Σοφία Κολοτούρου

(Παρουσίαση πού ἔγινε στήν ἐκδήλωση πού ὀργάνωσε τό Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, στό χῶρο  Nosostros, στίς 13/2/2012).

Ἡ Σοφία Κολοτούρου ἔχει ἐκδόσει μία ποιητική συλλογή μέ τίτλο Ἀν-επίκαιρα ποιήματα, Τυπωθήτω-Λάλον ὕδωρ, Ἀθήνα 2007. Κάτω ἀπό αὐτό τόν τίτλο στεγάζονται οἱ δυό ἑνότητες τῶν κειμένων πού περιέχει τό βιβλίο: τά «Ἀνεπίκαιρα ποιήματα» καί τά «Ἑπικαιρικά ποιήματα». Σύνολικά 25 μονάδες. Φαντάζομαι πώς ἄν ἡ ποιήτρια δέν ἔχει ἤδη δεύτερη συλλογή ὑπό ἔκδοση, θά ἔχει σίγουρα στό συρτάρι της ἀρκετό νέο ποιητικό ὑλικό.

          Ἀπό τή μορφική σύσταση τῶν κειμένων της, καθώς καί ἀπό ὁρισμένες ἀφιερώσεις καί μότα της, ἔχει κανείς τή δυνατότητα νά ὑποθέσει πώς ἡ Κολοτούρου ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν ἔμμετρων ποιητῶν (Καψάλης, Κοροπούλης, Λάγιος, Μπουκάλας, κ.ἄ). Τῶν ποιητῶν πού πιστεύουν πώς ὁ ἐλεύθερος στίχος ἀποτελεῖ τεχνική εὔκολης καί γι᾿ αὐτό ἀσύδοτης στιχουργίας. Ἐνῶ ὁ ἔμμετρος, ὁμοιοκατάληκτος ἤ ὄχι, προϋποθέτει ἄσκηση καί πειθαρχία μέ συνέπεια νά μήν προσφέρεται γιά εὔκολη λύση, ὅπως ὁ ἐλεύθερος στίχος. Γνωρίζω πώς ἡ ἄποψη κάποιου πού ἀσκήθηκε καί στίς δυό τεχνικές εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετη: ὅτι δηλαδή ἡ ἔμμετρη στιχουργία εἶναι πιό εὔκολη ἀπό τήν ἐλεύθερη. Ἐννοῶ τό Λουίς Χόρχε Μπόρχες. [1] Προσωπικά δέν ξέρω ἄν εἶναι ἔτσι -ὅπως τό λέει ὁ μπόρχες. Ἀπλῶς μπορῶ νά πῶ πώς μ᾿ ὅλες τίς τεχνικές ἔχουν γραφτεῖ λίγα ἀριστουργήματα καί πολλά φρόκαλα.

          Στή συλλογή Ἀν-επίκαιρα συναντοῦμε ἕνα ποίημα σέ ἑλεύθερο στίχο, τό ποίημα «Ὁ Δαυίδ στή θεωρία τοῦ Χάους». Τά ὑπόλοιπα ἔχουν ἔμμετρη δομή, μέ δεκατρισύλλαβους ἰαμβικούς συνήθως στίχους, ἀνά τετράστιχες ἤ ἑξάστιχες στροφές καί σ᾿ ἕνα ποίημα ἀνά δίστιχες. Στίς τετράστιχες στροφές ἔχουμε ὁμοιοκαταληξία πλεχτή (α-γ, β-δ) καί στίς ἑξάστιχες ἐπίσης πλεχτή (ἀλλά μέ α-δ, β-ε, γ-στ). Καί στό δίστιχο ζευγαρωτή. Ἀπό καθαρά μετρικῆς ὡστόσο πλευρᾶς δέν ἔχουμε μιά αὐτηρά ἔμμετρη στιχουργία, ἀλλά μιά στιχουργία μᾶλλον ἐλευθερωμένου στίχου, μέ ἀρκετές μάλιστα ἐλευθερίες. Ἄς ἀφήσουμε ὅμως αὐτές τίς σχολαστικές παρατηρήσεις, γιά νά περάσουμε σέ πιό ἐνδιαφέροντα θέματα.

