Δυό βιβλιοκρισίες τοῦ Σινόπουλου γιά ἀφηγηματικά ἔργα

Ὁ Σινόπουλος, ὡς κριτικός τῆς λογοτεχνίας, ἔγραψε κριτικές γιά ποιητικά ἔργα. Ποιητής ὁ ἴδιος, ἐπιδόθηκε κατεξοχήν στήν κριτική τῆς ποίησης, ὅπου διακρίθηκε ἰδιαίτερα γιά τήν παιδεία του, τήν εὐαισθησία του καί τό θάρρος τῆς γνώμης του. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν δυό βιβλιοκρισίες γιά ἀφηγηματικά βιβλία.

          Ἡ μία ἀπό αὐτές δημοσιεύτηκε τό 1959 στό περιοδικό Κριτική καί ἀφοροῦσε τό μυθιστόρημα τοῦ Ἄλκιβιάδη Γιαννόπουλου Ἡ Σαλαμάνδρα.[1] Ἡ ἄλλη δημοσιεύτηκε τό 1964 στό περιοδικό Ἐποχές, γιά τό πεζογράφημα τοῦ Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς.[2]

           «’’Ἡ Σαλαμάνδρα’’», ἀρχίζει τήν κριτική του ὁ Σινόπουλος,  «ἀποτελεῖται ἀπό 35 ἐπιστολές, 2 τηλεγραφήματα καί 23 σελίδες ἡμερολογίου, σκορπισμένες στά χρονικά ἐνδιάμεσα τῶν ἐπιστολῶν. Ἀλληλογραφοῦν τά κύρια πρόσωπα τοῦ μυθιστορήματος. Ἡ μητέρα κυρία Δώρα Χ, καί τά τρία παιδιά της, Γλαύκη,  Ἄγγελος, Κίμων. Τό ἡμερολόγιο ἀνήκει στόν νεαρό Ἄγγελο. […] Χῶρος ὅπου κινοῦνται τά πρόσωπα εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη…»

