Τάκης Καγιαλής, Ἡ ἐπιθυμία γιά τό Μοντέρνο. Δεσμεύσεις καί ἀξιώσεις τῆς λογοτεχνικῆς διανόησης στήν Ἑλλάδα τοῦ 1930, Βιβλιόραμα, Ἀθήνα 2007.

Ὅπως φαίνεται ἀπό τόν τόν τίτλο, ἡ μελέτη αὐτή πραγματεύεται κείμενα πού ἀναφέρονται στά λογογοτεχνικά πράγματα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿30. Δέν πραγματεύεται συνεπῶς τά ἴδια τά λογοτεχνικά ἔργα τῆς δεκαετίας. Ἄς σημειωθεῖ πώς, ἄν καί πρόκειται γιά τή δεκαετία τοῦ ᾿30, ὁ συγγραφέας, γιά νά εἶναι πληρέστερη ἡ εἰκόνα τοῦ ἀντικειμένου του, ξεκινάει ἀπό τή δεκαετία τοῦ ᾿20. Καί κάτι ἀκόμα. Μέσα στό βιβλίο συναντοῦμε τούς ὅρους «δεκαετία τοῦ 1930» καί «γενιά τοῦ 1930». Οἱ ὅροι αὐτοί δέν ταυτίζονται: ὁ πρῶτος ἀφορᾶ ἀπόψεις παλαιότερων καί νεότερων διανοητῶν, πού διατυπώθηκαν στό πλαίσιο τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, ἐνῶ ὁ δεύτερος εἰδικά ἀπόψεις ἐκπροσώπων τῆς γενιᾶς τοῦ 1930, πού διατυπώθηκαν μέσα στό ἴδιο χρονικό πλαίσιο.

          Τό κύριο σῶμα τοῦ βιβλίου, μετά τήν «Εἰσαγωγή»,  χωρίζεται σέ τρία μέρη. Τό πρῶτο μέρος ἐπιγράφεται, «Ἀναγνῶστες καί διαμεσολαβητές: 1. Ἡ λογοτεχνία καί τό κοινό. 2. Ἡ λογοτεχνία στήν  ἐκπαίδευση». Τό δεύτερο μέρος ἐπιγράφεται «Τά περιοδικά καί ἡ κίνηση τῶν ἰδεῶν: 1. Ἡ δεκαετία τοῦ 1920. 2. Ἡ περίοδος 1930-1936. 3. Τά χρόνια τῆς δικτατορίας τοῦ Μεταξᾶ.» Τό τρίτο ἐπιγράφεται, «Ἑλληνικότητα καί μοντερνισμός: 1. Ἡ ἐπιθυμία γιά τό μοντέρνο. 2. Τό πρόβλημα τῆς ἑλληνικότητας. 3. Ἡ “ἀνακάλυψη” τοῦ Μακρυγιάννη καί ὁ Περικλής Γιανόπουλος». Στό τἐλος ὑπάρχει βιβλιογραφία, παράρτημα γιά βιβλία τοῦ μεσοπολέμου καί εὑρετήριο.

