«Νεορομαντικοί καί νεοσυμβολιστές»

Δέν γνωρίζω ποιός χρησιμοποίησε πρῶτος αὐτούς τούς ὅρους γιά νά προσδιορίσει τόν προσανατολισμό καί τό ποιητικό περιεχόμενο τῶν ποιητῶν τοῦ 1920. Δέν γνωρίζω ἐπίσης ἄν προηγήθηκε ἤ ἀκολούθησε κάποια ἐργασία ἡ ὁποία τεκμηρίωνε τήν ἐγκυρότητά αὐτῆς τῆς χρήσης.

          Τό 1921, ὁ Τέλλος Ἄγρας, στό περιοδικό Μοῦσα, εἶχε γράψει, μεταξύ ἄλλων, τά ἀκόλουθα: «Στή σύγχρονη φιλολογία συχνά γίνεται χρήση τῶν ὅρων νεοκλασσικισμός καί νεορρωμαντισμός· μέ τήν ἔννοια νεοκλασσικισμός  χαρακτηρίζομε τήν τάση ἐκείνη, πού ἐπιδιώκει τό κυριώτερο (ἀπ᾿ ὅσα εἶναι γνωστά καί αἰσθητά γιά τή σύχρονη ψυχή) γνώρισμα τῶν ἀρχαίων ἔργων: τήν πλαστική σύλληψι τῶν ἐννοιῶν, καί ὅ,τι ἄλλο αὐτή περιέχει: σαφήνεια, καθαρότητα, διαύγεια κ.τλ. Παράλληλα, μέ τόν ὅρο νεορρωμαντισμός χαρακτηρίζομε τό δεύτερο στάδιο τοῦ ρωμαντισμοῦ, πού ἀντιπροσωπεύουν τά Poemmes Saturniens τοῦ Βερλαίν: Πνευματικός καί ἀληθινά ποιητικός ρωμαντισμός, ρωμαντισμός ἀπό συνείδησι καί ὄχι ἀπό ἐκτέλεσι, ρωμαντισμός λεπτός, πού κυνηγᾶ τίς μυστικές ἀποχρώσεις καί τήν σκιά τῆς ὀπτασίας. Ὁ Βερλαίν ἔκανε ἕνα καλό φιλτράρισμα ᾿ςτήν ποίησι τοῦ Hugo, ὁ ρωμαντισμός του ἦταν εἰλικρινής, ὄχι βιασμένος, ὄχι ἐπιφανειακός καί λεκτικός, ὁ Hugo εἶναι φλύαρος, ὁ Verlaine λακωνικός ὁ Hugo εἶναι στομφώδης καί ἐπίσημος, ὁ Verlaine χαμηλόφωνος καί λιπόθυμος, ἡ μουσική τοῦ Hugo εἶναι δόριος ρυθμός, ἡ μουσική τοῦ Verlaine εἶναι λυδική ἁρμονία, μαλακειά κι ἀποπνευματωμένη, ἐξατμιζόμενη πάνω ᾿ςτά χείλη. Κι ὅλη αὐτή ἡ λεπτή κι εὔθραστη ποίηση κατεβαίνει ὅμως ᾿ςτό ἀληθινό βάθος τῆς σύγχρονης ψυχῆς, οἱ ἀποσιωπήσεις της ὑποβάλλουν ὅσα ποτέ δέν κατώρθωσε νά ὑποβάλη ὁ φόρτος ἑνός ὑποδειγματικοῦ ρωμαντικοῦ».[1] Σημειώνω γιά τήν ὤρα ὅτι ὁ Ἄγρας μιλάει γιά νεοακλασικισμό καί νεοροματισμό στά γαλλικά γράμματα κι ὅτι τό νεορομαντισμό τόν συνδέει μέ ὁρισμένο ἔργο τοῦ Βερλαίν. Δέν μιλάει ὅμως γιά νεοσυβολισμό.

