ ἐπιμέρους παρατηρήσεις, ἰδίως ὅσες ἀφοροῦσαν τόν ἑαυτό μου, ἀπόκτησαν σημασία μικρῶν προσωπικῶν μυστικῶν.

          Ἀπό τήν ὥρα πού, ὅπως προανάφερα, λύθηκαν κατά τήν κρίση μου οἱ κόμποι, προέκυψαν ἄλλου εἶδους δεδομένα. Αὐτό συνέβηκε σέ δύο στάδια. Σ᾿ ἕνα πρῶτο, πού ἀντιστοιχεῖ στό διάστημα πού μεσολάβησε ὥσπου νά ξεπεραστοῦν, καθυστερημένα, κι οἱ δυσκολίες τῆς δεύτερης ἀναντιστοιχίας, ἀπό 1974 περίπου ὥς τό 1976. Ὥς τότε, ἐνῶ δέν ἔπαψα ποτέ νά γράφω, βρισκόμουν σέ μιά κατάσταση ἀρκετά ἀβέβαιης ἀναμονῆς. Καί σ᾿ ἕνα δεύτερο στάδιο, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα νά ἀρθεῖ καί ἡ δεύτερη ἀναντιστοιχία καί ἄρχισα πιά νά γράφω κείμενα γιά δημοσίευση –στό τέλος δηλαδή τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 καί στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1980-. Σ᾿ αὐτά τά δυό χρονικά στάδια εἴχαμε στόν τομέα τῆς πρώτης ἀναντιστοιχίας τίς ἀκόλουθες ἐξελίξεις.

          Ι) Ἡ πεζογραφία, ἄν καί ποτέ δέν ἐγκαταλείφτηκε ὁριστικά, πέρασε σέ δεύτερο πλάνο. Ἔγραφα κατά διαστήματα, σάν νά ᾿ταν περισσότερο γιά λόγους ἀναψυχῆς. Ταυτόχρονα μελετοῦσα τίς τεχνικές τῆς πεζογραφικῆς γραφῆς. Ἦταν τότε τά χρόνια τῆς ἀφηγηματολογικῆς θύελλας (ταυτόχρονα σχεδόν μέ τό Ρωσικό Φορμαλισμό, τή Σχολή τῆς Πράγας καί τή Νέα Κριτική τοῦ Ἀμερικανικοῦ Νότου). Τοῦτο ὅμως, ἡ μελέτη τῆς πεζογραφικῆς γραφῆς ἀπό τεχνική ἄποψη, ἀντί νά μέ πηγαίνει πρός τήν πεζογραφία μέ πήγαινε πρός  τά ζητήματα τῆς κριτικῆς ἀνάλυσης. Πράγμα πού μέ ξεστράτιζε. Μιά παρατήρηση πού μ᾿ ἔκανε ἐπιπλέον σκεφτικό ἦταν ἡ ἑξῆς. Ἐνῶ ξεκινοῦσα νά γράψω κάτι κατά τρόπο ὀνειρικό ἤ ἡμιονειρικό, αὐτόν τό τρόπο προτιμοῦσα, στήν πορεία τῆς γραφῆς κατέβαινα ἕνα ἕνα τά σκαλιά πρός μιά ἀρκετά ρεαλιστικότερη ἀπόδοση τοῦ θέματος. Μιά ἄλλη λοξοδρόμηση τοῦ πεζογραφικοῦ γραψίματος ἦταν ὅτι μέ ἔφερνε πρός τήν κριτική πάλι, ἀλλά ἀπό θεματική ἄποψη. Δέν ἦταν αὐτή ἡ πρόθεσή μου, ἀλλά πρός τά ἐκεῖ μέ πήγαινε ἡ φορά τῆς γραφῆς. Πήγαινα δηλαδή νά γράψω ἕνα διάλογο ἀνάμεσα σέ δυό πρόσωπα καί ὁ διάλογος αὐτός λοξοδρομοῦσε σέ θέματα κριτικῆς (οἱ συζητητές γύριζαν τή συζήτηση σέ θέματα πού ἀφοροῦσαν τόν κόσμο τοῦ βιβλίου). Σέ κάποιο σημεῖο δηλαδή ἡ συζήτηση ἄγγιζε θέματα κριτικῆς, ἔτσι πού γίνονταν αὐτά μέρος τοῦ ἀφηγηματικοῦ ὑλικοῦ. Ἄν τό καλοεξέταζε κανείς μιά τέτοια λοξοδρόμηση, ὅπως κι προηγούμενη, δέν σήμαινε ἀποτυχία. Ὅμως ἐκεῖνο τόν καιρό δέν τό ᾿βλεπα ἔτσι. Ὁ κύριος ὡστόσο λόγος γιά τόν ὁποῖο ἔμεινε πίσω ἡ ἀφηγηματική γραφή ἦταν ἄλλος. Ἦταν οἱ ἐξελίξεις στόν τομέα τῆς δεύτερης ἀναντιστοιχίας. Ἡ πορεία στόν τομέα αὐτό ὁδηγοῦσε σ᾿ ἕνα γράψιμο δοκιμιακοῦ τύπου. Πολύ ἀργότερα συνειδητοποίησα ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια νά φτάσω σ᾿ ἕνα ἐπίπεδο λόγου ὑπολογίσιμης ἀντιστοιχίας μέ ὅ,τι ἤθελα νά πῶ, εἶχε πάρει τό δρόμο πρός μιά σχεδόν καθαρή δοκιμιακή γραφή. Γεγονός πού σημαίνει πώς, ὅταν ἔνιωσα ἀρκετά ἕτοιμος νά πιάσω τό μολύβι γιά δημοσιεύσιμα γραφτά, εἴμουν οὐσιαστικά ἕτοιμος γιά γραφτά δοκιμιακοῦ τύπου.

          ΙΙ) Ἀναφορικά μέ τήν κριτική, ὅταν σκέφτηκα νά γράψω κάποια κείμενα πρός δημοσίεψη, εἶχα ἤδη κατά νοῦ αὐτά πού μ᾿ εἶχαν ἀπασχολήσει τά προηγούμενα χρόνια. Πρῶτα πρῶτα ὅτι δέν ἔπρεπε νά πλανηθῶ ἀπό τίς τυχόν ἰδεατές προθέσεις τῶν συγγραφέων, ἀλλά νά κοιτάζω τά κείμενα ὡς λογοτεχνική πραγμάτωση μόνο. Γιατί, ἄν ἔπαιρνα τό ντορό τῶν προθέσεων μέ θετικό πνεῦμα, ὅπως ἔγινε μέ τούς μελετητές τῆς Φόνισσας τοῦ Παπαδιαμάντη, δέ θά μποροῦσα νά δῶ τά κείμενα καθαυτά, δέ θά μποροῦσα λ.χ. νά δῶ, τόσο τά σύν, ὅσο καί τά πλήν, ἀπό λογοτεχνική ἄποψη, στοιχεῖα τους. Ἔπειτα ἔμενε νά δῶ τό βαθμό τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς ἀφιλοκέρδειας πού ὑποδήλωναν τά κρινόμενα κείμενα. Καί, τέλος, ἔμενε νά δῶ τί γινόταν στό θέμα τῆς ὑποστασιακῆς ὑπέρβασης ἤ τοῦ βιώματος. Ἄν, θέλω νά πῶ, ἐκφράζονταν μέ ὁποιονδήποτε τρόπο ἔστω καί ἴχνη βιωματικοῦ γίγνεσθαι μέσα στό κειμενικό σῶμα. Πῶς ὅμως γίνονταν ὅλα αὐτά στήν πράξη; Πόσο εἶναι σέ θέση νά ξέρει κανείς σέ τί βαθμό εἶναι ὁ ἴδιος, ὡς κριτικός, ἰδεολογικά ἀπελευθερωμένος, ὑπαρξιακά ἀφιλόκερδος καί βιωματικά διαθέσιμος νά δεχτεῖ τά ὁμόλογα μεγέθη τῶν κειμένων; Ρίχνοντας μιά ματιά στά νεοελληνικά κριτικά πεπραγμένα, παρατηροῦσα ὅτι οἱ μεγαλύτερες ἀποτυχίες τῆς κριτικῆς σχετίζονταν μέ ἔργα πού δέν ἀκολουθοῦσαν τήν πεπατημένη (Κάλβος, Καβάφης, Καρυωτάκης, Σκαρίμπας, Πεντζίκης). Σίγουρα ἔμπαιναν στό λογαριασμό ἐδῶ ἰδιοσυγκρασιακές διαφορές μεταξύ κριτικῶν καί συγγραφέων. Μά ἦταν μόνο αὐτό πού ἔφταιγε γιά τίς ἀποτυχίες τῆς κριτικῆς; Πολλές, ἴσως οἱ περισσότερες, ἀποτυχίες τῆς κριτικῆς δέν ὀφείλονταν στό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ κριτικοί ἦταν ἰδεοκρατούμενοι; Δέν εἶχα καμιά ἀμφιβολία ὅτι ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας ἦταν λειτουργία διαισθητική. Ἄν δέ μποροῦσε νά συλλαμβάνει κανείς αὐτά πού τά κείμενα ὑποδήλωναν ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές, θά ἔμενε στό ἐπίπεδο τοῦ ρητοῦ λόγου, ὅπου ἔβρισκε ἔδαφος νά ἐκδηλώνεται ἡ συγγραφική βούληση κατά τό δοκοῦν. Κρίνοντας διαισθητικά βυθίζεσαι, ὑπερφαλαγγίζοντας τή συγγραφική βούληση, στά «βαθιά νερά» τοῦ κειμένου, ἐκεῖ πού βρίσκεται ἤ δέ βρίσκεται πραγματωμένο τό ἀφιλοκερδές βίωμα. Κρίνοντας ὡστόσο διαισθητικά ἕνα κείμενο δέν ἔχεις νά κάνεις μέ λογικές ἔννοιες ἤ λογικά σχήματα, ἀλλά μέ ἄμορφα δεδομένα. Καί τό πρόβλημα εἶναι πῶς ἐκλογικεύεις αὐτά τά εὑρήματα ὥστε νά γίνεις κατανοητός. Αὐτό εἶναι ἄλλωστε καί ἡ μόνη ἀντικειμενικότητα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Αὐτά καί πολλά ἄλλα ἀποτελοῦσαν σκέψεις γιά τήν ἄσκηση μιᾶς ἀνυστερόβουλης κριτικῆς, χωρίς κρατούμενα καί μέ τό χέρι στήν καρδιά. Ὄχι πώς μέ τέτοιους ὅρους θά διεκδικοῦσε κάποιος τό ἀλάθητο, ἀλάθητος δέν εἶναι κανένας, οὔτε οἱ κριτικοί οὔτε οἱ συγγραφεῖς τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Θά διεκδικοῦσε ἁπλῶς τήν ἀθωότητά του.

          Ἀθωότητα, ὡραῖος λόγος. Κάτι δέν λογαριάστηκε στά προηγούμενα: ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐξωκειμενικοῦ ἤ κοσμικοῦ συγγραφέα. Ρίχνοντας μιά ματιά στίς τρέχουσες κριτικές, παρατήρησα ὅτι σπανιότατα γράφονταν κριτικές, στίς ὁποῖες ἀπουσίαζε ὁ ζῶν συγγραφέας τοῦ κρινόμενου ἔργου. Μέ τήν ἔννοια ὅτι οἱ κριτικοί ἔγραφαν παίρνοντας ὑπόψη τους τήν κοσμική παρουσία τῶν συγγραφέων. Ἴσως αὐτό νά γινόταν ὥς ἕνα βαθμό ἀσυνείδητα ἀπό τούς κριτικούς, ὅμως τά κριτικά κείμενα περιεῖχαν τό συγγραφέα τοῦ ἔργου γιά τόν ὁποῖο γράφονταν. Τόν περιεῖχαν ὡς κοσμική ὀντότητα, φιλική συνήθως, ἐχθρική σπανίως. Καί λίγο πολύ οἱ κριτικοί ἔγραφαν ἀπευθυνόμενοι ἔμμεσα στό κοσμικό πρόσωπο τοῦ ἑκάστοτε συγγραφέα. Αὐτή ἡ παρουσία τοῦ κοσμικοῦ συγγραφέα, μέσα στά κριτικά κείμενα, προκαλοῦσε κάπως τήν ἐρευνητική περιέργεια. Ἀπό τό ἕνα μέρος μποροῦσε νά σχηματίσει κανείς βαθμολογική κλίμακα μέ κριτικούς πού ἀπευθύνονταν, μέ τά κριτικά τους γραφτά, ἀπροκάλυπτα σέ ὁρισμένους συγγραφεῖς. Μέ κριτικούς πού ἀπευθύνονταν λιγότερο ἀπροκάλυπτα ἤ πλάγια. Ὑπάρχουν χίλιοι τρόποι, γράφοντας κριτική, νά κάνεις νεύματα στόν ἐνδιαφερόμενο συγγραφέα, νά τοῦ κλείνεις φιλικά τό μάτι, νά τοῦ χαμογελᾶς, νά τοῦ ἀνοίγεις τήν ἀγκαλιά σου, νά τοῦ κάνεις βαθιές ἤ ὄχι ὑποκλίσεις, νά τόν ἀγριοκοιτάζεις, κ.λπ.  Σκεφτόμουνα πώς, τό νά σταθμίζει ἕνας κριτικός τήν ἐτυμηγορία του, ἀπό τήν φιλική ἤ ὄχι σχέση του μ᾿ ἕνα συγγραφέα, ἀποτελοῦσε οὐσιαστικά κατάργηση τῆς ἰδιότητας τοῦ κριτικοῦ. Γιά τούς πεθαμένους συγγραφεῖς πρίν ἀπό πολλά χρόνια, πού δέν διέθεταν κληρονόμους οἱ ὁποῖοι νά κηδεμονεύουν τό ἔργο τους, δέν ὑπῆρχε θέμα. Ἀλλά γιά τούς ζωντανούς, ἀκόμα καί γιά τούς πρόσφατα ἀναπαυμένους, ἦταν διαφορετικά. Ἤξερα, εἴμουνα σίγουρος, πώς οἱ συγγραφεῖς ἔπρεπε νά μένουν μακριά ἀπό τά κριτικά κείμενα: οἱ φιλίες καί τά κοσμικά σοῦρτα φέρτα δέν ἦταν δυνατό νά ὑποκαθιστοῦν τίς κριτικές ἀξιολογήσεις. Μάλιστα ἕνα μέρος ἀπό αὐτές τίς σκέψεις δοκίμασα νά τίς ἐκφράσω σ᾿ ἕνα μικρό δοκίμιο πού δημοσίεψα ἀργότερα στήν ἐφημερίδα  «Καθημερινή».[15] Σίγουρα, ἐδωπέρα, κι ἕνας στραβός μποροῦσε νά τό δεῖ, ὑπῆρχε ὁ κόσμος τοῦ σιναφιοῦ πού, εὐαίσθητος, φιλόδοξος, ματαιόδοξος καί φαντασμένος, πουλοῦσε τήν ψυχή του στό διάβολο γιά λίγη δημόσια ἐπιφάνεια. Στήν πραγματικότητα ὅποιος καταπιανόταν μέ τήν κριτική ἔμπαινε στό χῶρο μιᾶς ἀρένας, ὅπου ὑπέρτατη ἀξία λογαριαζόταν τό δημόσιο φαίνεσθαι τοῦ καθένα λογοτέχνη ἤ λογοτεχνίζοντα. Ἀνθρώπων διατεθειμένων νά καταφύγουν σέ μικρούς ἤ μεγάλους συνασπισμούς, σέ ὄργιο δημόσιων σχέσεων, ἀκόμα καί σέ πλεῖστα ὅσα μέσα, γιά νά πετύχουν τήν προσωπική τους προβολή. Τότε, τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 μέ ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, ἀγνοοῦσα ἀκόμα τήν ἀνερχόμενη ἐξουσιαστική συμπεριφορά τῶν ἐκδοτῶν, τίς παρεμβολές τῶν πολιτικῶν, τά Βραβεῖα (πεζογραφίας) Ἀναγνωστῶν τοῦ ΕΚΕΒΙ καί τόν πλήρη εὐτελισμό τῆς κριτικῆς. Τότε λοιπόν, ἄν καί ὑποψιασμένος γιά τίς συναφεῖς δυσκολίες, ἔλεγα πώς ὁ κριτικός θά ἔπρεπε νά μένει, κατά τό δυνατόν ἔστω, μακριά ἀπό τόν κόσμο τῶν λογοτεχνῶν. Νά γνωρίζει τούς συγγραφεῖς μόνο ἀπό τά βιβλία τους. Τό ζήτημα ὅμως ἦταν τό πῶς τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς. Νά πάει ὁ κριτικός στήν ἔρημο Σαχάρα νά ζήσει δέν ἦταν δυνατόν, ἀλλά καί νά συναναστρέφεται τούς λογοτέχνες, ἔτσι πού ἦταν τά πράγματα, ἀδύνατο νά μείνει πιστός στή συνείδησή του. Ἔπειτα δέν ἦταν μόνο οἱ συγγραφεῖς, ἦταν κι ἕνα σωρό ἄλλες πιέσεις πού δέχονταν οἱ κριτικοί. Σάν μιά ὑπεκφυγή λοιπόν εἶχα σκεφτεῖ νά γράφω κριτικές γιά συγγραφεῖς πού μοῦ ἦταν ἄγνωστοι. Μιά σκέψη πού τήν ἔβαλα σ᾿ ἐφαρμογή ἀργότερα δημοσιεύοντας μιά πρώτη κριτική γιά τήν ἄγνωστή μου Μαρία Μήτσορα.[16] Στήν περίπτωση αὐτή ὡστόσο ὑπῆρχαν ὁρισμένα πλεονεκτήματα, τό κείμενο τῆς Μήτσορα μοῦ ἄρεσε, ἡ πεζογράφος ἦταν πρωτοεμφανιζόμενη καί οἱ πρωτοεμφανιζόμενοι δέν κρατᾶνε πιστόλι. Ἔκτοτε ἔγραψα κριτικές γιά κάμποσους ἄγνωστούς μου, πρωτοεμφανιζόμενους ἤ μή, πεζογράφους καί ποιητές. Ἀπό τήν ἐμπειρία αὐτή προέκυψαν τά ἀκόλουθα. Πρῶτα ὅτι οἱ ἄγνωστοι συγγραφεῖς, ὅταν τούς γράφεις κριτική δέν παραμένουν ἄγνωστοι. Ἔπειτα πώς, ὅταν γράφεις θετικά γιά ἔργα πού σοῦ ἄρεσαν, ὅλα εἶναι μέλι γάλα. Ἄν τύχει ὅμως νά γράψεις ἀρνητική κριτική, ἀνεξάρτητα ἄν ἔχεις ἐπαινέσει προηγούμενα ἔργα τῶν ἴδιων συγγραφέων, σέ γράφουν στά κατάστιχα τοῦ διαβόλου. Ἡ ἀρνητική κριτική ἀπαγορεύεται.[17] Στό ὄνομα ποιᾶς ἀρχῆς δέν ἀκούστηκε νά τό πεῖ κανείς. Τό ζήτημα βέβαια ἀφορᾶ κατεξοχήν τούς συγγραφεῖς, πέρα ἀπό τούς ὁποιουσδήποτε ἄλλους παράγοντες. Οἱ ποιητές καί οἱ πεζογράφοι, ἀπό τήν ὥρα πού δημοσιεύουν ὁρισμένο ἔργο, ὀφείλουν νά γνωρίζουν πώς τό ἔργο τους ὑπόκειται σέ δημόσια κριτική καί μάλιστα κριτική χωρίς κανένα περιορισμό. Ἄν ἕνας συγγραφέας δέν ἐπιθυμεῖ νά κριθεῖ κρατάει τά γραφτά του στό συρτάρι του. Ὅμως τό νά δημοσεύει ἕνας συγγραφέας, ἀπό τό ἕνα μέρος τό ἔργο του, καί νά θέλει, ἀπό τ᾿ ἄλλο, νά μήν ἀποδέχεται τήν ὅποια κριτική ἐτυμηγορία, καταντάει συγγραφική ἀγυρτεία.

          Μετά ἀπό δυό δεκαετίες περίπου, ἔχοντας κατά νοῦ καί νεότερα στοιχεῖα, παρουσίασα στά Σεμινάρια τῆς Σύρου, τό 1998, τίς σκέψεις μου σχετικά μέ τήν ὑποβάθμιση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Στό κείμενο αὐτό, πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Νέα Ἑστία,[18] ἔφτανα στό συμπέρασμα ὅτι ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας πιέζεται παντοιοτρόπως νά ἀποτελεῖ πλάγιο διαφημιστή τῶν νέων βιβλίων. Καί ὅτι ἕνας κριτικός, πού δέν θά ὑποταχτεῖ σ᾿ αὐτό τό ρόλο, θά ἀντιμετωπίσει τό φάσμα τοῦ ἐκτοπισμοῦ του ἀπό τή δημοσιότητα, καθώς δέν θά βρίσκει ἔντυπο νά δημοσιεύει τίς κριτικές του. Ἡ κατάσταση ἀπό τότε μᾶλλον χειροτέρεψε.

          Λοιπόν, ἡ πρώτη ἀναντιστοιχία, στόν τομέα τῆς κριτικῆς, θεωρητικά, ὡς πρόβλημα, ξεπεράστηκε σέ μεγάλο βαθμό. Πρακτικά ὡστόσο σκόνταψε ἀρκετά. Ἡ σκέψη νά γράφω γιά ἄγνωστούς μου συγγραφεῖς ἦταν στήν πραγματικότητα μιά ὑπεκφυγή. Ἐξάλλου ἔγραψα καί γιά γνωστούς καί φίλους λογοτέχνες. Γιά τούς τελευταίους, λέω τήν ἁμαρτία μου, ὅτι δέν ἔγραψα γιά ἔργα τους γιά τά ὁποῖα εἶχα ἀρνητική ἄποψη, ἐνῶ εἶπα καί μιά κουβέντα παραπάνω γιά βιβλία τους πού εἶχα πολύ καλή γνώμη. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι πώς, ὅταν μοῦ ἀρἐσει ἕνα ἔργο, δέν τσιγκουνεύομαι τά λόγια. Τά ἔργα αὐτά μοῦ προκαλοῦν ἕνα εἶδος εὐφορίας καί παρασέρνομαι, μολονότι πρόκειται γιά κριτική ἀσυμμετρία. Θά ἔλεγε ἴσως κανείς πώς, στό πρακτικό πρόβλημα τῆς κριτικῆς, ἡ λύση εἶναι νά γράφεις μόνο γιά βιβλία πού σοῦ ἀρέσουν, πάντα δηλαδή θετικές κριτικές. Ὁ ἴδιος δέν ἀπέφυγα αὐτήν τήν τακτική, προκρίνοντας, μεταξύ ἄλλων, στήν πεζογραφία τά διηγήματα ἀπό τά μυθιστορήματα. Ἔτσι, καθώς ἡ διηγηματογραφία μας, συγκριτικά μέ τή μυθιστορηματογραφία μας, ὑπερέχει αἰσθητά, ἔχεις τό περιθώριο νά μιλᾶς θετικά ἀρκετά συχνά. Μέ τή συναίσθηση ὡστόσο ὅτι οὐσιαστικά κι αὐτό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό μιά μορφή ὑπεκφυγῆς. Γιατί ὡς κριτικός, λογοδοτώντας στή συνείδησή σου καί στήν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας, ἔχεις ἐλεύθερο πεδίο νά μιλᾶς γιά ὅλα, κάνοντας σέ κάθε ἔργο διακρίσεις χωρίς κρατούμενα.

