«Νεορομαντικοί καί νεοσυμβολιστές…» Συνέχεια

Στό προηγούμενο τεῦχος (26) τῶν Μικροφιλολογικῶν ἄνοιξε ἕνα θέμα σχετικά με τήν ἐγκυρότητα τῶν ὅρων «νεορομαντικοί καί νεοσυμβολιστές», πού ἔχουν ἀποδοθεῖ στούς ποιητές τοῦ ᾿20. Ἀπό τήν πλευρά μου θά ἤθελα νά δώσω μερικές ἐπιπλέον διευκρινίσεις γιά ὅ,τι ὑποστήριξα στό τεῦχος αὐτό.

          Πρῶτα ὅμως θέλω νά δηλώσω ὅτι ἐκτιμῶ τό ἔργο τοῦ Κώστα Στεργιόπολου, τόσο γιά τούς ποιητές τοῦ ᾿20, ὅσο καί γενικότερα. Μάρτυρας τό γεγονός ὅτι ἐπανειλημμένα ἔχω ἀναφερθεῖ τιμητικά στή δουλειά του. Τόν ἴδιο ἄλλωστε τόν θεωρῶ φίλο μου. Τοῦτο δέν σημαίνει βέβαια ὅτι συμφωνῶ μαζί του σέ ὅλα. Δέν συμφωνῶ π.χ. ὅτι οἱ ὅροι «Νεορομαντικοί καί νεοσυμβολικοί» ἀνταποκρίνονται στό ὥριμο ἔργο τῶν ποιητῶν του ᾿20, ἤ ὅτι ὁ Καβάφης καί ὁ Καρυωτάκης εἶναι παρακμίες ποιητές. Θά ἄξιζε κάποτε νά συζητηθεῖ ἡ ἔννοια τῆς παρακμῆς στήν ποίηση καί εἰδικότερα ἀναφορικά μ᾿ αὐτούς τούς δυό ποιητές. Πάντως κάθε συζήτηση γιά θέματα τῆς λογοτεχνίας, δέν μπορεῖ παρά νά ἔχει συνεργατικό χαρακτήρα, εἴτε πρόκειται περί συμφωνίας εἴτε περί διαφωνίας. Γιατί κοινός στόχος εἶναι ἡ συνεργασία γιά τήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἤ ἔστω γιά τό ξεκαθάρισμα τῶν παρεξηγήσεων, πάνω σέ ὑπερπροσωπικά ζητήματα.

          Ἔρχομαι στό προκείμενο. Ἀναφερόμενος, ὁ Στεργιόπουλος, σέ ὅσα διατύπωσα στό προηγούμενο τεῦχος γιά τούς ὅρους «νεορομαντικοί καί νεοσυμβολιστές» ποιητές τῆς γενιᾶς τοῦ ᾿20, γράφει τά ἀκόλουθα:

          «Ὅσο γιά τό ἐρώτημα ‘‘ποῦ βρίσκεται τό νέο στούς ποιητές τοῦ ᾿20’’ καί ‘‘ποῦ ἡ διαφοροποίηση’’ ἀπό τούς προηγούμενους, μοῦ κάνει ἐντύπωση πώς ὁ Ἀράγης, προσεκτικός ἀναγνώστης κατά τά ἄλλα, ἐνῶ ἀναφέρει τό μελέτημα τοῦ 1960 στή Νέα Πορεία καί τήν Εἰσαγωγή στόν τόμο Ἡ ἀνανεωμένη παράδοση, δέν πρόσεξε πόσο ἀναλυτικά τονίζονται οἱ διαφορές ἀπό τούς προγενέστερους καί πῶς μέσα ἀπ᾿ τίς διαφορές προσδιορίζεται τό περιεχόμενο τῶν ὅρων «νεοερομαντισμός» καί «νεοσυμβολισμός», κι εἶναι σά νά μήν ἔχει ὑπόψη του πώς ὑπάρχουν καί «σύμβολα-πράγματα», ὅταν, παραθέτοντας μέσα σέ εἰσαγωγικά δικές μου παρατηρήσεις, φτάνει στό σημεῖο νά ἰσχυριστεῖ ὅτι «πολύ δύσκολα θά χαρακτήριζε κανείς τό κυρίως ἔργο τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20 συμβολιστικό, καθώς εἰσάγονται πιά σ᾿ αὐτό τό ‘‘ἁπτό’’ καί τά ‘‘πράγματα’’, δηλαδή ὁ πραγματισμός».