           Ἡ διάθεση πού διατρέχει τά Ἀν-επίκαιρα ποιήματα εἶναι παιγνιώδης μέ αἰχμές σέ καταστάσεις, γεγονότα καί πρόσωπα, ἡ ὁποία συχνά κλιμακώνεται ὥς τή σάτιρα καί τό σαρκασμό. Κατά ἕνα τρόπο ἡ ποιήτρια μένει ἀκροβολισμένη καί ἀπό τή θέση της πετάει πειρακτικά βέλη πρός ἐχθρικούς, ἀλλά καί φιλικούς στόχους, χωρίς νά ἐξαιρεῖ ἀκόμα καί τόν ἑαυτό της. Πειρακτικά βέλη πού μερικές φορές εἶναι βουτηγμένα σέ ἤπιο δηλητήριο. Ὅτι προκαλεῖ τό σαΐτεμα αὐτῶν τῶν βελῶν εἶναι τά κακῶς κείμενα καί τά κακῶς συντελούμενα σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ὅπως γίνονται ἀντιληπτά μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς γενιᾶς τῆς ποιήτριας καί τοῦ ἐγώ της. Μάλιστα αὐτά τά κακῶς κείμενα συνδέονται στενά μέ τίς κοινωνικές συμβάσεις, μέ τά ἤθη καί ἔθιμα τῆς καθημερινότητας, μέ ὅ,τι συμβαίνει ἐδῶ καί τώρα καί ὅ,τι συνέβηκε ἥ συμβαίνει μακριά, ἀλλά δέν παύει νά σχετίζεται μέ τό ἐδῶ καί τώρα. Νά δοῦμε ἕνα παράδειγμα· εἶναι οἱ τρεῖς πρῶτες στροφές ἀπό τό ποίημα «Ἐφήμερα» – δέν ἀναφέρω τίς ἑπόμενες στροφές μόνο καί μόνο γιά συντομία:

                    Οἱ καφετέριες μ᾿ ἀρέσουν τό Χειμώνα
                   (καφενεδάκια τά εἶπαν καί μπιστρό).
                   κάθομαι καί διαβάζω ἐφημερίδα,
                   στίς μέρες πού γεννάει ἡ Ἀλκυόνα
                   κι ἀντίκρυ βλέπω θάλασσα, οὐρανό-
                   ρεμβάζω στήν καινούργια ἐλπίδα.

                   Διαβάζω: Μετανάστες ἦρθαν πάλι
καί οἱ μισοί πνιγήκανε στό δρόμο.

                   Νά πάρουνε ἤ ὄχι τίς σημαῖες;
                   Ὁ κόσμος, αἰῶνες στό ἴδιο χάλι,
                   δέν ξέφυγε ἀπ᾿ τόν πόλεμο, τόν τρόμο
                   κι ἀπ᾿ τίς διακρίσεις τίς μοιραῖες.

                   Διαβάζω γιά πολέμους κάτω ἀπ᾿ τό Σταυρό.
                   Μετά τήν ἐνδεκάτη Σεπτεμβρίου
                   δικαιολογεῖται ἡ νέα τυφλή βία
                   κι ἄς κάνω διαδήλωση ὡς κι ἐγώ
                   κι ἄς εἶναι φαενότερον ἡλίου
                   ποιός κατευθύνει αὐτή τήν ἱστορία…

          Ἀπό αὐτούς τούς στίχους διαφαίνεται ἕνα εἰδικότερο ἀντικείμενο βολῆς, αὐτό τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καί τῶν διακρίσεων. Ἀπέναντί του, ἀπέναντι στά φαινόμενα ἀπανθρωπιᾶς καί ρατσισμοῦ, ἐκδηλώνεται μιά σαφής ἀντίδραση εἰρωνικῆς ἀποδοκιμασίας. Τήν ἀντίδραση αὐτή θά τή συναντήσουμε σέ πολλά ποιήματα, σημειώνω ξεχωριστά τό ποίημα «Ἡμεδαπός ἐξόριστος», ὅπου ἔχουμε μιά συνοπτική «ἱστορία» τῆς νεοελληνικῆς Ἀθήνας μέ τά πολλά συνεπαγόμενά της.

