Σταμάτης Πολενάκης.

(-Παρουσίαση πού ἔγινε στήν ἐκδήλωση πού ὀργάνωσε τό Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, στό χῶρο  Nosostros, στίς 13/2/2012).

Ὁ Σταμάτης Πολενάκης ἔχει ἐκδόσει τρεῖς ποιητικές συλλογές. Τό χέρι τοῦ χρόνου, Ὄμβρος, Ἀθήνα 2002. Τά γαλάζια ἄλογα τοῦ Φράντς Μάρκ, Ὁδός Πανός, Ἀθήνα 2006. Καί Νότρ Ντάμ, Ὅδός Πανός, Ἀθήνα 2008.

          Τά κείμενα τῶν τριῶν συλλογῶν εἶναι πεζόμορφα. Δέν ἔχουν δηλαδή στιχουργημένη διάταξη, ἔμμετρη ἤ ἐλεύθερη. Εἶναι ὡστόσο πολύ κοντά στόν ἐλεύθερο στίχο.

          Τό πρόσωπο πού μᾶς μιλάει μέσα ἀπό τά κείμενα αὐτῶν τῶν συλλογῶν εἶναι ἕνας παθιασμένος περιπλανητής. Ἕνας  ἐπισκέπτης τόπων, ἔργων καί ἀνθρώπων, ὅλου τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ καί ὄχι μόνο. Μέ τή διαφορά πώς αὐτός ὁ ταξιδευτής δέν περιφέρεται ἀπό τουριστική περιέργεια στόν πολιτισμικό καί ἰδίως στό λογοτεχνικό κόσμο. Ὁ λόγος τῆς περιπλάνησης εἶναι ἡ ἕλξη πού τοῦ προκαλοῦν ὁρισμένοι σημαδιακοί τόποι, ἔργα καί ἄνθρωποι. Σημαδιακοί ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἀνταποκρίνονται στίς προσωπικές ἀνησυχίες κι ἀγωνίες του. Μάλιστα δέν πατάει πάντοτε στό ἔδαφος τῆς κλασικῆς ἀντίληψης. Συχνά περιπλανιέται στήν ὑπερλογική σφαίρα. Ἔτσι μπορεῖ ἄνετα νά συσχετίζει πράγματα ἀσυσχέτιστα στό ἐπίπεδο τῆς λογικῆς καί τῆς κοινῆς ἐμπειρίας. Ἕνα μικρό παράδειγμα:

Τό χέρι μου γράφει
ἰδεογράμματα
αὐτή ἀκριβῶς τή στιγμή
σταθερά ἐκτεινόμενο ἕως
τίς πάμπας τῆς ἀργεντινῆς
καί τίς μακρινές
κορδιλλιέρες τῶν Ἄνδεων.

           Εἶπα πώς τό πρόσωπο πού μᾶς μιλάει περιπλανιέται σέ τόπους, ἔργα καί ἀνθρώπους, πού ἀνταποκρίνονται στίς προσωπικές ἀνησυχίες καί τίς ἀγωνίες του. Οὐσιαστικά ὁ ποιητής διαλέγεται μέ καταστάσεις συγγενικές πρός τήν ἰδιοσυγκρασία του. Ἀντί νά φανταστεῖ διάφορα περιστατικά ἀπό τό μηδέν, ἐπενδύει τήν εὐαισθησία του σέ περιστατικά ἱστορικά, ἀλλά παραλλαγμένα κατά τή δική του ἐκδοχή. Ἐδῶ θά ταίριαζε νά παραθέσω ὡς παράδειγμα τά τέσσερα διαφορετικά κείμενα πού στεγάζοντα κάτω ἀπό τήν ἐπιγραφή, «Τοπία θανάτου», τῆς πρώτης συλλογῆς. Ἐπειδή ὁ χρόνος δέν τό ἐπιτρέπει θά περιοριστῶ στό κείμενο «Ι». :

