Κώστας Πασβάντης

Ὁ Κώστας Πασβάντης  Γεννήθηκε τό 1938 στή Δράμα, ὅπου μεγάλωσε καί ἔκανε τίς ἐγκύκλιες σπουδές του. Μετά τό τότε γυμνάσιο φοίτησε στήν Ἀνώτατη Σχολή Οἰκονομικῶν καί Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀθήνας. Ἔκτοτε ἔμεινε στήν Ἀθήνα, ἀσκώντας ἐλεύθερο ἐπάγγελμα στόν οἰκονομικό τομέα.    Μέχρι σήμερα ἔχει ἐκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Μυθολογικά, Ἀθήνα 1975. Ἡ ἄλλη ἄνοιξη, Ἀθήνα 1978. Κοντάκια, Ἀθήνα 1983. Ἡ πόλη φεύγει, Ἀθήνα 1991, Στό βάθος τοῦ καθρέφτη, Μελάνι, Ἀθήνα 2010. Ρίχνοντας κανείς μιά ματιά σ᾿ αὐτά τά βιβλία κάνει μερικές γενικές διαπιστώσεις. Ἀρχικά, ὅτι ὁ ποιητής αὐτός διαθέτει ἐξαιρετική παιδεία. Ἔπειτα, ὅτι διαθέτει μιά πλούσια ἐμπειρική ἐνδοχώρα. Παραπέρα, ὅτι κατέχει τά μυστικά τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Καί τελικά, ὅτι ἔχει κατασταλάξει σέ ὁρισμένες προσωπικές διαγνώσεις.

Ἀπό ἡλικία καί ἀπό διάθεση ἀνήκει στή δεύτερη ποιητική μεταπολεμική γενιά. Μέσα ἀπό τήν προσωπική του περίπτωση ἀναδύεται πολύτροπα τό κλίμα τῆς γενιᾶς αὐτῆς. Πρῶτα ὡς μνήμη γεγονότων, ἔπειτα ὡς στέρηση, ὡς ἀπογοήτεψη, ὡς διαμαρτυρία, ὡς φθορά, ὡς πικρό ἀπολογισμό. Θά μποροῦσε νά γίνει μιά ἀντιπροσωπευτική σειρά ἀπό ἀποσπάσματα καί ποιήματα, πού νά ἀνταποκρίνονται ξεχωριστά σέ καθένα ἀπό αὐτά τά περιεχόμενα. Ὅμως, ἐπειδή θά τά συναντήσουμε διάσπαρτα σέ κείμενα πού θά παραθέσω παρακάτω γιά διαφορετικούς λόγους, θά περιοριστῶ νά δώσω ἐδῶ μόνο δύο παραδείγματα πού ἀνταποκρίνονται στό πρῶτο -στή μνήμη- καί δύο στό τελευταῖο –στόν πικρό ἀπολογισμό.

α)

Στήν ἱστορία μου μπαίνει
Μυρωδιά ἀπό μπομπότα -ἄν ξέρετε.

 Ἄλλη νύχτα τῆς κατοχῆς ὁ πατέρας μπαίνει λαχανια-
σμένος «ξέφυγα τόν μπλόκο πιάσανε τόν Πολυ-
χρόνη».

Κοντάκια, «Τά ἀποσπάσματα 1».

β)

Ἐγώ κάθομαι στοῦ ποταμοῦ τήν ὄχθη κι ἀκούω τόν
ρόχθο. Ἀλλά δέν ἤξερα τότε, δέν ἤξερα. Ἄλλωστε, ὅ-
πως σ᾿ ἔβλεπα σκυφτή, θάρρευα πώς μάζευες ἀγριο-
λούλουδα, δέν ἤξερα ὅτι μιλοῦσες μέ τόν πεθαμένο ἀρ-
ραβωνιαστικό σου.

               Ἡ πόλη φεύγει, «Χριστουγεννιάτικη ἱστορία Β».

γ)

Καθώς φοράει τό σακάκι του σκέφτεται
ἄλλο δέν ἔχει παρά κάτι αἰσθήματα ὑποτιμημένα
καθημερινά στό χρηματιστήριο.

Μυθολογικά, «Καθώς φοράει».

δ)

 Νιώθεις ἔγκλειστος.
Εἶναι κι αὐτές οἱ Κυριακές οἱ δύσκολες στήν πολιτεία
πού ὁλοένα σέ ρυτιδώνει.

Παλιοί μου φίλοι σαρίδια τῆς γενιᾶς μου
σήμερα κατοικίδια τῶν ἑταιρειῶν
ὤ μακρινή μου ἄνοιξη.

              -Ἡ διαδήλωση ἀνέβαινε τήν Πανεπιστημίου

Ἄ νιότη μέλλον
λέξεις σημαῖες ξεφτίδια
πεταμένα στό χαντάκι ὅπως ἄδειες κονσέρβες
ὅπως τά χρόνια μας
ὅπως…

             Κοντάκια, «Ἔγκλειστος».

 Ὅλη σχεδόν τήν ποίηση τοῦ Πασβάντη τή χαρακτηρίζει ἡ εἰσβολή τοῦ παρελθόντος στό παρόν. Σπανιότατα συμβαίνει τό ἀντίστροφο. Ὁ κανόνας εἶναι τό παρελθόν νά χρωματίζει μέ τήν παρουσία του τό παρόν. Νά εἶναι ὁ ἰσχυρός παρονομαστής τοῦ παρόντος, ἔτσι πού νά μετασχηματίζει τή σημασία τοῦ παρόντος, νά τῆς ἀλλάζει κατεύθυνση καί ποιόν. Δέν πρόκειται γιά εὕρημα ἤ τέχνασμα, ἀλλά γιά ὀργανική ἀντίδραση. Τέτοια πού νά συνεπάγεται ἀνάλογο ποιητικό ἀποτέλεσμα. Αὐτή τή μετασχηματιστική εἰσβολή τοῦ παρελθόντος στό παρόν τήν συναντοῦμε σέ πολλούς ποιητές. Στό δραμινό ποιητή τήν συναντοῦμε βέβαια σύμφωνα μέ τούς ὅρους τῆς ζωῆς του καί τῆς ἰδιοσυγκρασίας του. Κατά τρόπο πού νά συνιστᾶ ταυτόχρονα μιά ἰδιαίτερη ἐποχιακή μαρτυρία. Μερικά παραδείγματα:

α)

Δάφνες καί πικροδάφνες τά χρόνια πού μᾶς τύχαν.