          Τό 1960 δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Νέα Πορεία τῆς Θεσσαλονίκης ἕνα κείμενο τοῦ Κώστα Στεργιόπουλου μέ τίτλο «Ἡ ἀθηναϊκή νεορομαντική σχολή τοῦ μεσοπολέμου. (Ἡ ἐποχή, τά χαρακτηριστικά, οἱ ἐκπρόσωποι)».[2] Τίς θέσεις πού προβάλλει σ᾿ αὐτό τό ἄρθρο ὁ Στεργιόπουλος θά τίς ἐπαναλάβει σχεδόν αὐτολεξί στήν εἰσαγωγή τῆς ἀνθολογίας του Ἡ ἀνανεομένη παράδοση[3] καί σέ ἄλλα κείμενά του. Μέ τή διαφορά ὅτι προσθέτει ἔκτοτε καί τόν ὅρο νεοσυμβολιστική (σχολή). «Ἰδιαίτερα στήν περιοχή τῆς ποίησης,» παρατηρεῖ ὁ Στεργιόπουλος στή Νέα Πορεία, «πού ἀποκλειστικά μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, ἡ ἀλλαγή τούτη καί σημαντικά ἔργα πρόσθεσε, ἀλλά καί ἔμελλε νά γίνει ἡ ἀπαρχή γιά ὅλες τίς μελλοντικές ἐξελίξεις. Τότε ἀκριβῶς, ἐκεῖ γύρω στά 1915 καί στά 1920, κάνει τήν ἐμφάνισή της μιά πλειάδα ποιητῶν, μέ διαφορά μιᾶς περίπου δεκαετίας ἀναμεταξύ τους, πού μέ τή λεπταισθησία τους καί τήν ἐκλεκτικότητά τους φέρνουν ἔναν ἐντελῶς νέο κ᾿ ἄγνωστο, ἴσαμε τήν ὥρα, τόνο, καί δίνουν μιάν ἀποφασιστική στροφή στήν ποιητική παράδοση. Ὁ Κώστας Οὐράνης, ὁ  Ναπολέων Λαπαθιώτης, ὁ Κ.Γ. Καρυωτάκης, ὁ Τέλλος Ἄγρας, ὁ Μῆτσος Παπανικολάου ἀποτελοῦν τούς κύριους ἐκπροσώπους τῆς πλειάδας….». Ὁ Στεργιόπουλος μιλάει γιά τούς ποιητές τοῦ 1920, πού, κατά τή γνώμη του, παρουσιάζουν γνωρίσματα ἰδιαίτερης «σχολῆς». Εὔκολα συνάγει κανείς ἀπό τό κείμενό του ὅτι δέν ἀναφέρεται στό περιεχόμενο καί στήν ἐγκυρότητα τῶν ὅρων «Νεοερομαντικοί» ποιητές, ὑπονοώντας ἤ προϋποθέτοντας ὅτι τό ζήτημα αὐτό εἶναι λυμένο. Στεγάζει δηλαδή τό κείμενό του μέ τό συγκεκριμένο ὅρο, ἀλλά δέν συζητάει τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καθαυτοῦ,  τήν εἰδική δηλαδή σχέση του μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20. Ἴσως γιατί ἔχει ὑπόψη του κάποια προηγούμενη ἐργασία στήν ὀποία τά ζητήματα αὐτά ἔχουν μελετηθεῖ καί διευκρινιστεῖ.

