Ὁ ὑποβλητικός λόγος τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη

Μέ τό τελευταῖο βιβλίο τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη, Τά πικρά γλυκά, εἶχα ἀκόμα μιά φορά τήν εὐκαιρία νά κοιτάξω τή γλώσσα καί γενικότερα τό λόγο τῶν κειμένων του.

Γιά τή γλώσσα δέν θά εἶχα νά πῶ πολλά. Εἶναι μιά γλώσσα στρωτή καί ἰσορροπημένη, χωρίς δημοτικιστικούς ἤ λόγιους ἀκκισμούς. Μιά ἀστική δημοτική, θά ἔλεγα, κατά τό πνεῦμα καί ὄχι κατά τούς τύπους, γιατί συμβαίνει πολλοί σήμερα νά γράφουν τυπικά, ἤ περίπου, δημοτική ἐνῶ θητεύουν στό πνεῦμα τῆς καθαρεύουσας. Αὐτή λοιπόν ἡ γραφτή ἀστική δημοτική παρουσιάζει ἀναλογίες πρός μιά ὁμόλογη προφορική, τόσο ὡς πρός πρός τή σαφήνεια, ὅσο καί ὡς πρός τήν εὐλυγισία της. Δέν θά συναντήσουμε στά πεζά τοῦ Μηλιώνη φράσεις θολές ἤ φράσεις νοηματικῆς ἀκαμψίας, ὅπως λ.χ. στή γλώσσα τῆς τηλεόρασης. Ἀνάμεσα στίς ἀναλογίες πρός τήν προφορική προέχει στή συγκεκριμένη περίπτωση ἡ ἄνεση τῆς ἐκφορᾶς, τόσο καί σέ τέτοιο βαθμό πού ν᾿ ἀποτελεῖ ἀξιοζήλευτο ἐπίτευγμα. Κορυφαῖο ἀνάμεσα στούς πεζογράφους τῆς γενιᾶς του κι ἔξοχο μάθημα γιά τούς νεότερους. Μικρό παράδειγμα γιά τή σχέση τῆς γραφτῆς γλώσσας πρός τήν προφορική: βλέπω συχνά σέ γραφτά νεότερων πεζογράφων τή γενική «τοῦ παραθύρου» (ὄχι τοῦ παράθυρου) καί «τοῦ γεφύρου». Ὁ Μηλιώνης ὅμως πού, καί φιλόλογος εἶναι καί ἀντίληψη τῆς προφορικῆς γλώσσσας ἔχει, γράφει «τοῦ παραθυριοῦ» καί «τοῦ γεφυριοῦ», σύμφωνα μέ τήν προφορική αἴσθηση τοῦ λόγου.