*

Στό πρῶτο μέρος ὁ συγγραφέας βάζει τά θεμέλια τῆς ἐργασίας του ξεκινώντας ἀπό τό ἀναγνωστικό κοινό τῆς λογοτεχνίας. Ἕνα κοινό πού, σύμφωνα μέ ὅλες τίς ἐνδείξεις, προτιμάει τά παραλογοτεχνικά ἔργα παρά τά λογοτεχνικά  ἀξιώσεων. Παλαιότερα προτιμοῦσε τά ληστρικά μυθιστορήματα, ἐνῶ ἀπό τή δεκαετία τοῦ 1920 τά αἰσθηματο-κοινωνικά ἀναγνώσματα κατά τό παράδειγμα τοῦ Ξενόπουλου. Ἤδη ὅμως στό μεσοπόλεμο ὑπάρχει μεγάλο ποσοστό ἀναλφάβητων καί ἐλλειμματική ἀγωγή τῶν ἐγγράμματων, μέ συνέπεια, γενικά, τό ἀναγνωστικό κοινό νά εἶναι μικρό καί χαμηλῆς στάθμης. Ἐπιπλέον τά κοινωνικῶς ὑψηλά στρώματα προτιμοῦν νά διαβάζουν ξένη λογοτεχνία. Τό πρόβλημα τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ, συζητιέται ἐπίμονα ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς λογοτεχνίας, ἀλλά στήν οὐσία πρόκειται γιά ἀδιέξοδη κατάσταση.  Ὁ Καγιαλής παρατηρεῖ πώς ἡ συζήτηση πού γίνεται τή ἐποχή αὐτή γιά τό ἀναγνωστικό κοινό, ἰδίως τή δεκαετία τοῦ 1930, δείχνει, γιά πρώτη φορά, τή θεμιτή ἀξίωση τῶν λογοτεχνῶν νά ἔχουν τήν λογοτεχνική ἐργασία ὡς ἐπαγγελματική δουλειά. Πάντως, ἄν καί ἡ γενιά τοῦ ᾿30 φιλοδοξεῖ νά παίξει ἡγεμονικό ρόλο, ἡ ἀναταπόκριση τοῦ κοινοῦ, ἰδίως ἀπέναντι στίς νεοτερικές τάσεις τῆς ποίησης, εἶναι ἀπό ἀσήμαντη ὥς ἀνύπαρκτη. Αὐτά ἰσχύουν γιά τή φιλελεύθερη ἀστική λογοτεχνία. Ἡ ἀριστερή διανόηση ἀποβλέπει σ᾿ ἕνα ἀναγνωστικό κοινό, ἰδεολογικά χειραγωγημένο, «πλατιῶν μαζῶν», στό ὁποῖο θά παρέχονται ἔργα ὅπου θά προέχει τό «θέμα» καί ὄχι ἡ «μορφή». Δέν ἀργεῖ ἄλλωστε νά ἔρθει ἀπό τό βορρά ἡ σοβιετική συνταγή τοῦ «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ». Σ᾿ αὐτές τίς ἀριστερές βλέψεις δίνει τήν καλύτερη ἀπάντηση ἡ ἀπροσδόκητη παρατήρηση τοῦ Βάρναλη: «᾿Εμεῖς γράφουμε ἐπαναστατικά γιά νά μᾶς διαβάζουν οἱ ἀστοί, δέν ἔχουμε ἀκόμα τήν τύχη τῶν σοβιετικῶν συγγραφέων, πού γράφουν γιά τό προλεταριάτο» (σ. 79).

          Γιά τό δεύτερο σκέλος τοῦ πρώτου μέρους, «Ἡ λογοτεχνία στήν ἐκπαίδευση», δυό λόγια μόνο -ἔχουμε ἄλλωστε ὅλοι οἱ παλιότεροι ἀρκετή πικρή πείρα τοῦ πράγματος. Ἡ λογοτεχνία στήν ἐκπαίδευση, ἐκτός ἀπό τή σύντομη (1931-1934) φωτεινή μεταρρύθμηση τοῦ Κουντουρᾶ, ὑπῆρξε ἀπό ὑποβαθμισμένη ὥς παραχαραγμένη. Προσαρμοσμένη μέ ἀνελαστικό τρόπο στά ἐθνικιστικά καί θρησκευτικά  προτάγματα.

          Τό δεύτερο μέρος τοῦ τόμου ἀναφέρεται, ὅπως εἴπαμε, στόν περιοδικό τύπο.  Πρῶτα στά περιοδικά τῆς δεκαετίας τοῦ 1920. Ἐδῶ ἀξίζει νά προσέξει κανείς τά γραφόμενα γιά τό περιοδικό Μούσα (1920-1923), ἕνα περιοδικό πού ἐπανδρώνεται ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿20. Μεταξύ ἄλλων ὅτι προβάλλονται δυό θέσεις πού θά προβληθοῦν πανομοιότυπα καί ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿30. Ἡ μία θέση ἀφορᾶ τό «”συχρονισμό” τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς μέ τίς εὐρωπαϊκές ἀναζητήσεις» καί τήν «ἀναγέννηση τῆς λογοτεχνίας μας» (σ. 111). Ἡ ἄλλη θέση ἀφορᾶ τήν ἑλληνικότητα κατά τρόπο «πού θυμίζει τά πολύ μεταγενέστερα ἐπιχειρήματα τοῦ Θεοτοκᾶ καί τοῦ Σεφέρη» (σ. 112). Γιά νά συντομεύω, ἀναφορικά μέ τήν ἑλληνικότητα, ἀντιγράφω ἕνα μικρό μέρος ἀπό ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ πού παραθέτει ὁ συγγραφέας: «Κάθε τεχνίτης εἶναι ἐλεύθερος νά ἐργαστεῖ ἀνεξάρτητα κι ὅπως μπορεῖ νά τοῦ ἀρέσει. Ἄν καταφέρει νά παρουσιάσει ἕνα ἀληθινό ἔργο τέχνης, τό ἔργο αὐτό θά εἶναι ἑλληνικό, γιατί τό ἔκαμε Ἕλλην τεχνίτης καί μόνο γι᾿ αὐτό.» (σ. 112). Τή Μούσα, συνέχισαν μετά τή διακοπή της τά περιοδικά Νέα Γράμματα καί Νέα Τέχνη. Στό μεταξύ ἐξακολοθεῖ νά βγαίνει ὁ παλαμικός Νουμάς, ἐνῶ τό 1925 κυκλοφορεῖ τό βραχύβιο περιοδικό τοῦ Φώτη Κόντογλου Φιλική Ἑταιρεία, καί τό 1927 ἡ Νέα Ἑστία τοῦ Ξενόπουλου (τήν ὁποία τό 1935 παραδίνει στόν γαμπρό του Πέτρο Χάρη). Τό 1927 κυκλοφορεῖ ἐπίσης τό ἑλληνοχριστιανικῆς ἀπόκλισης περιοδικό τοῦ Κωστή Μπαστιά Ἑλληνικά Γράμματα. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἔχουμε τά ἀριστερά περιοδικά Νέοι Βωμοί, Ἀναγέννηση καί Ἐπιθεώρηση. Μέ τά τελευταῖα γίνεται ἡ εἰσβολή τῶν σοσιαλιστικῶν ἰδεῶν στό χῶρο τῆς λογοτεχνίας. Κάτι πού θά ἔχει συνέχεια καί στήν ἑπόμενη δεκαετία.