Στίς αὐλές, καθώς βραδιάζει
τριαντάφυλλα καί χωροφύλακες.

Μυθολογικά, «Αἰσιοδοξία».

β)

Κοιτάζοντας τίς βιτρίνες ἀνταμώνεις
μάτια τῶν σκοτωμένων ἀπ᾿ τό χτεσινό φονικό.

Μυθολογικά, «Χρονικό».

γ)

Κυριακή, ἐλεγεία τοῦ ἀπογέματος
τό γιασεμί σοῦ θυμίζει
τά χαμένα σου χρόνια

Ἡ ἄλλη ἄνοιξη, «Δυό μέρες».

δ)                                     

Τά χειμωνιάτικα βράδια
γυρίζοντας στό σπίτι, ἀνταμώνω κάποτε τή μυρωδιά
καμένου ξύλου. Γιά μιά στιγμή, πάω νά θυμηθῶ
«καπνόν ἀναθρώσκοντα»· -αὐτόν τόν γυρισμό.
ἀλλά γιά μᾶς πού ναυαγήσαμε στά ρηχά, δυό βήματα
ἀπ᾿ τή γειτονιά μας,
ψυχές τραυλές ἀπό τό σαράκι τῆς καθημερινῆς εὐτέλειας,
δέν εἶναι, δέν μπορεῖ νά εἶναι, ὁ ἴδιος καημός.

Ἡ πόλη φεύγει, «Ἡ μικρή μας πόλη».

          Στά παραδείγματα αὐτά τό παρόν, ὅπως προανάφερα, χρωματίζεται ἀπό τήν παρουσία τοῦ παρελθόντος. Τό κάδρο, «Στίς αὐλές, καθώς βραδιάζει», δέν ἔχει μόνο «τριαντάφυλλα» ἀλλά καί «χωροφύλακες».  Ἄν ἔλειπαν οἱ «χωροφύλακες» (κι ὁ ἐμφύλιος), οἱ «αὐλές»  θά ἦταν βέβαια διαφορετικές. Στό δεύτερο ἀπόσπασμα, μέσα στίς (λαμπερές, γιορτινές) «βιτρίνες» προβάλλονται «τά μάτια τῶν σκοτωμένων» καί ἡ αἴσθηση τῆς στιγμῆς διαφοροποιεῖται δραστικά. Στό τρίτο ἀπόσπασμα ἔχουμε πάλι κάτι ἀντίστοιχο: τό «γιασεμί» τοῦ παρόντος, δέχεται τή σκιά τοῦ παρελθόντος. Καί στό τέταρτο ἀπόσπασμα τό ἴδιο: τό παρελθόν δείχνει τήν ἔκπτωση τοῦ «καημοῦ» στό παρόν.

Ἀπό ἄλλη ὀπτική γωνία κοιταγμένη, ἡ ποίηση τοῦ Πασβάντη, αἴρεται συχνά ἀπό τό ἐμπειρικό βάθρο της στό ἐπίπεδο τῶν μεταφορικῶν συσχετισμῶν καί τοῦ στοχασμοῦ. Τό μεγαλύτερο μέρος τῶν κειμένων σχηματίζεται μ᾿ αὐτή τήν παραγωγική σύνθεση. Ἐλάχιστες φορές τό ἐμπειρικό ὑλικό παρουσιάζεται αὐτούσιο. Κατά κανόνα ἀποτελεῖ ἀφετηρία χρονικῶν ἤ ὑπαρξιακῶν ἤ μυθολογικῶν ἤ γραμματειακῶν προεκτάσεων. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ἄν καί ὁ στοχασμός συμμετέχει ἐδῶ σέ σημαντικό βαθμό, κανένα ποίημα δέν εἶναι καθαρό προϊόν στοχασμοῦ. Ὅ,τι συμβαίνει εἶναι ἕνα εἶδος μεταφορικῆς συνέχειας τοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ μέ συμβολικό ἤ στοχαστικό τρόπο. Ἡ μετάβαση αὐτή συντελεῖται ἔτσι πού νά φαίνεται τό ἕνα φυσική συνέπεια τοῦ ἄλλου. Κατά τρόπο πού θά λέγαμε πώς στήν ποίηση αὐτή ἔχουμε μιά ἰδιότυπη, «ἀλλά νόμιμη», σύνθεση ρεαλισμοῦ καί συμβολισμοῦ. Μεγάλο μέρος κατέχουν στή σύνθεση αὐτή οἱ ἀναφορές στή νεοελληνική, ἀλλά καί στήν ἀρχαία καί στήν ξένη λογοτεχνία. Κυρίως ὅμως, ὅπως θά φανεῖ παρακάτω, στή νεοελληνική. Νά τά δοῦμε ὅμως αὐτά μέσα ἀπό λίγα ἐνδεικτικά κείμενα:

α)

Τά πρωινά μέ βρίσκουν ὁδηγώντας στήν Ἱερά Ὁδό·
Ὅμως τ᾿ ἀσφοδίλια πού συναντῶ μέ αἰωρίζουν ἀλλοῦ μέ
πηγαίνουν.

Δύσκολος δρόμος, ὅσο νά πεῖς·
φορτηγά στήν ὁμίχλη τοῦ γκαζιοῦ χημικά πολυώνυμα
καί φάμπρικες πού γίνονται τή νύχτα σκέλεθρα
πού γίνονται οἱ δρόμοι ὕποπτοι.

 Βλέπεις κερδίζω τή ζωή μου ἐδῶ.
Κερδίζω τή ζωή μου –τρόπος τοῦ λέγειν.