 Πρέβεζα -ἀκόμα καί τώρα ἔπειτα ἀπό τό θυελλῶδες
πέρασμα
τόσων καί τόσων χρόνων ἐξακολουθοῦν νά κρέμονται
στήν πίσω αὐλή τοῦ καφενείου
τό καπέλο καί τό τριμμένο παλτό τοῦ αὐτόχειρα.
Καί ἀκόμα
μπορῶ νά βεβαιώσω ὅτι παρά τίς ἐπίσημες
ἐκθέσεις καί τίς καταθέσεις μαρτύρων
(ὅλοι μιλοῦν γιά περίστροφο) στήν πραγματικότητα
ὁ ποιητής πέθανε
πνιγμένος.

           «Τό καπέλο καί τό τριμμένο παλτό» -παλτό στίς 21 τοῦ Ἰούλη στήν Πρέβεζα!- πού «ἐξακολουθοῦν νά κρέμονται», καθώς καί τό «ὁ ποιητής πέθανε /πνιγμένος», ἀποτελοῦν τό ποιητικό ἄλλο τοῦ ἱστορικοῦ συμβάντος. Γιατί αὐτό πού προέχει ἐδωπέρα δέν εἶναι ἡ ἱστορική ἀφετηρία ἤ, ἀλλιῶς, τό θέμα, ἀλλά ἡ παραλλαγή τοῦ ποιητῆ, γιατί αὐτή ἡ παραλλαγή συνιστᾶ τή δική του ἄποψη. Ἤ γιά νά τό πῶ διαφορετικά, γιατί αὐτή ἡ παραλλαγή ἀποτελεῖ τή δική του ποιητική ἀνταπόκριση.

          Σέ ἄλλες περιπτώσεις τό ἱστορικό γεγονός σχεδόν ἐξαφανίζεται, καθώς ὅ,τι ἐκφράζεται εἶναι ἡ συγκινημένη ἀτμόσφαιρα πού τό περιβάλλει. Εἶναι σάν ὁ ποιητής νά θέλει νά ἐκφράσει τήν ἴδια τή συγκίνηση καί τήν ἔνταση μέ τίς ὁποῖες ἔζησε τήν ἀνάκληση ἑνός συγκεκριμένου γεγονότος. Θά δώσω πάλι ἕνα παράδειγμα, γιατί τά παραδείγματα μᾶς δίνουν πειστικότερη ἀπάντηση σέ ὅ,τι τά χαρακτηρίζει. Ἐπιγράφεται «Βόρεια θάλασσα» καί ἀνήκει στήν τελευταία συλλογή.

 Σάν σήμερα, δέν ξέρω πρίν ἀπό πόσα χρόνια, ἔγραψα νο-
μίζω τό πρῶτο μου ποίημα. Τώρα πού φθάνω στό τέλος
σιγά-σιγά καί ἐπιστρέφω μέ ἄδεια τά χέρια ξέρω καλά ὅτι
αὐτό τό ταξίδι δέν θά μποροῦσε παρά νά τελειώσει ἀκρι-
βῶς ἐδῶ: σέ μιά γκρίζα ζώνη πάνω στό χάρτη, σ᾿ ἕναν
ὑγρό ἐπαρχιακό σταθμό ὅπου φθάνεις κατάκοπος τά ξημε-
ρώματα ὁλομόναχος. Τήν ὀμορφιά δέν τήν εἶδες παρά μιά
φορά μόνο, σέ ὁλόκληρη τή ζωή. Ἄλλη παρηγοριά ἄς μήν
ὑπάρξει ποτέ γιά τά κουρασμένα, ἄυπνα μάτια. Καί τελικά
δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ πιό μελαγχολικές ἱστορίες ἀγάπης
ἀρχίζουν πάντοτε μέσα σ᾿ ἕνα βαγόνι τῆς ἁμαξοστοιχίας
Βαρσοβίας-Πετρούπολη.