Ὅμως αὐτό πού θέλω νά σχολιάσω δέν εἶναι ἠ γλώσσα καθαυτή, οὔτε ὁ λόγος στή σύνθετη μορφή του, ἀλλά μιά ἰδιαίτερη πτυχή του. Ἤδη ἀπό τά πρῶτα διηγήματα τοῦ πεζογράφου, τά διηγήματα τῆς συλλογῆς Παραφωνία, [1] πού διάβασα πρίν ἀπό σχεδόν πέντε δεκαετίες, μέ ἀπασχολοῦσε ἕνα ἐρώτημα. Θολά καί ἀόριστα ἀρχικά, ἀλλά ἐπίμονα, καθώς ἐπανερχόταν κάθε φορά πού διάβαζα νεότερα γραφτά του. Ἡ ἀπάντηση σ᾿ αὐτό δόθηκε πολύ ἀργότερα, ὅταν πῆρε συγκεκριμένη μορφή ὡς κειμενική φωνή φωνή τῶν κειμένων. Ὄχι ὡς συνθετικό στοιχεῖο τοῦ λόγου πού ἀπαντᾶ μονάχα στά γραφτά τοῦ Μηλιώνη, ἀλλά ὡς συνθετικό τοῦ λόγου πού ὑπάρχει στή γραφή ἀξιόλογων λογοτεχνῶν. Πρώτη φορά μίλησα γι᾿ αὐτό τό θέμα ἀναφερόμενος στό πεζογραφικό ἔργο τοῦ Γιώργου Ἰωάννου. [2] Ἔλεγα λοιπόν τότε πώς, «Ἄν διαβάσει κανείς ἀπό μέσα του, ἔστω καί λίγες σειρές ἀπό κάποιο λογοτεχνικό πεζό τοῦ Ἰωάννου, θά διακρίνει, εὔκολα ὑποθέτω, τόν τόνο καί τό χρῶμα μιᾶς ὑποβλητικῆς φωνῆς πού θυμίζει κάπως τήν ἀνθρώπινη φωνή τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας…» Καί: «Ὅσο μπορῶ νά κρίνω ἡ φωνή τοῦ κειμένου ἀποτελεῖ κατά κάποιον τρόπο τήν ἀντήχηση τῆς προσωπικότητας τοῦ κάθε συγγραφέα μέσα στά γραφτά του». Στό ἴδιο θέμα ἐπανῆλθα μέ περισσότερες ἐξηγήσεις στό δοκίμιό μου «Τό ὕφος καί ἡ φωνή των κειμένων». [3] Τρίτη φορά ἀναφέρθηκα στήν κειμενική φωνή γράφοντας γιά τό πεζογραφικό ἔργο τοῦ Χριστόφορου Μηλιώνη. [4] Ἔτσι, ὡς πέμπτο κοινό χαρακτηριστικό τῶν πεζῶν του, σημείωνα τό ἑξῆς: «Ἀπό τίς πρῶτες σειρές τῆς Παραφωνίας, ἀλλά σαφέστερα καί μονιμότερα τοῦ Πουκάμισου τοῦ Κένταυρου, ὑποβάλλεται μέσα ἀπό τά κείμενα, ὅταν διαβάζουμε σιωπηλά, ὁρισμένος τύπος φωνῆς. Μοιάζει σάν νά ἐκφωνεῖ κάποιος τό κείμενο μέ τή δική του φωνή. Τό φαινόμενο αὐτό δέν παρατηρεῖται μόνο στά γραφτά τοῦ Μηλιώνη. Παρατηρεῖται στό ἔργο ὅλων τῶν ἀξιόλογων λογοτεχνῶν. Εἶναι, καθώς πιστεύω, ἡ «ἠχώ» τῆς προσωπικότητας τῶν λογοτεχνῶν μέσα στά γραφτά τους. Καί δηλώνει τό αὐθεντικό μέταλλο τῆς δικῆς τους κράσης…»

Ἡ ἐντὐπωση, ὅτι τά γραφτά τοῦ Μηλιώνη «ἠχοῦσαν» μιά ἰδιότυπη ἐσωτερική φωνή, ὑπῆρξε πρώιμη. Αὐτός ὁ κουβεντιαστός, [5] ἄν μπορῶ νά τό πῶ ἔτσι, γραφτός λόγος τοῦ πεζογράφου ὑποβάλλει ἕνα μέταλλο φωνῆς πού, κι ὅταν δέν τό συνειδητοποιεῖ κανείς, τό «ἀφουγκράζεται» αὐτόματα. Μιά ἀπό τίς ἰδιότητες τῆς κειμενικῆς φωνῆς εἶναι νά φανερώνει τήν ἀπόσταση ἀπό τήν ὁποία ἔρχεται: μακρινή, πλησιέστερη, κοντινή. Ἡ φωνή π.χ. τοῦ Ἐλύτη ἔρχεται ἀπό ἀρκετή ἀπόσταση. Τοῦ Μηλιώνη ἔρχεται ἀπό πολύ κοντά, σάν νά μιλάει κάποιος ἀπό δίπλα σου. Κι ἔρχεται φυσικά καί ἀβίαστα, καθώς ὁ λόγος κυλάει χωρίς κομπιάσματα, χωρίς φάλτσα, χωρίς νά χάνει τό ρυθμό του. Λές καί κάποιος, πού ἔχει ζήσει πολύ, μιλάει γιά τίς περιπέτειές του, περιπέτειες χωνεμένες καί κατακαθισμένες μέσα του ἐδῶ καί πολύ καιρό. Αὐτή ἡ φωνή, πού ἔρχεται ἀπό δἰπλα σου, φορτωμένη μνῆμες ἀπό γεγονότα καί ψυχικές δοκιμασίες περασμένων χρόνων, ἔχει κάτι πού μπορεῖς νά τό ἐμπιστεύεσαι. Ἔχει μιά ὀντολογική ποιότητα ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πειστήριο αὐθεντικότητας τοῦ λόγου. Τό νιώθεις πολύ καλά πώς ἐδῶ βρίσκεσαι στό κρίσιμο σημεῖο ὅπου σταθμίζεται ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ συγγραφέα πού διαβάζεις. Δέν ἔχεις τή δυνατότητα νά τό ἀναλύσεις λογικά, οὔτε σηκώνει ἀποδεικτική ἐπιχειρηματολογία, ἁπλά βασίζεσαι στό ἐσωτερικό αὐτί σου καί στή διαίσθησή σου.