          Ὅπως εἶπα, στήν ἀνθολογία Ἡ ἀνανεομένη παράδοση, ἀναφερόμενος ὁ Στεργιόπουλος, εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, στούς ποιητές τοῦ ᾿20, τούς στεγάζει κάτω ἀπό τόν τίτλο: «Ἡ νεορομαντική καί νεοσυμβολιστική σχολή». Προσθέτωντας ἔτσι στόν ὅρο «νεορομαντική» καί τόν ὅρο «νεοσυμβολιστική», χωρίς πάλι νά δίνει πληροφορίες γιά τό περιεχόμενο τοῦ δεύτερου ὅρου καί τήν εἰδική του σχέση μέ τό ἔργο τῶν ἀνθολογούμενων ποιητῶν. Προσωπικά, τό εἶπα ἤδη, ἀγνοῶ τήν προέλευση, τόσο τοῦ ὅρου «νεορομαντισμός», ὅσο καί τοῦ «νεοσυμβολισμός». Ὁ Στεργιόπουλος ἔχει καταγίνει μεγάλο διάστημα καί μέ ζῆλο μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 καί ἀσφαλῶς δέν μιλάει χωρίς δεδομένα. Δέν γνωρίζω ὅμως καμιά ἐργασία στήν ὁποία νά ἀναλύεται καθαυτό τό περιεχόμενο τῶν παραπάνω ὅρων, ὅπως τό κάνει π.χ. ὁ Ἄγρας στο ἀπόσπασμα πού παράθεσα παραπάνω, ἴσως ὅμως ὑπάρχει τέτοια ἐργασία καί μοῦ διαφεύγει. Ὅπως καί νά ᾿ναι, πέρα ἀπό τό τί ἔχει εἰπωθεῖ σχετικά, ὑπάρχει τό περιθώριο νά δεῖ κανείς αὐτούς τούς ὅρους ἀπό τήν ἀρχή, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὀποῖο χησιμοποιήθηκαν ὥς τώρα.

          α) «Νεορομαντισμός». Ἀναφορικά μέ τό ρομαντισμό, θά πρέπει νά γίνεται πάντα διάκριση ἀνάμεσα στό ρομαντισμό ὡς ξεχωριστό κίνημα καί στό ρομαντισμό π.χ. τοῦ Ὁμήρου, πού εἶναι μέσα στή φύση τῆς ποίησης. Στήν περίπτωση πού συζητῶ τίθεται ζήτημα ρομαντικῆς σχολῆς καί μάλιστα νεορομαντικῆς. Τό κατά πόσο ὡστόσο οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 ἀνήκουν στή ρομαντική σχολή ἤ στό ρομαντικό κίνημα καί κατά πόσο παρουσιάζουν ἁπλῶς ρομαντικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα συνιστοῦν κοινό παρονομαστή τῆς ποίησης γενικά, εἶναι κάτι πού χρειάζεται ξεχωριστή μελέτη.[4] Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ὅταν μιλοῦμε γιά νεορομαντισμό, τό βάρος τῆς συζήτησης πέφτει στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξης: στό συνθετικό «νέο». Ἔχουμε δηλαδή παλιό ρομαντισμό καί νέο ρομαντισμό. Ποῦ βρίσκεται τό νέο στούς ποιητές τοῦ ᾿20; Γιά νά ἰσχύει ἐδῶ αὐτό τό «νέο», θά πρέπει νά κατατάξουμε, γιά παράδειγμα, τόν Πορφύρα στόν παλιό ρομαντισμό, καί τόν Οὐράνη στόν νέο ρομαντισμό. Προσωπικά δυσκολεύομαι νά κατανοήσω αὐτή τή διάκριση. Ὅτι δηλαδή μέχρι τούς μεταπαλαμικούς ποιητές ἔχουμε παλιά ρομαντική σχολή, ἐνῶ μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 ἔχουμε νέα ρομαντική σχολή -καί ὁ ὅρος «σχολή» ἐδῶ μοῦ φαίνεται παρατραβηγμένος. Ἄν ἀκολουθήσουμε τή σκέψη τοῦ Ἄγρα, πού παράθεσα στήν ἀρχή, ἀλλοῦ θά μπορουσε νά γίνει μιά σχετική διάκριση: ἀνάμεσα στόν Παλαμᾶ, ἀντί γιά τόν Οὐγκώ, καί στό Χατζόπουλο ἤ τό Μαλακάση, ἀντί γιά τό Βερλαίν. Σέ καμιά περίπτωση πάντως δέν θά μποροῦσε νά γίνει ἀνἀμεσα στόν Παλαμᾶ καί στόν Καρυωτάκη. Ἀλλά καί ἀνάμεσα στόν Παλαμᾶ καί στό Χατζόπουλο ἤ Μαλακάση, ἡ ἀναλογική, κατά Ἄγρα, διάκριση μοιάζει ἀρκετά μηχανιστική. Δέν εἶναι εὔκολο νά ἐφαρμόζουμε ἀβίαστα τά γαλλικά ποιητικά δεδομένα πάνω στά νεοελληνικά.