          «Εἶναι κάπως δύσκολο σήμερα», συνεχίζει ὁ κριτικός, «ν᾿ ἀρχίσεις τό διάβασμα ἑνός μυθιστορήματος φτιαγμένου μέ τόν παλιό τρόπο τῆς ἐπιστολογραφίας. Ἡ ἐπιστολή ἀπωθεῖ καί κουράζει. Ὡστόσο ὁ Γιαννόπουλος –μ᾿ ὅλο πού τό τετριμμένο ἐπιστολιμαῖο ὕφος δέν προσφέρεται στό εἶδος τῆς τέχνης του- κι αὐτό εἶναι μιά ἐξαιρετική ἐπιτυχία -ἀπό τίς πρῶτες σελίδες σέ κερδίζει.» Μέ τί «σέ κερδίζει» ἀκριβῶς τό μαθαίνει κανείς σέ ὅλο τό ὑπόλοιπο κριτικό κειμένο. Μιά πρώτη ἀξιολογική παρατήρηση εἶναι πώς αὐτή ἡ ἐπιστολική σύνθεση παρουσιάζει ἀναλογίες μέ μουσικές συνθέσεις καί «ἀσκεῖ μέσα σου μιάν ἀκαθόριστη ὑποβολή». Μιά ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι «Μέ τή ‘‘Σαλαμάνδρα’’ βρισκόμαστε στό χῶρο τῆς ψυχῆς, τῶν ὑποκειμενικῶν διαθέσεων, πού εἶναι τό ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ συγγραφέα. Καθώς ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιά συνεχής μεταβολή, δέν βλέπουμε στή ‘‘Σαλαμάνδρα’’ μιά τελική προβολή τῶν πλασμάτων τοῦ συγγραφέα. Ἁπλῶς παραβρισκόμαστε στήν ἐξελιχτική ψυχική τους πορεία, στίς συνεχεῖς ζυμώσεις καί διαφοροποιήσεις τῆς ὕπαρξής τους.» Στό μεταξύ, ἀφοῦ θά ἀναφερθεῖ στό καθένα ἀπό τά κύρια πρόσωπα τοῦ ἔργου, τά ὁποῖα οὐσιαστικά «ἀδειάζει», ὁ Σινόπουλος θά ξεχωρίσει, ὅπως κι ὁ πεζογράφος, τό μικρότερο γιό τῆς κ. Δώρας Χ., Ἄγγελο. «Καθώς προχωροῦμε στήν ἀνάγνωση, γίνεται φανερό πώς τό κεντρικό πρόσωπο τοῦ μυθιστορήματος εἶναι ὁ Ἄγγελος, ὁ μικρός γιός τῆς κυρίας Χ., τό προσφιλέστερο πλάσμα τοῦ συγγραφέα, ἴσως ὁ κάποτε ἑαυτός του. Συναισθηματικός, παρορμητικός, συννεφόμυαλος, ἐτῶν 24, τόν λένε συχνά ὁ ‘‘μικρός’’. Ἄνεργος, τόν τραβάει τό πνεῦμα κι ἡ μουσική, τόν παθιαζει ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἀσφυκτιᾶ μές στίς συμβάσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς». «Συννεφόμυαλος…», τόσο στά γράμματά του, ὅσο καί στά ἡμερολόγιά του. Θά διακρίνει ἐπίσης ἕνα περιθωριακό πρόσωπο πού ἔτυχε νά συζητήσει ὁ Ἄγγελος δυό φορές μαζί του, τό Νεόφυτο Παντίκη (μοῦ ᾿ρχεται νά πῶ: τό Γαβριήλ Πεντζίκη). «…, ἐκκεντρικός διανοούμενος, μέ ἀνήσυχη ἰδιοσυγκρασία, μέ παραξενιές μιᾶς λογικῆς πού συχνά ἐκτροχιάζεται ὥς τόν παραλογισμό, ἀδιάφορος γιά τίς κοινωνιές συμβάσεις, συχνά κακός, ἄξαφνα ὅμως ἀποκαλύπτοντας μιά τρυφερή κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης». Παρακάτω ὁ κριτικός θά ἐπανέλθει στόν Ἄγγελο γιά νά πεῖ πώς δέν ἐντιπροσωπεύει τό σημερινό νέο (τῆς πρώτης δηλαδή μεταπολεμικῆς γενιᾶς), ἀλλά τό νέο τῆς ἐποχῆς τοῦ Γιαννόπουλου. Θά ἐπισημάνει πώς τό μυθιστόρημα μᾶς δίνει τόν κόσμο τῆς καθημερινότητας, ἀλλά «Μέ τήν ἰδιόρρυθμη ἰδιοσυγκρασία του ὁ Γιαννόπουλος, κινούμενος συχνά ἀπό ἀκαθόριστες μουσικές διαθέσεις, καταργεῖ τά σύνορα ἀνάμεσα στό πραγματικό καί στό φανταστικό». Συνθέτοντας ἔτσι ἕνα μᾶλλον μοντερνιστικό μυθιστόρημα ἀξιώσεων.

            Ἀπό τά προηγούμενα γίνεται φανερό πώς ὁ κριτικός, ἀφοῦ σκιαγράφησε τά πρόσωπα, τήν ὕλη καί τή γενική μορφή τῆς Σαλαμάνδρας, ἀναφέρθηκε στίς αἰσθητικές πραγματώσεις της. Δίνοντας ἰδιαίτερη βαρύτητα στίς μουσικές ἀναλογίες τοῦ κειμένου, στίς ἐξελικτικές διαφοροποιήσεις τοῦ ἀφηγηματικοῦ πληθυσμοῦ, στίς ἐνδοσκοπικές ὁμολογίες τοῦ Ἄγγελου καί στό πηγαινέλα τῶν καταστάσεων μεταξύ πραγματικότητας καί φαντασίας. Πρόκειται γιά μιά ὁλοκληρωμένη κριτική, καθόσον ἀναφέρεται, τόσο στά ἐξωτερικά γνωρίσματα τοῦ βιβλίου, ὅσο καί στά ἐσωτερικά ποιοτικά στοιχεῖα  του.