          «Τό πρῶτο μου ποίημα»: δέ νομίζω πώς ἐννοεῖ ἕνα πρωτόλειο στιχούργημα, ἀλλά ἕνα ποίημα πού ἀξίζει τό ὄνομά του, κι ἕνα τέτοιο ποίημα εἶναι ἕνας ὁλόκληρος κόσμος. Κάτι πού μπορεῖ νά εἶναι καί μιά μοναδική συνάντηση μέ τήν ὀμορφιά.  Ἡ φράση, «σ᾿ ἕνα βαγόνι τῆς ἁμαξοστοιχίας / Βαρσοβία-Πετρούπολη»: μᾶς θυμίζει τήν ἐπιστροφή τοῦ Πρίγκιπα Μίσκιν στήν Πετρούπολη, ἀπό τό μυθιστόρημα Ὁ Ἠλίθιος τοῦ Ντοστογιέφσκι. Ὅλο τό  κείμενο μέ τούς ἀφανεῖς συσχετισμούς μοιάζει μέ ἕνα ἐκ βαθέων μελαγχολικό αὐτοσχόλιο, πού κορυφώνεται μέ τήν ἀναφορά στό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι. Γιά τόν ἀναγνώστη προέχει ἡ ἔνταση τῆς συναισθηματικῆς κατάστασης πού προκύπτει. Ἔνταση μοναξιᾶς, ψυχικῆς κούρασης καί λόγου εἰς ἑαυτόν.

          Ἄν κοιτάξουμε στατιστικά τό ξεξιλόγιο τῶν τριῶν συλλογῶν τοῦ Πολενάκη θά παρατηρήσουμε πώς ἡ λέξη, ἤ, καλύτερα, ἡ ἔννοια πού ἀπαντᾶ συχνότερα εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου. Ἀκολουθεῖ ἡ ἕννοια τοῦ θάνατου, μετά ἔρχεται ἡ ἔννοια τοῦ ποιήματος καί ὕστερα τοῦ ταξιδιοῦ. Ὁ χρόνος ἐδῶ ἔχει μικρή σχέση μέ τόν ἱστορικό χρόνο. Εἶναι ὁ χρόνος, ὁ ὑπέρχρονος, θά λέγαμε, τῆς αἰνιγματικῆς ἀνθρώπινης ἐνδοχώρας. Αὐτός ὁ ὑποστασιακός χρόνος συνδέεται σέ μεγάλο βαθμό μέ τό θάνατο, τό θάνατο πού κυρώνει τό νόημα τῶν πραγμάτων. Ἡ ποίηση βέβαια σχετίζεται στενά μέ τίς ἔννοιες τοῦ χρόνου καί τοῦ θάνατου. Τό ἴδιο καί ἡ ἔννοια τοῦ ταξιδιοῦ πού συνδέεται μέ τίς τρεῖς προηγούμενες ἔννοιες. Ἀναφέρομαι ἐννοεῖται στό ταξίδι περιπλάνηση γιά τό ὁποῖο μίλησα νωρίτερα. Καί μέ τήν εὐκαιρία θέλω πῶ πώς αὐτή ἡ περιπλάνηση προϋποθέτει πολλά διαβάσματα, ἀρκετά ἀκούσματα μουσικῆς, ἀρκετά ταξίδια ἐξωτερικά -ταξίδια μέ τήν κοινή σημασία τῆς λέξης- καί ἀρκετή γνώση τῆς ἱστορίας. Ὅπως καί νά ᾿ναι, αὐτές οἱ τέσσερεις ἔννοιες, παρ᾿ ὅλο τό αἰνιγματικό φορτίο τους, συνιστοῦν τόν βασικό πλέγμα ἐννοιῶν μέ τό ὁποῖο ὑφαίνεται ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ. Λόγος, πού ἀναλογικά πρός τήν αἰνιγματικότητα τῶν βασικών ἐννοιῶν, ἔχει χαρακτήρα περισσότερο ἐρωτηματικό, παρά καταφατικό. Ὁ ποιητής δηλαδή περισσότερο θέτει ἐρωτήματα παρά δίνει ἀπαντήσεις. Εἶναι, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, ἕνας ἀνιχνευτής, ἕνας ἐρευνητής, χωρίς βεβαιότητες σχετικά μέ τό τί συμβαίνει γενικά καί τό τί συμβαίνει στόν ἴδιο. Βυθομετράει, ζυγίζει καί ἀναρωτιέται σάν ἕνας ἀνασκαφέας τῆς ὕπαρξης.