          Τό ἀπόσπασμα εἶναι σαφές καί δείχνει τά σημεῖα στά ὁποῖα χρειάζεται νά γίνουν ἀντίστοιχες διευκρινίσεις ἀπό τή μεριά μου

          α) «…, δέν πρόσεξε [ὁ Ἀράγης] πόσο ἀναλυτικά τονίζονται οἱ διαφορές ἀπό τούς προγενέστερους καί πώς μέσα ἀπ᾿ τίς διαφορές προσδιορίζεται τό περιεχόμενο τῶν ὅρων ‘‘νεορομαντισμός’’ καί ‘‘νεοσυμβολισμός’’». Διαβάζοντας αὐτές τίς σειρές σκέφτομαι ὅτι κακῶς, στό κείμενό μου στό προηγούμενο τεῦχος τῶν Μικροφιλολογικῶν, δέν ἐπέμενα περισσότερο στό συνθετικό «νέο» τῶν συναφῶν ὅρων. Λοιπόν, στήν περίπτωση πού σ᾿ ἕνα ἀναλυτικό κείμενο «τονίζονται οἱ διαφορές» τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20, «ἀπό τούς προγενέστερους» (ποιούς ἀκριβῶς;) δέν σημαίνει ὅτι οἱ διαφορές αὐτές ἀποτελοῦν τήν εἰδοποιό διαφορά τοῦ «νεορομαντισμοῦ» καί τοῦ «νεοσυμβολισμοῦ». Ἄν ἦταν ἔτσι τότε θά εἴχαμε μόνο μιά δισήμαντη διαφορά ἀνάμεσα στούς ποιητές τοῦ ᾿20 καί στούς προγενέστερους, αὐτήν τῶν δύο «νέο». Ἐνῶ πρόκειται στήν πραγματικότητα γιά πολλές καί ποικίλες διαφορές, ὅπως θά φανεῖ καί παρακάτω. Ἄν ὡστόσο συμβαίνει, μέσα στό γενικό φάσμα τῶν διαφορῶν αὐτῶν, νά ὑπάρχουν πράγματι διαφορές, τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20 ἀπό τούς προγενέστερους, ἀπό τίς ὁποῖες  νά «προσδιορίζεται τό περιεχόμενο τῶν ὅρων ‘‘νεορομαντισμός’’ καί ‘‘νεοσυμβολισμός’’», τότε αὐτές οἱ διαφορές θά πρέπει νά καθοριστοῦν εἰδικά καί συγκεκριμένα. Τί νόημα ἔχει νά μένουν ἀδιευκρίνιστες μέσα στό γενικό φάσμα τῶν διαφορῶν, χωρίς νά προσδιορίζονται καθαυτές. Οἱ ὅροι πού πρωτοεμφανίζονται, καί οἱ συγκεκριμένοι βέβαια, θέτουν αὐτόματα ζήτημα ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τους. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό, ἀναφορικά μέ τούς ὅρους «νεορομαντισμός» καί «νεοσυμβολισμός», θά πρέπει νά προσδιοριστοῦν πρῶτα οἱ προγενέστεροι ποιητές, ἀπό τούς ὁποίους γίνεται ἡ διάκριση τοῦ «νέο». Ποιοί εἶναι στήν περίπτωση αὐτή οἱ προγνέστεροι ποιητές; Σύμφωνα μέ τά γραφόμενα τοῦ Στεργιόπουλου εἶναι συλλήβδην ὅλοι οἱ ποιητές ἀπό τούς Φαναριῶτες μέχρι καί τούς μεταπαλαμικούς, οἱ τέσσερις δηλαδή γενιές ποιητῶν πού προηγήθηκαν τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20. Ἄν ὡστόσο τό «νέο» δηλώνει εἰδική βαθμίδα ἐξέλιξης ἤ διαφοροποίησης, αὐτή δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι εἰδική βαθμίδα ἐξέλιξης τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20, συγκριτικά μέ τήν ἀμέσως προγενέστερη γενιά, ἐκείνη δηλαδή τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἐφόσον λέγεται  ὅτι οἱ μεταπαλαμικοί ποιητές ὑπῆρξαν ρομαντικοί καί συμβολιστές, τό ζητούμενο εἶναι μιά εἰδική συγκριτική μελέτη. Νά βάλει, μ᾿ ἄλλα λόγια, κανείς κάτω τό ἔργο τῶν μεταπαλαμικῶν ποιητῶν καί τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20 καί νά δεῖ συγκριτικά αὐτά τά ἔργα ὡς πρός τό ρομαντισμό καί τό συμβολισμό. Ἄν ἀπό μιά τέτοια τεκμηριωμένη σύγκριση βγαίνουν νεορομανικοί καί νεοσυμβολιστές οἱ ποιητές τοῦ ᾿20, τότε, μάλιστα, ἔτσι εἶναι. Ὅμως, ὅσο γνωρίζω, τέτοια μελέτη δέν ἔχει γίνει μέχρι σήμερα.

