Τά ὅρια τῆς κριτικῆς (Ἀναφορά σέ ὁρισμένες ἐπισημάνσεις τοῦ Α. Ἀργυρίου)

Σέ ὅλη τήν κριτική σταδιοδρομία του, ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, βασανίστηκε ἀπό τό ἐρώτημα: ποιά εἶναι τά ὅρια ἤ, ἀλλιῶς, οἱ δυνανατότητες τῆς κριτικῆς. Πρός τήν περιφέρεια, ἐκεῖ πού συνορεύει ἡ κριτική μέ ἄλλες πνευματικές δραστηριότητες, ἔβαζε εὔκολα τή διαχωριστική γραμμή. «Ἄν», ἔγραφε τό 1979, «τό κύριό μας θέμα εἶναι ἡ μελέτη τῆς λογοτεχνίας μέ σκοπό τήν ἀπόλαυσή της, κάθε κοινωνιολογική, ἀνθρωπολογική, ἱστορική, ψυχαναλυτική, γλωσσολογική ἤ ἄλλη προσέγγισή της, συνιστοῦν παραπληρωματικές ἔρευνες. Διότι ἀπαντοῦν στό ἐρώτημα ποιοί ὅροι ὑπόκεινται τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, ἀλλά ἀδυνατοῦν νά ἀπαντήσουν στό καίριο πρόβλημα: ποιοί λόγοι στοιχειωθετοῦν τήν ἀξία του, ἀπάντηση πού εἰσπράττομε μόνο μέ αἰσθητικά κριτήρια.»[1] Ἐδῶ λοιπόν, στήν περιφερειακή ὁριοθέτηση τῆς κριτικῆς, εἶχε τό κριτήριο τῆς αἰσθητικῆς ἀξιολόγησης, μέ τό ὁποῖο διαχώριζε τό ἔδαφος τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς ἀπό ἄλλες μορφές προσέγγισης τῆς λογοτεχνίας. Πρόκειται γιά μιά θέση πού ἔχει ὑποστηριχτεῖ κατά τόν 20ο αἰώνα ἀπό πολλούς ἀνθρώπους πού εἶχαν στενούς δεσμούς μέ τή λογοτεχνία. Ἰδίως μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν κοινωνιολογικῶν, τῶν ψυχαναλυτικῶν, τῶν γλωσσολογικῶν καί τῶν ἀνθρωπολογικῶν ἐπιστημῶν. Ὁπότε χρειάστηκε νά γίνει διάκριση ἀνάμεσα στίς μελέτες αὐτῶν τῶν ἐπιστημῶν πάνω στή λογοτεχνία, καί στή λογοτεχνία ὡς ἰδιαιτερότητα πού μένει ἔξω ἀπό τό βεληνεκές τους. Θυμίζω ὅτι οἱ πρῶτοι πού προχώρησαν στή διάκριση αὐτή ὑπῆρξαν οἱ Ρῶσοι Φορμαλιστές. Νά σημειωθεῖ πάντως πώς ὁ Ἀργυρίου οὐδέποτε ἀρνήθηκε τή σχέση τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων μέ τό κοινωνικό, τό ἱστορικό καί τό πολιτισμικό περιβάλλον τους. Τό ἀντίθετο μάλιστα: ἔδινε μεγάλη βαρύτητα στά ἐποχιακά «συμφραζόμενα» τῶν ἔργων. Χωρίς ὡστόσο νά ταυτίζει ἤ νά συγχέει ποτέ τά «συμφραζόμενα» αὐτά μέ τή λογοτεχνική ποιότητα τῶν ἔργων.

          Πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση τώρα, πρός τό ἐσωτερικό τῆς κριτικῆς, ὑπῆρχαν δυσκολότατα προβλήματα πρός λύση. Καί προέκυπταν ἀπό τόν ίδιο τόν προσδιοριστικό ὅρο τῆς κριτικῆς: τή λογοτεχνική ἀξιολόγηση τῶν κεμένων. Γιά τό λόγο ὅτι αὐτή ἡ ἀξιολόγηση ἔχει ὑποκειμενικό χαρακτήρα. Ἡ ὑποκειμενικότητα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς ταλάνισε τόν Ἀργυρίου, στά θεωρητικά καί κριτικά του γραφτά, ὅσο τίποτε ἄλλο. Καί μπορῶ νά πῶ ὅτι τοῦ εἶχε γίνει βραχνάς. Καθόλου ἀδικαιολόγητα, ἀφοῦ ἀπό τό πῶς χειρίζεται ὁ κάθε κριτικός τόν ὑποκειμεινό λόγο του ἐξαρτιέται τό κύρος τῆς κριτικῆς του. Ὑποκειμενικότητα: πῶς ἀντιμετωπίζεται στήν πράξη αὐτό τό γνώρισμα τῆς κριτικῆς, γιά τό ὁποῖο ἐπικρίνεται συχνά, καί τό ὁποῖο δέν παύει ν᾿ ἀποτελεῖ σοβαρό ἐνδοκριτικό ζήτημα; Ὁ Ἀργυρίου ἀναζήτησε ἀντικειμενικούς τρόπους μέ τούς ὁποίους νά μετριάζεται ἤ νά πλαγιοκοπεῖται ἡ σημασία τῆς ὑποκειμενικότητας. Τό ἔχει γράψει πολλές φορές. «Προφανῶς», ἔγραφε μεταξύ ἄλλων τό 1987, «μέ θετικούς καί ἀρνητικούς χαρακτηρισμούς προσπαθῶ νά ὁρίσω ἕναν ἰδανικό τύπο κριτικοῦ· περίπτωση πού σπάνια ἀπαντᾶμε. Ὅμως ἀκόμη καί τέτοιες κριτικές προσωπικότητες δέν εἶναι ἀπαλλαγμένες ἀπό σφάλματα ἀξιολογήσεων, μεθοδεύσεων, ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων, ἤ ἐπαρκῶν καταστρώσεων τῆς ἐπιχειρηματολογίας. Ἡ ἀρνητική σημασία αὐτῶν τῶν σφαλμάτων περιορίζεται, ἐάν καί ὅταν ὁ κριτικός λόγος ἀναπύσσεται ἔτσι ὥστε, φανερώνοντας, ρητά ἤ σιωπηρά, τούς ὅρους τοῦ παιχνιδιοῦ, νά κατασταίνει δυνατό τόν ἔλεγχο του· πράγμα πού συνεπάγεται ὅτι ἐνεργοποιεῖ (ἀλλά καί σέβεται) τόν ἀναγνώστη του (ἐκτός ἀπό τόν συγγραφέα)».[2] Καί ἀλλοῦ: «ὅ,τι κατωχυρώνει πάντοτε τήν κριτική εἶναι τό σκεπτικό της μέρος, ἡ ἐπεξεργασία τῶν στοιχείων πού καταθέτει, μέ τά ὁποῖα ἀναδεικνύονται τά κριτήριά της καί ἀπό τά ὁποῖα διαμορφώνεται μιά συλλογιστική ἡ ὁποία, ἀνάλογα μέ τήν πληρότητά της, καθίσταται ἀνεξάρτητη ἀπό τόν φορέα της, καί συνεπῶς ὄργανο μέ χρηστική ἀξία».[3] Ὅ,τι δικαιώνει συνεπῶς τή λογοτεχνική κριτική εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ τρόπου μέ τόν ὀποῖο ἀξιολογεῖ ἕνας κριτικός ἕνα κρινόμενο λογοτεχνικό ἔργο. Ἡ ἀποκάλυψη δηλαδή τῶν κριτηρίων του. Διαφορετικά ὅποια ἀξιολογική ἄποψη καί νά ἐκφέρει κανείς παραμένει ἀκατωχύρωτη.