           Ἡ δεύτερη βιβλιοκρισία ἀφορᾶ τήν Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς τοῦ Πεντζίκη. Ἀρχικά ὁ κριτικός μιλάει γιά τή σιωπή πού περιβάλλει αὐτόν τόν ξεχωριστό συγγραφέα. Πού εἶναι «Ἕνας χιμαιροκυνηγός […] τῆς αἰσιοδοξίας καί τῆς ἐλπίδας, ἕνας ἐξόριστος, πού ἡ παλιότερη γενιά τόν αἰσθανόταν σάν ξένο σῶμα κι ἡ νεώτερη περίπου καμώνεται πώς τόν θαυμάζει, περίπου πώς τόν ἀγνοεῖ, κυρίως τόν δέχεται σά γραφικό τύπο».

          Ἔπειτα μιλάει γιά τήν τεχνική ἰδιομορφία τῆς συγκεκριμένης πεζογραφίας. Μέχρι τότε ὁ Πεντζίκης εἶχε ἐκδόσει τέσσερα πεζογραφήματα, τά Ἀνδρέας Δημακούδης, 1935, Ὁ πεθαμένος καί ἡ ἀνάσταση, 1944, Πραγματογνωσία, 1950 καί Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς, 1963. Ὁ Σινόπουλος ἀναφέρει τό πιό ἰδιόμορφο βιβλίο τοῦ Πεντζίκη, τήν Πραγματογνωσία, πού μαζί μέ τήν Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπια ζωῆς, «σπάζουν τίς φόρμες καί τά σύνορα τῆς πεζογραφίας γιά νά μᾶς δείξουν τήν ἀλήθεια τους σάν ἀλήθεια ἐξωλογοτεχνική». Ἔτσι πού τό ἔργο τοῦ συγγραφέα νά μή μπορεῖ νά ταξινομηθεῖ στά γνωστά καί καθιερωμένα εἴδη. Μάλιστα «Τό ἔργο του γράφεται συνεχῶς ἀναζητώντας τό ἔργο». Τό κείμενο δηλαδή, κι αὐτό ἀφορᾶ ἰδιαίτερα τήν Ἀρχιτεκτονική, σχηματίζεται σχολιάζοντας τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο γράφεται. Πρόκειται βέβαια γιά τήν περίφημη αὐτοαναφορικότητα, ὅπου προέχει συχνά ὁ μηχανισμός τῆς συνειρμικῆς γραφῆς. Μέ ἄμεσους, ἔμμεσους ἤ ἐλεύθερους κι ἀνεξέλκτους συνειρμούς, μέ τούς ὁποίους μποροῦν νά συναρθρώνται τά πιό ἑτερόκλητα δεδομένα.[3] Συναισθήματα, ἀναμνήσεις, καταστάσεις, γεγονότα, σκέψεις, ὑποθέσεις κ.λπ., διαφορετικῶν χρονικῶν στιγμῶν.

          Ἀκολουθεῖ ἕνα τρίτο μέρος, ὅπου ὁ κριτικός μιλάει γιά τό ρόλο τῆς μνήμης στήν ὀργάνωση τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς. «Ἐρέθισμα κι᾿ ἀφορμή γιά ή γραφή στάθηκε ἕνα χάρτινο κουτί γεμᾶτο λογῆς-λογῆς ἀναμνηστικά, πού κατά τή γνώμη τοῦ συγγραφέα, θά μποροῦσαν ν᾿ ἀποτελέσουν ὑλικό γιά μιά ἐνδιαφέρουσα ἀφήγηση. Ἡ ἀφήγηση θά γίνει σιγά-σιγά μέσω τῆς μνήμης, παίρνοντας τό ρυθμό της κι᾿ ἡ πρόθεση τοῦ Πεντζίκη θά πραγματοποιηθεῖ μ᾿ ἕναν τ α υ το χ ρ ο ν ι σ μ ό ἀνάμεσα στήν ὥθηση πρός ἐργασίαν καί στήν ἐκτέλεση τοῦ ἔργου.» Ὅμως «Ἡ Ἀρχιτεκτονική εἶναι ἕνα ἔργο αὐτοβιογραφικό, κατάθεση στό πρόβλημα τοῦ εἶναι». Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, μέ βάση τό ποικιλότροπο καί αὐτοβιογραφικό ὑλικό πού χρησιμοποιεῖ ὁ συγγραφέας, φέρνει στό νοῦ, τόσο τόν Ζίντ τῶν Κιβδηλοποιῶν, ὅσο καί τόν Προύστ τοῦ Ἀναζητώντας τόν  χαμένο χρόνο.[4] Χωρίς νά μένει βέβαια κολλημένος σ᾿ αὐτούς τούς δυό, μιά καί ἀκολουθεῖ τό δικό του μοναδικό τρόπο γραφῆς.