Αὐτό ἀκριβῶς ἦταν πού, ἀναφορικά μέ τό Μηλιώνη, μέ ἀπασχολοῦσε, ἀρκετά ἀξεδιάλυτα, ἀπό τότε πού διάβασα τά διηγήματα τῆς Παραφωνίας κι ἔκτοτε τά μεταγενέστερα ἔργα του. Αἰσθανόμουν δηλαδή ὅτι κάτι ἄρρητο πού ἔβγαινε ἀπό τή γραφή ἔμπαινε ἀνομολόγητα στό λογαριασμό τῆς ἀξιολόγησης ἤ, τέλος πάντων, τῆς ἐκτίμησης πού ἔνιωθα γι᾿ αὐτό τό λόγο. Τό ἐρώτημα πού ἔλεγα στήν ἀρχή προέκυπτε ἀπό αὐτή τή αἴσθηση: ὅτι μολονότι ἀποσιωποῦσα αὐτό τό ἄρρητο στοιχεῖο, ἡ ἐκτίμησή μου γιά τόν πεζογραφικό λόγο τοῦ Μηλιώνη συνδεόταν ὁπωσδήποτε καί μ᾿ αὐτό. Τό ἐρώτημα ἐπανερχόταν ἰδίως ὅταν διάβαζα κείμενα τοῦ συγγραφέα, ἀλλά κι ὅταν ἁπλῶς τά σκεφτόμουν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ πεζογραφικός λόγος τοῦ συγγραφέα, καθώς ἐπίσης τοῦ Ἰωάννου καί ἄλλων, μέ βοήθησε νά ἀναγνωρίσω μέ τόν καιρό, τόσο τήν ὕπαρξη, ὅσο καί τή σημασία τῆς κειμενικῆς φωνῆς. Σχετικά μ᾿ αὐτό τό ζήτημα, τά κείμενα τοῦ Μηλιώνη, μέ τά ὁποῖα αἰσθανόμουν ἐξαιρετική οἰκειότητα, τά ξεχώρισα ἀμέσως γιά τήν ἔντονα ὑποβλητική ὑφή τους. Γιά τό ὅτι οἱ λέξεις καί οἱ φράσεις τους περιβάλλονται ἀπό μιά ἀτμοσφαιρική ἅλω, ἕνα στοιχεῖο ἄλογης σαγήνης. Καί γιά τό ὅτι ὁ πεζογράφος αὐτός εἶναι στυλίστας ἑνός λόγου ἀπό τόν ὀποῖο, πέρα ἀπό ὅ,τι δηλώνεται ρητά, ὑποδηλώνεται ταυτόχρονα, μαζί μέ ὅ,τι ἄλλο, ὁρισμένη ἰδοσυγκρασιακή ταυτότητα.