Κι ἡ Σαλαμίνα ἀπέναντι πού ὑπομένει·
ἡ Σαλαμίνα, μιά συλημένη ἱστορία
βάρκες μαοῦνες πού λάμνουν στή σκουριασμένη θά-
λασσα
κι ἀκίνητα σά θάνατο καράβια· μή γυρέψεις
τίς θαλασσοσπηλιές πού ἀγαποῦσε ὁ ποιητής
μή χλευάσεις.

Κι ἐγώ πού μέ βράχνιασαν οἱ καμινάδες τῆς φάμπρικας
ποιός εἶμαι καταποῦ λάμνω

Πόσα καθημερινά καρφιά ἐπιτάφιοι
γιά ἕνα μέλλον ὑποθηκευμένο
λιγότερο ἀπό τριάντα ἀργύρια.

Κοντάκια, «Ἱερά Ὁδός».

β)

Στή Θάσο πεῦκα
ν᾿ ἀρωματίζουν τόν ὕπνο σου,
μιά θάλασσα σά τό φεγγάρι νά μπαίνει
ἄστερες μέν ἀμφί κάλαν σελάνναν.
Σιωπή.

Κι ἔλεγα νά κρυφτῶ ἀνάμεσα στά πεῦκα
ἀπ᾿ τό λεπίδι τοῦ καιροῦ
καί τό καθημερινό γονάτισμα.

Τά βράδια καθώς γυρίζεις
κι οἱ σκέψεις σμίγουν τόν ἴσκιο σου
καί μεγαλώνουν οἱ ἐρημότοποι.

Ὡστόσο ὁ μπάρμπα Ἀλέκος ἀνιστοροῦσε τήν ἐκτέλεση καταπῶς
στάλαζε
στό μυαλό του, ἤρεμα καί μέ σοφία, γιατί εἶχε κάμει τό μισό δρόμο.

Κι ἐγώ πού εἶχα πάει γιά κάτι ὑπόθεσες ψυχικές.

Χωρίς αὐταπάτες
καλωσόρισε τίς μέρες σου.

Ἤ μάθε παίζειν τήν σπουδήν μεταθείς ἤ φέρε τάς ὀδύνας.

Ἡ ἄλλη πόλη. «Θασίων, ΙΙ».

γ)

 Περπατήσαμε σήμερα πολύ στούς δρόμους
τῆς θρακικῆς πόλης.

Ἄλλοτε βυζαντινή ἄλλοτε ἀνθηρό ἐμπόριο καπνοῦ.
Καί χάνια, ἀπ᾿ τόν καιρό τῆς Τουρκοκρατίας.

Οἱ γεροντότεροι θυμοῦνται μπερεκέτια πού περᾶσαν.
Πολύ «ἄλλοτε» βάδιζε μαζί μας σήμερα.

Ἕνα παλίμψηστο πού προσπαθεῖς νά συλλαβίσεις.

Ὅμως τήν Ἑσπέρα σέ κάποιους μαχαλάδες
ἀκοῦς ἀκόμα τή φωνή τῆς μάνας νά καλεῖ τά παιδιά στό σπίτι.
καί βλέπεις ἀργοπορημένη ἀρχαία αἴγα νά ἐπιστρέφει.

Ὅταν παμπάλαιο σεντούκι ἀνοίξεις, ἀκοῦς ψαλμούς βυθῶν
καί ἀνέμους δυνατούς νά χλιμιντρίζουν.
Εἰκόνες ἀναδύονται στήν ἐπιφάνεια ὅταν κληθοῦν
καί μνῆμες τρέχουν στό ξέφωτο λεφτερωμένες.

 Μήν πεῖς, ὅλα εἶναι ξόρκια καί ἔρεβος.

Στό βάθος τοῦ καθρέφτη, «Οἱ παλιές πόλεις Ι».

        Στά παραπάνω τρία ποιήματα, ἐκτός ἀπό τούς διάσπαρτους  μεταφορικούς ἤ στοχαστικούς στίχους, ἀξίζει νά προσέξουμε τίς κατακλεῖδες τους: «Πόσα καθημερινά… ἀργύρια» στό πρῶτο, «Χωρίς αὐταπάτες… ὀδύνας» στό δεύτερο, «Ὅταν παμπάλαιο… ἔρεβος» στό τρίτο. Σ᾿ αὐτές γίνεται, φαντάζομαι, αἰσθητό ὅτι, από τό ἐμπειρικό σῶμα τῶν ποιημάτων, φτάνουμε στό ἐπίπεδο τῶν μεταφορικῶν συσχετισμῶν καί τοῦ στοχασμοῦ. Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἕναν ἄγνωστο μηχανισμό στόν κόσμο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας. Μεγάλος ἀριθμός ποιητῶν ἔχει ἀκολουθήσει αὐτό τό δρόμο. Ἡ ἰδιοτυπία τοῦ Πασβάντη βρίσκεται στήν ἰδιαίτερη περίπτωσή του, τόσο ἀπό ἐμπειρική ἄποψη (καταγωγή, σταδιοδρομία), ὅσο καί ἀπό συναισθηματική-στοχαστική. Ὁπωσδήποτε ὅμως καί ἀπό τήν πλευρά τῆς ἀναλογίας καί τοῦ χρωματισμοῦ τῶν «ὑλικῶν» πού χρησιμοποιεῖ. Αὐτή τήν ἰδιοτυπία πού, ἐνῶ τή βλέπεις καί τή νιώθεις, δύσκολα μπορεῖς νά τήν προσδιορίσεις ἀναλυτικά.