          Γιά τήν «περίοδο 1930-1936», ἀξίζει νά σημειώσουμε τήν ἐθνικιστική Ἰδέα τοῦ Σπύρου Μελᾶ, πού προσβλέπει πρός τή φασιστική Ἰταλία. Τά δυό σπουδαῖα πρωτοποριακά περιοδικά Κύκλος τοῦ ἀπόστολου Μελαχρινοῦ, (ὅπου τό 1932 ἔχουμε ἀφιέρωμα στόν Καβάφη καί τό 1933 στόν Σ.Τ. Ἔλιοτ καί, μεταξύ ἄλλων, μετάφραση ποιήματος τοῦ Μπόρχες) καί Μακεδονικές Ἡμέρες στή Θεσσαλονίκη, μέ πολλές μεταφράσεις, πέρα ἀπό ἄλλα, μοντερνιστικῆς λογοτεχνίας. Ἀπό τήν τήν ἀριστερή πτέρυγα βγαίνουν οἱ Πρωτοπόροι (1930) καί ἀμέσως μετά οἱ Νέοι Πρωτοπόροι (1931), μέ σαφῶς, συγκριτικά μέ ὅ,τι συνέβαινε τήν προηγούμενη δεκαετία, πιό στενή κομματική χειραγώγηση.

          Στά «Χρόνια τῆς δικτατορίας τοῦ Μεταξᾶ», προέχει νά σημειωθεῖ ὅτι σταματάει ἡ κυκλοφορία τῶν ἀριστερῶν περιοδικῶν κι ἔτσι κόβεται μέ τό μαχαίρι ὁ ὅποιος σχετικός διάλογος μεταξύ ἀριστερῶν καί φιλελεύθερων ἰδεῶν. Τά σημαντικότερα περιοδικά αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι τό πρωτοποριακό Τό Τρίτο μάτι, τά Νεοελληνικά Γράμματα, μέ διευθυντή ἀρχικά τόν Κ. Καρθαῖο καί μετά τό Δ. Φωτιάδη καί τά Νέα Γράμματα μέ διευθυντή τόν Α. Καραντώνη. Ἀπό τά δυό τελευταῖα τά Νεοελληνικά Γράμματα συγκεντρώνουν γύρω τους περισσότερο πεζογράφους, ἐνῶ τά Νέα Γράμματα πιό πολύ ποιητές. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος πιό ἀνοιχτό σέ διαφορετικές ἀπόψεις εἶναι τό πρῶτο καί πιό κλειστό τό δεύτερο πού, μεταξύ ἄλλων, κρατάει σαφῶς ἀρνητική στάση ἀπέναντι στόν Καρυωτάκη καί διακριτικά ἀρνητική ἀπέναντι στόν Καβάφη. Ἐκτός ἀπό αὐτά κυκλοφορεῖ τό μεταξικό περιοδικό Τό Νέον κράτος, γύρω ἀπό τό ὁποῖο κινεῖται ἕνας μεγάλος ἀριθμός συγγραφέων, ἀπό ἁπλῶς ἀνεκτικοί στό καθεστώς ὥς συνεργαζόμενοι μέ αὐτό.