          β) «Νεοσυμβολισμός». Εἰσηγητής τοῦ συμβολισμοῦ στήν Ἑλλάδα ὑπῆρξε ὁ Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1998), ἀλλά τό κίνημα πραγματώθηκε ὡριμότερα στό ἔργο τοῦ Λάμπρου Πορφύρα. Τώρα ἀνάμεσα στόν Πορφύρα καί στούς ποιητές του ᾿20 ἔχουμε συμβολιστική διαφοροποίηση; Ποῦ βρίσκεται αὐτή ἡ διαφοροποίηση μέσα στό ἔργο τῶν ποιητῶν; Ὅσο τουλάχιστο ἔχω μελετήσει τό ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20, σέ σχέση μ᾿ ἐκεῖνο τοῦ Πορφύρα καί γενικότερα τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν, ἡ μόνη διαφορά πού διαπιστώνω εἶναι τούτη. Οἱ ποιητές τοῦ ᾿20 υἱοθετοῦν τόν συμβολιστικό προσανατολισμό τῶν προγενέστερων στό ξεκίνημά τους. Γιατί μετά ἀπό τό πρῶτο στάδιο τοῦ ἔργου τους, οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, εἰσάγουν στό λόγο τους «τήν εἰλικρίνεια τοῦ βιώματος καί τοῦ ἁπτοῦ γεγονότος», κι ἡ ποίηση «ἀρχίζει νά βγαίνει  ἀ π ό  τ ά  π ρ ά γ μ α τ α» (ἡ ὑπογράμμιση στό κείμενο).[5] Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι μετά τό πρῶτο στάδιο τοῦ ἔργο τους, οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, κάνουν στροφή πρός τή ρεαλιστική ἔκφραση. Γίνεται ἑπομένως φανερό ὅτι πολύ δύσκολα θά χαρακτήριζε κανείς τό κυρίως ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20 συμβολιστικό, καθώς εἰσάγονται πιά σ᾿ αὐτό τό «ἁπτό γεγονός» καί «τ ά  π ρ ά γ μ α τ α», δηλαδή ὁ πραγματισμός. Πάνω σ᾿ αὐτά θά μποροῦσε νά προσθέσει κανείς ὅτι καί τό θέμα ἐπανέρχεται στήν ποίησή τους καί ἡ ὀνομαστική ἀναφορά στά ἀντικείμενα καί ἡ συγκεκριμένη σχέση τους μέ τήν ἐποχή καί τό περιβάλλον τους. Ἄν ὅμως δύσκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τούς ποιητές αὐτούς συμβολιστές, ἀκόμα πιό δύσκολα μπορεῖ νά τούς χαρακτηρίσει νεοσυμβολιστές.

          Μιλώντας γενικότερα θά ἔλεγα πώς οἱ ὅροι, «νεορομαντικοί καί νεοσυμβολιστικοί» ποιητές τοῦ ᾿20, εἶναι τόσο συζητήσιμοι ὥστε νά χρειάζεται νά ξανακοιταχτοῦν. Λέγεται γιά τά ἐγχειρίδια ὅτι διαιωνίζουν τά λάθη τοῦ παρελθόνος, τά λάθη πού ἔγιναν κάποτε κι ἔπειται ἐπαναλαμβάνονται ἄκριτα. Φομᾶμαι ὅτι κάτι ἀνάλογο ἰσχύει σήμερα καί μέ τούς παραπάνω ὅρους.