          Σ᾿ ἕνα τέταρτο μέρος ὁ Σινόπουλος δίνει τήν ἄλλη ὄψη τοῦ νομίσματος -ἐκτός ἀπό τήν ὄψη τῆς μνήμης- ἐκείνη τοῦ παρόντος. «Ἀλλά δέν εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὅλη ἡ Ἀρχιτεκτονική μιά ὑπόθεση μνήμης. Ὑπάρχουν καί οἱ ἐπιταγές, οἱ κλήσεις τῆς ἡμέρας, ἡ τρέχουσα ζωή, ἡ ἀνθρώπινη σχέση. Ἡ μνημονική ἄμπωτις καί παλίρροια διακόπτεται καί στά ἐνδιάμεσά της τό παρόν διεκδικεῖ τή μερίδα του, μέσα ἀπό σκέψεις, προθέσεις καί θεωρήσεις τῶν πεπραγμένων.» Σ᾿ αὐτό τό μέρος τῆς κριτικῆς γίνεται λόγος γιά τήν οἰκογένεια τοῦ συγγραφέα, τή γυναίκα του καί το μικρό γιό του, τόν ἔρωτα καί τή χριστιανική πίστη, πού εἶναι μαζί μέ τήν ὀμορφιά τό ἀσφαλές καταφύγειο τοῦ συγγραφέα. Ἡ παρηγοριά του καί ἡ αἰσιοδοξία του. Γιά τήν πίστη ἰδιαίτερα ὁ κριτικός σημειώνει πώς δέν ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕναν «ἀσκητικό μυστικό», ἀλλά γιά ἕναν κατά κάποιο τρόπο κοσμικό, γήινο, μυστικό.

          Στό τρίτο καί τέταρτο μέρος, στά δυό προηγούμενα δηλαδή, μιλώντας ὁ Σινόπουλος γιά τίς δυό ὄψεις τοῦ νομίσματος –τῆς μνήμης καί τοῦ παρόντος-, θέτει ταυτόχρονα τήν ὀντολογική διάσταση τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς. Θυμίζω τή φράση «Ἡ Ἀρχιτεκτονική εἶναι ἕνα ἔργο αὐτοβιογραφικό, κατάθεση στό πρόβλημα τοῦ εἶναι». Ἐπιπλέον: «Ἐκεῖνο πού τόν ἐνδιαφέρει περισσοτερο [τό συγγραφέα] εἶναι ὅ,τι σαλεύει ‘‘ἐπέκεινα’’ τῆς μνήμης, οἰ διαλείψεις, οἱ διακυμάνσεις, οἱ ἐκτροχιασμοί καί προπαντός ὁ ‘‘προορισμός’’ αὐτῆς τῆς ὕπαρξης, τοῦ ὄντος.» Ἐνῶ ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, «ὅ,τι μέ τόσο πόνο καί τόση θέρμη βιώνεται μέσα του, ἀποτελεῖ μιά σίγουρη κτήση τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματός του. Ἡ θρησκευτική του ἐμπειρία εἶναι ψυχική καί πνευματική. Μέσα στήν πνευματική ζωή ἡ ἀλήθεια τοῦ Πεντζίκη γίνεται ἐναργέστερη κι᾿ ἡ ποικιλία τῆς ὕπαρξης του ἀποκαλύπτεται σ᾿ ὅλη της τήν ἐξέλιξη». Στό βάθος, μ᾿ ἄλλα λόγια, πέρα ἀπό τό ὑλικό, τή συνειρμική τεχνική καί τή σχέση μνήμης καί παρόντος, ἡ Ἀρχιτεκτονική συνιστᾶ μιά ὀντολογική πραγματεία. Μιά ἀναζήτηση καί μιά πραγμάτωση συνεπῶς ὑπαρξιακοῦ χαρακτήρα.