Στά τρία παραπάνω ποιήματα παρατηροῦμε μερικές ἀναφορές στήν νεοελληνική καί στήν ἀρχαία ποίηση. Τό ποίημα «Ιερά Ὁδός» ἀνταπαντάει, πιστεύω, στό ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Σικελιανοῦ. Ἀπό τό «ἔξω ἀπό τό χρόνο» καί τό «Θά ᾿ρτει» τοῦ Σικελιανοῦ, στίς πεζές «φάμπρικες» καί στά «τριάκοντα ἀργύρια», τώρα, τοῦ νεότερου. Ὁ στίχος τοῦ ἴδιου ποιήματος, «τίς θαλασσοσπηλιές πού ἀγαποῦσε ὁ ποιητής», παραπέμπει ὁλοφάνερα στό ποίημα τοῦ Σεφέρη, «Μέσα στίς θαλασσοσπηλιές», ἀπό τήν ἑνότητα Σχέδια γιά ἕνα καλοκαίρι. Στό ἑπόμενο ποίημα  ὁ στίχος, «Κι ἐγώ πού εἶχα πάει γιά κάτι ὑπόθεσες ψυχικές», ἔχει νά κάνει μέ τήν πασίγνωστη φράση, ἀπό τή Γυναίκα τῆς Ζάκυνθος, τοῦ Σολωμοῦ. Ὁ στίχος τοῦ ἴδιου ποιήματος, «χωρίς αὐταπάτες», ἐμένα τουλάχιστο μοῦ θυμίζει τό στίχο, «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός», ἀπό τό ποίημα «Επίλογος» τῆς συλλογῆς, Ὁ στόχος, τοῦ Ἀναγνωστάκη. Στό δεύτερο πάλι ποίημα ὁ στίχος «ἄστερες μέν ἀμφί κάλαν σελάνναν», ἀνήκει στή Σαπφώ [1] ἐνῶ ὁ τελευταῖος στίχος τοῦ ἴδιου ποιήματος, «Ἤ μάθε παίζειν τήν σπουδήν μεταθείς ἤ φέρε τάς ὀδύνας», προέρχεται ἀπό τήν Παλατινή Ἀνθολογία. [2] Τέλος τά «τριάκοντα ἀργύρια» τοῦ πρώτου ποιήματος παραπέμπουν στά τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέ τήν εὐκαιρία τῶν παραπομπῶν αὐτῶν θά ἤθελα νά πῶ ὅτι ἡ ποίηση τοῦ Πασβάντη συνομιλεῖ μ᾿ ἕνα μεγάλο εὖρος λογοτεχνικῶν κειμένων, τόσο νεοελληνικῶν, ὅσο καί ἀρχαίων καί ξένων -προπαντός ὅμως νεοελληνικῶν. (Κάποιοι θά μιλοῦσαν ἐδῶ γιά «διακειμενικότητα», ἀλλά αὐτή ἡ λέξη δέν ἔχει τή θερμή σημασία τῆς συνομιλίας. Χρησιμοποιεῖται ἄλλωστε τόσο  ἀσύδοτα.) Τοῦτο γίνεται μέ δύο τρόπους, εἴτε μέ μότο στήν ἀρχή τῶν ποιημάτων, εἴτε, ἰδίως, μέ φράσεις ἤ στίχους πού παρεμβάλλονται στή ροή τῶν κειμένων. Κρίνοντας ἀπό τή συχνότητα τῶν παραπομπῶν αὐτῶν σέ ἔργα λογοτεχνῶν, θά ἔλεγα ὅτι στήν πρώτη θέση βρίσκονται ὁ Σολωμός καί ὁ Σεφέρης. Στή δεύτερη βρίσκεται ὁ Παπαδιαμάντης, στήν τρίτη ὁ Κάλβος, στήν τέταρτη ὁ Καβάφης, στήν πέμπτη ὁ Καρυωτάκης. Ἀκολουθοῦν μέ λιγότερες ἤ μέ μία ἀναφορά ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Παλαμᾶς, ὁ Κρυστάλλης, ὁ Γκάτσος καί ὁ Σινόπουλος. Ἀπό τούς ἀρχαίους προηγεῖται ὁ Ὅμηρος καί ἀκολουθοῦν ὁ Θουκυδίδης, ὁ Σοφοκλής, ὁ Αίσχύλος, ἡ Σαπφώ, ὁ Σιμωνίδης. Κι ἐπίσης ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας, Μάρκος Αὐρήλιος, πού ἔγραψε στήν ἑλληνική. Ἀπό τούς ξένους γίνεται μνεία τοῦ Σαίκσπηρ, τοῦ Νοστογιέφσκι, τοῦ Τσέχωφ, τοῦ Α. Χάξλεϋ, τοῦ Πάουντ, τοῦ Ἔλιοτ, τοῦ Ι. Καλβίνου, τοῦ Μπόρχες. Δέν ἀποκλείεται καί κάποια ὀνόματα νά μοῦ διαφεύγουν. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἀναφορές σέ ζωγράφους καί μουσικούς. Πρέπει νά πῶ ἀκόμα ὅτι τρία νεοελληνικά ὀνόματα, Κάλβος, Παπαδιαμάντης, Καρυωτάκης, τιμοῦνται μέ ὁλόκληρα ποιήματα καί μάλιστα πολύ πετυχημένα. Ὁ Πασβάντης, σύμφωνα μέ τά παραπάνω, εἶναι ἀπό τούς πιό πολυδιαβασμένους ποιητές τῆς γενιᾶς του, ἀλλά καί γενικότερα. Καί πρέπει νά πῶ ὅτι στά κείμενα αὐτοῦ τοῦ σεμνοῦ ποιητῆ δέν διακρίνεται ἴχνος ἐπιδεικτικῆς εὐρυμάθειας. Ἄλλωστε γράφει μόνο γιά ὅ,τι ἔχει κατασταλάξει μέσα του ὁριστικά, ὥστε νά ἔχει γίνει κοινό στοιχεῖο τῆς ποιητικῆς του περιουσίας.