          ΙΙΙ) «ΘΑΛΑΣΣΑ! -ὁ ἐλεύθερος δρόμος!», εἶπε ὁ Μπεράτης. Γιά μένα «ὁ ἐλεύθερος δρόμος» ἀποδείχτηκε τό δοκιμιακό γράψιμο. Στή σκέψη μου ἡ κριτική εἶχε τό πάνω χέρι, γιατί ὑπῆρχε ἡ ἁπτή σχέση μέ τό ἀντικείμενό της καί γιατί σχετιζόταν μέ τήν ἐπικαιρότητα. Ὅταν διάβαζα μιά πρόσφατη ἔκδοση νέων ποιημάτων, διηγημάτων ἤ μυθιστορήματος, σχηματιζόταν  στό μυαλό μου τό σχέδιο μιᾶς νοερῆς βιβλιοκρισίας. Τοῦτο συνιστοῦσε διαρκές κέντρισμα νά ἀσχοληθῶ μέ τήν κριτική. Οἱ σημειώσεις, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, πού κρατοῦσα, ἀφοροῦσαν, τόσο τό δοκίμιο, ὅσο καί τήν κριτική. Κι αὐτές πού ἀφοροῦσαν τήν κριτική μοῦ φαίνονταν πρακτικά πιό ἐφαρμόσιμες. Ὁ καιρός ὡστόσο ἔδειξε πώς οἱ σημειώσες πού εἶχαν προσωπικό χαρακτήρα ἀποτελοῦσαν στοιχεῖα αὐτογνωσίας, ἀλλά καί γενικότερου προβληματισμοῦ, μέ χρονική διάρκεια. Ἀντιγράφω μερικές τέτοιες σημειώσεις: «Τό εἶχα διαπιστώσει μέ ἄλλον τρόπο στό στρατό. Ὅταν ἐξαντλεῖται τό σωματικό δυναμικό, τό ψυχικό μετασχηματίζεται σέ σωματικό καί ἀναλώνεται. (7-2-68).» «Οἱ ἐπιθυμίες, οἱ χαρές μας, οἱ ἐνθουσιασμοί, οἱ λύπες, οἱ αἰσιοδοξίες, ἔχουν μορφή. Ἀρκεῖ νά προσέξει κανείς. (21-11-1968).» «Εἶναι μιά παλιά παρατήρηση πού πρόσεξα πάλι καθώς διάβαζα τό Ὁδοιπορικό τοῦ 43 τοῦ Μπεράτη. Ἐνῶ διάβαζα γιά τή διαλυτική ζέστη (Ἰούλιος –Αὔγουστος), ἐπειδή κρύωνα (τό καλοριφέρ δέν τό ᾿χαν ἀνάψει ἀκόμα) ἀπέδιδα στό κρύο τό βάσανο τοῦ Μπεράτη. Αἰσθανόμουν δηλαδή νά ἀντανακλᾶ μέσα στό βιβλίο ἡ δική μου κατάσταση τῆς στιγμῆς. (30-10-1973).» Ἐπίσης: «Μιά εὐλύγιστη ἔκφραση μπορεῖ νά καλύψει σέ σημαντικό βαθμό τήν ἀνεπάρκεια τῆς ἀνάλυσης. Ὅ,τι προέχει ὡστόσο εἶναι ἡ ἀνάλυση τοῦ ἀντικειμένου -ἐφόσον πρόκειται γιά δοκιμιακή μελέτη». (10-9-1966). Καί: «Καθώς διαβάζω τήν Ἀνθολογία Διηγήματος τοῦ Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη, ἔχω τήν ἐντύπωση πώς οἱ ἱστορίες αὐτές θά μποροῦσαν νά διαβαστοῦν σάν παραμύθια ἀπό τά αὐριανά παιδιά. (15-10-1968).» Μετά τό 1974 ὁρισμένες σημειώσεις ἀποτέλεσαν βάσεις γιά εὐρύτερες συνθέσεις. Ἔτσι μιά παρατήρηση γιά τή σχέση τοῦ λογοτέχνη μέ τόν ἀναγνώστη ἦταν ἡ ἀρχή γιά συναφεῖς σκέψεις. Μέ τόν ἀναγνώστη εἶχα παλιούς λογαριασμούς. Ὄχι μέ τόν πραγματικό ἀναγνώστη, αὐτόν πού θά τύχει νά διαβάσει ἕνα κείμενο ὅταν δημοσιευτεῖ. Τόν πραγματικό ἀναγνώστη οὐσιαστικά τόν ἀγνοοῦμε, ἀφοῦ δέν ξέρουμε τί, πῶς, πόσο προσεγγίζει τό κάθε κείμενο. Ἄρα δέν ἔχει νόημα νά μιλοῦμε γι᾿ αὐτόν.  Παλιούς λογαριασμούς λοιπόν δέν εἶχα μέ τόν πραγματικό ἀναγνώστη, ἀλλά μέ τό φανταστικό: τόν ἀναγνώστη ὡς παρουσία τήν ὥρα τῆς γραφῆς ἑνός κειμένου. Μιά παρουσία πού δέν ἀνήκει στό ἀντικείμενο τῆς λογοτεχνικῆς γραφῆς. Κι εἶναι, σκεφτόμουνα, δουλειά τοῦ κάθε συγγραφέα νά προσηλώνεται στό ἀντικείμενο τῆς γραφῆς του, μηδενίζοντας κατά τό δυνατόν τήν παρασιτική παρουσία τοῦ φανταστικοῦ ἀναγνώστη. Ἀργότερα, ὅταν αἰσθάνθηκα ὅτι μποροῦσα νά διατυπώσω αὐτές τίς σκέψεις, ἔγραψα τό δοκίμιο, «μέ τό ‘‘βλέμμα’’ πρός τό γεγονός», (1978). Ταυτόχρονα σχεδόν ἔγραψα γιά τόν Εὐγένιο Ὀνέγκιν τοῦ Πούσκιν, σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ντοστογιέφσκι,[19] πού εἶχε ἀρχίσει νά μέ ἀπασχολεῖ ἀπό τό 1969. Ὁ Ὀνέγκιν, κατά τόν Ντοστογιέφσκι -ἀλλά καί τό ἔργο τοῦ Πούσκιν-, ἔμφανίστηκε στήν ἐπαρχία τῆς Τατιάνας φορώντας τή λεοντή (τίς ἕξεις καί τά ἤθη) τῆς Πετρούπολης, μέ συνέπεια νά κοιτάξει τήν ἐπαρχιώτισσα Τατιάνα ἀφ᾿ ὑψηλοῦ. Ὅταν οἱ συνθῆκες ἄλλαξαν καί ἡ Τατιάνα πέρασε στήν ὑψηλή κοινωνία τῆς Πετρούπολης, ἡ λεοντή τοῦ Ὀνέγκιν ἔχασε τή σημασία της κι ὁ ἴδιος ἀποδείχτηκε ἀχυράνθρωπος. Ἦταν συναρπαστικό νά σκέφτομαι πώς, εἴτε στήν καθημερινότητα εἴτε στή λογοτεχνία, φορώντας λεοντή σοῦ διαφεύγει ἡ οὐσία. Καί πώς ἡ λεοντή δέν εἶναι κάτι πού ἐλέγχει εὔκολα κανείς. Ἀπό αύτές τίς σκέψεις βγῆκε τό δοκίμιο, «Ἡ ἀναγνώριση τῆς Τατιάνας», (1978). Ἀπό σημειώσεις ἐπίσης πάνω στή γλώσσα καί στήν ἔκφραση βγῆκε τό δοκίμιο «Γλώσσα καί ἔκφραση», (1979). Αὐτά τά τρία μαζί μέ ἄλλα δυό κείμενα, παρόμοιας προέλευσης, συγκρότησαν μιά πενταμελή ὁμάδα. Ἔτσι τό 1980 τυπώθηκε ἕνας μικρός τόμος μέ  πέντε δοκίμια καί μέ τίτλο, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς.[20] Ὅταν ἔγραφα αὐτά τά δοκίμια δοκίμασα γιά πρώτη φορά τήν ψυχική ἔνταση πού παρέχει ἡ δοκιμιακή ἔκφραση. Κι ἐπίσης κάτι πού θά τό ἔνιωθα ἐντονότερο ἀργότερα: τήν εὐφορία τοῦ ἐλεύθερου στοχαστῆ. Ἐδῶ πέρα δέν ὑπῆρχαν οἱ κοσμικοί περιορισμοί τῆς κριτικῆς, ἀλλά ἡ ἐλεύθερη περιπλάνηση σέ ὅ,τι τραβοῦσε τό ἐρευνητικό ἐνδιαφέρον. Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀξία πού μποροῦσε νά ἔχουν γιά τούς ἄλλους αὐτές οἱ περιπλανήσεις, εἶχαν τήν ὑποκειμενική γοητεία πού παρέχει ἡ ὁποιαδήποτε μικρή ἤ μεγάλη ἀνακάλυψη. Κι ἦταν ἕνας τρόπος αὐτοδικαίωσης, ὕστερα ἀπό τήν ἐγκατάλειψη, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἱατρικῆς σταδιοδρομίας, τό γεγονός ὅτι προέκρινα τή σχέση μου μέ τή λογοτεχνία. Στό δοκίμιο θά μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά ἐπανέλθω στά ἑπόμενα, μιλώντας γιά τή δεύτερη ἀναντιστοιχία.

                                                                           ΙΙΙ

          Ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα σ᾿ αὐτό πού ἔγραφα καί σ᾿ αὐτό πού εἶχα μέσα μου καί ἤθελα νά ἐκφράσω.

          Ὅταν εἶχα κάτι νά πῶ κι ἔπιανα μολύβι καί χαρτί κι ἔγραφα ἕνα κείμενο κάποιας ἔκτασης, ἀπό μιά σελίδα ἄς ποῦμε καί πάνω, ὅλα πήγαιναν ἀρκετά καλά. Τελειώνοντας τό γράψιμο, διάβαζα τό κειμενάκι κι ἔμενα ἱκανοποιημένος: ἔλεγε σχεδόν πιστά αὐτό πού ἤθελα νά πῶ. Κατά τήν πάγεια συνήθεια μου, ἄφηνα τό γραφτό γιά ἕνα διάστημα κάμποσων ἡμερῶν ἤ ἑβδομάδων νά «κρυώσει» καί τό ξαναδιάβαζα. Τότε διαπίστωνα πώς τό γραφτό αὐτό ἀπεῖχε σημαντικά ἀπό ὅ,τι εἶχα κατά νοῦ νά γράψω. Καί τά ᾿βαζα μέ τόν ἑαυτό μου: πῶς γινόταν, ὅταν τό ᾿γραφα, νά τό βρίσκω τόσο κοντά σέ ὅ,τι ἤθελα νά πῶ; Τί μοῦ συνέβαινε κι εἶχα τόσο διαφορετικές ἐντυπώσεις γιά ἕνα καί τό ἴδιο κείμενο; Μέ τόν καιρό κατάλαβα πώς ἦταν ζήτημα αὐθυποβολῆς. Ἔγραφα μέ μιά ἔντονη, ἀλλά ἀσαφή ἐσωτερική ἐντύπωση, τήν ὁποία ἐπιχειροῦσα νά διοχετέψω στίς λέξεις καί στίς φράσεις πάνω στό χαρτί. Ὅ,τι ἔβγαινε πάνω στό χαρτί ὑστεροῦσε ἔναντι τῆς ἐσωτερικῆς ἐντύπωσης. Ὅμως αὐτό δέν γινόταν ἀμέσως ἀντιληπτό, γιατί, ὅσο ὁ δεσμός τῆς ἐντύπωσης μέ τό γραφτό  ἦταν νωπός, ἡ ἐσωτερική ἐντύπωση προβαλλόταν πάνω στό γραφτό. Ἔτσι, ὅταν τελείωνα τό γράψιμο καί διάβαζα αὐτό πού εἶχα γράψει, συμπλήρωνα ἀσυνείδητα τά κενά τοῦ γραφτοῦ μέ βάση τήν ἐντύπωση πού κυριαρχοῦσε μέσα μου. Μιά αὐταπάτη πού, καθώς πιστεύω, θά ἔχει ταλαιπωρήσει πολλούς μαθητευόμενους στόν τομέα τῆς ἔκφασης. Οὔτε καί λύνεται ποτέ ἀπόλυτα τό πρόβλημα αὐτό. Οὔτε καί σήμερα ἔπαψε νά μέ ἀπασχολεῖ. Ἀπό τή στιγμή πάντως πού ἐντόπισα τήν αἰτία τοῦ προβλήματος, ἡ προσοχή μου στράφηκε ἀπό τό κείμενο στήν ἐσωτερική ὀντότητα αὐτοῦ πού ἤθελα νά ἐκφράσω. Μέ τήν ἔννοια ὅτι, ἀντί νά ἀφήνω τά γραφτά νά «κρυώνουν» γιά νά κρίνω τό ἀποτέλεσμα, νά ἀφήνω αὐτό πού ἤθελα νά ἐκφράσω νά ἀποκρυσταλλώνεται μέ τόν καιρό. Κρατώντας, κάθε φορά πού ἐπανερχόταν στή σκέψη μου ἕνα τέτοιο «θέμα», σημειώσεις, ὥστε νά σχηματίζεται ἕνα σχετικά μικρό ἀπόθεμα σημειώσεων. Βέβαια αὐτά τά «θέματα», οἱ ἐσωτερικές ἐντυπώσεις δηλαδή, δέν ἔμεναν ἀναλλοίωτα μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ. Ἄλλα ἔχαναν ἔδαφος καί ἀπορρίπτονταν, ἐνῶ ἄλλα ἐπικυρώνονταν ὡς βαθιές, μόνιμες καί ἀξιόλογες ἐπισημάνσεις. Τά τελευταῖα ἦταν αὐτά πού προκρίνονταν γιά γράψιμο. Τώρα δέν ὑπῆρχε πιά ἐκείνη ἡ θερμή παρόρμηση τοῦ πρώτου καιροῦ, ἡ ἐκφραστική προσπάθεια προχωροῦσε ἀρκετά συγκρατημένα, ἀναζητώντας τή μεγαλύτερη δυνατή ἀναλογία πρός τό ἔσω ἀντικείμενο. Ἔτσι ἔφτανα ξανά ἀπό ἄλλο δρόμο στό ἐγχείρημα τῆς γραφῆς. Ἔφτανα ἀλλά δυσκολότατα προχωροῦσα, καθώς διαπίστωνα μεγάλες ἐλλείψεις στόν τομέα τοῦ λεξιλογίου καί στή σύνθεση τοῦ λόγου.

          Καθόλου παράξενο ἄν ἀναλογιζόταν κανείς τί γλωσσική προπαίδεια εἶχε προηγηθεῖ. Ἕνα Δημοτικό ἐλλειπέστατο –τέσσερα μόνο χρόνια (τά δυό χάθηκαν στήν Κατοχή), τά τρία μέ μαθήματα τό καλοκαίρι στό ὕπαιθρο μιά καί τό σκολειό μας εἶχε καεῖ μαζί μέ ὅλο τό χωριό, τό 1943, ἀπό τούς Γερμανούς. Ἡ περιοχή στήν ὁποία μεγάλωσα ἀποτέλεσε, γιά δέκα χρόνια, 1940-1950, τόπο πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Τό Γυμνάσιο, κάτω ἀπό κακές συνθῆκες, μέ βιβλία πού σέ ἀπωθοῦσαν καί καθηγητές χωρίς εὐρύτερη παιδεία. Ἐνῶ, στό γυμνάσιο, εἶχα μάθει νά λέω μηχανικά, «Θεοῦ θέλοντος κἄν ἐπί ριπός πλέοις» καί ἄλλα τέτοια, πρώτη φορά κατάλαβα πῶς συντάσσεται μιά πρόταση, ὅταν ἀργότερα ἔκανα μαθήματα ἀγγλικῆς γλώσσας. Τό Πανεπιστήμιο, αὐταρχικό, καθαρευουσιάνικο καί ἀρτηριοσκληρωτικό, ὅπου ἐνδιέφερε ἡ ἀποστήθιση τῶν συγγραμμάτων. Ὑπῆρχαν βέβαια τά διαβάσματα ἀπό τή μεριά τῆς λογοτεχνίας, πρακτικά καί θεωρητικά. Γιά τήν προσπάθεια πού ἔκανα τό βάρος ἔπεφτε περισσότερο στά θεωρητικά. Ἀπό τήν ἐπισκόπηση τέτοιων κειμένων, στό βαθμό πού μποροῦσα νά ἔχω ἐποπτεία, γινόταν φανερό ὅτι καλλιεργημένος θεωρητικός νεοελληνικός λόγος στόν τόπο μας δέν ὑπῆρχε. Κάτι περισσότερο: ὁ κοινός δημόσιος λόγος (ἄρθρα, ἐπιφυλλίδες, κριτικές, μελέτες, δοκίμια, γενικότερα θεωρητικά), ὅπως ἐκδηλωνόταν καθημερινά, ἔπασχε ἀπό ἀκαμψία, ρητορικότητα, ἀκαταστασία καί ἀοριστολογία. Μολαταῦτα δέν ἔπαυε νά εἶναι μιά πραγματικότητα, μιά διαρκής πρόταση μαθητείας, τέτοιας πού δέ σ᾿ ἄφηνε στό ξεκίνημα, ἀλλά καί ἀργότερα, ἀνεπηρέαστο. Θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Ὑπῆρχαν ὡστόσο καί περιπτώσεις σημαντικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προσπαθήσει νά λύσουν ἐκ τῶν ἐνόντων τό γλωσσικό καί τό ἐκφραστικό τους πρόβλημα. Ἀνάμεσά τους ξεχώριζα τόν Ε. Ροΐδη, τόν Κ. Παλαμᾶ (τῶν κειμένων πού εἶχε γράψει στήν καθαρεύουσα), τόν Ἐλισαῖο Γιαννίδη, Τόν Ε. Παπανοῦτσο, τόν Ι.Θ. Κακριδή, τό Γ. Σεφέρη, τό Χ. Καροῦζο, τό Γ. Θεοτοκᾶ. Τόν Παπανοῦτσο, ἀφοῦ τόν καλοδιάβασα, τόν ἔβγαλα ἀπό τό λογαριασμό, γιατί ὁ λόγος του μοῦ φαινόταν μηχανικός καί ἄψυχος. Πρέπει νά πῶ ὅτι τό καυτό πρόβλημά μου δέν ἦταν τό δίπολο καθαρεύουσα-δημοτική, ἀλλά μιά γλώσσα εὐλύγιστη, στρωτή καί ἐναργής, κατάλληλη γιά τή δουλειά πού ἤθελα νά κάνω. Κοιτάζοντας τά θεωρητικά γραφτά τῶν παραπάνω συγγραφέων, παρατηροῦσα ὅτι ὑπῆρχαν σ᾿ αὐτά τρεῖς κοινοί παρονομαστές.

          Ὁ ἕνας παρονομαστής εἶχε νά κάνει μέ τίς πολύ καθαρές ἀπόψεις τους. Πράγμα πού σήμαινε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν κάθισαν νά γράψουν προτοῦ νά ἔχουν σκεφτεῖ, νά ἔχουν προβληματιστεῖ, νά ἔχουν ξεκαθαρίσει μέσα τους αὐτά πού ἤθελαν νά ποῦν. Ὁ Ροΐδης, στά «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως» καί «Περί συγχρόνου ἐν Ἑλλάδι κριτικῆς»,[21] καθώς καί στό «Διατί δέν ἔχει ἡ σημερινή Ἑλλάς φιλολογίαν»,[22] εἶχε συγκροτημένες ἀπόψεις πάνω στά θέματα τῆς ἑλληνικῆς ποίησης καί κριτικῆς τοῦ καιροῦ του. Εἶχε μάλιστα κάνει, ἄν καί δέν προϋπῆρχε κριτική παράδοση νά στηριχτεῖ σ᾿ αὐτή,  βασικές τομές, γιά ἰδέες καί πρόσωπα, πού ἔκτοτε καί μέχρι σήμερα παραμένουν σεβαστές. Εἶχε ἀκόμα θέσει ἀπό τότε τό πρόβλημα τῆς ἰθαγένειας στή νεοελληνική λογοτεχνία. Ἄς σημειωθεῖ, ἐκτός θέματος, μολονότι δέν εἶναι ἐντελῶς ἄσχετο μέ τόν προβληματισμό του, ὅτι εἶχε τό θάρρος τῆς γνώμης του γιά ἔργα καί πρόσωπα σύγχρονά του. Ὁ Παλαμᾶς δέν εἶχε σίγουρα τή συγκρότηση τοῦ Ροΐδη. Ὑπῆρξε πολυγράφος καί κάποτε προχειρογράφος, ἀλλά δέν τοῦ ᾿λλειψαν καί οἱ φωτεινές στιγμές. Ἀπό τά θεωρητικά του κείμενα ξεχώρισα τά γραμμένα σέ καθαρεύουσα, γιά τό λόγο ὅτι τά γραμμένα στή δημοτική ὑστεροῦν ὡς γλώσσα καί ὡς ἔκφραση. Σ᾿ αὐτά, τά δημοτικιστικά, δέν ἐλέγχει εὔκολα τό γλωσσικό ὑλικό του, ἡ γραφή του μοιάζει ἄρρυθμη καί  σάν νά τρεκλίζει. Ἀντίθετα τά καθαρευουσιάνικα εἶναι γραμμένα μέ σταθερό χέρι καί καλή ἰσορροπία λόγου. Ἀπό τά τελευταῖα ξεχωρίζω τρία στά ὁποῖα θήτευσα ἰδιαίτερα. Ἐννοῶ τά ἑπόμενα: «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος»,[23] «Ἡ φαντασία καί ἡ Πατρίς»,[24] «Τό ἔργον τοῦ Κρυστάλλη».[25] Ἐδῶ ὁ Παλαμᾶς ξέρει πολύ καλά τί θέλει νά πεῖ. Καί μολονότι δύο ἀπό τά κείμενά του (γιά τόν Κάλβο καί τόν Κρυστάλλη) ἀποτελοῦν κριτικές ποιητικῶν ἔργων, ὅπου χρειάζεται νά αὐτενεργήσει κανείς κατά τό αἰσθητήριό του, ἐκφράζει σταθερές καί κατασταλαγμένες ἀπόψεις. Τό βιβλίο τοῦ Ἐλισαίου Γιαννίδη, Γλώσσα καί ζωή,[26] ὅταν τό διάβασα, ἦταν μιά ἔκπληξη. Τό ἴδιο καί τό μικρό βιβλιαράκι πού κυλοφόρησε τόν ἑπόμενο χρόνο.[27] Ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί ὑποστήριζε σ᾿ αὐτά, οἱ ἀπόψεις του ἦταν τόσο ξεδιαλυμένες, πού, θαρρεῖς, ἐπιδίωκε τήν καθαρότητα τῆς σκέψης του ὡς τίς ἀκραῖες της συνέπειες. Ἡ συστηματική συνέπεια τῆς ἐπιχειρηματολογίας του μοῦ θύμιζε τή συστηματικότητα τῆς Ἀνατομικῆς στήν Ἰατρική Σχολή. Τό ἔργο τοῦ Ι.Θ. Κακριδῆ, τοῦ Γιανίδη καί τοῦ Καρούζου, δέν τό γνώριζα παρά μόνο κατά ἕνα μικρό μέρος. Εἶχα ἀκούσει ἀπό φίλους μου φιλόλογους, πού ἦταν μαθητές του, τά καλύτερα λόγια γιά τό μάθημα πού ἔκανε ὁ Κακριδής στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἔτσι πῆρα ἀπό περιέργεια καί διάβασα ἕνα βιβλίο του πού, σύμφωνα μέ τόν τίτλο του, ἀναφερόταν στό πρόβλημα τῆς μετάφρασης. Πρόκειται γιά τό βιβλίο, Το μεταφραστικό πρόβλημα, (Ἀθήνα 1966). Ἀκολούθησε τό Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο, (Θεσσαλονίκη 1971) καί τό Νεοελληνικές μελέτες-το ανακόλουθο, η επαναστροφή, (Ἀθήνα 1976). Καί στά τρία ἔχουμε χωνεμένες καί σαφεῖς ἀπόψεις. Π.χ., πολύ γενικά, ἡ μετάφραση ἑνός λογοτεχνικοῦ ἔργου ἀπό μία γλώσσα σέ μιά ἄλλη, λόγω τῶν ἰδιαιτεροτήτων τῆς κάθε γλώσσας, παρουσιάζει πάντοτε ἕνα κάποιο ἔλλειμμα. Σύμφωνα μέ τή Νεοαναλυτική μέθοδο, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ὁ συγγραφέας στό Ξαναγυρίζοντας στόν Όμηρο, ἡ Ὀδύσσεια καί ἡ Ἰλιάδα εἶναι ἑνιαῖες συνθέσεις ἑνός μονάχα ποιητῆ καί ὄχι συλλογική σύνθεση. Δέν χρειάζεται, νομίζω, νά πῶ ὅτι δέν εἶχα καί δέν ἔχω ἰδέα γι᾿ αὐτό τό ζήτημα. Μποροῦσα ὡστόσο νά παρακολουθήσω τήν καθαρότητα τῆς σκέψης τοῦ Κακριδῆ. Γιά τό τρίτο βιβλίο δέν χρειάζεται νά πῶ τίποτα, ἐκεῖ ἔχουμε μετρημένα φιλολογικά κουκιά. Ἀπό τά θεωρητικά-κριτικά γραφτά τοῦ Σεφέρη εἶχα στήν κατοχή μου τόν τόμο, Δοκιμές, (Φέξης, Ἀθήνα 1962). Γιά τίς κατασταλαγμένες ἀπόψεις τοῦ Σεφέρη ἀρκοῦσε νά διαβάσει κανείς τά κείμενα, «Διάλογος πάνω στήν ποίηση», «Μονόλογος πάνω στήν ποίηση», «Ἐρωτόκριτος», «Ἀπορίες διαβάζοντας τόν Κάλβο», κ.ἄ. Ἀπό τίς πρῶτες σειρές τῶν κειμένων αὐτῶν καταλάβαινες ὅτι βρισκόσουν μπροστά σ᾿ ἕνα στοχαστή  πού ἤξερε πολύ καλά τί εἶχε νά πεῖ. Δέν θά ἐπιμείνω. Θά πῶ μόνο ὅτι στό Σεφέρη ὀφείλουμε βασικές διακρίσεις σέ ζητήματα θεωρίας καί πράξης τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Ὁ Χρῆστος Καροῦζος στά κείμενά του, που συγκεντρώθηκαν μετά τό θάνατό του ἀπό τή γυναίκα του Σέμνη στόν τόμο Ἀρχαία Τέχνη, ἦταν ἐπίσης μιά ἔκπληξη. Ἀρχαιολόγος μέ ὀξύ διακριτικό πνεῦμα πάνω στά ζητήματα τῆς ἀρχαίας καί τῆς σύγχρονης τέχνης, εἶχε σαφή ἀντίληψη τοῦ ἑκάστοτε ἀντικειμένου του. Ἀρκεῖ νά διαβάσει κανείς ἀπό τόν παραπάνω τόμο τά κείμενα, «Οἱ ἀρχές τῆς αἰσθητικῆς ὅρασης στόν  5ον αἰώνα π.Χ.», «Ἡ πνευματική ἀνανέωση στή μελέτη τῆς ἀρχαίας τέχνης», «Ἡ τέχνη καί ἡ ἐποχή», «Ὁ παιδαγωγικός ρόλος τῶν μουσείων», γιά νά καταλάβει τήν καθαρότητα τῆς σκέψης του. Καί νά συμπεράνει πόσο εἶχε βασανίσει στό μυαλό του τά θεματα πού τόν ἀπασχολοῦσαν, προτοῦ νά καθίσει νά τά ἐκφράσει. Ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς δέν διέθετε τό σκληρό μέταλλο τῶν προηγούμενων. Ὅμως ἦταν ἕνας στοχαστής πού δέν δίσταζε νά καταπιαστεῖ μέ τά πιό ἀκανθώδη ζητήματα. Γιά τό Ροΐδη, τόν Παλαμᾶ, τό Σεφέρη καί τό Θεοτοκᾶ, μπορῶ νά πῶ ὅτι γνώριζα ὅλο σχεδόν τό μέχρι τότε γνωστό ἔργο τους. Στά δοκιμιακά γραφτά τοῦ Θεοτοκᾶ εἶχα θητέψει ἀπό πολύ νωρίς. Γιά τήν καθαρότητα τῆς σκέψης του ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τά κείμενα πού πρόσεξα ἰδιαίτερα. Εἶναι, «Ὁ Ἕλληνας συγγραφέας»,[28] «Στό κατώφλι τῶν νέων καιρῶν»,[29] «Γιά τό δοκίμιο»,[30] κ.ἄ.