          Ἀπό τά πολλά στοιχεῖα πού δίνει ὁ συγγραφέας μποροῦμε νά ξεχωρίσουμε τά ἀκόλουθα. α) Ἀπό τή δεκαετία τοῦ ᾿20 εἰσβάλλουν στά γράμματα οἱ σοσιαλιστικές ἰδέες. β) Ἡ γενιά τοῦ ᾿20 εἶναι πιό ἀνοιχτή στίς ἰδέες καί στό διάλογο, τόσο ἀπό τήν πλευρά τῶν φιλελεύθερων διανοητῶν, ὅσο καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀριστερῶν, ἐνῶ ἡ γενιά τοῦ ᾿30 εἶναι περισσότερο δογματική καί ἀπό τίς δυό πλευρές. γ) Ἀνάμεσα στούς φιλελεύθερους διανοητές καί στούς ἀριστερούς, στό διάστημα 1920-1936, ἔχουμε διαμάχη στό θέμα τοῦ δημοτικισμοῦ: καί οἱ μέν καί οἱ δέ διεκδικοῦν τό δημοτικισμό γιά λογαριασμό τῆς δικῆς τους ἰδεολογίας. δ) Στίς θεωρητικές συζητήσεις πάνω στά θέματα τῆς λογοτεχνίας, ξεχωρίζει ἡ προσωπικότητα τοῦ Τέλλου Ἄγρα, ἰδιαίτερα στή δεκαετία τοῦ ᾿30, προτοῦ νά ἔρθει στήν ἐπιφάνεια, μέ τό «Διάλογο πάνω στήν ποίηση», ἡ παιδεία καί ὁ προχωρημένος προβληματισμός τοῦ Σεφέρη. ε) Τά περιοδικά τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿30 στελεχώνονται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ἀκπροσώπους τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20. στ) Ἡ γενιά τοῦ ᾿20 στάθηκε πιό δεκτική ἀπέναντι στήν καβαφική ποίηση, ἀπό ὅ,τι ἡ γενιά τοῦ ᾿30 -μέ φωτεινές ἐξαιρέσεις τόν Τάκη Παπατσώνη καί τό Νίκο Καλαμάρη. ζ) Τό ἐπεισόδιο Σκαρίμπα τοῦ 1947, ἀποκαλύπτει τόν ἠθικά διάτρητο ἡγεμονισμό τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30. Ὁ Σκαρίμπας ἄρχισε νά βγάζει τό περιοδικό  Νεοελληνιά Σημειώματα, ὅπου ἄνοιξε μέτωπο κατά τοῦ κέντρου καί ὑπέρ τῆς πνευματικῆς ἐπαρχίας. Ἡ προσπάθειά του καταγγέλθηκε μέ βαρύτατους χαρακτηρισμούς, ἀκόμα καί ὡς ἐθνικά ἐπικίνδυνη, ἀπό ἐκπροσώπους τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 (Μυριβήλης, Π. Χάρης, Καραντώνης, Καραγάτσης), μέ ἀποτέλεσμα, μέ ἐντολή τοῦ ὑφυπουργοῦ Τύπου καί Τουρισμοῦ Θ. Νικουλούδη, νά κλείσουν τά Νεοελληνικά Σημειώματα. Πάντα ἀδιόρθωτος ὁ Σκαρίμπας!

          Τό τρίτο μέρος τοῦ βιβλίου, «Ἑλληνικότητα καί μοντερνισμός», ἀναφέρεται πρῶτα στήν «Ἐπιθυμία γιά τό μοτέρνο». Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι τό τρίτο μέρος ἔχει νά κάνει οὐσιαστικά μόνο μέ τή γενιά τοῦ ᾿30.