           Δυό λόγια τώρα ἀναφορικά μέ τό ἐκφραστικό ἐπίπεδο τῶν ποιημάτων. Ὁ Πολενάκης συνθέτει τά ποιηματά του κατεξοχήν μέ ἔμμεσους ἤ ἀφανείς συνειρμούς. Μιά τεχνική πασίγνωστη στήν ποίηση. Ὅμως ὄχι γι᾿ αὐτό τό λόγο καί πανομοιότυπη ἀπό ποιητή σέ ποιητή. Κάθε ἄλλο. Στήν περίπτωση τοῦ Πολενάκη, ἡ συχνά μεγάλη διάσταση τῶν ἀναφορῶν του, διάσταση σέ ἀπόσταση γεωγραφική, βάθος χρόνου καί διαφορά ἰδιότητας, τοῦ ἐπιτρέπει νά προβαίνει σέ ἀπροσδόκητους συσχετισμούς. Στήν πλειονότητα πετυχημένους. Κάποτε ὡστόσο ὁ ἀναγνώστης δυσκολεύεται νά διακρίνει τίς σημαδοῦρες ἤ τίς ἐκφραστικές σημάνσεις ἀπό τίς ὁποῖες θά ὁδηγηθεῖ στήν οἰκείωση τοῦ ποιήματος. Πάντως σ᾿ ὅλα τά κείμενα οἱ ὅποιοι συσχετισμοί γίνονται μέ γνώμονα τήν ἑστία τῆς ποιητικῆς στάσης. Τό κέντρο δηλαδή ἀπό ὁποῖο ἐκπορεύεται τό ποιητικό αἴσθημα καί ἡ σκέψη. Ἤ, πιό ἁπλά, ἀπό τήν ἰδιότυπη  στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στόν κόσμο. Αὐτή εἶναι ὁ συνεκτικός παράγοντας πού καθιστᾶ δυνατό τό συσχετισμό ἀπόμακρων καί ἀνόμοιων δεδομένων. Ἕνα γοητευτικό, ἀλλά ὄχι εὔκολο ἐγχείρημα. Ὅπως καί νά ᾿ναι πρόκειται γιά ἕνα σαφῶς ἀσυνήθιστο θεματικό, συνειρμικό καί ἐκφραστικό προσανατολισμό. Πράγμα πού σημαίνει βέβαια ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά ἰδιότυπη ποιητική παρουσία.

           Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ πρώτη συλλογή, Τό χέρι τοῦ χρόνου. Δέν ξέρω σέ τί ἡλικία τήν ἔγραψε ὁ ποιητής καί μετά ἀπό πόση προετοιμασία. Σίγουρα δέν γράφτηκε χωρίς προδρομική δουλειά. Κρίνοντας ἀπό τίς δυό ἑπόμενες συλλογές, θά ἔλεγα πώς βρίσκεται στό ἴδιο ἐπίπεδο ὡριμότητας μ᾿ αὐτές. Δέν βλέπω νά μήν ἔχουν ἐπιτευχθεῖ στήν πρώτη συλλογή ὅλες οἱ ἑπόμενες πραγματώσεις. Τόσο σέ σχέση μέ τό γενικό προσανατολισμό τοῦ ποιητῆ, ὅσο καί μέ τίς ἐπιμέρους πρωτοβουλίες του. Νά πῶ τήν ἀλήθεια, θεωρῶ τήν πρώτη συλλογή μιά φτασμένη δουλειά πού δέν ξεπεράστηκε ἀπό τίς ἑπόμενες.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.