          Ὅμως, κατά τόν Ἀργυρίου, ἀκόμα κι ὅταν ἕνας κριτικός δέν δογματίζει ἤ, συνηθέστερα, δέν κρυπτοδογματίζει, ἀλλά παρουσιάζει μέ εἰλικρίνεια τήν ἀφετηρία καί τή συνέχεια τῆς ἐπιχειρηματολογίας του, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπόλυτα ἥσυχος. Γιατί; Γιά τό λόγο ὅτι, ὁ Ἀργυρίου, εἶχε διαγνώσει πώς ἡ ἄσκηση τῆς κριτικῆς κρύβει παγίδες πού δύσκολα ὑποψιάζεται κανείς. Ἀρκετά νωρίς, τό 1957, γράφοντας γιά τήν ποίηση τοῦ Σεφέρη, ἔκανε μιά ἰδιαίτερα λεπτή ἐπισήμανση. Ὅταν, πολύ ἀργότερα, τή διάβασα, μοῦ ἔκανε θυμᾶμαι βαθειά ἐντύπωση, καθώς μάλιστα δέν προερχόταν ἀπό κάποιον ξένο μελετητή. Ἡ παρατήρηση τοῦ Ἀργυρίου ἦταν ἡ ἀκόλουθη: «ἕνα ποίημα δέν τό αἰσθάνεσαι ὅπως τό ἑρμηνεύεις. Τεμαχίζοντας τή βίωση τοῦ ποιητῆ, κερδίζεις τό θέμα του, ἀλλά χάνεις τό ὑπόγειο νόημά του. Κι αὐτό τό ξαναπαίρνεις μόνο ὅταν ἀφεθείς πάλι στήν ἀμεσότητα τοῦ ποιήματος».[4] Τό ποίημα στό ὁποῖο ἀναφερόταν ἦταν τό «Ὁ κ. Στρατής Θαλασσινός ἀνάμεσα στούς ἀγάπανθους». Δεκαεννιά χρόνια ἀργότερα ἐπανῆλθε μέ πλάγιο τρόπο στήν ἴδια παρατήρηση. Μιλώντας στήν Ἑταιρεία Σπουδῶν Νεοελληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί Γενικῆς Παιδείας, ἀφοῦ ἀνάλυσε, μεταξύ ἄλλων, τό ποίημα τοῦ Σαχτούρη «Ἡ σκηνή», ἔκλεισε τήν ἀνάλυση τοῦ ποιήματος μέ τά ἀκόλουθα λόγια. «Καί τώρα, μετά τήν ἀποσύνθεση τοῦ ποιήματος πού ἔκανα, ἰδού τό ἴδιο τό ποίημα, πού ἐνδεχομένως μπορεῖ νά σᾶς πεῖ περισσότερα ἤ διαφορετικά ἀπ᾿ ὅσα ἀντιλήφθηκα ἐγώ.»[5] Ἀπευθυνόμενος στούς ἀκροατές, ὁ Ἀργυρίου, λέει ὅτι «ἐνδεχομένως», ἡ ἀνάγνωση, «μπορεῖ νά σᾶς πεῖ περισσότερα ἤ διαφορετικά ἀπ᾿ὅσα ἀντιλήφθηκα ἐγώ». Ταυτόχρονα ὅμως μέ τίς φράσεις του, «μετά τήν ἀποσύνθεση» καί «ἰδού τό ἴδιο τό ποίημα», βάζει τήν ἀνάγνωση τοῦ ποιήματος σέ θέση κριτηρίου ἀπέναντι στήν «ἀποσύνθεση». Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε ἐδῶ μιά πλάγια ἀναφορά στό ρητά  διατυπωμένο νόημα τοῦ προηγούμενου ἀποσπάσματος. Τό νόημα σύμφωνα μέ τό ὁποῖο,  ὅταν ἐπιχειρηματολογεῖ κανείς, ἀποσυνθέτοντας ἕνα ποίημα, ἐνδέχεται νά ἀπομακρυνθεῖ αἰσθητά ἀπό τό ποίημα αὐτό ὡς λογοτεχνικό κείμενο. Νά χάσει δηλαδή λίγο πολύ ἀπό τά μάτια του τό ποιητικό ποιόν τοῦ ποιήματος, τήν αἰσθητική του ὀντότητα. Κι εἶναι σημαντικό τό νά ἐχεις ἐπίγνωση αὐτῆς πραγματικότητας, ὅταν καταπιάνεσαι νά μιλήσεις ἀναλυτικά γιά λογοτεχνικά κείμενα. Γιατί τότε -ὅταν ἔχεις ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας-, μπορεῖς νά ἐλέγχεις τήν κάθε λέξη σου, τήν κάθε φράση σου, παράγραφο καί τό σύνολο τοῦ ἀναλυτικοῦ σου λόγου μέ γνώμονα τήν αἰσθητική διάσταση τοῦ κειμένου γιά τό ὁποῖο γράφεις ἤ, ἀλλιῶς, μέ  τήν αἴσθηση τῆς  λογοτεχνικῆς του ὑπόστασης. Διαφορετικά μπορεῖ νά καταλήξεις νά πελαγοδρομεῖς, ὅπως τό βλέπουμε πολύ συχνά, ἐρήμην τοῦ «ὑπόγειου νοήματος» τοῦ λογοτεχνικοῦ κειμένου. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ παρατήρηση τοῦ Ἀργυρίου ἀφορᾶ πρώτιστα τήν ἄσκηση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς καί δείχνει πῶς μπορεῖ νά διαχειρίζεται ἕνας κριτικός τόν ὑποκειμενικό παράγοντα στή δουλειά του. Ὁ Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πού δέν πολυπίστευε στήν ἀξία τῶν ἐπιχειρητολογιῶν, μιλώντας γιά τήν ποίηση, ἀναφέρει, σέ ὁρισμένη περίπτωση, τή φράση τοῦ Ἔμερσον: «τά ἐπιχειρήματα δέν πείθουν κανέναν».[6] Τά ἐπιχειρήματα καθαυτά πράγματι δέν εἶναι  φερέγγυα. Μέ τήν ἐπίγνωση ὡστόσο, τήν ὁποία συνιστᾶ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἀργυρίου, ἡ κριτική ἐπιχειρηματολογία γίνεται λιγότερο ἐπισφαλής καί περισσότερο φερέγγυα.

