Λουκᾶς Κούσουλας, Καί μόνος καί μετά πολλῶν

Πρόκειται γιά δυό τόμους μικρῶν κειμένων, ἀπό μία ὥς τέσσερεις σελίδες – συνηθέστερα δύο- τό καθένα, τοῦ γνωστοῦ φιλόλογου, ποιητῆ, πεζογράφου καί μελετητῆ τῆς λογοτεχνίας. Γιά τήν ἀκρίβεια ὁ πρῶτος τόμος[1], στίς 211 σελίδες του, περιέχει 52 κείμενα, ἐνῶ ὁ δεύτερος τόμος[2], στίς 199 σελίδες του, περιέχει 79 κείμενα. Ἀπό εἰδολογική σκοπιά, θά ἔλεγα, πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά συλλογή ἐπιφυλλίδων πού δέν ἔχουν δημοσιευτεῖ σέ  ἐφημερίδες καί παρουσιάζονται ἀπευθείας σέ βιβλία. Εἶναι κρίμα πού αὐτές οἱ ἔξοχες ἐπιφυλλίδες δέν βρῆκαν θέση σέ κάποια ἐφημερίδα, ὥστε νά διαβαστοῦν ἀπό ἕνα εὐρύτερο κοινό. Τό θεματικό προσανατολισμό τῶν κειμένων μᾶς τόν δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κούσουλας στό τρίτο κείμενο τοῦ πρώτου τόμου. Ἐκεῖ μιλώντας γιά τήν ἐντύπωση πού τοῦ ἔκανε, «στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿40», ὄντας φοιτητής, τό Χρονικό τοῦ Κλέωνα Παράσχου, «κάτι σημειώσεις, σάν ἡμερολογιακές καταγραφές σκέψεων, σχολίων», κ.λπ., καταλήγει νά πεῖ: «Δέν φοβοῦμε νά τό πῶ: ἕνα τέτοιο περίπου βιβλίο θά ἤθελα, καιρό τώρα, νά γράψω, περισσότερο φιλόδοξο, νά συνδυάζει στίς σελίδες του δοκίμιο, λογοτεχνική κριτική, λογοτεχνία, δική μου φιλοσοφία –καλό προπαντός γράψιμο!»

          Πράγματι ὁ συγγραφέας τῶν τόμων αὐτῶν ἀναφέρεται σέ μεγάλη ποικιλία θεμάτων, ὅπου προέχει, τόσο ἡ ἐπικαιρότητα μέ τά καλά καί τ᾿ ἄσχημά της, ὅσο καί τό παρελθόν μέ τίς μνῆμες του. Ταυτόχρονα θίγονται ζητήματα τῆς ἀρχαίας καί τῆς νεότερης λογοτεχνικῆς γραμματείας. Ἀπό τήν πλευρά τῆς ἀνθρωπογεωγραφίας προέχουν δύο πόλοι: ἐκεῖνος τοῦ χωριοῦ τοῦ συγγραφέα, τοῦ Πολύδροσου στόν Παρνασσό, μέ τήν εὐρύτερη περιοχή του, καί ὁ ἄλλος τῆς Ἀθήνας. Ἐνῶ χρονολογικά, οἱ ἀναφορές ξεκινᾶνε ἀπό τά παιδικά καί νεανικά χρόνια τοῦ συγγραφέα στό χωριό του καί φτάνουν ὥς τά χρόνια τῆς τωρινῆς διαμονῆς του στήν Ἀθήνα. Ὅ,τι ὡστόσο χαρακτηρίζει τά κείμενα τῶν δύο τόμων εἶναι ἡ ποιότητά τους. Κάι πάνω σ᾿ αὐτό ἔχω νά σημειώσω τά ἀκόλουθα.