          Μιά ἄλλη πτυχή τῶν κειμένων ἀφορά τή σύγχρονη καθημερινότητα, μέ τίς μικρές καί μεγάλες ἀνεπάρκειές της καί μέ τά ἀδιέξοδά της. Ἕνα εὔγλωτο παράδειγμα ἐδῶ, ἴσως εἶναι ἀπό μόνο του ἀρκετά διαφωτιστικό. Εἶναι ἀπό τό ποίημα, «Καλοκαίρι 2003», οἱ τρεῖς πρῶτες στροφές πάλι.

                   Ἰούλιος, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας,
                   τίς νύχτες πού γινόμαστε φίλοι,
                   ἐγώ κι ἡ ἀϋπνία ἡ θερινή.
                   Στή δίνη τῆς δουλειᾶς καί τῆς ρουτίνας,
                   ἕνα φραπέ μές στήν πλατεία Μαβίλη
                   κι ὀνειρευόμαστε τό ἄγνωστο νησί.

                    Ἡ Οὐτοπία, ἡ Ταορμίνα τοῦ Οὐράνη…
                   Τ᾿ ὄνειρο ξεμακραίνει κάθε μέρα
                   καί γιγαντώνεται τίς νύχτες ζωηρό.
                   Χάνονται οἱ φίλοι καί ρωτοῦν τί κάνει
                   κεῖνος πού χάθηκε τήν Τσαγκαροδευτέρα
                   καί πιά δέν ἀπαντάει στό κινητό.

                   Τήν Κυριακή στήν πλάζ τοῦ Ἀλίμου
                   ὅλοι μαζί σέ μιά σπουδή θαλάσσης,
                   νά σχεδιάζουν λαϊφστάιλ διακοπές.

                   Μά στή Θεσσαλονίκη οἱ κολλητοί μου
                   πού ᾿χουν ἀκόμη κέφι γι᾿ ἀντιστάσεις
                   πήγαν στή Σύνοδο, διαδηλωτές.

          Δέν σχολιάζω, εἶναι αἰσθητή ἡ ἀπογοήτεψη πού διατρέχει αὐτούς τούς στίχους.

          Μιά σημαντική πλευρά τῶν ποιημάτων ἀφορά τά προβλήματα τῆς ἡλικίας, ἰδίως αὐτά τῆς ἐφηβείας καί τά μετά. Τί γίνεται ὅταν περνοῦν τά χρόνια, τί γίνεται ὅταν παντρευόμαστε, τί συμβαίνει μέ τούς φίλους μας, τί μέ τόν ἑαυτό μας; Πόσο ἀλλάζουμε καί πῶς; Γιατί χάνονται οἱ φίλοι; Ἐννοεῖται πώς ὁ προβληματισμός αὐτός ἀγγίζει ὑπαρξιακές εύαισθησίες καί εἶναι, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἀνάλογης σημασίας. Εἶναι πιό εὔκολο νά στέκεται κανείς  ἀπέναντι στόν κόσμο καί στά στραβά του, παρά ἀπέναντι στό στενό του περιβάλλον καί στόν ἑαυτό του. Κι ὅλοι ξέρουμε ἀπό πείρα τί σημαίνει νά βρίσκεσαι πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τόν ἑαυτό σου. Στό σημεῖο τοῦτο θά ἤθελα νά σᾶς παρουσιάσω τέσσερα πέντε κείμενα. Ἀλλα, ἐπειδή αὐτό δέν μπορῶ νά τό κάνω, θά περιοριστῶ σ᾿ ἕνα μονάχα, περιμένοντας τίς ἀναγνώσεις τῆς ποιήτριας.  Θά περιοριστῶ στό ποίημα «Τά φαντάσματα τῶν φίλων», τό μοναδικό πού εἶναι συνθεμένο μέ δίστιχα.