          Ὁ δεύτερος κοινός παρονομαστής αὐτῶν τῶν ἑφτά συγγραφέων ἀφοροῦσε τή σαφήνεια τῆς γραφῆς τους. Μιᾶς γραφῆς ἡ ὁποία συνιστοῦσε προηγούμενο στό ὁποῖο χαιρόσουν, παρ᾿ ὅλες τίς γλωσσικές διαφορές μεταξύ τους, νά μαθητεύεις. Λίγες φράσεις νά διάβαζε κανείς, ἀπό τά κείμενα πού ξεχώρισα παραπάνω, ἔβλεπε ἀμέσως τήν ἐκφραστική τους διαύγεια. Μιά εἰδικότερη ἀναφορά στά γραφτά αὐτά, μέ ἐνδεικτικές φράσεις τους κ.λπ., μᾶλλον περιττεύει. Ἐξαίρεση θά κάνω γιά τή λιγότερο γνωστή περίπτωση τοῦ Γιανίδη. Μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἡ ἀπέριττη καθαρότητα τοῦ λόγου του. Ποιός ἦταν ὅμως αὐτός ὁ Γιαννίδης; Ὑποστήριζε τή δημοτική γλώσσα, αὐτό ἦταν φανερό. Εἶχε πολλές γνώσεις, ἰδίως γλωσσικές, κι αὐτό ἐπίσης ἦταν φανερό. Ἀλλά ποιός ἦταν; Πρώτη φορά συνάντησα τό ὄνομά του στό βιβλίο τοῦ Χρ. Χριστίδη, Χρόνια Κατοχῆς,[31] πού ἀναφερόταν ἀρχικά στό θάνατο (11-2-1942) καί στήν κηδεία τοῦ Γιανίδη, ἐνῶ στή σελίδα 544 ἔδινε μερικά βιογραφικά στοιχεῖα του, ἀπό τά ὁποῖα ἔβγαινε πώς ὁ Γιανίδης ὑπῆρξε μιά πολυσχιδής προσωπικότητα. Τοῦτο φαινόταν κι ἀπό τό μικρό βιογραφικό του, πού ὑπῆρχε στό ἀνυπόγραφο «Εἰσαγωγικό σημείωμα» τῶν εκδόσεων τοῦ «Κάλβου». Ἡ Ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς, δέν τόν ἀνάφερνε, οὔτε στό ψευδώνυμό του (Ἐλισαῖος Γιανίδης) οὔτε στό ὄνομά του (Σταμάτης Σταματιάδης). Λίγες ἀναφορές πού βρῆκα δῶθε κεῖθε συνδέονταν μέ τό γλωσσικό ζήτημα. Φωτογραφία του δέν εἶδα πουθενά. Ποιός ἦταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτός πού ἔγραψε μιά Οἰνολογία, μιά Γεωμετρία, μιά Ἀστρονομία κι ἔκανε εἰδικές μελέτες πάνω στή βυζαντινή μουσική, στή γλώσσα καί στή φιλοσοφία; Φῶς ἦρθε ἀπό τόν πρῶτο τόμο τῆς σειρᾶς Σελίδες αὐτοβιογραφίας τοῦ ποιητῆ Γ.Θ. Βαφόπουλου. Ἐκεῖ ὁ Βαφόπουλος σκιαγραφεῖ μιά ἀσκητική μορφή ἑνός ἐπιστήμονα-ἐρευνητῆ. Ἀντιγράφω ἕνα ξεχωριστό σημεῖο: «Σ᾿ ὅλη τή μακρόχρονη
σχέση ποὖχε δημιουργηθεῖ κατόπι μεταξύ μας, εἶχα διαπιστώσει, πώς μιά μικρή φράση ἀποτελοῦσε τό μοτίβο τῆς σωκρατικῆς διαλεκτικῆς του: ‘‘Τί ἐννοεῖτε;’’. Σέ κάθε συζήτηση ἔπρεπε ὁ συνομιλητής του νά ἐφράζεται μέ ἄκρα σαφήνεια, γιατί διαφορετικά θά σκόνταφτε σέ τοῦτο τό κοτρώνι, πού πετοῦσε στό δρόμο του: ‘‘Τί ἐννοεῖτε;’’.»[32] Ἦταν πολύγλωσσος, ἦταν μαθηματικός, ἦταν ὑπέρμαχος τῆς δημοτικῆς, ἦταν εἰσηγητής τοῦ μονοτονικοῦ… Ὅμως αὐτό πού μ᾿ ἐνδιέφερε δέν ἦταν καθαυτή ἡ δημοτική, ἀλλά ἡ γλωσσική ἐπάρκεια, ἡ δυνατότητα νά λέω αὐτό πού αἰσθανόμουν μέ ἀρκετή ἀκρίβεια. Τό βιβλίο τοῦ Γιανίδη, Γλώσσα καί ζωή, ἦταν ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἕνα μάθημα ἐκφραστικῆς ἁπλότητας, διαύγειας καί βαθύνοιας, ἐνῶ ἡ φράση του, «Τί ἐννοεῖτε;», τόσο  στόν πληθυντικό, ὅσο καί στόν ἑνικό, θ᾿ ἀποτελοῦσε ἔκτοτε μεθοδολογικό ἐργαλεῖο μου. Ἀντιγράφω λίγες σειρές ἀπό τό βιβλίο του: «Ὅ,τι συνέβη στήν ἱστορία τοῦ ἔθνους μας, συμβαίνει στήν ἀτομική ἱστορία τοῦ καθενός μας. Ἀπό κεῖνον τό φαῦλο κύκλο ὅπου μπερδεύτηκε τό ἔθνος μας ἀπ᾿ τόν καιρό τῆς πρώτης παρακμῆς του, ἀπ᾿ αὐτόν περνοῦμε ἕνας ἕνας, ὅταν κάνουμε τή μόρφωσή μας. Τό ἄτομο τοῦ καθενός μας εἶναι ἡ σκηνή ὅπου παίζεται, σέ λίγα χρόνια τό ἱστορικό δρᾶμα τῆς γλωσσικῆς πλάνης, πού πιάνει εἴκοσι αἰῶνες στήν ἱστορία μας.»[33]

          Ὁ τρίτος κοινός παρονομαστής τῶν ἑφτά «δασκάλων» ἦταν ἡ σχέση τῆς γραφῆς τους μέ τόν προφορικό λόγο.

          Παρένθεση. Ὅσο γνωρίζω, γίνεται ἐξακολουθητικά σύγχυση ἀνάμεσα στόν προφορικό λόγο καί στή γλώσσα τῶν δημοτικιστῶν. Λέμε ἡ καθαρεύουσα εἶναι γραφτή γλώσσα, ἐνῶ ἡ «δημοτική» προφορική, (στήν γλώσσα τῆς ὑπαίθρου θά ἀναφερθῶ ἰδιαίτερα σέ ἑπόμενες σελίδες). Ὅμως τά κριτικά κείμενα τοῦ Παλαμᾶ, πού εἶναι γραμμένα στή «δημοτική», πολύ ἀπέχουν ἀπό τό νά δίνουν τό αἴσθημα τῆς προφορικότητας, ἐνῶ δέν νομίζω πώς ἀπέχουν ἐξίσου τά γραμμένα στήν καθαρεύουσα. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά  τό ἴδιο δέν ἀνταποκρίνονται στό αἴσθημα τῆς προφορικότητας τά θεωρητικά κείμενα σέ «δημοτική» γλώσσα τοῦ Σικελιανοῦ καί ἄλλων. Παράδειγμα: «Στήν ἀποκατάσταση ὡστόσο τῆς ἀνθρώπινης αἰσθαντικότητας στήν κοσμική της περιωπή κι ἀποστολή, καί στήν ἑδραίωση τῆς Φιλοσοφίας τῆς Ποίησης ὡς κιβωτοῦ τῶν περιούσιων κι ἀναφαίρετων δημιουργικῶν ἀρχῶν τῆς Ζωῆς, δέν βοηθάει μονάχα, στίς μέρες μας, ἡ ἀπ᾿ εὐθείας ἐνδοσκόπηση τῶν ἴδιων τῶν ποιητῶν, ἀλλά συγχρόνως κ᾿ ἡ πορεία ὅλων τῶν ἄλλων γνωστικῶν μεθόδων πολιορκίας τοῦ νοήματος καί αἰτήματος τῆς ζωῆς· ὅσο κι ἄν, βέβαια, ὁποιαδήποτε ἄλλη γνωστική μορφή ἀλήθειας, ἀντικρί στήν Ποιητική, θά νά ᾿ναι πάντα ὅ,τι εἶναι τό πολύγωνο ἀντικρύ στόν τέλειο κύκλο, εἴτε ἐγγραμμένο εἴτε περιγραμμένο: προσεγγίζοντας ὁλοένα τήν τροχιά του, ἀλλά μή φτάνοντας τό σχῆμα του ποτέ.»[34] Τό ἀπόσπασμα εἶναι γραμμένο σέ «δημοτική» γλώσσα. Μολαταῦτα κάθε ἄλλο παρά πείθει γιά τήν προφορικότητά του. Γιατί; Γιατί ἡ προφορικότητα τοῦ γραφτοῦ λόγου δέν καθορίζεται μόνο ἀπό τή γραμματική καί τό λεξιλόγιο (θά ἐπανέλθω σ᾿ αὐτό τό θέμα). Σ᾿ ἕνα σημαντικό βαθμό προσδιορίζεται ἀπό ἐσωτερικά γνωρίσματα. Εἶναι γραφή μέ ἐμπειρικό ἕρμα, κατά τρόπο πού νά θυμίζει γλώσσα ἐμπειροτέχνη. Ἀποφεύγει τίς γενικές, ἀφηρημένες καί ἀόριστες ἔννοιες καί ἐποβλέπει στήν ἄμεση, συγκεκριμένη, ἀναφορά στό ἑκάστοτε ἀντικείμενο. Ἀρθρώνεται σάν νά ᾿ναι ν᾿ ἀκουστεῖ ἀπό κοντινό ἀκροατή, γι᾿ αὐτό τή διακρίνει ἡ ἤπια ἔνταση τῆς φωνῆς. Ἔχει τόνο οἰκείας ἔκφρασης, μέ κάποια ἐξομολογητική χροιά καί κουβαλάει τή ζεστή παρουσία τοῦ ἐκφραζόμενου. Εὐνοεῖ συχνά τήν ἔκθλιψη ἀπό τήν ὁλογράμματη γραφή, π.χ. «γι᾿ αὐτό, ἀντί γιά αὐτό». Παρουσιάζει κάποια ἀνταπόκριση στή λειτουργία τῆς ἀναπνοῆς κι εἶναι γιά τοῦτο σχετικά μικροπερίοδη. Νά σημειωθεῖ ὡστόσο πώς ἡ προφορικότητα τῆς γραφῆς ἔχει μέν ἀναλογική σχέση μέ τόν καθαυτό προφορικό λόγο, ἀλλά σέ καμιά περίπτωση δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι ταυτίζεται μαζί του. Ἡ προφορικότητα αὐτή δέν παύει νά διέπεται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ γραφτοῦ λόγου, πού δέν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνες τῆς προφορικῆς ὁμιλίας. Ἄλλο νά κουβεντιάζεις μέ κάποιο φιλικό πρόσωπο κι ἄλλο νά γράφεις μέ προφορική αἴσθηση τοῦ λόγου. Κλείνει ἡ παρένθεση.

          Κοιταγμένη ἀπό τήν ὀπτική τῶν προηγούμενων, ἡ καθαρεύουσα τοῦ Ροΐδη, μέ τόν σχετικά ὑποκειμενικό χαρακτήρα, τόν ἐμπειρικό, καί τόν ὁμιλητικό τόνο, παρουσιάζει ὁρισμένα στοιχεῖα προφορικότητας. «Ἄν θέλωμεν ποίησιν οἵα ἡ παρά τοῖς Φράγκοις ρομαντική, πρέπει νά ἐξισωθῶμεν ἐκείνοις κατά τό θρησκευτικόν αἴσθημα, τά φῶτα καί τόν πολιτισμόν· ἄν θέλωμεν ποίησιν ἑλληνικήν, πρέπει νά παρουσιασθῆ ἡμῖν εὐκαιρία νά ἐπιδείξωμεν ὅσον οἱ ἡμέτεροι πρόγονοι καί πατέρες ἡρωισμόν. Τό ἆσμα τοῦ Αἰσχύλου ἦτο σύγχρονον τῶν σαλαμινομάχων ὡς τό δημοτικόν τῶν τουρκομάχων. Οἱ ἀθάνατοι τοῦ Ἕλληνος λόγοι ὑπῆρξαν πάντοτε σύντροφοι τῶν ἀθανάτων ἔργων. Μόνον ὑπό βροχήν περσικῶν τοξευμάτων ἠδύνατο νά εἴπη ὁ Λεωνίδας: ‘‘Ἐν σκιᾶ πολεμήσομεν’’, καί μόνον πρό τῆς πυρᾶς ὁ Διάκος:

                       Σκυλιά, κι ἄν μέ σουβλίσετε ‘ἕνας’ γραικός ἐχάθη.»[35]

Τό ἀπόσπασμα θά μποροῦσε νά εἶναι ἀπάντηση σέ συνομιλητή. Σάν κάποιος νά εἶχε θέσει ὁρισμένο ἐρώτημα ἤ νά εἶχε πεῖ ἄλλη γνώμη καί, ἀπαντώντας, νά διατύπωσε ὁ ὁμιλητής τοῦ ἀποσπάσματος τή δική του ἐκδοχή. Ὑπάρχει ἐδῶ, παρά τόν αἰσθητό ρητορικό τόνο, κάτι ἀπό τήν οἰκειότητα τοῦ συνομιλητῆ. Καί τήν ἀμεσότητα ἐπίσης. Γενικότερα ὁ λόγος τοῦ Ροΐδη, μολονότι καθαρεύουσα, ἔχει ἕνα σχετικό ἀέρα προφορικότητας.

          Τό ἴδιο, ἀλλά σέ μεγαλύτερο βαθμό, ἰσχύει γιά τά κείμενα τοῦ Παλαμᾶ πού εἶναι γραμμένα στήν καθαρεύουσα:

          «Παρῆλθον ἔτη ἔκτοτε.

          »Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠγόρασα ποτε ἔκ τινος παρά τήν Ἁγίαν Εἰρήνην παλαιοπώλου δύο τομίδια ἑλληνικῶν ποιημάτων. Κατά τήν ἐποχήν ἐκείνην ἠγάπων ἀσυνειδήτως τούς στίχους, καί δύο ὁμοιοκαταληξίαι, ὁποιαιδήποτε, μέ συνεκίνουν βαθέως. Τό ἕν ἐκ τῶν τομιδίων ἦτο ὁ ‘‘Ὁδοιπόρος’’ τοῦ Παναγιώτου Σούτσου. Πρό πολλοῦ ἀνεζήτουν τό βιβλίον τοῦτο. Τήν εὕρεσίν του ἀπεδέχθην ὡς δῶρον τῆς θείας Προνοίας καί κατέβαλα προθύμως τό ἀντίτιμον αὐτοῦ. Ἐξ ἐναντίας τό ἄλλο τομίδιον συγκατετέθην μόνο τῆ ἐπιμόνω παρακλήσει τοῦ παλαιοπώλου νά φορτωθῶ ἀντί καταβολῆς εὐτελεστάτου τιμήματος.»[36] Σχόλια δέν χρειάζονται. Βρισκόμαστε μπροστά σέ κείμενο ὁμιλίας, μέ εὐκρινή στοιχεῖα προφορικότητας.

          Παρόμοια περίπου εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Γιανίδη, πού δέν γράφει σέ καθαρεύουσα. Περίπου, γιατί ἡ γραφή τοῦ Γιανίδη ἔχει ἐπιπλέον τήν ἐπικουρία τῆς γραμματικῆς καί τοῦ λεξιλογίου. Ἄν καί τό κείμενο τοῦ βιβλίου του Γλώσσα καί ζωή δέν εἶναι κείμενο ὁμιλίας, ὅπως τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι κατά μιά βαθμίδα προφορικότερο τοῦ παλαμικοῦ. Τοῦτο ὅμως ὀφείλεται περισσότερο στήν ἁπλότητα καί στόν τόνο οίκειότητας πού ἔχει τό γράψιμο τοῦ Γιανίδη:

          «Ὅλοι ξέρουμε, πώς ὅταν μικροί πρωτοπήγαμε στό σχολεῖο, τό πρῶτο πράγμα πού μάθαμε εἴτανε ὅτι τό σπίτι μας λέγεται ‘‘οἰκία’’, ἡ μητέρα μας ‘‘μήτηρ’’, τό ψωμί ‘‘ἄρτος’’, τό γατάκι μας ‘‘γαλή’’, κ᾿ ἔτσι τά λοιπά. Ὅτι τά πράματα δέν πρέπει νά τά λέμε καί προπάντων νά τά γράφουμε, ὅπως μᾶς τἄμαθε ἡ μητέρα μας, πως ἔκαμε λάθος ἡ μητέρα μας, καί πως πρέπει αὐτό τό λάθος ἐμεῖς μέ τή σπουδή καί τήν ἐπιμέλεια νά τό διορθώσουμε.» Τό ἀπόσπασμα τό διακρίνει ἁπλότητα, ἤπια ἔνταση φωνῆς, ἀμεσότητα ἀναφορᾶς, προσήνεια, μικροπερίοδη σύνθεση. Ἄν καί δέν εἶναι κείμενο ὁμιλίας, ἔχει σαφή ὑφή προφορικότητας».[37]

          Ἀναφορικά μέ τόν Κακριδή θά περιοριστῶ στό Ξαναγυρίζοντας στόν Ὅμηρο. Ὁ Κακριδής ἦταν σπλήνα δημοτικιστής, γνωστός κι ἀπό τή «Δίκην τῶν τόνων». Ὅμως δέν χειριζόταν τή δημοτική σάν τούς δημοτικιστές. Ὑπάρχουν στό βιβλίο λέξεις, θά λέγαμε, δημοτικιστικῆς γραμμῆς. Π.χ.,  «ἀντιτάζουν» (ἀντί ἀντιτάσσουν), «ξεσπάζει» (ἀντί ξεσπάει), «ἀνέγνοιος», «ἀντικατασταίνει», «ἀνασυνθέτεται», κ.λπ. Ὅμως κάθε ἄλλο παρά δημοτικιστικός εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κακριδῆ. Τό ἀεράτο γράψιμό του ρέει σάν ζωντανή ὁμιλία μέ ὄλα τά ἐσωτερικά γνωρίσματα τῆς προφορικότητας. Ἔτσι ὥστε νά δίνει πολύ καθαρά τήν αἴσθηση τοῦ λόγου πού ἐκφέρεται γιά ν᾿ ἀκούγεται:

          «Η ψυχολογική ερμηνεία κάνει και κάτι που προκαλεί την έντονη αντίδρασή-μας: Βάζει την ποιητική αφήγηση στην ίδια μοίρα με την ιστορική έκθεση. Ένα ιστορικό κείμενο ο ερμηνευτής είναι υποχρεωμένος να το συμπληρώσει, ιδιαίτερα όταν πιστοποιεί κενά στην προβολή των αιτίων που οδήγησαν τα ιστορικά πρόσωπα σ᾿ αυτή ή σ᾿ εκείνη την πράξη. Γιατί κάθε ενέργεια του ιστορικού προσώπου, και όταν ο συγγραφέας δεν τη δικαιολογεί, έχει οπωσδήποτε το λόγο-της. Η ποιητική όμως πραγματικότητα ακολουθεί, είπαμε, νόμους δικούς-της. Έξω από το ποιητικό κείμενο τα ποιητικά πρόσωπα δεν υπάρχουν, και κάθε προσπάθεια να συμπληρωθούν οι διαλογισμοί-τους και η δράση-τους πέφτει στο κενό.»[38] Τό ἀπόσπασμα μᾶς δείχνει, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ὅτι βρισκόμαστε πολύ μακριά ἀπό τή δημοτικιστική γραφή τοῦ Παλαμᾶ. Ὅσο γιά τήν προφορικότητα δέν ἔχω νά πῶ τίποτε περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι προανάφερα.

          Ἀπό τίς Δοκιμές τοῦ Σεφέρη δέν ξέρω κανένα κείμενό τους πού νά μήν ἀνταποκρίνεται στούς ὅρους τῆς προφορικότητας. Ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα τῶν Δοκιμῶν εἶναι ἡ κουβεντιαστή ὑφή τῶν κειμένων τους. Ὁ Σεφέρης γράφει ἁπλά καί ἀβίαστα, φτάνοντας νά ἐκφράσει δύσκολα νοήματα μέ τήν ἄνεση  πού λέει κανείς ἕνα παραμύθι. Ἔτσι, κατά ἕναν τρόπο, ὁ Σεφέρης γράφει ὁμιλητικά ἤ, ἀλλιῶς, μέ προφορική αἴσθηση τοῦ λόγου.

          «Ἔχω κρατήσει μιά συμπάθεια γιά τή διδαχή. Φαντάζομαι πώς τοῦτο ὀφείλεται, πρῶτα-πρῶτα, σέ μιά πραγματική στέρηση πού δοκίμασα ὅταν, στά χρόνια τῆς νιότης μου, γυρεύοντας ἕνα δρόμο, ἔνιωσα, ὅπως πολλοί ἄλλοι, ὑποθέτω, τήν ὀρφάνια καί τή μόνωση τοῦ αὐτοδίδακτου. Ἀλλά ἀνεξάρτητα ἀπό προσωπικούς λόγους, βρίσκω πώς αὐτό τό ὕφος, πού προϋποθέτει ἕναν κύκλο προσεχτικῶν νέων προσηλωμένων σ᾿ ἕναν πρσβύτερο καί ἐμπειρότερο –αὐτή ἡ ἐπικοινωνία- ἔχει μιά ἰδιαίτερη καί ἀξιοζήλευτη χάρη.»[39] Θαρρεῖ κανείς πώς πρόκειται γιά ὁμιλία πού κάποιος τή μαγνητοφώνησε κι ἔπειτα τήν ἀπομαγνητοφώνησε σέ γραφτό κείμενο. Ὅμως τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἀνήκει σέ δοκίμιο πού εἶχε ἀπό τήν πρώτη στιγμή μορφή γραφτοῦ κειμένου.

          Τά κείμενα τοῦ Καρούζου, ἄν καί ἀφοροῦν δυσκολότατα ζητήματα τέχνης, εἶναι γραμμένα μ᾿ ἕνα ἀνάλαφρο λόγο σαφῶς προφορικῆς ὑφῆς. Ἔτσι πού νά διαβάζονται ἄνετα ἀπό ἀναγνῶστες πού δέν ἔχουν ἰδιαίτερες γνώσεις πάνω στήν ἀρχαία τέχνη:

          «Μέσα στόν 5ον αἰώνα π.Χ. λοιπόν, ἀνάμεσα στίς ἀρχές του καί στό τέλος του, ἔγινε κάποτε αὐτό πού ὀνομάσαμε ‘‘ἀνακάλυψη τῆς ὅρασης’’ ἤ σωστότερα ‘‘συνειδητοποίηση τῆς ὅρασης’’. Τή μεταβολή αὐτή δέν τή διαπιστώνουμε μόνο ἐμπειρικά ἀπό τά ἔργα τέχνης. Εἶναι μεγάλο εὐτύχημα ὅτι ἔχουμε καί ἀπό τή λογοτεχνία ὡραία τεκμήρια πού εἶναι σάν ρητή ἐπιβεβαίωση τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν, κι ἔτσι αἰσθανόμαστε πιό ἥσυχοι ὅτι δέν παραμορφώνουμε τήν ἱστορική παραγματικότητα. Τά λογοτεχνικά τεκμήρια ἀποδείχνουν καθαρά ὅτι ἡ συνείδηση τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων καταγράφει ἀμέσως μέ χαρά τήν καινούργια κατάκτηση, τή συνειδητή ὅραση.»[40] Πρόκειται γιά ἀπόσπασμα ἀπό κείμενο ὁμιλίας. Ὅμως καί τά κείμενα τοῦ τόμου, πού δέν προέρχονται ἀπό ὁμιλίες, διέπονται ἀπό τό ἴδιο προφορικό πνεῦμα.

          Ὁλόκληρο τό δοκιμιακό ἔργο τοῦ Θεοτοκᾶ παρουσιάζει ἐπίσης σαφή στοιχεῖα προφορικότητας. Κι ὁ Θεοτοκᾶς γράφει μέ τήν αἴσθηση τοῦ συνομιλητῆ. Καί τό γράψιμό του ρέει μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ἄνεση τοῦ καθημερινοῦ κουβεντιστοῦ λόγου:

          «Ὑπάρχουν στιγμές προνομιοῦχες, στήν ἀγκαλιά τῆς νύχτας, ἀνάμεσα στόν ὕπνο καί τόν ξύπνο, πού βλέπουμε, ἔξαφνα, τή ζωή μας ἀπ᾿ ἔξω. Εἶναι θαρρεῖς, μιά ἐπικοινωνία τοῦ μισοκοιμισμένου πνεύματός μας μέ κάποιαν πέρα πραγματικότητα, κάτι πού θά μποροῦσε νά εἰπωθεῖ πιό ἁπλά προαίσθημα τοῦ θανάτου. Γιατί, ἀληθινά, τή στιγμή ἐκείνη εἶναι σάν νά ἔχεις πεθάνει, ὄχι θεωρητικά, ἀλλά μέ τή βαθύτερη πείρα τῆς ψυχῆς. Ἡ ζωή σου ἔχει ἀποσπαστεῖ ἀπό σένα, ἔχει γίνει ἀντικείμενο ἀνεξάρτητο καί τελειωμένο σάν κύκλος, σάν εἶδος σβούρα πού στριφογυρίζει καί μακραίνει, ὅμοια μέ ξένον πλανήτη κρεμασμένο στό κενό. Δύσκολο νά τό ἐκφράσεις αὐτό ἀλλιῶς παρά μονάχα μέ τή μουσική.»[41] Τό ἀπόσπασμα ἀνήκει σέ κείμενο πού ἦρθε στή δημοσιότητα σέ ἀπευθείας γραφτή μορφή. Κι ὅμως ἔχει τόνο οἰκείας, φιλικῆς, ὁμιλίας.