«Σάν πῆρε τό καράβι, τό φῶς τοῦ ἥλιου ὁλόγυρά του γέμισε χελιδονόψαρα, πού πετοῦσαν ὥς πάνω στά ξάρτια. Κι ἔμεινε στό κατάστρωμα, γυρτός στήν κουπαστή, κοιτώντας τά νερά, ὥσπου ἔπεσε ἡ νύχτα καί τύλιξε τό καράβι του καί τό ᾿κανε νά ψάχνει στά τυφλά, ἀγγίζοντας ἕνα-ἕνα τ᾿ ἀστέρια μέ τ᾿ ἄλμπουρο. Ἄρχισε πρίν ἀπό τόσον καιρό μ᾿ ἕνα ταξίδι στόν ἥλιο, ἀνάμεσα σέ χελιδονόψαρα καί σέ δελφίνια -ἕνα ταξίδι λυρικό- καί νά πού τώρα βρισκόταν ὁλομόμαχος καί μισόγυμνος ἀνάμεσα σέ τούτους τούς τέσσερις τοίχους, τούς τόσο γνώριμους καί πάντα τόσο αἰνιγματικά ξένους καί σιωπηλούς.» [6]

Τό ἀπόσπασμα μπορεῖ νά σχολιαστεῖ ποικιλότροπα: γιά τό ποιητικό του βάθρο, γιά τή σύνθετη -κυριολεκτική καί μεταφορική- δομή του, γιά τό λόγο πρός ἑαυτόν, γιά τήν ἀβίαστη ροή τῆς γραφῆς του, γιά τή χαμηλόφωνη «ἐκφορά» του, γιά τήν πυκνότητά του νά συμπτύσσει σέ λίγες φράσεις τήν ἀρχή καί τό τέλος ἑνός προσωπικοῦ χρονικοῦ μερικῶν ἐτῶν, κ.λπ. Γιά τό θέμα ὅμως πού συζητῶ ἐνδιαφέρει ν᾿ ἀκούσουμε τήν ἰδιαίτερη φωνή του. Πρῶτα, τό ἀπό πόσο κοντά τήν ἐκφέρει κάποιος πού μονολογεῖ. Ἔπειτα τό ὅτι δέν ἔχει ἐπιθετικό χαρακτήρα, οὔτε ἐπιδεικτικό, οὔτε ἱκετευτικό. Δέν ζητάει τίποτε ἀπό μᾶς τούς ἀναγνῶστες καί δέν μᾶς ἔχει στόχο. Ἁπλῶς συνοδεύει τό ρητό λόγο ὡς δείκτης τῆς προέλευσής του. Μέ τήν ἔννοια ὅτι «ἠχεῖ» κατά κάποιο τρόπο τό ὑπαρξιακό εἶναι τοῦ ὑποκειμένου πού μονολογεῖ. Ὑποβάλλει, μ᾿ ἄλλα λόγια, τήν ἐσωτερική ταυτότητά του. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ στοιχεῖο γνησιότητας.

«… Ψηλά ὁ πάνω μαχαλάς μέ τό σπίτι μου πρῶτο πρῶτο στήν κορφή ν᾿ ἀγνανεύει μέ ὅλα του τά παράθυρα, καί πιό πάνω ὁ Ἅη-Νικόλας μας, μέ τόν αὐλόγυρο καί τό καμπαναριό νά μέ ψάχνει.

»Ἀκούω φωνές: Ἀπό τόν πέρα μαχαλά ἡ νουνά μου ἡ Κούζω, πού τήν κάψανε ζωντανή οἱ Γερμανοί, ὁ παπα-Μόσχος πού πέθανε πέρυσι, ὁ ξάδερφός μου ὁ Ζαβρέχης μέ τή βροντώδη φωνή, ὁ Ἀλέξης ἀπό τόν κάτω μαχαλά, ἡ θειά μου ἡ Λίκα ἀπό τή σκάλα της, ὁ πατέρας μου ὄρθιος στόν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ μας:

’’Ὦ Φόρη! Ἔρθες; Καλοσώρισες!’’» [7]