Ὑπόγεια ἀλλά καί ρητά τό ἔργο γιά τό ὁποῖο μιλῶ τό διατρέχει ὁρισμένη ἠθική στάση, τόσο πρός τόν ἑαυτό τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ, ὅσο καί πρός τά ἱστορικά γεγονότα. Ἀπό τά προηγούμενα παραδείγματα γίνεται φανερό πώς οἱ ἀντιδράσεις τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ, ἀπέναντι σέ ὅ,τι τραβάει τήν  προσοχή του, προϋποθέτει ἕνα ἰσχυρό ἠθικό κριτήριο. Οἱ στίχοι γιά παράδειγμα, «Ὅταν κοιτάζοντας τίς βιτρίνες ἀνταμώνεις /τά μάτια τῶν σκοτωμένων ἀπ᾿ τό χτεσινό φονικό», ἔχουν διπλό ἠθικό περιεχόμενο. Ἀπό τό ἕνα μέρος ἔχουν ἐκεῖνο τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ, πού δέν στέργει νά κοιτάξει τίς βιτρίνες ἀνέγνοιαστα, σάν νά μήν ἔχει συμβεῖ τίποτα, καί ἀπό τ᾿ ἄλλο, τήν ἠθική καταδίκη τοῦ «φονικοῦ» ὡς ἱστορικοῦ γεγονότος. Ὅμως καί οἱ ἄλλου προσανατολισμοῦ στίχοι, «Καθώς φοράει τό σακάκι του σκέφτεται /ἄλλο δέν ἔχει παρά κάτι αἰσθήματα ὑποτιμημένα /καθημερινά στό χρηματιστήριο», δέν παύουν νά ἐνέχουν ἔμμεση ἠθική αἰχμή γιά τό ἄδικο τῆς ἐποχῆς. Τῆς ἔνοχης ἐποχῆς πού εὐθύνεται γιά τά ὑποτιμημένα αἰσθήματα.  Ἐνῶ οἱ στίχοι, «χωρίς αὐταπάτες /καλωσόρισε τίς μέρες σου», ἔχουν νά κάνουν μέ τόν αὐτοέλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ. Τή φράση «χωρίς αὐταπάτες» θά τήν ξανασυναντήσουμε κι ἄλλες φορές στήν ποίηση τοῦ Πασβάντη καί μάλιστα ὡς τίτλο ποιήματος στή συλλογή Κοντάκια. Ἀπό τό ποίημα αὐτό παραθέτω τούς τρεῖς τελευταίους στίχους:

Χωρίς αὐταπάτες λοιπόν.
Μόνον τά βράδια, στό εὔπλαστο παρελθόν
ὑποδύομαι κάποιον πού στή ζωή του γιόρτασε.

Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ ἡ εἰρωνική υφή τοῦ δεύτερου καί τρίτου στίχου. Ἕνα στοιχεῖο πού δέν ἀπουσιάζει γενικότερα ἀπό τή συγκεκριμένη ποίηση. Πολλές φορές ὁ ποιητής αὐτοειρωνεύεται ἤ εἰρωνεύεται πρόσωπα καί καταστάσεις. Ἄν καί πιό συχνά κρατάει μιά μᾶλλον θυμοσοφική στάση. Πάντως, γιά νά ἐπανέλθω στό θέμα τοῦ ἠθικοῦ ἔλεγχου, ἄς δοῦμε πῶς ἐφαρμόζεται πάνω σ᾿ ἕνα ἰδελογικό ζήτημα. Ὁ Πασβάντης προέρχεται ἀπό ἀριστερή οἰκογένεια κι ἔχει γνωρίσει ἀπό κοντά πρόσωπα καί πράγματα. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή μόνο ἄκαπνος δέν εἶναι. Μολαταῦτα στό ἔργο του δέν ἔχουμε εὐδιάκριτη ἀριστερή ἰδεολογική γραμμή. Στό τελευταῖο του βιβλίο δέν φαίνεται νά τόν ἀπασχολεῖ κάν τό θέμα αὐτό. Ὅμως σέ προηγούμενες συλλογές ἔχει πεῖ τό σχετικό λόγο του. Λόγο ἀντιρρητικό μέν, ἀλλά καθόλου ἰδιοτελή. Παραθέτω:

α)

Παρακαλῶ τώρα νά μήν ἔβγη κάποιος δικός μας μέ μου-
σάκι γυαλιά κι ὅλα τοῦτα τά λιλιά

Κι ἀρχίσει νά μοῦ κουνάει τό δάχτυλο σά τό δάσκαλο

Πώς τάχα ὅλα αὐτά εἶναι σωβινισμοί καί πώς –
Γιατί κι ἄλλοτε ὁ φλάρης ἔβαλε στό ζύγι τό δόχτορα καί
μιά τρίχα

Κι ἤτανε ἐπάνω πάντα ὁ δόχτορας καί πάντα κάτω ἡ
τρίχα
Ἄλλωστε
Ἐγώ λέω μονάχα
Ὅσα ὀνείρατα βλέπω.

Κοντάκια, «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπανταυγούστου ΣΤ».

β)

«Δέν ὑπῆρξα ἀτόφιος
πουθενά, δέν βοήθησαν καθόλου οἱ ἀρχαῖες
γραφές μήτε τά σύγχρονα τσιτάτα
εἶμαι
ἕνα ρετάλι ἀπό παλιά σελήνη…»

Ἡ πόλη φεύγει, «μονόλογοι».

Ἄλλο ζήτημα ἠθικοῦ κατά βάθος ἔλεγχου ἀποτελοῦν οἱ αἰχμές πού ἀφοροῦν τή σύγχρονη καταναλωτική ἀλλοτρίωση ἤ, ἀλλιῶς, τά νέα ἤθη. Δέν θά ἐπιμείνω πάνω σ᾿αὐτό τό θέμα. Μόνο λίγους ἐνδεικτικούς στίχους:

 Εὐτυχῶς
τίς Παρασκευές τό βράδι τό ἠθικό μας ἀνεβαίνει.
καθώς πού σέρνουμε τό καροτσάκι μας στό super
market

Περίπου εὐτυχεῖς.

Κοντάκια, «Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου Δ».

