Σπύρος Γεωργίου

(Παρουσίαση πού ἔγινε στήν ἐκδήλωση πού ὀργάνωσε τό Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, στό χῶρο  Nosostros, στίς 13/2/2012).

 Ὁ Σπύρος Γεωγίου ἔχει ἐκδόσει ἔνα βιβλίο μέ τίτλο Ὁ δυσταγμός τῆς πτώσης καί ὑπότιτλο Ἡμιτελές δοκίμιο. Κυκλοφόρησε ἀπό τό περιοδικό Πλανόδιον καί μοῦ στάλθηκε, ἀπό τό Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, ὡς ποιητική ἐργασία μέ σκοπό νά ἀναφερθῶ σ’ αὐτήν ἀπόψε.

             Προτοῦ νά προχωρήσω θά χρειαστεῖ νά ἀνοίξω μιά μικρή παρένθεση. Ὁ ἄνθρωπος, ὅλοι τό ξέρουμε, εἶναι πολυσύνθετη ὀντότητα. Καί εἶναι γνωστό πώς ἡ κάθε συνθετική πλευρά του ἐκδηλώνεται διαφορετικά. Στήν κορυφή τῆς ὑποστασιακῆς πυραμίδας, δυνητικά, συναντιοῦνται ὅλες οἱ ἐκφάνσεις  του: ἡ φιλοσοφία, τά μαθηματικά, ἡ ποίηση, ἡ μουσική, ἡ βιολογία, ἡ φιλολογία, κ.λπ. Ὅμως ἡ κορυφή τῆς πυραμίδας εἶναι ἕνα νοητό σημεῖο, ὄχι μιά πεδιάδα πού χωράει τίς προηγούμενες ἐκφάνσεις. Στό σῶμα ὅμως τῆς πυραμίδας οἱ ἀνθρώπινες πτυχές διαχωρίζονται, κατά τρόπο πού μορφικά νά διαφέρουν. Ἡ διαφορά προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ἰδιαιτερότητα πού παρουσιάζει ἡ κάθε μιά ὑποστασιακή πτυχή, ἡ ὁποία συνεπάγεται ἀντίστοιχη μορφική ἰδιαιτερότητα. Γεγονός πού ὁδηγεῖ τελικά σέ διαφορετικούς τρόπους ἔκφρασης. Ἡ μουσική, γιά παράδειγμα, ἐκφράζεται μέ τούς ἤχους, τά μαθηματικά μέ τά σύμβολα, ἡ ζωγραφική μέ τά χρώματα. Ἡ φιλοσοφία χρησιμοποιεῖ ὡς βασικό της ἐκφραστικό ὑλικό τίς ἀφηρημένες ἔννοιες. Ἡ λογοτεχνία ὅμως καί βέβαια ἡ ποίηση, ὡς πρακτική δραστηριότητα, δέν εὐνοεῖ τόσο τίς ἀφηρημένες ἔννοιες, ὅσο τίς συγκεκριμένες, κ.λπ. Κλείνει ἡ παρένθεση.

          Τό βιβλίο τοῦ Γεωργίου, Ὁ δισταγμός τῆς πτώσης, πού βγῆκε ἀπό τό Πλανόδιον καί ἐντάχτηκε στή ἀποψινή ἐκδήλωση, ἀπαρτίζεται ἀπό φράσεις μόνες τους ἤ ἀπό μικρές ὁμάδες φράσεων σέ πεζή μορφή, ὄχι ἀπό στιχουργημένα κέιμενα. Αὐτό δέν νομίζω πώς ἀπό ποιητική ἄποψη συνιστᾶ μειονέκτημα, οὔτε συμβαίνει γιά πρώτη φορά. Ὅμως ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος τό βιβλίο αὐτό ἐντάσσεται κατά πενήντα τοῖς ἑκατό περίπου στά βιβλία τῶν ἐλεύθερων φιλοσοφικῶν στοχασμῶν, ὅπου προέχει ὁ ἀφηρημένος τρόπος σκέψης καί διατύπωσης. Αὐτό τό μέρος δέν ἀφορᾶ ὅ,τι θά πῶ παρακάτω, ἀφορᾶ μόνο τά μέρη ἐκεῖνα πού βλέπω ἤ διαβλέπω ποιητική ἀπόκλιση. Ἄς δοῦμε μερικά δείγματα αὐτῆς τῆς δεύτερης ἤ ποιητικῆς κατηγορίας. Στή σελίδα δέκα συναντῶ τό ἀκόλουθο κομμάτι:

 Πάντα θ᾿ ἀκοῦς μιά φωνή (τοῦ πατέρα σου;) πού θά
σέ παρακινεῖ μιά κατεύθυνση συγκεκριμένη νά πάρεις.
Πάντα θά νιώθεις κάποιο χέρι  (τοῦ χρόνου;) πού θά σέ
σπρώχνει νά ἀναλάβεις ὁπωσδήποτε ἕνα ἔργο. Καί εἶ-
ναι, καί ἡ παραμικρή πράξη στή σκλαβωμένη ζωή, σά
βουνά νά μετακινεῖς ὁλόκληρα.