Ὁ χρόνος τῆς γραφῆς ἀνάμεσα στά δυό ἀποσπάσματα ἀπέχει 30 χρόνια. Τό πρῶτο τό ἔγραψε ὁ πεζογράφος στά 33 χρόνια του καί τό δεύτερο στά 63 του. Στό πρῶτο συνόψιζε τό χρονικό μιᾶς 4-τίας, στό δεύτερο τό χρονικό μᾶς πολυκύμαντης ζωῆς. Θά μποροῦσε νά σταθεῖ κανείς στά πολλά κοινά σημεῖα που παρουσιάζουν τά δυό ἀποσπάσματα, στόν τρόπο π.χ. τῆς δομῆς τους, στό λόγο πρός ἑαυτόν, στόν ἐκφραστικό ρυθμό, στόν χαμηλό τόνο, στήν ψυχική ἐνδοχώρα πού προϋποθέτουν, κ.λπ. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά δέν εἶναι λιγότερο διακριτή ἡ ὁμόηχη ἐσωτερική φωνή τους. Κι ὅλα μαζί σημαίνουν, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, πώς ὁ πεζογράφος αὐτός δέν πρόδοσε τό τάλαντό του. Δέν ἔβαλε νερό στό κρασί του ἀποβλέποντας στό πλατύ κοινό, ὅπως ἔχει γίνει τῆς μόδας σήμερα. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος ἕνας πεζός λόγος τόσο ὑποβλητικός, πού θά τόν ζήλευαν πολλοί ποιητές μας, ἀποτελεῖ καί μονάχα γιά τοῦτο ἰσχυρό τεκμήριο λογοτεχνικῆς ποιότητας.

Περιοδικό Πανδώρα, τεῦχος 23, 11/10/2008-5/2/2009.


Πίσω στο κείμενο [1] Χριστόφορος Μηλιώνης, Παραφωνία, διηγήματα, ἐκδόσεις Ἐνδοχώρας, Γιάννινα 1961.

Πίσω στο κείμενο [2] Γιῶργος Ἀράγης, «Τό λογοτεχνικό πεζογραφικό ἔργο τοῦ Γιώργου Ἰωάννου», περιοδικό Φιλόλογος, τεῦχος 43, Θεσσαλονίκη 1986. Ἔκτοτε καί στά βιβλία μου Ἀσκήσεις κριτικῆς, Σοκόλης, Ἀθήνα 1990, καί Γιά τόν Γιῶργο Ἰωάννου, Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2007.

Πίσω στο κείμενο [3] Γιῶργος Ἀράγης, Ζητήματα Λογοτεχνικῆς Κριτικῆς, τόμος Β΄, Δωδώνη, Ἀθήνα-Γιάννινα 1988, σσ. 81-114.

Πίσω στο κείμενο [4] Γιῶργος Ἀράγης, «Ὁ διηγηματογράφος Χριστόφορος Μηλιώνης –Τά Ἀκροκεραύνια, περιοδικό Ἐντευκτήριο, τεῦχος 30, Θεσσαλονίκη 1995. Καί στό βιβλίο μου Προσςεγγίσεις, Πατάκης, Ἀθήνα 1996.

Πίσω στο κείμενο [5] Ἴσως ἀξίζει νά σημειωθεῖ σχετικά πώς στό πρῶτο διήγημα τῆς Παραφωνίας, «Μεσάνυχτα», ὁ ἀφηγητής, πού μᾶλλον παραπέμπει στό συγγραφέα, διάβασε σ᾿ ἕνα φίλο του ἕνα πεζό του. «Διάβαζε», λέει, «ἥσυχα, σάν νά κουβέντιαζε, sotto voce…»

Πίσω στο κείμενο [6] Χριστόφορος Μηλιώνης, Τό πουκάμισο τοῦ Κένταυρου, Ἀθήνα 1971, σ. 33.

Πίσω στο κείμενο [7] Χριστόφορος Μηλιώνης, Τά φαντάματα τοῦ Γιόρκ, Κέδρος, Ἀθήνα 1999, σ. 164.

Advertisements
This entry was posted in Κριτική Πεζογραφίας and tagged . Bookmark the permalink.