          Στήν ποιητική πορεία τοῦ ποιητῆ δέν παρατηροῦνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Μᾶλλον τό ἀντίθετο. Ὁ Πασβάντης παρουσιάζεται σχηματισμένος ἀπό τήν πρώτη του συλλογή. Ἦταν ἄλλωστε, ὅταν τήν τύπωσε, τριανταεφτά χρονῶν καί φαίνεται πώς ἀρκετά χρόνια νωρίτερα εἶχε ἀσκηθεῖ στόν ποιητικό λόγο. Βγῆκε δηλαδή στή δημοσιότητα ἀφοῦ εἶχε στό μεταξύ περάσει ἀπό τό στάδιο τῆς βασικῆς μαθητείας. Τά ποιήματα τῆς πρώτης συλλογῆς του εἶναι ἐξίσου ὥριμα μ᾿ ἐκεῖνα τῆς δεύτερης, τῆς τρίτης καί τῆς τέταρτης συλλογῆς. Κάνει ἐπίσης ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι δέν συναντοῦμε ἀνάμεσα στά κείμενά της αἰσθητές ποιοτικές διακυμάνσεις. Δέν γνωρίζω ἄν ἔγινε καί σέ τί βαθμό ξεδιάλεγμα μεταξύ πολλῶν ἄλλων γραφτῶν. Αὐτό πού φαίνεται ἀμέσως εἶναι ἡ ποιοτική στάθμη τοῦ αἰσθήματος, τοῦ στοχασμοῦ καί τῆς ἔκφρασης. Καί δέν πιστεύω πώς αὐτά προέκυψαν ἐξ ἀποκαλύψεως καί ὄχι μετά ἀπό ἐντελεχή ἄσκηση. Ὅπως καί νά ᾿ναι, διακριτή διαφοροποίηση ἔχουμε στό τελευταῖο βιβλίο, στή συλλογή Στό βάθος τοῦ καθρέφτη. Καθόλου παράξενο ἄν σκεφτεῖ κανείς πώς, ἀπό τήν προτελευταία συλλογή ὥς αὐτή τήν τελευταία, μεσολάβησαν δέκαεννιά χρόνια δημόσιας σιωπῆς. Στήν τελευταία λοιπόν συλλογή, συγκριτικά μέ τίς προηγούμενες τέσσερεις, ἔχουμε κάποιες λεπτές διαφοροποιήσεις. Ἡ παλιά πληγή βέβαια, ἡ ἔκπτωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, δέν ἔχει κλείσει, κάποτε μάλιστα βγαίνει στή μέση μέ ὀργισμένο τρόπο. Π.χ.:

Καί ὁ ἥλιος ἔγινε μαῦρος ὡσάν σακί τρίχινον καί ἡ σελήνη ὅλη
ἔγινε ὡσάν αἷμα.

Καί τό αἷμα μου μέλαν, σάν τοῦ λαγοῦ τό αἷμα, ὅθεν βάπτω καί|
γράφω.

«Ἀποστάγματα».


Ἡ ἀληθινή ζωή, ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή;

Ὄχι, δέν εἶναι ἡ διακονία τῶν λέξεων
ἡ αὐταπάτη τῶν λέξεων,
τό δῆθεν βάλσαμο.

«Ἡ προσφυγιά τῶν λέξεων».

Μολαταῦτα κάτι ἀλλάζει τώρα. Ἡ Ἀθήνα γίνεται πιό οἰκεία, ἡ καθημερινότητα κερδίζει περισσότερο ἔδαφος καί ὁ θάνατος, σάν μελλοντικό ἐνδεχόμενο, ἀλλά πού δέν ἀφήνει ἀνεπηρέαστο τό παρόν, γίνεται μέρος τοῦ ποιητικοῦ αἰσθήματος. Γιά πρώτη φορά ἀναφέρεται ἡ γειτονιά τοῦ ποιητῆ μέ οἰκειότητα καί σχεδόν φιλικό πνεῦμα, ὅπως στό ποίημα, «Τά κοσσυφάκια τά λάλα» («Στόν κῆπο τόν ἐλάχιστο τῆς γειτονιᾶς / κότσυφας πίνει νεράκι /στά μάτια κοιταζόμαστε /νιώθοντας καί οἱ δυό μας διψασμένοι…). Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἡ καθημερινότητα, πιό σπιτική, πιό οἰκογενειακή, πιό συνομιλητική μέ τό χρόνο, ἀποκτάει κάτι ἀπό τό χαμένο νόημά της. Τά ἀντικείμενα, οἱ ἐπιθυμίες, τά σχέδια, ἔχουν περισσότερο ἤρεμη ἀποδοχή, εἶναι πιό δεκτά ὡς μέρος τῆς ζωῆς. Ἐνῶ ὁ θάνατος, στήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ: καλοδεχούμενος, ἀλλ᾿ ὄχι ἐπιθυμητός. Παραθέτω ἕνα ἐνδεικτικό ποίημα.

Εἴχαμε σχεδιάσει κάπου στό φθινόπωρο
στήν Πόλη ἕνα ταξιδάκι.

Νά ξαναδοῦμε εἴπαμε, ἀγαπημένα μέρη.

Τελευταία φορά εἴχαμε ἀνέβει, βραδάκι
στοῦ Γαλατᾶ τόν Πύργο. Ἀπό ψηλά
μέσα στή νύχτα καί στά φῶτα καί σάν ὄνειρο
τόν Βόσπορο βλέπαμε  καί τήν Ἅγια Σοφιά καί τά μεγάλα τζαμιά.

Ὅλα σάν μιά βεγγέρα, σ᾿ ἕνα ταξίδι κάπου.

Καί ἡ Πόλη σέ ἀπόσταση στοχασμοῦ.

Καθόμαστε σιωπηλοί, μπροστά μας ἕνα φλιτζάνι τσάι.
Κάποια στιγμή σ᾿ ἀκούω πού ψιθυρίζεις:
«Ὄμορφη εἶν᾿ ἡ ζωή, ὅμως ὁ καιρός τρεκλίζοντας πάει,
θά μᾶς ξαναδοῦνε οἱ δρόμοι οἱ παλιοί»

 Ἀπρόσμενα ἦρθαν τά πράγματα
καί ὅλα ἀναποδογύρισαν.
Στράφι τά σχέδια πῆγαν καί οἱ προσμονές,
ἄκαρπες καί οἱ προσπάθειες –οἱ μελιδῶνες
πού λέει ὁ ποιητής.