          Στό πέμπτο καί τελευταῖο μέρος τῆς κριτικῆς γίνεται ἀναφορά στό θέμα τῆς γλώσσας. «Ἡ γλώσσα τοῦ Πεντζίκη κρατιέται ἔξω ἀπό τή σύμβαση. Μή ἔχοντας προκαταλήψεις, ἀδέσμευτος, χρησιμοποιεῖ ὅ λ ε ς τίς λέξεις, ἀρκούμενος κάθε φορά νά βρίσκει τόν ἀκριβή τόνο, τή σωστή θέση. Λέξεις καθαρευουσιάνικες, λέξεις ἐπιστημονικές, λέξεις βυζαντινές, λέξεις λόγιες, λέξεις τῆς δημοτικῆς, τῆς μακεδονίτικης διαλέκτου, λέξεις παλιές, ἄχρηστες, φθαρμένες, ἀκαδημαϊκές, δημοσιογραφικές, ζωντανές ἤ νεκρές συμφύρονται καί συνωθοῦνται σέ μιά ἰδιότυπη σύνταξη πού ἀκολουθεῖ τήν οὐσία καί τό ρυθμό τοῦ κειμένου. Ἀστράτευτος γλωσσικά ὁ Πεντζίκης, παραξενεύει, ἐνοχλεῖ, ἀπωθεῖ, συγκινεῖ, γοητεύει, συναρπάζει, κυρίως ὅταν μέ τίς ἀπρόοπτες συνδέσεις ἀντλεῖται κάτι ἀπό τό μυστήριο τῶν πραγμάτων. Ὑπάρχει μιά ἀπουσία στύλ, πού γίνεται προσωπικό στύλ…»

          Στόν ἐπίλογο ἔχουμε τήν ἀκόλουθη ὁμολογία. «Γράφοντας γιά τήν Ἀρχιτεκτονική σκόπευα νά δώσω ἕνα πρόχειρο πορτραῖτο τοῦ συγγραφέα της. Ἀλλά ὁ Πεντζίκης δέν εἶναι εὔκολο νά ἀποδοθεῖ. Παραπέμπω λοιπόν τόν ὑπομονετικό ἀναγνώστη στό κείμενο, πού εἶναι νομίζω ἕνα συνεχές πνευματικό ἐρέθισμα, μιά ἀδιάπτωτη πνευματική ἀγαλλίαση. Πού εἶναι νομίζω ἀπό τά ἀξιολογότερα βιβλία τῶν μεταπολεμικῶν χρόνων.»

  *

           Ὅπως εἶπα στήν ἀρχή, ὁ Σινόπουλος, ἄν καί κριτικός ποιητικῶν ἔργων, ἔγραψε καί δυό κριτικές γιά ἀφηγηματικά βιβλία. Τί νά τόν τράβηξε σ᾿ αὐτά τά βιβλία; Δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει στό ἀρχεῖο του κάποια σημείωση πού νά φωτίζει αὐτή τήν «ἐκτροπή» του. Θά μποροῦσε ἴσως νά πιθανολογήσει κανείς μέ βάση τά σημεῖα τῶν πεζογραφημάτων πού τράβηξαν ἰδιαίτερα τήν προσοχή του.