          Σύμφωνα μέ τά προηγούμενα οἱ ἑφτά συγγραφεῖς στούς ὁποίους κατεξοχήν μαθήτευσα, εἶχαν τό πλεονέκτημα τῆς ξεκαθαρισμένης ἄποψης, τῆς ἐκφραστικῆς σαφήνειας καί τῆς προφορικότητας τοῦ λόγου τους. Ὡς πρός τήν προφορικότητα τοῦ λόγου ὁ Ροΐδης ὑστεροῦσε σχετικά ἔναντι τῶν ὑπόλοιπων. Χωρίς ὡστόσο νά χρεώνεται αὐτή ἡ ὑστέρηση ἀποκλειστικά στήν καθαρεύουσα. Μέ κριτήριο τή συμμετρική ἰσοτιμία τῶν τριῶν ἐπιδόσεων (τῆς ξεκαθαρισμένης ἄποψης, τῆς ἐκφραστικῆς σαφήνειας καί τῆς προφορικότητας), ἴσως προέχει ἡ περίπτωση τοῦ Γιανίδη. Ἀπό τήν πλευρά πάντως τῆς δικῆς μου μαθητείας, τά κείμενα στά ὁποῖα ἔσκυψα περισσότερο ἦταν ἐκεῖνα τοῦ Ροΐδη, τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Σεφέρη. Στοῦ Σεφέρη τίς Δοκιμές, πιό ἐπίμονα καί πιό γόνιμα νομίζω. Ὅλοι ὅμως μοῦ ἔδειξαν πολύ καθαρά πώς ἄν εἶχα κάτι νά γράψω θά ἔπρεπε νά τό ξεδιαλύνω πρῶτα σέ ὅλη του τήν ἔκταση. Καί συνεπῶς θά ἔπρεπε νά περιμένω ὥσπου αὐτό νά γίνει τοῦ χεριοῦ μου ἀπό τήν πλευρά αὐτή. Ἔτσι μποροῦσα νά κρατάω σημειώσεις, νά κάνω σχεδιαγράμματα, νά διορθώνω καί, φυσικά, νά περιμένω. Τό δεύτερο δίδαγμα τῶν ἑφτά, ἀφοροῦσε τήν ἐνάργεια τῆς ἔκφρασης. Ὡς ἐκφραστικό δέον τό δίδαγμα αὐτό ἦταν περισσότερο ἀπό ἀποδεκτό. Μέ τή διαφορά ὡστόσο ὅτι, στήν περίπτωσή μου, ἡ ἐνάργεια τῆς ἔκφρασης ἀποτελοῦσε πρακτικό πρόβλημα. Καί τό ζητούμενο ἦταν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θά ἦταν δυνατή ἡ λύση του. Ἔτσι τό νά ξέρω πώς ἄλλοι τό εἶχαν λύσει γιά λογαριασμό τους, ἄν καί ἦταν ἐνθαρρυντικό προηγούμενο, μέ ἄφηνε μέ ἄδεια χέρια. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι τά κείμενα τῶν ἑφτά συγγραφέων δέν προϋπέθεταν ἕνα κοινό γλωσσικό πρότυπο, ἀπό τό ὁποῖο νά εἶχε τή δυνατότητα νά ξεκινήσει κανείς. Ὁ καθένας ἀπό τούς ἑφτά ἔγραφε ἔχοντας δική του γλωσσική ἀντίληψη. Γεγονός πού ἔδειχνε, κάτι γνωστό ἄλλωστε, ὅτι δέν ὑπῆρχε στή νεοελληνική γλώσσα παγειωμένο γλωσσικό καθεστώς.  Μποροῦσα νά μιμηθῶ κάπως τή γλωσσική τακτική τοῦ καθενός ἀπό τούς ἑφτά, ἀλλά δέν μποροῦσα νά πάρω κοινή γραμμή ἀπό τά ἔργα ὁλονῶν μαζί. Τό τρίτο σημεῖο στό ὁποῖο συγκλίναν τά κείμενα τῶν ἑφτά ἦταν ἡ σχέση τῆς γραφῆς τους μέ τόν προφορικό λόγο. Αὐτή ἡ σχέση, ἄν καί δέν εἶχε κύρος γλωσσικοῦ δέοντος, δέν ἔπαυε νά συνιστᾶ ὁρισμένη ὑπόδειξη. Τό νά προσέξω πῶς μιλοῦσα καί πῶς ἔγραφα ἄρχισε νά μέ ἀπασχολεῖ ἀπό τήν ὥρα πού ἔγινε ἀντιληπτή ἡ ὑπόδειξη αὐτή. Ἄν καί οἱ πρῶτες προσπάθειες, νά γράψω ὅπως μιλοῦσα, φάνηκαν ἀδιέξοδες, ἡ πρακτική ἄσκηση ἔδειξε μέ τόν καιρό ὅτι δέν ἦταν ἄσκοπη.

          Ἡ παραπάνω ὑπόδειξη τῶν ἑφτά συγγραφέων συντέλεσε στό νά ἀνατρέξω στή μόνη προφορική γλώσσα πού ἤξερα καλά. Στή γλώσσα τοῦ χωριοῦ μου. Αὐτή τή γλώσσα δέν τή μιλοῦσα πιά.

          Παρένθεση. Στό χωριό μου ἔζησα δώδεκα συνεχόμενα χρόνια, σύν τά καλοκαίρια ὅσο πήγαινα στό γυμνάσιο στά Γιάννινα κι ὅλο πιό ἀραιά ἀργότερα.  Εἶναι σκαρφαλωμένο στά ριζά τοῦ βουνοῦ Περιστέρι στό ὁποῖο ὀφείλει τό νεότερο ὄνομά του (παλιά λεγόταν Προσγόλι). Στά πρῶτα δώδεκα χρόνια πού ἔζησα ἐκεῖ, ἐκτός ἀπό τά γειτονικά χωριά, δέν ἤξερα ἄλλη μορφή ζωῆς. Γνώρισα ἔτσι ἕναν κόσμο σέ πρωτόγονη κατάσταση. Ἡ γεωργική καί κτηνοτροφική ὀργάνωση τῆς οἰκονομίας του περιοριζόταν στά ἀπολύτως ἀπαραίτητα. Ἡ τεχνολογία του βρισκόταν στήν ἐποχή τοῦ Ἡσίοδου. Μιά ἰδέα αὐτῆς τῆς τεχνολογίας μπορεῖ νά πάρει νά κανείς ἀπό τά γεωργοκτηνοτροφικά ἐργαλεῖα πού ἔχει συγκεντρώσει τό Μουσεῖο Μπενάκη ἤ σέ ὅποιο ἄλλο μουσεῖο ἔχει κάνει ἀνάλογη συλλογή. Οἱ χωριανοί μου ζοῦσαν ἐκ τῶν ἐνόντων. Μέ ψωμί (καλαμποκίσιο τό περισσότερο χρόνο καί σταρένιο τόν ὑπόλοιπο), φασόλια, πατάτες, λαχανικά, καρύδια, φροῦτα, κρασί, γάλα, τυρί, λιγοστό βούτυρο, αὐγά καί λίγο κρέας. Μέ τό μαλλί τῶν προβάτων καί τῶν γιδιῶν ἔφτιαχναν τά ρούχα τους, τά στρωσίδια καί τά σκεπάσματα. Ἦταν ἀναγκασμένοι νά ἀγοράζουν παπούτσια πού ἔκτοτε τά ἐπιδιόρθωναν μόνοι τους, καί λάδι πού τό χρησιμοποιοῦσαν μέ τό σταγονόμετρο. Μερικές οἰκογένειες εἶχαν τήν εὐχέρεια νά ἀγοράζουν ζάχαρη καί καφέ. Λίγο πολύ ἦταν ὅλοι τους πολυτεχνίτες: πετάλωναν τά «πράματα», ἔφτιαχναν ξύλινα κουτάλια καί πηρούνια, ρόκες, σφοντήλια, ἔσφαζαν, διόρθωναν σαμάρια, ἔφτιαχναν σπιτικά ἀντικείμενα (κεβάτια, μπάσια, σκαμιά, πιατοθῆκες κ.λπ.), ἔφτιαχναν φράχτες, ἔχτιζαν καλύβες, διάφορους ἐξωτερικούς τοίχους, κ.λπ. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἤξεραν νά τραγουδοῦν ὅλοι ἀπό μικρά παιδιά δημοτικά τραγούδια καί νά τά χορεύουν, νά σφυρίζουν τραγούδια ἀλλά καί συνθηματικά στά ζῶα καί γιά δική τους συνεννόηση, νά μιμοῦνται ὁμιλίες καί φερσίματα, νά δίνουν σύντομες αὐτοσχέδιες παραστάσεις γιά διασκέδαση, νά κάνουν φάρσες, ἀλλά καί νά μαχαιρώνονται κάποτε. Σ᾿ αὐτό τό χωριό γνώρισα τόν κύκλο τῶν ἐμπειριῶν πού πρόσφερε ἡ καθημερινότητά του. Ἔσκαψα, κάρφωσα, ἔκοψα ξύλα, κουβάλησα νερό ἀπό τή βρύση, μετάφερα φορτωμένος διάφορα εἴδη, φύλαξα γιά δυό χρόνια ἕνα κοπάδι γίδια, ξενύχτησα στό βουνό κοντά στά πρόβατα, ἔκανα δρομολόγια μέ τά φορτωμένα μουλάρια στό θέρο καί στόν τρύγο, ἔριξα σπόρο καλαμποκιοῦ -ἀνά βῆμα- στήν αὐλακιά πού ἄνοιγε τό ξυλάλετρο. Ταυτόχρονα ἔμαθα μιά ἀσύλληπτα λεπτομερή γεωγρφία τῆς περιοχῆς, τίς φωνές τῶν πουλιῶν, τά ἥμερα καί τά ἄγρια τετράποδα τοῦ τόπου, τά δέντρα, πολλά χόρτα, καθώς ἐπίσης νά ρίχνω τήν πέτρα στό σημάδι, νά σφυρίζω, νά σκαρφαλώνω στά δέντρα, νά περπατάω στούς γκρεμούς. Ὅ,τι δηλαδή καί ὅλα τά παιδιά τοῦ χωριοῦ. Κλείνει ἡ παρένθεση.

          Ἡ γλώσσα τοῦ χωριοῦ ἀνταποκρινόταν στίς ἀνάγκες τῆς γεωργοκτηνοτροφικῆς καθημερινότητας. Ἦταν περιγραφική καί διαλογική, μέ ἐλάχιστες στοχαστικές δυνατότητες. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ, ὅπως καί τῶν γειτονικῶν χωριῶν, ἀπό ἀγράμματοι ὥς ἀναλφάβητοι, μιλοῦσαν μέ ἐξαιρετική ἀκρίβεια καί εὐχέρεια. Χωρίς νά κομπιάζουν, χωρίς νά ψάχνουν νά βροῦν τή σύνταξη, τίς λέξεις καί τίς φράσεις. Ὑπῆρχε δηλαδή ἐκφραστικός αὐτοματισμός. Τό λεξιλόγιο τῆς γλώσσας τους τό ἀποτελοῦσαν ἐλάχιστες λέξεις σλάβικες – μολονότι τά τοπωνύμια ἦταν στήν πλειονότητά τους σλάβικα-, λίγες τούρκικες, κάμποσες λατινικές-ἰταλικές, καί τό κυρίως σῶμα τό ἀπάρτιζαν ἀρχαῖες ἑλληνικές εἴτε αὐτούσιες εἴτε παραλλαγμένες –στή μορφή ἤ καί στό νόημα. Π.χ.: ἀηδία, ἁλωνίζω, ἄμμος, ἀπαντῶ (ἀπαγορεύω), ἀπίδι, ἀπόπατος, ἀργός (βραδύς), ἀρνί, βλέπω, βόδι, βουκέντρα («β᾿κέντρα»), βοσκή, βοτανίζω (βγάζω ζιζάνια σέ σπαρμένο χωράφι), γάλα, γάμος, γεννήματα (σοδειές), γυναίκα, δῶρο, ἔργος (σέ ἀρσενικό γένος), ζεῦγλες (δυνατοί ξύλινοι βραχίονες, πού περνώντας κάθετα μέσα στό ζυγό, περιέβαλαν τό λαιμό τῶν ζευγμένων βοδιῶν, κατά τό ὄργωμα καί τή σπορά), ζυγός (ὁριζόντια δοκός ὅπου ζεύονται τά βόδια κατά τήν καλλιέργεια τῶν χωραφιῶν), ἥδυσμα (ἐξαιρετικό πράγμα), ἥλιος, θεομηνία, καλαπόδι, κανίστρα, καπνός, κεραυνός, κοιτάζομαι (ξαπλώνω), κολοκυθιά, κολοβός, κολυμπάω, κολυμπήθρα, κοπριά, κρανιά (δέντρο), καρυδιά, κόσκινο, κριάρι, λάκκος, λαμπάδα, λάχανα, μῆλο, μύλος, ὄχτος, παιδί, παππούς, πατέρας, πατάω, πάτος, πρόβατο, ράβδος-ράβδισμα (μακρύ κλωνάρι δέντρου καθαρισμένο ἀπό τά παρακλάδια του, μέ τό ὁποῖο γκρέμιζαν τά καρύδια καί τἀ βελανίδια), σάκκος, σέλινο, σκάμμα, σκαμνί, σκάμνια (μοῦρα), σκατό, σκάφη, σκόρδο, στάλος-σταλίζω, σταφύλι, στατέρι (ζυγαριά), στιμόνι, στρῶμα, σύκο, τράγος, τραχ(φ)οκόπι =τάφρο κόπτω=αὐλακιά κατά μέτωπο σκαπτόμενη γιά ξεχερσώματα χωραφιῶν), τρέχω, τρύγος, φακή, φασούλι, φασκιά, φέρω, φρύγανο, φωλιά, κ.λπ. κ.λπ.[42]  Ἄς σημειωθεῖ, ἀναφορικά μέ τίς ἀρχαῖες λέξεις, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς ὑπαίθρου οὐδόλως γνώριζαν τήν ἑτυμολογία τῶν λέξεων αὐτῶν. Ἄν ἔλεγες σ᾿ ἕνα χωριανό μου ὅτι «σκοτώνω», σημαίνει (ἐτυμολογικά) σοῦ ἀφαιρῶ τό φῶς, σοῦ φέρνω σκοτάδι στό νοῦ καί στά μάτια, θά σ᾿ ἔπαιρνε γιά βλαμμένο. Κι εἶναι γεγονός ὅτι γιά τήν καθομιλούμενη γλώσσα ἡ ἐτυμολογία τῶν λέξεων ἀποτελεῖ λαθεμένη μέθοδο ἄσκησης στό λόγο. Ἐπανέρχομαι στό προκείμενο. Τώρα μόλις, δηλαδή καθυστερημένα, μέσα ἀπό τό πρόβλημα τῆς γλώσσας, καταλάβαινα πώς τό χωριό μέ εἶχε προικίσει, μεταξύ ἄλλων, μέ τρία πρότυπα: τό πρότυπο τῆς γλώσσας, τό πρότυπο τῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καί χαρακτήρων καί τό πρότυπο τῶν φυσικῶν τοπίων. Αὐτά τά τρία πρότυπα, ἰδίως τό δεύτερο καί τό τρίτο, τά χρησιμοποιοῦσα ἤδη ἀσυνείδητα ἀπό ἀρκετά χρόνια. Ὅταν διάβαζα μυθιστορήματα ἤ διηγήματα, οἱ μορφές καί οἱ χαρακτῆρες τοῦ ἀφηγματικοῦ πληθυσμοῦ, ἰδίως τῶν κεντρικῶν προσώπων, συλλαμβάνονταν αὐτόματα κατ᾿ ἀναλογίαν πρός τίς μορφές καί τούς χαρακτῆρες ὁρισμένων χωριανῶν μου. Οἱ χωριανοί μου συνιστοῦσαν ἕνα ἀπόθεμα ἀνθρώπινων τύπων, μέ τό ὁποῖο μποροῦσα νά ἀφομοιώνω ἀναλογικά ὁποιοδήποτε μυθιστορηματικό πρόσωπο. Τό ἴδιο γινόταν καί στίς θεατρικές παραστάσεις πού τύχαινε νά παρακολουθήσω. Κι ἄν κάποια ἀφηγηματικά ἤ θεατρικά πρόσωπα ἦταν ἐξαιρετικά ἰδιόμορφα, πάλι συλλαμβάνονταν ὡς ὁρισμένη ἀναλογική προέκταση κάποιων χωριανῶν. Λέω πάλι ὅτι τοῦτο γινόταν αὐτόματα, χωρίς νά τό σκέφτομαι καί χωρίς νά τό συνειδητοποιῶ. Τό ἴδιο συνέβαινε μέ τά τοπία πού περιγράφονταν στά παραμύθια καί στά ἀφηγηματικά ἔργα πού διάβαζα. Ὅλα ἀνάγονταν ἀναλογικά στά τοπία πού εἶχα γνωρίσει στό χωριό, βουνά, χαράδρες, κοιλάδες, λόφοι, βράχοι, μικρές πεδιάδες, ποτάμι (Ἄραχθος), κ.λπ. Μέ τή γλώσσα δέν γινόταν τό ἴδιο. Ἀπλῶς αἰσθανόμουν μιά ἀσφάλεια στό νά κρίνω τή γλωσσική ὀρθότητα αὐτῶν πού διάβαζα ἤ ἄκουγα νά μιλοῦν. Στήν Ἀθήνα π.χ. ἔβλεπα τήν προσπάθεια πού ἔκαναν οἱ γραμματισμένοι νά μιλοῦν σύμφωνα μέ τή γραμματική τῆς καθαρεύουσας ἤ τῆς δημοτικῆς. Ἔνιωθα πώς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν εἶχαν προφορική γλωσσική παιδεία, μέ συνέπεια νά μήν ἔχουν ἐνδόμυχη πυξίδα ἐκφραστικοῦ αὐτοματισμοῦ. Ὅμως καθαυτή τή γλώσσα τοῦ χωριοῦ δέν τή μιλοῦσα πιά, ὄχι γιατί δέν τήν ἤξερα, ἀλλά γιατί δέ ἀνῆκε στό περιβάλλον πού ζοῦσα καί δέ θά γινόμουν, ἄν τή μιλοῦσα, σέ μεγάλο βαθμό τουλάχιστο, ἀντιληπτός. Θά φαινόμουν καί ἀστεῖα παράταιρος. Μάλιστα ἀπό τήν ἐφηβεία καί μετά ἀπωθοῦσα τό χωριό -κι ἔπειτα καί τά Γιάννινα-: στενός κύκλος, περιορισμένα ἀνοίγματα, στέρηση μέ ἀνάλογες ἀντιδράσεις, ἔλλειψη πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων, κ.ἄ.

          Τώρα στό στάδιο πού βρισκόμουν ἤταν φανερό πώς ἡ γλώσσα τοῦ χωριοῦ, γλώσσα ἑκατό τά ἑκατό προφορική, ὅ,τι μποροῦσε νά προσφέρει, ἐκτός ἀπό ἕνα μικρό μέρος τοῦ λεξιλογίου πού ἦταν δυνατό νά χρησιμοποιηθεῖ αὐτούσιο, ἦταν κάποιες ἀναλογἰες. Καί πρῶτα πρῶτα ἡ συγκεκριμένη σχέση μέ τά πράγματα. Ἡ στενή ἐπαφή μέ τό ἑκάστοτε ἀντικείμενο τοῦ λόγου. Ἔτσι πού ἡ ἀκριβόλογη διατύπωση νά εἶναι αὐτονόητος ὅρος -ὄχι γιά κάποιο δέον, ἀλλά γιά τήν πρακτική σημασία τῆς ἐπικοινωνίας. Ἡ ἀοριστολογία στή γλώσσα τῆς ὑπαίθρου (ἐκτός κι ἄν ὑπάρχει πρόθεση) ἰσοδυναμεῖ μέ ἀφερέγγυα πληροφορία, κάτι ἀκατανόητο γιά τίς ἀνάγκες καί τούς στόχους τῆς πρακτικῆς ζωῆς. Δέν νομίζω πώς ἡ ἀστική μας γλώσσα μπορεῖ νά φτάσει στό βαθμό ἀκριβολογίας πού παρουσιάζει ἡ γλώσσα τῆς ὑπαίθρου. Μπορεῖ ὡστόσο νά τείνει πρός ἕνα τέτοιο στόχο. Ἔδικότερα ἔπειτα, στή σύνταξη, ἡ κινητήρια δύναμη εἶναι τό ρῆμα, γι᾿ αὐτό εἶναι πανταχοῦ παρόν. Ἡ γενική τῶν ὀνομάτων σχεδόν πάντα ὡς γενική κτητική, ἐνῶ ἡ ὀνομαστική καί ἡ αἰτιατική εἶναι κυρίαρχες πτώσεις. Ἄς σημειωθεῖ, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, πώς στή γλώσσα τῆς ὑπαίθρου δέν ὑπάρχει τρίτη κλίση τῶν ὀνομάτων, ἐνῶ ὑπάρχει κλητική πτώση –ἡ προσφώνηση γίνεται μέ τό κλητικό ἄρθρο «ὦ». Δέν ὑπάρχει αὔξηση στόν ἀόριστο τῶν ρημάτων, ἐνῶ ὁ τόνος τῆς προπαραλήγουσας μένει συνήθως ἀκατέβατος στήν παραλήγουσα, κι ἄς εἶναι ἡ λήγουσα «μακρά». Ὁ προφορικός λόγος δέν κατεβάζει στίς περιπτώσεις αὐτές τόν τόνο, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι προτείνει ἡ σχολική γραμματική τῆς δημοτικῆς.[43] Ἐπίσης ἀναλογικά πρός τήν ἀναπνευστική λειτουργία, ἔχουμε μικροπερίοδη σύνταξη, πράγμα πού συνεπάγεται ἐξαιρετική ἐκφραστική σαφήνεια.[44] Κ.λπ. κ.λπ. Ὅλα αὐτά ὅμως ὡς ἁπλές ἀναλογίες καί σύμφωνα μέ τό πῶς νιώθει κανείς τήν ἰσορροπία τῶν λέξεων μέσα στίς φράσεις. Πάρα πέρα ἡ γλώσσα τοῦ χωριοῦ δέν μποροῦσε νά ἀναχθεῖ στή γλώσσα πού χρειαζόμουν, γιά τό ἐπιπλέον γεγονός ὅτι παρουσίαζε μεγάλη ἀνεπάρκεια στό στοχαστικό τομέα. Τομέα στόν ὁποῖο δέν διέθετε, οὔτε ὀργανωμένο θεωρητικό λόγο, οὔτε κάν στοιχειῶδες λεξιλόγιο καί οὔτε κατά διάνοια συναφή ὁρολογία. Ἔτσι, ἀπό ἐκεῖ πού δέν τό περίμενα, ἡ γλώσσα τοῦ χωριοῦ μου μοῦ ἔδειξε τό δρόμο πρός τά λεξικά. Ἡ ἀνάγκη προϋπῆρχε, ἀλλά τώρα γινόταν περισσότερο ἀπό αἰσθητή.