          Μιά ἄλλη, ἀσυνήθιστα ἐπίσης διεισδυτική ἐπισήμανση τοῦ κριτικοῦ συναντοῦμε στό βιβλίο του, Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη. «Ἕνα ποίημα», γράφει ἐκεῖ, «ἀπό τή στιγμή πού παίρνει τήν ὁριστική μορφή του, τίθεται ἀντιμέτωπο καί ἀπέναντι τοῦ ἴδιου τοῦ δημιουργοῦ του».[7] Τό ποίημα, μ᾿ ἄλλα λόγια, «ἀπό τή στιγμή πού παίρνει τήν ὁριστική μορφή του», ἀποκτάει τήν αὐτονομία του. Καί δυνάμει αὐτῆς τῆς αὐτονομίας του δέν ἐξαιρεῖ ἀπό τίς ἀποκαλύψεις του οὔτε τόν ἴδιο τό δημιουργό του. Ἀντίθετα, ἀποτελεῖ γι᾿ αὐτόν κείμενο πολλαπλῆς μαρτυρίας. Μαρτυρίας πρῶτα πρῶτα ἀναφορικά μέ τήν ποιοτική πραγμάτωση τοῦ ἔργου του, κατά πόσο εὐτύχησε νά φτάσει σέ ὑψηλό ἐπίπεδο «τήν ὁριστική μορφή του». Κατά ἕνα τρόπο δηλαδή τό ποίημα κρίνει τό δημιουργό του, μέ τήν ἔννοια ὅτι ματυράει τό τελικό ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειάς του. Ἔτσι, καθώς δέν χαρίζεται στό γεννήτορά του, δέν ἀπέχει ἀπό τοῦ νά «τίθεται», ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη ἀλλά καί ἀπό ἄλλες, «ἀντιμέτωπο […] ἀπέναντί» του. Εἶπα «καί ἀπό ἄλλες» (ἀπόψεις), γιατί αυτόχρονα τό ποίημα μαρτυράει πολύ περισσότερα γιά τόν συνθέτη του. Μαρτυράει τό ἐπίπεδο τῆς παιδείας του, τή γλωσσική του καλλιέργεια, τή μαθητεία του, τόν προβληματισμό του, τή φιλοσοφική προαίρεσή του, τόν ἄμεσο ἤ ἔμμεσο ἰδεολογικό προσανατολισμό του, τή διάθεσή του, κ.λπ.[8] Σύμφωνοι, ἀλλά τί σημαίνει, ἀπό τήν πλευρά τῆς κριτικῆς, ἡ γνώμη ὅτι «Ἕνα ποίημα ἀπό τή στιγμή πού παίρνει τήν ὁριστική μορφή του, τίθεται ἀντιμέτωπο καί ἀπένατι τοῦ ἴδιου τοῦ δημιουργοῦ του»; Προφανῶς σημαίνει πώς ἡ κριτική ἀντλεῖ, ἄν ὄχι ἀπόλυτα, κατά πρῶτο καί κύριο λόγο τίς πληροφορίες της ἀπό τά ἴδια τά λογοτεχνικά κείμενα. Στήν ἴδια σελίδα μέ τό παραπάνω παράθεμα ὁ Ἀργυρίου ἐπισημαίνει ὅτι θά «πρέπει στό ὅποιο ἑρμηνευτικό μας ἐγχείρημα νά διακρίνομε, μέσα ἀπό τίς σημειώσεις τῶν ποιητῶν, ἐκεῖνες πού ἀναφέρονται σέ πραγματικές  παρατηρήσεις».[9] Ἡ ὑπογράμμιση στό κείμενο. «Πραγματικές»: ὄχι συναισθηματικές, ὄχι αὐτοκρικτικές, ὄχι θεωρητικά συνηγορητικές τοῦ ἔργου, ὄχι καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιχειρηματολογικές, ἀλλά κατεξοχήν πραγματολογικές. Συχνά, καθώς ξέρετε, γίνονται ἑρμηνευτικές πραγματεύσεις λογοτεχνικῶν ἔργων μέ βάση διατυπωμένες γνῶμες τῶν συγγραφέων τους. Τό συμπέρασμα, σύμφωνα μέ ὅσα προανάφερα πάνω στήν ἐπισήμανση τοῦ Ἀργυρίου, εἶναι ὅτι ὁ κριτικός ἔχει νά κάνει μέ αὐτονομημένα ἀπό τό δημιουργό τους λογοτεχνικά κείμενα καί ἄρα ὄχι μέ τά πρόσωπα τῶν ἴδιων τῶν λογοτεχνῶν. Μάλιστα ὄχι ἁπλῶς αὐτονομημένα ἀπό τό δημιουργό τους κείμενα, ἀλλά καί «ἀντιμέτωπα» ἀπέναντί τῶν δημιουργῶν τους. Αὐτό τό «ἀντιμέτωπα» εἶναι πού καθιστᾶ ρηξικέλευθη τήν ἐπισήμανση τοῦ κριτικοῦ. Γιατί, καί ὅταν λέμε ὅτι, κρίνοντας ἕνα λογοτεχνικό κείμενο, δέν κρίνουμε τό πρόσωπο πού τό ᾿γραψε, δέν λέμε ὅλη τήν ἀλήθεια. Γιά τό λόγο ὅτι δέν προσδιορίζουμε ἔτσι μέ ἀκρίβεια τό βαθμό τῆς αὐτονομίας τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων.