                   Τούς φίλους μας τούς παίρνουν τά φαντάσματα.
                   Πηγαίνει ἡ ψυχή τους στ᾿ ἄγρια φάσματα
                   καί σπάνια ἐπιστρέφει ἀπό κεῖ πέρα.

                   Ἄλλοι κυνήγησαν μι᾿ ἀμφίβολη καριέρα
                   καί χρεωθῆκαν ψυχικές ἀποτυχίες.
                   Μπερδεύτηκαν, μέ λίγες ἀτυχίες,
                   μέ πανικούς, μέ μοναξιά καί δράματα.

                   Τό ρίξανε στά χάπια καί στά ὁράματα
                   τοῦ «μαύρου» καί πνιγήκαν στά ποτά.
                   Ἄλλοι μαζέψανε τά ὑλικά ἀγαθά:
                   τό σπίτι, τό ἁμάξι καί τίς θέσεις-
                   καί μεγαλώσαν μεταξύ μας οἱ ἀντιθέσεις,
                   ἀνοίξανε στή μέση τέτοια χάσματα,
                   πού ἴσως νά μέ πῆραν τά φαντάσματα…

          Ὁ τελευταῖος στίχος μοῦ θμίζει τὀ «ἀνεπαισθήτως» τοῦ Καβάφη, καί θά μποροῦσε νά ᾿χει τή μορφή: «πού ἴσως (ἀνεπαισθήτως) νά μέ πῆραν τά φαντάσματα». Πάνω σ᾿ αὐτή τή δίβουλη αὐτοειρωνεία -μέ πῆραν ἤ δέν μέ πῆραν τά φαντάσματα;- στηρίζεται σέ μαγάλο βαθμό τό κύρος ὅλου τοῦ ποιήματος.

          Ὁ λόγος τῆς Κολοτούρου εἶναι στρωτός καί βατός. Δέν εἶναι κρυπτικός, δέν παρουσιάζει ἰδιαίτερες δυσκολίες στήν κατανόηση καί οἱ διάφοροι συσχετισμοί πού ἐνυπάρχουν εἶναι ἀρκετά εὐανάγνωστοι. Στό λεξιλόγιο καί στή σύνταξη προέχει ἡ καθημερινή πρακτική γνώσσα. Μιά ρεαλιστική γλώσσα πραγμάτων.

          Ἡ στάση τῆς ποιήτριας ἀπέναντι στό ἑκάστοτε γενικό καί εἰδικό  ἀντικείμενό της, ὁ ἀπελευθερωμένος στίχος καί τό εἰρωνικό χαμόγελό της, δέν κρύβουν τή σχέση της μέ ὁρισμένο ποιητικό παρελθόν. Ἔξω ἀπό τό γεγονός ὅτι ἔχουμε τρεῖς ὀνομαστικές ἀναφορές, τά παραπάνω στοιχεῖα δείχνουν ὅτι ὑπάρχει ἐκλεκτική μαθητεία στούς ποιητές τοῦ 1920 καί ξεχωριστά στόν Καρυωτάκη. Σ᾿ αὐτόν τόν ποιητῆ πού μέ τό λιγοστό ἔργο του, καθώς δείχνουν τά σημάδια, ἔχει γονιμοποιήσει ὅλες τίς μετά ἀπ᾿ αὐτόν νεότερες ποιητικές γενιές.


Πίσω στο κείμενο [1]Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ἡ τέχη τοῦ στίχου, μετάφραση Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης Ἡράκλειο 2006, σ. 138.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.