          Τά λεξικά. Ποιός νά τό φανταζόταν πώς σ᾿ αὐτά τά ἰδιότυπα βιβλία θά εὕρισκα τόση βοήθεια, ἱκανοποίηση καί ἀσφάλεια. Τά λεξικά ἔχουν κατηγορηθεῖ γιά συντηρητισμό, ὅτι παίζουν ἀνασχετικό ρόλο στήν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας, παγώνοντας τή ρευστότητα τοῦ προφορικοῦ λόγου. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά εἶναι μιά σχετική ἀλήθεια. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος τί θά ᾿μασταν χωρίς τά λεξικά, τίς ἐγκυκλοπαίδειες, τά θησαυρίσματα, κ.λπ. Θά μᾶς ἔλλειπε ἕνα μοναδικό ἐργαλεῖο γιά τόν ἐννοιολογικό καί τό μορφικό ἔλεγχο τοῦ λεκτικοῦ ὑλικοῦ. Προσωπικά αἰσθάνομαι εὐγνωμοσύνη γιά τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού, μέ ἀνυπολόγιστο μόχθο, ἀφιέρωσαν χρόνια ἀπό τή ζωή τους γιά νά μαζέψουν καί νά ταξινομήσουν τή λεξιλογική περιουσία τοῦ τόπου. Λεξικά ἀπόκτησα μέ μεγάλη καθυστέρηση. Πρῶτα, ἕνα μιᾶς ὁμάδας φιλολόγων. Ἔπειτα, τά τρία τοῦ Μποσταντζόγλου (Ἀντιλεξικό, Ἀναλυτικό Ὀρθογραφικό, Ὀνομαστικόν), τό ὀγκῶδες δίτομο τοῦ Πάπυρου, τό ἐπίτομο τοῦ Δημητράκου, τοῦ Ἀνδριώτη, τό Μέγα τοῦ Δημητράκου καί ἕπεται συνέχεια… Χωρίς λεξικά δέν κάνω βῆμα, οὔτε σήμερα, οὔτε ποτέ. Τί ἔμαθα ἀπό τά λεξικά; Ἔμαθα πολλά. Ἔμαθα τίς βασικές ἔννοιες, ἔτσι κάλυψα ἕνα μέγιστο κενό, βέβαια ἀκόμα καταγίνομαι μ᾿ αὐτό τό θέμα. Εἶπα ἔμαθα τίς βασικές ἔννοιες, ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι πώς ἀπό τά λεξικά πῆρα τό ντορό πού μέ ὁδήγησε στίς βασικές ἔννοιες. Τό ξάφνιασμα, πού ἔνιωσα ὅταν διαπίστωσα κάποτε πόσο γενική καί ἀόριστη ἤ σαφῶς λαθεμένη γνώμη εἶχα γιά ὁρισμένο ὅρο, μ᾿ ἔκανε νά μήν χρησιμοποιῶ βασικές ἔννοιες χωρίς νά συμβουλεύομαι ἕνα, δυό καί κάποτε περισσότερα λεξικά. Πόσες φορές δέν πετάχτηκα ἀπό τό κρεβάτι γιά νά ἐξακριβώσω τήν ἔννοια μιᾶς λέξης πού εἶχα γράψει, χωρίς νά ἔχω ἐπαληθέψει τή σημασία της. Ἤ δέν ἄφησα τό φαγητό στή μέση γιά νά δῶ τί λέει ἡ ἐγκυκλοπαίδεια πάνω σ᾿ ἕναν ὅρο. Ἐπανέρχομαι στίς βασικές ἔννοιες. Τά λεξικά σέ βοηθοῦν νά τίς μάθεις ἔτσι ὥστε νά τίς χρησιμοποιεῖς μέ ἀκρίβεια. Κι ἄν κρίνεις ἀνεπαρκεῖς τίς ἐξηγήσεις τους, σοῦ ἀνοίγουν τό δρόμο νά προστρέξεις σέ εἰδικότερα συγγράμματα. Λίγα παραδείγματα. Τί θά πεῖ ἡ λέξη  «ἀνθρωπισμός»; Εἶναι μιά λέξη πού τή βλέπουμε συχνά γραμμένη, σάν νά ᾿ναι αὐτονόητη ἡ σημασία της. Πόσο αὐτονότητη εἶναι ὡστόσο; Βέβαια δέν εἶναι μονοσήμαντη λέξη, μά πόσοι σκέφτονται πώς μιά βασική σημασία της σχετίζεται μέ τήν ἀναγεννησιακή ἀντίληψη περί κλασικῆς παιδείας; Τί σημαίνει ἡ λέξη «ρομαντισμός», πού χρησιμοποιεῖται συχνά τόσο ἐπιπόλαια; Τί σημαίνει ἡ λέξη «ἀγνωστικισμός»; Ἡ λέξη «ἀλφαβητισμός»; Ἡ λέξη «ἄγαλμα», Ἡ λέξη «ἀνδριάντας»; Ἡ λέξη «ἀλλοτρίωση»; Ἡ λέξη «δυνάμει»; Ἡ  λέξη «ζηλωτής»; Ἡ λἐξη «εὐάριθμοι», πού δέν εἶναι βασική ἔννοια, ἀλλά πού χρησιμοποιεῖται τόσο συχνά λαθεμένα; Ἡ λέξη «φάλαγγα», πού δέν εἶναι ἐπίσης βασική ἔννοια, ἀλλά πού οἱ δημοσιογράφοι μας τήν ἀγνοοῦν, χρησιμοποιώντας στή θέση της τήν ἀγγλική «κομβόι»; Θά μποροῦσα ἐδῶ νά γεμίσω κάποσες σελίδες μέ βασικές ἔννοιες. Δέν χρειάζεται, ὅποιος ἐνδιαφέρεται θά τίς βρεῖ ἐκεῖ πού εἶναι θησαυρισμένες. Τί ἄλλο ἔμαθα ἀπό τά λεξικά; Ἔμαθα κάτι πού ἤξερα γενικά, ἀλλά ὄχι πρακτικά καί συγκεκριμένα, ὅτι πολλές λέξεις ἔχουν δύο, τρεῖς, τέσσερεις καί περισσότερες σημασίες. Καί συνεπῶς, ὅταν τίς χρησιμοποιεῖς θά πρέπει νά φαίνεται μέσα στή σύνθεση τῆς φράσης ἡ σμασία μέ τήν ὁποία τίς χρησιμοποιεῖς. Ἀλλιῶς, ἡ πολυσημία τῶν λέξεων, καταντάει παράγοντας  γλωσσικῆς ἀσυνεννοησίας, κάτι πού τό βλέπουμε νά συμβαίνει τόσο συχνά. Ἕμαθα τέλος ὅτι δέν μπορεῖς νά βασιστεῖς στά καθημερινά δημοσιεύματα γιά νά μάθεις ἄκοπα τίς ἀκριβεῖς σημασίες τῶν λέξεων. Γιατί δέν γίνεται σ᾿ αὐτά ἀκριβόλογη χρήση τῆς γλώσσας. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ λεξική ἀκριβολογία οὐδόλως ἀποκλείει, σέ ὅσους ἔχουν καλή γνώση τῆς γλώσσας, τούς ποιητικούς, ἤ μή, ἐκφραστικούς ἀκροβατισμούς. Ἀπλῶς τούς δίνει ἕνα μέτρο στό μέχρι ποῦ ἔχει τό περιθώριο νά βαδίζει κανείς ἀσφαλέστερα.

          Τό 1965, σέ μιά φιλική συζήτηση μέ τόν ποιητή Γιάννη Νεγρεπόντη, εἶχα πεῖ ὄτι μοῦ λείπουν οἱ φιλολογικές γνώσεις. «Μά ἐσύ σπουδάζεις ἰατρική», μοῦ εἶπε, «λίγο τό ᾿χεις;» «Τί νά τήν κάνω τή σπουδή τῆς ἰατρικῆς, πού τό μόνο πού θέλει εἶναι μνήμη γιά ν᾿ ἀποστηθίζεις ἁπλῶς ἑκατοντάδες σελίδες». «Μά ἡ  ἰατρική σέ μαθαίνει σύστημα», ἐπέμενε ὁ Νεγρεπόντης. Αὐτή ἡ φράση τοῦ ποιητῆ, πού ὁ ἴδιος ἦταν φιλόλογος, μοῦ ἔμεινε στή μνήμη, ἀλλά χωρίς νά δώσω τότε ἰδιαίτερη σημασία. Ἔπρεπε νά περάσουν μερικά χρόνια, νά ἀντιμετωπίσω τήν ἐννοιολογική κλιμάκωση τῶν κειμένων γιά νά θυμηθῶ τή φράση τοῦ Νεγρεπόντη. Πράγματι ἡ ἰατρική σέ μαθαίνει σύστημα. Ὁ Κ.Θ. Δημαρᾶς, πού φοίτησε δυό χρόνια στήν Ἰατρική Σχολή Ἀθηνῶν, ὁμολογεῖ ὅτι: «Ὀφείλω πολλά στό πλησίασμα ἐκεῖνο πρός τίς θετικές ἐπιστῆμες [ἐννοεῖ τά μαθήματα, πού τό καθένα συνιστᾶ καί πλήρη ξεχωριστή ἐπιστήμη], μέ τίς ὁποῖες ἔτσι ἐπέτυχα ὁπωσδήποτε νά οἰκειωθῶ μέσα σέ δυό χρόνια, ὅπως σᾶς ἔλεγα. Ἔτσι ἐνισχυμένος ἀπό ὅλα αὐτά, ξαναπηγαίνω στήν Φιλοσοφική».[45] Ἡ ἰατρική, ὡς κοινή ἐπιστήμη τοῦ δυτικοῦ κόσμου, ἀκολουθεῖ αὐστηρή μέθοδο στήν ὀργάνωση τοῦ ὑλικοῦ της. Πέρα ἀπό τά ἐπικουρικά μαθήματα, ἡ καθαυτό ἰατρική ἀρχίζει μέ τήν Ἀνατομική, καί σέ βάζει ἀμέσως στήν πρακτική  μεθοδό της. Πρῶτα γενικά. Κύτταρο: βιολογική μονάδα, πρωτόπλασμα, πυρῆνας, κ.λπ. Ἱστός: σύνολο ὁμοειδῶν κυττάρων, κοινῆς ἐμβρυακῆς προέλευσης, π.χ. ἐπιθηλιακός ἱστός, συνδετικός ἱστός, νευρικός ἱστός. Ὄργανο: σύνολο ἱστῶν πού συνεργάζονται γιά ὁρισμένη δομή καί λειτουργία, π.χ. καρδιά, στομάχι, νεφρά. Σύστημα: σύνολο ὀργάνων πού συνεργάζονται γιά ὀρισμένη πολύπλοκη λειτουργία, π.χ. πεπτικό, ἀναπνευστικό, κυκλοφοριακό σύστημα. Ἔπειτα ἀρχίζει ἡ εἰδική ἐξέταση τῶν συστημάτων, τόσο μακροσκοπικά, ὅσο καί μικροσκοπικά. Ἡ  Ἀνατομική πού διδάσκονταν στά χρόνια μου (καθηγητής ὁ Γεώργιος Ἀποστολάκης, ἀδερφός τοῦ νεοελληνιστῆ Γιάννη), ὡς σύγγραμμα ἀπαρτίζονταν ἀπό 1350 σελίδες, στίς ὁποῖες ἡ ὁρολογία κάλυπτε τό μεγαλύτερο μέρος του. Στό δεύτερο χρόνο ἀκολουθοῦσε ἡ Φυσιολογία, ἡ ὁποία ἐξέταζε τίς λειτουργίες τῶν ὀργάνων καί τῶν συστημάτων. Ἔπειτα, στόν τρίτο χρόνο, διδάσκονταν ἡ Παθολογική Ἀνατομική καί ἡ Παθολογική Φυσιολογία (τί συνέβαινε δηλαδή ἀπό ἀνατομική καί φυσιολογική ἄποψη μέ τίς διάφορες παθήσεις). Μετά καί τό μάθημα τῆς Φαρμακολογίας, ἄρχιζαν οἱ εἰδικότητες (Παθολογία, Χειρουργική, Γυναικολογία κ.λπ.). Ἁπό αὐτό τό χοντρικό σχῆμα πού παράθεσα γίνεται ἀντιληπτή ἡ κλιμακωτή εἰσαγωγή τῶν φοιτητῶν στή γνώση τῆς ἐπιστήμης. Αὐτή ἡ μέθοδος προϋποθέτει ἕναν ἀπαράβατο ὅρο: ὅτι δέν μπορεῖς νά κάνεις ἕνα δεύτερο βῆμα ἄν δέν ξέρεις νεράκι τό πρῶτο. Καί ὅτι δέν μπορεῖς νά κάνεις ἕνα τρίτο βῆμα ἄν δέν ξέρεις ἄριστα τό πρῶτο καί τό δεύτερο. Δέν πρόκειται γιά δεοντολογία, ἀλλά γιά πρακτικό ζήτημα. Ἄν δέν ξέρεις τί εἶναι ἱστός καί ὄργανο, δέν μπορεῖς νά κατανοήσεις τί εἶναι σύστημα. Κι ἄν δέν κατέχεις τήν Ἀνατομική δέν ἔχεις καμιά δυνατότητα νά ἐννοήσεις τήν Παθολογική Ἀνατομική, κ.ο.κ. Ἔχουμε δηλαδή νά κάνουμε μέ μιά ἁλυσιδωτή ἤ κλιμακωτή συγκρότηση τῆς γνώσης, τέτοια πού, ἄν σ᾿ ἕνα σημεῖο λείψει ἕνας κρίκος, ἀπό τό σημεῖο αὐτό καί μετά ἀχρηστεύεται ὅλη ἡ ἑπόμενη ἁλυσίδα. Ἡ ἰατρική λοιπόν μαθαίνεται μέ μεθοδικό πρακτικό τρόπο. Θεωρητικά αὐτός ὁ τρόπος δέν διδάσκεται, ἁπλῶς ἐφαρμόζεται πρακτικά. Ἡ κατανόηση τῆς θεωρητικῆς του ἀρχῆς καί ἡ ἀξιοποίησή της σέ ἄλλους πνευματικούς τομεῖς, ἀνήκει στήν ἀτομική πρωτοβουλία τοῦ καθενός πού ἔτυχε νά σπουδάσει αὐτή τήν ἐπιστήμη. Γιά μένα, ἀπό τήν ὥρα πού ἔγινε ἀντιληπτή, στάθηκε ἕνα σπουδαῖο δίδαγμα. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό τό δίδαγμα δέν ἔχει κανείς τό περιθώριο νά προχωράει στή γλωσσική συγκρότηση ἑνός κειμένου μέ ἀόριστες γενικότητες. Κι ἐπίσης, ὅτι κάθε φορά ὀφείλει νά γνωρίζει ἀκριβῶς τούς προηγούμενους κρίκους τῆς νοηματικῆς ἁλυσίδας τήν ὁποία θέλει νά ἐκφράσει.

          Ὅσα προανάφερα στίς προηγούμενες σελίδες, ἀναφορικά μέ τή δεύτερη ἀναντιστοιχία, εἶχαν ἀντικειμενικό σκοπό νά βοηθήσουν νά βρεθεῖ λύση στό πρακτικό πρόβλημα τῆς γραφῆς. Ἄς πῶ ἀκόμα μιά φορά πώς ὁ σχηματικός τρόπος πού τά παρουσιάζω ἐδῶ δέν ἀνταποκρίνεται στή σύνθετη καί, σέ μεγάλο βαθμό, στή συνδυαστική μορφή μέ τήν ὁποία μέ ἀπασχολοῦσαν. Ἔτσι, ἐνῶ θεωρητικά ἐξέταζα τίς διάφορες πτυχές τοῦ ζητήματος, ταυτόχρονα ἔγραφα δοκιμαστικά κείμενα. Ἴσως θ᾿ ἀναρωτηθεῖ κανείς, μά πόσο ἄσχημα ἔγραφες ὥστε νά χρειάζεται νά παιδεύεσαι χρόνια γιά νά ἐκφράζεσαι ἱκανοποιητικά; Θά δώσω ἕνα παράδειγμα. Τόν Ὀκτώβρη τοῦ 2007 μοῦ ζητήθηκε, ἀπό τόν κ. Ἀριστοτέλη Σαΐνη, ἕνα γραφτό μου πού εἶχε δημοσιευτεῖ τό 1962 στό περιοδικό Ἐνδοχώρα. Ζητήθηκε γιά νά συνοδέψει μαζί μέ ἄλλα κριτικά κείμενα τήν πανηγυρική ἐπανέκδοση τῆς τριλογίας, Τό φύλλο, Τό πηγάδι καί Τ᾿ ἀγγέλιασμα, τοῦ Βασίλη Βασιλικοῦ. Ἀρχικά ὑποσχέθηκα νά δώσω αὐτό τό κείμενο, ὅταν ὅμως τό βρῆκα καί τό διάβασα ἀρνήθηκα, λέγοντας ὅτι εἶναι τόσο κακογραμμένο πού δέν εἶναι ἀναδημοσιεύσιμο. Καί ὅτι κακῶς εἶχε δημοσιευτεῖ καί στήν Ἐνδοχώρα. Ἀπό τή σύντομη ἀλληλογραφία πού εἶχα μέ τόν κ. Σαΐνη (εἶχε τήν ἐπιμέλεια τῆς ὑπό ἔκδοση τριλογίας), δέν νομίζω πώς ἔγινε πιστευτός ὁ λόγος τῆς ἄρνησής μου. Τώρα θά ἀντιγράψω ἐδῶ τίς τρεῖς πρῶτες παραγράφους ἀπό τό κείμενο αὐτό, τά δύο ἕκτα περίπου ἀπό τό σύνολό του, ὡς  δεῖγμα γιά τό ποῦ βρισκόμουν τήν ἐποχή έκείνη. Ἐπιγράφεται «Ὁ πεζογράφος Βασίλης Βασιλικός».

          «Μέσα στό χῶρο μας, πού ἔντονα ἡ ἀποσυμφόρηση ἔχει λείψει, θά φαίνονταν παράδοξος ὁ λόγος σήμερα γιά ἀναγέννηση. Ὑπάρχει ὡστόσο ὅπως καταβολή ἡ τάση τῆς ἀναζήτησης, κάτω ἀπό τέτοιες καταστάσεις, διεξόδου. Μιά ἀναζήτηση καί μιά φυγή πρός λύτρωση πού ἀντιρροπίζει.

          »Ἡ περίπτωση τοῦ Βασίλη Βασιλικοῦ πρόωρα ἀκόμα μᾶς κινᾶ τήν ὑποψία πώς ἡ πλάνησή του ἔχει βγεῖ σέ τέτοιους δρόμους. Ἡ τριλογία του παρ᾿ ὅλα, ‘‘Τό φύλλο’’,  ‘‘Τό πηγάδι’’ καί  ‘‘Τ᾿ ἀγγέλιασμα’’ ἔρχεται μέ κάτι πιό οὐσιαστικά βαρύ: τήν χωρίς περιστροφές κατάδυση στήν τωρινή ζωή.

          »Ἡ φωνή του βασικά, μοιάζει νά εἶναι ἄρνηση καί συχνά φτάνει στό σαρκασμό. Στέκεται ὡστόσο στήν ἐπίγνωση χωρίς φανατισμό, χωρίς νά διαφεύγει γύμνιες, καί χωρίς προκατάληψη πού διαπλάθει. Βγαλμένος μέσα ἀπό τόν Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, φορτωμένος τή σκληρή πείρα τῆς συνέπειας καί προικισμένος τήν κρίση τῆς φύσης του, βλέπει ἀδίσταχτος στή σύγχρονη κατάντια. (Κι ὑπάρχουν φαινομενικά περιπτώσεις κοντινές, ὅσο ὑπάρχει κι ἄλλο κάτι πιό βαθύ πού λέει πώς ὄχι: οἱ ἄνθρωποι αὐτοί τῆς λογοτεχνίας μας δέν εἶναι γνήσιοι παρ᾿ ὅσο τούς τό ἐπιτρέπουν θέσεις κι ὑπολογισμοί.) Ὁ Βασιλικός εἶδε καί τράβηξε μακρύτερα ἀπό τήν ὅποια ἐλαστική συνείδηση, μακρύτερα ἀπό τόν ποντισμό τῶν προσώπων καί τῶν ἀξιῶν –κι ἄς ἀκούσαμε μιά κάποια κρίση πώς στερεῖται ‘‘δεολογίας’’ κι ἔχει τάχα ‘‘ἰδέες’’- καί μίλησε μέ τή συναίσθηση τῆς εὐθύνης πού πιέζει κάθε διψασμένο γιά καλύτερο καί ἀπογοητευμένο ἀπό τό παρελθόν: τή γλώσσα τῆς εἰλικρίνειας.»

          Γιά τό ἀπόσπασμα αὐτό δέν φαντάζομαι νά διαφωνοῦσε κανείς ὅτι ἔχει  μαῦρα χάλια. Ἄς πάρουμε τήν πρώτη παράγραφο. «Μέσα στό χῶρο μας, πού ἔντονα ἡ ἀποσυμφόρηση ἔχει λείψει, θά φαίνονταν παράδοξος ὁ λόγος σήμερα γιά ἀναγέννηση. Ὑπάρχει ὡστόσο ὅπως καταβολή ἡ τάση τῆς ἀναζήτησης, κάτω ἀπό τέτοιες καταστάσεις, διεξόδου. Μιά ἀναζήτηση καί μιά φυγή πρός λύτρωση πού ἀντιρροπίζει.» Ἔχουμε ἐδῶ τρεῖς περιόδους ἀκαταλαβίστικες, οὔτε κάν ὑπερρεαλιστικές. Τί ἤθελα νά πῶ; Ἡ λέξη «ἀποσυμφόρηση» μοῦ εἶναι σήμερα ἀκατανόητη. Κατά τά ἄλλα ἤθελα τότε νά πῶ περίπου τά ἑξῆς: Δέν βρισκόμαστε σέ περίοδο ὅπου παρατηρεῖται γενική ἀναγέννηση τῆς πεζογραφίας. Ὑπάρχει ὡστόσο πάντα ἡ ἐγγενής ἔφεση τῶν συγγραφέων νά ἀναζητοῦν τό νέο, τήν ἀνανέωση, γεγονός πού ἀντιρροπίζει κάπως τή στασιμότητα τῶν πραγμάτων. Ἐννοεῖται ὅτι δέν ἐξετάζω ἄν ἔστεκε μιά τέτοια γνώμη τό 1962. Πάντως, τό ἀπόσπασμα καί ὁλόκληρο τό κείμενο προϋποθέτει καί τίς δυό ἀναντιστοιχίες, πού ἔχω ἀναφέρει στήν ἀρχή. Κι εἶναι ἀπό τήν πλευρά αὐτή διπλό τεκμήριο τῆς ἀρχικῆς μου κατάστασης. Τά ἑπόμενα χρόνια δημοσίεψα στήν Ἐνδοχώρα πιό ὑποφερτά γραφτά, πάντα ὅμως λίγο πολύ μέσα στό πνεῦμα τῶν συγκεκριμένων ἀναντιστοιχιῶν.

          Ἀναφορικά τώρα μέ τήν ἀναντιστοιχία στήν ὁποία ἀναφέρομαι, τή δεύτερη, ἡ προσπάθεια νά ξεπεράσω πρακτικά τίς δυσκολίες της, ἔστω καί μέ πολύχρονη ἄσκηση, δέν πήγαινε ὅπως θά ἤθελα. Γράψιμο καί ξαναγράψιμο, σημειώσεις καί παρασημειώσεις, χωρίς ἀντίστοιχο ἀποτέλεσμα. Οἱ δυσκολίες ὀφείλονταν πρῶτα στή σύνταξη τῶν προτάσεων κι ἔπειτα στό λεξιλόγιο. Ὑπῆρχε ἤδη ἀρκετή προπαίδεια στήν καθαρεύουσα πού εἶχα διδαχτεῖ στό γυμνάσιο κι ἐπικρατοῦσε στό πανεπιστήμιο. Μιά προπαίδεια πού μ᾿ εἶχε ἐφοδιάσει μέ κάμποσα λεκτικά στερεότυπα. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος θήτευα καθημερινά στον κοινό δημόσιο λόγο, πού ἦταν ἕνα σύμπλεγμα μιξοκαθαρεύουσας ἤ μιξοδημοτικῆς. Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός γινόταν φανερό πώς ἀναζητοῦσα κάτι πού βρισκόταν πέρα ἀπό αὐτές τίς γλωσσικές μαθητεῖες. Ὅ,τι ἀναζητοῦσα ἦταν μιά ἀκριβόλογη, ἐμπράγματη, ἔκφραση, προφορικῆς, κατά τό δυνατόν, ἁπλότητας. Θεωρητικά ἤξερα, τό εἶχα διαβάσει, πώς μιά τέτοια ἀναζήτηση ἔπρεπε νά βασιστεῖ στήν ἀναλυτική σύνταξη τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ. Τί πιό ἁπλό θά ᾿λεγε κανείς νά μπεῖ αὐτό σ᾿ ἐφαρμογή. Κι ὅμως δέν ἦταν καθόλου ἁπλό. Πρῶτα γιατί στήν πράξη ἡ ἰδέα αὐτή δέν μποροῦσε νά ἐφαρμοστεῖ μηχανικά. Ποτέ δέν σκέφτηκα νά ξεκινήσω μέ τή γραμματική καί τό συντακτικό στό χέρι. Οὔτε ξεκίνησα ἀκριβῶς μέ στόχο τήν ἀναλυτική σύνταξη. Ὁ στόχος μου ἦταν, τό ξαναλέω, μιά ἀκριβόλογη, ἐμπράγματη, στρωτή, διατύπωση αὐτῶν πού ἤθελα νά πῶ. Καί ἡ προσπάθεια νά φτάσω σ᾿ ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα γινόταν πρακτικά, μέ ὁδηγό τήν αἴσθησή μου. Ἔπειτα, δέν ἦταν ἁπλό, γιατί ἔβρισκα μπροστά μου τήν κεκτημένη, σχολική καί καθημερινή (στόν κοινό δημόσιο λόγο), γλωσσική παιδεία μου. Ξεκινώντας π.χ. μέ προφορικό προσανατολισμό, σάν νά μιλοῦσα σέ κάποιον διπλανό μου, σκόνταφτα παρακάτω σέ λέξεις λόγιες ἤ νεολογισμούς πού ἀντιστέκονταν σ᾿ αὐτή τή σύνταξη. Ἕνα μικρό παράδειγμα πού βρίσκω στίς σημειώσεις, μέ χρονολογία 10-9-1970: «Θεωρητικά ἔχω καταλήξει στήν ἄποψη πώς ἡ παράπλευση κάθε βιώματος σημαίνει παράπλευση τῆς ζωῆς». Μέχρι τό «πώς» ἡ σύνταξη κυλάει ὁμαλά, ἀλλά μετά ἀκολουθεῖ ὀνοματική σύνταξη ἀφηρημένου νεολογισμοῦ (ἀντί γιά ρηματική) μέ γενική πτώση ἀφηρημένου οὐσιαστικοῦ[46]. Σήμερα θά ἔγραφα: «Θεωρητικά ἔχω καταλήξει στήν ἄποψη πώς τό ν᾿ ἀποφεύγει κανείς (ρηματική σύνταξη) τά βιώματά του σημαίνει ὅτι ἀποφεύγει τήν ἴδια τή ζωή». Γιατί τό 1970 ἔγραψα τή φράση «ἡ παράπλευση κάθε βιώματος»; Γιατί αὐτή ἡ φράση ὑπῆρχε ἕτοιμη ἤ δυνάμει μέσα μου, κυρίως, ἀπό κείμενα πού διάβαζα καθημερινά σέ ἐφημερίδες, σέ περιοδικά καί σέ βιβλία. Θέλω νά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτόν τόν παράγοντα, τόν κοινό δημόσιο λόγο, στόν ὁποῖο μαθητεύει κανείς ἐμπειρικά[47] κι ἔχει τό πλεονέκτημα τῆς αὐτόματης διαχρονικῆς ἐπίδρασης. Θετικῆς βέβαια ἐπίδρασης στίς προηγμένες ἐθνικές γλῶσσες. Ὅμως σέ μᾶς, λόγω τῆς ἀκαταστασίας πού ἐπικρατεῖ στόν κοινό δημόσιο λόγο, ἀπέχει ἀπό τό νά ἀσκεῖ θετική παιδευτική ἀγωγή. Ἐμένα τουλάχιστο ἡ θητεία μου σ᾿ αὐτή τή γλωσσική πραγματικότητα μέ ἔβγαζε σέ λάθος δρόμο. Αὐτή, μεταξύ ἄλλων,  βρισκόταν στό βάθος τοῦ προβλήματος πού μέ ὁδηγοῦσε στήν ἀνακόλουθη σύνταξη.[48] Ἄν εἴχαμε βέβαια μιά ὁμαλή γλωσσική ἐξέλιξη ἤ, ἀλλιῶς, μιά καλλιεργημένη ἑνιαία γλώσσα, αὐτό τό πρόβλημα δέν θά ὑπῆρχε. Ἐδῶ ὅμως ὁ κοινός δημόσιος λόγος ἔμοιαζε μέ κακό προηγούμενο, πού δέν ἔμενε παρά νά ταυτιστεῖς μαζί του ἤ πάση θυσία ν᾿ ἀπαλλαχτεῖς  ἀπ᾿ τήν ἐπιρροή του. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τά προηγούμενα, μεγάλες δυσκολίες προέκυπταν ἀπό τίς ἀντιστάσεις πού παρουσίαζαν οἱ λόγιες λέξεις στή ροή τῆς  σύνταξης. Κι ὅταν κάπως προχωροῦσα, σέ κάποιο σημεῖο τοῦ κειμένου ἔφτανα πάλι σέ ἀδιέξοδο: ἡ λόγια λέξη στήν ὁποία σκόνταφτα μοῦ φαινόταν νοηματικά ἀναντικατάστατη καί μάλιστα στό γραμματικό τύπο μέ τόν ὁποῖο τήν εἶχα γράψει. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ἔπαιρνα κάποιες φορές τηλέφωνο ὁρισμένους φίλους μου (Ἑρμιόνη Ἠλιάδη, Βασίλη Ἄτσαλο) καί  ρωτοῦσα: πῶς θά τὀ ᾿λεγες αὐτό ἀλλιῶς; Πρέπει νά πῶ ὅτι τό πρόβλημα δέν ἦταν νά ἐξοβελιστοῦν οἱ λόγιες λέξεις ἀπό τή γλώσσα, αὐτό ἦταν ἀδύνατο νά γίνει γιά πολλούς λόγους. Τό πρόβλημα ἦταν νά ἐναρμονιστοῦν συντακτικά μέ τήν προφορικότητα τοῦ λόγου. Μέ τό ἐκφραστικό πνεῦμα μιᾶς ἁπτῆς σχέσης μέ τά πράγματα. Ἔτσι ὥστε νά συμφράζονται μέ τίς γειτονικές τους λέξεις χωρίς συντακτικές καί νοηματικές ἀντιστάσεις. Κι αὐτό, ὅπως τό εἶδα, δέν ἦταν ζήτημα γραμματικῆς (οὔτε ἀκριβῶς δημοτικῆς-καθαρεύουσας), ἀλλά ὀπτικῆς γωνίας. Τῆς ὀπτικῆς γωνίας πού ἀφορᾶ τό καθολικό αἴσθημα μέ τό ὁποῖο προσεγγίζεις τά πράγματα. Ὅπου ἡ ἠθική ποιότητα αὐτοῦ τοῦ αἰσθήματος φαίνεται πώς εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας. Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι  βρίσκεται στήν ἀφετηρία τῆς ὅποιας ἐκλογῆς πρόκειται νά κάνεις. Μέ συνέπεια τό καθολικό αἴσθημα μέ τό ὁποῖο προσεγγίζονται τά πράγματα νά εἶναι καθοριστικό γιά τήν ἐκδοχή τοῦ λόγου πού υἱοθετεῖς. Ἔτσι πού, στήν περίπτωση τῆς προφορικότητας, νά προέχει ἡ ἐμπράγματη ἐκφραστική εὐκρίνεια τοῦ ἑκάστοτε ἀντικειμένου. Διακρίνεις κάτι μέ ἁπτό τρόπο καί ζητᾶς νά τό ἀποδώσεις μέ ὁμόλογη γλωσσική μορφή.