          Λοιπόν, «Ἡ ἐπιθυμία γιά τό μοντέρνο», ἀφορᾶ ἀρχικά τό συντονισμό μέ τίς ἰδέες καί τίς λογοτεχνικές τάσεις στήν Εὐρώπη. Τό «συγχρονισμό» μέ τά εὐρωπαϊκά γράμματα, ὅ,τι δηλαδή εἶχαν στόχο καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ περιοδικοῦ Μούσα ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1920. Ὅμως τώρα, μέ τή γενιά τοῦ ᾿30, ὁ στόχος αὐτός ἔχει καί μιά ἄλλη, πιό φιλόδοξη, πτυχή. Οἱ φιλοδοξίες τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 δέν περιορίζονταν στό «συχρονισμό» μέ τά εὐρωπαϊκά γράμματα, ἀπώτερος στόχος τους ἦταν «ἡ ἐπιθυμία γιά ἐνεργό καί ἰσότιμη συμμετοχή στήν πνευματική ζωή τῆς Εὐρώπης» (σ. 189). Ὁ Καγιαλής παρατηρεῖ σχετικά πώς, «Ἡ ἐπιθυμία αὐτή ἀσφαλῶς δέν ἦταν δυνατόν νά εὐοδωθεῖ οὐσιαστικά, σέ συμβολικό ἐπίπεδο, ὅμως, ἱκανοποιήθηκε ἐπαρκῶς –στά μεταπολεμικά χρόνια- μέ τήν εὐρεία μετάφραση συγγραφέων τῆς γενιᾶς σέ εὐρωπαϊκές γλῶσσες καί βέβαια μέ τά δύο Νόμπελ πού ἀπέσπασαν μέλη της»(σ. 190). Κι αὐτός ὡστόσο ὁ «συγχρονισμός» δέν στάθηκε πολύ εὔκολη δουλειά. Ἐνῶ ἡ ποίηση, μέ βασικά στελέχη της, συγχρονίστηκε ἀρκετά μέ τίς εὐρωπαϊκές τάσεις (μοντερνισμός, ὑπερρεαλισμός), ἡ πεζογραφία ἔμεινε συντηρητική, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῆς εὐρωπαϊκῆς πεζογραφίας τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα. Οἱ μοντερνιστικές πραγματώσεις τοῦ Σκαρίμπα καί τῆς Ἀξιώτη στάθηκαν, γιά τήν κεντρική ὁμάδα, περιθωριακές, ὅπως ἐπίσης καί τῶν θεσσαλονικιῶν Ξεφλούδα καί Δέλιου. Ἀξίζει νά προσέξει κανείς ἐδῶ ὅτι ὁ πιό «ἐπίσημος» κριτικός τῆς γενιᾶς, ὁ Ἀντρέας Καραντώνης, σέ ὅλη τή δεκαετία τοῦ 1930, δέ εἶχε ἐννοήσει κάν τή σημασία τοῦ ὅρου «μοντερνισμός», τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦσε μέ ἀρνητική σημασία γιά νά ἀποδώσει μομφή σέ ὁρισμένους συγγραφεῖς, ἀκόμα καί στόν Καρυωτάκη. Θυμίζω πώς ὁ ὅρος «Γενιά, ἤ Γενεά, τοῦ 1930», ὀφείλεται στό Γιῶργο Θεοτοκά. Ὁ ἴδιος ἐπαίρεται ὅτι ἐπιδίωξε νά κατασκευάσει τό «μύθο» τῆς γενιᾶς αὐτῆς: «Συνειδητά καί ἐκ προθέσεως προσπάθησα ἀπό καιρό νά δημιουργήσω καί νά ἐπιβάλω τό μύθο τοῦ 1930 καί τώρα βλέπω ὅτι κάτι κατόρθωσα.» (σ. 186). Πάντως, σύμφωνα μέ τόν Καγιαλή, «Στίς γενικές γραμμές του […] ὁ μεσοπολεμικός ἑλληνικός μοντερνισμός παρουσιάζεται περισσότερο ὡς πρόσχημα γιά ὑπερφιλόδοξες ἐξαγγελίες καί ἀσταθεῖς ἀντιπαραθέσεις παρά ὡς ἀντικείμενο παραγωγικοῦ διαλόγου, περισσότερο ὡς ἀγώνας γιά κατοχύρωση παρά ὡς ριζοσπαστική συγγραφική βούληση, περισσότερο συμβιβαστικός καί σοβαροφανής παρά ἀδιάλλακτος καί ἀσεβής» (σ. 202).

          Τό δεύτερο σκέλος τοῦ τρίτου μέρους πραγματεύεται «Τό πρόβλημα τῆς ἑλληνικότητας». Τό πρόβλημα αὐτό προέκυψε ὡς συνέπεια τῆς ἀπαναφορᾶς τῆς Μεγάλης Ἰδέας μέ διαφορετικό νόημα. Ὄχι ὡς γεωγραφικά ἐπεκτατικό στόχο, ἀλλά ὡς πολιτισμικό ἤ πνευματικό πιά στόχο. Ἔτσι ἐπανερχόμαστε ἀπό ἄλλο μονοπάτι στήν αἰσιοδοξία καί στίς δοξασίες τῆς γενιᾶς τοῦ 1980: στροφή πρός τίς ρίζες καί τίς λαϊκές ἀξίες, πίστη στή φυλετική ἀνωτερότητα, τήν παπαρρηγοπουλική ἱστορική συνέχεια κ.λπ. Ἄς σημειωθεῖ σχετικά ὅτι τρία τουλάχιστο μέλη τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30, (Θεοτοκάς, Καραντώνης, Ἐλύτης) εἶχαν μιά μᾶλλον προσκοποπική ἰδέα γιά τή γενιά τους. Ἰδέα πού δέν ἀπεῖχε πολύ ἀπό τίς δοξασίες τοῦ μεταξικοῦ καθεστῶτος. Εἰδικότερα, «οἱ “νέοι τοῦ ᾿30” καλοῦνται τώρα νά ἐπικεντρωθοῦν στά ἐρωτήματα περί ἰθαγένειας, παράδοσης καί ἐθνικῆς αυτογνωσίας καί νά ἀποδείξουν ἐμπράκτως τήν “ἑλληνική” τους συνείδηση, συμμετέχοντας στή νέα μεγαλοϊδεατική ἐξόρμηση» (σ. 218). Μέ συγκεκριμένο ὡστόσο τρόπο ἡ γενιά τοῦ ᾿30 δέν ἔδωσε ἄλλο νόημα στόν ὅρο ἑλληνικότητα, πέρα ἀπό τό νά «συνδέει τήν ἰθαγένεια καί τή γνησιότητα τῆς τέχνης μέ τήν ἐμβάθυνση στήν ἑλληνική γεωκλιματική ἰδιαιτερότητα καί προτείνει τήν ἐθνική αὐτογνωσία ὡς ὅρο γιά τήν ἀνάπτυξη δυναμικοῦ συναγωνισμοῦ μέ τό εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι» (σ. 208). Ἐντοπίζοντας μάλιστα αὐτή τή «γεωπολιτική ἰδιαιτερότητα» κυρίως στό νησιωτικό Αἰγαῖο, μολονότι ὅταν χρειάστηκε τή συνδρομή τοῦ λαϊκοῦ λόγου, τήν ἀναζήτησε στά γραφτά ἑνός ὀρεσίβιου ἀγωνιστή τοῦ 1821, τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Τελικά μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς ἡ ἑλληνικότητα στάθηκε γιά τή γενιά τοῦ ᾿30 ἕνα θεωρητικό ἀδιέξοδο ἤ, ἀλλιῶς, ἕνα ἄλυτο πρόβλημα. Καί πώς ἡ μόνη προσγειωμένη ἄποψη εἶναι ἐκείνη πού εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τό περιοδικό Μούσα στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1920 καί τήν ἐπανέλαβε τώρα στό Διάλογο μέ τόν Τσάτσο ὁ Σεφέρης.