          Σχετική ἤ συμπληρωματική θέση πρός τά παραπάνω ἀποτελεῖ ἡ ἑπόμενη ἔκφραση γνώμης τοῦ ἴδιου κριτικοῦ, τήν ὁποία συναντοῦμε στό βιβλίο του πάλι, Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη. «Δέ θά λάβω ὑπόψη μου», γράφει, «τά δοκίμια καί τά ἡμερολόγιά του [τοῦ Σεφέρη], ἐκτός ἀπό ἐλάχιστα πραγματολογικά στοιχεῖα. Οἱ ἀπόψεις τοῦ Σεφέρη, μαζί μέ τή μαστορική του πού μᾶς δίνεται στά ἔργα αὐτά, μετρᾶνε κυρίως τίς προθέσεις του, ἐνῶ τό ἔργο καθεαυτό μᾶς δείχνει τίς πραγματοποιήσεις του.»[10] Εἶναι γνωστή ἡ ἐπιμονή, τῆς πλειονότητας τῶν μελετητῶν, νά προσπαθοῦν νά φωτίσουν τά λογοτεχνικά ἔργα μέ στοιχεῖα πού ἀντλοῦν ἀπό τά ἀρχεῖα τῶν λογοτεχνῶν ἤ ἀπό ἄλλες συγγραφικές δραστηριότητές τους. Ὁ Ἀργυρίου ἐνεργοῦσε συχνά μέ συνείδηση ἱστορικοῦ, ἀξιοποιώντας ὁποιαδήποτε δεδομένα ἅρμοζαν στή δουλειά του. Τότε χρησιμοποιοῦσε, τά βιογραφικά τῶν λογοτεχνῶν, τά τυχόν θεωρητικά γραφτά ἤ τά ἡμερολόγιά τους, τήν ἀλληλογραφίας τους, κ.λπ. Ἤξερε πώς στίς περιπτώσεις αὐτές ἔκανε κάτι διαφορετικό ἀπό κριτική, ἐνῶ τήν ὤρα τῆς κριτικῆς διαχώριζε τά λογοτεχνικά ἔργα ἀπό τίς διάφορες ἄλλες δορυφορικές δραστηριότητες τῶν συγγραφέων τους. Μέ τήν παραπάνω πρωτοβουλία του, νά μιλήσει γιά τό ποιητικό ἔργο τοῦ Σεφέρη, ἐρήμην τῶν δοκιμίων καί τῆν ἡμερολογίων του (ὅ,τι ἦταν γνωστό ὥς τό 1979), σημαίνει πώς διαχώριζε πλήρως τή θέση του ἀπό ὅλους ἐκείνους πού προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τά λογοτεχνικά ἔργα μέ ἀλλότρια δεδομένα. Κι ὁ λόγος πού διαχώριζε τή θέση του πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα εἶναι γιατί δέν ἤθελε νά βάλει στό λογαρισμό τῆς κριτικῆς του ἀξιολόγησης τίς προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ. Ἡ θέση τοῦ Ἀργυρίου σ᾿ αὐτό τό σημεῖο εἶναι σαφής καί δέν σηκώνει καμιά παρερμηνεία. Θά μποροῦσε ὡστόσο νά προεκτείνει κανείς αὐτή τή θέση καί στά ἴδια τά λογοτεχνικά ἔργα, ὅπου συμβαίνει συχνά νά ἐνσωματώνονται  προθέσεις τῶν συγγραφέων τους. Κάτι πού παρασύρει πολλές φορές τούς κριτικούς, ἄν ἐξαιρέσουμε ὅσους ἐνδέχεται νά τό κάνουν σκόπιμα, νά μιλοῦν ἀξιολογικά γιά τίς ἐνσωματωμένες προθέσεις τῶν συγγραφέων μέσα στά ἔργα τους. Ὁπότε στίς περιπτώσεις αὐτές ἀξιολογοῦν προθέσεις καί ὅχι ποιοτικό λογοτεχνικό ἀποτέλεσμα. Ἄς σημειωθεῖ πώς εἶναι εὔκολο νά ψαρεύει κανείς τίς προθέσεις ἑνός συγγραφέα μέσα στό ἔργο του. Ὁ Ἀργυρίου ἀντιπαραθέτει τίς ποιητικές «πραγματοποιήσεις» τοῦ Σεφέρη στίς τυχόν ἐξωποιητικές «προθέσεις» του. Συνεπῶς βγάζει ἀπό τό λογαριασμό τίς ἐξωποιητικές προθέσεις τοῦ δημιουργοῦ. Γιά τίς ἐνδοποιητικές δέν κάνει λόγο εὐθέως. Μποροῦμε τάχα νά ὑποθέσουμε πώς οἱ τυχόν ἐνδοποιητικές τόν ἄφηναν ἀδιάφορο; Μετά τή συγκεκριμένη ἐπισήμανση, σέ ὅλο τό κείμενό του ἀσχολεῖται μέ τίς «πραγματοποιήσεις» τοῦ ποιητῆ. Συνεπῶς τό θέμα τῶν «πραγματοποιήσεων», ὅταν ἔκανε τήν ἐπισήμανση,  ἐκκρεμοῦσε πρός ἐξέταση. Καί μαζί πιστεύω πώς ἐκκρεμοῦσε πρός ἐξέταση καί τό θέμα τῶν ἐνδοκειμενικῶν προθέσεων. Εἶναι ἀντιφατικό καί μᾶλλον παράλογο νά πιστέψει κανείς πώς ὁ κριτικός πού δέν ἤθελε νά βάλει στήν ἀξιολογική ζυγαριά τίς ἐξωκειμενικές προθέσεις του ποιητῆ, θά ἤθελε νά βάλει στήν ἴδια ζυγαριά τίς ἐνδοκειμενικά δηλωμένες ἤ ὑποδηλωμένες προθέσεις του.