          Τό 1972 πηγαίνοντας στή Θεσσαλονίκη, πέρασα ἀπό τό βιβλιοπωλεῖο Βιβλιοθήκη, γιά νά δῶ τόν – καί βιβλιοπώλη- Μανόλη Ἀναγνωστάκη. Ἀφοῦ κάπως τά εἴπαμε, ἦρθε ἡ ὤρα νά φύγω. Τότε, σάν νά μέ ἐπιτιμοῦσε γιά κάτι μεμπτό, μέ ρώτησε σμίγοντας ἀπό τό ὕψος του τά δυό φρύδια του, γιατί δέν δημοσιεύω τίποτα τόσον καιρό τώρα. Τοῦ εἶπα ὅτι δέν κρατάω τίποτα στά συρτάρια, ἁπλῶς δέν δημοσιεύω γιατί δέν μπορῶ νά γράψω μέ σαφήνεια. Μοῦ ἔριξε ἕνα ἄχρωμο βλέμμα σάν νά μή μέ γνώριζε ἤ σάν νά εἶπε ἀπό μέσα του (ἔτσι τό κατάλαβα), τί λέει τώρα αὐτός· ἄς ἔλεγε καλύτερα – γιατί οἱ δυνάμεις του δέν τόν βοηθᾶνε, γιατί σκέφτεται τό ἐπαγγελματάκι του, τή ζεστή τσεπούλα του, τά πρακτικά του…,- πώς τά παράτησε. Δέν θά ᾿ναι δά κι ὁ πρῶτος… Καθώς ἔφευγα ἔλεγα πώς μίλησα ἁπλοϊκά, χωρίς νά δώσω ἐξηγήσεις, πώς δέν τά ᾿χα παρατήσει, ὅπως φάνηκε νά νόμισε ὁ Ἀναγνωστάκης, ἀλλά πώς ἀντιμετώπιζα προσωπικές δυσκολίες στό θέμα τοῦ γραψίματος. Σημασία πάντως εἶχε ἡ ἀλήθεια, κι ἠ ἀλήθεια ἦταν πώς βρισκόμουνα ἀκόμα στό δρόμο τῆς ἀναζήτησης.

          Τό 1973 ἔδωσα ἕνα ἀπό τά ‘δοκιμαστικά’ γραφτά μου νά δημοσιευτεῖ στό περιοδικό «Δοκιμασία». Ἐπιγραφόταν «Ὁ μακρυγιαννισμός στήν ἀφήγηση».[49] Στήν ἀρχή ἀρχή μιλάω γιά μιά ἀναλογική σχέση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στό γραφτό λόγο καί στήν προφορική γλώσσα. Θεωρητικά δηλαδή ἡ ἀντίληψη αὐτή εἶχε ἤδη ἀποσαφηνιστεῖ. Παραθέτω τήν πρώτη παράγραφο.

          «Ὁ Μακρυγιάννης εἶχε ἀσκηθεῖ στόν προφορικό λόγο, ὅπως τό καθόριζε ἡ καθημερινή κουβέντα. Μιά κουβέντα βέβαια τοποθετημένη στά πλαίσια τῆς ἐποχῆς του καί τῆς σταδιοδρομίας του.Ἔτσι, ὅταν ἀποφάσισε νά γράψει, χωρίς προπαίδεια στό γραφτό λόγο, ἔγραψε, κατά τό ἔνστικτό του μέ τήν αἴσθηση πού εἶχε ἀποκτήσει μέ τήν ὁμιλία του. Τελικά ἀπέδωσε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο στά γραφτά του τό ὕφος τῆς στάσης καί τῆς δράσης του, τόσο καίρια, ὥστε νά θεωροῦμε σήμερα τά Ἀπομνημονεύματα σάν τή «σημαντικότερη» πεζογραφική κληρονομιά ἀπό τήν ἀπελευθέρωση καί ὕστερα. Εἶναι ὅμως βασικό νά κατανοηθεῖ πώς ἡ κληρονομιά αὐτή, στά μέτρα πού στάθηκε ἀπόρροια ἑνός ἰδιότυπου συνδρόμου, δέν προσφέρεται εὔκολα -ἤ δέν προσφέρεται καθόλου- γιά μιά ἀπευθείας ἐκμετάλλευση τοῦ λόγου της.   Εἶναι μάλλον ἐνα προηγούμενο ἀρκετά διδακτικό ἀπό ὁρισμένη ἄποψη, παρά μιά κατάθεση μορφῆς, πού μπορεῖ νά τήν οίκειοποιηθεῖ κανένας ἐκ τῶν ἄνω. Σάν προηγούμενο, ἐκτός τῶν ἄλλων, συνιστᾶ τήν υἱοθέτηση στή γραφή τοῦ λεκτικοῦ μέ τό ὁποῖο ὁ συγγραφέας δηλώνεται στόν προφορικό λόγο. Πρόκειται γιά μιά δυνάμει σύσταση, πού δέν ἔχασε, νομίζω, σήμερα τό κύρος της, μολονότι ὁ προφορικός διάλογος ἔχει περιοριστεῖ πρός ὄφελος τοῦ γραφτοῦ μονόλογου. Κι εἶναι σημαντικό νά παρατηρηθεῖ πώς ἡ ἀρνητική της διατύπωση ἄγει ἀπώτερα στήν κρίση πώς ἡ γλώσσα τῶν κειμένων, ὅταν γράφουμε ξεχνώντας πῶς μιλοῦμε, χάνει τήν ὀργανική της βάση, τόν ἄμεσο δεσμό της δηλαδή μέ τό ὑποκείμενο.»

          Γενικότερα σ᾿ αὐτό τό ἄρθρο ἔθετα ἕνα ζήτημα ἀναχρονιστικῆς γραφῆς ἀπό ἀστούς συγγραφεῖς. Τέτοια πού εἶχε μακρυνό πρότυπό της, ἤ περίπου, τόν τρόπο πού ἔγραψε ὁ Μακρυγιάννης τά Ἀπομνημονεύματά του. Τό κείμενο αὐτό, ὡς δεῖγμα γραφῆς, μᾶς ἐπιτρέπει νά κάνουμε δύο τουλάχιστο παρατηρήσεις. Πρῶτα ὅτι εἶχε γίνει πρακτικά ἕνα σημαντικό βῆμα πρός τήν προφορικότητα τοῦ λόγου, ἐνῶ ἡ μικτή σύνταξη, ἄν καί εἶχε ὑποχωρήσει, δέν εἶχε ἐκλείψει. Τό δεύτερο ἀφορᾶ κάτι πού ἐπανειλημμένα ἔχω διαπιστώσει, ὅτι εἶναι πολύ διαφορετικό νά ξέρεις θεωρητικά τί θέλεις νά κάνεις ἀπό τό νά μπορεῖς πρακτικά νά τό πραγματώσεις. Τό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι διαφωτιστικό ὡς πρός τόν θεωρητικό προσανατολισμό μου πάνω στό θέμα τῆς γραφῆς. Ταυτόχρονα ὅμως ἡ ἴδια ἡ γραφή μου δέν ἀποτελεῖ πλήρη ἐμπράγματη ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ προσανατολισμοῦ.       Ὡστόσο, παρ᾿ ὅλα τά ἐκφραστικά μειονεκτήματά του, τό ἄρθρο  αὐτό στή Δοκιμασία προσέχτηκε καί πέρασε στή βιβλιογραφία.[50] Μάλιστα μοῦ ζητήθηκε ἐπανειλημμένα ἀπό ἀνθρώπους πού δέν εὕρισκαν τό τεῦχος τῆς Δοκιμασίας. Φυσικά δέν πιστεύω ὅτι προσέχτηκε γιά τίς φράσεις του, «νά τήν ἐκμεταλλευτεῖ κανείς ἐκ τῶν ἄνω» ἤ «νά παρατηρηθεῖ πώς ἡ ἀρνητική της διατύπωση ἄγει ἀπώτερα στήν κρίση πώς» ἤ ἄλλες χειρότερες πού βρίσκονται στό ὑπόλοιπο κείμενο. Ἄν προσέχτηκε τό ὀφείλει στή βασική ἰδέα του, ἡ ὁποία συλλαμβάνεται μέσα ἀπό τή σχετική ἐκφραστική του ἀνεπάρκεια.

          Στό 6ο τεῦχος τῆς Δοκιμασίας[51] δημοσιεύτηκε ἄλλο ἕνα, πολύ μικρό, ἀπό τά ‘δοκιμαστικά’ γραφτά μου, τό ὁποῖο ἀφοροῦσε τήν ἐκτός ἐμπορίου ἔκδοση μιᾶς μικρῆς συλλογῆς ποιημάτων πού ἀνῆκε στό Νίκο Καρανικόλα. Τέλος ἕνα ἀκόμα ‘δοκιμαστικό’ κείμενο, γραμμένο τό 1975, δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Διαγώνιος.[52] Σ᾿ αὐτό, ἔχοντας πίσω τή δική μου περιπέτεια, παρουσίαζα τέσσερα σχήματα, τέσσερους τρόπους δηλαδή, ἀοριστολογίας «ἀφ᾿ ὑψηλοῦ». Ὅπου ἡ ἀοριστολογία παρουσιάζεται μέ πόζα σπουδαιολογίας ἤ σάν ἕνας λόγος ὑψηλῆς στάθμης. Ἔτσι πού ὁ ἀναγνώστης νά πρέπει νά θεωρήσει ὅτι δέν καταλαβαίνει αὐτό πού διαβάζει ἐπειδή εἶναι χαμηλό τό πνευματικό του ἐπίπεδο. Μέ ἄλλα λόγια στίς περιπτώσεις αὐτές ἔχουμε ἕνα εἶδος ἐμφατικῆς κενολογίας, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη καί ἀκριβής ἀναφορά, στό ἑκάστοτε ἀντικείμενο, ἀπουσιάζει. Τά τέσσερα «διαβλητά σχήματα», τά ὁποῖα συζητοῦσα ἦταν τά ἀκόλουθα. «α) Ἐκφραστική γενικότητα  – εὐρύτητα προβληματισμοῦ.» Ὅπου ἡ ὑποτιθέμενη εὐρύτητα τοῦ προβληματισμοῦ «δικαιολογοῦσε» τήν γενικόλογη ἀοριστολογία. «β) Δογματισμός – αὐθεντία.» Ἐδῶ ἡ ὑποτιθέμενη αὐθεντία «δικαιολογοῦσε» τή δογματική αὐθαιρεσία. «γ) Ἀκαθόριστες ἔννοιες – εἰδικά νοήματα.» Στήν περίπτωση αὐτή τά εἰδικά νοήματα ἁπλῶς ἦταν ἀδύνατο νά ἐκφραστοῦν μέ ἀκαθόριστες ἔννοιες. «δ) Ἀκαθόριστες σχέσεις ἐννοιῶν –δραστικές σχέσεις νοημάτων». Ὅπως καί στό προηγούμενο σχῆμα, δέν ἦταν δυνατό νά ἐκφραστοῦν δραστικές σχέσεις νοημάτων μέ ἀκαθόριστες σχέσεις ἐννοιῶν, μέ συνέπεια νά προκύπτουν πομπώδεις ἀοριστολογίες. Αὐτούς τούς τέσσερους τρόπους ἀοριστολογίας, πού ἐνδημοῦσαν στά κριτικά, δοκιμιακά, ἐπιφυλιδικά, κ.λπ., δημοσιεύματα, τά πλαισίωνα μέ συναφή κειμενικά παραδείγματα ἀπό δέκα ἀπό τούς πιό γνωστούς κριτικούς, δοκιμιογράφους καί ἐπιφυλιδογράφους μας. Γιά μένα ἦταν τό τελευταῖο ‘δοκιμαστικό’ κείμενο πού δημοσίευα.

          Τό χειμώνα τοῦ 1976, καθώς κατέβαινα τίς σκάλες, μετά ἀπό μιά ἐκδήλωση, στό Πνευματικό Κέντρο «Ὥρα»,[53] μέ πλησίασε ὁ Μένης Κουμανταρέας καί μοῦ ζήτησε συνεργασία γιά τό περιοδικό Ἠριδανός. Τοῦ εἶπα ὅτι δέν εἶχα κείμενα ἕτοιμα γιά δημοσίευση. Κι ἦταν ἀλήθεια. Τό 1976-1977 αἰσθανόμουν ὅτι, ἀναφορικά μέ τή δεύτερη ἀναντιστοιχία, στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μου, εἶχα μᾶλλον ὁλοκληρώσει τό δοκιμαστικό στάδιο. Ἀπό δῶ καί πέρα θά μποροῦσα νά γράφω αὐτά πού εἶχα στό κεφάλι μου καί νά τά δημοσιεύω. Τήν ἔξοδο ἀπό αὐτό τό δοκιμαστικό στάδιο τήν αἰσθάνθηκα σάν ἕνα εὐφρόσυνο γεγονός ἀπό τά λίγα πού μοῦ ἔχουν τύχει. Τόν πρῶτο καιρό ἡ εἰκόνα μέ τήν ὁποία εἶχε συνδυαστεῖ ἔβγαινε συνεχῶς μπροστά μου. Μιά εἰκόνα πού σχετιζόταν μέ τά νεανικά μου χρόνια: Βρισκόμουνα ξαφνικά στήν κάτασπρη ἀκροποταμιά τοῦ Ἄραχθου, πού πλαισίωνε τή φιδωτή πορεία τοῦ ποταμοῦ. Ἐκεῖ πού εἶχα περάσει στά νεανικά μου χρόνια μερικές ἀπό τίς πιό εὐχάριστες ὧρες. Σ᾿ ἕνα γνωστό μέρος ὅπου τό ποτάμι ἔτρεχε σιγανά καί τά νερά ἅπλωναν κυλώντας μ᾿ ἐνα σιγανό μορμουρητό. Αὐγουστιάτικη μέρα, ὅταν ὁ ἥλιος ἔχει γύρει πρός τή δύση κι ἔχει ἀρχίσει νά γίνεται αἰσθητή ἡ ἀπογευματινή δροσιά. Ἕνα ἀλαφρό ἀεράκι νά ρυτιδώνει μόλις τήν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ καί στ᾿ ἀφτιά ν᾿ ἀντηχάει ὁ Μολδάβας τοῦ Σμέτανα

          Τότε, στό τέλος τοῦ 1976, στίς σκάλες τοῦ κέντρου «Ὥρα», δέν ὑποσχέθηκα στόν Κουμανταρέα νά καθίσω νά γράψω κάτι γιά τόν Ἠριδανό. Καί τοῦτο γιατί ἡ σκέψη μου βρισκόταν ἀλλοῦ: στή διδακτορική ἐργασία πού ἐκπονοῦσα στόν Εὐαγγελισμό κι ἔπρεπε νά τελειώσει μέσα στό 1977. Ἡ διδακτορική τελείωσε στά μέσα τοῦ 1977 καί τότε, σάν νά μήν τό περίμενα, μπῆκε τό ἐρώτημα τί θά ἔκανα ἀπό δῶ καί πέρα. Θ᾿ ἀκολουθοῦσα ἀκαδημαϊκή σταδιοδρομία, μένοντας στήν Ἀθήνα, ἤ θά ἔκανα ἐλεύθερο ἐπάγγελμα, πηγαίνοντας μᾶλλον στήν ἐπαρχία. Ἡ παραμονή στήν Ἀθήνα, μέ προοπτική τήν ἀκαδημαϊκή σταδιοδρομία, θά σήμαινε οὐσιαστικά τήν παραίτησή μου ἀπό τή σχέση μου μέ τή λογοτεχνία (ἡ σταδιοδρομία αὐτή θά ἀπαιτοῦσε γιά 15-20 χρόνια ὁλοκληρωτικό δόσιμο στήν ἰατρική), ἀλλά καί ἄλλα παρεπόμενα πού τ᾿ ἀντιμετώπιζα μέ σκεπτικισμό. Προτίμησα τή δεύτερη λύση, πού μ᾿ ἄφηνε λυτά τά χέρια καί ἀρκετό ἐλεύθερο χρόνο νά κάνω τά δικά μου. Ἔτσι δέν θά πήγαιναν στράφι τά χρόνια πού εἶχα καταγίνει μέ τή λύση τῶν δύο προβλημάτων πού προανάφερα. Κι ἐπιπλέον θά συνέχιζα νά διαβάζω λογοτεχνία, ἰδίως κλασικά κείμενα, πράγμα γιά τό ὁποῖο ἔνιωθα ἔντονη ἕλξη. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπῆρχαν κι ἄλλοι λόγοι γιά τούς ὁποίους προτίμησα τή δεύτερη λύση. Φεύγοντας τό 1978 ἀπό τήν Ἀθήνα, πού ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς τήν εἶχα κάπως βαρεθεῖ, θά ἔχανα τήν κοινωνική αἴγλη τοῦ ἐξουσιαστῆ, ἰδίως νοσοκομειακοῦ, γιατροῦ καί τά ἀνερχόμενα σταδιακά οἰκονομικά του ὀφέλη. Ἀντίβαρο δέν θά ᾿ταν βέβαια ἡ κοινωνική ἀντίληψη περί τοῦ συγγραφέα «ψώνιου» πού ἐπικρατεῖ ἰδίως στήν ἐπαρχία. Οὔτε οἱ συγγραφικές οἰκονομικές ἀπολαβές, οὔτε ἡ δόξα του τελευταίου ὑποτροχοῦ τῆς ἅμαξας πού ἀντιπροσωπεύει γιά τήν πολιτεία ὁ ἀχρείαστος πνευματικός κόσμος αὐτοῦ τοῦ τόπου. Οὔτε ἡ κουφότητα τοῦ κρυφοεπιδειξία συγγραφέα, πού ξεπουλιέται γιά νά κυκλοφορεῖ ἡ φωτογραφία καί τ᾿ ὄνομά του στόν τύπο.

                                                                           ***

          Εἶχα ξεκινήσει γράφοντας λίγες κριτικές στό περιοδικό Ἐνδοχώρα. Οἱ κριτικές μοῦ φαίνονταν εὔκολη καί ἑλκυστική δουλειά –στό πλαίσιο βέβαια τῶν δύο ἀναντιστοιχιῶν τότε. Μετά τό 1977, πού εἶχα ἀφήσει πίσω τή βασική προσπάθεια γιά τό ξεπέρασμα τῶν δύο προβλημάτων πού ἀντιμετώπιζα, ἀντί γιά κριτικές, καταπιάστηκα μέ δοκιμιακά γραφτά. Μέ τή διαφορά πώς αὐτά τά γραφτά, πού ἀποτέλεσαν τόν πρῶτο τόμο ἀπό τα Ζητήματα Λογοτεχικῆς Κριτικῆς, καταγίνονταν μέ τή μελέτη τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Ἀρχικά δηλαδή, τήν ἐποχή τῆς Ἐνδοχώρας, ἀλλά καί μερικά χρόνια ἀργότερα, θεωροῦσα τήν ἄσκηση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, μιά ἐμπειρική δουλειά, πού τήν ἀσκοῦσε κανείς ἐρασιτεχνικά, χωρίς νά προϋποθέτει θεωρητικό προβληματισμό. Ἀπό ἕνα χρονικό σημεῖο ὡστόσο καί μετά, ἄρχισε νά μέ ἀπασχολεῖ ἡ λογοτεχνική κριτική ὡς ἀντικείμενο πού χρειαζόταν νά μελετηθεῖ ὁ λειτουργικός μηχανισμός της. Ἄρχισαν, μ᾿ ἄλλα λόγια, νά μέ ἀπασχολοῦν τά ἐγγενή προβλήματα πού παρουσίαζε ἡ ἄσκηση τῆς κριτικῆς, πέρα ἀπό τίς ὅποιες ἐξωτερικές δυσκολίες, οἱ ὁποῖες σχετίζονταν μέ τίς συνθῆκες πού ἐπικρατοῦσαν στή λογοτεχνική κοινότητα. Ὥρα ὅμως νά πῶ μέ δυό λόγια «τί ἐννοῶ;» μέ τόν ὅρο κριτική, κριτική τῆς λογοτεχνίας ἤ λογοτεχνική κριτική. «Πιστεύω πάντα», ἔχει γράψει ὁ Ρενέ Γουέλλεκ, «στή διάκριση μεταξύ ‘‘λογοτεχνικῆς θεωρίας’’ -ὅρου ὁ ὁποῖος μοῦ φαίνεται προτιμητέος τοῦ ὅρου ‘‘ποιητική’’, ἐπειδή σαφῶς περικλείει τίς πεζογραφικές μορφές καί ἀποκηρύσσει τήν προτροπή τήν ὑποδηλουμένη μέ τόν παλαιό ὅρο- καί ‘‘λογοτεχνικῆς κριτικῆς’’ ὑπό τή στενότερη ἔννοια τῆς μελέτης συγκεκριμένων ἔργων λογοτεχνίας μέ ἔμφαση ἐπί τῆς ἀξιολογήσεώς των».[54] Αὐτά τά λόγια τοῦ Γουέλεκ, ὅπως τά καταλαβαίνω, σημαίνουν τά ἀκόλουθα: α) Ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας ἀποτελεῖ πράξη μέ τήν ὁποία ἀξιολογοῦνται συγκεκριμένα κάθε φορά ἔργα. β) Ὅ,τι ἀξιολογεῖται  στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ ποιότητα τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων ὡς λογοτεχνικῶν· κάτι πού δέν μπορεῖ νά κάνει ἡ ‘‘λογοτεχνική θεωρία’’. Ἡ ἰδιαιτερότητα συνεπῶς τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς προκύπτει ἀπό τόν ἀξιολογικό προσανατολισμό της. γ) Ἡ «ἔμφαση» τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς στό ἀξιολογικό ἔργο της, δέν ἀποκλείει ἀναφορές σέ ἄλλα (ἱστορικά, κοινωνικά, ἰδεολογικά, πραγματολογικά, τεχνικά, κ.λπ.,) στοιχεῖα τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων. Μέ τή διαφορά πώς τά στοιχεῖα αὐτά μετέχουν στήν κριτική πράξη ὡς  βοηθητικά δεδομένα, χωρίς νά ἔχουν κριτικό ρόλο. Ἤ, ἀλλιῶς, μόνο μ᾿ αὐτά δέν γίνεται κριτική ἀξιολόγηση, ἐνῶ χωρίς αὐτά μπορεῖ νά γίνει. Ἄς σταθοῦμε γιά τήν ὥρα σ᾿ αὐτή ἡ γενική ἰδέα γιά τή λογοτεχνική κριτική.

          Μένοντας μέσα στό πνεῦμα τῶν παραπάνω, ἔβγαλα τή «λογοτεχνική θεωρία» ἀπό τό λογαριασμό, μέ σκοπό νά μελετήσω καθαυτή τήν κριτική πράξη. Νά μελετήσω καθαυτή: νά ἐξετάσω δηλαδή ὁρισμένες κριτικές, οἱ ὁποῖες εἶχαν ξεχωρίσει μέ τά χρόνια ἔτσι πού θά ἦταν δυνατό νά θεωρηθοῦν παραδειγματικές. Ἐννοῶ κριτικές ὅπως τό κείμενο τοῦ Ροΐδη «Περί τῆς συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως», τοῦ Παλαμᾶ «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος», τοῦ Ξενόπουλου «Ἕνας ποιητής (Κ.Π. Καβάφης)», τοῦ Ἄγρα «Ὁ Καρυωτάκης καί οἱ Σάτιρες», τοῦ Σεφέρη ὁ «Ἐρωτόκριτος», κ.ἄ. Τό νά μελετᾶς ἕνα κριτικό κείμενο γιά νά δεῖς τή σύνθεσή του, σημαίνει ὅτι τό ἀποσυνθέτεις στά συστατικά του. Μέ τή δουλειά τῆς ἀποσύνθεσης ἀποκτᾶς μιά ἀναλυτική ἰδέα γιά τήν ὁρισμένη κριτική πράξη πού μελετᾶς. Αὐτή τήν πράξη, ὁσοδήποτε «παραδειγματική» καί νά τή θεωρήσεις, δέν ἔχεις τό περιθώριο νά τήν πάρεις ὡς ἀπόλυτο πρότυπο. Προκύπτει ἔτσι ἡ ἀνάγκη νά κοιταχτεῖ συγκριτικά μέ ἄλλες ἐξίσου «παραδειγματικές» κριτικές, ὥστε νά φανοῦν ποιοί κοινοί ὅροι τίς διέπουν. Οἱ τέτοιοι κοινοί ὅροι ἀποτελοῦν, καθώς καταλαβαίνει κανείς, τά ἐγκυρότερα ἐξαγόμενα τῆς δουλειᾶς αὐτῆς. Στά ἐξαγόμενα αὐτά δέν θά ἀναφερθῶ ἐδῶ, γιά κάτι τέτοιο θά χρειαζόταν νά ἀντιγράψω ἕνα μεγάλο μέρος ἀπό τά τρία βιβλία μου πού ἔχουν γενικό τίτλο Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς. Θέλω ὅμως νά ἐπιμείνω σέ ὁρισμένη πτυχή τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, πού ἐνῶ λίγο πολύ ὅλοι τήν ὑποπτεύονται, συχνά ἀμφισβητοῦν τήν ἐγκυρότητά της.