 Τό φθινόπωρο, λοιπόν, ἦρθε καί πέρασε ἀλλιώτικα.
Μή σχεδιάζεις ἄλλο γιά τό αὔριο,
ποιός ξέρει πόσο αὔριο μᾶς ἀπομένει;

«Εἴχαμε σχεδιάσει κάποι στό φθινόπωρο».

Αὐτή ἡ ἤρεμη ἐνατένιση τῶν πραγμάτων, μέ ὅλα τά ἐνδεχόμενα μέσα στό λογαριασμό, δέν ὑπῆρχε στίς προηγούμενες συλλογές. Οὔτε ἡ ἀτμόσφαιρα ἀποδοχῆς πού ἀποπνέουν οἱ παρακάτω στίχοι:

 Σάββατο ἀπόγευμα, ψιλόβροχο.

Στό δωμάτιο μουσική τοῦ Νίνο Ρότα
ἀπό ταινίες πού ἀγαπήσαμε.

 Λίγα πράγματα στή ζωή ἀρκοῦν.
Ὅπως χτές, νά ποῦμε, πού ὁ κοκκινολαίμης
στό μπαλκόνι ἦρθε καί κάθισε χαρούμενος
καί συντροφιά μοῦ ἔκανε λίγη ὡρίτσα.
[…]

«Σάββατο ἀπόγευμα, ψιλόβροχο».

Ὅμως πέρα ἀπό αὐτά, τό βαθύ ἀγκάθι δέν παύει νά λανθάνει ἀκόμα καί μέσα στήν ἤρεμη ἀποδοχή τοῦ στενοῦ ἤ εὐρύτερου περιβάλλοντος. Οὔτε σβήνεται ἡ μνήμη, οὔτε παύει τό παρελθόν νά χρωματίζει τό παρόν. Κατά τά ἄλλα ἐξακολουθοῦν νά αἴρονται τά ἐμπειρικά δεδομένα στό ἐπίπεδο τῶν μεταφορικῶν συσχετισμῶν καί τοῦ στοχασμοῦ, συνεχίζεται ἡ συνομιλία μέ προγενέστερους λογοτέχνες, ἐνῶ δέν ὑποχωρεῖ ὁ ἠθικός ἔλεγχος τῶν περασμένων καί τῶν τωρινῶν. Μιά ἀνταπόκριση σέ ὅλα αὐτά βλέπουμε στό παρακάτω ποίημα.

Καθώς τά χρόνια περνοῦν
καί δέν ἔχεις οὐτοπίες ἄλλες νά συντηρήσεις,
ὁ νοῦς σου γυρίζει ὁλοένα στά παλιά.

Τά Χριστούγεννα στό πατρικό μου ἐπιστρέφω.
Τό φαναράκι μου ἀνάβω, στούς δρόμους βγαίνω
στά σπίτια τῆς γειτονιᾶς τά κάλαντα λέω.

Νύχτα καί χιονίζει. Οἱ δρόμοι
ἔχουν ἀσπρίσει κιόλας. Ὄμορφος τόπος, μιά γιορτή.
Ἀπόψε ὁ Φιοντόρ θά ᾿ρθεῖ καί ὁ Τσέχωφ.
Μέ τόν κυρ-Ἀλέξανδρο σαλπάρω,
ξάγρυπνος μένω νά ὀνειρεύομαι,
πού αὔριο τή νέα μου φυσαρμόνικα θά πάρω.

Εἶν᾿ ἡ ὥρα πού τά θαύματα
περνοῦν τήν καμινάδα.
Ὄμορφα ὅλα μά τώρα ἔχουν περάσει.
Τή χαμένη μου φυσαρμόνικα γυρεύω
μολονότι τή μουσική ἐκείνη ἔχω ξεχάσει.

Χριστούγεννα παίζουν κι ἀπόψε στήν τιβί,
ἄσπρες νιφάδες στό γυαλί
καί ἀργά-ἀργά τό στρώνει·
νύχτα βαθαίνει μέσα μου πολύ
καί γρήγορα τό λιώνει.

«Καθώς τά χρόνια περνοῦν».

          Σύμφωνα μέ τά προηγούμενα, μέ τά πέντε βιβλία τοῦ Πασβάντη βρισκόμαστε μπροστά σ᾿ ἕνα ἀρτιωμένο ποιητικό ἔργο. Ἔργο πού διαθέτει μιά πλούσια ἐμπειρική ἐνδοχώρα, μεταβολισμένο ποιητικά ὑλικό καί ἐκφραστική ἀρτιότητα. Τόση ἄνεση γραφῆς προϋποθέτει ἀσφαλῶς μεγάλη ἄσκηση, ἐνῶ, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, ὁ μικρός σχετικά συνολικός ὄγκος τοῦ ἔργου προϋποθέτει ἰσχυρό κριτήριο διαλογῆς τοῦ καίριου καί τοῦ σημαντικοῦ. Ἀπό τήν πλευρά αὐτή οἱ πέντε συλλογές τοῦ Πασβάντη ἀντιπροσωπεύουν ἕναν πολλαπλάσιο ἀρχικό ὄγκο ἀπό τόν ὁποῖο προέκυψαν. Ἄς σημειωθεῖ ἐπιπλέον ἡ ἐξαιρετική παιδεία τοῦ ποιητῆ, τόσο πάνω στό λογοτεχνικό παρελθόν, ὅσο καί εὐρύτερα. Τέλος δέν χρειάζεται νά πῶ ὅτι ἀπό τεχνική ἄποψη ἔχουμε νά κάνουμε μέ ποίηση μοντερνιστικοῦ προσανατολισμοῦ.