          Στή Σαλαμάνδρα, πού τήν ἐκτίμησε ὡς «τό συναρπαστικότερο καί τό γοητευτικότερο ἴσως πεζογράφημα τῶν τελευταίων χρόνων», στάθηκε περισσότερο στόν «συννεφόμυαλο» Ἄγγελο. Μιά ποιητική φυσιογνωμία νέου, ἐξαιρετικά αἰσθαντικοῦ πού διαλογίζεται ἐλεύθερα καί ὀνειρεύεται ξύπνιος. Πρόσεξε ἐπίσης τίς ἀναλογίες πού παρουσιάζει ἡ σύνθεση τοῦ ἔργου μέ μουσικές συνθέσεις. Καί τό «παιγνίδι» τῶν καταστάσεων ἀνάμεσα στήν πραγματικότητα καί τή φαντασία. Τοῦ ἔκανε τέλος ἐντύπωση τό ὅτι ὁ Γιαννόπουλος κατάφερε νά μεταμορφώσει τήν παλιά, ξεπερασμένη, τεχνική τῆς ἐπιστολογραφίας σέ μιά σύγχρονη μοντερινιστική ἀφήγηση ἀξιώσεων. Ἴσως ὅλα αὐτά νά ἔπαιξαν κάποιο ρόλο γιά νά διαλέξει νά καταπιαστεῖ ὡς κριτικός μ᾿ αὐτό τό ἔργο.

          Στήν Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς πρέπει νά τόν τράβηξε, τόσο ἡ ξεχωριστή περίπτωση τοῦ Πεντζίκη, ὅσο καί τό ἴδιο τό ἔργο. Πρέπει νά εἰπωθεῖ πώς ἡ κριτική τοῦ Σινόπουλου γι᾿ αὐτό τό βιβλίο εἶναι ἡ πρώτη σοβαρή κι ἐμπεριστατωμένη κριτική πού γράφτηκε γιά ἔργο τοῦ Πεντζίκη. Οὐσιαστικά μ᾿ αὐτή τήν κριτική ἀνοίχτηκε ὁ δρόμος γιά τήν ἀνεπιφύλακτη ἀναγνώριση τοῦ πεντζικικῆς γραφῆς. Καί πρέπει νά τοῦ ἀναγνωριστεῖ αὐτή ἡ κριτική ὀξύνοια, ἡ ὁποία παίρνει θέση δίπλα στίς καλύτερες νεοελληνικές κριτικές. Μετά τό Σινόπουλο πολλοί μίλησαν ἀνεπιφύλακτα γιά τήν ἀξία τοῦ Πεντζίκη. Θυμοῦμε τήν ἐντύπωση πού μοῦ ἔκανε, ὅταν τό φθινόπωρο τοῦ 1964 διάβασα στίς Ἐποχές τήν κριτική του. Δέν ἦταν ἡ θετική στάση πού ἔπαιρνε ἀπέναντι στό πρόσωπο καί στό ἔργο τοῦ Πεντζίκη. Ἦταν, πέρα ἀπό ἄλλα, ἡ ἀναφορά του στήν τεχνική σύνθεση καί στήν ὀντολογική  ὑπόσταση τοῦ ἔργου. Γιά τό πρώτο, τήν τεχνική σύνθεση, θέλω νά σημειώσω ὅτι ἡ ἄποψη, «Τό ἔργο του γράφεται συνεχῶς ἀναζητώντας τό ἔργο», ἦταν μιά πρωτάκουστη ἄποψη τά χρόνια ἐκεῖνα στήν Ἑλλάδα. Ὅσο γνωρίζω κανείς δέν εἶχε ἀναφερθεῖ  νωρίτερα σ᾿ αὐτή τή μέθοδο τῆς πεζογραφικῆς γραφῆς. Ὁ Πεντζίκης ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητής τῆς συστηματικῆς αὐτοαναφορικῆς μεθόδου ἐδῶ σέ μᾶς καί ὁ Σινόπουλος ἦταν ὁ πρῶτος πού τή διέγνωσε ὡς κριτικός. Γιά τό δεύτερο, τήν ὀντολογική ὑπόσταση, θά ἤθελα νά σταθῶ στό ὑπαρξιακό ἄλλοθι πού ἀναγνώρισε ὁ Σινόπουλος στούς πεντζικικούς συνειρμούς. «Βρισκόμαστε», ἔγραψε, «μπροστά σ᾿ ἕνα πρόβλημα σχέσεων μνήμης συνείδησης καί ἀσυνειδήτου, πού ἡ ἐξέτασή του θά χρειαζόταν ἕνα εἰδικό μελέτημα. Γιά τήν ὥρα συλλογίζομαι πώς τό πρόβλημα αὐτό εἶναι τό ἴδιο τό πρόβλημα καί τό μέγα μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης πού, αἰχμάλωτη τοῦ χρόνου, κυμαίνεται ἀνάμεσα στό πρόσκαιρο καί τό αἰώνιο». Ἄς σημειωθεῖ, γιά τό θέμα τῆς ἀξιολογικῆς του πρόγνωσης, πώς ἡ κατακλείδα τῆς κριτικῆς του, «Πού εἶναι νομίζω ἀπό τά ἀξιολογότερα βιβλία τῶν μεταπολεμικῶν χρόνων»,  διατηρεῖ ἀμείωτη τήν ἀξία της. Ἡ Ἀρχιτεκτονική εἶναι τό πιό ἰσορροπημένο ἔργο τοῦ Πεντζίκη. Χωρίς αὐτό ἡ Πραγματογνωσία καί Τό μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης θά παρουσίαζαν κάποιο ἔλειμμα στή σχέση μεταξύ τους. Ἡ Ἀρχιτεκτονική εἶναι τό ἔργο πού δένει ὅλη τήν πεζογραφική δουλειά τοῦ Πεντζίκη. Ἀλλά καί μόνη της ἀποτελεῖ κορυφαία στιγμή αὐτοῦ τοῦ εὑρηματικοῦ ἀντικομφορμιστῆ συγγραφέα πού δημιούργησε σχολή.