          Ἔχει εἰπωθεῖ πολλές φορές μέ ἐπικριτική διάθεση ὅτι ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας εἶναι πράξη ὑποκειμενική, ὅτι συνεπῶς δέν ἔχει ἀντικειμενικό κύρος. Αὐτό, σέ μεγάλο βαθμό, εἶναι ἀλήθεια. Εἶναι ὡστόσο ἐξίσου ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀξιολογική δυνατότητα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς ὀφείλεται ἀκριβῶς στό γεγονός ὅτι εἶναι ὑποκειμενική. Ἄν στερήσουμε ἀπό τή λογοτεχνική κριτική τήν ὑποκειμενικότητά της, θά τῆς στερήσουμε ταυτόχρονα τόν ἀξιολογικό χαρακτήρα της. Ὅσοι κατηγοροῦν τή λογοτεχνική κριτική γιά ὑποκειμενικότητα, κατηγοροῦν τήν ἴδια τήν κριτική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου σ᾿ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της. Καθημερινά ἀξιολογοῦμε τά πάντα καί τά ἀξιολογοῦμε ὑποκειμενικά (πῶς ἀξιολογοῦμε λ.χ. τήν ὀμορφιά ἑνός τοπίου, πῶς ἀξιολογοῦμε τά διάφορα καλλιτεχνικά θεάματα, πῶς ἀξιολογοῦμε τό περιβάλλον μας, τά φιλικά μας πρόσωπα, πῶς ἀξιολογοῦμε τίς ἰδιατερότητές μας, πώς ἀξιολογοῦμε τίς ἐρωτικές προτιμήσεις μας). Ἐξαίρεση σ᾿ αὐτόν  τόν γενικό κανόνα δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἡ λογοτεχνική κριτική. Δέν εἶναι ζήτημα καλῆς ἤ κακῆς θέλησης, ἀλλά φυσιολογίας τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κριτική τῆς λογοτεχνίας ἀντικειμενική εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρξει. Ἤ δεχόμαστε τόν ὑποκειμενικό χαρακτήρα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἤ δέν δεχόμαστε αὐτή τήν κριτική καθόλου. Ἄν ὅμως δέν τή δεχόμαστε, ὀφείλουμε νά εἴμαστε συνεπεῖς: ὀφείλουμε νά μή δεχόμαστε τήν ὑποκειμενική ἀξιολογική κριτική σέ κανένα ἐπίπεδο τῆς ζωῆς μας. Ἔτσι μάλιστα, γιατί ἀλλιῶς, νά δεχόμαστε δηλαδή ἀπό τή μιά μεριά νά κρίνουμε τό κάθε τί ὑποκειμενικά, κι ἀπό τήν ἄλλη νά κατηγοροῦμε τή λογοτεχνική κριτική γιά ὑποκειμενικότητα, καταντάει ἀπαράδεκτη ἀντίφαση. Ἡ λογοτεχνική κριτική λοιπόν εἶναι πράξη ὑποκειμενική, κι αὐτό συνιστᾶ τή μοναδική δυνατότητα τῆς ὕπαρξής της. Κάτι περισσότερο, ἡ λογοτεχνική κριτική δέν ἔχει κάν τή δυνατότητα νά εἶναι λογικά ὑποκειμενική. Γιατί βασίζεται, ὅπως καί ὁ ποιητής καί ὁ πεζογράφος, στή διαισθητική σύλληψη τοῦ ἀντικειμένου της. Ἄν κάποιος δέν μπορεῖ νά διαβάζει ἕνα λογοτεχνικό κείμενο καί ἀνάμεσα ἀπό τίς σειρές του, αὐτός ὁ κάποιος δέν ἔχει τό ἔδαφος νά διακρίνει τά ποιοτικά ἤ μή συστατικά αὐτοῦ τοῦ κειμένου. «Φυσικά», λέει ὁ Χ.Λ. Μπόρχες, «τό σημαντικό εἶναι αὐτό πού βρίσκεται πίσω ἀπό τόν στίχο».[55] Κι αὐτό πού «βρίσκεται πίσω ἀπό τόν στίχο», εἶναι ἀβάσιμο νά πιστεύει κανείς ὅτι ὁ κριτικός τό προσεγγίζει μέ ἀνιχνευτικό ὄργανο τή λογική του. Ἡ πρώτη κριτική ἀντίδραση σ᾿ ἕνα λογοτεχνικό ἔργο ἀποτελεῖ μιά αὐτόματη, συχνά στιγμιαία, διαισθητική ἀνταπόκριση σ᾿ αὐτό τό ἔργο, ἀνταπόκριση καθόλου ὅμως ἐπιχειρηματολογικῆς κατηγορίας. Πολύ σωστά παρατηρεῖ ὁ Σεφέρης ὅτι, «ὅταν ἀρχίσουμε νά μιλᾶμε γι᾿ αὐτά [γιά τά ποιήματα], οἱ δικαστές τά ἔχουν κιόλα καταδικάσει ἤ ἀθωώσει».[56] Ἀνάλογη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Χ.Λ. Μπόρχες: «Ξέρω σίγουρα ὅτι νιώθουμε τήν ὀμορφιά ἑνός ποιήματος πρίν κάν ἀρχίσουμε νά σκεφτόμαστε τό νόημά του».[57] Πράγματι ἡ κριτική ἐπιχειρηματολογία ἔρχεται ἐκ τῶν ὑστέρων νά ἀναλύσει τήν πρώτη κριτική ἀντίδραση, νά τήν ἐκλογικέψει κατά τό δυνατό καί νά τήν καταστήσει «ἀντικειμενικά» ἐκφράσιμη. Ἐννοεῖται πώς δέν ἀποκλείεται μιά δεύτερη ἀξιολογική ἀντίδραση μετά τήν πρώτη, ἄν καί πιστεύω ὅτι σπάνια ἐκτοπίζεται ἡ πρώτη.

          Ἡ δοκιμιακή ἀσχολία μέ τήν κριτική πράξη τῆς λογοτεχνίας εἶχε στήν ἀφετηρία της τό ἐρώτημα τί εἶναι καί πῶς πραγματώνεται ἡ λογοτεχνική κριτική. Αὐτή ἡ ἀναλυτική μελέτη τῆς κριτικῆς, πού ἐντάσσεται στή θεωρία τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος «ἀνατομικῆς» περιγραφῆς μιᾶς σύνθετης πράξης. Ἀπό τά στοιχεῖα ὅμως πού μᾶς δίνει μιά τέτοια περιγραφή, ἀπουσιάζουν οἱ γενετικοί ὅροι αὐτῆς τῆς πράξης. Ἀπουσιάζουν ἡ παιδευτική προϊστορία τοῦ κριτικοῦ καί ὁ ἰδιοσυγκρασικός συντελεστής πού τόν ὁδήγησε  στή συγκεκριμένη πράξη. Τά τυχόν στοιχεῖα πού μᾶς δίνουν σέ σπάνιες περιπτώσεις οἱ ἴδιοι οἱ κριτικοί πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα εἶναι ἐξαιρετικά ἀνεπαρκή. Ἔτσι, χωρίς τούς γενετικούς ὅρους, ἡ «ἀνατομική» περιγραφή τῆς κριτικῆς πράξης εἶναι ἀτελής. Μάλιστα δέν εἶναι ἁπλά ἀτελής, ἀλλά ἀτελής ὡς πρός τό ζωτικότερο καί οὐσιαστικότερο μέρος τῆς κριτικῆς πράξης. Ἀπό τήν ἀποψη αὐτή ὁ ἀρχικός μου στόχος νά μελετηθεῖ ὁ λειτουργικός μηχανισμός τῆς κριτικῆς, ἄν ὑποθέσουμε ἐπαρκή τήν εὐστοχία τῶν συναφῶν δοκιμίων, δέν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο σχετικά. Στόν ὅποιο βαθμό πάντως πραγματοποιήθηκε, ἔχω ἀναρωτηθεῖ ἄν καί κατά πόσο μέ βοήθησε ὡς πρακτικό κριτικό λογοτεχνικῶν κειμένων. Ὅσο μπορῶ νά κρίνω, οὐδόλως μέ βοήθησε τίς στιγμές πού θά ᾿πρεπε νά σταθμίσω τήν ἀξία ἑνός λογοτεχνικοῦ ἔργου. Ἐκεῖνες οἱ στιγμές ζητοῦν ἀπάντηση ἐνορατική μέ ὅλο τό εἶναι σέ συσπείρωση καί πλήρως ἐλευθερωμένο ἀπό ὁποιαδήποτε γνωστικά κεκτημένα. Αὐτή εἶναι βέβαια μιά ἰδανική κριτική στάση, εἶναι ὅμως ἡ στάση πρός τήν ὁποία τείνει νά φτάσει ὁ κάθε κριτικός τήν κρίσιμη ὥρα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ παρουσία τῆς θεωρίας πού ἀφορᾶ τήν κριτική καί κάθε θεωρίας, στό γίγνεσθαι τῆς κριτικῆς στιγμῆς, συνιστᾶ ἀλλότριο παράγοντα. Ἀλλότριο γιατί εἶναι ἄλλης πνευματικῆς τάξης ἀπό ἐκείνη τῆς κριτικῆς αὐτενέργειας. Ἔτσι πού, ἄν ἡ θεωρία μετέχει καθοδηγητικά στό γίγνεσθαι τῆς κριτικῆς στιγμῆς, τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι μιά νόθα ἐτυμηγορία. Γιά τό λόγο ὅτι, στήν περίπτωση αὐτή, τήν πρωτογενή κριτική ἐκτίμηση θά τήν ὑποκαταστήσουν τά γενικά δεδομένα τῆς θεωρίας. Ὁ κριτικός, μ᾿ ἄλλα λόγια, ὅταν εἶναι κριτικά ἐνεργός, θά πρέπει νά αὐτενεργεῖ κατά τό αἰσθητήριό του, χωρίς ἄλλα κρατούμενα. Θά πρέπει. Στήν παραγματικότητα δέν πρόκειται γιά μιά βουλητική ἐνέργεια –γιά κάτι πού τό ἀποφασίζει καί τό κάνει κανείς-, ἁπλῶς ἡ ἐνόραση, ὅταν εἶναι ἐνεργή ἀπελευθερώνεται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τά γνωστικά φορτία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Τί γίνεται ὅμως μέ τήν εὐρύτερη παιδεία τοῦ κριτικοῦ, εἶναι δυνατό νά εἶναι τήν κρίσιμη στιγμή ἀπαλλαγμένος ἀπό τά πάντα καί νά εἶναι, ἄς ποῦμε, ὁ ἴδιος μιά ἀπόλυτα ἐνορατική ὀντότητα; Δέν εἶναι τόσο εὔκολο νά πεῖ κανείς τί συμβαίνει ἀκριβῶς. Ἴσως ἡ παιδεία δέν μηδενίζεται τήν ὥρα πού ἐνεργοποιεῖται ἡ ἐνόραση, ἴσως συνιστᾶ ἕνα διακριτικό βάθρο αὐτῆς τῆς λειτουργίας.

          Συνοψίζω τά παραπάνω. Ἡ θεωρία τῆς κριτικῆς δέν βοηθάει τούς κριτικούς νά σταθμίζουν θετικά ἤ ἀρνητικά ἕνα λογοτεχνικό κείμενο. Μάλιστα μπορεῖ νά ἔχει ἀλλοτριωτική ἐπίδραση ἄν χρησιμοποιηθεῖ σάν συνταγή. Ἄν κάτι προσφέρει ἡ θεωρία τῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία βγαίνει ἀπό τή μελέτη παραδειγματικῶν κριτικῶν πράξεων, αὐτό εἶναι ἕνα γενικό πλαίσιο, στό ὁποίο ἐντάσσεται ἡ κριτική. Ἕνα πλαίσιο τό ὁποῖο σοῦ δέιχνει τά ὅρια μέσα στά ὁποῖα τελεῖται ἡ κριτική καί συνεπῶς σέ προφυλάσσει ἀπό παρανοήσεις. Σέ προφυλάσσει λ.χ. ἀπό τό νά θεωρεῖς τήν ἁπλή βιβλιοπαρουσίαση  (περίληψη τοῦ θέματος) ἤ τή φιλολογική μελέτη λογοτεχνική κριτική. Ἤ νά θεωρεῖς λογοτεχνική κριτική τούς διάφορους ἀτεκμηρίωτους ἀξιολογικούς ἀφορισμούς ἑνός κειμένου πού ἀναφέρεται σέ λογοτεχνικά ἔργα. Ἡ θεωρία ἁπλῶς σοῦ λέει ὅτι ὀφείλεις νά ἐνεργήσεις ἀξιολογικά, ἀλλά τό πῶς θά τό κάνεις αὐτό τό ἀφήνει στή δική σου προαίρεση. Σοῦ λέει ἐπίσης ὅτι τό ἀξιολογικό ἀποτέλεσμα πρέπει νά τό καταστήσεις ἀναλυτικά εὐκρινές στούς ἀναγνῶστες, τό πῶς θά τό πετύχεις αὐτό εἶναι πάλι δικός σου λογαριασμός. Κατά τά ἄλλα σοῦ ἀφήνει τήν ἐλευθερία νά χρησιμοποιήσεις ὅποια βοηθητικά στοιχεῖα θεωρεῖς ἀπαραίτητα.

          Δυό λόγια ακόμα γιά τή θεωρία τῆς κριτικῆς, ὅπως τήν εἶδα μέσα ἀπό τήν προσωπική μου ἐμπειρία. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο βοηθάει στήν κριτική πράξη, ἡ δοκιμιακή μελέτη αὐτῆς τῆς πράξης ἔχει τό δικό της ἐνδιαφέρον. Τό ἐνδιαφέρον πού ἔχει κάθε μορφή ἔρευνας. Τέτοιας πού ἐνδέχεται νά σ᾿ ἀφήνει ἄυπνο κάποτε ἤ νηστικό, ἀλλά ὄχι χωρίς ψυχικό ἀντιστάθμισμα. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, μελετώντας τίς ἐπικρατέστερες κριτικές, πού ἔχουν γραφτεῖ σέ διαφορετικές χρονικές στιγμές καί κάτω ἀπό διαφορετικά συνθῆκες, διαπιστώνεις πόσο σταθεροί παραμένουν οἱ ὅροι πού διέπουν τή λογοτεχνική κριτική. Ὁ χρόνος κυλάει, οἱ ἐποχές περνοῦν, οἱ θεωρίες ἔρχονται καί παρέρχονται, ἀλλά ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας δέν ἀλλάζει πυξίδα. Μένει πάντα μιά ἐκ βαθέων ἀξιολογική ἀπόφανση πάνω στή λογοτεχνική ἀξία.[58] Σέ ὅλες τίς παραδειγματικές κριτικές πού προανάφερα καί σέ ἄλλες πού παράλειψα, ἡ λειτουργική βάση καί ὁ στόχος τῆς κριτικῆς παραμένουν ἀμετάθετα. Τέλος, ἡ μελέτη τῶν κριτικῶν κειμένων, πού γράφτηκαν σέ διαφορετικές ἐποχές, ἔχει ἐπιπλέον ἕνα δικό της ἐνδιαφέρον. Γιατί ἔτσι βλέπεις ἀπό ἱστορική σκοπιά τά βήματα τῆς κριτικῆς καί τό πῶς πάει νά πάρει σχῆμα ἡ ἱστορία τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς.

          Ὁ τρόπος πού ἄσκησα καί ἀσκῶ τή λογοτεχνική κριτική εἶναι μᾶλλον περιθωριακός. Δέν ἄσκησα τήν κριτική ἐπαγγελματικά, οὔτε γράφω πολύ συχνά βιβλιοκριτικές, οὔτε δημοσιεύω, παρά σπάνια, κριτικά κείμενα σέ ἐφημερίδες. Μολαταῦτα δέν ἐξαιροῦμαι ἀπό τή δύσκολη θέση στήν ὁποία βρίσκονται τίς τελευταῖες δεκαετίες οἱ κριτικοί στόν τόπο μας. Δύσκολη θέση γιά δυό λόγους. Πρῶτα γιατί ἡ δουλειά τους ὑπερφαλαγγίζεται ἀπό πρακτικές πού ἀποβλέπουν στήν ἄκριτη διαφημιστική προβολή προσώπων καί ἔργων (ἐσπευσμένες βιβλιοπαρουσιάσεις, ἐσπευσμένα δημοσιογραφικά σημειώματα, ἐσπευσμένες συνεντεύξεις τῶν συγγραφέων, διαφημίσεις ἔργων μέ φωτογραφίες τῶν συγγραφέων, καί ἄλλα θεμιτά καί ἀθέμιτα μέσα). Ἔπειτα γιατί ἡ εἰλικρινής δημόσια γνώμη τῶν κριτικῶν, ἀπό τούς παράγοντες τοῦ βιβλίου, εἶναι ἀνεπιθύμητη. Ἡ θέση τῶν κριτικῶν ἐπιδεινώθηκε ἀπό τή στιγμή πού αὐξήθηκε ἀπότομα τό ἀναγνωστικό κοινό τῆς πεζογραφίας, μιᾶς πεζογραφίας πού στήν πλειονότητά της ἀναπλήρωσε τό «κουτσομπολιό» τῆς παλιᾶς ἀστικῆς γειτονιᾶς πού ἔχει ἐκλείψει. Αὐτή ἡ αὔξηση τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ εἶχε πολλαπλές συνέπειες. Μέ σημαντικότερη τό νά γίνει τό ἐμπορικό κέρδος ἀπό τίς πωλήσεις τῶν βιβλίων ρυθμιστικός παράγοντας στά λογοτεχνικά πράγματα. Τό ἐμπορικό κέρδος δέν χρειάζεται ἀξιολογικές διακρίσεις μεταξύ τῶν προσφερόμενων προϊόντων, χρειάζεται μόνο στόν ἀνώτατο βαθμό διαφήμιση. Σέ καμιά περίπτωση μάλιστα δέν δέχεται ἀρνητικές δημόσιες γνωματεύσεις πάνω στήν ποιότητα τῶν προσφερόμενων ἔργων. Καί μέ τήν οἰκονομική δύναμη πού διαθέτει κινητοποιεῖ τούς ἀπαραίτητους μηχανισμούς. Τό ἀπροσδόκητο εἶναι ὅτι μέ τούς στόχους τῆς ἐμπορικότητας συμπορεύονται καί οἱ φιλοδοξίες, ἤ καί ματαιοδοξίες, τῶν πεζογράφων πού δέν δέχονται κι αὐτοί τίς ὅποιες ἀρνητικές κριτικές. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι οἱ κριτικοί τῆς λογοτεχνίας πιέζονται ποικιλότροπα, ἔμμεσα μέν ἀλλά ἀφόρητα, νά ἀσκοῦνε μιά κρυφοδιαφημιστική δραστηριότητα. Καθώς ἡ πληθώρα τῶν πεζογραφημάτων πού βγαίνουν κάθε χρόνο εἶναι πολύ κάτω ἀπό τό μέτριο ἐπίπεδο, θά περίμενε κανείς οἱ ἐνενηταπέντε στίς ἑκατό κριτικές νά ᾿ναι κανονικά ἀρνητικές. Ἄν συμβαίνει νά μήν εἶναι, εἶναι γιατί ἡ δουλειά τῶν κριτικῶν ἀσκεῖται κάτω ἀπό ἀπρόσφορες συνθῆκες. Σήμερα δέν ἔχουμε κριτικούς πού νά λένε θαρρετά τή γνώμη τους ὅπως, μόλις πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες, ὁ Ἀλέξανδρος Κοτζιᾶς, ὁ Δημήτρης Ραφτόπουλος, ὁ Τάκης Σινόπουλος, ὁ Μανόλης Ἀναγνωστάκης, ὁ Νίκος Φωκᾶς. Στό μεταξύ βαρύ φόρο, γιά τήν ἔλλειψη ἐμπορικοῦ κέρδους, πληρώνει ἡ ποίηση, πού βρίσκεται παραπεταμένη στά ἀζήτητα. Ἡ ποίηση, ἡ καρδιά τῆς λογοτεχίας σ᾿ αὐτόν τόν τόπο, κατάντησε νά ᾿ναι παρίας στό στίβο τῆς λογοτεχνικῆς κίνησης. Ἀρκεῖ νά πῶ ὅτι ἔχουμε πλέον κριτικούς πού ἀσχολοῦνται μόνο μέ πεζογραφικά βιβλία. Ἄς σημειωθεῖ πάντως γενικότερα πώς, ὅταν σ᾿ ἕναν τόπο ἡ κριτική γνώμη καταντάει ἀνεπιθύμητη, ἡ δημοκρατία καί ἡ ἀξιοκρατία πάνε περίπατο, ἐνῶ ἀκμάζουν ἀντίστοιχα οἱ δημόσιες σχέσεις, ἡ κρυψίνοια, ὁ καμποτινισμός κι ὁ παραγοντισμός. Θά ρωτοῦσε ἴσως κανείς, τί κάνουν τότε οἱ κριτικοί μέσα σ᾿ ἕνα τόσο ἀντικριτικό κλίμα; Οἱ κριτικοί, κάνοντας τήν ἀνάγκη φιλοτιμία, μηχανεύονται τρόπους γιά νά σώζουν, ὄχι καθαυτή τήν κριτική, ἀλλά τά προσχήματα. Παράδειγμα. Ἕνα μυθιστόρημα συμβαίνει νά εἶναι πολύ χαμηλῆς στάθμης, ἀλλά νά ἔχει ταυτόχρονα πολύ ἰσχυρό κηδεμόνα (ἐκδότη, συγγραφέα, πολιτικό, ἄλλης κατηγορίας παράγοντα). Ὁ κριτικός, γιά ν᾿ ἀποφύγει τό σκόπελο μιᾶς πλήρως ἀρνητικῆς κριτικῆς μέ πιθανές δυσάρεστες συνέπειες, θά κοιτάξει νά βρεῖ κάποια πτυχή τοῦ μυθιστορήματος, μικρῆς ἔστω σημασίας, πού σηκώνει θετικό σχολιασμό καί θά μιλήσει κυρίως γι᾿ αὐτή δίνοντάς της εὐρύτερη σημασία. Εἶναι μιά πολύ συνηθισμένη τακτική. Παρακολουθώντας τίς κριτικές πού δημοσιεύονται, συμπεραίνω πώς ἐφαρμόζονται καμιά δωδεκαριά τέτοιοι τρόποι κριτικῆς κρυψίνοιας. Δέν ἔχει νόημα νά ἐπιμείνω πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Τό ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ κριτική τῆς λογοτεχνίας περνάει δύσκολες μέρες στόν τόπο μας. Ἔτσι, τό νά ἐξετάζει κανείς, μέ βάση τίς εὐστοχότερες κριτικές τοῦ παρελθόντος, τούς ὅρους πού διέπουν τή δόκιμη ἄσκηση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, μοῦ φαίνεται τώρα μᾶλλον οὐτοπικό.

          Μένει βέβαια ἡ καθαρά θεωρητική πλευρά τοῦ ζητήματος πού δέν παύει νά ἔχει τό δικό της ἐνδιαφέρον.

Περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1851, Γενάρης 2012 καί 1852, Φλεβάρης-Μάρτης 2012


[1]. Χάρη μᾶλλον στό ὄνομα τῆς «κακάβας» καί τοῦ ποιητῆ.

[2]. Τά μαθήματα στό χωριό γίνονταν στήν ὕπαιθρο, καθώς τό σχολεῖο εἶχε καεῖ τό 1943, μόνο τό καλοκαίρι, ὄχι ἀδιάλειπτα  και χωρίς στοιχειώδη ἐπάρκεια βιβλίων.

[3]. Μετά τό κάψιμο τῶν δυό σπιτιῶν μας τό 1943, ἀποκαταστήσαμε καί μείναμε μόνιμα στό ἀγροτικό μας σπίτι. Τό ἄλλο, τό κεντρικό, ἄν καί στεγάστηκε δέν ἀποκαταστάθηκε πλήρως καί δέν ξανακατοικήθηκε πιά. Ἀργότερα πουλήθηκε.

[4]. Τούς ποιητές πού μ᾿ ἄρεσαν τούς πλησίασα αὐτοδύναμα, μοῦ μένει ὅμως ἀξέχαστη μιά ἀνάγνωση. Στήν προτελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου, μιά ἡλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, γυρίζαμε μ᾿ ἕνα φίλο μου ἀπό τό βουναλάκι τῆς πόλης, ὅπου εἴχαμε πάει νά διάβάσουμε ποιήματα. Μπαίνοντας στό σπίτι εἴδαμε δίπλα στήν ἀναμμένη ξυλόσομπα, μόνο του, τό ἀδερφό μου Βασίλη. «Τ᾿ εἶναι αὐτό πού κρατᾶτε;», μᾶς ρώτησε. Ἦταν ἡ ποιητική ἀνθολογία τοῦ Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη. Τήν πῆρε, τήν ἄνοιξε καί διάβασε: «Θάνατος εἶναι οἱ κάργιες πού χτυπιοῦντα…». Ἀκολούθησαν τά: «Δημόσιοι ὑπάλληλοι»», «Ἰδανικοί αὐτόχειρες», «Ὁ Μιχαλιός», «Ἀποστροφή», «Ἀσιοδοξία». Κι ἔπειτα Καβάφη: «᾿Ιθάκη», «Θερμοπύλες», «Περιμένονας τούς βαρβάρους», «Ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον». Καί «Ἡ προσευχή τοῦ ταπεινοῦ» τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Τά ποιήματα τά ξέραμε, ὄχι ὅμως ὅπως ἀκούστηκαν ἀπό τή φωνή τοῦ Βασίλη.