          Τό τρίτο σκέλος τοῦ τρίτου μέρους ἔχει τίτλο «Ἡ “ἀνακάλυψη” τοῦ Μακρυγιάννη καί ὁ Περικλής Γιαννόπουλος». Πότε «ἀνακαλύπτεται» ἡ λογοτεχνική ὑφή τοῦ Μακρυγιαννικοῦ ἔργου;  Τό 1904  «ὁ Σ. Σκίπης μιλοῦσε γιά τή “χάρη” τοῦ κειμένου καί ἀποκαλοῦσε τόν στρατηγό “ποιητή”» (σ. 234). Τό 1907 ὁ Βλαχογιάννης στόν «Πρόλογο» τῶν Ἀπομνημονευμάτων «σημείωνε ἀνάμεσα σέ ἄλλα ὅτι πρόκειται γιά  “ἐξόχως ποιητικό ἔργο” » (σ. 235). Τό 1911 ὁ Παλαμάς θεωρεῖ τά Ἀπομνημονεύματα «κειμήλιο τῆς δημοτικῆς γλώσσας […] παράδειγμα μιᾶς ἀσυνείδητης τέχνης φυσικῆς πού δέν τῆς λείπουν οἱ ὀμορφιές» (σ. 236). Παρ᾿ ὅλα αὐτά τά Ἀπομνημονεύματα ἐξακολουθοῦν νά θεωροῦνται ἕνα κατεξοχήν αὐτοβιογραφικό ἱστορικό ἔργο. Ὅμως ἀπό τό 1936 κάτι ἀλλάζει. Τότε τό Τρίτο Μάτι δημοσιεύει σέ δυό σελίδες του ἕνα κομμάτι ἀπό τά Ἀπομνημονεύματα. Τόν ἑπόμενο χρόνο, τό 1937, ὁ Σεφέρης, μιλώντας γιά τήν «Ἑλληνική γλώσσα», ἀποκαλεῖ σέ σημείωσή του τό Μακρυγιάννη ἕναν «ἀπό τούς μεγαλύτερους πεζογράφους μας τῶν τελευταίων ἑκατό χρόνων», «ἀναφερόμενος ὅμως ἀποκλειστικά στίς ὑφολογικές ἀρετές» τοῦ ἔργου του (σ. 236). Τό 1938 τό περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα δημοσιεύει σειρά ἀποσπασμάτων ἀπό τά Ἀπομνημονεύματα. Βρισκόμαστε ἤδη στή ἀρχή τῆς λογοτεχνικῆς σταδιοδρομίας τῶν Ἀπομνημονευμάτων. Στό μεταξύ οἱ φιλελεύθεροι διανοούμενοι τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30, «ἀφ᾿ ἑνός προκειμένου νά κατοχυρώσουν τήν ἡγεμονική τους θέση καί νά αὐξήσουν τήν κοινωνική τους ἀπήχηση, ἀφ᾿ ἑτέρου ἐπειδή ἡ μοντέρνα γραφή πρέπει νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τίς κατηγορίες τοῦ ξενότροπου διεθνισμοῦ» «καταθέτουν τίς δικές του ἐπεξεργασίες» (σ. 237) πάνω στό θέμα τῆς παράδοσης καί τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Κι αὐτό ἐντείνεται ἰδιαίτερα στά χρόνια τῆς μεταξικῆς δικτατορίας. Τό 1938 τό περιοδικό Νέα Γράμματα ἀφιερώνει τριπλό ὀγκῶδες τεῦχος στόν Περικλή Γιαννόπουλο. Τά ὅσα ὑπερβολικά γράφονται σ᾿ αὐτό καί παροπάντων τό «φυλετικό παραλήρημα» τοῦ Καραντώνη προκαλοῦν τίς ἀντιδράσεις τῶν Θεοτοκᾶ, Τερζάκη, Καραγάτση, Φωτιάδη, Χουρμούζιου καί Μακεδονικῶν Ἡμερῶν. Ἔτσι ὥστε νά ἔχουμε «ἀναφορές στά Νέα Γράμματα ὡς ἑταιρεία, ὅμιλο, κόμμα» (σ. 252) κι ἀκόμα ὡς «ὁμόρρυμο πνευματική ἑταιρεία μέ τήν ἐπωνυμία “Περικλής Γιαννόπουλος”» (σ. 247). Πάντως πέρα ἀπό τό τίς βαριές κουβέντες πού εἰπώθηκαν σ᾿ αὐτόν τόν «ἐμφύλιο», ἡ προβολή τοῦ Γιαννόπουλου σχετίζεται ἔμμεσα μέ τήν ὑπόθεση τοῦ Μακρυγιάννη, τά Ἀπομνημονεύματα  τοῦ ὁποίου θά συζητηθοῦν ὡριμότερα στά μεταπολεμικά χρόνια.