          Ἄς σημειωθεῖ τέλος ὁ ἀπερίφραστος, ὅσο καί ἐξαιρετικά ἐναργής, λόγος τοῦ Σινόπουλου στίς παραπάνω δυό κριτικές. Κριτικές πού δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀφοροῦν Θεσσαλονικεῖς πεζογράφους μοντερνιστικοῦ προσανατολισμοῦ. Ὁ Σινόπουλος δέν ἐκτιμοῦσε τήν ἀθηναϊκή πτέρυγα τῶν πεζογράφων πού ἀνήκαν στή γενιά τοῦ 1930.

           Περιοδικό Μανδραγόρας, τεῦχος 45, φθινόπωρο-χειμώνας 2011.


[1]. Τάκης Σινόπουλος, Ἀλκ. Γιαννόπουλου: Ἡ Σαλαμάνδρα, περιοδικό Κριτική, τεῦχος 3, Θεσσαλονίκη 1959, σσ. 137-140.

[2]. Τάκης Σινόπουλος, Ν.Γ. Πεντζίκη: Ἀρχιτεκτονική τῆς Σκόρπιας ζωῆς, περιοδικό Ἐποχές, τεῦχος 17, Ἀθήνα, Σεπτέμβρης 1964, σσ. 64-67.

[3]. Ἐδῶ θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς γιά τή ‘συνειδησιακή ροή’, ὅρο πού ὁ Σινόπουλος δέν χρησιμοποιεῖ.

[4]. Κάνει ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ὁ Σινόπουλος, μολονότι ἔχει ὑπόψη του τόν Ὀδυσσέα τοῦ Τζαίημς Τζόυς, τόν «ἐσωτερικό μονόλογο», τό περιοδικό Κοχλίας, πολλά ἄλλα, ἀκόμα κι ὅτι ὁ Πεντζίκης μιλάει σ᾿ ἕνα σημεῖο τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς γιά τόν Τζόυς, δέν σχετίζει τό γράψιμο τοῦ Πεντζίκη μ᾿ ἐκεῖνο τοῦ Ἰρλανδοῦ Πεζογράφου.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Δοκιμίων. Bookmark the permalink.