          Πρῶτα πρῶτα ὅτι εἶναι κείμενα μιᾶς κατασταλαγμένης προσωπικότητας. Σχόλια πάνω στή ζωή καί στά γράμματα ἑνός ἀνθρώπου πού «πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καί νόον ἔγνω». Ἀνθρώπου πού παιδεύτηκε, μέ τή διπλή σημασία τῆς λέξης, πολύ στό μακρύ ταξίδι τῆς ζωῆς του. Ἔτσι, ὥριμος πιά, μπορεῖ νά κρίνει πρόσωπα καί πράγματα ἀπό τήν κεκτημένη πείρα του, ἀλλά καί ἀπό τήν παιδεία του. Κι ἀλήθεια αὐτό τό ἀγροτόπαιδο ἀπό τό Πολύδροσο τοῦ Παρνασσοῦ, ξεκινώντας μέ σχεδόν ἀρνητικές προϋποθέσεις, πού πορεύτηκε σύμφωνα μέ τά λόγια του «ὅπως ὅπως», κατάφερε νά κατακτήσει μιά ζηλευτή παιδεία. Ἀδιάψευστος μάρτυρας γι᾿ αὐτό εἶναι οἱ ἀναφορές του στήν Ἀρχαία Ἑλληνική γραμματεία. Εὔκολα μπορεῖ ἕνας φιλόλογος νά κάνει λόγο γιά τόν Ὅμηρο, τό Θουκυδίδη, τό Σοφοκλή, κ.λπ. Εὔκολα ἀπό γνωστική ἄποψη. Ὅμως στήν περίπτωση τοῦ Κούσουλα δέν ἔχουμε ἁπλά γνωστικές μνεῖες σέ ἀρχαῖα κείμενα. Οἱ μνεῖες του ἔχουν ὀντολογικό παρονομαστή, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελοῦν ἐσωτερικές κατακτήσεις τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἔτσι ὥστε νά μπορεῖ νά τίς ἐκθέτει ὡς βαθιές ἐμπειρίες του. Ἐξίσου ὀργανικό, ἤ ἐκλεκτικά προσωπικό, χαρακτήρα ἔχουν καί οἱ ποικίλες ἀναφορές του στή νεώτερη γραμματεία, ἑλληνική καί ξένη. Κοντολογής ὁ Κούσουλας δέν μιλάει παρά μόνο γιά ὅ,τι τόν ἔχει ἀγγίξει ἀπό κάποια πλευρά κι ἔχει ἀντέξει στή δοκιμασία τοῦ χρόνου μέσα του.

          Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ συγγραφέας αὐτός ἔχει τό θάρρος τῆς γνώμης του. Ἄν καί εἶναι ἀπό τούς σεμνότερους ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων μας, γιά ὅ,τι τυχαίνει νά ἔχει σχηματίσει δική του ἄποψη, μιλάει ἀνυπόκριτα. Ἔστω κι ἄν θίγει κάποτε στοιχεῖα πού ἀφοροῦν, ὅπως λέμε, «βαριά χαρτιά» τῆς λογοτεχνίας μας, ἐφόσον ἔχει νά παρατηρήσει κάτι δέν κάνει ἀβαρίες στήν εὐθύτητά του. Ἀντίθετα μιλάει, σεμνά μέν, ἀλλά χωρίς περιστροφές. Παράδειγμα τό κείμενο πού ἐπιγράφεται, «Τό ’’α’’ (ἄν) τοῦ Σεφέρη». Ὅπου κακίζει τό Σεφέρη πού χρησιμοποιεῖ συχνά τό ἑφτανησιώτικο «ἄ» στή θέση τοῦ «ἄν»: «Εἶναι, νομίζω -ἄ δέ γελιέμαι, ὅπως λέει κι ὁ ἴδιος [ὁ Σεφέρης] συχνά- ἕνας ἀκόμα, γλωσσικός αὐτός λαϊκισμός του πλάι σέ ἄλλους.» Ἐνῶ ἀντιθετικά: «Ὅταν ὁ Σολωμός γράφει σέ γράμμα πρός τόν Γεώργιο Ρώσση ’’ἀπ᾿ ἐδῶ δέν ξεκαρφώνουμαι ἄ δέν καρφώσω τή μούσα’’, ἤ ’’Ἄ δέ μ᾿ ἔσπρωχνες δέν ἤθελε κάμω ποτέ τίποτες’’, μιλᾶ τή γλώσσα τῆς μανούλας του». Εἶναι μιά ὀξυδερκής παρατήρηση πού θάπρεπε νά τήν λάβουν ὑπόψη τους ὅσοι βάζουν, γλωσσικά, τό Σολωμό δίπλα στούς Ἀθηναίους δημοτικιστές τοῦ 19ου αἰώνα. Μιλοῦσα ὅμως γιά τό θάρρος τῆς γνώμης πού χαρακτηρίζει τόν Λουκᾶ Κούσουλα. Μερικές φορές τόν βλέπεις νά τά φέρει δύσκολα, καθώς παίρνει θέσεις ὄχι κοινά ἀποδεκτές, τελικά ὥστόσο δέν κάνει πίσω γιά ὅ,τι ἔχει κριθεῖ μέσα του καί τελικά τό λέει ξεκάθαρα.