Στήν παρούσα ἐργασία χρησιμοποίησα πολλά κειμενικά δείγματα. Τό ἔκανα γιατί ἡ δουλειά τοῦ ποιητῆ παραμένει ἄγνωστη. Κανονικά ἕνας ποιητής ἐκπληρώνει τόν προορισμό του, γράφοντας, κατά τή μπόρεσή του, καλά ποιήματα. Τά ὑπόλοιπα, ἀναγνώριση καί ἀξιολογική ἐκτίμηση τοῦ ἔργου του, ἀνήκουν σέ ἄλλους. Ὁ Πασβάντης ἔκανε ἀκριβῶς αὐτό: ἔγραψε καλά ποιήματα, χωρίς νά κάνει τίποτα ἄλλο γιά τή δημόσια ἀναγνώρισή τους. Χωρίς νά χτυπήσει πόρτες, χωρίς νά πλησιάσει πρόσωπα πού κατέχουν πόστα, χωρίς νά ἐπιδοθεῖ σέ ἰδιοτελεῖς ἐλιγμούς, κ.λπ. Τό ἀποτέλσμα ἦταν νά φτάσει στά ἑβδομήντα δυό του χρόνια καί νά παραμένει, μέ ἐξαίρεση τήν ἀνθολογία γιά τή Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά τοῦ Ἀνέστη Εὐαγγέλου, οὐσιαστικά ἄγνωστος. Μιά ντροπή, ὄχι γιά τόν ἴδιο βέβαια, ἀλλά γιά τή λογοτεχνική μας κοινότητα, γιά τή λογοτεχνική μας κριτική, γιά τά πνευματικά μας ἤθη, γιά ὅλους μας.

Περιοδικό Νέα Ἑστία, τεῦχος 1848, Ὀκτώβρης 2011.

Πίσω στο κείμενο [1] . Ἀπόσπασμα 34 LP.

Πίσω στο κείμενο [2] . Παλλαδᾶς ὁ Ἀλεξανδρεύς, Βιβλίο 10, ἐπίγραμμα 72.

Γιά τόν ἐντοπισμό καί τήν ἑρμηνεία τῶν φράσεων αὐτῶν ζήτησα τή βοήθεια καθηγήτριας Κλασικῆς Φιλολογίας. Πλῆρες τό σαπφικό ἀπόσπασμα ἔχει ὡς ἑξῆς:

«ἄστερες μέν ἀμφί κάλαν σελάνναν

ἄψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,

ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπη

γᾶν…»

Καί σημαίνει μέ ἁπλά λόγια: τά ἀστέρια γύρω ἀπό τήν πανσέληνο χάνουν τή λάμψη τους, ὅταν ἐκείνη φωτίζει ἄπλετα τή γῆ… (Θυμίζω τίς ἀντιδράσεις πού προκάλεσε μιά παρόμοια παρατήρηση τοῦ Ροΐδη σέ ὁρισμένο τετράστιχο. Ἅπαντα Ροΐδη, δεύτερος τόμος, φιλολογική ἐπιμέλεια Ἄλκης Ἀγγέλου,  Ἑρμής, Ἀθήνα 1978, σ. 297.

Τό πλῆρες ἐπίσης ἐπίγραμμα τοῦ Παλλαδᾶ εἶναι:

«Σκηνή πᾶς ὁ βίος καί παίγνιον· ἤ μάθε παίζειν

τήν σπουδήν μεταθείς, ἤ φέρε τάς ὀδύνας.»

Δηλαδή: Ἡ ζωή εἶναι θέατρο καί παιχνίδι, ἤ μάθε νά παίζεις ἀφήνοντας τά σοβαρά ἤ ὑπόμενε τά βάσανα.

Αὐτό πού κάνει ὁ Πασβάντης στή συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς νά σημειώνει ἀπό ποῦ πῆρε τίς ἀρχαῖες φράσεις καί χωρίς νά τίς μεταφράζει, σέ ὑποσημείωση, τό κάνουν πολλοί, σέ βαθμό πού τείνει νά πάρει διαστάσεις συρμοῦ. Προσωπικά διαφωνῶ μ᾿ αὐτήν τήν τακτική, γιατί ἔτσι δέν ὑπολογίζει κανείς τόν ἀναγνώστη στόν ὁποῖο ἀπευθύνεται. Στήν πραγματικότητα, ὅταν δέν σημειώνεις ἀπό ποῦ προέρχεται μιά ἀρχαία ἤ ξένη φράση καί δέν τή μεταφράζεις, προϋποθέτεις ἕναν ἀναγνώστη μέ πολλαπλάσιο εὖρος παιδείας ἀπό τή δική σου. Γιά τό λόγο ὅτι εἶναι εὔκολο νά ἀνοίγεις τήν Ἰλιάδα ἤ τήν Παλατινή Ἀνθολογία ἤ τό Δόν Κιχότι –παράλληλα καί τή μετάφρασή τους- καί νά παίρνεις κάποια φράση πού σέ βολεύει καί νά τή βάζεις στό πρωτότυπο, ἀλλά ὁ ἀναγνώστης σου, γιά νά ἐντοπίσει αὐτή τή φράση καί γιά νά τή μεταφράσει, θά πρέπει νά ἔχει πλήρη γνωστική ἐποπτεία ὅλης τῆς ἀρχαίας καί τῆς νεότερης εὐρωπαϊκῆς γραμματείας. Τό ζήτημα λοιπόν εἶναι ὅτι μέ τήν παρεμβολή ἀμετάφραστων φράσεων προκύπτει, γιά κάποιους ἔστω ἀναγῶστες, ἀναγνωστικό κενό. Κι αὐτό δέν πιστεύω πώς εἶναι ἐπιθυμητό ἀπό τήν πλευρά τῶν ποιητῶν. Ἐκτός πού μπορεῖ νά θεωρήσει κανείς ὅτι μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο οἱ ποιητές ἐνδίδουν στόν πειρασμό τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Ποίησης. Bookmark the permalink.