          Τελειώνοντας ἐδῶ θά ἤθελα νά πῶ ὅτι μέ τά προηγούμενα ἔθιξα μερικές ἀπό τίς ἀποφάνσεις τοῦ Ἀργυρίου πάνω στά ὅρια τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς. Ἐννοεῖται πώς δέν ἐξάντλησα τό ὅλο θέμα, γιά τό ὁποῖο θά χρειαζόταν μιά ἀναλυτικότερη καί πολύ εὐρύτερη μελέτη.

 Περιοδικό «Κ», τεῦχος 20, Ἰούνιος 2010. (Εἰσήγηση στήν «Ημερίδα» πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Ἑλληνικῆς Φιλολογίας τοῦ Δημοκρίτιου Πανεπιστημίου Θράκης, μέ θέμα «Ἡ λογοτεχνική κριτική καί ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου». Κομοτινή 22/1/2010.


[1]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Τέχνη καί συνείδηση», ἐφημ. «Τό Βῆμα», 21.12.1979. Τώρα καί στό βιβλίο του Κείμενα περί κειμένων, Σοκόλης, Ἀθήνα 1995, σ. 21.

[2]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Φαινόμενα καί συμπτώματα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς», περιοδικό Γράμματα καί Τέχνες, τεῦχος 53, Ἀθήνα 1987, σ. 35. Τώρα καί στό βιβλίο του Κείμενα περί κειμένων, Σοκόλης, Ἀθήνα 1995, σ. 79.

[3]3. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Τό νόημα τῆς κριτικῆς», ἐφημ. «Τό Βῆμα»,  10.4.1971. Τώρα καί στό βιβλίο του Ἀναψηλαφήσεις σέ δύσκολους καιρούς, Κέδρος, Ἀθήνα 1986.

[4]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1986, σ. 31.

[5]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, Διαδοχικές ἀναγνώσεις Ἑλλήνων ὑπερρεαλιστῶν, Γνώση, Ἀθήνα 1983, σ. 229.

[6]. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ἡ τέχνη τοῦ στίχου, διαλέξεις Charles Eliot Norton (1967-1968), Ἐπιμέλεια Calin-Andrei Mihailescu, μετάφραση Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2006, σ. 46.

[7]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Προτάσεις γιά τή ‘‘Κίχλη’’. Μιά πρώτη προσέγγιση», στόν τόμο Γιά τόν Σεφέρη, Ἀθήνα 1961. Τώρα καί στό βιβλίο του Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη, ὅ.π. σ. 44.

[8]. Νά σημειωθεῖ ὅτι τά λογοτεχνικά κείμενα παρέχουν ἐπίσης πολλά στοιχεῖα γιά τό κοινωνικό, ἱστορικό καί πολιτισμικό περιβάλλον στό ὀποῖο παράγονται, πρόκειται ὅμως γιά διαφορετικό θέμα ἀπό τήν εἰδική γνώμη τοῦ Ἀργυρίου.

[9]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Προτάσεις γιά τήν ‘‘Κίχλη’’. Μιά πρώτη προσέγγιση», ὅ.π.

[10]. Ἀλεξ. Ἀργυρίου, «Γιῶργος Σεφέρης. Ποιητική τέχνη καί Ἱστορία», ὁμιλία, 6.11.1979. Τώρα στόν τόμο Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη, ὅ.π. σ. 96.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.