         Περιοδικό Μικροφιλολογικά, τεῦχος 26, Λευκωσία, φθινόπωρο 2009.


[1] Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, τόμος Α΄, Καστανιώτης, Ἀθήνα 2001, σ. 41

[2] Κώστας Στεργιόπουλος, «Ἡ ἀθηναϊκή νεορομαντική σχολή τοῦ μεσοπολέμου. (Ἡ ἐποχή, τά χαρακτηριστικά, οἱ ἐκπρόσωποι), Νέα Πορεία, τεῦχος 61, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1960, σσ. 68-72.

[3] Ἡ Ἑλληνική Ποίηση. Ἡ ἀνανεομένη παράδοση, ἀνθολογία-γραμματολογία, ἐπιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, τόμος τρίτος, Σοκόλης, Ἀθήνα 1980.

[4] Ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς ἀναφέρει τή γνώμη τοῦ Καβάφη (1932) γιά τούς «ποιητάς τῶν Ἀθηνῶν», τούς ὁποίους χαρακτήρισε «ρωμαντικούς». «Δέν εἴπαμε πολλά.», γράφει ὁ Θεοτοκᾶς, «Λίγες φράσεις. Ὁ Καβάφης, μέ τρόπο καί πολύ ἀόριστα, ἔφερε τήν κουβέντα σ᾿ αὐτούς πού ὀνόμαζε ‘‘ποιητάς τῶν Ἀθηνῶν’’· ἐννοοῦσε τούς καθιερωμένους, τούς φημισμένους κι ὄχι εἰδικά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον, ἀλλά τό σύνολο πού ἀποτελοῦσαν. Κι ὅταν ἐγώ παρατήρησα ὅτι, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς τούς ποιητές, ὑπάρχουν καλοί καί κακοί, ἔσκυψε πρός ἐμένα πολύ ἐμπιστευτικά, μέ πολλή σοβαρότητα καί προφύλαξη, σάν νά μοῦ ἔλεγε ἕνα μεγάλο μυστικό πού εἶναι δυσάρεστο κι ἴσως ἐπικίνδυνο νά τό ἐπαναλαμβάνει κανείς, καί μουρμούρησε:

– Εἶναι ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί!» (Γιῶργος Θεοτοκᾶς, Πνευματική πορεία, Φέξης, Ἀθήνα 1961, σ. 245-246.)

Ποιοί Ἀθηναῖοι ποιητές ἦταν τίς δύο πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20ου αἰώνα «καθιερωμένοι καί φημισμένοι»; Ὄχι βέβαια οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, πού καλά καλά δέν εἶχαν ὁλοκληρώσει τό ἔργο τους. Σέ ἐπίπεδο δημόσιας ἐπιφάνειας κυριαρχοῦσε τότε ὁ Παλαμᾶς μέ τήν παρέα του, Δροσίνης, Πολέμης, Στρατήγης, κ.λπ. Πολύ λιγότερο ἦταν «καθιερωμένοι καί φημισμένοι» οἱ μεταπαλαμικοί ποιητές, μεταξύ τῶν ὁποίων προεῖχε περισσότερο τό ὄνομα τοῦ Μαλακάση καί τοῦ Γρυπάρη. Ὁ Καβάφης εἶχε προηγούμενα μέ τούς «ρωμαντικούς» «ποιητάς τῶν Ἀθηνῶν», ἀλλά δέν τά εἶχε μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20, πού ἔβλεπαν μέ θετικό μάτι τή δουλειά του. Ἄλλωστε δέν πρέπει νά παίρνουμε τοῖς μετρητοῖς τή γνώμη τοῦ Καβάφη, γιατί, ποιητής ὁ ἴδιος, ἦταν φυσικό νά βλέπει ἀπό τή δική του, ὑποκειμενική, ὀπτική γωνία τά πράγματα.

[5]  Κώστας Στεργιόπουλος, ὄ.π., Νέα Πορεία, σ. 69,70.

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.