          Ἕνα τρίτο, πού ἔχω νά σημειώσω, ἀφορᾶ τήν εἰλικρίνεια καί τήν ἐντιμότητα τῶν γραφτῶν αὐτῶν. Τό αἰσθάνεσαι ἀμέσως, ἀπό τίς πρῶτες σειρές πού διαβάζεις, πώς βρίσκεσαι μπροστά σέ κείμενα χωρίς, φανερές ἤ ὑπονοούμενες, ναρκισσιστικές ἤ ἐπιδειχτικές χειρονομίες. Ὁ συγγραφές τους παρουσιάζεται χωρίς νά καλύπτεται ἀπό κανενός εἴδους προσχηματικοῦ μανδύα. Ἀντίθετα ἔρχεται πρός τόν ἀναγνώστη «οἷος εἶναι», χωρίς κρατούμενα. Τά κείμενα, κι αὐτό φαίνεται, δέν γράφτηκαν γιά νά ὑπηρετήσουν κάποια σκοπιμότητα, ἀλλά γράφτηκαν ἀπό ἐσωτερική ἀνάγκη. Κατά τρόπο πού νά δείχνουν πώς ὁ συγγραφέας τους δέν λογοδοτοῦσε, ὅταν τά ἔγραφε, ἀλλοῦ παρά μόνο στή συνείδησή του. Ἀρκεῖ νά διαβάσει π.χ. κανείς τό κείμενο πού ἐπιγράφεται «Τά τρομαχτικά», γιά νά διαπιστώσει τό συνειδησιακό βασανισμό του πάνω σέ ὁρισμένο θέμα.

          Τέλος θέλω νά πῶ ὅτι τά δυό βιβλία τά διακρίνει «καλό προπαντός γράψιμο». Γράψιμο ἁπλό, χωρίς κορῶνες, στρωτό, μετρημένο, κοντά στόν προφορικό λόγο. Μιά ροή χαμηλόφωνης ὁμιλίας, ἄνετης καί λαγαρῆς. Ἔτσι πού νά χαίρεσαι νά διαβάζεις. Πολλοί ἴσως θεωροῦν «τό καλό γραψιμο» εὔκολο καί αὐτονόητο. Δυστυχῶς δέν εἶναι, γιατί, μεταξύ ἄλλων, στό γραφτό λόγο μας ἔχει, σέ μεγάλο βαθμό, ἐμφιλοχωρήσει ἡ ἀσαφής καί συχνά κενόλογη δημόσια ρητορεία. Καί ἀσφαλῶς πίσω ἀπό τό γράψιμο τοῦ Κούσουλα βρίσκεται ἕνας μακρύς δρόμος γλωσσικοῦ προβληματισμοῦ καί ἀδιάλειπτης προσπάθειας.

          Συμπερασματικά, θά ἔλεγα, ὅτι τά δυό βιβλία τοῦ Κούσουλα, παρουσιάζουν ἀρετές πού τά κάνουν, τόσο εὐχάριστα, ὅσο καί βαθιά προβληματισμένα, ἀναγνώσματα.

                              Ἐφημερίδα «Ἡ Καθημερινή», Ἀθήνα 9/11/2010.


[1]. Λουκᾶς Κούσουλας, Καί μόνος καί ματά πολῶν ἤ ὅπως ὅπως, Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2009.

[2]. Λουκᾶς Κούσουλας, Καί μόνος καί μετά πολλῶν, [Β΄κύκλος], Γαβριηλίδης, Ἀθήνα  2010.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.