*

Ὁ Καγιαλής, στά δύο πρῶτα μέρη τοῦ βιβλίου του, θεμελιώνει τήν ἐρευνητική ἐργασία του, γιά τήν περίοδο πού ἐξετάζει, ἀναφερόμενος στό άναγνωστικό κοινό τῆς λογοτεχνίας καί στά λογοτεχνικά περιοδικά. Τή θεμελιώνει δηλαδή πάνω σέ βασικά δεδομένα, σέ δυό βάθρα, αὐτῆς τῆς περιόδου. Μιά τέτοια δουλειά  προϋποθέτει ἀσφαλῶς, ἀπό τό ἕνα μέρος, ὥριμο προβληματισμό καί, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἐρευνητικό μόχθο. Παρ᾿ ὅλη ὅμως τήν ἐξαντλητική ἐρευνητική δουλειά τοῦ συγγραφέα, Ἡ ἐπιθυμία γιά τό μοντέρνο θά ἦταν δύσκολο νά πραγματωθεῖ ἄν δέν εἶχαν προηγηθεῖ ἄλλες βασικές ἐρευνητικές ἐργασίες. Ἐργασίες ὅπως τοῦ  Mario Vitti, τοῦ Κ.Α. Δημάδη, τοῦ Παναγιώτη Μουλᾶ, Τοῦ Λάμπρου Βαρελᾶ, τῆς Ἐρευνητικῆς Ὁμάδας-Χ.Λ. Καράογλου, τοῦ Δημήτρη Τζιόβα, τῆς Χριστίνας Ντουνιά, τῆς Ἐλισάβετ Κοτζιᾶ καί πολλῶν ἄλλων. Ἔτσι δικαιώνεται, τόσο ὁ μόχθος τῶν ἄλλων ἐρευνητῶν, ὅσο καί ὁ προσωπικός τοῦ συγγραφέα  μαζί μέ τή συνθετική του δεξιότητα.

          Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι, ἄν καί ἀντικείμενο τῆς ἐργασίας τοῦ Καγιαλῆ  εἶναι ἡ δεκαετία καί ἡ γενιά τοῦ 1930, ξεκινάει τήν ἐρευνά του ἀπό τή δεκαετία τοῦ 1920. Δείχνοντας μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι ἡ μελέτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 προϋποθέτει τή μελέτη τῆς προηγούμενης δεκαετίας τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τή συνέχειά της. Πράγματι ἡ αὐτοψία τῶν στοιχείων ἀποκαλύπτει ὅτι, πέρα ἀπό τά στελέχη τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20 πού μετεῖχαν στήν κίνηση τῶν ἰδεῶν κατά τή δεκετία τοῦ ᾿30, ὁρισμένες βασικές πρωτοβουλίες τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30, εἶχαν τό προηγούμενό τους στή γενιά τοῦ ᾿20 («συχρονισμός» μέ τίς εὐρωπαϊκές τάσεις, προβληματισμός στό θέμα τῆς ἑλληνικότητας, σοσιαλιστικές ἰδέες, κ.λπ.) Κι αὐτά μέσα στά ὅρια τῆς συγκεκριμένης μελέτης, γιατί ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα πού προκύπτουν ἀπό τήν πραγμάτευση τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων, κάτι που δέν ἀνήκει στό πεδίο ἔρευνας τοῦ ἔργου Ἡ ἐπιθυμία γιά τό μοντέρνο. Ἄς μήν ξεχνοῦμε ἄλλωστε, ἀναφορικά μέ τή σχέση τῶν δύο γενιῶν, πώς ὁ μοντερνισμός εἶναι παιδί τοῦ συμβολισμοῦ, ὅπως καί ὁ ὑπερρεαλισμός εἶναι παιδί τοῦ ρομαντισμοῦ.