Στή σελίδα εἴκοσι, τήν ἑπόμενη ἑνότητα:

Κι ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα νά παραδεχτεῖς τή συμμετοχή
σου στό χρόνο πού τρέχει, ἀνακαλύπτεις πόσο κρυφά
γέρασες –πόσο ἄδοξα γέρασες, ἀπ᾿ τό ὑπόλοιπο ἐλάχι-
στο, ὅπως τό νιώθεις τώρα, κομμάτι πού σοῦ μένει.

Στή σελίδα εἴκοσι ὀχτώ τούτη:

Μιά μέρα ὁ κόσμος στόν ὁποῖο πηγαινοερχόταν μέ-
χρι τότε, τοῦ φάνηκε σάν παλιά, ξεφτισμένη τσάντα, ἀ-
κατάλληλη γιά περαιτέρω χρήση.

          Ἡ σελίδα αὐτή περιέχει ἄλλες πέντες κειμενικές ἑνότητες τῆς ἴδιας ποιητικῆς τάξης μέ τήν παραπάνω ἀρχική ἑνότητα.

Καί μιά νότα τρυφερότητας. Σελίδα τριάντα:

Κόρη μου, προστατευμένη μέ ἀγωνία στίς παλάμες,
φλόγα σάρκινη πού λυγιέσαι, κοιτάω μή μοῦ σβήσεις.

Κι ἕνα τελευταῖο δεῖγμα. Σελίδα τριάντα τρία:

Πόσο δουλεύουν τέλεια τοῦ σώματος οἱ κλειδώσεις.
Κι αὐτό ἀπό μόνο του μέ κάνει νά στέκομαι βουβός
μπροστά σ᾿ αὐτό πού εἶμαι. Ὅσο ἡ ἔκπληξή μου μεγα-
λώνει γιά τό σῶμα μου, τόσο ἀναλαμβάνω τό ἐνδεχόμε-
νο Ἐσύ νά ὑπάρχεις.

          Παράθεσα αὐτά τά πέντε κείμενα γιά νά πάρουμε μιά ἰδέα, ὄχι γιατί εἶναι τά μοναδικά τῆς ἴδιας κατηγορίας στό βιβλίο. Νά σημειωθεῖ ὅτι τίτλους κειμένων δέ συναντοῦμε στό Δισταγμό τῆς πτώσης, ἀπλῶς ἡ κάθε σελίδα ἀρχίζει μέ μερικές λέξεις γραμμένες μέ κεφαλαῖα γράμματα. Ἀπό τά παραπάνω δείγματα, γίνεται φανερό πώς κοινός παρονομαστής τῶν τέτοιων μικρῶν ἑνοτήτων παραμένει ὁ στοχασμός. Μέ τή διαφορά πώς αὐτός ὁ στοχασμός διαποτίζεται ἀπό ἀρκετό αἴσθημα, ἔτσι ὥστε νά μποροῦμε νά ποῦμε πώς βρισκόμαστε στά οἰκόπεδα τῆς ποίησης. Ἡ μικρότερη ἀπό τίς ἑνότητες ὅλου τοῦ βιβλίου ἀποτελεῖται ἀπό μιά σειρά καί ἡ μεγαλύτερη ἀπό δώδεκα σειρές. Λείπουν δηλαδή ἀπό τό βιβλίο θεματικές ἀναπτύξεις μιᾶς κάποιας ἔκτασης. Ἀλλά αὐτό μικρή ἤ μηδενική σημασία ἔχει.

          Ἀπό ἄλλη ἄποψη θά ἤθελα νά πῶ πώς οἱ μικρές ἑνότητες ἀναφέρονται σέ ὁτιδήποτε μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἐρέθισμα, εἴτε ἀπό τόν ἐξωτερικό κόσμο, εἴτε ἀπό τόν ἐσωτερικό. Ἔτσι δέν διαφαίνεται ὁρισμένος εἰδικότερος προσανατολισμός τοῦ συγγραφέα, ἐκτός ἀπό τίς στοχαστικές καί θυμικές ἀντιδράσεις του σέ ποικίλα ἐρεθίσματα. Ἀπό τό δέκατο ἔννατο αἰώνα ἡ ποίηση μᾶς ἔχει δώσει μαθήματα ἐλεύθερης, κομματιασμένης, μέχρι καί ἀδέσποτης, κειμενικῆς σύστασης. Ὁ νοῦς μου πάει στόν Ἀρθοῦρο Ρεμπώ. Ἀπό τότε ἔχει δοθεῖ ἄφεση ἁμαρτιῶν καί στίς πιό ἀκραῖες ἤ ἀσυνήθιστες προσπάθειες ποιητικῆς γραφῆς. Τό βιβλίο τοῦ Γεωργίου, Ὁ δισταγμός τῆς πτώσης, εἶναι νομίζω ἕνα τέτοιο δεῖγμα ἀσυνήθιστης συγκρότησης. Ὅ,τι συνεπῶς  ἔχει σημασία δέν εἶναι ἡ μορφή του, ἀλλά ὁ ἐσωτερικός ἀντίκτυπος πού προκαλεῖ στόν καθένα μας. Ἄς ἀκούσουμε τώρα τόν ἴδιο τό συγγραφέα νά μᾶς ἑρμηνέψει τίς δημιουργίες του.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.