          β) «…, κι εἶναι σά νά μήν ἔχει ὑπ᾿ ὄψη του [ὁ Ἀράγης] πώς ὑπάρχουν καί ‘‘σύμβολα πράγματα’’». Πρέπει νά ὑποθέσω πώς ἡ φράση αὐτή, ὅπως τοποθετεῖται μέσα στό κείμενο τοῦ Στεργιόπουλου, συνδέεται μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20 καί μέ τό συζητούμενο «νέο». Ἄν εἶναι ἔτσι, ὁμολογῶ τήν ἀπορία μου. Γιατί, ἀλήθεια, δέν ἔχω ὑπ᾿ ὄψη μου ὅτι ὑπάρχουν καί «σύμβολα πράγματα», πού ἀφοροῦν εἰδικά τούς ποιητές τοῦ ᾿20. Ἀντίθετα αὐτό πού ἔχω ὑπ᾿ ὄψη μου εἶναι ὅτι «σύμβολα πράγματα» ὑπάρχουν σ᾿ ὅλη τήν ποίηση, ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἀπό τήν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ἔχω συνεπῶς μεγάλη δυσκολία νά καταλάβω πῶς, κατά ποιό τρόπο, τά «σύμβολα πράγματα» συσχετίζονται μέ τό «νέο» τῶν συζητούμενων ὅρων.