          Μιά ἀπό τίς ἀρετές τοῦ βιβλίου εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας δέν δογματίζει πάνω στό ἀντικείμενό του. Δέν ξεκινάει δηλαδή μέ προσχηματισμένες ἰδέες τίς ὀποῖες νά προσπαθεῖ μετά νά τίς στηρίζει ἐπιχειρηματολογικά. Στό Ἡ ἐπιθυμία γιά τό μοντέρνο συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: μοναδικός στόχος τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ ἐνδελεχής ἔρευνα τῶν πειστηρίων. Ἔτσι, βάζοντας τό δάχτυλο «ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων», ἀφήνει τήν ὁποιαδήποτε ἐτυμηγορία στά   στοιχεῖα τῆς ἔρευνάς του. Καί τά στοιχεῖα λένε πώς ἡ γενιά τοῦ ᾿30 ἔχει πολλές ὀφειλές στίς προηγούμενες γενιές καί ἰδιαίτερα στή γενιά τοῦ 1920, ἀλλά καί τοῦ 1880. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, σύμφωνα μέ τούς στόχους πού ἔθεσε, ἡ γενιά αὐτή ἔμεινε στά μισά τοῦ δρόμου, υἱοθετώντας μάλιστα στό τέλος θέσεις πού εἶχε ἀπορρίψει ἀρχικά «μετά βδελυγμίας». Τέλος ὑπῆρξε μιά γενιά πού δέν τῆς ἔλλειψαν οἱ ἀνεδαφικές ἐξαγγελίες καί ὁ καιροσκοπισμός. Συνολικά μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς ἡ ἐργασία τοῦ Καγιαλῆ ἀποτελεῖ, ἐκ τῶν πραγμάτων, μιά προσγειωμένη ἀπάντηση στούς διάφορους εὐφάνταστους πού ἔχουν ὑποστηρίξει τό παρθενογέννητο τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿30 καί τό ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο της.

          Μιά ἄλλη ἀρετή τοῦ βιβλίου ἀποτελεῖ ἡ συνθετική συγκρότησή του. Τό καθαυτό κείμενο τῆς ἐργασίας καλύπτει 228 σελίδες. Ἄν ὑπολογιστεῖ τά ἐπέραντο ἐρευνητικό ὑλικό πού εἶχε στή διάθεσή του ὁ συγγραφέας, καταλαβαίνει πώς οἱ 228 σελίδες συνιστοῦν ἔργο ἐξαιρετικῆς συνθετικῆς ἱκανότητας. Νά μή θυμίσω ἐδῶ κάτι ἐργασίες, ἰδίως διδακτορικές, πού πλησιάζουν τίς χίλιες σελίδες καί ὅπου ἡ χύμα ποσότητα ἀντικαθιστᾶ τή συνθετική δεξιότητα.

Θέλω ἐπίσης νά ἐπισημάνω τήν καθαρότητα τοῦ λόγου καί τό γεγονός ὅτι ὁ συγγραφέας ἀποφεύγει ἐντελῶς τούς ὑψηλούς τόνους καί τά ἠχηρά λόγια. Ἔχει πολλά πράγματα νά πεῖ καί τά λέει μέ τόν πλέον κατανοητό τρόπο. Μολονότι χρησιμοποιεῖ ἕναν μακροπερίοδο λόγο, πού μοιάζει κάποτε σάν νά εἶναι μετάφραση ἀπό ξένη γλώσσα, καταφέρνει τελικά νά εἶναι ἐξαιρετικά  εὐκρινής. Βέβαια τό νά μιλάει κανείς γιά σαφήνεια σέ μιά τέτοια ἐργασία συνιστᾶ πρωτοβάθμια διάκριση. Ἔλα ὅμως πού στόν τόπο μας τά μπερδεμένα ἠχηρά λόγια μᾶς τή δίνουν καθημερινά στό κούτελο;

                                    Περιοδικό Κ, τεῦχος 17, Δεκέμβρης 2008.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.