[5]. Γιῶργος Ἀράγης, «Μάιος 1963», «Σημειώσεις», περιοδικό Ἐνδοχώρα, τεῦχος 23, Γιάννινα, Μάης-Ἰούνης 1963, σσ. 175-176.

[6]. Γιάννης Μπεράτης, Τό πλατύ ποτάμι, Ταχυδρόμος, Ἀθήνα  1965, σ. 78.

[7]. Γιῶργος Ἀράγης, «Τό λογοτεχνικό πεζογραφικό ἔργο τοῦ Γ. Ἰωάννου», περιοδικό Φιλόλογος, τεῦχος 43, Θεσσαλονίκη 1986. Τώρα καί στό βιβλίο μου, Γιά τόν Γιῶργο Ἰωάννου, Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2007, σ. 47.

[8]. Γιῶργος Ἀράγης, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς, τόμ Β΄, Δωδώνη, Ἀθήνα 1988, σσ. 98-110.

[9]. Φ. Ντοστογιέφσκη, Ὁ Ἠλίθιος, μετάφραση Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Γκοβόστης, Ἀθήνα χχ, τόμος 2, σ. 53.

[10]. Φράνς Κάφκα, «Ἡ ξαφνική ἔξοδος», μετάφραση Ἄννα Μαρινάκη, περιοδικό Διαγώνιος, ἔτος τρίτο, τεῦχος πρῶτο, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 11.

[11]. Παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ Τέρλες στό μυθιστόρημα τοῦ Μούζιλ, ὅταν, ἀπό  «ξαφνική παρόρμηση», καίει τά ποιήματά του καί πηγαίνοντας μετά στήν τάξη, κοιτάζει τούς συμμαθητές του μέ διαφορετική ἀντίληψη ἀπό ὅ,τι πρίν. «Περπάτησε γιά λίγο στήν αἴθουσα ἀνάμεσα στά θρανία κι ἔριξε μιά ματιά στ᾿ ἀνοιγμένα τετράδια, πού πάνω στίς λευκές τους ἐπιφάνειες πηγαινοέρχονταν βιαστικά δάχτυλα, σέρνοντας πίσω τους μικρές, καφετιές σκιές… Κοίταξε σάν κάποιος πού μόλις εἶχε ξυπνήσει, ἔχοντας τήν ἐντύπωση πώς ὅλα εἶναι πιό σοβαρα καί πιό σπουδαῖα ἀπό πρίν.» Ρόμπερτ Μούζιλ, Ὁ νεαρός Τέρλες, μετάφραση Ἀλέξανδρος Ἴσαρης, Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 150.

[12]. Στό «Δαρεῖο» τοῦ Καβάφη μᾶς δίνεται σχεδόν ἀνάγλυφα τό πέρασμα τοῦ ποιητῆ Φερνάζη ἀπό τή μία βαθμίδα στήν ἄλλη. Ἀρχικά ὁ Φερνάζης, ὡς ὑπήκοος –καί ὑμνωδός- τοῦ τωρινοῦ βασιλιᾶ Μιθριδάτη, βλέπει τό γενάρχη τῆς δυαναστείας Δαρεῖο νά κατέχεται ἀπό ὑψηλά αἰσθήματα -ὄχι ἀπό «ὑπεροψίαν καί μέθην». Ὅταν ὅμως ἡ κατάσταση ἀλλάζει ραγδαῖα καί ἡ σκοπιμότητα τοῦ «ἐπικοῦ ποιήματος» πού συνέθετε ἀρχηστεύεται, ὅταν ἐπιπλέον ἀναλογίζεται τήν κρισιμότητα τῆς περίστασης γιά τήν ἀσφάλεια τῆς πόλης καί τοῦ ἴδιου, τότε αἵρεται πάνω ἀπό τόν ματαιόδοξο ἑαυτό του καί ἀναγνωρίζει πώς: «βέβαια, ὑπεροψίαν καί μέθην· /ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος».

[13]. Ἐδῶ θά πρέπει νά ὑπολογιστοῦν καί μερικά ξένα δοκίμια ἀμετάσφραστα στά ἑλληνικά, ἰδιαίτερα σημειώνω τήν ἀνθολογία τοῦ David Lodge Λογοτεχνική Κριτική τοῦ 20ου αἰώνα (20th Century Literary Critisism), Longman, Λονδίνο 1972.

[14]. Γιῶργος Ἀράγης, «Γιά τό περιεχόμενο τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων», περιοδικό Ἑκηβόλος, τεῦχος 16-17, Ἀθήνα 1987, σσ. 1753-1803. Τώρα καί στό βιβλίο μου, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς, τόμ. Β΄, Δωδώνη, Ἀθήνα 1988, σσ. 13-73.

[15]. Γιῶργος Ἀράγης, «Φιλία καί κριτική», «Φιλολογική Καθημερινή», Ἀθήνα 20-8-1981. Καί στό βιβλίο μου Ζητήματα Λογοτεχνικῆς κριτικῆς, Δωδώνη, τόμ. Β΄, Ἀθήνα 1988.

[16]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ἀναζητώντας τό χαμένο χῶρο», «Φιλολογική Καθημερινή», 11-2-1982. Καί στό βιβλίο μου Ἀσκήσεις κριτικῆς, Σοκόλης, Ἀθήνα 1990.

[17]. Ἀκραῖο γεγονός, ἀλλά ἐνδεικτικό, ἀποτελεῖ ἡ περίπτωση κριτικοῦ λογοτεχνίας σέ ἐφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, ὁ ὁποῖος ἐπιτέθηκε δημόσια σέ συνάδελφούς του κριτικούς, ἐπειδή δέν ἐξέφρασαν θετική γνώμη γιά δικό του μυθιστόρημα. Εἶναι γνωστό ἐξάλλου στούς παροικοῦντες τήν Ἱερουσαλήμ ὅτι κριτικός ἡμερήσιας ἐφημερίδας τιμωρήθηκε, ἀπειδή δέν ἔγραψε θετική κριτική γιά πεζογράφημα πού κυκλοφόρησε ἀπό ὁρισμένο ἐκδοτικό οἶκο.

[18]. Γιῶργος Ἀράγης, «Κριτική τῆς λογοτεχνίας καί διαφήμιση», περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1723, Μάιος 2000, σσ. 764-771.

[19]. Φ. Ντοστογιέφσκη, «Πούσκιν», Τό ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα, μετάφραση Μίνα Ζωγράφου, Δαρεμᾶς, Ἀθήνα χχ, σσ.685-702.

[20]. Γιῶργος Ἀράγης, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς, Γιάννινα 1980. Καί Δωδώνη, Ἀθήνα 1982, 1988.

[21]. Ἐμμανουήλ Ροΐδης, Ἅπαντα, τόμος Δεύτερος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1979, σσ. 246-317.

[22]. Ὅ.π., τόμος πέμπτος, σσ. 302-305.

[23]. Κωστής Παλαμᾶς, Ἅπαντα, τόμος Δεύτερος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σσ. 28-59.

[24]. Ὅ.π., σσ. 379-388.

[25]. Ὅ.π., σσ. 463-483.

[26]. Ἐλισαῖος Γιανίδης, Γλώσσα καί ζωή. Ἀναλυτική μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐκδόσεις «Κάλβος», Ἀθήνα 1969.

[27]. Ἐλισαῖος Γιανίδης, Γλωσσικά πάρεργα. Γλώσσα καί ὀρθογραφία – συζητήσεις τῆς εποχῆς,  ἐκδόσεις Κάλβος, Ἀθήνα 1970.

[28]. Γιῶργος Θεοτοκᾶς, Προβλήματα τοῦ καιροῦ μας, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1956, σσ. 22-36.

[29]. Γιῶργος Θεοτοκᾶς, Πνευματική πορεία, Φέξης, Ἀθήνα 1961, σσ. 11-28.

[30]. Ὅ.π., σσ. 317-319.

[31]. Χρ. Χρηστίδης, Χρόνια κατοχῆς. Μαρτυρίες ἡμερολογίου 1941-1944, Ἀθήνα 1971, σσ. 208-11, 216, 228, 362, 544.

[32]. Γ.Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες αὐτοβιογραφίας, τόμος πρῶτος: Τό πάθος, Ἑστία, Ἀθήνα 1970, σ. 254.

[33]. Ἐλισσαῖος Γιανίδης, Γλώσσα καί ζωή, ὅ.π., σ. 18.

[34]. Ἄγγελος Σικελιανός, Λυρικός βίος, τόμος Α΄, ἐπιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1965, σ. 66.

[35]. Ἐμμανουήλ Ροΐδης, «Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως», Ἅπαντα, τόμος δεύτερος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1978, σσ. 316-317.

[36]. Κωστής Παλαμᾶς, «Κάλβος ὁ Ζακύνθιος», Ἅπαντα, τόμος δεύτερος, Μπίρης, Ἀθήνα χ.χ., σ. 28.

[37]. Ἐλισαῖος Γιανίδης, Γλώσσα καί ζωή, ὅ.π. σ. 18.

[38]. Ι.Θ. Κακριδής, Ξαναγυρίζοντας στον  Όμηρο, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 53.

[39]. Γιῶργος Σεφέρης, «Διάλογος πάνω στήν ποίηση», Δοκιμές, τόμος πρῶτος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1974, σ. 82.

[40]. Χρῆστος Καροῦζος, Ἀρχαία Τέχνη. Ὁμιλίες-μελέτες, Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1972, σ. 46.

[41]. Γιώργος Θεοτοκᾶς, «Στό κατώφλι τῶν νέων καιρῶν», Πνευματική πορεία, Φέξης, Ἀθήνα 1961, σ. 11.

[42]. Αὐτός ὁ ἐνδεικτικός κατάλογος ἔγινε μέ τή συνδρομή τῆς Κατερίνας Συνοδινοῦ.

[43]. Μέχρι σήμερα δέν ἔχω καταλάβει μέ βάση ποιά γλωσσική ἀρχή ἔχει συγκροτηθεῖ ἡ σχολική γραμματική.

[44]. Στό γραφτό λόγο ἡ μικροπερίοδος γραφή συνδέεται ἐπίσης στενά μέ τό θέμα τῆς σαφήνειας. Πολύ ἀργότερα, ὅταν εἶχα ξεπεράσει τό βασικό στάδιο τῆς γλωσσικῆς μαθητείας, ἄκουσα τήν ἀκόλουθη ἱστορία ἀπό τή γυναίκα μου. Εἶχε πάει μέ ὑποτροφία γιά μεταπτυχιακές σπουδές στό Σινσινάτι τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀκμάζει Τμῆμα Κλασικῶν Σπουδῶν. Ἐκεῖ, μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν ἀπαιτούμενων μαθημάτων καί σεμιναρίων, ὁ ἐπόπτης καθηγητής της Alister Cameron τῆς ἐπέστρεψε τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς μεταπτυχιακῆς διατριβῆς της μέ μία παρατήρηση: «Σᾶς συμβουλεύω νά μή γράφετε περιόδους μεγαλύτερες ἀπό δυό σειρές». Μετά ἀπό κάποιο  διάστημα τῆς ἐπέστρεψε τό ἑπόμενο κεφάλαιο τῆς ἐργασίας της μέ μία πάλι παρατήρηση: «Τεκμήρια (evidence). Σᾶς συμβουλεύω νά μή γράφετε ‘‘ὁ μεγάλος ποιητής Εὐριπίδης»’’, χωρίς νά εἶστε σέ θέση νά τεκμηριώνετε μέ τίς δικές σας δυνάμεις τήν ἄποψη αὐτή». Ὄταν τ᾿ ἄκουσα αὐτά, ἀναλογίστηκα τά δικά μας, ἀσύδοτα, μεγάλα λόγια, καθώς καί τί θά πεῖ νά ξεκινάει κανείς μέ τέτοιους σοφούς δασκάλους.

[45]. Κ.Θ. Δημαρᾶς, «Δέν ἐνδιαφέρει ἡ κορυφή, ἀλλά οἱ μέσοι ὅροι», συνέντευξη στή Βασιλική Κοντογιάννη, περιοδικό Διαβάζω, τεῦχος 53, Ἀθήνα 1982, σσ. 57-58.

[46]. Ἡ σύνταξη ἀφηρημένου οὐσιαστικοῦ πού τό ἀκολουθεῖ ἀφηρημένη ἔννοια σέ γενική πτώση καί ἰδίως διαδοχικές τέτοιες ἀφηρημένες γενικές (π.χ. «μετάπλαση τῆς ἀπελπισίας τοῦ ὄντος» ἤ «ἡ διαδικασία τῆς μεταφορᾶς τοῦ ποιητικοῦ φαντάσματος τοῦ καλλιτέχνη» ἤ «ἐπανεξέταση τῶν δυνατοτήτων τοῦ μέσου ἱκανοποίησης, τοῦ ἐργαλείου, τῆς τεχνολογίας ὡς διαμεσολαβητῆ τῆς ἐργασιακῆς διαδικασίας τοῦ κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν ἀνθρώπων τῆς Φύσης»), κάτι συνηθέστατο στόν κοινό δημόσιο λόγο μας, βρίσκεται ἔξω ἀπό τό πνεῦμα τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας. Πρόκειται μᾶλλον γιά ἄκριτη μίμηση τῆς ἀγγλικῆς σύνταξης, ἡ ὁποία ἔχει καταντήσει στό δημόσιο λόγο μας κοινός τόπος ἀοριστολογίας. Ἡ σύνταξη ἀφηρημένου οὐσσιαστικοῦ μέ ἀφηρημένες ἔννοιες σέ  γενική πτώση καί τῶν νεολογισμῶν σέ –ποίηση («ἐντατικοποίηση», «αὐστηροποίηση», «αἰσθητικοποίηση», «ἰδεολογικοποίηση», κ.λπ.) δείχνουν ἄσφαλτα, νομίζω, τό βαθμό πού κακομεταχειρίζεται κανείς τή νεοελληνική γλώσσα.

[47]. Ἡ γλώσσα πού μαθαίνει κανείς στό σκολειό ἀφομοιώνεται πολύ δυσκολότερα ἀπό τή γλώσσα πού μαθαίνεις ἐμπειρικά θητεύοντας στό δημόσιο καθημερινό λόγο. Ἡ ἐμπειρική μαθητεία εἶναι σαφῶς πιό αὐτόματη καί πιό ἀφομοιώσιμη ἀπό τή σχολική.

[48]. Ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ παρόμοια ἄποψη πού ἔχει προέρθει ἀπό μακρόχρονη φιλολογική διδακτική πείρα: «Ἡ Νεοελληνική γλώσσα μποροῦσε νά πλουτισθεῖ στό λεξιλόγιο, χωρίς νά τή στριμώξουν στά σιδερένιαα καλούπια τῆς ἀλλοιωμένης σύνταξης καί τῆς ἀνάμικτης Γραμματικῆς Νέων Ἑλλήνων καί Ἀρχαίων.» Ἀγγελική Ζολώτα, Ὁ δρόμος μου περνοῦσε ἀπό τά σχολεῖα, Σιδέρης, ὄγδοη ἔκδοση, Ἀθήνα 2011, σ. 57.

[49]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ὁ μακρυγιαννισμός στήν ἀφήγηση», περιοδικό Δοκιμασία, τεῦχος πρῶτο, Μάιος-Ἰούνιος, Γιάννινα 1973, σσ. 51-54.

[50]. Πρῶτος τό βιβλιογράφησε ὁ Mario Vitti στό βιβλίο του, Ἡ Γενιά τοῦ Τριάντα (Ἀθήνα, Ἑρμῆς 1977), ἄν καί κάπως περίεργα. Μολονότι στή σελίδα 249 ἀνεφέρεται σέ ‘μακρυγιαννικούς’ πεζογράφους (Σ. Δούκας, Φ. Κόντογλου, Δ. Σωτηρίου) καί γράφει τή φράση, «πειστικό δεῖγμα ‘‘μακρυγιαννισμοῦ’’ σέ πρόσφατα χρόνια», ἐντούτοις δέν παραπέμπει στό κείμενό μου. Κατά τρόπο ἀνεξήγητο παραπέμπει σ᾿ αὐτό στή σελίδα 210, ὅπου μιλάει γιά τό ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ.

[51]. Γιῶργος Ἀράγης, «Ἀναφορά σέ μιά περίπτωση,» περιοδικό Δοκιμασία, τεῦχος ἕκτο, Μάρτιος-Ἀπρίλιος, Γιάννινα 1974, σσ. 77-79.

[52]. Γ. Ἀράγης, «Διαβλητά σχήματα», περιοδικό Διαγώνιος, τεῦχος 14, Μάϊος-Αὔγουστος, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 157-161.

[53]. Τό Πνευματικό Κέντρο «Ὥρα» τοῦ Α. Μπαχαριάν εἶχε προγραμματίσει γιά τήν περίοδο 1976-1977, μέ γενικό τίτλο, «Αφετηρίες τῆς μεταπολεμικῆς μας λογοτεχνίας», σειρά ἐκδηλώσεων. Ποιητές καί πεζογράφοι, μετά ἀπό σύντομη εἰσήγηση κάποιου εἰσηγητῆ, διάβαζαν κείμενά τους καί ἀκολουθοῦσε συζήτηση. Τό κοινό εἶχε τήν εὐκαιρία νά παρακολουθεῖ αὐτές τίς ἐκδηλώσεις ἐλεύθερα, δυό φορές τήν ἑβδομάδα (Τρίτη, Πέμπτη, ὥρα 8μμ).

[54]. Rene’ Wellek, «Ὁ ὅρος καί ἡ ἔννοια τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς», μετάφραση Λάμπρος Ξενίας, περιοδικό Ἑκηβόλος, τεῦχος πρῶτο, Ἀθήνα 1978, σ. 29.

[55]. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ἡ τέχνη τοῦ στίχου, μετάφραση Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2006, σ. 139.

[56]. Γιῶργος Σεφέρης, «Ἐρωτόκριτος», Δοκιμές, τόμος πρῶτος, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1981, σσ. 283-284

[57]. Χ.Λ. Μπόρχες, ὅ.π., σ. 107.

[58]. Ἔχει εἰπωθεῖ, ἀπό ἀνθρώπους πού θεωροῦν ὅτι ὅλα εἶναι θεωρία καί ἀντιμετωπίζουν μέ θεολογική ἀντίληψη τή λογοτεχνία, ὅτι λογοτεχνική ἀξία δέν ὑπάρχει. Δέν τό λένε ἔτσι εὐθέως, ἀλλά πλάγια. «Οἱ σταθερές τῆς ἀνθρώπινες ἐμπειρίας συνεπῶς, γιά τίς ὁποῖες ἔχω ἤδη μιλήσει, δέν πρέπει νά μᾶς ὁδηγοῦν στήν ‘‘ἀναζήτηση αἰώνιων ἀξιῶν’’ στά λογοτεχνικά ἔργα, γιατί τά λογοτεχνικά ἔργα θά διαβάζονται πάντα μέ καινούργιους τρόπους, θά ἐκτιμῶνται γιά διαφορετικά πράγματα, καθώς οἱ κοινωνικές καί πολιτισμικές ἀλλαγές ἐκφράζουν σταθερούς νόμους μέ ποικίλους τρόπους. Οἱ γυναῖκες καί ὄχι οἱ ἄνδρες, γεννοῦν παιδιά: αὐτή εἶναι μιά σταθερή ἀλήθεια σχετικά μέ τήν ἀνθρώπινη φυλή. Ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο αὐτή ἡ ἀλήθεια ὀργανώνεται καί γίνεται ἀντιληπτή πολιτισμικά μεταβάλλεται καί ἐξελίσσεται. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο δέν μποροῦμε ποτέ νά φτάσουμε σέ μιά τελική ἀποτίμηση ἑνός λογοτεχνικοῦ ἔργου. Ἡ γραφή τοῦ Σαίξπηρ μπορεῖ νά εἶναι διαχρονική, ἀλλά οἱ ἀξιολογήσεις τῆς σπουδαιότητά της, ὄχι. Σ᾿ αὐτό τό παράδοξο μποροῦμε νά δοῦμε τό μίγμα τῶν σταθερῶν καί τῶν μεταβαλλόμενων στοιχείων πού βρίσκονται στόν πυρήνα τῆς λογοτεχνικῆς διαδικασίας, καί στήν καρδιά τῆς ἀξίας τῆς λογοτεχνίας.» Jeremy Hawthorn, Ξεκλειδώνοντας τό κείμενο. Μιά εἰσαγωγή στή θεωρία τῆς λογοτεχνίας, μετάφραση Μαρία Ἀθανασοπούλου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1993, σ. 227. Ὁ συγγραφέας τῶν παραπάνω σειρῶν, θεωρεῖ, μαζί μέ πολλούς ἄλλους θεωρητικούς, ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι κάτι σάν ἐποχιακός φοῦρνος τοῦ Ναστραντίν Χότζα, πού τόν γυρίζεις κάθε φορά πρός τή μεριά τοῦ ἀέρα.  Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει θέμα λογοτεχνικῆς ἀξίας, γιατί ἡ λογοτεχνική ἀξία εἶναι καθαρά ἐποχιακό φαινόμενο. Εἶναι ὅμως ἔτσι ἀκριβῶς; Ὅτι διαχρονικά ἔχουν διατυπωθεῖ διαφορετικές ἀπόψεις πάνω στή λογοτεχνία, δέν θά διαφωνοῦσε κανείς. Κάτι ὡστόσο συγκαλύπτεται ἐδῶ. Συγκαλύπτεται ὁ χαρακτήρας αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων. Οἱ φεμινιστές κριτικοί, λέει ὁ Χῶθορν, μᾶς ὑπέδειξαν μιά διαφορετική ἀξιολογική ἀντίληψη τῆς λογοτεχνίας. Ἀσφαλῶς, ἀλλά σύμφωνα μέ τίς φεμινιστικές διεκδικήσεις. Διεκδικήσεις πού δέν ἀφοροῦν τή λογοτεχνική ἀξία καθαυτή ἀλλά τό ἀντροκρατικό καθεστώς τῆς λογοτεχνίας. Πρόκειται δηλαδή γιά διεκδικήσεις κατεξοχήν κοινωνικῆς καί πολιτισμικῆς κατηγορίας καί ὄχι αἰσθητικῆς. Ἡ σύγχυση μεταξύ τῶν δύο ἐννοιῶν ἐδῶ δέν βοηθάει σέ τίποτα. Εἶναι πέρα ἀπό κάθε συζήτηση τό νά ἀντιμετωπίζουμε τή λογοτεχνική ἀξία σάν κοινωνική, ψυχολογική, γλωσσολογική, φεμινιστική, ἐπαγγελματική, κ.λπ., ποιότητα. «Ὑποστήριξα προηγουμένως στό βιβλίο αὐτό», γράφει πάλι ὁ Χῶθορν, «ὅτι ἡ ‘‘λογοτεχνία’’ δέν εἶναι μιά σταθερή κάι αὐταπόδεικτη ἔννοια: οἱ τρόποι τῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς τῆς διανομῆς καί τῆς κατανάλωσης μεταβάλλονται, αὐτό πού ὀνομάζουμε περιληπτικά τώρα ‘‘λογοτεχνία’’ ἔχει ἐπιτελέσει διαφόρων λογιῶν λειτουργίες στίς κοινωνίες ὅπου ἐμφανίστηκε καί ἀπό τίς ὁποῖες ἐπανεκτιμήθηκε». Ὅ.π., σ. 224. Τό πῶς εἶναι δυνατό νά  σχετίζεται ἡ παραγωγή καί ἡ διανομή τῶν λογοτεχνικῶν βιβλίων μέ τή λογοτεχνική ἀξία, μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά τό καταλάβω. Κι ὅμως ἡ σύγχρονη πανθεωρία τῆς λογοτεχνίας πρός αὐτή τήν κατεύθυνση τείνει. Στό νά ἀξιολογεῖ δηλαδή κανείς τό περιτύλιγμα ὡς περιεχόμενο. Τί νόημα ἔχει π.χ. νά λέμε «Ξεκλειδώνοντας τό κείμενο», ὅταν ἡ μέθοδος πού ἐφαρμόζεται γι᾿ αὐτό τό «ξεκλείδωμα», μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ ἀδιάκριτα σέ κάθε εἶδος κειμένου, λογοτεχνικοῦ καί μή; Ὅταν μιά μέθοδος δέν εἶναι εἰδική γιά τήν ἀνάλυση τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων ὡς λογοτεχνικῶν, ποιός εἶναι ὁ λόγος νά ἐφαρμόζεται πάνω στά λογοτεχνικά κείμενα; Οἱ ὀπαδοί τῆς λογοτεχνικῆς πανθεωρίας δέν φαίνεται νά θέλουν νά καταλάβουν τό ἁπλό γεγονός ὅτι, πέρα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε διαχρονικές ἀλλαγές στίς ἀντιλήψεις, τό αἰσθητικό κύρος τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Αἰσχύλου, τοῦ Δάντη, τοῦ Θερβάντες, τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Σταντάλ, τοῦ Ντοστογιέφσκι, τοῦ Φλωμπέρ, μένει ἀνεπηρέαστο ἀπό τίς θεωρητικές μόδες. Κι ἕνας λόγος, πού ἡ λογοτεχνική ἀξία δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐποχιακό ἐξαγόμενο, εἶναι ἡ στάση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἑκάστοτε μεθοδολογία της, ἔχει πάντα στραμμένη τήν πυξίδα της πρός τή λογοτεχνική ἀξία τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων. Κάτι πού διαπιστώνεται ἀπό  τήν ἱστορία τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἀπό τότε πού ἐμφανίστηκε στά γράμματα ἡ λογοτεχνική κριτική, ἀπό τά αρχαῖα χρόνια δηλαδή μέχρι σήμερα.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.