          γ) «…, ὅταν, παραθέτοντας [ὁ Ἀράγης] μέσα σέ εἰσαγωγικά δικές μου παρατηρήσεις, φτάνει στό σημεῖο νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ‘‘πολύ δύσκολα θά χαρακτήριζε κανείς  τό κυρίως ἔργο  τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20 συμβολιστικό, καθώς εἰσάγονται πιά σ᾿ αὐτό  τό «ἁπτό»[1] καί «τά πράγματα», δηλαδή ὁ παραγματισμός’’». Νά πῶ πρῶτα ὅτι δέν περιορίστηκα μόνο σ᾿ αὐτές τίς μέσα σέ εἰσαγωγικά «παρατηρήσεις» τοῦ φίλου Κώστα. «Πάνω σ᾿ αὐτά», ἔγραψα, «θά μποροῦσε νά προσθέσει κανείς ὅτι καί τό θέμα ἐπανέρχεται στήν ποίησή τους [ὁ λόγος γιά τούς ποιητές τοῦ ᾿20] καί ἡ ὀνομαστική ἀναφορά στά ἀντικείμενα καί ἡ συγκεκριμένη σχέση τους μέ τήν ἐποχή καί τό περιβάλλον τους». Ἔστω, ἄς τά παραβλέψουμε αὐτά. Ἡ ἀπορία, ἄν καταλαβαίνω σωστά εἶναι, πῶς γίνεται νά ἀναφέρονται ἀπό μένα οἱ μέσα σέ εἰσαγωγικά «παρατηρήσεις» ἑνός κειμένου, ἐναντίον τοῦ τίτλου πού στεγάζει τό κείμενο αὐτό. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ πώς αὐτές τίς «παρατηρήσεις» τοῦ Στεργιόπουλου τίς ἔχω χρησιμοποιήσει ἐπανειλημμένα καί σ᾿ ἄλλα κείμενά μου. Καί τό ἔχω κάνει γιά τό λόγο ὅτι ἔχουν εὐθεία σχέση μέ τόν πραγματισμό (καί ἄρα μέ τήν ἀντιρομαντική καί τήν ἀντισυμβολιστική τάση) τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20. Γεγονός πού δείχνει πόσο ποικίλες ἕως καί ἀντιθετικές εἶναι οἱ «διαφορές» [τῶν ποιητῶν τοῦ ᾿20]  «ἀπό τούς προγενέστερους», οἱ ὁποῖες παρουσιάζονται στό «μελέτημα τοῦ 1960 στή Νέα Πορεία καί στήν Εἰσαγωγή στόν τόμο Ἠ  ἀνανεωμένη παράδοση». Ἀνάφερα, λοιπόν, τίς μέσα σέ εἰσαγωγικά «παρατηρήσεις», γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι βρίσκονται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τό περιεχόμενο τῶν σχετικῶν ὅρων. Καί δέν εἶναι οἱ μόνες «παρατηρήσεις» πού ἔρχονται σέ τέτοια ἀντίθεση. Συνδυάζοντας ἤδη τήν παραπάνω διευκρίνιση α) μέ αὐτήν ἐδῶ, ἄγομαι στό ἐξαγόμενο ὅτι ἡ φράση τοῦ Στεργιόπουλου, «μέσα ἀπ᾿ τίς διαφορές προσδιορίζεται τό περιεχόμενο τῶν ὅρων ‘‘νεορομαντισμός’’ καί ‘‘νεοσυμβολισμός’’», εἶναι τόσο συζητήσιμη, ὥστε οὐσιαστικά νά μήν ἰσχύει. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, σύμφωνα μέ τίς παραπάνω «παρατηρήσεις», μένουν ἔκθετοι καθαυτοί οἱ ὅροι, «νεορομαντισμός» καί «νεοσυμβολισμός», ὥς πρός τούς ποιητές τοῦ ᾿20.

          Πέρα ἀπό αὐτά καί ἀπ᾿ ὅ,τι ἔγραψα στό προηγούμενο 26ο τεῦχος τῶν Μικροφιλολογικῶν,  ὑπάρχουν ἐπιπλέον λόγοι γιά τούς ὁποίους χρειάζεται νά ἐπανεξεταστοῦν οἱ ὅροι «νεορομαντικοί» καί «νεοσυμβολιστές».

           Ὁ ἕνας εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτούς τούς ὅρους πᾶμε νά προσδιορίσουμε μιά γενιά ποιητῶν μέ χαρακτηριστικά λογοτεχνικῶν κινημάτων. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά φιλόδοξο ἐγχείρημα. Μέ τή διαφορά ὡστόσο ὅτι δέν ἔχουμε ἐδῶ σύμφωνη τήν ἱστορία. Οἱ ποιητές αὐτοί, ὅσο ξέρω, δέν διεκδίκησαν ποτέ δάφνες νεορομαντικοῦ καί νεοσυμβολιστικοῦ κινήματος. Οὔτε οἱ συνομήλικοι θεωρητικοί ἀπολογητές τους, πού δέν ἦταν ἀμελητέοι, ὑποστήριξαν κάτι τέτοιο. Ἔστω, ἐνδέχεται νά πεῖ κανείς, δέν χάλασε ὁ κόσμος, μποροῦμε νά ἀγνοήσουμε τούς ποιητές καί νά θέσουμε ἐκ τῶν ὑστέρων τό ζήτημα τῆς ὁρισμένης ὁρολογίας. Σύμφωνοι, ἀλλά τότε ὀφείλουμε νά τεκμηριώσουμε τήν ἄποψη ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι ποιητές πραγματοποίησαν τό κίνημα τοῦ νεορομαντισμοῦ καί τοῦ νεοσυμβολισμοῦ στήν Ἑλλάδα. Καί μάλιστα ὅτι αὐτό συνέβηκε χωρίς νά ἔχουν ἰδέα οἱ ἴδιοι, οὔτε οἱ σύγχρονοί τους μελετητές τῆς ποίησής τους.

          Ὁ δεύτερος καί σοβαρότερος λόγος εἶναι ὅτι οἱ ὅροι «νεορομαντικοί» καί «νεοσυμβολιστές» εἶναι, πέρα ἀπό τά ἄλλα πλήν, περιοριστικοί. Θέτουν, θέλω νά πῶ, ὁρισμένη ὀπτική γωνία μέσα ἀπό τήν ὁποία θά πρέπει νά προσεγγίζονται οἱ ποιητές τοῦ ᾿20. Μιά τέτοια ὅμως ὀπτική γωνία συνιστᾶ περιοριστικό τρόπο ἀντίληψης τῶν ποιητῶν. Δέν καταλαβαίνω π.χ. γιατί σώνει καί καλά θά πρέπει νά θεωροῦμε, ἄρα καί νά διαβάζουμε, τούς ποιητές τοῦ ᾿20 ὡς νεορομαντικούς καί νεοσυμβολιστές, καί ὄχι ἐλεύθερα ὡς ὁτιδήποτε ἄλλο πέρα ἀπό αὐτούς τούς ὅρους. Δέν καταλαβαίνω, μ᾿ ἄλλα λόγια, γιατί θά πρέπει σ᾿ αὐτούς τούς ποιητές, πού δέν μᾶς ἔφταιξαν σέ τίποτα, νά πρέπει νά φορέσουμε τό στενό καπέλο τοῦ νεορομαντισμοῦ καί τοῦ νεοσυμβολισμοῦ. Κι ἔπειτα ὑπάρχει ἕνα ζήτημα συνέπειας. Τί θά κάνουμε μέ τίς ἄλλες ποιητικές γενιές, τοῦ ᾿30 π.χ., τήν πρώτη μεταπολεμική, τή δεύτερη καί λοιπές; Θά φορέσουμε καί σ᾿ αὐτές ἀνάλογο κάλυμμα; Τό οὐσιῶδες πάντως πλήν αὐτῶν τῶν ὄρων εἶναι, πέρα ἀπό ἄλλα, ὁ περιοριστικός χαρακτήρας τους. Καί μιά καί τό φέρνει ἡ κουβέντα θά ἤθελα νά πῶ ὅτι, ἀναφορικά μέ τούς ποιητές τοῦ ᾿20, ἄν καί κάπως φαρδύτερος, δέν παύει ὡστόσο νά παρουσιάζει ἀναλογίες καπελώματος καί ὁ παρεμφερής ὅρος τοῦ  «μετασυμβολισμοῦ».

          Οἱ ὅροι, λέμε, εἶναι ἀπαραίτητοι γιά συστηματικούς λόγους, γιά νά μποροῦμε νά συνεννοούμαστε. Πράγματι, ὅμως στή συγκεκριμένη περίπτωση ἔχουμε τόν ὅρο «ποιητές τοῦ ᾿20» ἤ «γενιά τοῦ ᾿20», πού εἶναι ἐπαρκεῖς, δέν εἶναι ἀναντίστοιχοι πρός τό ἀντικείμενό τους, οὔτε περιοριστικοί.

                Περιοδικό Μικροφιλολογικά, τεῦχος 27, Λευκωσία, ἄνοιξη 2010


[1]. Γιά τήν ἀκρίβεια, ὄχι τό «ἁπτό», άλλά «τό ἁπτό γεγονός».

Advertisements
This entry was posted in Δοκίμια. Bookmark the permalink.